Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 21 Του George Prestige

Συνέχεια από Δευτέρα 27. Ιουλίου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 21

Του George Prestige

Τίτλος πρωτοτύπου:
Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940


Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977

 Διάλεξη 6-Νεστόριος: ή, η λυτρωμένη ανθρωπότητα

Όταν στρεφόμαστε από τον Απολλινάριο στον Νεστόριο, από τον οποίο λαμβάνει τον τίτλο της αυτή η Διάλεξη, περνούμε από έναν κατεξοχήν χριστιανό και θρησκευόμενο αιρετικό, του οποίου τα επιμέρους σφάλματα απορρίφθηκαν μέσα σε λίγα χρόνια από τους περισσότερους μαθητές του και του οποίου η θετική συμβολή στη θεολογία υπήρξε βαθιάς σημασίας και ευρύτατης επιρροής, στο ακόμη πιο αξιοσημείωτο φαινόμενο ενός αιρεσιάρχη ο οποίος αποκήρυξε με τους πλέον ρητούς όρους την αίρεση για την οποία κατηγορήθηκε· ενός διδασκάλου που καθαιρέθηκε για δογματικούς νεωτερισμούς, μολονότι δεν είχε προσθέσει ούτε μία πρωτότυπη αρχή στο κοινό απόθεμα των ιδεών· ενός αρχηγού παρατάξεως που πίστευε ότι οι απόψεις οι οποίες τελικά επικράτησαν κατά την εξέλιξη της διαμάχης ήταν ταυτόσημες με τις δικές του, αλλά ο οποίος, παρ’ όλα αυτά, αποβλήθηκε προσωπικά και έγινε η αιτία του εκτενέστερου σχίσματος που προήλθε από την αρχαία Χριστιανοσύνη.

Η αλήθεια που υποκρύπτεται πίσω από αυτά τα παράδοξα, και η οποία ανακαλύφθηκε εκ νέου μόλις κατά τον τελευταίο μισό αιώνα, μέσα από τις μακραίωνες ομίχλες της παρανοήσεως και της διαστρεβλώσεως, είναι ότι ο Νεστόριος καταδικάστηκε όχι εξαιτίας των πεποιθήσεών του, αλλά για δύο εντελώς διαφορετικούς λόγους. Η πτώση του οφειλόταν, πρώτον, στον ανορθόδοξο χαρακτήρα των συμπερασμάτων τα οποία άλλοι —όχι όμως ο ίδιος— θεωρούσαν ότι εμπεριέχονταν αναπόφευκτα στη θεολογία της ακραίας αντιοχειανής σχολής, της οποίας ήταν εκπρόσωπος· και, δεύτερον, στη δυσαρέσκεια που προκαλούσε η εκκλησιαστική επιθετικότητα, όπως αυτή ενσαρκωνόταν στο πρόσωπό του και στον θρόνο του, τη νεόκοπη επισκοπή της Κωνσταντινουπόλεως. Στο θεολογικό ζήτημα θα επανέλθουμε αργότερα· η προσωπική ιστορία του Νεστορίου κατανοείται καλύτερα σε συνάρτηση με την ιστορία της επισκοπής.

Η Κωνσταντινούπολη είχε οικοδομηθεί από τον Κωνσταντίνο ως αυτοκρατορική πρωτεύουσά του, ως Νέα Ρώμη, όπως συχνά ονομαζόταν, σχεδόν ακριβώς έναν αιώνα προτού ο Νεστόριος καταλάβει τον εκκλησιαστικό της θρόνο. Ο επίσκοπός της, στο στάδιο εκείνο, δεν ήταν ούτε καν μητροπολίτης, πόσο μάλλον πατριάρχης· δεν ασκούσε εκκλησιαστική δικαιοδοσία σε κανένα τμήμα της Εκκλησίας πέρα από τη μικρή του επισκοπή και υπαγόταν ο ίδιος, τουλάχιστον τυπικά, στον τοπικό μητροπολίτη της επαρχίας της Θράκης. Ήταν σαν να μην υπήρχε Αρχιεπίσκοπος Καντουαρίας και ο Επίσκοπος Λονδίνου να υπαγόταν στην εποπτεία κάποιου άσημου αρχιερέα στο Τίλμπερυ ή στο Γκρέιβσεντ.

Μια τέτοια κατάσταση δύσκολα θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα συνεχιζόταν πέρα από τη διάρκεια της ζωής του τότε κατόχου του θρόνου, πάνω από τη σεβάσμια κεφαλή του οποίου είχαν ήδη περάσει περισσότερα από ενενήντα χρόνια. Μετά τον θάνατό του, στην προχωρημένη ηλικία των ενενήντα οκτώ ετών, διορίστηκε με αρκετά κανονικό τρόπο ένας ορθόδοξος διάδοχος, χωρίς όμως προηγούμενη συνεννόηση με τον αυτοκράτορα· ως συνέπεια, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος των υπολοίπων ετών της ζωής του στην εξορία και, σύμφωνα με ορισμένους, τελικά στραγγαλίστηκε από μέλη της αντίπαλης παρατάξεως.

Οι τέσσερις διάδοχοι αυτού του δύστυχου επισκόπου ήταν όλοι Αρειανοί, καλύπτοντας την περίοδο περίπου από το 337 έως το 380. Τρεις από αυτούς ήταν άνδρες μεγάλης διακρίσεως, αυλικοί ή άνθρωποι του κόσμου, λειτουργοί λιγότερο του Χριστού και περισσότερο της φιλοαρειανής αυτοκρατορικής πολιτικής, καθώς και αμείλικτοι αντίπαλοι του Αθανασίου και όλων των φίλων του.

Ήταν ο Ευσέβιος —ο πρώην επίσκοπος Νικομηδείας, όχι ο ιστορικός—, αυλικός ιερέας και εκκλησιαστικός σύμβουλος του Κωνσταντίνου· ο Μακεδόνιος, του οποίου η βιαιότητα και η αλαζονεία, ύστερα από δεκαοκτώ ταραχώδη χρόνια, του στέρησαν την αυτοκρατορική εύνοια του Κωνσταντίου, αλλά του εξασφάλισαν κατά την επακόλουθη απομόνωσή του τον ελεύθερο χρόνο για να επεξεργαστεί μια πρωτότυπη αίρεση εναντίον της θεότητας του Θεού Αγίου Πνεύματος· και ο Ευδόξιος, ο οποίος συνεργάστηκε με ενθουσιασμό με τον αυτοκράτορα Ουάλη στη δίωξη των Καθολικών και στην προώθηση των ακραίων μορφών του αρειανού διανοητισμού. Ο τέταρτος, ο Δημόφιλος, είναι κυρίως αξιομνημόνευτος επειδή σε κάποια περίοδο ενήργησε ως επισκοπικός δεσμοφύλακας του εξόριστου πάπα Λιβερίου.

Ούτε ο χαρακτήρας και η διαγωγή τέτοιων προσώπων ούτε η εραστιανή συμμόρφωσή τους προς την πολιτική εξουσία, με το βαρύτερο δυνατό τίμημα για την ευαγγελική ελευθερία, μπορούσαν να καταστήσουν ελκυστική την επιρροή του θρόνου τους σε εκείνους που έφεραν το βάρος του αγώνα για το Ευαγγέλιο — και λιγότερο απ’ όλους στην Αλεξάνδρεια.

Η Αλεξάνδρεια υπήρξε ο σημαντικότερος θρόνος της ανατολικής Χριστιανοσύνης επί πολλές γενεές πριν από την ίδρυση της Νέας Ρώμης και ήταν η πρωταρχική υπερασπίστρια, σε ολόκληρο τον κόσμο, του Συμβόλου της Νικαίας, αγωνιζόμενη για τη χριστιανική πίστη ενάντια σε ένα κύμα δοκιμασιών καθ’ όλη τη διάρκεια των σαράντα ετών κατά τα οποία η Κωνσταντινούπολη την καταδίωκε.

Κατά συνέπεια, όταν το 379 ανήλθε στον θρόνο ο ορθόδοξος αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μέγας και ο παλαιός φίλος του Βασιλείου, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να αναλάβει προσωρινά τη διοίκησή της, ώσπου να εκλεγεί ένας ορθόδοξος επίσκοπος για τον θρόνο, ελήφθη μέριμνα να ανταλλαγούν διαβεβαιώσεις φιλίας με τον Πέτρο, τον διάδοχο του Αθανασίου στην Αίγυπτο.

Ο Πέτρος, ωστόσο, παρακολουθούσε με ανησυχία την εκπληκτική άνοδο της επιρροής του Γρηγορίου και αναμείχθηκε σε μια παράδοξη συνωμοσία, προκειμένου να επιβάλει έναν δικό του υποψήφιο στην επισκοπή της Κωνσταντινουπόλεως. Το σχέδιο απέτυχε τόσο ατιμωτικά όσο του άξιζε.

Στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 381 ο Γρηγόριος εγκαταστάθηκε επισήμως ως επίσκοπος. Το γεγονός ότι παραιτήθηκε λίγες εβδομάδες αργότερα και ότι τον διαδέχθηκε, κατόπιν υποδείξεως του αυτοκράτορα, ο Νεκτάριος —ένας ευυπόληπτος, ηλικιωμένος, ανεκτικός και θεολογικά άμεμπτος αξιωματούχος της πολιτικής διοικήσεως, ο οποίος τη στιγμή εκείνη παρέμενε ακόμη αβάπτιστος— δεν μπορούσε παρά μόνο να μετριάσει την απόκρουση που είχε υποστεί η Αλεξάνδρεια. Όπως και ορισμένοι άλλοι του ίδιου τύπου σε όλες τις εποχές της εκκλησιαστικής ιστορίας, ο Νεκτάριος αποδείχθηκε εξαίρετος διοικητής της Εκκλησίας σε μια περίοδο που απαιτούσε εδραίωση περισσότερο παρά ηγεσία.

Η θέση των δύο θρόνων φανερώνεται από δύο σύγχρονα γεγονότα. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος είχε ανακηρύξει το 380 ως επίσημο μέτρο της ορθοδοξίας του τα θρησκευτικά πρότυπα που δίδασκαν οι πάπες της Ρώμης και της Αλεξάνδρειας· στη Σύνοδο όμως ψηφίστηκε ένας κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως παραχωρούνταν πρωτείο τιμής αμέσως μετά την Παλαιά Ρώμη και πριν από όλους τους άλλους θρόνους της Χριστιανοσύνης.


Και τα δύο γεγονότα μαρτυρούν τη λογική των πραγματικών συνθηκών, αν και με διαφορετικό τρόπο. Το αυτοκρατορικό διάταγμα αναγνώριζε το γεγονός ότι οι κάτοχοι των μεγάλων θρόνων της Ρώμης και της Αλεξάνδρειας ήταν οι κυριότεροι υπερασπιστές της ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως· μέσα σε έναν ασταθή και διεστραμμένο κόσμο είχαν αποδειχθεί θεμέλιοι βράχοι της αλήθειας.

Ο συνοδικός κανόνας, ο οποίος ψηφίστηκε από τους φίλους και τους μαθητές των Καππαδοκών διδασκάλων —που αποτελούσαν τη μεγάλη πλειονότητα της συνόδου— και ασφαλώς όχι χωρίς την έγκριση του αυτοκράτορα, αναγνώριζε επίσης ότι, ανεξάρτητα από κάθε ζήτημα αρχαίας ιστορίας ή ισχύοντος δικαίου, η εκκλησιαστική σημασία της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας ήταν αναπόφευκτη. Το γεγονός ότι η προηγούμενη επιρροή της είχε ταχθεί με τόση επιτυχία στο πλευρό της αιρέσεως δημιουργούσε ακόμη μεγαλύτερη ελπίδα ότι, υπό έναν ορθόδοξο αυτοκράτορα, η μελλοντική της επιρροή θα απέβαινε ισχυρή υπέρ του Ευαγγελίου. Οι επίσκοποι της Ανατολής ήταν, ως επί το πλείστον, τυφλοί απέναντι στους κινδύνους, τόσο τους ηθικούς όσο και τους πρακτικούς, οι οποίοι θα προέκυπταν από την υπερβολικά στενή εξάρτηση της αυτοκρατορικής Εκκλησίας από την αυτοκρατορική κυβέρνηση.

Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθούν δύο περιορισμοί της εξουσίας της Κωνσταντινουπόλεως. Πρώτον, το πρωτείο που της απονεμήθηκε ήταν μόνο πρωτείο αξιώματος και όχι δικαιοδοσίας· χρειάστηκε να περιμένει άλλα εβδομήντα χρόνια προτού αποκτήσει επίσημα δικαιώματα ακόμη και επάνω σε γειτονικές Εκκλησίες, οι οποίες στην πράξη εξαρτώνταν από αυτήν.

Δεύτερον, η Παλαιά Ρώμη, η οποία δεν είχε εραστιανές τάσεις, αρνήθηκε κατηγορηματικά να αναγνωρίσει ακόμη και αυτή την περιορισμένη άνοδο της εκκλησιαστικής θέσεως της ανταγωνιστικής πρωτεύουσας. Οι ίδιοι οι πάπες της Ρώμης είχαν πάντοτε κατορθώσει με επιδεξιότητα να απορροφούν τα πλεονεκτήματα της κοσμικής τους θέσεως, απορρίπτοντας συγχρόνως τις δυσχέρειές της. Στην πραγματικότητα, η εξουσία τους είχε αποκτηθεί κυρίως χάρη στην εγκατάστασή τους στο πολιτικό κέντρο της αυτοκρατορίας και του πολιτισμού· πάντοτε όμως ισχυρίζονταν ότι η άσκησή της στηριζόταν στην περισσότερο θρησκευτική βάση ότι εκπροσωπούσαν την πρωτεύουσα αυθεντία των αποστόλων και μαρτύρων Πέτρου και Παύλου.

Το έτος 381 ο Παπισμός δεν ήταν καθόλου διατεθειμένος να αποδεχθεί την ανύψωση της Νέας Ρώμης σε πατριαρχική αξιοπρέπεια για λόγους ομολογουμένως πολιτικού χαρακτήρα, ούτε ήταν πρόθυμος να αποδώσει στους ακόμη αδοκίμαστους διαδόχους του Ευσεβίου και του Ευδοξίου μια διακριτική ευχέρεια και ανεξαρτησία ανάλογη με εκείνη που ο ίδιος είχε συνηθίσει να επιδεικνύει στις σχέσεις του με την κοσμική εξουσία. Και με μια τέτοια κατεύθυνση από τον δυτικό της σύμμαχο, ήταν απίθανο η Αλεξάνδρεια να αρνηθεί οποιαδήποτε ευκαιρία της παρείχαν οι περιστάσεις για να παρεμβαίνει στην Κωνσταντινούπολη προς όφελος —υποτίθεται— της ίδιας της Κωνσταντινουπόλεως.

Για ένα διάστημα οι σχέσεις μεταξύ των μεγάλων ιεραρχών εξακολούθησαν μέσα σε φιλική συνεργασία, έως ότου παρουσιάστηκε νέα χηρεία στην έδρα του Βυζαντίου. Αυτοκράτορας της Ανατολής ήταν τότε ο Αρκάδιος, ενώ επίσκοπος Αλεξανδρείας ήταν ο Θεόφιλος, δραστήριος και συνετός διοικητής, με πάθος για την οικοδόμηση εκκλησιών, ο οποίος διατήρησε τον σεβασμό του Συνεσίου, αλλά παρασύρθηκε από την εξουσία· εξελίχθηκε σε αδίστακτο πολεμιστή των θεολογικών αντιπαραθέσεων και σε φιλόδοξο και δεσποτικό ραδιούργο.

Αυτός είχε για άλλη μια φορά δικό του υποψήφιο, τον οποίο προσπάθησε να επιβάλει στην κυβέρνηση· η κυβέρνηση όμως όχι μόνο έκανε τη δική της επιλογή, αλλά, προς μεγάλη δυσαρέσκεια του Θεοφίλου, τον υποχρέωσε προσωπικά να χειροτονήσει τον αντίπαλο που είχε γίνει δεκτός. Η συνέχεια έχει ιδιαίτερη σημασία για τον σκοπό μας, διότι παρουσιάζει μια στενή παραλληλία με την περίπτωση του Νεστορίου τριάντα χρόνια αργότερα.


Η επιλογή είχε πέσει στον ασκητικό και εύγλωττο ιεροκήρυκα της Αντιοχείας, τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο οποίος επί τα προηγούμενα δώδεκα χρόνια κρατούσε τη Συρία σχεδόν μαγεμένη με τις πρακτικές και βιβλικές του παραινέσεις. Για να αποσπαστεί από τους Αντιοχείς του, χρειάστηκε η κυβέρνηση να τον απαγάγει και να τον μεταφέρει υπό φρούρηση, με αναγκαστικές πορείες, σε απόσταση οκτακοσίων μιλίων μέχρι την Κωνσταντινούπολη για τη χειροτονία του, η οποία πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 398.

Σύντομα έγινε τόσο πολύ το είδωλο του λαού στον Βόσπορο όσο ήταν προηγουμένως στον Ορόντη. Η φλογερή του όμως αίσθηση δικαιοσύνης ήταν κάπως άκαμπτη εξαιτίας μιας πουριτανικής αυστηρότητας, και ο ζήλος του δεν συνοδευόταν από τακτ. Αντί να διαχέει ειρήνη, όπως ο ικανός και πολιτικά επιδέξιος προκάτοχός του, προκάλεσε εχθρότητα ανάμεσα στους ικανότερους από τους ίδιους του τους κληρικούς· και οι προσπάθειές του να μεταρρυθμίσει τις γειτονικές Εκκλησίες —κάτι που, μολονότι είχε πολλά προηγούμενα και πράγματι αναμενόταν από κάθε μεγάλο ιεράρχη, δεν είχε αυστηρά νομική βάση— τον παρουσίασαν ως αδιάλλακτο και εξοργιστικό.

Η κρίση που καθόρισε τη μοίρα του επιταχύνθηκε από τη συνένωση δύο παραγόντων. Προέκυψε σύγκρουση με τον Θεόφιλο, την οποία ο οξυδερκής Αλεξανδρινός γνώριζε πολύ καλά πώς να εκμεταλλευθεί προς όφελός του και εις βάρος του Χρυσοστόμου· και, με εκπληκτική αδεξιότητα, ο Χρυσόστομος φρόντισε ο ίδιος να προσβάλει ανεπανόρθωτα την πανίσχυρη αυτοκράτειρα.


Η δυναμική αυτή γυναίκα είχε στην αρχή ελκυστεί έντονα από τον αρχιεπίσκοπο· οι καταγγελίες του εναντίον των αμαρτιών της κοινωνίας είχαν κάτι το πικάντικο, ενώ η αυστηρότητά τους εξισορροπούνταν από την προτίμησή της στη θρησκευτική μεγαλοπρέπεια και το τελετουργικό θέαμα. Δυστυχώς, εκείνος δεν δεχόταν ότι ένας αρχιεπίσκοπος είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να διασώζει το κύρος των ηγεμόνων παράλληλα με το να επιπλήττει τα ελαττώματά τους.

Σε δημόσιο σχόλιό του για την πολυτέλειά της αναφέρθηκε στην αυτοκράτειρα ως Ιεζάβελ, και λίγο αργότερα, ύστερα από μια προσωρινή συμφιλίωση, εκφώνησε έναν οργισμένο λόγο εναντίον της πνευματικής της αλαζονείας, στον οποίο την περιέγραψε ως μια νέα Ηρωδιάδα, που χόρευε για να λάβει την κεφαλή του Ιωάννη του Βαπτιστή επί πίνακι.

Οι εχθροί του Ιωάννη Χρυσοστόμου ορθώς τον θεωρούσαν άκαμπτο, έναν άνθρωπο «χωρίς γόνατα»· και, επειδή δεν λύγιζε, συνετρίβη ανελέητα και μέσα σε μεγάλη αναταραχή. Ύστερα από μια εξαετή αρχιεπισκοπία, από πολλές απόψεις εξαιρετικά γόνιμη, εξαναγκάστηκε σε μια εξορία όχι λιγότερο γόνιμη, και πέθανε τρία χρόνια αργότερα από την κακομεταχείριση που υπέστη.

Η Αλεξάνδρεια, η οποία είχε αποτύχει εμφανώς στις προσπάθειές της να ελέγξει τον διορισμό των ιεραρχών στην έδρα της Κωνσταντινουπόλεως, είχε όμως καταδείξει τη δύναμή της συμβάλλοντας ουσιαστικά στην καθαίρεσή του.

Τον Χρυσόστομο διαδέχθηκε για έναν χρόνο ένας αδύναμος προσωρινός αντικαταστάτης· μετά τον θάνατό του, τη θέση του έλαβε ο Αττικός, ένας από τους κληρικούς της πρωτεύουσας, ικανός και δραστήριος άνθρωπος, όχι χωρίς αρετές, ο οποίος είχε διακριθεί ανάμεσα στους αντιπάλους του Χρυσοστόμου και διέθετε πρακτική πολιτική κρίση.


Κατά τη διάρκεια της αρχιεπισκοπίας του επικράτησε ειρήνη ανάμεσα στις μεγάλες ανατολικές έδρες, και τάξη σε ολόκληρη την Ανατολική Εκκλησία: η Αντιόχεια, όπου το ενδημικό σχίσμα είχε πρώτα περιορισθεί σε τοπικές διαστάσεις και τελικά εξαλειφθεί, συνεργαζόταν με την Αλεξάνδρεια και την Κωνσταντινούπολη στην καθοδήγηση και τον έλεγχο της Ανατολικής Χριστιανοσύνης.

Ο Θεόφιλος Αλεξανδρείας πέθανε το 412· ο ανιψιός και διάδοχός του, Κύριλλος, αφού άρχισε την αρχιερατεία του με ορισμένες τοπικές εκδηλώσεις δικτατορικής βιαιότητας, φάνηκε να αποκτά σύνεση μαζί με την εμπειρία. Ποτέ δεν έκρυψε την πεποίθησή του ότι η καθαίρεση του Χρυσοστόμου ήταν δικαιολογημένη· επειδή όμως την ίδια άποψη συμμεριζόταν και ο Αττικός, αυτό δεν δημιουργούσε κανένα εμπόδιο στην αρμονική τους συνεργασία.

Το δίδαγμα αυτών των είκοσι ετών χωρίς ιδιαίτερα γεγονότα είναι ότι, όταν συνετοί και ορθόδοξοι επίσκοποι προΐστανται μεγάλων εδρών, ακόμη και η κατοχή ισχυρού χαρακτήρα από τον καθένα χωριστά δεν είναι αναγκαίο να δημιουργεί αφορμές είτε για παρεμβάσεις είτε για αμοιβαίες δυσαρέσκειες· οι άγιοι όμως και οι μεταρρυθμιστές δεν θα έπρεπε να γίνονται αρχιεπίσκοποι, εκτός αν είναι συγχρόνως άνθρωποι με σύνεση και κρίση.

Όταν πέθανε ο Αττικός, το 426, η επιλογή νέου αρχιεπισκόπου συνοδεύτηκε από σημαντικούς τοπικούς ανταγωνισμούς. Στα τέλη του επόμενου έτους, όταν ο θάνατος του βραχύβιου διαδόχου του δημιούργησε νέα χηρεία, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β΄ αποφάσισε για άλλη μια φορά να στραφεί έξω από τον τοπικό κλήρο και να φέρει έναν ακόμη εύγλωττο ασκητή από την Αντιόχεια.

Έτσι, το 428, ο Νεστόριος χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Η αρχιερατεία του διήρκεσε μόλις τρία χρόνια, ενώ η μετέπειτα εξορία του είκοσι· δεν κατηγορήθηκε για τυραννία και προδοσία, αλλά για αίρεση· και, για την ανατροπή του, η έδρα της Αλεξανδρείας συνεργάστηκε όχι με τη βασιλική οικογένεια αλλά με την έδρα της Ρώμης, η οποία είχε υποστηρίξει τον Χρυσόστομο. Από τις περισσότερες όμως άλλες απόψεις, τα προηγούμενα που είχαν δημιουργηθεί τριάντα χρόνια νωρίτερα ακολουθήθηκαν από τα κυρίως εμπλεκόμενα μέρη με υπερβολικά μεγάλη ακρίβεια.

Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι, μετά την πτώση του Αρειανισμού, ο αυστηρός έλεγχος που ασκούσε το παλάτι στις εκκλησιαστικές υποθέσεις είχε χαλαρώσει. Από τις τρεις μεγάλες δυνάμεις που μπορούσαν να ασκήσουν πίεση στον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως —δηλαδή την Αυλή, τον πάπα της Αλεξανδρείας και τον πάπα της Ρώμης— η ισχύς της Αυλής υπέκειτο σε ηθικούς περιορισμούς, ενώ ένας συνδυασμός των δύο παπών μπορούσε να επιφέρει αποφασιστικό αποτέλεσμα.

Στην περίπτωση του Χρυσοστόμου, η Αυλή και η Αλεξάνδρεια πέτυχαν, ύστερα από μάλλον σκληρό αγώνα, νίκη εναντίον της δίκαιης υποθέσεως· στην περίπτωση του Νεστορίου, η Ρώμη και η Αλεξάνδρεια μαζί επικράτησαν απέναντι σε μια απρόθυμη Αυλή.

Η Εκκλησία είχε για άλλη μια φορά αποκτήσει πραγματική φωνή στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα και την ύψωσε με αξιέπαινη ανεξαρτησία απέναντι στον αυτοκρατορικό της προστάτη. …


Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου