Ἡ Εὐχαριστιακὴ Ἐκκλησιολογία στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση 2
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΡΓΑΜΟΥ
ΙΩΑΝΝΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ
«Ἡ Εὐχαριστιακὴ Ἐκκλησιολογία στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση», Θεολογία, τόμ. 80, τχ. 4 (2009), σ. 5–25.
Ἡ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας
Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση «βιώνει» τὴν εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία πρωτί-στως στὴ λειτουργική της ζωή. Οἱ ἀκόλουθες παρατηρήσεις μποροῦν νὰ εἶναι διαφωτιστικές.
1. Εἶναι ἀκόμη σύνηθες τὰ μέλη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας νὰ χρησιμοποι-οῦν τὴ φράση «πηγαίνω στὴν ἐκκλησία», ὡς ὑποκατάστατο τοῦ «πηγαίνω στὸν ναὸ ὅπου τελεῖται ἡ Θεία Εὐχαριστία». Τὸ ἴδιο πράγματι συμβαίνει καὶ στὶς ἄλλες χριστιανικές παραδόσεις: ὁ ὅρος «ἐκκλησία» σημαίνει τόσο τὴν Ἐκκλη-σία στὴν ἐκκλησιολογική της ἔννοια, ὅσο καὶ τὸν χῶρο ὅπου τελεῖται ἡ Εὐχα-ριστία. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δείχνει ὅτι βαθιὰ στὴ συνείδηση τῶν χριστιανῶν σὲ ὅλες τὶς χριστιανικές παραδόσεις ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Εὐχαριστία σχετίζονται πολύ στενά μεταξύ τους.
2. Ἀκόμη καὶ στὴν μοναστική παράδοση, ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐποχή, ἡ τέ-λεση τῆς Εὐχαριστίας συνδέεται τόσο βαθιὰ μὲ τὴν ἐκκλησιολογία, ὥστε σὲ ὅλα τὰ μοναστήρια τὸ κτίριο τῆς ἐκκλησίας, ὅπου ὅλοι οἱ μοναχοὶ συγκεντρώ-νονται γιὰ τὴν τέλεση τῆς Εὐχαριστίας, καλεῖται «Καθολικόν» 28 – ὅρος ποὺ μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν ἐκκλησιολογία τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου.
3. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὅλα τὰ σημαντικά μυστήρια –ἢ ἐκεῖνες οἱ λειτουρ-γικές πράξεις ποὺ κατέληξαν νὰ ἀποκαλοῦνται «μυστήρια»- ὅπως τὸ Βάπτι-σμα, τὸ Χρῖσμα, ἡ Μετάνοια, ὁ Γάμος καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὸ μυστήριο τῆς Ἱερω-σύνης, μαρτυροῦν μὲ τὴ σημερινή λειτουργική τους δομή, ὅτι τελοῦνταν ἀρχικὰ μέσα στὴν Εὐχαριστία. Ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ τὰ μυστήρια μόνο τὸ μυστήριο τῆς Ἱε-ρωσύνης ἐξακολουθεῖ νὰ τελεῖται στὸ πλαίσιο τῆς Εὐχαριστίας, ἐνῶ ὅλα τὰ ἄλλα ἔχουν γίνει αὐτόνομες μυστηριακές τελετές, πιθανότατα ὑπὸ τὴν ἐπίδρα-ση τοῦ Σχολαστικισμοῦ. Ὅμως, ἐνῶ αὐτὰ τὰ μυστήρια ἔχουν μία αὐτονομία στη σημερινή λειτουργική πρακτική τους, διατηροῦν ἀκόμη κάτι ποὺ μᾶς θυμί-ζει τὸ δεσμό τους μὲ τὴν Εὐχαριστία. Αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ γιὰ τὸ Βάπτισμα καὶ τὸ Χρῖσμα, τὰ ὁποῖα στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση παραμένουν ἀχώριστα συνδεδεμένα μὲ τὴν Εὐχαριστία. Ἔτσι, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν κυριαρ-χοῦσα συνήθεια στὶς δυτικές Ἐκκλησίες, ἀκόμη καὶ ὅταν τὸ Βάπτισμα καὶ τὸ Χρίσμα τελοῦνται ἐκτὸς τῆς Εὐχαριστίας, ὁ νεοβαπτισθεὶς ὀφείλει νὰ λάβει ἀμέσως τὴ θεία Κοινωνία, μολονότι συχνὰ ἀπὸ προηγιασμένα Δώρα. Αὐτὸ ση-μαίνει ὅτι χωρὶς τὴν Εὐχαριστία, τὸ Βάπτισμα καὶ τὸ Χρῖσμα παραμένουν ἀνο-λοκλήρωτα. Βεβαίως, ἡ Χειροτονία εὐτυχῶς τελεῖται ἀκόμη ἐντὸς τῆς Εὐχαρι-στίας καὶ αὐτὸ εἶναι ἐξαιρετικά σημαντικὸ γιὰ τὴν κατανόηση τῆς Ἱερωσύνης, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω.
4. Εἶναι βαθιά ριζωμένη στη συνείδηση τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ ἡ πεποίθηση ὅτι ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ βεβαίως μαρτυρεῖται ἤδη στοὺς πρώτους αἰῶνες, ἀλλὰ εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἐπιβιώνει στὴν εὐσέβεια τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ ἀκόμη καὶ σήμερα. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ προκύπτει ἀπὸ τὴ θέ-ση ποὺ κατέχει ὁ ἐπίσκοπος κατὰ τὴν τέλεση τῆς Εὐχαριστίας, ὡς ἐκεῖνος ποὺ εἰκονίζει τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος προσφέρει τὴν Εὐχαριστία στὸν Πατέρα. Στὴν ὀρθόδοξη εἰκονογραφία τόσο ὁ ἐπίσκοπος ὅσο καὶ ὁ Χριστὸς ἀναπαριστῶνται φυσιολογικὰ νὰ φορᾶνε τὰ ἴδια ἄμφια, ἐνῶ στὸ ἰσχῦον λειτουργικὸ τυπικὸ ὁ ἐπίσκοπος περιμένει μπροστὰ στὴν Ωραία Πύλη κατὰ τὴν Μεγάλη Εἴσοδο νὰ ὑποδεχθεῖ τὰ Τίμια Δῶρα, σὰν νὰ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ὅλη αὐτὴ ἡ πρα κτικὴ ἀνάγεται στὸν Ἰγνάτιο καὶ σὲ ἀρχαῖες πηγές, στὸν ἅγιο Μάξιμο καὶ στὸν Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη, φθάνοντας στοὺς μεταγενέστερους βυζαντινούς σχολιαστὲς τῆς Λειτουργίας, ὅπως εἶναι ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης (15ος αἰῶνας). Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης ἔχει μία ἔντονη χριστολογικὴ ἑρμηνεία τοῦ ἐπισκοπικοῦ θεσμοῦ καὶ αὐτὸ σὲ συνάφεια μὲ τὸ ρόλο τοῦ ἐπισκόπου στὴν Εὐχαριστία. Ὁ ἐπίσκοπος στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση δὲν εἶναι πρωτίστως οὔτε διδάσκαλος οὔτε διοικητής, ἀλλὰ εἶναι ὁ προεστὼς τῆς Εὐχαριστίας. Ἡ Εὐχαριστία καὶ ὄχι ἡ ἀποστολικὴ διαδοχὴ ἢ ἄλλες ὄψεις τοῦ ἐπισκοπικοῦ θε-σμοῦ ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ καὶ τὴ νομιμοποίηση τῆς ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση.
Ἡ Εὐχαριστία, ἡ δομὴ καὶ τὰ λειτουργήματα τῆς Ἐκκλησίας
Ἡ Εὐχαριστία εἶναι τὸ μυστήριο τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ θεμελιώ-δης ἀρχὴ τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας εἶναι πὼς κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία ποὺ συνάγεται γιὰ νὰ τελέσει τὴ Θεία Εὐχαριστία ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ ἐπισκόπου εἶναι μία πλήρης καί «καθολική» Ἐκκλησία. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν γιὰ νὰ ἐκφραστεῖ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στὸ ἐπίπεδο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ μία Εὐχαριστία σὲ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία ἔχει ἕναν πρόεδρο ἢ προεστῶτας. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας (1ος – 2ος αἰώνας) ὁ προεστὼς τῆς Εὐχαριστίας ἐκαλεῖτο «ἐπίσκοπος» καὶ ἐφόσον μόνο μία Εὐχα-ριστία ὑπάρχει, μόνο ἕνας ἐπίσκοπος μπορεῖ νὰ ὑπάρξει σὲ κάθε τοπικὴ Ἐκ-κλησία. Τὸ Κανονικό Δίκαιο εἶναι ἀπόλυτα σαφὲς στὸ σημεῖο αὐτό (π.χ. καν. 8 τῆς Νικαίας). Περισσότεροι τοῦ ἑνὸς ἐπίσκοποι σὲ μία τοπικὴ Ἐκκλησία, ση-μαίνει περισσότερες τῆς μίας Εὐχαριστίες καὶ αὐτό, κατὰ ἀντιστοιχία, σημαίνει περισσότερες τῆς μίας Ἐκκλησίες, δηλαδή διαίρεση καὶ σχίσμα. Ἀπώλεια αὐτῆς τῆς ἀρχῆς σημειώθηκε γιὰ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν τέταρτη σταυροφορία, ἀργότερα στη Μεταρρύθμιση καὶ τελικὰ σήμερα στὴν Ὀρθόδοξη Διασπορά. Οἱ θεολογικοί λόγοι εἶναι σημαντικοὶ καὶ συνδέονται μὲ τὴν ὑπέρβαση τῶν κοι νωνικῶν καὶ φυσικῶν διαιρέσεων στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά ἐὰν ἡ Εὐχαρι-στία –καὶ ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία ὅταν τελεῖ τὴν Εὐχαριστία- εἶναι εἰκόνα τῆς ἐσχατολογικῆς Βασιλείας ὅπου «οὐκ ἔνι Ἕλλην ἢ Ἰουδαῖος...»34, ἡ εὐχαρι-στιακή σύναξη πρέπει νὰ περιλαμβάνει ὅλους ἐκείνους τοὺς πιστοὺς ποὺ τυχαί-νει νὰ βρίσκονται στὸν τόπο ἐκεῖνο, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν κοινωνική, φυσική, πολιτιστική κ.ἄ. ταυτότητά τους. Ὁ ἐπίσκοπος, ἑπομένως, ὡς κεφαλὴ αὐτῆς τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητας, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι μόνο ἕνας: λειτούργημά του εἶναι κυρίως νὰ ἑνώνει στὸ πρόσωπό του ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἡ κοινωνία, ἡ φύ-ση, ὁ πολιτισμός κ.λπ. διαιροῦν. Αὐτὸ πρωτίστως καθιστᾶ τὴν τοπικὴ Ἐκκλη-σία καθολική.
Δυστυχῶς ἡ ἀρχὴ γιὰ τὸν ἕνα ἐπίσκοπο σὲ κάθε τόπο, ποὺ εἶναι τόσο θεμε-λιώδης γιὰ τὴν εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία, ἔχει πάψει νὰ ἰσχύει σὲ ὅλες ἀνε-ξαιρέτως τὶς χριστιανικές παραδόσεις: στη ρωμαιοκαθολική, στὴν προτεστα-ντικὴ καὶ στὴν ὀρθόδοξη.
Ἡ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ὅπου αὐτὴ ἡ ἐκκλησιολογική καὶ κανονικὴ ἀρχὴ καταστρατηγήθηκε ἦταν τὸν 13ο αἰῶνα μὲ τὴν Δ΄ Σταυρο-φορία (1204). Τότε ἡ Λατινικὴ Ἐκκλησία ἵδρυσε σὲ περιοχές ὅπως ἡ Ἑλλάδα καὶ ἡ Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Κωνσταντινούπολης, πα-ράλληλες δικαιοδοσίες πρὸς τὶς ἤδη ὑπάρχουσες ὀρθόδοξες, καὶ ἀκόμη ὅταν οἱ τελευταῖες δὲν εἶχαν ἐξολοκλήρου ἐξαφανισθεῖ. Ἦταν ἡ πρώτη παραβίαση τῆς ἀρχῆς «μία Εὐχαριστία, ἕνας ἐπίσκοπος, μία τοπικὴ Ἐκκλησία».
Ὅλοι οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες καθιστοῦν αὐτὴ τὴν ἀρχὴ ἀπολύτως σαφή καὶ ξεκάθαρη. Οφείλουμε νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὴν Διασπορὰ εἶναι ἀντικανονικὴ ὡς πρὸς αὐτό. Ἔχουμε περισσότερους τοῦ ἑνὸς ἐπισκόπους σὲ τοπικὲς Ἐκκκλησίες καὶ ἀποκαλοῦμε αὐτοὺς τοὺς ἐπισκόπους «κανονικούς» (π.χ. ἡ SCOBA στὴν Ἀμερική). Ἡ κατάσταση αὐτὴ ἀποτελεῖ ἔκφραση τοῦ «ἐθνοφυλετισμοῦ» καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ διορθωθεῖ πρὶν καταστεῖ μόνιμη.
Ἀπὸ τὸν 3ο ἤ, καλύτερα, τὸν 4ο αἰῶνα, ἡ μία εὐχαριστιακή σύναξη τῆς το-πικῆς Ἐκκλησίας ἐπεκτάθηκε σὲ πολλὲς ἐνορίες γιὰ πρακτικοὺς λόγους35.
Αὐτό, ὡστόσο, ὅπως ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει, δὲν ὁδήγησε στη δημιουργία πολλῶν Εὐχαριστιῶν καὶ πολλῶν Ἐκκλησιῶν στὴν τοπικὴ Ἐκκλησία, ἐξαιτίας τοῦ γεγονότος ὅτι παρέμενε μόνο ἕνας ἐπίσκοπος σὲ κάθε τοπική Ἐκκλησία.
Ἡ ἐνοριακὴ Εὐχαριστία ἀποτελεῖ τὴν προέκταση τῆς ἐπισκοπικῆς Εὐχαρι-στίας ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐπισκοπῆς – ἐπαρχίας καὶ σὲ καμία περίπτωση δὲν σημαίνει δημιουργία μιᾶς ἄλλης Εὐχαριστίας. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ γε-γονὸς ὅτι κάθε ἐνοριακὴ Εὐχαριστία τελεῖται στὸ ὄνομα τοῦ τοπικοῦ ἐπισκό-που καὶ ἐπὶ Ἀντιμηνσίου, τὸ ὁποῖο εἶναι ὑπογεγραμμένο ἀπὸ αὐτὸν (στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ἴσχυε καὶ τὸ Fermentum, στὸ ὁποῖο ἤδη ἀναφερθήκαμε).
Ἑπομένως, ἡ ἐνορία ἀποτελεῖ μέρος-τμῆμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἐπίσκο-πος παραμένει ἡ κεφαλὴ ὅλων τῶν ἐνοριῶν στὴν ἐπαρχία του.
Ἐκπρόσωπος τοῦ ἐπισκόπου σὲ κάθε ἐνορία εἶναι ὁ πρεσβύτερος. Σὲ κάθε ἐνορία μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν πολλοὶ πρεσβύτεροι, ἀλλὰ μόνο ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς διορίζεται ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο ὡς προϊστάμενος. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ κάθε ἐξου-σία στὴν Ἐκκλησία πηγάζει ἀπὸ τὴν Εὐχαριστία, ἐπί κεφαλῆς τοῦ ἐνοριακοῦ συμβουλίου μπορεῖ νὰ εἶναι μόνο ἕνας πρεσβύτερος, ὄχι ἕνας λαϊκός. Εἶναι κα-νονικὴ ἀνωμαλία, ποὺ συναντᾶται ἰδίως στὴ Διασπορά, ἕνας λαϊκὸς νὰ εἶναι πρόεδρος τοῦ ἐνοριακοῦ συμβουλίου. Εἶναι σημάδι ἐκκοσμίκευσης τὸ νὰ θεω-ρεῖται ἡ Ἐκκλησία σὰν μία δημοκρατία μὲ τὴν κοσμικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, καὶ νὰ ὑπόκειται ὁ προεστὼς τῆς Εὐχαριστίας στὸ διαχειριστικὸ ἔλεγχο τῶν λαϊκῶν. Ὁ λαὸς ἀποτελεῖ οὐσιῶδες τμῆμα τῆς Εὐχαριστίας, καὶ χωρὶς αὐτὸν δὲν μπορεῖ νὰ τελεστεῖ Λειτουργία. Ἀλλά, ὅπως στὴν Εὐχαριστία, ἔτσι καὶ στὴ διοίκηση τῆς ἐνορίας –ποὺ δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὴν προέκταση τῆς Εὐχα-ριστίας στην καθημερινὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας– οἱ λαϊκοὶ δὲν εἶναι ποιμένες, ἀλλὰ ποίμνιο. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν ὑποβαθμίζει τὸ ρόλο τους, δεδομένου ὅτι ἀποτελοῦν ἀπαραίτητο καὶ συστατικὸ στοιχεῖο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ δηλώνει ὅτι ἀνήκουν σέ ὁρισμένη «τάξη». Διαφορετικά, ἡ Ἐκκλησία θὰ μεταβληθεῖ σὲ κοσμική κοινότητα ἄσχετη μὲ τὴν Εὐχαριστία. Ἐδῶ ἀκριβῶς γίνεται ἀντιληπτὸ ὅτι τὸ Κανονικό Δίκαιο ἀποτελεῖ ὑπόθεση τοῦ δόγματος καὶ τῆς Ἐκκλησιολο-γίας καὶ δὲν εἶναι ἁπλῶς ζήτημα διοίκησης.
ΙΙ. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας σὲ περιφερειακὸ ἐπίπεδο
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα ἀδιαίρετο σῶμα ὄχι μόνο στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐπι-σκοπῆς, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ στὴν εὐρύτερη γεωγραφική περιοχή. Αὐτὴ ἡ εὐρύτερη περιοχὴ ἔχει ὑποστεῖ μεταβολὲς στὴ διάρκεια τῆς ἱστορίας, συνήθως, ἂν καὶ ὄχι ἀπαραίτητα, ἐξαιτίας πολιτικῶν λόγων. Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία, ἡ μητρο-πολιτική περιφέρεια ἦταν ἡ βάση, ἀργότερα δημιουργήθηκαν τὰ Πατριαρχεῖα, συγκροτημένα ἀρχικὰ στὴ δομὴ τῆς Πενταρχίας, καί, στοὺς νεώτερους χρό-νους, οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες. Ἡ κυριαρχοῦσα ἀρχὴ ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς δομῆς, ἡ ὁποία ἐξέφραζε τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στὸ ἐπαρχιακὸ ἐπίπεδο σὲ ὅλες τὶς προαναφερόμενες περιπτώσεις (Μητροπόλεις, Πατριαρχεῖα, Αὐτο-κέφαλες Ἐκκλησίες) ὑπῆρξε ἡ σύνοδος. Καμία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ διοικηθεῖ χωρὶς σύνοδο. Στη συνέχεια, παρατίθενται οἱ ἐκκλησιολο-γικὲς ἀρχές, τὶς ὁποῖες τὸ Κανονικό Δίκαιο στὸ σύνολό του ὀφείλει νὰ σέβεται, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ συνδέεται μὲ τὸ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν Εὐχαριστία.
1. Καμία Σύνοδος δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπεμβαίνει στὶς ἐσωτερικὲς ὑποθέσεις μίας τοπικῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ εἶναι κάτι οὐσιῶδες ἀπὸ τὴν ὀπτικὴ τῆς ἐκκλη-σιολογίας, ἐπειδὴ ἡ καθολικότητα καὶ ἡ πληρότητα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὴν Εὐχαριστία, ὡς τὸ πλῆρες σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ γίνονται σεβαστές. Τὸ Κανονικό Δίκαιο ὀφείλει νὰ ἀπαγορεύει στη Σύνοδο νὰ ἐπιβάλλει στὸν ἐπίσκοπο ποιὸν νὰ χειροτονεῖ στὴν ἐπαρχία του καὶ μὲ ποιὸ τρόπο νὰ τὴ διοικεῖ. Ὅπως σημειώνει ὁ ἅγιος Κυπριανός”, γιὰ τέτοια ζητήμα-τα ὁ ἐπίσκοπος δίνει λόγο μόνο στὸν Θεό.
2. Ζητήματα ποὺ ὑπερβαίνουν τὰ ὅρια τῆς ἐπαρχίας ὀφείλουν νὰ ἀπασχο-λοῦν τὴ Σύνοδο. Π.χ ὁ ἀφορισμὸς ἀπὸ τὴν Εὐχαριστία, ὅπως ὁ 5ος Κανόνας τῆς Νικαίας 38 σημειώνει, ὀφείλει νὰ ἐγκριθεῖ ἀπὸ τὴ Σύνοδο, καθὼς ἕνας σὲ ἀκοι-νωνησία πιστὸς μίας ἐπαρχίας ὀφείλει αὐτόματα νὰ ἀναγνωρίζεται ὡς τέτοιος ἀπὸ ὅλες τὶς τοπικὲς Ἐκκλησίες, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἔρθει σὲ κοινωνία σὲ κάποια ἄλλη ἐπισκοπή. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ σὲ ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα τὰ ὁποῖα ἀγγίζουν τὴ ζωὴ καὶ ἄλλων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.
3. Κάθε Σύνοδος πρέπει νὰ διαθέτει ἕναν πρῶτο, εἴτε αὐτὸς εἶναι Μητροπο-λίτης εἴτε Πατριάρχης εἴτε Ἀρχιεπίσκοπος. Πρέπει σύμφωνα μὲ τὸν 34ο κανό- να τῶν Ἀποστόλων", πάντοτε νὰ ἐνεργεῖ σὲ κοινωνία καὶ μὲ τὴ συναίνεση τῶν ἄλλων ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης δὲν θὰ πρέπει νὰ κάνουν τίποτα χωρὶς ἐκεῖνον. Πρόκειται γιὰ ἕναν χρυσό κανόνα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, ὁ ὁποῖος πρέπει μὲ κάθε φροντίδα νὰ τηρηθεῖ.
4. Ἡ σύνθεση τῆς Συνόδου ὀφείλει νὰ εἶναι ἐπισκοπική. Δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ μίαν ἀσήμαντη ἐκκλησιολογικά λεπτομέρεια. Αντίθετα, συνδέεται ἀπευθεί-ας μὲ τὶς εὐχαριστιακές ρίζες τῆς συνοδικότητας. Ἡ σύνοδος εἶναι μία σύναξη ἀπὸ πλήρεις τοπικές Ἐκκλησίες, ὄχι ἀπὸ ἐνορίες ἢ μεμονωμένους χριστιανούς.
Οἱ ἀποκαλούμενες κληρικολαϊκές σύνοδοι, οἱ ὁποῖες ὑφίστανται σὲ ἀρκετὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, εἶναι ἕνα σύγχρονο ἱστορικό φαινόμενο, τὸ ὁποῖο εἰσήχθη γιὰ πρώτη φορά στη Ρωσία καὶ βρίσκεται σὲ φανερὴ ἀντίθεση μὲ αὐτὴ τὴν ἀρχή, καθὼς σὲ τέτοιες κληρικολαϊκές συνόδους κάθε τοπικήὴ Ἐκκλησία συμμετέχει ὄχι ὡς μία ἀδιάσπαστη ἑνότητα, ἀλλὰ διασπασμένη σὲ ἐνορίες ἢ ἀκόμη καὶ σὲ μεμονωμένα άτομα (π.χ. δύο ἐνορίες ἢ ἀκόμη καὶ δύο λαϊκοὶ ἢ κληρικοὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τοπικὴ Ἐκκλησία μποροῦν θεωρητικὰ νὰ ψηφίσουν ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου, ἢ ἐναντίον τοῦ ἐπισκόπου τους, γεγονὸς ποὺ σημαί-νει τὴν πλήρη ἀποδόμηση τῆς καθολικότητας τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας). Ἡ ἐπι-σκοπική δομὴ τῶν Συνόδων διαφυλάττει τὴν καθολικότητα καὶ τὴν ἑνότητα κά-θε τοπικῆς Ἐκκλησίας σὲ κάθε Σύνοδο, καὶ γι' αὐτὸ τὸ λόγο εἶναι ἀποφασι-στικῆς σημασίας. Ἐπιπλέον, δείχνει ὅτι οἱ Σύνοδοι ἀποτελοῦν ἑνότητες εὐχα-ριστιακῶν κοινοτήτων συναγμένες ὑπὸ τὸν ἐπίσκοπό τους, καὶ ὁπωσδήποτε ὄχι ἀνεξάρτητων ἐνοριῶν ἢ μεμονωμένων ἀτόμων.
ΙΙΙ. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο
Σημειώσεις:
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΡΓΑΜΟΥ
ΙΩΑΝΝΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ
«Ἡ Εὐχαριστιακὴ Ἐκκλησιολογία στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση», Θεολογία, τόμ. 80, τχ. 4 (2009), σ. 5–25.
Ἡ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας
Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση «βιώνει» τὴν εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία πρωτί-στως στὴ λειτουργική της ζωή. Οἱ ἀκόλουθες παρατηρήσεις μποροῦν νὰ εἶναι διαφωτιστικές.
1. Εἶναι ἀκόμη σύνηθες τὰ μέλη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας νὰ χρησιμοποι-οῦν τὴ φράση «πηγαίνω στὴν ἐκκλησία», ὡς ὑποκατάστατο τοῦ «πηγαίνω στὸν ναὸ ὅπου τελεῖται ἡ Θεία Εὐχαριστία». Τὸ ἴδιο πράγματι συμβαίνει καὶ στὶς ἄλλες χριστιανικές παραδόσεις: ὁ ὅρος «ἐκκλησία» σημαίνει τόσο τὴν Ἐκκλη-σία στὴν ἐκκλησιολογική της ἔννοια, ὅσο καὶ τὸν χῶρο ὅπου τελεῖται ἡ Εὐχα-ριστία. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δείχνει ὅτι βαθιὰ στὴ συνείδηση τῶν χριστιανῶν σὲ ὅλες τὶς χριστιανικές παραδόσεις ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Εὐχαριστία σχετίζονται πολύ στενά μεταξύ τους.
2. Ἀκόμη καὶ στὴν μοναστική παράδοση, ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐποχή, ἡ τέ-λεση τῆς Εὐχαριστίας συνδέεται τόσο βαθιὰ μὲ τὴν ἐκκλησιολογία, ὥστε σὲ ὅλα τὰ μοναστήρια τὸ κτίριο τῆς ἐκκλησίας, ὅπου ὅλοι οἱ μοναχοὶ συγκεντρώ-νονται γιὰ τὴν τέλεση τῆς Εὐχαριστίας, καλεῖται «Καθολικόν» 28 – ὅρος ποὺ μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν ἐκκλησιολογία τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου.
3. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὅλα τὰ σημαντικά μυστήρια –ἢ ἐκεῖνες οἱ λειτουρ-γικές πράξεις ποὺ κατέληξαν νὰ ἀποκαλοῦνται «μυστήρια»- ὅπως τὸ Βάπτι-σμα, τὸ Χρῖσμα, ἡ Μετάνοια, ὁ Γάμος καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὸ μυστήριο τῆς Ἱερω-σύνης, μαρτυροῦν μὲ τὴ σημερινή λειτουργική τους δομή, ὅτι τελοῦνταν ἀρχικὰ μέσα στὴν Εὐχαριστία. Ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ τὰ μυστήρια μόνο τὸ μυστήριο τῆς Ἱε-ρωσύνης ἐξακολουθεῖ νὰ τελεῖται στὸ πλαίσιο τῆς Εὐχαριστίας, ἐνῶ ὅλα τὰ ἄλλα ἔχουν γίνει αὐτόνομες μυστηριακές τελετές, πιθανότατα ὑπὸ τὴν ἐπίδρα-ση τοῦ Σχολαστικισμοῦ. Ὅμως, ἐνῶ αὐτὰ τὰ μυστήρια ἔχουν μία αὐτονομία στη σημερινή λειτουργική πρακτική τους, διατηροῦν ἀκόμη κάτι ποὺ μᾶς θυμί-ζει τὸ δεσμό τους μὲ τὴν Εὐχαριστία. Αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ γιὰ τὸ Βάπτισμα καὶ τὸ Χρῖσμα, τὰ ὁποῖα στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση παραμένουν ἀχώριστα συνδεδεμένα μὲ τὴν Εὐχαριστία. Ἔτσι, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν κυριαρ-χοῦσα συνήθεια στὶς δυτικές Ἐκκλησίες, ἀκόμη καὶ ὅταν τὸ Βάπτισμα καὶ τὸ Χρίσμα τελοῦνται ἐκτὸς τῆς Εὐχαριστίας, ὁ νεοβαπτισθεὶς ὀφείλει νὰ λάβει ἀμέσως τὴ θεία Κοινωνία, μολονότι συχνὰ ἀπὸ προηγιασμένα Δώρα. Αὐτὸ ση-μαίνει ὅτι χωρὶς τὴν Εὐχαριστία, τὸ Βάπτισμα καὶ τὸ Χρῖσμα παραμένουν ἀνο-λοκλήρωτα. Βεβαίως, ἡ Χειροτονία εὐτυχῶς τελεῖται ἀκόμη ἐντὸς τῆς Εὐχαρι-στίας καὶ αὐτὸ εἶναι ἐξαιρετικά σημαντικὸ γιὰ τὴν κατανόηση τῆς Ἱερωσύνης, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω.
4. Εἶναι βαθιά ριζωμένη στη συνείδηση τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ ἡ πεποίθηση ὅτι ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ βεβαίως μαρτυρεῖται ἤδη στοὺς πρώτους αἰῶνες, ἀλλὰ εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἐπιβιώνει στὴν εὐσέβεια τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ ἀκόμη καὶ σήμερα. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ προκύπτει ἀπὸ τὴ θέ-ση ποὺ κατέχει ὁ ἐπίσκοπος κατὰ τὴν τέλεση τῆς Εὐχαριστίας, ὡς ἐκεῖνος ποὺ εἰκονίζει τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος προσφέρει τὴν Εὐχαριστία στὸν Πατέρα. Στὴν ὀρθόδοξη εἰκονογραφία τόσο ὁ ἐπίσκοπος ὅσο καὶ ὁ Χριστὸς ἀναπαριστῶνται φυσιολογικὰ νὰ φορᾶνε τὰ ἴδια ἄμφια, ἐνῶ στὸ ἰσχῦον λειτουργικὸ τυπικὸ ὁ ἐπίσκοπος περιμένει μπροστὰ στὴν Ωραία Πύλη κατὰ τὴν Μεγάλη Εἴσοδο νὰ ὑποδεχθεῖ τὰ Τίμια Δῶρα, σὰν νὰ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ὅλη αὐτὴ ἡ πρα κτικὴ ἀνάγεται στὸν Ἰγνάτιο καὶ σὲ ἀρχαῖες πηγές, στὸν ἅγιο Μάξιμο καὶ στὸν Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη, φθάνοντας στοὺς μεταγενέστερους βυζαντινούς σχολιαστὲς τῆς Λειτουργίας, ὅπως εἶναι ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης (15ος αἰῶνας). Ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης ἔχει μία ἔντονη χριστολογικὴ ἑρμηνεία τοῦ ἐπισκοπικοῦ θεσμοῦ καὶ αὐτὸ σὲ συνάφεια μὲ τὸ ρόλο τοῦ ἐπισκόπου στὴν Εὐχαριστία. Ὁ ἐπίσκοπος στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση δὲν εἶναι πρωτίστως οὔτε διδάσκαλος οὔτε διοικητής, ἀλλὰ εἶναι ὁ προεστὼς τῆς Εὐχαριστίας. Ἡ Εὐχαριστία καὶ ὄχι ἡ ἀποστολικὴ διαδοχὴ ἢ ἄλλες ὄψεις τοῦ ἐπισκοπικοῦ θε-σμοῦ ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ καὶ τὴ νομιμοποίηση τῆς ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση.
Ἡ Εὐχαριστία, ἡ δομὴ καὶ τὰ λειτουργήματα τῆς Ἐκκλησίας
Ἡ Εὐχαριστία εἶναι τὸ μυστήριο τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ θεμελιώ-δης ἀρχὴ τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας εἶναι πὼς κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία ποὺ συνάγεται γιὰ νὰ τελέσει τὴ Θεία Εὐχαριστία ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ ἐπισκόπου εἶναι μία πλήρης καί «καθολική» Ἐκκλησία. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν γιὰ νὰ ἐκφραστεῖ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στὸ ἐπίπεδο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ μία Εὐχαριστία σὲ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία ἔχει ἕναν πρόεδρο ἢ προεστῶτας. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας (1ος – 2ος αἰώνας) ὁ προεστὼς τῆς Εὐχαριστίας ἐκαλεῖτο «ἐπίσκοπος» καὶ ἐφόσον μόνο μία Εὐχα-ριστία ὑπάρχει, μόνο ἕνας ἐπίσκοπος μπορεῖ νὰ ὑπάρξει σὲ κάθε τοπικὴ Ἐκ-κλησία. Τὸ Κανονικό Δίκαιο εἶναι ἀπόλυτα σαφὲς στὸ σημεῖο αὐτό (π.χ. καν. 8 τῆς Νικαίας). Περισσότεροι τοῦ ἑνὸς ἐπίσκοποι σὲ μία τοπικὴ Ἐκκλησία, ση-μαίνει περισσότερες τῆς μίας Εὐχαριστίες καὶ αὐτό, κατὰ ἀντιστοιχία, σημαίνει περισσότερες τῆς μίας Ἐκκλησίες, δηλαδή διαίρεση καὶ σχίσμα. Ἀπώλεια αὐτῆς τῆς ἀρχῆς σημειώθηκε γιὰ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν τέταρτη σταυροφορία, ἀργότερα στη Μεταρρύθμιση καὶ τελικὰ σήμερα στὴν Ὀρθόδοξη Διασπορά. Οἱ θεολογικοί λόγοι εἶναι σημαντικοὶ καὶ συνδέονται μὲ τὴν ὑπέρβαση τῶν κοι νωνικῶν καὶ φυσικῶν διαιρέσεων στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά ἐὰν ἡ Εὐχαρι-στία –καὶ ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία ὅταν τελεῖ τὴν Εὐχαριστία- εἶναι εἰκόνα τῆς ἐσχατολογικῆς Βασιλείας ὅπου «οὐκ ἔνι Ἕλλην ἢ Ἰουδαῖος...»34, ἡ εὐχαρι-στιακή σύναξη πρέπει νὰ περιλαμβάνει ὅλους ἐκείνους τοὺς πιστοὺς ποὺ τυχαί-νει νὰ βρίσκονται στὸν τόπο ἐκεῖνο, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν κοινωνική, φυσική, πολιτιστική κ.ἄ. ταυτότητά τους. Ὁ ἐπίσκοπος, ἑπομένως, ὡς κεφαλὴ αὐτῆς τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητας, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι μόνο ἕνας: λειτούργημά του εἶναι κυρίως νὰ ἑνώνει στὸ πρόσωπό του ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἡ κοινωνία, ἡ φύ-ση, ὁ πολιτισμός κ.λπ. διαιροῦν. Αὐτὸ πρωτίστως καθιστᾶ τὴν τοπικὴ Ἐκκλη-σία καθολική.
Δυστυχῶς ἡ ἀρχὴ γιὰ τὸν ἕνα ἐπίσκοπο σὲ κάθε τόπο, ποὺ εἶναι τόσο θεμε-λιώδης γιὰ τὴν εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία, ἔχει πάψει νὰ ἰσχύει σὲ ὅλες ἀνε-ξαιρέτως τὶς χριστιανικές παραδόσεις: στη ρωμαιοκαθολική, στὴν προτεστα-ντικὴ καὶ στὴν ὀρθόδοξη.
Ἡ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ὅπου αὐτὴ ἡ ἐκκλησιολογική καὶ κανονικὴ ἀρχὴ καταστρατηγήθηκε ἦταν τὸν 13ο αἰῶνα μὲ τὴν Δ΄ Σταυρο-φορία (1204). Τότε ἡ Λατινικὴ Ἐκκλησία ἵδρυσε σὲ περιοχές ὅπως ἡ Ἑλλάδα καὶ ἡ Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Κωνσταντινούπολης, πα-ράλληλες δικαιοδοσίες πρὸς τὶς ἤδη ὑπάρχουσες ὀρθόδοξες, καὶ ἀκόμη ὅταν οἱ τελευταῖες δὲν εἶχαν ἐξολοκλήρου ἐξαφανισθεῖ. Ἦταν ἡ πρώτη παραβίαση τῆς ἀρχῆς «μία Εὐχαριστία, ἕνας ἐπίσκοπος, μία τοπικὴ Ἐκκλησία».
Ὅλοι οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες καθιστοῦν αὐτὴ τὴν ἀρχὴ ἀπολύτως σαφή καὶ ξεκάθαρη. Οφείλουμε νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὴν Διασπορὰ εἶναι ἀντικανονικὴ ὡς πρὸς αὐτό. Ἔχουμε περισσότερους τοῦ ἑνὸς ἐπισκόπους σὲ τοπικὲς Ἐκκκλησίες καὶ ἀποκαλοῦμε αὐτοὺς τοὺς ἐπισκόπους «κανονικούς» (π.χ. ἡ SCOBA στὴν Ἀμερική). Ἡ κατάσταση αὐτὴ ἀποτελεῖ ἔκφραση τοῦ «ἐθνοφυλετισμοῦ» καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ διορθωθεῖ πρὶν καταστεῖ μόνιμη.
Ἀπὸ τὸν 3ο ἤ, καλύτερα, τὸν 4ο αἰῶνα, ἡ μία εὐχαριστιακή σύναξη τῆς το-πικῆς Ἐκκλησίας ἐπεκτάθηκε σὲ πολλὲς ἐνορίες γιὰ πρακτικοὺς λόγους35.
Αὐτό, ὡστόσο, ὅπως ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει, δὲν ὁδήγησε στη δημιουργία πολλῶν Εὐχαριστιῶν καὶ πολλῶν Ἐκκλησιῶν στὴν τοπικὴ Ἐκκλησία, ἐξαιτίας τοῦ γεγονότος ὅτι παρέμενε μόνο ἕνας ἐπίσκοπος σὲ κάθε τοπική Ἐκκλησία.
Ἡ ἐνοριακὴ Εὐχαριστία ἀποτελεῖ τὴν προέκταση τῆς ἐπισκοπικῆς Εὐχαρι-στίας ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐπισκοπῆς – ἐπαρχίας καὶ σὲ καμία περίπτωση δὲν σημαίνει δημιουργία μιᾶς ἄλλης Εὐχαριστίας. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ γε-γονὸς ὅτι κάθε ἐνοριακὴ Εὐχαριστία τελεῖται στὸ ὄνομα τοῦ τοπικοῦ ἐπισκό-που καὶ ἐπὶ Ἀντιμηνσίου, τὸ ὁποῖο εἶναι ὑπογεγραμμένο ἀπὸ αὐτὸν (στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ἴσχυε καὶ τὸ Fermentum, στὸ ὁποῖο ἤδη ἀναφερθήκαμε).
Ἑπομένως, ἡ ἐνορία ἀποτελεῖ μέρος-τμῆμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἐπίσκο-πος παραμένει ἡ κεφαλὴ ὅλων τῶν ἐνοριῶν στὴν ἐπαρχία του.
Ἐκπρόσωπος τοῦ ἐπισκόπου σὲ κάθε ἐνορία εἶναι ὁ πρεσβύτερος. Σὲ κάθε ἐνορία μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν πολλοὶ πρεσβύτεροι, ἀλλὰ μόνο ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς διορίζεται ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο ὡς προϊστάμενος. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ κάθε ἐξου-σία στὴν Ἐκκλησία πηγάζει ἀπὸ τὴν Εὐχαριστία, ἐπί κεφαλῆς τοῦ ἐνοριακοῦ συμβουλίου μπορεῖ νὰ εἶναι μόνο ἕνας πρεσβύτερος, ὄχι ἕνας λαϊκός. Εἶναι κα-νονικὴ ἀνωμαλία, ποὺ συναντᾶται ἰδίως στὴ Διασπορά, ἕνας λαϊκὸς νὰ εἶναι πρόεδρος τοῦ ἐνοριακοῦ συμβουλίου. Εἶναι σημάδι ἐκκοσμίκευσης τὸ νὰ θεω-ρεῖται ἡ Ἐκκλησία σὰν μία δημοκρατία μὲ τὴν κοσμικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, καὶ νὰ ὑπόκειται ὁ προεστὼς τῆς Εὐχαριστίας στὸ διαχειριστικὸ ἔλεγχο τῶν λαϊκῶν. Ὁ λαὸς ἀποτελεῖ οὐσιῶδες τμῆμα τῆς Εὐχαριστίας, καὶ χωρὶς αὐτὸν δὲν μπορεῖ νὰ τελεστεῖ Λειτουργία. Ἀλλά, ὅπως στὴν Εὐχαριστία, ἔτσι καὶ στὴ διοίκηση τῆς ἐνορίας –ποὺ δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὴν προέκταση τῆς Εὐχα-ριστίας στην καθημερινὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας– οἱ λαϊκοὶ δὲν εἶναι ποιμένες, ἀλλὰ ποίμνιο. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν ὑποβαθμίζει τὸ ρόλο τους, δεδομένου ὅτι ἀποτελοῦν ἀπαραίτητο καὶ συστατικὸ στοιχεῖο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ δηλώνει ὅτι ἀνήκουν σέ ὁρισμένη «τάξη». Διαφορετικά, ἡ Ἐκκλησία θὰ μεταβληθεῖ σὲ κοσμική κοινότητα ἄσχετη μὲ τὴν Εὐχαριστία. Ἐδῶ ἀκριβῶς γίνεται ἀντιληπτὸ ὅτι τὸ Κανονικό Δίκαιο ἀποτελεῖ ὑπόθεση τοῦ δόγματος καὶ τῆς Ἐκκλησιολο-γίας καὶ δὲν εἶναι ἁπλῶς ζήτημα διοίκησης.
ΙΙ. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας σὲ περιφερειακὸ ἐπίπεδο
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα ἀδιαίρετο σῶμα ὄχι μόνο στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐπι-σκοπῆς, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ στὴν εὐρύτερη γεωγραφική περιοχή. Αὐτὴ ἡ εὐρύτερη περιοχὴ ἔχει ὑποστεῖ μεταβολὲς στὴ διάρκεια τῆς ἱστορίας, συνήθως, ἂν καὶ ὄχι ἀπαραίτητα, ἐξαιτίας πολιτικῶν λόγων. Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία, ἡ μητρο-πολιτική περιφέρεια ἦταν ἡ βάση, ἀργότερα δημιουργήθηκαν τὰ Πατριαρχεῖα, συγκροτημένα ἀρχικὰ στὴ δομὴ τῆς Πενταρχίας, καί, στοὺς νεώτερους χρό-νους, οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες. Ἡ κυριαρχοῦσα ἀρχὴ ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς δομῆς, ἡ ὁποία ἐξέφραζε τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στὸ ἐπαρχιακὸ ἐπίπεδο σὲ ὅλες τὶς προαναφερόμενες περιπτώσεις (Μητροπόλεις, Πατριαρχεῖα, Αὐτο-κέφαλες Ἐκκλησίες) ὑπῆρξε ἡ σύνοδος. Καμία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ διοικηθεῖ χωρὶς σύνοδο. Στη συνέχεια, παρατίθενται οἱ ἐκκλησιολο-γικὲς ἀρχές, τὶς ὁποῖες τὸ Κανονικό Δίκαιο στὸ σύνολό του ὀφείλει νὰ σέβεται, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ συνδέεται μὲ τὸ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν Εὐχαριστία.
1. Καμία Σύνοδος δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπεμβαίνει στὶς ἐσωτερικὲς ὑποθέσεις μίας τοπικῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ εἶναι κάτι οὐσιῶδες ἀπὸ τὴν ὀπτικὴ τῆς ἐκκλη-σιολογίας, ἐπειδὴ ἡ καθολικότητα καὶ ἡ πληρότητα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὴν Εὐχαριστία, ὡς τὸ πλῆρες σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ γίνονται σεβαστές. Τὸ Κανονικό Δίκαιο ὀφείλει νὰ ἀπαγορεύει στη Σύνοδο νὰ ἐπιβάλλει στὸν ἐπίσκοπο ποιὸν νὰ χειροτονεῖ στὴν ἐπαρχία του καὶ μὲ ποιὸ τρόπο νὰ τὴ διοικεῖ. Ὅπως σημειώνει ὁ ἅγιος Κυπριανός”, γιὰ τέτοια ζητήμα-τα ὁ ἐπίσκοπος δίνει λόγο μόνο στὸν Θεό.
2. Ζητήματα ποὺ ὑπερβαίνουν τὰ ὅρια τῆς ἐπαρχίας ὀφείλουν νὰ ἀπασχο-λοῦν τὴ Σύνοδο. Π.χ ὁ ἀφορισμὸς ἀπὸ τὴν Εὐχαριστία, ὅπως ὁ 5ος Κανόνας τῆς Νικαίας 38 σημειώνει, ὀφείλει νὰ ἐγκριθεῖ ἀπὸ τὴ Σύνοδο, καθὼς ἕνας σὲ ἀκοι-νωνησία πιστὸς μίας ἐπαρχίας ὀφείλει αὐτόματα νὰ ἀναγνωρίζεται ὡς τέτοιος ἀπὸ ὅλες τὶς τοπικὲς Ἐκκλησίες, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἔρθει σὲ κοινωνία σὲ κάποια ἄλλη ἐπισκοπή. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ σὲ ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα τὰ ὁποῖα ἀγγίζουν τὴ ζωὴ καὶ ἄλλων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.
3. Κάθε Σύνοδος πρέπει νὰ διαθέτει ἕναν πρῶτο, εἴτε αὐτὸς εἶναι Μητροπο-λίτης εἴτε Πατριάρχης εἴτε Ἀρχιεπίσκοπος. Πρέπει σύμφωνα μὲ τὸν 34ο κανό- να τῶν Ἀποστόλων", πάντοτε νὰ ἐνεργεῖ σὲ κοινωνία καὶ μὲ τὴ συναίνεση τῶν ἄλλων ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης δὲν θὰ πρέπει νὰ κάνουν τίποτα χωρὶς ἐκεῖνον. Πρόκειται γιὰ ἕναν χρυσό κανόνα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, ὁ ὁποῖος πρέπει μὲ κάθε φροντίδα νὰ τηρηθεῖ.
4. Ἡ σύνθεση τῆς Συνόδου ὀφείλει νὰ εἶναι ἐπισκοπική. Δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ μίαν ἀσήμαντη ἐκκλησιολογικά λεπτομέρεια. Αντίθετα, συνδέεται ἀπευθεί-ας μὲ τὶς εὐχαριστιακές ρίζες τῆς συνοδικότητας. Ἡ σύνοδος εἶναι μία σύναξη ἀπὸ πλήρεις τοπικές Ἐκκλησίες, ὄχι ἀπὸ ἐνορίες ἢ μεμονωμένους χριστιανούς.
Οἱ ἀποκαλούμενες κληρικολαϊκές σύνοδοι, οἱ ὁποῖες ὑφίστανται σὲ ἀρκετὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, εἶναι ἕνα σύγχρονο ἱστορικό φαινόμενο, τὸ ὁποῖο εἰσήχθη γιὰ πρώτη φορά στη Ρωσία καὶ βρίσκεται σὲ φανερὴ ἀντίθεση μὲ αὐτὴ τὴν ἀρχή, καθὼς σὲ τέτοιες κληρικολαϊκές συνόδους κάθε τοπικήὴ Ἐκκλησία συμμετέχει ὄχι ὡς μία ἀδιάσπαστη ἑνότητα, ἀλλὰ διασπασμένη σὲ ἐνορίες ἢ ἀκόμη καὶ σὲ μεμονωμένα άτομα (π.χ. δύο ἐνορίες ἢ ἀκόμη καὶ δύο λαϊκοὶ ἢ κληρικοὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τοπικὴ Ἐκκλησία μποροῦν θεωρητικὰ νὰ ψηφίσουν ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου, ἢ ἐναντίον τοῦ ἐπισκόπου τους, γεγονὸς ποὺ σημαί-νει τὴν πλήρη ἀποδόμηση τῆς καθολικότητας τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας). Ἡ ἐπι-σκοπική δομὴ τῶν Συνόδων διαφυλάττει τὴν καθολικότητα καὶ τὴν ἑνότητα κά-θε τοπικῆς Ἐκκλησίας σὲ κάθε Σύνοδο, καὶ γι' αὐτὸ τὸ λόγο εἶναι ἀποφασι-στικῆς σημασίας. Ἐπιπλέον, δείχνει ὅτι οἱ Σύνοδοι ἀποτελοῦν ἑνότητες εὐχα-ριστιακῶν κοινοτήτων συναγμένες ὑπὸ τὸν ἐπίσκοπό τους, καὶ ὁπωσδήποτε ὄχι ἀνεξάρτητων ἐνοριῶν ἢ μεμονωμένων ἀτόμων.
ΙΙΙ. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο
ΠΑΛΙΑ ΚΑΡΑΒΑΝΑ. ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΠΡΟΣΟΧΗ!!!
Σημειώσεις:
28. Βλ. περισσότερα Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καί τῷ ἐπισκόπῳ κατά τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνας, ὅ.π., σ. 185.
29. Βλ. ΤΡΕΜΠΕΛΑ Π., «Ἡ θεία Εὐχαριστία κατὰ τὴν συνάρθρωσιν αὐτῆς πρὸς τὰ ἄλλα μυ-στήρια καὶ μυστηριοειδεῖς τελετάς», Εὐχαριστήριον, Τόμος πρὸς τιμὴν Ἀ. Ἀλιβιζάτου, Ἀθῆναι 1958, σ.σ. 462-472.
30. PERLER O., «L' évêque, représentant du Christ, selon les documents des premiers siècles», στὸ CONGAR Y. et DUPUY B.D., L'Épiscopat et l'Église universelle, 1962, σ.σ. 31-66.
31. Βλ. «Περὶ τῶν ἱερῶν χειροτονιῶν», PG 155, 444C: «Δεῖ γὰρ πάντας παρεῖναι ἐπὶ τῷ τοῦ ποιμένος αὐτῶν ἐνθρονισμῷ καὶ ἰδεῖν αὐτὸν ἐπὶ τῆς καθέδρας ὡς τὸν Κύριον ἡμῶν αὐτὸν τὸν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος καὶ εὐλογηθῆναι παρ' αὐτοῦ».
32. Βλ. ἐν προκειμένῳ Being as communion, ὅ.π., σσ. 171-208.
33. Βλ. τὴ σχετικὴ ἀνάλυση στὸ ἔργο μας Εὐχαριστίας Ἐξεμπλάριον, ὅ.π., σσ. 74-88.
34. Γαλ. 3, 28.
35. Γιὰ μία ἐξαντλητική συζήτηση τῶν πηγῶν τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων σχετικὰ μὲ τὴν ἐμφάνιση τῆς ἐνορίας βλ. Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Θεία Εὐχαριστίᾳ καὶ τῷ ἐπισκόπῳ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνας, ὅ.π., σσ. 151-176.
36. Γιὰ τὴν ἐμφάνιση καὶ ἐξέλιξη τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ, καθὼς καὶ γιὰ τὰ ποικίλα συναφή ἱστορικά, κανονικὰ καὶ ἄλλα ζητήματα βλ. τὴ μελέτη μας (συμπληρωμένη) «Ὁ Συνοδικός Θεσμός. Ἱστορικά, ἐκκλησιολογικὰ καὶ κανονικά προβλήματα», Θεολογία 2/2009, σσ. 5-41 καί «The Development of Conciliar Structures to the Time of the First Ecumenical Council», στὸ συλ. τόμο Councils and the Ecumenical Movement, (World Council Studies, no. 5), Genève 1968, σσ. 34-51.
37. Ἐπιστολή 55(52), 21.
38. Βλ. ΡΑΛΛΗ Γ. – ΠοτΛΗ Μ., Σύνταγμα τῶν θείων καὶ Ἱερῶν Κανόνων, Β΄, σ. 124-125.
39. Βλ. Les Constitutions apostoliques III, ἔκδ. M. Metzger, Paris 1987, VIII 47,34 (SC 336, σ. 284, 119-125).
29. Βλ. ΤΡΕΜΠΕΛΑ Π., «Ἡ θεία Εὐχαριστία κατὰ τὴν συνάρθρωσιν αὐτῆς πρὸς τὰ ἄλλα μυ-στήρια καὶ μυστηριοειδεῖς τελετάς», Εὐχαριστήριον, Τόμος πρὸς τιμὴν Ἀ. Ἀλιβιζάτου, Ἀθῆναι 1958, σ.σ. 462-472.
30. PERLER O., «L' évêque, représentant du Christ, selon les documents des premiers siècles», στὸ CONGAR Y. et DUPUY B.D., L'Épiscopat et l'Église universelle, 1962, σ.σ. 31-66.
31. Βλ. «Περὶ τῶν ἱερῶν χειροτονιῶν», PG 155, 444C: «Δεῖ γὰρ πάντας παρεῖναι ἐπὶ τῷ τοῦ ποιμένος αὐτῶν ἐνθρονισμῷ καὶ ἰδεῖν αὐτὸν ἐπὶ τῆς καθέδρας ὡς τὸν Κύριον ἡμῶν αὐτὸν τὸν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος καὶ εὐλογηθῆναι παρ' αὐτοῦ».
32. Βλ. ἐν προκειμένῳ Being as communion, ὅ.π., σσ. 171-208.
33. Βλ. τὴ σχετικὴ ἀνάλυση στὸ ἔργο μας Εὐχαριστίας Ἐξεμπλάριον, ὅ.π., σσ. 74-88.
34. Γαλ. 3, 28.
35. Γιὰ μία ἐξαντλητική συζήτηση τῶν πηγῶν τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων σχετικὰ μὲ τὴν ἐμφάνιση τῆς ἐνορίας βλ. Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Θεία Εὐχαριστίᾳ καὶ τῷ ἐπισκόπῳ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνας, ὅ.π., σσ. 151-176.
36. Γιὰ τὴν ἐμφάνιση καὶ ἐξέλιξη τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ, καθὼς καὶ γιὰ τὰ ποικίλα συναφή ἱστορικά, κανονικὰ καὶ ἄλλα ζητήματα βλ. τὴ μελέτη μας (συμπληρωμένη) «Ὁ Συνοδικός Θεσμός. Ἱστορικά, ἐκκλησιολογικὰ καὶ κανονικά προβλήματα», Θεολογία 2/2009, σσ. 5-41 καί «The Development of Conciliar Structures to the Time of the First Ecumenical Council», στὸ συλ. τόμο Councils and the Ecumenical Movement, (World Council Studies, no. 5), Genève 1968, σσ. 34-51.
37. Ἐπιστολή 55(52), 21.
38. Βλ. ΡΑΛΛΗ Γ. – ΠοτΛΗ Μ., Σύνταγμα τῶν θείων καὶ Ἱερῶν Κανόνων, Β΄, σ. 124-125.
39. Βλ. Les Constitutions apostoliques III, ἔκδ. M. Metzger, Paris 1987, VIII 47,34 (SC 336, σ. 284, 119-125).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου