Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Σεργίου Μπουλγκάκοφ : Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (3)

Συνέχεια από Τετάρτη 16. Σεπτεμβρίου 2026

Σεργίου Μπουλγκάκοφ : Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ 3  

SERGIUS BULGAKOW, DIE TRAGOEDIE DER PHILOSOPHIE - DARMSTADT 1927 - OTTO REICH VERLAG - μετάφραση απ' τα ρωσικά: Alexander Kreslin
g.

Πρώτο κεφάλαιο
ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

Αλλά μήπως εδώ δεν εισάγεται στη μεταφυσική, ως θεμελιώδης και αποφασιστική αρχή, κάτι το οποίο, επειδή παραμένει κατ’ αρχήν υπερβατικό για τη σκέψη, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με κανέναν τρόπο; Δεν περιέχονται εδώ παρανοήσεις, σφάλματα και ασυνέπειες; Πώς μπορεί να νοηθεί το αδιανόητο; Πώς θα μπορούσε να εκφραστεί το άρρητο; Είναι άραγε πράγματι λέξη η μυστική χειρονομία της αντωνυμίας, η οποία δίνεται υπό τη μορφή της λέξης; Ή μήπως είναι το Εγώ έννοια, όταν, μέσω της μοναδικότητας και της ατομικότητάς του, καταλύει κάθε έννοια, δηλαδή το καθολικό, την ιδέα; Δεν βρισκόμαστε εδώ αντιμέτωποι με ένα τόσο αυστηρό κριτικό βέτο, ώστε μόνον μια πλήρης φιλοσοφική αφέλεια δεν θα υποχωρούσε έντρομη μπροστά του;

Όλοι αυτοί οι τρόμοι και οι φόβοι είναι γεννήματα μιας τρομοκρατημένης γνωσιολογικής φαντασίας. Όλα τους ριζώνουν στην προκατάληψη ότι η σκέψη διαθέτει μια δύναμη που παράγει από μόνη της, ότι έχει κάτι εμμενές στον ίδιο της τον εαυτό, δηλαδή τον ίδιο της τον εαυτό ως αντικείμενο: μια σκέψη που σκέπτεται τον εαυτό της και η οποία είναι συγχρόνως τόσο υποκείμενο όσο και κατηγορούμενο. Στην πραγματικότητα, όμως, η σκέψη παράγεται μέσα στο υποκείμενο, φέρεται από την υπόσταση, η οποία αποκαλύπτεται διαρκώς μέσα της. Μόνον εκείνο βρίσκεται έξω από τη σκέψη και είναι, ως κάτι απολύτως υπερβατικό ως προς αυτήν, ένα μηδέν, δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου για τη σκέψη, το οποίο είναι πλήρως και ολοκληρωτικά υπερβατικό. Αλλά ένα τέτοιο υπερβατικό δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια μαθηματική οριακή έννοια, η οποία δεν μπορεί ποτέ να πραγματωθεί από τη σκέψη· και το πράγμα καθ’ εαυτό είναι, ωστόσο, τὸ νοούμενον, κάτι το νοητό.

Εκείνο που η σκέψη νοεί ως υπερβατικό είναι ακριβώς εκείνο που δεν είναι σκέψη και, υπ’ αυτή την έννοια, είναι ξένο προς την ουσία της, αλλά συγχρόνως είναι και συγγενικό προς αυτήν, προσιτό σε αυτήν και αποκαλύπτεται μέσα της. Γενικά, η υπερβατικότητα και η εμμένεια είναι έννοιες συσχετικές, και έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπερβατικό εκείνο το αντικείμενο της σκέψης το οποίο αποτελεί το υποκείμενό της, την υπόστασή της, το γραμματικό της υποκείμενο. Υπερβατικό ως προς τη σκέψη δεν είναι εκείνο που, επειδή αντιφάσκει προς τη σκέψη, τη διαρρηγνύει και την καταστρέφει, δεν μπορεί να νοηθεί —και κάτι τέτοιο δεν υπάρχει ούτως ή άλλως για τη σκέψη, δεν είναι παρά «το σκότος των σκοτών», ένα καθαρό μηδέν—, αλλά εκείνο που δεν είναι σκέψη, ακριβέστερα: δεν είναι μόνον σκέψη, και όμως πραγματώνεται μέσω της σκέψης.

Όπως βλέπουμε, σε αυτό το πρόβλημα της υπερβατικότητας συνίσταται εν γένει το πρόβλημα της δυνατότητας να νοηθεί το αντικείμενο της σκέψης. Μπορεί κανείς να διευρύνει κατά βούληση το πεδίο της κατηγορικής σύνθεσης και να βλέπει στα πράγματα κατηγορίες της σκέψης· όμως αυτό το θεμελιώδες πρόβλημα της δυνατότητας να νοηθεί εκείνο που δεν είναι σκέψη ή δεν είναι μόνον σκέψη διατηρεί ολόκληρη τη σημασία του και, με αυτόν τον τρόπο, απλώς μετατοπίζεται σε άλλη θέση.

Είναι σαφές ότι η σκέψη δεν είναι από μόνη της σε θέση να απαντήσει στο ερώτημα πώς νοείται το υπερβατικό, πώς εκείνο που δεν είναι σκέψη εισέρχεται στη σκέψη και γίνεται κάτι νοητό, πώς το φως του Λόγου διαχέεται σε περιοχές οι οποίες έως τότε δεν γνώριζαν ακόμη κανένα φως και πώς, μέσω του δικτύου της λογικής, μέσω κατηγορικών συνθέσεων, συλλαμβάνεται η ύλη της σκέψης.


Εδώ έχουμε μια προλογική διαπίστωση, εδώ βρίσκεται το όριο της σκέψης, το οποίο τη χωρίζει από εκείνο που δεν είναι σκέψη. Έτσι, λοιπόν, στη βάση της σκέψης βρίσκεται μια πράξη πλήρης ζωής, η οποία εκδηλώνεται στη ζωντανή μορφή της σκέψης, δηλαδή στην πρόταση. Και αυτή η πράξη περιλαμβάνει τρεις στιγμές, οι οποίες είναι βέβαια συνδεδεμένες μεταξύ τους, δεν μπορούν όμως να αναχθούν η μία στην άλλη. Οι στιγμές αυτές είναι: πρώτον, η καθαρή υποστατικότητα του Εγώ, το υποκείμενο, το υποκείμενο της πρότασης· δεύτερον, η φύση του Εγώ, η οποία αποκαλύπτεται μέσα του και ενώπιόν του, το κατηγορούμενο· και τρίτον, τέλος, η αυτογνωσία, η θέση του εαυτού σε σχέση με την ίδια του τη φύση, η πράξη της αυτοπραγμάτωσης μέσα στην ίδια του τη φύση, το Είναι ή η συνδετική λέξη, η ζωντανή αυτογνωσία και αυτοκατάφαση του Εγώ.

Το αιώνιο Εγώ έχει —δυνάμει— τα πάντα ή τον κόσμο ως κατηγορούμενό του, και μέσα στην πράξη αυτής της συνείδησης ζει και αποκτά συνείδηση του Είναι του. Αυτή είναι η τριαδική ενότητα της υπόστασης, η στατική και η δυναμική της· η σκέψη, όμως, μέσα σε αυτή την τριαδική ενότητα είναι κατηγορούμενο και μόνον κατηγορούμενο. Και τα τρία μέλη δεν μπορούν να χωριστούν μεταξύ τους, διότι η υπόσταση δεν μπορεί να νοηθεί αποσπασμένη από τη φύση της, όπως επίσης καμία ουσιαστική φύση δεν υπάρχει έξω από την υπόσταση που τη φέρει· και αυτό το φέρεσθαι, αυτή η ανάπτυξή της, είναι πράξη του Είναι, είναι εν γένει Είναι, ζωή, η οποία γι’ αυτό ακριβώς δεν είναι διόλου έννοια ούτε λογικός προσδιορισμός, μολονότι εφάπτεται κατά τον στενότερο τρόπο με το λογικό.

Γι’ αυτό η ουσία είναι το πρότερον, προηγείται της ύπαρξης ή του Dasein, το οποίο αποτελεί μια συντελούμενη σύνθεση της υπόστασης με την ίδια της τη φύση, μια αυτοανάπτυξη μέσα στην πράξη του Είναι. Η φιλοσοφική σκέψη αναζητούσε πάντοτε έναν προσδιορισμό της υπόστασης και δεν μπόρεσε ποτέ να τον βρει, και αυτό συνέβη επειδή —αν παραβλέψουμε τη χριστιανική δογματική με τη διδασκαλία της περί Τριάδος— αναζητούσε πάντοτε μια κακή, αφηρημένη ενότητα, μια απλή και ενιαία υποστατικότητα.

Όλες οι προσπάθειες του λογικού μονισμού, από τον οποίο καθορίζεται το έργο που τίθεται στα φιλοσοφικά συστήματα και ο οποίος αποτελεί ένα καθολικά προϋποτιθέμενο αξίωμα αυτών των συστημάτων, αποβλέπουν στην αναγωγή της τριάδας των στιγμών, της τριαδικής ενότητας της υπόστασης, σε μία ενότητα· η σκέψη επιδιώκει να αφομοιώσει εκείνο που βρίσκεται στη βάση της και όμως δεν μπορεί να νοηθεί έως τέλους, εκείνο που, για να μιλήσουμε στη γλώσσα της λογικής, είναι ανορθολογικό, είναι με τον τρόπο του μια (τετραγωνική ρίζα του 2).

Ως θεμελιώδης «νόμος», ως αυτοπροσδιορισμός και αυτοσυνειδητοποίηση της σκέψης, εμφανίζεται ο νόμος της ταυτότητας —η αντίθετη μορφή του είναι ο νόμος της αντίφασης—, ο οποίος διασφαλίζει τη συνέχεια της σκέψης και προφυλάσσει την εμμενή κοίτη της ροής της από άλματα και αβύσσους. Και όμως, αυτός ο νόμος —ακριβέστερα: αυτό το αίτημα της ταυτότητας, το οποίο βρίσκει εφαρμογή σε ολόκληρη την πορεία της σκέψης εντός των ορίων της— δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις απαρχές της σκέψης. Παραβιάζεται στη θεμελιώδη μορφή της σκέψης, στην κριτική πρόταση.

Ο Kant προέβη σε μια εντελώς αυθαίρετη και εσφαλμένη, αλλά απείρως σημαντική για το σύστημά του, διάκριση μεταξύ αναλυτικών και συνθετικών κρίσεων. Στην πραγματικότητα —όπως άλλωστε είχε ήδη διαπιστώσει ο Hegel στην «Επιστήμη της Λογικής»— όλες οι κρίσεις είναι συνθετικές και συγχρόνως, ως προς τη μορφή τους, αναλυτικές· υπό την επίφαση του γνωστού και αυτονόητου —του αναλυτικού— πραγματοποιούν ένα άλμα πάνω από μιαν αγεφύρωτη άβυσσο και συνδέουν τις δύο πλευρές της —σύνθεση—.
«Εγώ είμαι Α»: αυτό το βλαστικό κύτταρο της σκέψης σημαίνει μια πλήρη και ριζική άρνηση του νόμου της ταυτότητας. Ο τελευταίος θα μπορούσε το πολύ να οδηγήσει στην ταυτολογία Εγώ-Εγώ-Εγώ-Εγώ-Εγώ κ.ο.κ., σε μια άγονη αυτοεπανάληψη ή ακόμη και αυτοκατάποση του Εγώ. Πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί ακόμη ότι το δεύτερο Εγώ, το κατηγορούμενο στην πρόταση «Το Εγώ είναι Εγώ», δεν είναι πλέον εκείνο το ανείπωτο, υποστατικό Εγώ που αποτελεί το υποκείμενο ή το υποκείμενο της πρότασης· διότι, ως κατηγορούμενο, εμπεριέχει ήδη μια ιδέα —και υπό αυτή την έννοια, σε σχέση με το υποστατικό Εγώ, με το Εγώ που αποτελεί το υποκείμενο της πρότασης, είναι ήδη ένα Μη-Εγώ.

Το υποκείμενο της πρότασης και το κατηγορούμενο —και αυτό είναι που έχει σημασία εδώ— δεν συνιστούν διόλου μια λογική ανάλυση, μια παραγωγή, έναν συλλογισμό ή μια απόδειξη —κάτι που είναι δυνατό μόνο μέσω της σύνδεσης ήδη δεδομένων προτάσεων—, αλλά μια εντελώς μη λογική, ακριβέστερα: εξωλογική σύνθεση. Το Εγώ είναι ένα Μη-Εγώ· το Εγώ αποκαλύπτεται μέσα στο Μη-Εγώ και μέσω του Μη-Εγώ, το οποίο με αυτόν τον τρόπο γίνεται Εγώ. Κάθε πρόταση περιέχει πάντοτε μια σύνθεση του Εγώ και του Μη-Εγώ.

Πώς μπορεί όμως το υποκείμενο της πρότασης να προσδιοριστεί μέσω του κατηγορουμένου, το Εγώ μέσα στο Μη-Εγώ; Σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί λογική απάντηση, μολονότι αυτός ο προσδιορισμός αποτελεί ένα θεμελιώδες λογικό γεγονός, μέσω του οποίου καθίσταται για πρώτη φορά δυνατή η σκέψη εν γένει. Η συνειδητή σκέψη, η οποία λογοδοτεί στον εαυτό της για τον ίδιο της τον εαυτό και είναι εμμενής και συνεχής κατά την ανάπτυξη και την κίνησή της, δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τον εαυτό της κατά τη γένεσή της, στο πρωταρχικό της κύτταρο.

Η σχέση μεταξύ του υποκειμένου και του κατηγορουμένου της πρότασης δεν μπορεί να προσδιοριστεί ως αναγκαία και συνεχής σκέψη, αλλά μόνο ως αυτογένεση: όπως ακριβώς ο λόγος γεννιέται μέσα σε εκείνο που δεν είναι ακόμη λόγος, έτσι και η σκέψη γεννιέται εκεί όπου δεν υπάρχει ακόμη λογική συνάφεια, όπου, αντιθέτως, αυτή μόλις αρχίζει να διαμορφώνεται. Αυτή ακριβώς η σχέση είναι που εκφράζεται μέσα από το αφελές ψέλλισμα του φιλοσοφικού εμπειρισμού ή θετικισμού, ο οποίος αισθάνεται πολύ καλά την αδυναμία να εκφραστεί το πραγματικό και την ανικανότητα της λογικής να θεμελιώσει από μόνη της τη συγκεκριμένη γνώση.

Εδώ ανακύπτει φυσικά το ερώτημα κατά πόσον είναι δικαιολογημένη μια τέτοια αναγωγή κάθε κρίσης «Α είναι Β» —με όλες τις τροπικότητές της— στον τύπο «Εγώ είμαι Α». Δεν πρόκειται μάλλον για δύο εντελώς διαφορετικά είδη κρίσεων;

Μολονότι, βέβαια, διαφέρουν ως προς το περιεχόμενό τους, είναι ωστόσο ταυτόσημες ως προς τη δομή τους. Το πρωταρχικό και τυπικό από γνωσιολογική —και ανθρωπολογική— άποψη είναι αναμφίβολα το «Εγώ είμαι Α». Από το Εγώ αναπτύσσεται η αντωνυμία του δεύτερου και του τρίτου προσώπου, και από την τελευταία, μέσω μιας προσωποποίησης της έννοιας, αναπτύσσονται κατόπιν όλες οι μορφές της κρίσης.

Συγχρόνως, όμως, μπορεί να υποστηριχθεί ότι κάθε κρίση με αντικειμενικό περιεχόμενο μπορεί να θεωρηθεί κατηγορούμενο του Εγώ, αυτοπροσδιορισμός του· μολονότι το αυτοτελές υποκείμενο της πρότασης —«αυτό το τραπέζι είναι μαύρο»— προσδίδει στο αντικειμενικό περιεχόμενο την επίφαση ενός υποστατικού χαρακτήρα, ο οποίος δημιουργείται αδιάκοπα από το Εγώ μας σε αναρίθμητες κατοπτρικές επαναλήψεις, στην ουσία —από γνωσιολογική και μεταφυσική άποψη— όλες οι προτάσεις αυτού του τύπου δεν είναι παρά ένα κατηγορούμενο του Εγώ: βλέπω, σκέπτομαι, αισθάνομαι αυτό το τραπέζι ως μαύρο. Αυτή η κρίση βρίσκει τη συνοπτική της έκφραση στη διαπίστωση του Είναι του τραπεζιού καθ’ εαυτό και —όπως το Εγώ— δι’ εαυτό: «αυτό το τραπέζι είναι μαύρο».

Σε κάθε περίπτωση, η προέλευση της σκέψης δεν βρίσκεται εδώ, όχι σε αυτά τα αντικειμενικά κατηγορούμενα, αλλά στην αρχική διατύπωση «Εγώ είμαι Α», στην αντιπαράθεση του Εγώ και του Μη-Εγώ —όπως παρατηρήθηκε με εξαιρετική οξυδέρκεια από τον Fichte. Το Εγώ ως υπόσταση είναι κλεισμένο στον εαυτό του και απρόσιτο· πρέπει από μόνο του, από τα βάθη του, από τη φύση του, να γεννήσει τη δική του αποκάλυψη, η οποία απέναντι στο Εγώ θα ήταν ήδη ένα Άλλο και, υπ’ αυτή την έννοια, ένα Μη-Εγώ, αλλά συγχρόνως θα ήταν και η αποκάλυψη του Εγώ.

Αυτό ακριβώς μαρτυρεί και διακηρύσσει η συνδετική λέξη «είναι» —αυτό το τόσο οικείο και αθώο για εμάς στη γραμματική, αλλά τόσο μυστηριώδες και βαρυσήμαντο στη φιλοσοφία «βοηθητικό ρήμα».

Αυτό το «είναι», το σημαντικότερο εργαλείο στις λειτουργίες της σκέψης, δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συλληφθεί λογικά, διότι συνδέει ως ίσο και ταυτόσημο κάτι άνισο και διαφορετικό. «Το Α είναι Α»: είτε αυτό αποτελεί μια ανοησία, μια ταυτολογία, μια απογύμνωση των λέξεων από το απολύτως συγκεκριμένο περιεχόμενό τους, από τη σημασία τους στις λειτουργίες της σκέψης, είτε αποτελεί μια σύνθεση του άνισου ως ίσου, του διαφορετικού ως ταυτόσημου.

Κάθε «είναι» έχει ως αφετηρία του όχι ένα γραμματικό και λογικό, αλλά ένα οντολογικό νόημα: μέσα του πραγματώνεται η αυτοαποκάλυψη της υπόστασης· είναι η γέφυρα πάνω από την άβυσσο, η οποία συνδέει την ουσία με το Είναι, το υποκείμενο της πρότασης με το κατηγορούμενο· θεμελιώνει την πραγματικότητα, την ύπαρξη. Η συνδετική λέξη «είναι» αποτελεί τη ζωή του αληθώς όντος.

Έτσι, λοιπόν, η υπόσταση, δηλαδή το πνεύμα, είναι η εν ενεργεία τριαδική ενότητα του υποκειμένου, του αντικειμένου και της μεταξύ τους συνάφειας, του Είναι τους, ενώ οι τρεις αυτές στιγμές δεν μπορούν ούτε να χωριστούν η μία από την άλλη ούτε να συγχωνευθούν μεταξύ τους. Δεν υπάρχει υπόσταση χωρίς τη φύση, η οποία βρίσκεται στη βάση κάθε αντικειμενικότητας, και δεν υπάρχει Είναι χωρίς υποκείμενο της πρότασης, χωρίς το αληθώς ον και χωρίς το κατηγορούμενό του, τη φύση.

Το αληθώς ον θέτει το Dasein· το Είναι είναι η ενεργ actuality του αληθώς όντος, το οποίο ως προς την πρωταρχικότητά του βρίσκεται υπεράνω του Είναι. Το αδιαίρετο αυτών των στιγμών θα πρέπει ασφαλώς να είναι ευθύς εξαρχής σαφές, αλλά εξίσου προφανές είναι και το ασύγχυτο μεταξύ τους. Η φιλοσοφία αμαρτάνει και από τις δύο αυτές απόψεις, διότι, χάριν της ενότητας, αρνείται την τριαδική ενότητα.

Καθεμία από αυτές τις τρεις στιγμές φέρει και περιέχει ενεργώς μέσα της και τις άλλες δύο. Η καθαρή υποστατικότητα, όταν δεν είναι προσδιορισμένη μέσα στο Είναι της, δηλαδή όταν είναι χωρίς κατηγορούμενο, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της σκέψης. Το απλώς υποστατικό, ξένο προς τη φύση και έξω από κάθε Είναι, είναι ένα καθαρό μηδέν της αφαίρεσης, το οποίο μπορούμε να πραγματώσουμε μόνο μέσω μιας αφαιρετικής σκέψης, ως κατάλοιπο μετά την αφαίρεση κάθε περιεχομένου από τη σκέψη.

Η συνδετική λέξη «είναι», μέσω της οποίας η υπόσταση, το υποκείμενο της πρότασης, συνδέεται με το κατηγορούμενο, είναι τόσο ισχυρή, ώστε καμία δύναμη του ουρανού, της γης ή της κόλασης δεν είναι ικανή να τη διαρρήξει. Και αυτή η συνδετική λέξη συνδέει, μέσα στην πράξη της ζωής, στην πράξη του Είναι, την υπόσταση με τη φύση της. Η υπόσταση δεν είναι καν υπόσταση, εάν δεν διαθέτει αντικείμενο ή κατηγορούμενο· είναι κατ’ ανάγκην η υπόσταση κάποιου πράγματος ή σε σχέση με κάποιον. Εξίσου δεν υπάρχουν προσδιορισμοί ή κατηγορούμενα που να είναι res nullius, που να μην έχουν το υποστατικό τους πρόσωπο.

Και είναι ευθύς εξαρχής σαφές ότι το Είναι —ή η συνδετική λέξη— έχει μέλη τα οποία συνδέονται κατ’ ανάγκην μεταξύ τους, το υποκείμενο και το κατηγορούμενο της πρότασης· είναι το Είναι κάποιου και μέσα σε κάτι. Η υπόσταση είναι τρόπον τινά ένα ισόπλευρο τρίγωνο ABC, μέσα στο οποίο κάθε γωνία, ανεξαρτήτως από ποια ξεκινά κανείς, προϋποθέτει κατ’ ανάγκην τις άλλες δύο.

ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΤΙΣΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΣΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΩΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ ΤΟ ΕΓΩ. ΕΙΝΑΙ ΙΚΑΝΟΣ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟ ΠΟΔΙ ΠΙΝΟΝΤΑΣ ΜΠΥΡΑ.

Parole,parole, parole, soltanto parole.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου