Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 18 ( Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΠΟΛΛΑΧΩΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΚΥΒΕΡΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ)

Συνέχεια από Πέμπτη 23. Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 18
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

IV. ΣΗΜΕΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΩΣ


γ) Διάρκεια (συνέχεια)

.......«Πολλοί μίλησαν για την αγάπη και μίλησαν πολύ γι’ αυτήν. Αν όμως την αναζητήσεις προσεκτικά, θα τη βρεις μόνο στους μαθητές του Χριστού. Διότι μόνο αυτοί έχουν την αληθινή Αγάπη ως διδάσκαλο της αγάπης» (50).

Εννοείται ότι μόνο οι χριστιανοί κατέχουν τη διδασκαλία της αγάπης. Όσο για την πρακτική της, την κατέχουν στον βαθμό κατά τον οποίο είναι αληθινοί μαθητές του Διδασκάλου τους, με την έννοια με την οποία ο άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας ονειρευόταν να γίνει μαθητής Του. Δυστυχώς, ο πειρασμός της αστάθειας δεν αφήνει ανεπηρέαστους ούτε τους ίδιους τους ασκητές. Και μεταξύ αυτών βρίσκει εφαρμογή το Donec eris felix: «Υπάρχουν πολλοί φίλοι, αλλά στον καιρό της ευημερίας. Στον καιρό της δοκιμασίας δύσκολα θα βρεις έστω και έναν» (51). Ο χριστιανός, ωστόσο, πρέπει να επιδιώκει τον τίτλο του πιστού φίλου, τον οποίο εγκωμιάζει η Γραφή: «Τίποτε δεν αξίζει όσο ένας πιστός φίλος» (52). Θεωρεί δικά του τα παθήματα του φίλου του· τα υπομένει μαζί του, κοπιάζοντας έως θανάτου (53).

Αλίμονο! Δεν πραγματοποιούμε αυτό το ιδεώδες, επειδή αναμειγνύουμε στις φιλίες μας την αναζήτηση της δικής μας ικανοποιήσεως. Και τότε τίθεται αλάνθαστα σε λειτουργία ο ψυχολογικός νόμος: κάθε επιθυμία που ματαιώνεται ανάβει την οργή. Καθώς και ένας άλλος: «Τα πάθη του θυμικού μέρους είναι δυσκολότερο να καταπολεμηθούν από εκείνα του επιθυμητικού μέρους» (54).......

Δυσαρέσκειες που γεννιούνται από απογοητεύσεις: «Χωρίς την καταφρόνηση της δόξας και της ηδονής, καθώς και εκείνου που τις τρέφει και αποτελεί το απόθεμα της τροφής τους, δηλαδή της φιλαργυρίας, είναι αδύνατον να εξαλείψουμε τις αφορμές της οργής. Και χωρίς να τις εξαλείψουμε, είναι αδύνατον να αποκτήσουμε την τέλεια αγάπη» (56).

Πληγές της ματαιοδοξίας: «Η πραότητα είναι εκείνη που διατηρεί το θυμικό μέρος απαλλαγμένο από την ταραχή, και η ταπείνωση εκείνη που ελευθερώνει τον νου από την έπαρση και την κενοδοξία» (57). «Η φιλαργυρία και η ματαιοδοξία οδηγούν στην αποστροφή προς τον πλησίον» (58).

Ακόμη και ο φόβος φανερώνει μια μορφή οργής: «Όταν η οργή αυξάνεται, παρουσιάζει στον νου σκιάχτρα»· και όταν το θυμικό μέρος βρίσκεται σε διαρκή ταραχή, καθιστά τον νου φοβισμένο και δειλό (59).

Η λύπη ακόμη περισσότερο: «Ισχυρίζεσαι ότι τηρείς ανεπιφύλακτα την εντολή να αγαπάς τον πλησίον σου; Τι σημαίνει, τότε, αυτή η πικρή λύπη που γεννάς εναντίον του; Δεν αποτελεί απόδειξη ότι προτιμάς από την αγάπη ορισμένα πρόσκαιρα αγαθά και πολεμάς τον αδελφό σου για να τα οικειοποιηθείς;» (60). Ακόμη περισσότερο η μνησικακία, η οποία συμβαδίζει με τη λύπη, όπως έχουμε ήδη δει (61).

Και πόσα ερεθίσματα υπάρχουν για όλες αυτές τις παθολογικές αντιδράσεις! Ο κατάλογός τους θα ήταν τόσο μακρύς, ώστε ολόκληρη η ζωή δεν θα αρκούσε για να τα απαριθμήσουμε. Μπορούμε όμως να τα συμπυκνώσουμε σε μία λέξη: τα γεγονότα. Υπό την προϋπόθεση ότι θα συμπεριλάβουμε και εκείνο που αποκαλούμε απουσία γεγονότων· διότι και αυτή μας επηρεάζει, τουλάχιστον μέσω της ανίας, η οποία αποτελεί επίσης ένα είδος οργής.

Ας διαιρέσουμε αυτά τα γεγονότα σε δύο κατηγορίες, ανάλογα με το αν μας πλήττουν —διότι όσα δεν μας πλήττουν δεν μας αγγίζουν— μόνο μέσω της λειτουργίας των νόμων της φύσεως ή μέσω κάποιου ανθρώπινου μεσολαβητή. Καθένα από αυτά, σαν ένα μικρό ή μεγάλο χτύπημα σφυριού επάνω σε μεταλλικό αγγείο, αποκαλύπτει, μέσω του ήχου που το αναγκάζει να βγάλει, την ποιότητα της ψυχής μας: αν είναι γεμάτη ή κενή, ραγισμένη ή υγιής, χρυσός, χαλκός ή κοινός λευκοσίδηρος.

Τα πλήγματα διαδέχονται το ένα το άλλο τόσο γρήγορα, ώστε μοιάζουν με τυμπανοκρουσία από χαλαζόκοκκους, της οποίας η μουσική ή ο κρότος αξίζει πάντοτε την προσοχή του ψυχολόγου. Ορισμένοι άνθρωποι, άλλωστε, έχουν το χάρισμα να προσελκύουν επάνω τους τον καταιγισμό των πραγμάτων, εξαιτίας της αδιακρισίας τους να αναμειγνύονται σε όσα δεν τους αφορούν. Παραδείγματος χάριν, στη συνείδηση του άλλου.

Για αυτούς τους ιεροεξεταστές ο Μάξιμος θα μας πει από ποιο μέταλλο είναι πλασμένη η ψυχή τους: όχι από τον χρυσό της αγάπης, αλλά από τον μόλυβδο μιας κακής συνειδήσεως:
«Όποιος εξετάζει με περιέργεια τις αμαρτίες των άλλων ή φθάνει, εξαιτίας μιας υποψίας, να κρίνει τον αδελφό του, δεν έχει ακόμη αρχίσει ούτε να μετανοεί ούτε να εξετάζει τον εαυτό του, ώστε να γνωρίσει τα δικά του σφάλματα, τα οποία είναι αναμφίβολα βαρύτερα από τόνους μολύβδου. Δεν έχει κατανοήσει με ποιον τρόπο ο άνθρωπος γίνεται βαρύς στην καρδιά, αγαπά τη ματαιότητα και αναζητεί το ψεύδος» (62).

«Έτσι, σαν παράφρονας που βαδίζει μέσα στο σκοτάδι, εγκαταλείπει τις δικές του αμαρτίες και αναστατώνει τον νου του με τις αμαρτίες των άλλων, πραγματικές ή επινοημένες βάσει υποψιών» (64).

Τα βλήματα που δεχόμαστε συχνότερα είναι τα σκάγια των λέξεων, απλά κουτσομπολιά ή συκοφαντίες. Όταν ο Μάξιμος γράφει για το θέμα αυτό, το ύφος του προδίδει προσωπική εμπειρία:
«Δεν υπάρχει για την ψυχή βαρύτερη οδύνη από το να συκοφαντείται, είτε ως προς την πίστη της είτε ως προς τη διαγωγή της. Κανείς δεν μπορεί να παραμείνει ατάραχος απέναντι σε αυτό, εκτός από εκείνον που, όπως η Σωσάννα, στρέφει το βλέμμα του προς τον Θεό, τον μόνο ικανό να τον αποσπάσει, όπως εκείνη, από τη βία, να καθησυχάσει τους ανθρώπους σχετικά με αυτόν, όπως έκανε και για εκείνη, και να παρηγορήσει την ψυχή με την ελπίδα» (65).

Πέρα από τη δειλία των κακών γλωσσών, πρέπει να διακρίνουμε την υποκίνηση του μεγάλου Συκοφάντη, του Διαβόλου:
«Όταν οι δαίμονες μας βλέπουν να περιφρονούμε τα πράγματα του κόσμου, από φόβο μήπως καταλήξουμε να μισήσουμε τους ανθρώπους και να εκπέσουμε από την αγάπη, τότε προκαλούν εναντίον μας συκοφαντίες, ώστε, ανίκανοι να υπομείνουμε αυτή τη θλίψη, να μισήσουμε τους συκοφάντες» (66).


Προπάντων όμως πρέπει να εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας στον Θεό και να επωφελούμαστε από αυτή τη θαυμάσια ευκαιρία να ομοιάσουμε προς τον Θεό-Αγάπη:
«Όσο περισσότερο προσεύχεσαι από τα βάθη της ψυχής σου για εκείνον που σε συκοφάντησε, τόσο περισσότερο ο Θεός θα καθησυχάζει όσους σκανδαλίστηκαν» (67).


«Κατά φύσιν μόνο ο Θεός είναι αγαθός· κατά προαίρεση αγαθός είναι μόνο ο μιμητής του Θεού, διότι σκοπός του είναι να ενώσει τους κακούς με τον κατά φύσιν Αγαθό, ώστε να γίνουν αγαθοί. Γι’ αυτό, όταν τον υβρίζουν, εκείνος μόνο ευλογεί· όταν τον καταδιώκουν, υπομένει· όταν τον συκοφαντούν, προσεύχεται· όταν τον θανατώνουν, προσεύχεται για τους δημίους του. Με μια λέξη, κάνει τα πάντα για να μην εκπέσει από το ιδεώδες της αγάπης» (68).

Διότι, αν εκπέσει από αυτό, ίσως επικαλεστεί ως δικαιολογία μια θεμιτή υπερηφάνεια· ιδού όμως η ερμηνεία του αγίου Μαξίμου:
«Δεν έχει ακόμη αποκτήσει την εσωτερική ελευθερία όποιος, όταν επέλθει κάποια δοκιμασία, δεν είναι ικανός να κλείσει τα μάτια απέναντι στο σφάλμα του φίλου του, το οποίο ίσως είναι πραγματικό ή τουλάχιστον φαίνεται τέτοιο. Είναι τα πάθη που έχουν αποτεθεί μέσα στην ψυχή· η αναταραχή τους τυφλώνει την κρίση και παρεμβάλλεται σαν παραπέτασμα ανάμεσα στο βλέμμα της και στη λάμψη της αλήθειας, ώστε να μην μπορεί πλέον να διακρίνει το καλύτερο από το χειρότερο. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν έχει, επομένως, ούτε την τέλεια αγάπη, εκείνη που αποκλείει τον φόβο της κρίσεως» (69).


Τίποτε δεν είναι σαφέστερο: η αστάθεια των αισθημάτων μας απέναντι στον πλησίον φανερώνει την έλλειψη εσωτερικής ελευθερίας και την ατέλεια της αγάπης μας· άλλωστε, τα δύο αυτά είναι ένα και το αυτό.

Όσο πραγματικά κι αν είναι τα σφάλματα του άλλου, μας απομένει, λέγει ο Μάξιμος σχεδόν με τους όρους του αγίου Αυγουστίνου, το καθήκον να διακρίνουμε ανάμεσα στην αμαρτία και στον αμαρτωλό:
«Κάποιος είπε κακούς λόγους. Μη μισήσεις τον ίδιο, αλλά τους κακούς λόγους του και τον δαίμονα που τον έκανε να τους προφέρει. Αν μισήσεις τον βλάσφημο, μισείς έναν άνθρωπο και παραβαίνεις την εντολή. Εκείνο που αυτός έκανε με λόγια, εσύ το κάνεις με έργο. Αν θέλεις να τηρήσεις την εντολή, δείξε αγάπη· και, αν μπορείς να κάνεις κάτι, βοήθησέ τον, ώστε να τον αποσπάσεις από το κακό» (70).

Και έπειτα, τι θλιβερό θέαμα: άνθρωποι που διακηρύσσουν ότι τοποθετούν πάνω από όλα αυτή την ελευθερία και αυτή την αγάπη, τον ομολογημένο σκοπό ολόκληρης της ασκήσεώς τους, συμπεριφέρονται σαν να μην άξιζε αυτό το υπέρτατο επιθυμητό αγαθό την προσπάθεια ενός ήρεμου στοχασμού, προκειμένου να υπερνικηθεί μια δυσαρέσκεια, συχνά αδικαιολόγητη. Επιπολαιότητα και αστάθεια εξίσου μικροπρεπείς.

Η μεγάλη εντολή του Χριστού είναι η μεγάλη σχολή της μεγαλοψυχίας. Τι λοιπόν;

«Χθες εγκωμίαζες την αρετή αυτού του ανθρώπου και υμνούσες τις ηθικές του ιδιότητες. Πρόσεχε σήμερα να μην τον κατηγορήσεις ως κακό και διεφθαρμένο, μόνο και μόνο επειδή εσύ μεταβλήθηκες και η στοργή σου έγινε αποστροφή. Πρέπει άραγε η μομφή που απευθύνεις στον αδελφό σου να χρησιμεύσει ως δικαιολογία για το μίσος σου; Επίμενε μάλλον να τον επαινείς, παρά τη λύπη που σε κατέλαβε, και εύκολα θα επιστρέψεις στη σωτήρια αγάπη» (71).


Πόσο ωραιότερο είναι να εκδικείται κανείς με τον αντίθετο τρόπο:

«Εσύ που συνήθιζες να λέγεις καλά λόγια για κάποιον αδελφό, τώρα που τρέφεις εναντίον του μια κρυφή πικρία, μην πηγαίνεις στη σύναξη των άλλων αδελφών και νοθεύεις τον έπαινό του, αναμειγνύοντας ανεπαίσθητα μέσα του επικρίσεις. Αλλά ο έπαινός σου ας είναι ειλικρινής μέσα στη σύναξη και η προσευχή σου για εκείνον τόσο ειλικρινής όσο και για τον εαυτό σου. Έτσι σύντομα θα απαλλαγείς από αυτή την ολέθρια αντιπάθεια» (72).

Επειδή κάποιος άλλος είναι ή μου φαίνεται κακός, αποτελεί άραγε αυτό λόγο για να γίνω κι εγώ κακός; «Αν συμβεί κάποιος αδελφός, ευρισκόμενος σε πειρασμό, να επιμένει να σε κακολογεί, εσύ τουλάχιστον μην αφήσεις τον εαυτό σου να παρασυρθεί έξω από την κατάσταση της αγάπης —σημείωσε: όπως λέμε “κατάσταση χάριτος”. Αυτό θα σήμαινε ότι δίνεις προσοχή στην κακία του ίδιου δαίμονα…» (73). Άλλωστε, είναι δυνατόν η αιτία της διχοστασίας να βρίσκεται περισσότερο μέσα μου παρά στον άλλον (74). Πόση σοφία υπήρχε στη συμβουλή των Πατέρων: σε κάθε περίσταση να κατηγορεί κανείς μόνο τον εαυτό του!

«Σου προξενήθηκε κάποια ενόχληση εξαιτίας του αδελφού σου και η λύπη σε ώθησε στο μίσος; Μην αφήσεις το μίσος να σε νικήσει, αλλά νίκησε το μίσος με την αγάπη. Θα το νικήσεις με τον ακόλουθο τρόπο: προσευχόμενος γι’ αυτόν με κάθε ειλικρίνεια, δεχόμενος τις δικαιολογίες του ή ακόμη καταπραΰνοντάς τον με τις δικές σου απολογίες και θεωρώντας τον εαυτό σου υπεύθυνο για τη δοκιμασία· τέλος, υπομένοντας έως ότου περάσει το σύννεφο» (75).


Τα περισσότερα γεγονότα συμβαίνουν χωρίς καμία παρέμβαση του πλησίον μας. Τουλάχιστον οι φίλοι και οι γνωστοί μας δεν έχουν καμία ευθύνη γι’ αυτά. Και όμως, μερικές φορές τους κάνουμε να αισθανθούν τις συνέπειές τους. Η καλοσύνη μας βρίσκεται στο έλεος της διαθέσεώς μας, και η διάθεσή μας μεταβάλλεται, επειδή δεν προσδένουμε την καρδιά μας στον Αμετάβλητο:
«Δεν έχει ακόμη ούτε την τέλεια αγάπη ούτε τη βαθιά γνώση της θείας Πρόνοιας εκείνος που, κατά την ώρα της δοκιμασίας, δεν υπομένει επί μακρόν τα θλιβερά γεγονότα και απομακρύνεται από την αγάπη προς τους πνευματικούς αδελφούς του» (76).

«Η αγάπη μακροθυμεί και χρηστεύεται· επομένως, το να μικροψυχούμε στις επώδυνες περιστάσεις, να πικραινόμαστε εναντίον εκείνων που προκάλεσαν —πραγματικά ή κατά τη γνώμη μας— τις αποτυχίες μας και να διακόπτουμε μαζί τους τις σχέσεις της αγάπης, δεν σημαίνει άραγε ότι απομακρυνόμαστε από τις προθέσεις της θείας Πρόνοιας;» (77).
Μας λείπει η πίστη, επειδή έχουμε μικρή ψυχή. Η υπομονή θα την καθιστούσε μεγάλη, διότι: «Αξίζει τον τίτλο του μακρόθυμου εκείνος που γνωρίζει να περιμένει την έκβαση της δοκιμασίας· αυτός αποκτά επίσης τη δόξα της καρτερίας» (78). Θα δείχναμε ακόμη και σύνεση: «Ο άνθρωπος που είναι βραδύς στην οργή έχει μεγάλη σύνεση» (79). Διότι αναφέρει όλα όσα συμβαίνουν στο τέλος τους και, περιμένοντας αυτό το τέλος, υπομένει τις ενοχλήσεις… (80).

Δεν μπορούμε να παραθέσουμε τα πάντα. Ο Μάξιμος δεν εξαντλείται ποτέ όταν μιλά για την αγάπη, όπως και όταν μιλά για την εσωτερική ελευθερία. Για εκείνον, αυτά τα δύο ονόματα δηλώνουν μία και την αυτή ψυχολογική πραγματικότητα. Τουλάχιστον, τα δύο πράγματα συμβαδίζουν αναγκαστικά. Από τον βαθμό του ενός μπορεί να προσδιοριστεί ο βαθμός του άλλου.

Ανάμεσα στη φιλαυτία, το πανδαιμόνιο των κακιών, και στην αγάπη, τη βασιλεία των αρετών, δεν είναι δυνατή καμία συμβιβαστική ειρήνη. Ο Λόγος έγινε άνθρωπος με την κένωση της δόξας Του· εμείς γινόμαστε θεοί με την κένωση των παθών (81). Η αληθινή ζωή προϋποθέτει την αποκήρυξη της ψευδούς (82).

Αυτή είναι η εναλλακτική δυνατότητα: νους θεωμένος ή νους υλοποιημένος —γαιώδης αντί θεοειδούς— (83)· είτε η φιλαυτία με τον συρφετό των κακιών, των πολέμων, των διαιρέσεων, των σχισμάτων, των απιστιών και των μικροτήτων· είτε η αγάπη με την ακολουθία των αρετών, της ειρήνης, της ενότητας, της ομόνοιας, της σταθερότητας και της μεγαλοσύνης.

Για να γνωρίσουμε σε ποια πλευρά βρισκόμαστε ή προς ποια κατεύθυνση βαδίζουμε, ας εξετάσουμε την καρδιά μας· και αν βρίσκουμε μέσα της μια καλοσύνη καθολική, ίση και ισχυρότερη από όλα τα παθήματα, είμαστε ελεύθεροι. Παραμένουμε ακόμη δούλοι, αν ανακαλύπτουμε μέσα της αποκλεισμούς, μεροληψίες και επανεμφανίσεις αντιπάθειας, για οποιονδήποτε λόγο.

Ακόμη και οι εχθροί μας θα μας ήταν συμπαθείς, αν αγαπούσαμε τον Θεό περισσότερο από την ηδονή μας (84). Η αγάπη προς τον Θεό και η αποδέσμευση από τα αισθητά αναγνωρίζονται από αυτό το αλάνθαστο και αναγκαίο σημείο: την ίση αγάπη προς κάθε ανθρώπινο πλάσμα (85).

3. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Σημειώσεις:

(56) I, 75                               (57) I, 80
(58) III, 7                              (59) II, 69 και 70
(60) III, 15                            (61) III, 89 και 90
(62) Ψαλμ. 4, 3                     (63) Περὶ ἀγάπης III, 55
(64) IV, 88                            (65) IV, 87
(66) IV, 89                            (67) Α΄ Κορ. 4, 12
(68) Περὶ ἀγάπης IV, 90
(69) IV, 92                            (70) IV, 83
(71) IV, 27                            (72) Περὶ ἀγάπης IV, 28
(73) IV, 30                            (74) IV, 19
(75) IV, 22                            (76) IV, 16
(77) IV, 18· πρβλ. Α΄ Κορ. 13, 4
(78) IV, 23                            (79) Παροιμ. 14, 29
(80) Περὶ ἀγάπης IV, 24
(81) Ἐξήγησις τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς, PG 90, 877 A
(82) Ἀπορίαι, PG 91, 1157 B κ.ε.
(83) Πρὸς Θαλάσσιον, ερώτ. 5, PG 90, 277 C
(84) Ἀσκητικὸς λόγος, αρ. 8, PG 90, 917 B–C
(85) Στο ίδιο, 917 A

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου