Συνέχεια από: Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026
Η ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ ΗΡΩΟΣ ΤΗΣ «ΑΜΦΙΣΘΕΝΟΥΣ ΕΙΡΩΝΕΙΑΣ» ΚΑΙ Η ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ
Ὁ Σωκράτης νυμφεύθηκε τὴν Ξανθίππη σὲ ἡλικία μεγαλύτερη τῶν πενήντα ἐτῶν, λόγω τῶν καθηκόντων του ὡς Ἀθηναίου πολίτη καὶ σύμφωνα πρὸς τὰ ἀθηναϊκὰ ἤθη. Ὁ Patočka διευκρινίζει: «Ἡ Ξανθίππη, πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ἦταν χωρίς ἀμφιβολία πολὺ νεώτερη τοῦ Σωκράτους, καὶ μπῆκε στὴ ζωή του πολὺ ἀργά [...]. Ἐπὶ πλέον, ἐπρόκειτο ἀσφαλῶς γιὰ παραδοσιακὸ ἀττικὸ γάμο, ὁ ὁποῖος δὲν σφραγιζόταν ἀπὸ ἀμοιβαῖα συναισθήματα, ἡ γυναίκα ἦταν ἡ νοικοκυρὰ τοῦ σπιτιοῦ καὶ μεγάλωνε τὰ παιδιά, ἐνῶ ὁ σύζυγος ἀσχολεῖτο κυρίως μὲ τὰ κοινά, ζοῦσε ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὰ ἰδιωτικὰ καὶ φρόντιζε ἰδιαιτέρως τὴν ἐκπαίδευση τῶν μεγαλύτερων παιδιῶν»³³.
Αὐτὸ εἶναι βέβαιο. Βέβαιο, ὅμως, εἶναι καὶ ὅτι ὁ Σωκράτης παραμέλησε ἐντελῶς ὁτιδήποτε ἀφοροῦσε στὴν καθημερινὴ φροντίδα τῆς οἰκογένειας καὶ τῆς περιουσίας του. Ὁ ἴδιος ὁ Σωκράτης, στὸν λόγο τῆς ὑπερασπίσεώς του κατὰ τὴ διάρκεια τῆς δίκης, λέγει στοὺς Ἀθηναίους τὰ ἑξῆς:
«Γιατί δὲ φαίνεται ἀνθρώπινο νὰ ἔχω παραμελήσει ὅλες τὶς ὑποθέσεις μου καὶ νὰ ἀνέχομαι νὰ εἶναι τόσα χρόνια παραμελημένοι οἱ δικοί μου, γιὰ νὰ φροντίζω ἐσᾶς, πλησιάζοντας τὸν καθένα χωριστά, σὰ νὰ ἤμουν πατέρας σας ἢ μεγαλύτερος ἀδερφός σας, γιὰ νὰ σᾶς πείθω νὰ ἀσχοληθεῖτε μὲ τὴν ἀρετή. Ἂν βέβαια εἶχα κάποιο ὄφελος ἀπ’ αὐτὸ καὶ παρακινοῦσα νὰ τὸ κάνετε παίρνοντας ἀμοιβή, θὰ εἶχα κάποιο λόγο νὰ τὸ κάνω. Τώρα ὅμως βλέπετε οἱ ἴδιοι ὅτι οἱ κατήγοροι, ἐνῶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα τόσο ἀναίσχυντα μὲ κατηγοροῦν, γι’ αὐτὸ δὲν τόλμησαν νὰ μὲ κατηγορήσουν καὶ νὰ βροῦν κάποιον μάρτυρα, πὼς ἐγὼ εἴτε πῆρα ποτέ ἀμοιβὴ εἴτε ζήτησα. Κι αὐτὸ γιατί, ὅπως νομίζω, διαθέτω ἕναν ἀρκετὰ ἀξιόπιστο μάρτυρα, τὴ φτώχεια μου»³⁴.
Ἂς θέσουμε, λοιπόν, ἕνα βασικὸ ἐρώτημα: Ποιὲς θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι οἱ ἀντιδράσεις μιᾶς συνηθισμένης γυναίκας, ἡ ὁποία ἔβλεπε τὸν σύζυγό της νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ σπίτι τὸ πρωὶ καὶ νὰ ἐπιστρέφει τὸ βράδυ, προκειμένου νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ πράγματα, ἡ φύση τῶν ὁποίων ἦταν γι’ αὐτὴν ἀκατανόητη καὶ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀνεχτεῖ μὲ μία σειρὰ ἀπὸ συνέπειες;
Ἡ παράδοση ἔχει καταγράψει ὅτι ἡ Ξανθίππη μιὰ μόνον φορὰ ἐκφράστηκε ὄμορφα γιὰ τὸν σύζυγό της, περιγράφοντας ἕνα ἐξέχον χαρακτηριστικό του. Πιστοποιεῖται ἀπὸ τρεῖς μαρτυρίες:
«Ξανθίππη ἐρωτηθεῖσα τί μέγιστον ὑπῆρχε τῷ Σωκράτει τοῦτο, ἔφη, ὅτι καὶ ἐπὶ ἀγαθοῖς καὶ ἐπὶ φαύλοις ἡ αὐτὴ ὄψις ἦν αὐτῷ»³⁵. [Μετάφραση: Όταν ρώτησαν την Ξανθίππη ποιο θεωρούσε το σπουδαιότερο γνώρισμα του Σωκράτη, απάντησε ότι, είτε του συνέβαιναν καλά είτε άσχημα πράγματα, διατηρούσε πάντοτε την ίδια έκφραση και την ίδια ψυχική γαλήνη]
Ἡ Ξανθίππη ἔλεγε ὅτι στὶς χιλιάδες μεταβολὲς ποὺ βρῆκαν τὴν πόλη καὶ τοὺς ἴδιους, σὲ ὅλες ἔβλεπε ἴδια τὴν ἔκφραση τοῦ Σωκράτη, ὅταν ἔφευγε ἀπὸ τὸ σπίτι κι ὅταν ἐπέστρεφε. Διότι προσαρμοζόταν εὔκολα σὲ καθετί, ἦταν ἤρεμος, ὑπεράνω κάθε στενοχώριας καὶ ἀνώτερος ἀπὸ κάθε φόβο³⁶.
Πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ μία ἐξαίρεση στὴ στάση τῆς Ξανθίππης. Πῶς μποροῦσε, ὅμως, αὐτὴ νὰ ὑπομείνει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ σύζυγός της παρέμενε ἀτάραχος καὶ ἀπαθὴς στὶς ἀνάγκες της, στὸν θυμό της κ.λπ.;
Ἡ σύζυγος τοῦ ἀποστόλου τῆς φιλοσοφίας καὶ τοῦ ἥρωα τῆς ἀμφισβητούμενης καὶ ἀμφισθενοῦς εἰρωνείας δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι ἐγκαταλελειμμένη καὶ δυστυχής.
Παρατηρήσεις συγχρόνων φιλοσόφων περὶ τῆς Ξανθίππης
Οἱ σχέσεις Σωκράτους καὶ Ξανθίππης δὲν μπόρεσαν νὰ περιγραφοῦν μὲ σαφήνεια ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀπὸ τοὺς συγχρόνους φιλοσόφους.
Ὁ Hamann, ἐπὶ παραδείγματι, ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ ὑποθέσει ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Σωκράτης δὲν ἀσχολήθηκε μὲ τὴ συγγραφὴ ὀφείλεται στὸ καθημερινὸ μαρτύριο ποὺ ὑφίστατο ἐξ αἰτίας τῆς Ξανθίππης. Ἀφοῦ, βέβαια, διεπίστωσε, ὕστερα ἀπὸ σχετικὴ ἔρευνα, ὅτι ὁ Σωκράτης δὲν ἦταν φτιαγμένος γιὰ νὰ γράφει, ὁ Hamann προσθέτει: «Ἴσως καὶ στὸ σπίτι του νὰ ἔλειπαν ἡ ἡσυχία, ἡ σιωπὴ καὶ ἡ γαλήνη, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ ἕναν φιλόσοφο, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ συγγράψει καί, κατ’ ἐπέκτασιν, νὰ ἐπιδιώκει τὴν ἐκπαίδευση καὶ τὴν ψυχαγωγία τόσο τοῦ ἑαυτοῦ του ὅσον καὶ τῶν ἄλλων. Ἡ προκατάληψη πρὸς τὴν Ξανθίππη ὑπῆρξε βαθιὰ ριζωμένη καὶ μεταδίδεται μᾶλλον ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς τοῦ κλασσικοῦ κόσμου, τοὺς ὁποίους μελετᾶμε στὰ σχολεῖα μας. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μπόρεσε νὰ ἐξαλειφθεῖ ἐν ὀνόματι τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἠθικῆς. Γιὰ τὸ μέγεθος ἑνὸς σοφοῦ, ὅπως ὁ Σωκράτης, ἡ Ξανθίππη ἀποτελοῦσε, ὀφείλουμε νὰ παραδεχθοῦμε, ἕνα πραγματικὸ βάσανο»³⁷.
Πολὺ πιὸ αὐστηρή, βέβαια, εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Nietzsche. Στὸ ἔργο του Ἀνθρώπινο, πολὺ ἀνθρώπινο ὁ Nietzsche γράφει: «Ὁ Σωκράτης βρῆκε τὴν γυναίκα ποὺ χρειαζόταν – ἐὰν ὅμως τὴν εἶχε γνωρίσει καλά, δὲν θὰ τὴν ἀναζητοῦσε – ἀκόμη καὶ ὁ ἡρωισμὸς αὐτοῦ τοῦ ἐλεύθερου πνεύματος δὲν θὰ προχωροῦσε τόσο πολύ. Στὴν πραγματικότητα, ἡ Ξανθίππη τὸν ὠθοῦσε ὁλοένα καὶ περισσότερο πρὸς τὸ ἰδιαίτερο ἐπάγγελμά του, καθιστῶντας ἀβίωτες καὶ ἀφιλόξενες τὴν ἑστία καὶ τὴν οἰκία τους: τοῦ ἐδίδαξε νὰ ζεῖ στοὺς δρόμους καὶ ὁπουδήποτε ὑπῆρχε εὐκαιρία γιὰ κουβέντα καὶ σχόλη, ἕως ὅτου, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, κατέληξε νὰ εἶναι ὁ μεγαλύτερος περιπατητικὸς φιλόσοφος τῶν Ἀθηνῶν...»³⁸.
Στὴ Γενεαλογία τῆς Ἠθικῆς, ἀναφορικῶς μὲ τὸν γάμο τῶν φιλοσόφων, ὁ Nietzsche προέβη στοὺς ἀκόλουθους συλλογισμούς: «Κάθε ζῶο, συνεπῶς καὶ la bête philosophe, τείνει ἐνστικτωδῶς πρὸς ἕνα optimum εὐνοϊκῶν συνθηκῶν, βάσει τῶν ὁποίων μπορεῖ νὰ ἀπελευθερώσει ὅλη του τὴ δύναμη ἀγγίζοντας τὸ maximum μὲ τὴν αἴσθηση τῆς ἰσχύος. Ἐξ ἴσου ἐνστικτωδῶς, καὶ μὲ μία “πέραν πάσης λογικῆς” ὀξεῖα διαίσθηση, ὁποιοδήποτε ζῶο φοβᾶται κάθε γρουσουζιὰ καὶ κάθε ἐμπόδιο ποὺ σταματοῦν ἢ μποροῦν νὰ σταματήσουν αὐτὴν τὴν πορεία πρὸς τὸ optimum [...]. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ φιλόσοφος φοβᾶται τὸν γάμο, μαζί μὲ ὅσα θὰ μποροῦσαν νὰ τὸν ὁδηγήσουν σὲ αὐτόν, τὸν γάμο ὡς ἐμπόδιο καὶ συμφορὰ στὴν πορεία του πρὸς τὸ optimum. Ποιὸς μεγάλος φιλόσοφος ἔχει ὑπάρξει νυμφευμένος; Ὁ Ἡράκλειτος, ὁ Πλάτων, ὁ Cartesius, ὁ Spinoza, ὁ Leibniz, ὁ Kant, καθὼς καὶ ὁ Schopenhauer δὲν ὑπῆρξαν νυμφευμένοι καί, μάλιστα, οὔτε κἂν μποροῦμε νὰ τοὺς φανταστοῦμε νυμφευμένους. Ἡ θέση μου εἶναι ὅτι ἕνας νυμφευμένος φιλόσοφος ἀνήκει στὸν χώρο τῆς κωμωδίας, μὲ ἐξαίρεση τὸν Σωκράτη – τὸν κατεργάρη –, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι νυμφεύθηκε τὴν τέχνη τῆς εἰρωνείας μόνον καὶ μόνον γιὰ νὰ ἀποδείξει αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν τὴ θέση του ὡς νυμφευμένου»³⁹.
Πρὸς κατανόησιν τῆς Ξανθίππης ὡς ἀνθρώπου
Μία ἐνδιαφέρουσα καὶ ταυτοχρόνως ἐπιεικὴ ἑρμηνεία τῆς μορφῆς τῆς Ξανθίππης ἐντοπίσαμε στὸ μυθιστόρημα τοῦ Alfredo Pranzini, Santippe. Ἡ παράθεση μιᾶς ὄμορφης σελίδας ἀπὸ αὐτὸ θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ὁλοκληρώσουμε μὲ τὸν πλέον ἴσως συγκινητικὸ τρόπο τὸ ζήτημα ποὺ πραγματευτήκαμε σ’ αὐτὸ τὸ βιβλίο:
«[...] Μιὰ μέρα παρατηροῦσα τὸν Σωκράτη, πρόσωπο πολὺ γνωστό, καὶ τὸν κοιτοῦσα ὄχι μόνον ἐπειδὴ ἐκεῖνος ὑπῆρξε ὁ ἐπινοητὴς τῆς λεγόμενης ἠθικῆς φιλοσοφίας, ἀλλὰ καὶ γιατί ξεχώριζε, κακάσχημος καθὼς ἦταν, μέσα στὸν κύκλο νεαρῶν μὲ ἀστραφτερὴ ὀμορφιά. Καὶ ὅπως στὸ παλίμψηστο ἀνακαλύπτουμε τὰ ἴχνη μιᾶς δεύτερης γραφῆς, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο κι ἐγώ, πίσω ἀπὸ τὸν Σωκράτη, ἔβλεπα νὰ προβάλλεται, νεφελώδης, μιὰ τεράστια μαινόμενη κοκκινοτρίχη μορφή.
«Ὦ, τί εἶναι;» εἶπα παίρνοντας τὸν μεγεθυντικὸ φακό.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Σωκράτους, βέβαια!
Ἐνῶ οἱ μαθητές του, ὄμορφοι νέοι ποὺ ἔσφυζαν ἀπὸ νιότη, στρέφονταν πρὸς τὴ μορφὴ ἐκείνη μὲ μιὰ ἔκφραση ὀδύνης, θαυμασμοῦ ἢ γέλιου.
Τότε, κοιτάζοντας γιὰ πολλὴ ὥρα, διαπίστωσα ὅτι ἦταν ἐκείνη: ἡ Ξανθίππη, τὸ γύναιο, ἡ κοκκινότριχη, ἡ βασανίστρια τοῦ ἥρωα, ἡ σύζυγος τοῦ Σωκράτη, ἡ Ξανθίππη λέω!
Ἀπὸ τότε ὁ θαυμασμός μου γιὰ τὸν ἑλληνικὸ λαό, ὅλο καὶ αὐξανόταν. Διότι εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ Ἕλληνες μᾶς ἄφησαν καὶ τὰ πλέον ποικίλα καὶ ἐξαιρετικὰ πρότυπα θηλυκῆς ὀμορφιᾶς: Ἀπὸ τὴν Ἑλένη, μὲ τὴν ἀνθισμένη κόμη, γιὰ τὴν ὁποία πολλοὶ ἥρωες πέθαναν μετὰ χαρᾶς, μέχρι τὴν Ἀσπασία, γυναίκα διανοούμενη, ποὺ συντηροῦσε σαλόνι καὶ κατέστρεψε τὴν πολιτικὴ τῆς χώρας της, καὶ τὴν Πηνελόπη, ἡ ὁποία βέβαια ἦταν ἐξαιρετική, ἀλλὰ κι αὐτὴ ἀκόμα ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ ἐξαπατᾷ τοὺς ἐραστὲς γιὰ νὰ εἶναι πιστὴ στὸν σύζυγό της, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον ἦταν μακριά, ἀλλὰ πιστευόταν καὶ ἀπ’ ὅλους νεκρός.
Ἡ Ἑλλάδα, παρεῖχε ὅλα τὰ εἴδη, πολεμικοῦ καὶ ἐρωτικοῦ μένους...
Ἡ Κλυταιμνήστρα, γεμάτη αἷμα καὶ λαγνεία, καὶ ἡ Ἀντιγόνη, ἡ ἁγία τῆς γῆς, ἡ ὁμορφότερη τῆς Ὀφηλίας! Ὅλα τὰ εἴδη. Καὶ ὅμως ἐγὼ ἔνιωθα πὼς κάτι ἔλειπε. Τώρα ὅμως ποὺ βρῆκα τὴν Ξανθίππη δὲν λείπει πλέον τίποτε!
Θὰ ἦταν ἀδύνατο γιὰ τοὺς Ἕλληνες νὰ μὴν παραδώσουν στὴν ἀνθρωπότητα ἕνα τέτοιο ὑπόδειγμα ποὺ ἀκόμη καὶ σήμερα ἀποκαλοῦμε Ξανθίππη.
Ναί, κάναμε μεγάλη ἀνακάλυψη περιπλανώμενοι στὴ νεκρόπολη τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων: Ἀνακαλύψαμε τὴ δύστυχη Ξανθίππη.
Περίεργο ὅμως ποὺ οἱ λόγιοι δὲν τὸ ἀντιλήφθηκαν. Ἴσως γιατί δὲν εἶχε συμπεριληφθεῖ στοὺς κώδικες.
Παρά τὴν ταπεινοφροσύνη μου, λοιπόν, δὲν μοῦ ἀπέμεινε παρὰ νὰ συγχαρῶ τὸν ἑαυτό μου γιὰ τὴν ὡραία μου αὐτὴ ἀνακάλυψη»⁴⁰.
Πρόκειται πράγματι γιὰ μία «ἀποκάλυψη», τὴν ὁποία ὀφείλουμε ὅλοι νὰ λάβουμε σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν: Πῶς περνοῦσε τὴ ζωή της μία γυναίκα ὡς σύζυγος τοῦ ἥρωα ποὺ ἀπετέλεσε ἐνσάρκωση τῆς ἀμφίσημης καὶ ἀμφισθενοῦς εἰρωνείας, ποὺ ὑπέβαλλε τοὺς πάντες σὲ δοκιμασία – ἀκόμη καὶ αὐτὸν τὸν θεὸ τῶν Δελφῶν – μέσω τῆς καταρριπτικῆς διαλεκτικῆς μεθόδου στοχεύοντας στὸ ἀληθές, ποὺ ζοῦσε καθημερινῶς ἐκτὸς οἰκίας φροντίζοντας τοὺς ἄλλους καὶ ποὺ παρέμενε ἀτάραχος ἀπέναντι σὲ ὁποιοδήποτε γεγονός, ἀπὸ τὸ ἁπλούστερο μέχρι καὶ τὸ πλέον σημαντικό, καί, τελικῶς, ἀπὸ τὴν ἀδικία μέχρι καὶ τὸν θάνατο;
Σημειώσεις
33. J. PATOČKA, Socrate, σσ. 235 κ. ἑξ.34. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Ἀπολογία Σωκράτους, 31 b-c.
35. Gnomologium Vaticanum, 743, σημ. 573 = GIANNANTONI, Socrate, σ. 421.
36. ΑΙΛΙΑΝΟΥ, Ποικίλη Ἱστορία, IX, 7.
37. J.G. HAMANN, Memorabili di Socrate, Milano, Rusconi Libri, 1999, σσ. 101-103.
38. F. NIETZSCHE, Ἀνθρώπινο, πολὺ ἀνθρώπινο, OFN, IV 2, σσ. 237 κ. ἑξ.
39. Αὐτόθι, Γενεαλογία τῆς Ἠθικῆς, VI 2, σσ. 309 κ. ἑξ.
40. A. PRANZINI, Santippe, Milano, Mondadori, 1914 (1954).
ΤΕΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου