Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 6 Του George Prestige

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 6

Του George Prestige

Τίτλος πρωτοτύπου:

Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940

Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977


Διάλεξη 2 Κάλλιστος: ή, η πίστη σε ένα Θεϊκό Σωτήρα γ

… Όσο οι χριστιανοί κατείχαν τη θέση ηρωικών λεγεωνάριων, που αγωνίζονταν για τη ζωή τους με ανεπαρκή προστασία κάτω από καυτούς ουρανούς, απέναντι σε έναν κόσμο άγριων αντιπάλων, η αντίθεση ανάμεσα στην Εκκλησία και την κοσμική κοινωνία ήταν τόσο απόλυτη ώστε μια πράξη ηθικής προδοσίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί χωρίς τον έσχατο τρόμο. Το να μπορούσε ένας γνήσιος στρατιώτης του Χριστού να διαπράξει μια τέτοια πράξη προδοσίας δύο φορές ήταν απολύτως αδιανόητο.

Ωστόσο, για τρεις κατηγορίες πνευματικής προδοσίας δεν μπορούσε να απονεμηθεί ούτε μία άφεση. Το μετανοητικό σύστημα δεν επεκτάθηκε, κατά τον δεύτερο αιώνα, στη συμφιλίωση όσων θα μπορούσαν να διαπράξουν το αμάρτημα της αποστασίας από τον Χριστό, του φόνου ή της σαρκικότητας. Ούτε καν η τρομακτική αυστηρότητα της δημόσιας εκκλησιαστικής πειθαρχίας, εκούσια και ειλικρινά αποδεκτής, δεν επαρκούσε για να εξιλεώσει αυτά τα αμαρτήματα ή να εξασφαλίσει γι’ αυτά συγχωρητική χάρη.

Αλλά ως την εποχή του Καλλίστου η Εκκλησία στη Ρώμη και αλλού δεν έμοιαζε πλέον με ένα μικροσκοπικό φυλάκιο μέσα στην έρημο. Οι διωγμοί ήταν διαλείποντες, και ανάμεσά τους οι Χριστιανοί απολάμβαναν περιόδους σχετικής γαλήνης και προστασίας. Υπήρχαν ακόμη, βέβαια, στρατιώτες εφόδου και μονομάχοι της πίστεως, αλλά πλάι τους και πίσω τους υπήρχαν και άλλοι — αρκετά καλοί Χριστιανοί σε καιρούς δημόσιας ή πνευματικής ειρήνης, όχι όμως ακόμη ασκημένοι στον ηρωικό τόνο. Η Εκκλησία εξοικειώθηκε με το θέαμα μελών για τα οποία ο Χριστιανισμός σήμαινε προς το παρόν όχι τόσο τον θριαμβευτικό καταπατημό του δράκοντος της αμαρτίας, όσο την απελπισμένη πάλη μέσα στους σπειροειδείς του εναγκαλισμούς.

Κατά συνέπεια, ο Κάλλιστος, όταν έγινε επίσκοπος, τροποποίησε σε τέτοιο βαθμό το μετανοητικό σύστημα ώστε να δέχεται μοιχούς και πόρνους μία φορά — και μόνο μία — στα ευεργετήματά του. Ως αληθινός ποιμένας ενδιαφερόταν να σκεφθεί όχι μόνο την καθαρότητα των χριστιανικών ιδανικών αλλά και την πρακτική εφαρμογή του θησαυρού της χάριτος. Φαίνεται ότι τόσο αυτή η τελευταία και κορυφαία «υπερβολή» όσο και οι δικές του απογοητευμένες φιλοδοξίες θεολογικής ηγεσίας ώθησαν τον πουριτανικώς σκεπτόμενο Ιππόλυτο να ιδρύσει αντιπολιτευόμενο συναθροισμό εναντίον του νέου του επισκόπου.

Κι όμως, κανένας σύγχρονος χριστιανός στοχαστής δεν μπορεί να αμφιβάλει ούτε στιγμή ότι ο Κάλλιστος είχε δίκιο — τόσο επιμένοντας σε μια διδασκαλία περί Χριστού που καθιστούσε το κήρυγμα της σωτηρίας πραγματικότητα, όσο και μετριάζοντας ένα υπερβολικά αυστηρό σύστημα πειθαρχίας, ώστε να ενθαρρύνει και όχι να απωθεί τη μετάνοια, και έτσι να αναπτύσσει μάλλον παρά να αναστέλλει την ενέργεια της χάριτος.

Το θρησκευτικό υπόβαθρο του λατινικού Χριστιανισμού στη γενεά του Καλλίστου δεν πρέπει, ωστόσο, να εκτιμηθεί μόνο από τις θεολογικές του διαμάχες και τους απεγνωσμένους ηθικούς του αγώνες. Αυτά ήταν περιστασιακά και συμπτωματικά. Υπήρχε επίσης μια πολύ πιο ισόρροπη και στερεή πλευρά, που μπορεί κάλλιστα να εικονογραφηθεί από τη διδασκαλία του Ειρηναίου περί απολυτρώσεως. Μέσα σε ένα τέτοιο πνευματικό κλίμα — όπως εκείνο που διέδιδε — θα είχε ανατραφεί ένας Ρωμαίος Χριστιανός όπως ο Καλλίστος.
Η «Απόδειξις τοῦ Ἀποστολικοῦ Κηρύγματος», που γράφτηκε από τον Ειρηναίο προς το τέλος του δευτέρου αιώνα ως δογματικό εγχειρίδιο για μορφωμένους Χριστιανούς, χάθηκε από τη δυτική θέαση επί ενάμιση χιλιετία· μόνον το 1904 ανακαλύφθηκε εκ νέου, σε αρμενική μετάφραση. Ακολουθεί σύνοψη μέρους του περιεχομένου της.


Ο Λόγος έγινε σάρκα ώστε η αμαρτία να στερηθεί την εξουσία της επάνω μας μέσω της ίδιας της σάρκας την οποία είχε εξουσιάσει και κυριαρχήσει· ο Κύριος «ενίκησε δια του Αδάμ εκείνο που δια του Αδάμ μας είχε καταβάλει» (31). Το παράπτωμα που ήλθε μέσω του δένδρου της γνώσεως στον κήπο της Εδέμ αναιρέθηκε από το δένδρο της υπακοής στον Γολγοθά, στο οποίο ο Υιός του Ανθρώπου καρφώθηκε, καταργώντας έτσι τη γνώση του κακού και θεμελιώνοντας τη γνώση του αγαθού (34). Έτσι ο Χριστός επέτυχε ενδόξως την απολύτρωσή μας.

Ο Υιός του Θεού έγινε Υιός του Δαβίδ και Υιός του Αβραάμ, τελειοποιώντας και ανακεφαλαιώνοντας την ανθρώπινη φύση μέσα Του, ώστε να μας καταστήσει μετόχους της ζωής. Διότι ήμασταν φυλακισμένοι από την αμαρτία, γεννημένοι μέσα στην αμαρτωλότητα και ζώντας υπό τον θάνατο. Αλλά ο Θεός Πατήρ ήταν πλήρης ελέους. Έστειλε τον δημιουργικό Του Λόγο, ο οποίος όχι μόνο ήλθε να μας ελευθερώσει αλλά ήλθε στον ίδιο τον τόπο όπου είχαμε χάσει τη ζωή και έσπασε τα δεσμά των αλύσεών μας.

Το φως Του εμφανίστηκε και έκανε να εξαφανιστεί το σκοτάδι της φυλακής· αγίασε τη γέννησή μας και κατέστρεψε τον θάνατο, λύνοντας τα δεσμά στα οποία ήμασταν δεμένοι. Φανέρωσε την ανάσταση, ο Ίδιος γινόμενος πρωτότοκος εκ των νεκρών, και μέσα Του ανήγειρε τον πεσμένο άνθρωπο, υψώνοντάς τον πολύ πάνω από τους ουρανούς, στα δεξιά της δόξας του Πατρός. Αυτά τα εκπλήρωσε αληθινά ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, όταν επέτυχε ενδόξως την απολύτρωσή μας, ώστε να μας αναστήσει αληθινά και να μας ελευθερώσει προς τον Πατέρα (37, 38).

Επέλεξε τους αποστόλους ως μάρτυρες όλων των αγαθών έργων Του, της διδασκαλίας Του, των παθημάτων, του θανάτου, της αναστάσεως και της αναλήψεώς Του· και τους απέστειλε σε όλο τον κόσμο, δείχνοντας στην ανθρωπότητα την οδό της ζωής, για να την αποστρέψουν από τα είδωλα (δεισιδαιμονία), την πορνεία (σαρκικότητα) και την πλεονεξία (εγωισμό), καθαρίζοντας ψυχές και σώματα με το βάπτισμα του ύδατος και του Αγίου Πνεύματος. Με την πίστη και την αγάπη και την ελπίδα θεμελίωσαν όσα είχαν προαναγγείλει οι προφήτες, την κλήση των εθνών σύμφωνα με το έλεος που ο Θεός τους επέκτεινε. Τους προέτρεπαν με τον λόγο της αληθείας να διατηρούν τη σάρκα τους αμόλυντη έως την ανάσταση και την ψυχή τους ακηλίδωτη. «Διότι τέτοια είναι η κατάσταση εκείνων που έχουν πιστεύσει, αφού μέσα τους κατοικεί διαρκώς το Άγιο Πνεύμα, το οποίο δόθηκε από [τον Χριστό] στο βάπτισμα και διατηρείται από τον δεχόμενο, εάν βαδίζει μέσα στην αλήθεια και την αγιότητα και τη δικαιοσύνη και την υπομονετική καρτερία» (41, 42).

Ο Χριστιανισμός οδηγεί προς και ανυψώνει σε μια τελική ανάσταση στον μέλλοντα κόσμο, αλλά είναι απολύτως σαφές ότι οι καρποί της αναστάσεως αρχίζουν ήδη να παράγονται από τα δένδρα της θείας φυτείας μέσα σε αυτόν τον παρόντα κόσμο. Έτσι μπορεί να συναχθεί μια ευγενής αντίθεση ανάμεσα στον Νόμο του Μωυσή και στη ζωή της χριστιανικής αγάπης. Οι Χριστιανοί δεν χρειάζονται πλέον τον Νόμο για να τους παιδαγωγεί. Στέκονται ενώπιον του Πατρός, έχοντας γίνει ισχυροί σε κάθε δικαιοσύνη και σωφροσύνη. Δεν έχουν πια καμία επιθυμία να παραβούν τις εντολές, ούτε παίρνοντας τη γυναίκα άλλου, ούτε ενδίδοντας σε οργή και έχθρα· δεν επιθυμούν τα αγαθά των άλλων, διότι δεν φροντίζουν καθόλου για τα επίγεια αλλά αποταμιεύουν ουράνιους καρπούς· δεν θεωρούν κανέναν εχθρό αλλά όλους πλησίον· δεν έχουν ανάγκη να τηρούν το σάββατο με αργία, διότι κάθε ημέρα υπηρετούν τον Θεό με τα σώματά τους, που είναι ναός Του, και σε κάθε ώρα εργάζονται τη δικαιοσύνη (96).

Αυτό ήταν το είδος της καταστάσεως σωτηρίας που κατανοούσε ο πρώιμος Χριστιανός· το ιδεώδες του ήταν γι’ αυτόν μια βαθιά πραγματικότητα, και από πολλές απόψεις ζούσε εκπληκτικά κοντά στην πραγμάτωσή του. Μπορούσε να ελπίζει να το επιτύχει μόνο με τη δύναμη της θείας χάριτος, και αυτό ο Ειρηναίος το γνώριζε πολύ καλά.

«Με την επίκληση του ονόματος του Ιησού Χριστού, που σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου, επέρχεται διαχωρισμός και διάκριση μεταξύ των ανθρώπων· και όπου κι αν κάποιος από εκείνους που πιστεύουν σε Αυτόν Τον επικαλεστεί και Τον προσκαλέσει και πράξει το θέλημά Του, Εκείνος είναι πλησίον και παρών, εκπληρώνοντας τα αιτήματα εκείνων που με καθαρές καρδιές Τον επικαλούνται. Έτσι, λαμβάνοντας τη σωτηρία, αποδίδουμε διαρκώς ευχαριστία στον Θεό, ο οποίος με τη μεγάλη, ανεξιχνίαστη και ανερεύνητη σοφία Του μας λύτρωσε και ανήγγειλε από τον ουρανό τη σωτηρία» (97).

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε αυτή την πρακτική και αισιόδοξη χριστιανική αντίληψη της σωτηρίας και στις ιδέες περί σωτηρίας που επικρατούσαν στους ειδωλολατρικούς ελληνιστικούς κύκλους. Η κυρίαρχη ελληνιστική σκέψη απείχε πολύ από το να είναι άθρησκη. Είχε αντλήσει έναν παθιασμένο πόθο για γνώση από τις μεγάλες ελληνικές σχολές, αλλά ο διανοητισμός της Ελλάδας είχε βαθιά μεταβληθεί, όχι μόνο μέσω των πιο λαϊκών επιδιώξεων των απλών ψυχών, αλλά και μέσω της συνεχούς διείσδυσης της ανατολικής μυστικιστικής παράδοσης.

Τα προκύψαντα ρεύματα, εν μέρει φιλοσοφικά και εν μέρει μυστικιστικά, έλαβαν ποικίλες μορφές, στις οποίες το κοινό στοιχείο ήταν η πίστη σε μια βεβαιότητα αθανασίας που αποκτάται μέσω του φωτός μιας προσωπικής ελλάμψεως — αυτό που έχει ονομαστεί «σωτηρία διά της γνώσεως» (Dr. C. H. Dodd, The Study of Theology, σ. 236). Στο ένα άκρο της κλίμακας, μια τέτοια γνώση μπορούσε να μην περιλαμβάνει τίποτε περισσότερο από εξοικείωση με τα κατάλληλα τελετουργικά και ξόρκια μιας απροκάλυπτης μαγείας.

Στο άλλο άκρο, σήμαινε προσωπική κοινωνία με τον Θεό, βιούμενη σε ορισμένο μέτρο εδώ στη γη, αλλά με τελική κατάληξη μια κατάσταση απελευθέρωσης και — ή τουλάχιστον — μια μυστική απορρόφηση μέσα στη θεία ύπαρξη. Η σωτηρία που εξασφαλιζόταν έτσι δεν ήταν, όπως στο χριστιανικό Ευαγγέλιο, μια πνευματική κατάσταση προγεύσεως ήδη από την παρούσα ζωή, αλλά μάλλον μια εκπλήρωση για την ψυχή μετά τον θάνατο, όταν θα είχε απελευθερωθεί από τις δοκιμασίες και τα βάρη της σάρκας.

Μια τέτοια αντίληψη βρισκόταν στη ρίζα της διδασκαλίας του Βαλεντίνου, καθώς και όλων των γνωστικών συστημάτων. Η δύναμή της, ωστόσο, συσκοτιζόταν σε όλα αυτά, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, από την ενασχόλησή τους όχι μόνο με τη σωτηρία αλλά και με το πρόβλημα της δημιουργίας. Συνολικά δεν είναι άδικο να ειπωθεί ότι όλοι οι Γνωστικοί ενδιαφέρονταν τόσο βαθιά για την κοσμολογία όσο και για τη σωτηριολογία, και για τους περισσότερους το πρώτο ενδιαφέρον ήταν μακράν το πιο απορροφητικό.

Ο Χριστιανισμός συμφωνούσε με τις υψηλότερες ειδωλολατρικές πίστεις στο ότι απαιτούσε μια θέση στη θρησκευτική πράξη όχι μόνο για τη νόηση αλλά και για το συναίσθημα, στο ότι υποστήριζε την επιθυμία του απλού ανθρώπου για μελλοντική ζωή, στο ότι του πρόσφερε σωτηρία από τα πάθη αλλά και από την αμαρτία — σημείο στο οποίο η ελληνιστική θρησκεία ήταν κάπως ελλιπής — και στο ότι τον δίδασκε, αν και με ασύγκριτα σαφέστερη έμφαση, να λατρεύει έναν Θεό, ο οποίος ήταν το έσχατο θεμέλιο κάθε υπάρξεως, τον Παντοκράτορα Πατέρα και Δημιουργό του ουρανού και της γης.

Οι διαφορές όμως ανάμεσα στις αντίπαλες πίστεις δεν ήταν λιγότερο εκτεταμένες. Το χριστιανικό συναίσθημα κατευθυνόταν προς το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού Χριστού, αληθινού Θεού και αληθινού ανθρώπου. Η έκφρασή του ελεγχόταν αυστηρά με αναφορά στις ιστορικές αφηγήσεις, συγχρόνως τρυφερές και συγκρατημένες, των τεσσάρων Ευαγγελίων. Υπερβολές, όπως εκείνες στις οποίες επιδίδονταν οι Φρύγες ιερείς και οι οπαδοί τους, αποδοκιμάζονταν αυστηρά. Ούτε καν στις χειρότερες εκτροπές τους οι χριστιανοί ασκητές δεν καταξεσχίζονταν με μαχαίρια· το μόνο αίμα για το οποίο καυχώνταν ήταν το πολύτιμο αίμα του Χριστού, που χύθηκε άπαξ διά παντός, και το αίμα του μαρτυρίου, το οποίο οι Χριστιανοί απαγορευόταν αυστηρά από την Εκκλησία να επιδιώκουν με εκούσια αυτοπροβολή· και οι τυπικές χριστιανικές αρετές δεν ήταν η έκσταση και ο πνευματικός ή σαρκικός ενθουσιασμός, αλλά οι ειρηνικοί καρποί μιας τακτοποιημένης και πειθαρχημένης ζωής.

Όσον αφορά τη μελλοντική επιβίωση, η ειδωλολατρία θεμελίωνε όλες τις προσδοκίες της για αιωνιότητα στην απαξίωση της επίγειας υπάρξεως. Ο κόσμος των αισθήσεων — και όχι το κακό μέσα σε αυτόν — ήταν ο εχθρός. Οι παγανιστές μυστικιστές, ως επί το πλείστον, είχαν ελάχιστη ιδέα περί εξυψώσεως αυτής της θνητής ζωής ή περί χαλιναγωγήσεώς της μέσα σε πνευματικό ζυγό. Προσεύχονταν να ελευθερωθούν από τη σάρκα μάλλον παρά από την αμαρτία. Το σώμα ήταν φυλακή ή τάφος, από τον οποίο η αποδέσμευση αποτελούσε τη μοναδική ελπίδα της ψυχής. Η σωτηρία, συνεπώς, σήμαινε ανακούφιση, αν ήταν δυνατόν, από τα βάσανα της παρούσας ζωής και απελευθέρωση από την ατίμωση και τον περιορισμό του σώματος στη μέλλουσα.

Οι Χριστιανοί, αντίθετα, θεωρούσαν το σώμα ως υπηρέτη και όχημα της ψυχής, ως όργανο μιας πλήρους προσωπικότητας. Η σωτηρία για αυτούς σήμαινε χαρμόσυνη υπομονή απέναντι στα αναπόφευκτα βάσανα της γης και, στο μέλλον, όχι απελευθέρωση από τη σωματική συνθήκη της ανθρώπινης προσωπικότητας, αλλά διεύρυνση και τελείωσή της. Η αρνητική ιδέα της σωτηρίας που δεχόταν η ειδωλολατρία αντικαταστάθηκε από μια χριστιανική θετική.

Τέλος, οι αναρίθμητες εκδηλώσεις της θεότητας, τις οποίες ανεχόταν η ειδωλολατρία, υπηρετούσαν να συσκοτίζουν τουλάχιστον όσο και να αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα και τη δράση της μίας υπάρξεως, απομακρυσμένης πίσω από όλες, την οποία ακόμη και οι καλύτεροι παγανιστές ψηλαφούσαν μάλλον αμυδρά. Επιπλέον, παρήγαγαν τόσο ισχυρή αίσθηση της απομακρύνσεως του αληθινού Θεού, ώστε κατέστη αδιανόητο να φανταστεί κανείς ότι Εκείνος ενδιαφερόταν βαθιά για τη βοή και τη μοχθηρή καθημερινότητα της ανθρώπινης μυρμηγκοφωλιάς.

Υπήρξε τεράστια διάδοση μοιρολατρίας, βασισμένης στις αδιάσειστες δεισιδαιμονίες της αστρολογίας. Και αν ο φυσικός κόσμος, θεμελιωμένος στην ύλη, ήταν πράγματι δημιούργημα μιας θείας υπάρξεως και όχι το αυθυπόστατο όργανο μιας μηχανικής μοίρας, ο παγανιστικός νους δίσταζε να αποδώσει μια τόσο ατελή κατασκευή στο δημιουργικό χέρι της τελειότητας· θα πρέπει να είχε δημιουργηθεί είτε από κάποιον κατώτερο άγγελο, πολύ απομακρυσμένο από τον Παντοκράτορα Πατέρα, είτε από τον διαβολικό εχθρό· ο κόσμος ήταν είτε σφάλμα είτε προσβολή.

Σε αντίθεση με όλες αυτές τις εικασίες, το χριστιανικό Ευαγγέλιο πρόσφερε ένα μήνυμα σωτηρίας από τον έναν Θεό και Πατέρα της ανθρωπότητας, ο οποίος, παρά την άρνηση του Μαρκίωνα, ήταν ο άμεσος Δημιουργός του σύμπαντος και ο οποίος, αντί για πολυάριθμες εκφυλισμένες εκπορεύσεις ή για πολλαπλότητα ελαττωματικών τοπικών θεών και θεαινών, είχε έναν και μόνο θείο Υιό ή Εικόνα ως πλήρη έκφραση της υπάρξεώς Του μέσα στην αιωνιότητα και ως πλήρη αποκάλυψη της θεότητάς Του με όρους ανθρώπινης ζωής.

Αυτή ήταν μια εντελώς διαφορετική ιδέα περί Θεού από οτιδήποτε είχε προταθεί στις εικασίες της ανώτερης ειδωλολατρίας. Ήταν σαφής και καθορισμένη εκεί όπου εκείνες ήταν αόριστες· ήταν ριζωμένη στην ιστορία, ενώ εκείνες αιωρούνταν μέσα σε φαντασιακή αφαίρεση. Ενώ εκείνες απέρριπταν τον κόσμο, αυτή αποδεχόταν τον κόσμο και προέβλεπε την εκπλήρωση του σκοπού του ακόμη και μέσα στην πράξη της μεταμορφώσεώς του σε «καινούς ουρανούς και καινή γη».

Συνεχίζεται
 

Αντίφαση και διαλεκτική (91).

   Συνέχεια από: Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2023

ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥΣ.
Του Enrico Berti.  

                                                                              Κεφάλαιο IV

 Επανανακάλυψη τής αρχαίας διαλεκτικής μέσω τής συζήτησης περί τής αντιφάσεως στην σημερινή λογική!(συνέχεια)

          Το άρθρο του Popper δημιούργησε μία ταραχή ανάμεσα στους υποστηρικτές της διαλεκτικής, τόσο της Εγελιανής όσο και της μαρξιστικής, ιδιαιτέρως δε ανάμεσα στους υποστηρικτές του διαλεκτικού υλισμού, καθορίζοντας στα χρόνια ’40 και ’50 μία σειρά τοποθετήσεων από μέρους επιφανών λογικών τόσο στις σοσιαλιστικές χώρες, όσο και στις δυτικές. Μερικοί εξ’αυτών δικαίωσαν τον Πόππερ, αναγνωρίζοντας ότι οι πραγματικές αντιφάσεις βεβαιωμένες από την διαλεκτική είναι διαφορετικές από τις λογικές αντιφάσεις οι οποίες αποκλείονται από την τυπική λογική, ενώ άλλοι προσπάθησαν να δείξουν ότι η διαλεκτική, παρότι δέχεται κάποιες αληθινές και πραγματικές λογικές αντιφάσεις δεν καθίσταται μπανάλ, ή επειδή δεν αρνείται αληθινά την α.τ.μ.α. ή επειδή ακόμη και αν το αρνείται, είναι εξίσου “τυποποιούμενη”, δηλαδή εκφράζεται σε ένα σύστημα τυπικής λογικής, το οποίο περιέχει ακριβείς κανόνες, τέτοιους ώστε να καθιστούν και σ’αυτή δυνατό τον προτεινόμενο λογισμό.

          Μία πρώτη ομάδα προσπαθειών τυποποιήσεως της διαλεκτικής δεν απαιτεί την άρνηση της α.τ.μ.α., αλλά θέλει να φανερώσει ότι ακόμη και αν διατηρήσουμε την αξία αυτής της τελευταίας, η διαλεκτική αποσύρεται στις συνέπειες που έδειξε ο Πόππερ. Σ’αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε πάνω απ’όλα ο Leo Apostelο οποίος επικαλέσθηκε σχετικά μ’αυτό, τον υπολογισμό των σχέσεων. Σύμφωνα με τον Apostel, οι αντιφάσεις για τις οποίες μιλούν ο Χέγκελ και ο Μαρξ είναι αυθεντικές λογικές αντιφάσεις, αλλά παρ’όλα αυτά η διαλεκτική συμβιβάζεται με την τυπική λογική, διότι οι αρχές αυτής της τελευταίας, ιδιαιτέρως η α.τ.μ.α, αποδέχονται διατυπώσεις διαφορετικές στα διάφορα επίπεδα συνθετότητος του φορμαλισμού, και αυτό διότι ο ίδιος ο όρος της αρνήσεως, τον οποίο χρησιμοποιούν, μπορεί να προσλάβει διαφορετικές σημασίες. Εάν οι αρνήσεις τις οποίες χρησιμοποιεί η διαλεκτική τοποθετηθούν όλες στο ίδιο επίπεδο, η α.τ.μ.α προκύπτει ψεύτικη, αλλά σε έναν φορμαλισμό σαν εκείνο που προτείνει ο Apostel, αυτό δεν επαληθεύεται. Η παρατήρηση που έρχεται αυθόρμητα να κάνουμε σχετικά, είναι ότι, εάν από το ένα μέρος ο Apostel έχει το προτέρημα ότι συνέλαβε πως ένας από τους χαρακτήρες της διαλεκτικής είναι ακριβώς το αδιάκριτο ανάμεσα στην γλώσσα και την μετά-γλώσσα, δηλαδή το συνεχές  πέρασμα  από το ένα επίπεδο στο άλλο, από το άλλο μέρος ακριβώς αυτή η αδιακρισία ανάμεσα στα επίπεδα είναι αυτό που γεννά την αντίφαση, η οποία μπορεί εύκολα να αποφευχθεί, όταν τα επίπεδα τηρηθούν διακεκριμένα. Δεν φαίνεται λοιπόν αυτός ο τύπος φορμαλισμού της διαλεκτικής να κατορθώνει να φανερώσει την ανάγκη της αντιφάσεως, αλλά περιορίζεται απλώς στην εξήγηση της παρουσίας της! Μία προσπάθεια φορμαλισμού της Εγελιανής διαλεκτικής η οποία κρίθηκε σαν ιδιαιτέρας αξίας από τους μελετητές, είναι εκείνη που πραγματοποιήθηκε από τον Πολωνό Leonard S. Rogowski, ο οποίος ανέλυσε τις τρείς πρώτες κατηγορίες της Επιστήμης της Λογικής (Είναι, μη-είναι, γίγνεσθαι), ενός λογικού πολυσήμαντου (πολυαξιακού) υπολογισμού, μη-αντιφατικού και αξιωματίζοντος, ονομαζόμενου “οδηγητική λογική”. Και πράγματι μέσω της αντινομίας της κινήσεως και των λύσεων που έδωσε ο Αριστοτέλης με όρους συνέχειας και δυναμισμού, ο Rogowski κατορθώνει να επαναδιατυπώσει τις αντιφάσεις που περιέχονται σ’αυτές μέσω τεσσάρων δημιουργών προτάσεων, οι οποίες είναι πέραν της “διαβεβαιώσεως” (αντιστοιχούσα στο “Είναι”) και τής “άρνησης” (αντιστοιχούσα στο “μη-είναι”), τής “προφύλαξης” (αντιστοιχούσα στο “αρχίζει να είναι”). Για να το κατορθώσει ο συγγραφεύς πρέπει να αναγνωρίσει ότι ο όρος του “Είναι” τον οποίο χρησιμοποιεί ο Χέγκελ δεν είναι υπερβατικός, δηλαδή πολυσήμαντος, όπως του Αριστοτέλη, αλλά ουσιωδώς μονοσήμαντος, ενώ από το άλλο μέρος η Εγελιανή έννοια της ένωσης, της σύνδεσης είναι εντελώς ιδιαίτερη και η Εγελιανή έννοια της αρνήσεως είναι διαφορετική από την ορθόδοξη έννοια ή την “δυνατή” δηλαδή από την πραγματική και αληθινή εξαίρεση, διότι είναι μία άρνηση “αδύναμη” η οποία δεν εξαιρεί πλήρως αυτό στο οποίο αναφαίρεται! Γι’αυτούς τους λόγους ο ίδιος ο Rogowski αναγνωρίζει ότι οι οδηγητικές αντιφάσεις στις οποίες τυποποιεί την αντιφατικότητα του γίγνεσθαι την οποία δηλώνει ο Χέγκελ, είναι “γενικές αντιφάσεις”, δηλαδή δεν είναι εκείνες που απαγορεύει η α.τ.μ.α.

          Παρατηρήθηκε ότι το όριο αυτής της τυποποίησης συνίσταται στην προσφυγή σε μία λογική τετρασθενή, εκεί όπου ο Χέγκελ χρησιμοποιεί μία λογική δισθενή, αλλά αυτό επιβεβαιώνει ότι στον Χέγκελ μπορούμε να μιλήσουμε για αντιφάσεις μόνον διότι ορισμένοι όροι (είναι και μη-είναι) χρησιμοποιούνται με μονοσήμαντη σημασία! Το γεγονός ότι αυτές οι αντιφάσεις αποφεύγονται-διότι σ’αυτό συνίσταται η τυποποίηση του Rogowski-μέσω της καταφυγής σε πολυσήμαντες λογικές επιβεβαιώνει ότι αυτές δεν θα γεννιόντουσαν καν εάν, ακόμη και στο πλαίσιο μιας δισθενούς λογικής, όπως είναι η κλασσική, όπως και η Εγελιανή επίσης, γινόταν η χρήση των όρων με την πολλαπλότητα των σημασιών που αποκαλύπτει το γιγνεσθαι!

          Προς αυτή την τελευταία κατεύθυνση προχώρησε μία ακόμη προσπάθεια τυποποιήσεως της Εγελιανής λογικής, από τον Michael Kosok. Αυτός χρησιμοποιεί το θεώρημα της ατελούς του Godel (δηλαδή όπως είναι γνωστό, την ανακάλυψη ότι κάθε λογικό σύστημα περιέχει προτάσεις ανάμεσα στις οποίες είναι η ανάληψη της ίδιας του της ανιφαντικότητος, των οποίων η αξία της αλήθειας, είναι, βάσει του ίδιου του συστήματος, αναπόδεικτη) για να αποδείξει την αντιφατικότητα κάθε συστήματος το οποίο, όπως εκείνο του Χέγκελ, απαιτεί να είναι πλήρες, δηλαδή αυτοθεμελιούμενο. Εάν λοιπόν πράγματι, παρατηρεί ο Kosok, η μη-αντιφατικότητα συνεπιφέρει, βάσει του θεωρήματος του Godel, την ατέλεια, η ανάληψη της πληρότητος φέρει με την σειρά της αναγκαίως αντιφάσεις, όπως εκείνες που πράγματι υπάρχουν στο Εγελιανό σύστημα!

          Το πιο ενδιαφέρον, από την δική μας οπτική γωνία είναι ότι για τον Kosok η απαίτηση της πληρότητος και επομένως η ανάγκη της αντιφάσεως, εκφράζεται ουσιαστικώς από την χρήση, την οποία εφάρμοσε ο Χέγκελ, μονοσήμαντων ορισμών, δηλαδή από μία σημασία της ταυτότητος η οποία υποχρεώνει να καταφύγουμε σε έναν “στοχασμό” ή “επέκταση των σχεδίων” η οποία δημιουργεί μία αληθινή και πραγματική “αρχή της μη-ταυτότητος”. Κάτω από το θεώρημα του Godel λοιπόν, υπάρχει η ανάγκη επαναδιατυπώσεως της ταυτότητος, επιτρέποντάς της να εκφράσει την μη-ταυτότητα. Είναι περιττό να σημειώσουμε την σύπτωση ανάμεσα σ’αυτή την θέση και το αποτέλεσμα της δικής μας προηγούμενης αναλύσεως, σύμφωνα με την οποία η ανάδυση των αντιφάσεων στον Χέγκελ οφείλεται στην μονοσήμαντη χρήση των όρων και σε μία σημασία υπερβολικά στενής της αρχής της ταυτότητος, η οποία οδηγείται εν τέλει στην διανοητική μοντέρνα λογική.

          Τέλος μία τελευταία προσπάθεια τυποποιήσεως της Εγελιανής διαλεκτικής έγινε από τον Dominique Dubarle, ο οποίος όμως περιορίστηκε να υπολογίσει την πρόοδο λόγω της οποίας περνάμε από την μία έννοια στην άλλη, χωρίς να λάβει υπ’όψιν το πρόβλημα των κρίσεων, και έτσι δεν ασχολήθηκε με την αντίφαση. Έτσι λοιπόν και η τυποποίηση του Dubarle βασίζεται στην φανέρωση του ισομορφισμού των επιπέδων του λόγου που παρουσιάζονται στον Χέγκελ και το συμπέρασμα του είναι ότι η διαλεκτική είναι μία επέκταση της κλασσικής λογικής, και απαιτεί ένα σύστημα ερμηνείας!

Συνεχίζεται

ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΜΗ-ΑΝΤΙΦΑΣΕΩΣ

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΕΠΙΚΤΗΤΟΥ

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ''ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΔΟΣ'' ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (19):

amethystos: ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ''ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΔΟΣ'' ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (19) (amethystosbooks.blogspot.com)

 Ο Πορφύριος φαίνεται να'χει διακρίνει εξίσου δύο καταστάσεις του Νού, στην πραγματεία του ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ. Σύμφωνα με τον Πρόκλο είχε ομολογήσει σ'αυτό του το έργο πώς ο Νούς, καθότι αιώνιος, διαθέτει εν εαυτώ το "προαιώνιο". Αυτό το προαιώνιο ένωνε τον νού στο Ένα. Σύμφωνα με τις υποδείξεις τού Πρόκλου, πολύ λίγες πάντως, φαίνεται πώς αυτό το προαιώνιο ήταν ένα είδος πρωτογενούς καταστάσεως τού νοός, μία κάποια προϋπαρξη τού νού σε σχέση με τον εαυτό του, που μπορεί να παρομοιαστεί με τον νού που δέν μπορεί να επιστρέψει στον εαυτό του. (Πρόκλος, Θεολογία πλατωνική, Ι, 11: Πορφύριος δε αύ μετά τούτον (Τον Πλωτίνο) εν τη περί αρχών πραγματεία τόν νούν είναι μέν αιώνιον εν πολλοίς και καλοίς αποδείκνυσι λόγοις, έχειν δέ όμως εν εαυτώ και προαιώνον. Και το μέν προαιώνον τον νούν τω ενί συνάπτειν...Ο νούς έχει τι κρείττον εν εαυτώ του αιωνίου).

          Ο Πορφύριος μπορούσε να βρεί στον δάσκαλο του Πλωτίνο ένα σχέδιο αυτής της Θεωρίας. Αυτός κάνει πολλές φορές αναφορά σε μία κατάσταση του Νού στην οποία αυτός υπερβαίνει τόν εαυτό του και συμπίπτει με το Ένα. (Ενν. VI, 9,3,27/ V,5,8,24/ VI,7,35,30). Αλλά ο Πορφύριος πάει πιο μακρυά. Τείνει να ξεχωρίσει δύο νόες. Ο πρώτος είναι ένας Νούς σε ησυχία, σε μία κατάσταση απολύτου απλότητος. Αυτός δέν μπορεί να επιστρέψει στον εαυτό του ακριβώς επειδή είναι απολύτως απλός. Μοιάζει να συγχέεται με το ίδιο το Ένα. Ο δεύτερος είναι ένας Νούς σε κίνηση και σε ενέργεια, ο οποίος εξέρχεται αυτού για να επιστρέψει στην συνέχεια σ'αυτόν. Αυτή η θεωρία θυμίζει την αντίστοιχη του Νουμήνιου. Ακόμη και ο ίδιος ο Πλωτίνος που την είχε δεχθεί σε μία πρώτη στιγμή την απέρριψε αποφασιστικά! (Ενν ΙΙΙ 9,1,26: ουδ επινοείν τον μέν τίνα νούν εν ησυχία τίνι, τον δέ οίον κινούμενον, ΙΙ, 9,1,33, ού μήν ουδέ διά τούτο πλείους νούς ποιείν, εί ο μέν νοεί, ο δέ νοεί ότι νοεί). Μοιάζει σαν να θέλησε ο Πορφύριος να δικαιώσει μ'αυτή την θεωρία, την πρόοδο του Νοός, δηλώνοντας την σύμπτωση με το Ένα, του νοός ο οποίος δέν μπορεί να επιστρέψει στον εαυτό του, για να τονίσει την συνέχεια ανάμεσα στον καταγωγικό αυτό Νού και τον Νού εν ενεργεία, που γεννά τον εαυτό του σαν Νόηση.

Αμέθυστος.

ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥΣ (1)

  ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ

ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥΣ
ENRICO BERTI
Ετούτο το βιβλίο είναι η έρευνα, πάνω απ’όλα θεωρητικού ενδιαφέροντος, της λογικής δομής του φιλοσοφικού λόγου, μία έρευνα η οποία αναπτύσσεται στο εσωτερικό της ιστορίας, με την πεποίθηση πώς δεν είναι αναγκαίο να ανακαλύψουμε καινούργιες αλήθειες, αλλά αρκεί να ξέρουμε να ψάξουμε την αλήθεια εκεί όπου βρίσκεται, δηλ. σε μερικές στιγμές -όχι σε όλες, είναι αυτονόητο- της ιστορίας της φιλοσοφίας.

Γιατί αυτό το ενδιαφέρον; Διότι η τόσο διαφημισμένη, και παρ’ όλα αυτά αναντίρρητη σημερινή κρίση της φιλοσοφίας, είναι ουσιαστικώς μία κρίση λογικής υφής. Δέν γίνεται αναφορά βεβαίως στην συμβολική λογική και στις σχετικές τεχνικές τυποποιήσεως. Με λογική δομή εννοούμε μία πρόοδο επιχειρηματολογίας ικανής για επιβεβαίωση, ή καλύτερα, για «δοκιμασία», για να την δοκιμάσουμε στην αποτελεσματικότητά της, που είναι η απαράβατη συνθήκη για την αλήθεια, σύμφωνα με εκείνον τον τύπο της εξέτασης (την πείρα), που έκανε ήδη πράξη ο Σωκράτης. Επιτρέπει να αξιολογήσουμε πότε οποιαδήποτε βεβαίωση είναι επαρκώς θεμελιωμένη, δικαιολογημένη, τέτοια που να μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή ακόμη και πέρα από την ιδιαίτερη υποκειμενική συνθήκη στην οποία βρίσκεται ο δημιουργός της. Η σημερινή κρίση της φιλοσοφίας οφείλεται στην πεποίθηση πώς αυτή δέν διαθέτει πλέον καμμία λογική δομή, διότι έχουμε αποδεχθεί την προκατάληψη πώς οι μόνες αποδεκτές επιχειρηματολογικές πρόοδοι είναι αυτές που χρησιμοποιούνται από τις επιστήμες, τις μαθηματικές ή τις φυσικές ή τις ανθρωπιστικές, πάντως όμως «θετικές», και πώς η φιλοσοφία, για να διακριθεί απο τις τελευταίες, πρέπει να απαρνηθεί οποιαδήποτε δομή, και επομένως οποιαδήποτε φόρμα επιχειρηματολογίας, περιοριζόμενη σ’ένα λόγο ουσιαστικώς τυχαίο, παρότι ίσως ενδιαφέροντα και υποβλητικό.

Φυσικά καταλαβαίνω πολύ καλά πώς το πρόβλημα της σημερινής φιλοσοφίας, δηλ. εκείνο της επιβίωσής της, έτσι όπως το αιώνιο πρόβλημα αυτής της ίδιας της υπάρξεώς της, δηλ. ο λόγος της υπάρξεώς της, δέν περιορίζεται μόνον στη δομή της λογικής. Βασικός πόθος της φιλοσοφίας υπήρξε από πάντοτε, και πιστεύω είναι καί ο σημερινός της ίδιος, η γνώση της αλήθειας, γύρω από πράγματα που ενδιαφέρουν πάρα πολύ, είτε είναι αυτά τα λεγόμενα προβλήματα του νοήματος ή η αξία των υπολοίπων λόγων, ή η δυνατότης μίας μεταμορφώσεως του εαυτού μας και του κόσμου, και κατά συνέπεια δέν αρκεί νά διαθέτουμε μιά λογική δομή, αλλά πρέπει επίσης και να γνωρίζουμε να ερευνούμε και να αναπτύσσουμε λόγους σημαντικούς, οι οποίοι θα βοηθούν να κατανοούμε ή να βλέπουμε πώς έχουν τα πράγματα και οπωσδήποτε θα λύνουν πραγματικά τα προβλήματα.

Καταλαβαίνω επίσης πολύ καλά και τον κίνδυνο που ενέχει η προσπάθεια να γίνει θέμα η λογική δομή της φιλοσοφίας, σαν να μπορούσε να διαχωριστεί από αυτή την τελευταία, δηλ. από την συγκεκριμένη πρόοδο της έρευνας και να γίνει κάτι σαν μία προσπάθεια να καθοριστεί αφαιρετικά, χωρίς να έχουμε γνώση ακόμη ποια είναι η αποτελεσματικότητα των προβλημάτων που αντιμετωπίζονται. Έχω διαβάσει τον Hegel και γνωρίζω τις αντιξοότητες που συναντούμε όταν ομιλούμε για μία μέθοδο γνώσης σαν ένα πράγμα διαφορετικό από αυτή την ίδια την γνώση. Δέν έχω την πρόθεση λοιπόν να δηλώσω τον διαχωρισμό της μεθόδου από την φιλοσοφία ή να υιοθετήσω στάσεις μεθοδολογικές καθαρά φορμαλιστικές ή ουδέτερες.

Ο λόγος για την λογική δομή της φιλοσοφίας είναι τελεσιδίκως λόγος για την φιλοσοφία και οπωσδήποτε είναι και αυτός ο ίδιος φιλοσοφία. Διότι η φιλοσοφία δέν ανέχεται ομιλίες γύρω απο αυτή χωρίς οι ομιλίες αυτές να αποτελούν μέρος της. Και η δική μου εργασία λοιπόν, μέσα στα όρια των ιστορικών μας συνθηκών θα είναι ένας φιλοσοφικός λόγος, θα συγκεντρωθεί κυρίως στην λογική πλευρά, στην δομή, δηλ. στο διαλογικό μέρος της φιλοσοφίας, προσπαθώντας να δώσει ένα κριτήριο στο φώς του οποίοι οι φιλοσοφικοί λόγοι γενικώς, επομένως και τούτος ο ίδιος θα μπορούν να κρίνονται τρόπον τινά, κατά περίστασιν, ακριβείς ή ανακριβείς, και αν είναι δυνατόν ακόμη και αληθινοί ή ψεύτικοι.

Διευκρινίζω αμέσως πώς ο σκοπός μου είναι να δώ εάν στην ιστορία της φιλοσοφίας υπήρξε μία λογική δομή της φιλοσοφίας ταιριαστή μόνο σ’αυτή, δηλ. διαφορετική από εκείνη της επιστήμης, ή από άλλες επιστήμες, η οποία όμως δέν είναι παρόλα αυτά λιγότερο λογική, δηλ. λιγότερο αυστηρή από εκείνη της επιστήμης. Εάν η έκφραση «διαφορετική λογική» δημιουργεί δυσκολίες, με την έννοια πώς παρότι υπάρχουν διαφορετικά αξιωματικά συστήματα, είναι όλα τους υποκείμενα στους ίδιους κανόνες εξαγωγής συμπερασμάτων σύμφωνα με τους οποίους λειτουργεί η νόηση, μπορώ να μιλήσω για «πρόοδο» ή τρόπο εξελίξεως : διότι όλοι μας συμφωνούμε ότι μπορούν να υπάρξουν διαφορετικοί πρόοδοι για κάθε διαφορετική επιστήμη, και εάν κάποιος θελήσει να το αρνηθεί, η τιμή τής αποδείξεως αυτής της αρνήσεως ανήκει σ’όποιον πιστεύει σε μία και μοναδική πρόοδο, της οποίας η μοναδικότης δέν είναι δυνατόν να δοθεί σαν προϋπόθεση. Δέν αγαπώ όμως να ομιλώ για «μέθοδο», λόγω της σημασίας που απέκτησε αυτή η λέξη στην μοντέρνα σκέψη, όπου δέν σημαίνει πλέον «οδός» ή «διαδρομή της έρευνας» ή ακόμη «πραγματεία», όπως για τους Έλληνες, αλλά λόγο προκαταρκτικό, δηλ. χωρισμένο και τυπικό, δηλ. ουδέτερο ώς προς τα περιεχόμενα της γνώσεως (όπως στο γνωστό βιβλίο του Gadamer "Αλήθεια και μέθοδος").

Η δική μου υπόθεση –που πρέπει να επαληθευτεί όμως– είναι πώς η λογική δομή της φιλοσοφίας μπορεί να εντοπιστεί σε μία ιδιαίτερη μορφή εκείνης που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμασαν «διαλεκτική επιχειρηματολογία» και η οποία ταυτίστηκε απο τον Πλάτωνα με την φιλοσοφία. Αυτή η ταύτιση, τόσο στενή ώστε να δώση την δυνατότητα στην διαλεκτική να δώσει το ίδιο της το όνομα στην φιλοσοφία και να μήν υπάρχει για τον Πλάτωνα καμμία άλλη δυνατότης να δείξουμε την φιλοσοφία, παρά μόνον με τον όρο «διαλεκτική», δέν είναι μία απλή ονομαστική πράξη. Αναφέρεται πράγματι στην λογική δομή της φιλοσοφίας, η οποία συντίθεται ακριβώς απο την ικανότητα της να κάνει διάλογο –την δύναμη του διαλέγεσθαι– μέσω ερωτήσεων, απαντήσεων και ανασκευών (έλεγχοι), η οποία, κατά τον Πλάτωνα, διακρίνει την φιλοσοφία, δηλ. την επιστήμη, από τα μαθηματικά.


Αμέθυστος 

XΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ - Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (32)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Σπουδή στον Ιωάννη της Κλίμακος

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ, 1971

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ

᾿Αλλὰ ἡ χαρισματικὴ ὁδὸς τῶν δακρύων, ἡ καθολικὴ αὐτὴ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ εἶναι δώρημα τῆς θείας Χάρης, προϋποθέτει ὡς ἀνθρώπινη συμβολὴ τὴν ἑτοιμότητα τῆς διακρίσεως, τὸν ἀδιάκοπο ἔλεγχο κάθε νοθείας καὶ ἀλλοιώσεως τοῦ χαρίσματος. Εἶναι δύσκολο καὶ γιὰ τὴν πατερικὴ ἀκόμη ἐμπειρία νὰ ὁρίση ἀντικειμενικὰ ὅρια ἀσφαλείας, ποὺ νὰ ἀποκλείουν τυχόν παρερμηνεῖες τῶν χαρισμάτων, ἀφοῦ κάθε χάρισμα τοῦ Θεοῦ εἶναι γεγονὸς προσωπικό, μιὰ ἰδιαίτερη σχέση κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Στὴν Κλίμακα σημειώνεται ὅτι:
«ὁ τῶν δακρύων λόγος παρὰ πολλοῖς τῶν πατέρων σκοτεινὸς καὶ δυσεύρετος
ἐν τοῖς εἰσαγωγικοῖς μάλιστα εἶναι ὁρίζεται»
30.
[Μετάφραση: «Ὁ περὶ τῶν δακρύων λόγος ἀπὸ πολλοὺς Πατέρες χαρακτηρίζεται ἀσαφὴς κάπως, σκοτεινὸς καὶ δυσερμήνευτος, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκειται γιὰ δάκρυα τῶν ἀρχαρίων.»]
᾿Ακριβῶς ἐπειδὴ πρόκειται γιὰ δώρημα τελειότητος, ἡ κενοδοξία καὶ ἡ οἴηση εἶναι ἕνα ἀδιάκοπο ἐνδεχόμενο καὶ ἡ παρερμηνεία τῶν ἐκδηλώσεων τῆς φύσεως πολὺ πιθανή. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ πλανηθῆ καὶ νὰ θεωρήση χαρίσματα τοῦ Πνεύματος τὰ φυσικά
ἰδιώματα ἢ τοῦ δαίμονα τὶς ἐπενέργειες. ᾿Ακόμα καὶ σὲ καταστάσεις αὐθεντικῆς μετανοίας τὸ χάρισμα τῶν δακρύων μπορεῖ νὰ γίνη ἀφορμὴ κενοδοξίας καὶ πτώσεως:
«Πολλάκις τῷ κατὰ Θεὸν πένθειν τὸ τῆς κενοδοξίας συμπέπλεκται δάκρυον τοῦτο δὲ δοκίμως ἐπιγνωσόμεθα, ὁπόταν πενθοῦντας καὶ πονηρευομένους ἑαυτοὺς ἴδωμεν»31.

[Μετάφραση: Πολλὲς φορὲς τὸ κατὰ Θεὸν πένθος ἀναμειγνύεται μὲ τὸ ἄχαρο δάκρυ τῆς κενοδοξίας. Αὐτὸ θὰ τὸ ἀναγνωρίσωμε μὲ τρόπο ἐπιτυχῆ καὶ εὐσεβῆ, ὅταν συλλάβωμε τὸν ἑαυτό μας νὰ πενθῇ καὶ συγχρόνως νὰ ἐνεργῆ μὲ (κακότητα καί) πονηρία].

Ἐκτός, λοιπόν, ἀπὸ τὴ μετάνοια – ἀλλὰ καὶ σὰν καρπὸς τῆς μετάνοιας – εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἐγρήγορση τῆς ταπεινώσεως, ἡ ἑτοιμότητα τῆς αὐταπαρνήσεως, ἡ συνείδηση τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας, ἡ ἐγκατάλειψη στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ παρουσία τῆς ὑπερηφάνειας, τῆς ὀργῆς καὶ ἄλλων σκοτεινῶν παθῶν, ὅταν συνοδεύη τὰ δάκρυα, εἶναι κριτήριο ἀπουσίας τῆς Χάρης, ἔστω κι ἂν ὁ ἄνθρωπος πιστεύη ὅτι πενθεῖ κατὰ Θεόν:
«Ὁπόταν ἐν τοῖς κατὰ Θεὸν πενθεῖν δοκοῦσιν,
ὀργὴν καὶ ὑπερηφανίαν θεασώμεθα,
τούτων τὰ δάκρυα ἐναντία λογισώμεθα·
ποία γάρ, φησι, κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;»32.
[Μετάφραση: Ὅταν, σὲ ὅσους φαίνονται ὅτι πενθοῦν κατὰ Θεόν, διακρίνωμε ὀργὴ ἢ ὑπερηφάνεια, ἂς θεωρήσωμε ὅτι τὰ δάκρυά τους προέρχονται ἀπὸ δαιμονικὰ πάθη, διότι «ποία κοινωνία -λέγει ἡ Γραφή- φωτὶ πρὸς σκότος»; (Β´ Κορ. στ´ 14)].

Ἡ σωματική φύση εἶναι ἀχώριστα συνδεδεμένη μὲ τὴν καθολικὴ στάση τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ στὰ δωρήματα τῆς Χάρης, γι' αὐτὸ καὶ μετέχει ἄμεσα τὸ σῶμα στὶς ὁποιεσδήποτε ἀλλοιώσεις καὶ μεταβολὲς τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, εἴτε προέρχονται ἀπὸ τὴν κενοδοξία εἶτε ἀπὸ τὸν δαίμονα οἱ ἀλλοιώσεις αὐτές. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος βεβαιώνει ὅτι δὲν εἶναι καθόλου παράδοξο τὰ ἴδια δάκρυα ποὺ δωρήθηκαν σὰν χάρισμα πνευματικὸ νὰ μεταβληθοῦν καὶ νὰ καταλήξουν σὲ πονηρὰ δάκρυα κενοδοξίας:
«Τὸ μὲν ἐξ ἀγαθῶν ἄρξασθαι τοὺς πενθοῦντας δακρύων
καὶ εἰς πονηρὰ καταλήξαι, οὐ θαυμαστόν·
τὰ δὲ ἐξ ἐναντίων ἢ φυσικῶν εἰς πνευματικά μετεγκεντρίσαι
ὡς ἀληθῶς ἀξιέπαινον·
τοῦτο δὲ τὸ πρόβλημα σαφῶς ἐπίστανται
οἱ περὶ τὴν κενοδοξίαν ἐπιρρεπέστερον ἔχόντες»33.
[Μετάφραση: Τὸ νὰ ἀρχίση κάποιος ποὺ πενθεῖ μὲ ἐπαινετὰ δάκρυα
καὶ νὰ καταλήξη σὲ πονηρὰ, δὲν εἶναι καὶ τόσο περίεργο.
Τὸ νὰ ἀρχίση ὅμως μὲ δάκρυα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὰ πάθη ἢ ἔστω ἀπὸ τὴν φυσικὴ ἰδιοσυγκρασία, καὶ νὰ τὰ μεταποιήση σὲ πνευματικά, εἶναι πράγματι κάτι τὸ ἀξιέπαινο.
Αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ γνωρίζουν πολὺ καλὰ ὅσοι ρέπουν πρὸς τὴν κενοδοξία].

Τὸ «κατὰ Θεὸν πένθος» ἀλλὰ καὶ ἡ κενοδοξία ἔχουν τὴν ἀφετηρία τους ὄχι μόνο στὴν «καρδία» τοῦ ἀνθρώπου – στὴν ἐλεύθερη προσωπική του θέληση καὶ ἀπόφαση, ἀλλὰ καὶ στὸ ἀπρόσωπο θέλημα τῆς φύσεως ποὺ μπορεῖ νὰ ἐκφράζεται μὲ δάκρυα «θεοφιλῆν ἢ μὲ δάκρυα «πονηρά». Χρειάζεται μιὰ διακριτικὴ ἑτοιμότητα, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζητάη τὸ μέτρο καὶ τὸ σημάδι τῆς παρουσίας τῆς Χάρης μέσα ἀπὸ ποικίλες παγίδες, πλάνες καὶ ἀλλοιώσεις. Καὶ ἡ διακριτικὴ ἑτοιμότητα συνοψίζεται στὴν ταπεινοφροσύνη, στὴν προτίμηση τῶν μετριώτερων καὶ στὴν ἀπάρνηση τῶν ὑψηλότερων χαρισμάτων, στὴ βαθύτατη συναίσθηση τῆς ἀναξιότητος τοῦ ἀνθρώπου νὰ δεχθῆ τὰ δῶρα τῆς Χάρης. Εἶναι συμφερώτερο νὰ ζητάη ὁ ἄνθρωπος τὰ δάκρυα τοῦ φόβου καὶ τῆς μετανοίας καὶ ὄχι τὸ χάρισμα τῶν δακρύων τῆς ἀγάπης ποὺ εὐκολώτερα νοθεύεται ἀπὸ τὴν οἴηση καὶ τὴν ὑπερηφάνεια. Ἔτσι συμβουλεύει ἡ Κλίμακα:
«Τὰ μὲν ἐκ φόβου δάκρυα,
αὐτὰ ἐν ἑαυτοῖς τὴν φυλακὴν κέκτηνται·
τὰ δὲ τῆς ἀγάπης, πρὸ τῆς τελείας ἀγάπης
ἴσως ἔν τισιν εὐσύλητα καθέστηκεν·
εἰ μὴ ποὺ γε τὸ ἀείμνηστον πῦρ
ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐνεργείας πάνυ τὴν καρδίαν ἐξάψειε·
καὶ θαυμαστόν,
πῶς τὸ ταπεινότερον ἀσφαλέστερόν ἐστιν
ἐν καιρῷ αὐτοῦ»34.
[Μετάφραση: Τὰ δάκρυα τοῦ φόβου (τοῦ Θεοῦ) περιέχουν μέσα τους τὸν τρόμο καὶ τὴν προφύλαξι. Τὰ δάκρυα ὅμως τῆς ἀγάπης, πρὶν ἀπὸ τὴν κατάκτησι τῆς τελείας ἀγάπης, εἶναι κάπως ἐκτεθειμένα σὲ κίνδυνο, ἐκτὸς ἐὰν τὸ εὐλογημένο πῦρ τῆς ἀγάπης τὸν καιρὸ τῆς ἐνεργείας του πυρακτώση πολὺ τὴν καρδιά. Εἶναι δὲ ἀξιοθαύμαστο, ὅτι τὰ δάκρυα τοῦ φόβου, ὁ ὁποῖος εἶναι ταπεινότερο καὶ κατώτερο πράγμα, εἶναι ἀσφαλέστερα στὸν καιρό τους ἀπὸ τὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης].

Ἔχουμε ἀκόμη νὰ προσέξουμε στὸ χωρίο αὐτὸ ὅτι τὸ χάρισμα τῶν δακρύων εἶναι ἐντεταγμένο σὲ ἕνα «καιρό», ποὺ σημαίνει, σὲ ἕνα συγκεκριμένο χρόνο τῆς πνευματικῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου. Στὸν χῶρο τῆς ζωῆς ποὺ ὁρίζουν τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐπικίνδυνο κάθε ἄλμα, κάθε περήφανη βιασύνη, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἀρκῆται σὲ ὅ,τι τοῦ δίνεται «ἐν καιρῷ», εἶναι ἀσφαλέστερη ἡ ταπεινὴ αὐτὴ ἀναμονή. Ἐξ ἄλλου τὸ χάρισμα, ὅσο κι ἂν εἶναι πλοῦτος ζωῆς, δὲν εἶναι ὁ στόχος κι ὁ τελικός σκοπός τοῦ ἀνθρώπου, πρωτεύει ἡ ἴαση τοῦ ἀνθρώπου, νὰ ξαναγίνη ὁ ἄν θρωπος πραγματικὸς ἄνθρωπος μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴν παραίτηση ἀπὸ τὴ θανατηφόρα αὐτάρκεια τῆς ἀτομικότητος, ποὺ τὸν φέρνει σὲ κοινωνία μὲ τὸ Θεό. Στὸ πρωτεῖο αὐτὸ ἐπιμένει ἡ Κλίμακα:
«Πέφυκε πολλάκις τοὺς κουφοτέρους αὐτὸ τὸ δάκρυον ἐπαίρειν·
διὸ καὶ τισιν οὐ δίδοται· ἵνα ἐπὶ τῇ τούτου στερήσει ἑαυτοὺς ταλανίζωσι
καὶ καταδικάζωσι στεναγμοῖς καὶ κατηφείᾳ καὶ λύπη ψυχῆς καὶ βαθείᾳ σκυθρωπότητι καὶ ἐξαπορίᾳ ἅπερ ἀναπληροῦν τὸν τοῦ δακρύου τόπον ἀκινδύνως πεφύκασι, εἰ καὶ εἰς οὐδὲν παρ᾿ αὐτοῖς συμφερόντως λογίζονται»35. [Πολλὲς φορές, συνήθως στοὺς πιὸ ἐπιπολαίους, καὶ τὰ δάκρυα προκαλοῦν ἔπαρσι. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σὲ μερικοὺς δὲν δίδονται, ὥστε μὲ τὴν στέρησι καὶ τὴν ἀναζήτησί τους νὰ ἐλεεινολογοῦν τοὺς ἑαυτούς των καὶ νὰ τοὺς καταδικάζουν, γεμάτοι στεναγμοὺς καὶ κατήφεια καὶ λύπη ψυχῆς καὶ βαθειὰ σκυθρωπότητα καὶ ἀμηχανία. Καὶ ἔτσι ἀναπληρώνεται χωρὶς κίνδυνο ἡ ἔλλειψις τοῦ πένθους, ἔστω καὶ ἂν αὐτοὶ νομίζουν ὅτι δὲν ἔχουν κανένα συμφέρον ἀπὸ αὐτά.]

Ὄχι, λοιπόν, μόνο τὸ χάρισμα, ἀλλὰ καὶ ἡ στέρηση τοῦ χαρίσματος ὑπηρετεῖ τὸν τελικὸ σκοπὸ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ταπείνωση καὶ τὴ μετάνοια, τὶς προϋποθέσεις τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι ὁ Χριστιανὸς μένει ἐλεύθερος καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ χαρίσματα, δηλαδὴ ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε ἀναζήτηση ἀξιομισθίας· μὲ τὸν φωτισμὸ ποὺ τοῦ χαρίζει ἡ διάκριση ἀξιολογεῖ τὰ κρείτονα, τὰ συμφέροντα. Δὲν ἀρνεῖται τὰ χαρίσματα οὔτε παύει νὰ τὰ ἐπιδιώκη, ἡ σωματική μετοχή του στὴν «ἐν Χριστῷ» ζωὴ εἶναι στὰ πλαίσια τοῦ γεγονότος τῆς σωτηρίας· γυμνά ζει ὅμως τὸν ἑαυτό του μὲ φόβο Θεοῦ, ἕτοιμος νὰ ἀρνηθῆ κάθε αὐτάρκεια τῆς ἀτομικῆς του φύσεως, προπάντων τὴ θρησκευτικὴ αὐτάρκεια στὴν ὁποία μποροῦν νὰ τὸν ὁδηγήσουν τὰ φανερὰ χαρίσματα. Τὸ συμπέρασμα τῆς Κλίμακος στὸ κεφάλαιο αὐτὸ τῆς χαρισματικῆς μετοχῆς τῆς φύσεως στὶς Ἐνέργειες τῆς θείας Χάρης εἶναι διατυπωμένο μὲ τὴν ἐνάργεια τῆς ἐμπειρικῆς βεβαιότητος:
«Τούτων ἁπάντων τοὺς τρόπους φόβῳ Θεοῦ γυμνάσαντες,τὰ τῆς ἡμετέρας ἀναλύσεως καθαρὰ καὶ ἄδολα δάκρυα ἑαυτοῖς περιποιησώμεθα· οὐ γὰρ ἐστιν ἐν αὐτοῖς οἴησις ἢ κλοπή κάθαρσις δὲ μᾶλλον καὶ προκοπὴ τῆς εἰς Θεὸν ἀγάπης καὶ ἁμαρτίας ἔκπλυσις καὶ ἀπάθεια»36. [Μὲ φόβο Θεοῦ ἂς δοκιμάσωμε καὶ ἂς διακρίνωμε τὰ ἰδιώματα ὅλων αὐτῶν τῶν δακρύων. Καὶ ἂς φροντίσωμε νὰ καλλιεργοῦμε τὰ καθαρὰ καὶ ἄδολα δάκρυα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν μνήμη τοῦ θανάτου μας. Σ᾿ αὐτὰ τὰ δάκρυα δὲν ἔχει θέσι οὔτε ἡ οἴησις οὔτε ἡ κλοπὴ (ἀπὸ τὸν διάβολο), ἀλλὰ μᾶλλον ἡ κάθαρσις, ἡ πρόοδος στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸ πλύσιμο ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ ἡ ἀπάθεια].

Τέλος 7ου Κεφαλαίου

Σημειώσεις

30. Ζ΄ λδ΄ 65.
31. Ζ΄ κθ΄ 65.
32. Ζ΄ λβ΄ 65.
33. Ζ΄ λστ΄ 65.
34. Ζ΄ ξλ΄ 69.
35. Ζ΄ μη΄ 66-67.
36. Ζ΄ λε΄ 65.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ - ΞΙΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (8)

 Συνέχεια από: Τρίτη 8 Απριλίου 2025

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
ΟΤΙ ΚΑΙ ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΕΚ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ

ΞΙΩΝΗΣ Ρ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Αναπληρωτής Καθηγητής Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας ΕΚΠΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Γενικά περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

1. Οἱ ἐπικρατοῦσες ἀντιλήψεις ἀπορρίψεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τόν ἄγ. Γρηγόριο τό Θεολόγο

Το θέμα τῆς ὁμολογίας τῆς θεότητας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπασχόλησε έντονα τήν Ἐκκλησία ἤδη ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες κατά τήν ἀνάπτυξη τῶν ἀντιτριαδολογικῶν αἱρέσεων. Ἡ ἀμφισβήτηση προήλθε τόσο ἀπό τούς μοναρχιανούς ὅσο καί ἀπό τούς πνευματομάχους, ἀργότερα. Ἡ ἐπιμονή στον ἕνα Θεό καί Πατέρα, ὁ ὁποῖος διασφάλιζε τή μοναρχία καί ἀπέκλειε τὴν ἑλληνική πολυθεΐα, ὁδήγησε στην ἄρνηση τῆς θεότητος τοῦ Υἱοῦ, πολύ δε περισσότερο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο δέν ἦταν δυνατόν να συναφθεῖ ἐννοιολογικά μέ τούς ἀπτούς ὅρους τοῦ «Πατρός» καί τοῦ «Υἱοῦ» 137. Χαρακτηριστικές ἐν προκειμένῳ εἶναι οἱ ἐπισημάνσεις τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὡς πρός τις τάσεις τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς θεότητος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τόσο ἀπό χριστιανούς με ἰουδαϊκή καταγωγή ὅσο καί ἐξ ἐθνῶν.

Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος διακρίνει ὅλους αὐτούς πού ἀμφισβητοῦν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σε τρεῖς κατηγορίες. Η πρώτη εἶναι τῶν Σαδδουκαίων, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον ἀρνοῦνται τή θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά δέν δέχονται καί αὐτήν τὴν ὕπαρξή του (όπως, ἐπίσης, καὶ τὴν ὕπαρξη τῶν ἀγγέλων καί τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν) 138, διότι αὐτή δέν μαρτυρείται στήν Ἁγία Γραφή. Ἡ ἄρνηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἀποδίδει ἐν προκειμένῳ ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στούς Σαδδουκαίους, εἶναι συναφής μέ τήν ἀπό μέρους τους ἀπόρριψη τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτό παρουσιάζεται στην παράδοση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Κατά τόν Καππαδόκη Πατέρα, ἡ ἀπόρριψη αὐτή φαίνεται ἀκατανόητη καί μᾶλλον δηλώνει τήν ἀπό μέρους τους περιφρόνηση τῶν βιβλικῶν ἀναφορῶν. Σύμφωνα μέ αὐτές μαρτυρεῖται ἡ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τόσο στούς Κριτές ὅσο καί στούς Βασιλεῖς ὡς ἡ σωτηριώδης τοῦ Θεοῦ δύναμη, ἡ ὁποία ἀπεγκλωβίζει τὸν ἰσραηλιτικό λαό ἀπό τά κοινωνικά καί πολιτικά ἀδιέξοδα 139. Ὁ ἴδιος αὐτός ρόλος τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ συναντᾶται καί στούς Προφῆτες, καθώς τούς ὁδηγεῖ σε πράξεις, οἱ ὁποῖες διαφορετικά δέν θά ἦταν δυνατές στήν καθημερινή τους ζωή 140. Στήν προοπτική, ἐπομένως, τῆς συνδέσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δικαίως ὁ ἅγ. Γρηγόριος περιλαμβάνει τούς Σαδδουκαίους σε αὐτούς πού ἀρνοῦνται ἀκόμη καί τήν ὕπαρξή του.

Ἡ δεύτερη κατηγορία εἶναι κάποιοι πού ἀκολουθοῦν τοὺς ἀρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, οἱ ὁποῖοι προσεγγίζουν τή θεολογική σκέψη καί, ἐνῶ δέχονται τὴν ὕπαρξη τοῦ Πνεύματος, ἀντιλαμβάνονται αὐτό ὡς ἕνα κομμάτι τῆς κτιστῆς πραγματικότητος· γι' αὐτό καί τό ὀνομάζουν εἴτε «νοῦν τοῦ παντὸς» ἢ «θύραθεν νοῦν»141.

Ἡ τρίτη κατηγορία εἶναι οἱ χριστιανοί πού ἀμφισβητοῦν τή θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τούς ὁποίους ἀποκαλεῖ ὁ ἄγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος εἰρωνικά «σοφούς», χωρίς βεβαίως νά τούς κατονομάζει. Ἀπό αὐτούς ἄλλοι θεωροῦν ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἐνέργεια, ἄλλοι κτίσμα, ἄλλοι Θεός καί ἄλλοι πάλι δέν καταλήγουν πουθενά, διότι ὑποστηρίζουν ὅτι στην Άγ. Γραφή δέν ἀναφέρεται σαφῶς ἡ φύση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἀσαφείας ὡς πρός τήν ὕπαρξή του κρατοῦν μία οὐδέτερη στάση, ἡ ὁποία ὅμως γιὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο δέν εἶναι μία μέση στάση, ἀλλά εἶναι πολύ ἀθλιότερη, ἐπειδή, ἄν καί δέν ἀρνοῦνται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὡστόσο περιφρονοῦν αὐτό πού ἁγιάζει καί τελειοποιεῖ ὁλόκληρη την κτίση 142.

Ὁ τρόπος περιφρονήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φαίνεται ἀμέσως ἀπό τά παρακάτω, ὅταν, δηλαδή, ὁ ἅγ. Γρηγόριος ἀναφερόμενος στην κατηγορία τῶν χριστιανῶν ποὺ ἀποδέχονται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς Θεό, τούς διακρίνει σε αὐτούς πού σκέπτονται εὐσεβῶς γιά αὐτό, ἀποφεύγουν, ὅμως, νά τὸ ὀνομάσουν «Θεό», ἐνῶ ἄλλοι προχωροῦν καί στήν ὁμολογία τῆς θεότητός του. Στη συνέχεια ἀναφέρεται στούς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἀντιλαμβάνονται τριαδικῶς τὸ Θεό, διακρίνουν, ὅμως, τή θεότητα ὑποστηρίζοντας ὅτι τὸ πρῶτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι «ἀόριστο» τόσο κατά την οὐσία ὅσο καί κατά τή δύναμη, το δεύτερο πρόσωπο περιγράφεται μόνον κατά τή δύναμη, ἀλλὰ ὄχι κατά τήν οὐσία, ἐνῶ τὸ τρίτο περιγράφεται τόσο κατά τὴν οὐσία ὅσο καί κατά τη δύναμη. Οἱ χριστιανοί αὐτοί εἶναι προφανῶς οἱ ἀρειανοί καί οἱ εὐνομιανοί, σύμφωνα μέ τόν σχολιαστή τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου Ἠλία Κρήτης, οἱ ὁποῖοι ἀπορρίπτουν σαφῶς τή θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑποστηρίζοντας ὅτι ὁ Πατήρ εἶναι ὁ δημιουργός, ἐνῶ ὁ Υἱός ὡς ὑπουργός καί βοηθός τοῦ Πατρός δημιουργεῖ τήν ὑπόλοιπη κτιστή πραγματικότητα 143. Μεταξύ δέ τῶν δημιουργημάτων τοῦ Υἱοῦ συμπεριλαμβάνεται καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο ἔχει καθαρά λειτουργικό ρόλο στή διά τοῦ Υἱοῦ δημιουργία τῶν ὑπολοίπων κτιστῶν ὄντων, δηλαδή τὸν ἴδιο ἀκριβῶς ρόλο πού ἔχουν καί οἱ ἀγγελικές δυνάμεις 144.

Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἄν καί ἀπαντᾶ μέ ἕναν γενικό τρόπο στίς ἀνωτέρω προαναφερθεῖσες ἀντιλήψεις, δέν ἀσχολεῖται ἐντούτοις λεπτομερῶς μὲ ὅλες τίς ὁμάδες πού ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐπίσης, δέν ἀντιμετωπίζει μὲ ἐπιμονή τίς φιλοσοφικές ἀντιλήψεις περί τοῦ Πνεύματος, τίς ὁποῖες θεωρεῖ φλυαρίες πρός καλλωπισμό τοῦ λόγου. Θεωρεῖ, δηλαδή, ὅτι ἡ φιλοσοφική ενασχόληση εἶναι δευτερευούσης σημασίας, πάρεργο, καί τό ἐνδιαφέρον γι' αὐτήν θα πρέπει να φθάνει μέχρις ἐκεῖνο τό σημεῖο, πού να στερεῖ τὴν ἀποκλειστική χρήση της ἀπό ὅλους ὅσους προσποιοῦνται ὅτι τή γνωρίζουν 145. Αὐτή ἡ ἀντιμετώπιση γίνεται διότι η παρείσφρυση τῶν φιλοσοφικῶν ἀντιλήψεων στήν Ἐκκλησία εἶναι κατά τόν ἄγ. Γρηγόριο φοβερά νόσος, καί εἰρωνικά ἀναφερόμενος σε αὐτούς πού τήν υποστηρίζουν παρατηρεῖ ὅτι «καὶ ἡ φλυαρία παίδευσις ἔδοξε» 146. Ωστόσο, προσπαθεῖ νὰ ἀπαντήσει στούς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι δέν ἀμφισβητοῦν τὴν ὕπαρξη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά τό παρερμηνεύουν ὡς πρός τή θεότητα καί τό ὑποβαθμίζουν σε σχέση μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό.

Τό Ἅγιο Πνεῦμα, λοιπόν, θα πρέπει, κατά τόν ἄγ. Γρηγόριο τό Θεολόγο, νὰ θεωρεῖται εἴτε καθ' ἑαυτό εἴτε ὑπάρχον στήν ὑπόσταση κάποιου ἄλλου. Στήν πρώτη περίπτωση γίνεται λόγος γιά τήν οὐσία τῆς ὑποστάσεως καθ' ἑαυτήν, ἐνῶ στη δεύτερη περίπτωση, ἡ ὑπόσταση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχει τή σημασία τοῦ συμβεβηκότος σε μία ἄλλη ὑπόσταση. Επομένως, ἐάν τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι, σύμφωνα μέ τό ἀντεπιχείρημα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου, συμβεβηκός, τότε θα πρέπει νά εἶναι κατ᾿ ἀνάγκην ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, διότι κάθε ἄλλη σημασία συνεισάγει τή σύνθεση καί καταλύει τήν ἁπλότητα τῆς θείας οὐσίας. Αὐτό γίνεται σαφές, ἐάν κανείς ἀναλογιστεῖ ὅτι τὸ συμβεβηκός ἀναφέρεται στην οὐσία, ἀλλά δέν ἀνήκει σε αὐτήν 147. Ἑπομένως, δέν μπορεῖ αὐτό νά εἶναι ἄλλη οὐσία παρά μόνον ἐνέργεια, ἐφ' ὅσον ἡ συμπερίληψη τοῦ συμβεβηκότος στήν οὐσία συνεισάγει μία δεύτερη, ἐτερούσια οὐσία καί καταργεῖ τήν ἁπλότητα. Εάν πάλι εἶναι ἐνέργεια, τότε θά τίθεται τὸ ἴδιο σε ἐνέργεια καί δέν θά εἶναι αἴτιο τῆς ἐνεργείας, πρᾶγμα πού σημαίνει καί τήν παύση του μόλις παύσει νὰ ἐνεργεῖται. Συνεπῶς, δέν μπορεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς ἐνέργεια νά ἐνεργεῖ, δηλαδή νά λέγει, νά ἀφορίζει, νά λυπᾶται, να παροξύνεται καί ὅλα ὅσα ἀναφέρονται σε ἕνα ὑποκείμενο πού ἐνεργεῖ, ὅπως καταγράφεται στην Ἁγία Γραφή 148. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, εάν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι οὐσία, τότε θα πρέπει, κατά τόν ἄγ. Γρηγόριο, νά ἀνήκει σε μία ἐκ τῶν δύο ὀντολογικῶν κατηγοριῶν, δηλαδή εἴτε νά εἶναι Θεός εἴτε κτίσμα. Ἀλλά ὡς κτίσμα δέν μπορεῖ σε καμμία περίπτωση να εἶναι τὸ ἀντικείμενο καί περιεχόμενο τῆς πίστεως, διότι τότε ἡ πίστη σε αὐτό δέν ὁδηγεῖ στήν τελείωση τῶν ἀνθρώπων. «Οὐ γὰρ ταὐτόν ἐστι πιστεύειν εἴς τι, καὶ περὶ αὐτοῦ πιστεύειν», θὰ πεῖ ὁ ἅγ. Γρηγόριος, διότι «τὸ μέν έστι θεότητος» καί ὁδηγεῖ στήν τελείωση τοῦ κτιστοῦ ὅντος, «τὸ δὲ παντὸς πράγματος» 149. Ἔτσι καταλήγει στο λογικό συμπέρασμα ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Θεός καί, επομένως, δέν εἶναι οὔτε δημιούργημα οὔτε σύνδουλο οὔτε ὁτιδήποτε ἄλλο σχετικό πού ἐκφράζεται μέσῳ τῶν «ταπεινῶν» ὀνομάτων τῆς κτιστῆς φύσεως 150.


Σημειώσεις

137. Βλ. Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ, Ὀρθοδοξία και αἵρεση στοὺς ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς τοῦ Δ΄, Ε΄ και ΣΤ΄ αἰώνα, Θεσσαλονίκη 19922, σελ. 124 κ.ἐξ
138. Πράξ. 23, 8.
139. Βλ. W. ZIMMERLI, Επίτομη Θεολογία της Παλαιάς Διαθήκης, μτφρ. 1Β. Στογιάννος, Αθήνα 2001, σελ. 104 κ.ἐξ. Επίσης, Σ. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΗΣ, «Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στην Παλαιά Διαθήκη», στο Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου με θέμα Το Άγιον Πνεύμα, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 197 κ.ἐξ., και J. F. BETHUNE-BAKER, An introduction to the early history of christian doctrine, to the time of the Council of Chalcedon, ἐκδ. Mathuen & Co. London 1958, σελ. 198 κ.ἐξ.
40. Όπ.π., σελ. 126 κ.ἐξ.
141. Κατά το σχολιαστή τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου Ἠλία Κρήτης, ὁ ἄγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐννοεῖ μέ τή φράση «Ελλήνων οἱ θεολογικώτεροι» τοὺς Ἕλληνες φιλοσόφους Πλάτωνα καί Ἀριστοτέλη «καὶ πρὸ τούτων Ἑρμῆς, ὁ ἐπικληθεὶς παρ' ἐκείνοις τρισμέγιστος, καὶ πρὸς τούτοις ἢ μετά του τους ἕτεροί τινες. θεολογικώτεροι δὲ πάντων Πλάτων τε καὶ Ἀριστοτέλης. πλὴν Πλάτων τε καὶ Ἑρμῆς οὐδαμοῦ τῶν παρ᾿ αὐτοῖς συγγραμμάτων νοῦν εἰπόντες τὸ πνεῦμα εὐρίσκονται, καίτοι περὶ Θεοῦ πολλαχοῦ φιλοσοφήσαντες. Ἀριστοτέλης δὲ καὶ Ἀναξαγόρας καὶ Ἑρμότιμος ὁ Κλαζομένιος μνημονεύσαντες τούτου φαίνονται. Άριστοτέλης γὰρ, νοῦν εἰπὼν τὸν θύραθεν ἐπεσιέναι καὶ μόνον εἶναι τοῦτον θεῖον, συγγίνεσθαί τε καὶ ἐνοῦσθαι τοῖς ἤδη τελειωθείσαις ψυχαῖς, σαφῶς τοῦτο ἐσήμανεν. ἤδη δὲ καὶ τινες τῶν καθ' ἡμᾶς, τοῦ Αποστόλου εἰπόντος· ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν, νοῦν Χριστοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐννόησαν, καὶ Ἀναξαγόρας δε, νοῦν εἶναι τοῖς οὖσιν εἰπὼν τὸν αἴτιον τῆς τάξεως καὶ ἁρμονίας, οὐ μακρὰν τῶν καθ' ἡμᾶς ἥλασε. τὶ γὰρ ἄλλο ὁ προφήτης Δαβίδ εἰρηκώς· τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοί ἐστερεώθησαν, καὶ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν, ἢ τοῦτο ἐδήλωσε;» (ΗΛΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ, Ἑξήγησις εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, PG 36, 826A-C).
[Μετάφραση: «Και πριν από αυτούς, ο Ερμής, που από εκείνους ονομάστηκε Τρισμέγιστος, και μαζί με αυτούς ή μετά από αυτούς και κάποιοι άλλοι. Πιο θεολογικοί όμως από όλους είναι ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Ωστόσο, ούτε στον Πλάτωνα ούτε στον Ερμή απαντάται στα συγγράμματά τους, που σώζονται σε εμάς, να αποκαλούν τον νου “πνεύμα”, παρόλο που σε πολλά σημεία φιλοσόφησαν για τον Θεό. Αντίθετα, ο Αριστοτέλης, ο Αναξαγόρας και ο Ερμότιμος ο Κλαζομένιος φαίνεται ότι μνημονεύουν αυτό. Διότι ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι ο νους εισέρχεται “απ’ έξω” και ότι μόνον αυτός είναι θείος, και ότι συνυπάρχει και ενώνεται με τις ήδη τελειωμένες ψυχές, το υπέδειξε αυτό με σαφήνεια. Ήδη μάλιστα και κάποιοι από τους δικούς μας, όταν ο Απόστολος είπε: “εμείς όμως έχουμε νου Χριστού”, εννόησαν ως νου Χριστού το Πνεύμα το άγιον· και ο Αναξαγόρας επίσης, λέγοντας ότι ο νους είναι η αιτία της τάξεως και της αρμονίας των όντων, δεν απομακρύνθηκε πολύ από όσα διδάσκουμε εμείς. Διότι τι άλλο είπε ο προφήτης Δαβίδ: “με τον λόγο του Κυρίου στερεώθηκαν οι ουρανοί και με το πνεύμα του στόματός του όλη η δύναμή τους”, παρά αυτό ακριβώς δήλωσε;»]
ΕΡΜΗΣ Ο ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟΣ, Διασυρμός τῶν ἔξω φιλοσόφων 6, στο Doxographi Graeci, ἐπ. ἔκδ. Η. Diels, Berlin 1965: «Πάνυ γοῦν περὶ τὰς ἀρχὰς τῆς φύσεως ἀνθίστανται ἀλλήλοις, ὅταν μὲν «Αναξαγόρας» παραλάβῃ με, ταῦτα παιδεύει· ἀρχὴ πά ντων ὁ νοῦς καὶ οὗτος αἴτιος καὶ κύριος τῶν ὅλων καὶ παρέχει τάξιν τοῖς ἀτάκτοις καὶ κίνησιν τοῖς ἀκινήτοις καὶ διάκρισιν τοῖς μεμιγμένοις καὶ κόσμον τοῖς ἀκόσμοις».
[Μετάφραση: «Πράγματι λοιπόν, ως προς τις αρχές της φύσεως, οι φιλόσοφοι αντιτίθενται έντονα ο ένας στον άλλον. Όταν όμως ο Αναξαγόρας με παραλαμβάνει [ως αυθεντία], αυτά διδάσκει: αρχή των πάντων είναι ο Νους, και αυτός είναι η αιτία και ο κυρίαρχος του σύμπαντος· αυτός παρέχει τάξη στα άτακτα, κίνηση στα ακίνητα, διάκριση στα συγκεχυμένα και κοσμιότητα σε όσα είναι άκοσμα.»]
ΠΛΑΤΩΝ, Φαίδων, 97BC: «Ἀλλ᾿ ἀκούσας μὲν ποτε ἐκ βιβλίου τινός, ὡς ἔφη, Ἀναξαγόρου ἀναγιγνώσκοντος, καὶ λέγοντος ὡς ἄρα νοῦς ἐστιν ὁ διακοσμῶν τε καὶ πάντων αἴτιος, ταύτῃ δὲ τῇ αἰτίᾳ ἤσθην τε καὶ ἔδοξέ μοι τρόπον τινὰ εὖ ἔχειν τὸ τὸν νοῦν εἶναι πάντων αἴτιον, καὶ ἠγησάμην, εἰ τοῦθ' οὕτως ἔχει, τὸν γε νοῦν κοσμοῦντα πάντα κοσμεῖν καὶ ἕκαστον τιθέναι ταύτῃ ὅπῃ ἂν βέλτιστα ἔχῃ».
[Μετάφραση: «Άκουσα κάποτε, είπε, κάποιον να διαβάζει από ένα βιβλίο του Αναξαγόρα και να λέει ότι ο Νους είναι εκείνος που διακοσμεί τα πάντα και είναι η αιτία όλων. Και αυτή η αιτία με ευχαρίστησε και μου φάνηκε κατά κάποιον τρόπο ορθή, το να είναι δηλαδή ο Νους αιτία των πάντων. Και σκέφτηκα ότι, αν αυτό έχει έτσι, τότε ο Νους που κοσμεί τα πάντα τα κοσμεί θέτοντας το καθένα στη θέση όπου βρίσκεται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.»]

Πρβλ. τοῦ ἰδίου, Φίληβος, 28C, και ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Περί ζώων γενέσεως, 736ΑΒ.
[Συνοπτική απόδοση του χωρίου: «Ο νους είναι κάτι διαφορετικό από τις άλλες δυνάμεις της ψυχής· εισέρχεται “απ’ έξω” και μόνο αυτός είναι θείος.»

Μετάφραση του χωρίου του Αριστοτέλη, Περὶ Ζῴων Γενέσεως (736a - 737b):
«Το σπέρμα, λοιπόν, αποτελεί σύνθεση πνεύματος και ύδατος (το δε πνεύμα είναι θερμός αέρας)· γι' αυτό και η φύση του είναι υγρή, αφού προέρχεται από το νερό. Είναι φανερό ότι ο Κτησίας ο Κνίδιος ψεύδεται σε όσα έγραψε για το σπέρμα των ελεφάντων, ισχυριζόμενος ότι όταν ξεραίνεται γίνεται τόσο σκληρό ώστε να μοιάζει με ήλεκτρο (κεχριμπάρι). Αυτό δεν συμβαίνει· διότι, αν και αναγκαστικά το σπέρμα ορισμένων ζώων είναι πιο γήινο από άλλων —κυρίως σε όσα έχουν μεγάλο γήινο όγκο σώματος— η παχύρρευστη και λευκή του όψη οφείλεται στην ανάμειξη με το πνεύμα. Πράγματι, το σπέρμα όλων των ζώων είναι λευκό. Ο Ηρόδοτος δεν λέει την αλήθεια όταν ισχυρίζεται ότι οι Αιθίοπες έχουν μαύρο σπέρμα, λες και επειδή το δέρμα τους είναι μαύρο πρέπει να είναι τα πάντα πάνω τους μαύρα — ενώ βλέπει ότι ακόμα και οι οδόντες τους είναι λευκοί. Αιτία της λευκότητας είναι το γεγονός ότι το σπέρμα είναι αφρός. Ο αφρός είναι λευκός, ειδικά όταν αποτελείται από απειροελάχιστα μόρια, τόσο μικρά ώστε κάθε φυσαλίδα να είναι αόρατη· αυτό ακριβώς που συμβαίνει όταν ανακατεύουμε έντονα νερό με λάδι. Φαίνεται πως και οι αρχαίοι γνώριζαν την αφρώδη φύση του σπέρματος, γι' αυτό και ονόμασαν την "Αφροδίτη", τη θεά που κυριαρχεί στη σύζευξη, από αυτήν ακριβώς την ιδιότητα.

Κεφάλαιο 3: Η Είσοδος της Ψυχής
Εδώ τίθεται το εξής ερώτημα: Αν στο κύημα που σχηματίζεται μέσα στο θηλυκό δεν εισέρχεται κανένα υλικό μέρος από το σπέρμα, πού πηγαίνει το σωματικό του μέρος και πώς αυτό επιτελεί το έργο του μέσω της δύναμης που περιέχει; Πρέπει να ορίσουμε αν το έμβρυο προσλαμβάνει κάτι υλικό από το σπέρμα ή όχι. Και κυρίως, τι συμβαίνει με την ψυχή, χάρη στην οποία το ον ονομάζεται "ζώο" (και ένα ον είναι ζώο εξαιτίας του αισθητικού μέρους της ψυχής): υπάρχει αυτή στο σπέρμα και στο κύημα ή όχι; Και αν ναι, από πού προέρχεται;
Διότι δεν μπορεί κανείς να θεωρήσει το έμβρυο εντελώς άψυχο, στερημένο ζωής· αφού τα σπέρματα και τα κυήματα ζουν τουλάχιστον τη ζωή των φυτών. Είναι φανερό λοιπόν ότι κατέχουν τη θρεπτική ψυχή. Στην πορεία όμως αποκτούν και την αισθητική, δυνάμει της οποίας γίνονται ζώα. Διότι το ον δεν γίνεται ταυτόχρονα "ζώο" και "άνθρωπος" ή "ζώο" και "ίππος"· το τελικό είδος (το τέλος) ολοκληρώνεται τελευταίο. Γι' αυτό και το ζήτημα του Νου —πότε, πώς και από πού μεταδίδεται σε όσα μετέχουν σε αυτή τη θεϊκή αρχή— προκαλεί τη μεγαλύτερη δυσκολία.
Πρέπει λοιπόν να δεχθούμε ότι τα σπέρματα κατέχουν τη θρεπτική ψυχή δυνάμει και όχι ακόμη ενεργεία, μέχρις ότου το έμβρυο αρχίσει να τρέφεται αυτόνομα. Στην αρχή, όλα αυτά τα έμβρυα ζουν ζωή φυτού. Το ίδιο ισχύει για την αισθητική και τη νοητική ψυχή: όλες πρέπει να προϋπάρχουν δυνάμει πριν εκδηλωθούν ενεργεία.
Είναι φανερό ότι οι ψυχικές λειτουργίες που απαιτούν σωματικά όργανα (όπως το βάδισμα απαιτεί πόδια) δεν μπορούν να προϋπάρχουν χωρίς σώμα, ούτε να εισέλθουν "απ' έξω" (θύραθεν). Απομένει λοιπόν μόνον ο Νους να εισέρχεται "από έξω" (θύραθεν) και μόνον αυτός να είναι Θείος, διότι καμία σωματική δραστηριότητα/ενέργεια δεν συμμετέχει στη δική του ενέργεια.

Η Φύση του "Θερμού"

Κάθε δύναμη της ψυχής φαίνεται να συνδέεται με ένα σώμα διαφορετικό και θειότερο από τα λεγόμενα τέσσερα στοιχεία. Όπως οι ψυχές διαφέρουν σε αξία, έτσι διαφέρει και αυτή η φυσική ουσία. Σε κάθε σπέρμα ενυπάρχει αυτό που το καθιστά γόνιμο: το λεγόμενο θερμό. Αυτό όμως δεν είναι φωτιά, αλλά το Πνεύμα που περικλείεται στο σπέρμα και η φύση που ενυπάρχει στο πνεύμα, η οποία είναι ανάλογη με το στοιχείο των άστρων (τον αιθέρα).
Το σώμα του σπέρματος, που μεταφέρει την ψυχική αρχή, τελικά διαλύεται και εξατμίζεται, έχοντας υγρή φύση. Δεν πρέπει λοιπόν να αναζητούμε το σπέρμα ως υλικό μέρος του εμβρύου, όπως ακριβώς η πυτιά που πήζει το γάλα: η πυτιά προκαλεί τη σύσταση του τυριού, αλλά δεν παραμένει ως μέρος του τελικού όγκου, καθώς μεταβάλλεται.

Συμπερασματικά, το σπέρμα και το κύημα κατέχουν την ψυχή δυνάμει, αλλά όχι ακόμη ενεργεία.»]

142. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Θεολογικός Ε΄), BARBEL, σελ. 224 κ.ἐξ. (PG 36, 138CD). Βλ. ΗΛΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ, Ἑξήγησις εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, PG 36, 827Α.
143. Βλ. ΗΛΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ, Εξήγησις εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, PG 36, 827Α-828Α. Πρβλ. ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Περὶ τῆς ἐν Νικαία Συνόδου 8, PG 25, 429ΑΒ: «Εἰ δὲ ὅτι μὴ ἐδύνατο τὰ λοιπά κτίσματα τῆς ἀκράτου χειρὸς τοῦ ἀγενήτου τὴν ἐργασίαν βαστάξαι, μόνος ὁ υἱὸς ὑπὸ μόνου τοῦ θεοῦ γέγονε, τὰ δ᾽ ἄλλα ὡς δι'᾿ ὑπουργοῦ καὶ βοηθοῦ τοῦ υἱοῦ γεγονε· καὶ τοῦτο γὰρ Αστέριος ὁ θύσας ἔγραψεν, ὁ δὲ Ἄρειος μεταγράψας δέδωκε τοῖς ἰδίοις καὶ λοιπὸν ὡς καλάμῳ τεθραυσμένῳ χρῶνται τῷ ῥηματίῳ τούτῳ ἀγνοοῦντες τὸ ἐν αὐτῷ σαθρὸν οἱ παράφρονες. εἰ γὰρ ἀδύνατον ἦν τὰ γενητὰ βαστάξαι τὴν χεῖρα τοῦ θεοῦ – ἔστι δὲ καθ' ὑμᾶς ὁ υἱὸς εἰς τῶν γενητῶν – πῶς αὐτὸς ἡδυνήθη γενέσθαι παρὰ μόνου τοῦ θεοῦ, καὶ εἰ ἵνα τὰ γενητά γένηται, μεσίτου γέγονε χρεία, γενητὸς δὲ καθ' ὑμᾶς ἐστιν ὁ υἱός, ἔδει καὶ πρὸ αὐτοῦ μέσον τινὰ εἶναι, ἵνα κτισθῇ, τοῦ δὲ μεσίτου πάλιν καὶ αὐτοῦ κτίσματος τυγχάνοντος ἄραρεν ὅτι κάκεῖνος ἐδέετο μεσίτου ἑτέρου πρὸς τὴν ἰδίαν σύστασιν, κἂν τις ἄλλον ἐπινοήση, προεπινοήσει τὸν ἐκείνου μεσίτην, ὥστε καὶ εἰς ἄπειρον ἐκπεσεῖν».
[Μετάφραση:
«Αν όμως [λέγουν] ότι τα λοιπά κτίσματα δεν μπορούσαν να αντέξουν το έργο της άκρας χειρός του αγέννητου Θεού, και γι’ αυτό μόνο ο Υιός έγινε απευθείας από μόνο τον Θεό, ενώ τα άλλα έγιναν μέσω του Υιού ως υπηρέτη και βοηθού· διότι και αυτό το έγραψε ο Αστέριος ο θύσας, και ο Άρειος το αντέγραψε και το παρέδωσε στους οπαδούς του, και πλέον χρησιμοποιούν αυτό το ρητό σαν σπασμένο καλάμι, αγνοώντας τη σαθρότητα που περιέχει οι παράφρονες. Αν λοιπόν ήταν αδύνατο τα γενητά να αντέξουν το χέρι του Θεού — και κατά τα δικά σας ο Υιός ανήκει στα γενητά — πώς αυτός μπόρεσε να γίνει από μόνο τον Θεό; Και αν για να γίνουν τα γενητά χρειαζόταν μεσίτης, και κατά τα δικά σας ο Υιός είναι γενητός, τότε θα έπρεπε και πριν από αυτόν να υπάρχει κάποιος άλλος μεσίτης, ώστε να κτισθεί· και εφόσον όμως και ο μεσίτης αυτός θα ήταν επίσης κτίσμα, είναι φανερό ότι και εκείνος θα χρειαζόταν άλλον μεσίτη για τη δική του σύσταση. Και αν κάποιος επινοήσει άλλον, θα πρέπει προηγουμένως να επινοήσει και τον μεσίτη εκείνου, ώστε να καταπέσει κανείς σε άπειρη παλινδρόμηση.». Το επιχείρημα του Αθανασίου είναι αυστηρά λογικο-οντολογικό:αν ο Υιός είναι κτίσμα → χρειάζεται μεσίτη, αν χρειάζεται μεσίτη → ο μεσίτης είναι επίσης κτίσμα, άρα απαιτείται άλλος μεσίτης κ.ο.κ. εἰς ἄπειρον. Με αυτόν τον τρόπο καταρρίπτεται η αρειανική ιδέα του Υιού ως «οργάνου» ή «βοηθού» της δημιουργίας και διασώζεται η άμεση, άκτιστη θεία ενέργεια. Η ίδια γραμμή σκέψης που διακρίνεται στον Ηλία Κρήτης (σχέση θείας αιτιότητας – ενεργείας – μεσιτείας) δείχνει πώς οι Πατέρες συνομιλούν δημιουργικά με την ελληνική φιλοσοφική παράδοση, χωρίς να την υιοθετούν άκριτα.]

Περισσότερα για τη σχέση του Αρείου με τον Αστέριο βλ. RPC. HANSON, The search for the Christian doctrine of God, εκδ. T & T Clark, Edinburgh 1988, σελ. 32 κ.εξ.

144. Βλ. W.-D. HAUSCHILD, Die Pneumatomachen. Eine Untersuchung zur Dogmengeschichte des vierten Jahrhunderts, Disser., Hamburg 1967, σελ. 19 κ.εξ. Οἱ Τροπικοί (πνευματομάχοι), οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν κατά τὸν ἄγ. Ἀθανάσιο συνέχεια τῶν ἀρειανῶν καί ἀκολουθοῦν τήν κακοδοξία τους, ἐφευρίσκουν πάντοτε τρόπους παρερμηνείας τῶν ἁγιογραφικών χωρίων, ἀμφισβητώντας τή θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λέγοντας ὅτι, «ἐπειδὴ τὸν Θεὸν καὶ τὸν Χριστὸν ὡνόμασεν [ένν. ὁ Ἀπόστολος], εἶτα τοὺς ἀγγέλους, ἀνάγκῃ τοῖς ἀγγέλοις συναριθμεῖσθαι τὸ Πνεῦμα, τῆς τε αὐτῶν εἶναι συστοιχίας καὶ αὐτὸ, καὶ ἄγγελον εἶναι μείζονα τῶν ἄλλων. Πρῶτον μὲν οὖν τῆς ἀσεβείας ἐστὶν Οὐαλεντίνου τοῦτο τὸ εὔρημα· καὶ οὐκ ἔλαθον οὗτοι τὰ ἐκείνου φθεγγόμενοι. Ἐκεῖνος γὰρ ἔφησεν, ὅτι, πεμφθέντος τοῦ Παρακλήτου, συναπεστάλησαν αὐτῷ οἱ ἡλικιῶται αὐτοῦ ἄγγελοι· ἔπειτα δὲ τὸ Πνεῦμα κατάγοντες εἰς τοὺς ἀγγέλους εἰς τὴν Τριάδα συντάσσοντες. Εἰ γὰρ μετὰ Πατέρα καὶ Υἱὸν κατ᾿ αὐτοὺς οἱ ἄγγελοι, δηλονότι τὴν Τριάδος εἰσὶν οἱ ἄγγελοι, καὶ οὐκ ἔτι "λειτουργικά πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενοι", οὐδὲ ἁγιαζόμενοι, ἀλλ᾿ αὐτοὶ μᾶλλον ἁγιάζοντες ἄλλους ἂν εἶεν» (ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Πρὸς Σεραπίωνα Α΄, PG 26, 556C-557A). [Μετάφραση: «Οι λεγόμενοι Τροπικοί (πνευματομάχοι), οι οποίοι —κατά τον άγιο Αθανάσιο— αποτελούν συνέχεια των Αρειανών και ακολουθούν την κακοδοξία τους, επινοούν πάντοτε τρόπους παρερμηνείας των αγιογραφικών χωρίων, αμφισβητώντας τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος. Υποστηρίζουν ότι, “εφόσον ο Απόστολος ονόμασε τον Θεό και τον Χριστό και κατόπιν τους αγγέλους, είναι αναγκαίο το Πνεύμα να συναριθμείται με τους αγγέλους, να ανήκει και αυτό στην ίδια τάξη με αυτούς και να είναι ένας άγγελος ανώτερος από τους άλλους”. Κατ’ αρχάς, λοιπόν, αυτή η επινόηση της ασέβειας προέρχεται από τον Ουαλεντίνο· και δεν τους διέφυγε ότι εκφράζονται με τα λόγια εκείνου. Διότι εκείνος έλεγε ότι, όταν στάλθηκε ο Παράκλητος, στάλθηκαν μαζί του και οι ομότιμοί του άγγελοι· έπειτα, κατεβάζοντας το Πνεύμα στο επίπεδο των αγγέλων, το εντάσσουν έτσι στην Τριάδα. Διότι, αν —κατά τη δική τους άποψη— μετά τον Πατέρα και τον Υιό ακολουθούν οι άγγελοι, τότε προφανώς οι άγγελοι ανήκουν στην Τριάδα· και δεν είναι πλέον “λειτουργικά πνεύματα, που αποστέλλονται για διακονία”, ούτε αγιάζονται, αλλά μάλλον οι ίδιοι θα ήταν εκείνοι που αγιάζουν τους άλλους.»] Πρβλ. Α΄ Τιμ. 5, 21. Περί τοῦ Οὐαλεντίνου βλ. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ελληνική Πατρολογία Β΄. Περίοδος διωγμῶν, ἔκδ. Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1978, σελ. 154 κ.εξ., καί Κ. ΣΚΟΥΤΕΡΗΣ, Ἱστορία Δογμάτων. Ἡ Ὀρθόδοξη δογματική παράδοση καὶ οἱ παραχαράξεις της κατά τοὺς τρεῖς πρώτους αἱὤνες, τ. 1ος, Ἀθήνα 1998, σελ. 309 κ.εξ. Επίσης, ὁ Μ. Βασίλειος στην Ἐπιστολή 125, 3 [COURTONNE II, σελ. 34 (PG 32, 549C)], ἡ ὁποία ἀπευθύνεται στὸν Εὐστάθιο Σεβαστείας, ὑπογραμμίζει ὅτι ἀναθεματίζονται ὅσοι δέχονται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς λειτουργικό όργανο τοῦ Θεοῦ καί τό τοποθετούν στην κτιστή πραγματικότητα μαζί μὲ τὰ ὑπόλοιπα λειτουργικά πνεύματα (ἄγγελοι). Βλ. ἀκόμη τοῦ ἰδίου, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Γ΄, 25, SC 17, σελ. 151 (PG 32, 113B).

Η θεώρηση, βεβαίως, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς ὀργάνων και λειτουργικῶν ὄντων στὴν ἐκ τοῦ Πατρός δημιουργία τοῦ κόσμου ἔχει σαφῶς φιλοσοφικό υπόβαθρο καί συναντάται στον Τίμαιο τοῦ Πλάτωνα. Ἐκεῖ περιγράφει ὁ Πλάτων τη δημιουργία τοῦ κόσμου. Ὅταν ἀναφέρεται στη δημιουργία τῶν θνητῶν ὄντων, βλέπει ἀναγκαία την ὕπαρξη μεσαζουσῶν θεοτήτων, οἱ ὁποῖες δημιουργήθηκαν ἀπό τό δημιουργό καί πατέρα, προκειμένου να διασφαλιστεῖ ἡ θνητότητα τῶν ὑπολοίπων ὄντων.
Σε ἀντίθετη περίπτωση, εάν, δηλαδή, προέρχονταν ἀπευθείας ἀπό τὸ δημιουργό θεό, τότε θα διατηροῦσαν τὴν ἀθανασία λόγῳ τοῦ ἀμεταβλήτου τῆς θελήσεώς του να διαλυθοῦν. Ὁ Πλάτων ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Θεοὶ θεῶν, ὧν ἐγὼ δημιουργός πατήρ τε ἔργων, δι' ἐμοῦ γενόμενα ἄλυτα ἐμοῦ γε μὴ ἐθέλοντος ... δι᾿ ἐμοῦ δὲ ταῦτα γενόμενα καὶ βίου μετασχόντα θεοῖς ἰσάζοιτ᾿ ἂν· ἵνα οὖν θνητά τε ἢ τὸ τε πᾶν τόδε ὄντως ἅπαν ᾖ, τρέπεσθε κατὰ φύσιν ὑμεῖς ἐπὶ τὴν τῶν ζῴων δημιουργίαν, μιμούμενοι τὴν ἐμὴν δύναμιν περὶ τὴν ὑμετέραν γένεσιν, καὶ καθ' ὅσον μὲν αὐτῶν ἀθανάτοις ὀμώνυμον εἶναι προσήκει, θεῖον λεγόμενον ἡγεμονοῦν τε ἐν αὐτοῖς τῶν ἀεὶ δίκῃ καὶ ὑμῖν ἐθελόντων ἔπεσθαι, σπείρας καὶ ὑπαρξάμενος ἐγὼ παραδώσω τὸ δὲ λοιπὸν ὑμεῖς, ἀθανάτῳ θνητόν προσυφαίνοντες, ἀπεργάζεσθε ζῷα καὶ γεννᾶτε τροφήν τε διδόντες αὐξάνετε καὶ φθίνοντα πάλιν δέχεσθε"» (ΠΛΑΤΩΝ, Τίμαιος, 41A-D). [Μετάφραση: «Θεοί των θεών, των οποίων εγώ είμαι ο δημιουργός και πατέρας των έργων· όσα έγιναν από εμένα είναι άλυτα, εφόσον εγώ δεν το θελήσω. Διότι καθετί που δένεται μπορεί βέβαια να λυθεί, όμως το να λυθεί ό,τι έχει δεθεί καλώς και βρίσκεται σε καλή κατάσταση είναι έργο κακής βουλήσεως. Γι’ αυτό και εσείς, αφού γεννηθήκατε από εμένα, δεν είστε αθάνατοι ούτε άλυτοι παντελώς, αλλά δεν θα λυθείτε ούτε θα τύχετε του θανάτου, επειδή το θέλημά μου είναι ισχυρότερο από τους δεσμούς με τους οποίους συνδέεστε.
Τώρα λοιπόν ακούστε τι λέγω: απομένουν ακόμη τρία θνητά γένη να δημιουργηθούν· και αν αυτά δεν γεννηθούν, ο ουρανός θα είναι ατελής, διότι δεν θα περιέχει όλα τα γένη των ζώντων, ενώ πρέπει να τα περιέχει για να είναι τέλειος. Αν όμως αυτά γεννηθούν από εμένα και λάβουν ζωή μέσω εμού, θα εξομοιωθούν με τους θεούς. Για να είναι λοιπόν θνητά και για να είναι αυτό το σύμπαν πραγματικά σύνολο όλων των όντων, στραφείτε εσείς, σύμφωνα με τη φύση σας, στη δημιουργία των ζώων, μιμούμενοι τη δική μου δύναμη ως προς τη δική σας γένεση. Και ό,τι από αυτά πρέπει να έχει το ίδιο όνομα με το αθάνατο —αυτό που ονομάζεται θείο και άρχει μέσα τους, και που πάντοτε ακολουθεί τη δικαιοσύνη και εσάς— αυτό εγώ, αφού το σπείρω και του δώσω αρχή, θα σας το παραδώσω· το υπόλοιπο όμως εσείς, υφαίνοντας το θνητό μαζί με το αθάνατο, να κατασκευάζετε τα ζώα και να τα γεννάτε, δίνοντάς τους τροφή να τα αυξάνετε και, όταν φθείρονται, να τα υποδέχεστε πάλι.»

145. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Εἰς Ἡρῶνα τὸν φιλόσοφον (Λόγος ΚΕ), 6 (PG 35, 1205C). Βλ. ἐπίσης Πρὸς Εὐνομιανούς (Θεολογικός Α΄), 10, BARBEL, σελ. 54 κ.έξ. (PG 36, 248-25A).

146. Τοῦ ἰδίου, Εἰς τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον (Λόγος ΚΑA'), 12, PG 35, 1096Α: «Αφ' οὗ δὲ Σέξτοι, καὶ Πύῤῥωνες, καὶ ἡ ἀντίθετος γλῶσσα, ὥσπερ τι νόσημα δεινὸν καὶ κακόηθες, ταῖς Ἐκκλησίαις ἡμῶν εἰσεφθάρη· καὶ ἡ φλυαρία παίδευσις ἔδοξε, καὶ, ὅ φησι περί Ἀθηναίων ἡ βίβλος τῶν Πράξεων, εἰς οὐδὲν ἄλλο εὐκαιροῦμεν, ἢ λέγειν τι καὶ ἀκούειν καινότερον». [Μετάφραση: «Αφ’ ότου λοιπόν οι Σέξτοι και οι Πύρρωνες, και γενικότερα η αντιθετική και φιλονεικής γλώσσα, σαν κάποια φοβερή και κακοήθης νόσος, εισχώρησαν στις Εκκλησίες μας, η φλυαρία θεωρήθηκε παιδεία· και, όπως λέει η βίβλος των Πράξεων για τους Αθηναίους, δεν βρίσκουμε καιρό για τίποτε άλλο παρά μόνο για να λέμε ή να ακούμε κάτι νεότερο.»]

147. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Μετὰ τὰ φυσικά Δ΄, 1025Α: «Συμβεβηκός λέγεται δ ὑπάρχει μὲν τινι καὶ ἀληθὲς εἰπεῖν, οὐ μέντοι οὔτ᾽ ἐξ ἀνάγκης οὔτε <ὡς> ἐπὶ τὸ πολύ ...»[Μετάφραση: «Συμβεβηκός λέγεται εκείνο που πράγματι ανήκει σε κάτι και μπορεί να λεχθεί αληθώς γι’ αυτό, όχι όμως ούτε από αναγκαιότητα ούτε κατά κανόνα (δηλαδή ούτε “ως επί το πολύ”).»]· καὶ 1017Β-1018Α: «τὰ γὰρ καθόλου καθ' αὐτὰ ὑπάρχει, τὰ δὲ συμβεβηκότα οὐ καθ' αὐτὰς ἀλλ᾿ ἐπὶ τῶν καθ᾿ ἕκαστα ἁπλῶς λέγεται»[Μετάφραση: «Διότι τα καθόλου ανήκουν στα όντα καθ’ εαυτά, ενώ τα συμβεβηκότα δεν ανήκουν καθ’ εαυτά, αλλά λέγονται απλώς ότι συμβαίνουν στα καθ’ ἕκαστα.»]. Βλ. ἐπίσης Γ. ΜΟΥΡΕΛΟΣ, «Οἱ ἔννοιες τῆς οὐσίας καί τοῦ συμβεβηκότος στην ὀντολογία τοῦ Ἀριστοτέλη», στο Αριστοτέλης. Οντολογία-Γνωσιοθεωρία Ηθική-Πολιτική Φιλοσοφία, ἐπ. ἔκδ. Δ. Ζ. Ανδριόπουλος, Αθήνα 1996, σελ. 293-309. Βλ. 1. DÜRING, Aristoteles, Darstellung und Interpretation seines Denkens, μτφρ. Π. Κοτζιά-Παντέλη, Αθήνα 2000, σελ. 129 κ.ἐξ, και Τ. ΠΕΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ-ΒΑΛΑΛΑ, Προβολές στον Άριστοτέλη, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 223 κ.ἐξ.

148. Πράξ. 13, 2· Έφ. 4, 30- Ήσ. 63, 10.

149. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Θεολογικός E'), 6, BARBEL, σελ. 228 (PG 36, 140B).

150. Ὅπ.π.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (243)

 Συνέχεια από: Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Jacob Burckhardt

ΤΟΜΟΣ 4ος

ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ: Ο Έλληνας άνθρωπος
στην ιστορική του εξέλιξη

IΙ O ΗΡΩΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (6η συνέχεια)

Η ιδεατότητα του ήρωα

Παρόλο που η εποχή δεν είναι ακριβώς μια χρυσή εποχή και παρά την κυριαρχία του κακού και της ατυχίας, μια γενική ιδεατότητα απλώνεται πάνω από την ηρωική ύπαρξη και θα ζηλεύουμε για πάντα ένα έθνος, του οποίου η καθημερινή φαντασιακή εικόνα του παρελθόντος έμοιαζε με τον κόσμο του Ομήρου. Φυσικά, είναι ένας «άχρηστος κόσμος», στον οποίο, πολύ χαρακτηριστικό, αν εξαιρέσουμε τις εικόνες του ποιητή, ο αγρότης δεν εμφανίζεται πουθενά, παρά μόνο ως επιστάτης του κινητού πλούτου, ο βοσκός ως φύλακας των ζώων και, για παράδειγμα (με τον Λαέρτη), ο κηπουρός. Αντίθετα, οι υπέροχες μορφές του Εύμαιου και της Ευρύκλειας έχουν την υψηλότερη ιδανικότητα, γιατί εδώ όλα είναι ευγενή και αριστοκρατικά: ό,τι εμφανίζεται ως υπηρετικό και ταπεινό, υπάρχει μόνο σε σχέση και αντανάκλαση των ηρώων και έχει μια λάμψη από την ύπαρξή τους.

Από αυτή την άποψη, σημειώνουμε ότι στους ανθρώπους εκείνης της εποχής αποδίδεται γενικά μεγαλύτερη σωματική δύναμη από ό,τι έχουν «οι θνητοί που υπάρχουν τώρα», και ότι οι μεταγενέστεροι τους φαντάζονται γιγαντιαίου μεγέθους. Ιδίως όμως πρέπει να προσέξει κανείς πώς σε ολόκληρο τον Όμηρο, μέσω των λεγόμενων epitheta ornantia (διακοσμητικών επίθετων), διακρίνονται πρόσωπα αλλά και πράγματα που ανήκουν στον ηρωικό κόσμο· όχι μόνο οι βασιλείς αποκαλούνται με περιφράσεις ιερότητας, όπως «η ιερή δύναμη του Αλκίνοου» κτλ., αλλά και ο χοιροβοσκός χαρακτηρίζεται θεϊκός, οι υπηρέτες «υψηλόφρονες» (ὑπέρθυμοι), ακόμη και τα άλογα και τα πρόβατα, ως καλοτρίχα, εμφανίζονται κατά κάποιον τρόπο εξαγιασμένα. Και εκείνα ακόμη τα άτομα που αποδοκιμάζονται, ακόμη και οι κακοί, είναι βυθισμένα στο γενικό χρυσό φως της μεγάλης εκείνης εποχής, όπως αργότερα οι λεγόμενοι κακοί χαρακτήρες στην τραγωδία. Βέβαια ο μύθος διατήρησε ορισμένους ιερόσυλους, όπως τον Σαλμωνέα και τον Καπανέα, και ορισμένους κακούργους, όπως τον Σίννη, τον Προκρούστη και ιδιαίτερα τον Ναύπλιο, ο οποίος, ως ιδιόμορφο μείγμα γνώσης, ναυτικής εμπειρίας, κακίας και εκδίκησης, βοηθά εκείνους που θέλουν να πουλήσουν τις κόρες τους πέρα από τη θάλασσα και προκαλεί με ψευδή πυρσικά σήματα το ναυάγιο των ηρώων που επιστρέφουν από την Τροία· και ο Θερσίτης επίσης αποτελεί ισχυρή εξαίρεση από τη γενική ιδεαλικότητα. Όμως οι μνηστήρες της Πηνελόπης μετέχουν κι αυτοί της ιδανικής λαμπρότητας· μολονότι όλοι θανατώνονται, παρομοιάζονται ωστόσο με θεούς (θεοειδείς), διότι ο Οδυσσέας δεν γύρισε από τις περιπλανήσεις του για να σκοτώσει ευτελείς ανθρώπους.

H ευημερία

Στις Αυλές των Βασιλέων, όπως εκείνες του Νέστορα και του Μενέλαου στην Οδύσσεια, βασιλεύει μια ευγενής ευδαιμονία. Κυριαρχεί ο όλβος· και όποιον ο Κρονίδης του τον όρισε κατά τη γέννηση και τον γάμο του, όπως τον χάρισε στον Νέστορα για ολόκληρη τη ζωή του, αυτός περνά ήρεμα και άνετα τα γηρατειά του στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του, και οι γιοι του είναι συνετοί και οι καλύτεροι λογχοφόροι. Συχνά γίνεται λόγος και για την υλική ευζωία: μαθαίνουμε ότι για τους βασιλείς μαγειρεύουν καλύτερα, και πάντοτε με τις ίδιες λέξεις περιγράφεται η τελετουργία της θυσίας. Με ιδιαίτερη όμως ευλάβεια γίνεται λόγος μόνο για τον εκλεκτό οίνο: για εκείνον που είχε φυλαχτεί για την επιστροφή του Οδυσσέα, και για τον άριστο από όλους, της Ισμάρου, τον οποίο του χάρισε ο μόνος διασωθείς ιερέας του Απόλλωνα, ο Μάρων· για αυτόν διηγούνται ότι κανείς από τους δούλους και τις δούλες στο σπίτι δεν γνώριζε την ύπαρξή του, παρά μόνον ο Μάρων και η σύζυγός του και μία μοναδική οικονόμος· και ότι ένα μόνο κύπελλο, αναμεμειγμένο με είκοσι μέρη νερού, αρκούσε για να αναδυθεί από τον κρατήρα ένα άρωμα τόσο γλυκό και θεϊκό, ώστε το να μη λάβει κανείς μερίδιο από αυτό αποτελούσε οδύνη. Όταν όμως προστεθεί στα τερπνά του στόματος και ο αοιδός, τον οποίο οι συνδαιτυμόνες, καθισμένοι κατά σειρά, ακούν με προσοχή, τότε αυτό θεωρείται ως η γλυκύτερη εκπλήρωση μιας επιθυμίας που μπορεί κανείς να φανταστεί.

Οι Φαίακες

Ιδιαίτερη θέση κατέχει ακόμη ο βίος των Φαιάκων, ο οποίος παρουσιάζεται κατά έναν βαθμό υψηλότερος και λαμπρότερος, αν και στο σύνολό του είναι αισθητά πιο παραμυθώδης από εκείνον των αυλών της Πύλου και της Λακεδαίμονος. Οι Φαίακες κατοικούν, κοντά στους θεούς και αγαπητοί σε αυτούς, μακριά μέσα στη θάλασσα, στο άκρο του κόσμου, χωρίς να τους επισκέπτονται άλλοι θνητοί. Διαρκώς βασιλεύουν ανάμεσά τους η εορτή, το τραγούδι και ο χορός. Το κλίμα του νησιού τους θυμίζει τις Καναρίες Νήσους και τις Αζόρες: πνέει πάνω του, χωρίς διάκριση εποχής, ένας αιώνιος δυτικός άνεμος, και ενώ το ένα ανθίζει, το άλλο ωριμάζει. Στο παλάτι του Αλκίνοου όλα είναι από ευγενές μέταλλο· χρυσοί σκύλοι, «αθάνατοι και αγέραστοι», φυλάσσουν την είσοδο, και χρυσά αγόρια (δηλαδή έμψυχα αγάλματα) στέκουν μέσα ως λαμπαδηφόροι. Ο ίδιος ο Αλκίνοος έχει στην αίθουσα τον θρόνο του, όπου και η βασίλισσα, καθισμένη δίπλα στην εστία και περιβαλλόμενη από τις θεραπαινίδες της, γνέθει πορφυρό μαλλί· και εκεί κάθεται και πίνει «όμοιος με αθάνατο». Οι άρχοντες που τον περιβάλλουν είναι «σκηπτροφόροι βασιλείς»· και ο λαός τον υπακούει σαν θεό· και η βασίλισσα Αρήτη τιμάται περισσότερο από κάθε άλλη σύζυγο πάνω στη γη και η ίδια διαιτητεύει τις έριδες των ανδρών. Ιδιαιτέρως αξιέπαινο σε αυτόν τον λαό, που περνά τον χρόνο του μέσα σε μιαν ιδιότυπη γαλήνια ευθυμία, είναι ότι με τα πλοία του, τα οποία είναι γρήγορα σαν φτερό ή σαν σκέψη και, χωρίς πηδάλιο και κυβερνήτη, σκεπασμένα με ομίχλη, κατευθύνονται μόνα τους με ασφάλεια προς τον σωστό προορισμό, φέρνοντας σωτηρία στους ανθρώπους που ταλαιπωρούνται από την καταιγίδα και που δοκιμάζονται από την τρικυμία. Από παλιά ακόμη, οι θεοί εμφανίζονται ορατοί ανάμεσα στους Φαίακες, όταν αυτοί προσφέρουν εκατόμβες, και κάθονται μαζί τους στο γεύμα. Και αν συναντήσουν έναν μοναχικό οδοιπόρο, δεν κρύβονται από αυτόν, αφού οι Φαίακες βρίσκονται κοντά τους «όπως οι Κύκλωπες και τα άγρια γένη των Γιγάντων». Στο ότι συναναστρέφονται τους θεούς σαν να είναι αυτό κάτι αυτονόητο και στη θαυμαστή ναυσιπλοΐα τους έγκειται η ιδιαίτερη θεία τους εύνοια· αυτή όμως η μακαριότητα απειλείται βαριά από τον Ποσειδώνα.

Η ευτυχία στα άκρα του κόσμου

Και αλλού ακόμη, στα άκρα του κόσμου, απαντάται αυξημένος βαθμός ευδαιμονίας, όπως στο νησί Συρία, όπου δεν υπάρχουν ούτε πείνα ούτε αρρώστια, αλλά οι άνθρωποι, όταν γεράσουν, πέφτουν από τα βέλη του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος. Για να επανέλθουμε όμως στους Φαίακες, ας επισημάνουμε ακόμη εκείνη την έκφραση ύψιστης φιλοξενίας από το στόμα του Αλκίνοου, όταν λέει ότι ο ξένος και ικέτης είναι για τον άνθρωπο που έχει αισθήματα ένας αδελφός. Και για εκείνο που ανήκει στη λεπτότερη ευγένεια αυτών των αυλών, δηλαδή ότι τον ευγενή φιλοξενούμενο τον περιποιούνται πριν τον ρωτήσουν το όνομά του, οι Φαίακες παρέχουν το κατεξοχήν παράδειγμα· ας προσέξει κανείς πώς η αποκάλυψη του ονόματος του Οδυσσέα, αν και επιθυμητή, αναβάλλεται και από τον ποιητή φυλάσσεται για τη μέγιστη ένταση και επίδραση· «ο ξένος, δεν γνωρίζω ποιος είναι», λέει ο Αλκίνοος, συστήνοντάς τον στους ανθρώπους του.

Διαμαρτυρία για τον βάναυσο (τεχνίτη). [Ο όρος περιγράφει κάτι που είναι καθαρά μηχανικό, χειρωνακτικό ή στενά ωφελιμιστικό. Αναφέρεται σε τέχνες ή εργασίες χωρίς πνευματικό βάθος, επικεντρωμένες μόνο στο πρακτικό αποτέλεσμα με στόχο το κέρδος].

Απέναντι στο βάναυσο (τεχνίτη/χειρωνάκτη), για το οποίο ο Ησίοδος δεν δείχνει αποστροφή, από αυτόν τον ηρωικό κόσμο υψώνεται κατά καιρούς διαμαρτυρία, όταν ο Φαίακας Ευρύαλος αντιπαραβάλλει περιφρονητικά τον εμπορικό θαλασσοπόρο, του οποίου το βλέμμα είναι στραμμένο στα εμπορεύματα και στο άπληστο κέρδος, προς τον άνδρα που είναι δοκιμασμένος στους αγώνες· και πράγματι δεν μπορεί να νοηθεί ισχυρότερη αντίθεση από εκείνη ανάμεσα στον βάναυσο/ακαλλιέργητο και σε εκείνον τον τρόπο σκέψης που θέτει ως ύψιστο μέτρο το αν κανείς, πεθαίνοντας, χαρίζει στον εχθρό δόξα νίκης ή, νικώντας, αποσπά από αυτόν τέτοια δόξα. Ωστόσο, η ιδεατότητα των ηρωικών ανθρώπων δεν βλάπτεται από το ότι μπορούν να κάνουν τα πάντα. Ο Λαέρτης καλλιεργεί τον κήπο του, ο Αχιλλέας τεμαχίζει ο ίδιος το κρέας για τους φιλοξενούμενους, ο Οδυσσέας κατασκευάζει μόνος του τη σχεδία του και καυχιέται ακόμη και για τα πιο μικρά πράγματα: «στο να επιδεικνύω τέχνη», λέει στον Εύμαιο, «δύσκολα θα βρεθεί άλλος να με συναγωνιστεί: στο να στοιβάζω καλά τα καυσόξυλα και να σχίζω τα κούτσουρα, να τεμαχίζω και να ψήνω το κρέας και να σερβίρω το κρασί». Γι’ αυτό και η έξοδος της κόρης του βασιλιά για το πλύσιμο των ρούχων δεν αφαιρεί τίποτε από την αρχοντιά της: η Ναυσικά μπορεί ήσυχα να ζητήσει από τον πατέρα της το άρμα, με την αιτιολογία ότι πρέπει να πλύνει τα ρούχα τα δικά του και των πέντε αδελφών της, από τους οποίους οι τρεις είναι ακόμη ανύπαντροι και χρειάζονται πάντοτε καθαρά ενδύματα για τους χορούς.

Οι εφευρέσεις

Για κάθε «εφεύρεση» ο μεταγενέστερος μύθος διέθετε τον Παλαμήδης, ο οποίος βέβαια κατέληξε και εξαιρετικά δυστυχής· ανάλογα με την εύνοια ή τη δυσμένεια, του αποδόθηκαν άλλοτε αγαθά και άλλοτε κακά έργα. Δίπλα σε αυτόν μπορούμε να μνημονεύσουμε τους μυθικούς τεχνίτες, τον Δαίδαλο, τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη, καθώς και τους Δακτύλους και τους Τελχίνες, αλλά και τους μεγάλους θαλασσοπόρους: τον κυβερνήτη της Αργούς Τίφη, ο οποίος είχε εφεύρει το πηδάλιο, τον διορατικό Λυγκέα, που έβλεπε τους βράχους κάτω από το νερό και πρώτος χαιρετούσε μακρινές ακτές, καθώς και τον Φέρεκλο, ο οποίος κατασκεύασε τα πλοία του Πάρη. Φυσικά, οι δύο μεγάλες κατεξοχήν προσωποποιήσεις κάθε ναυσιπλοΐας ήταν ο Οδυσσεύς και οι Αργοναύτες. Όσοι όμως έμεναν στην πατρίδα απέδιδαν στους θαλασσοπόρους κάθε δυνατό κατόρθωμα, ενώ εκείνοι που είχαν οι ίδιοι ταξιδέψει, όταν επέστρεφαν, συνέχιζαν να πλάθουν τη μυθική γεωγραφία. Υπήρξαν ίσως οι πιο θαυμαστοί ψεύτες που γέννησε ποτέ η γη· μπροστά τους, οι ταξιδιωτικές ψευδολογίες της εποχής των Διαδόχων είναι καθαρή πρόζα.

Κωμικά στοιχεία του ηρωικού κόσμου


Στην ιδεατότητα των ηρώων ανήκει τέλος και ένα εύθυμο, κωμικό περίγραμμα, μια διασκεδαστική κωμική πινελιά. Εδώ σκεφτόμαστε όλες τις σατυρικές φάρσες και ιδιαίτερα μορφές όπως ο μέγας κλέφτης Αυτόλυκος, παππούς του Οδυσσέα, στον οποίο, όταν κατοικούσε στον Παρνασσό, καταλογιζόταν η διάρρηξη των γειτονικών οικιών, και ο οποίος είχε πάρει ως συνεταίρο τον συγγενή του Σίσυφο, ή ακόμη το παντού σκανδαλοποιό αδελφικό ζεύγος των Κερκόπων, που είχε πέσει στα χέρια του Ηρακλή, αλλά, κρεμασμένο ανάποδα από δοκάρι μεταφοράς, βρέθηκε σε τόσο κωμική κατάσταση ώστε, γελώντας ακατάπαυστα για μια εύθυμη παρατήρηση, παρέσυρε και τον ίδιο τον Ηρακλή, ο οποίος τους άφησε τελικά ελεύθερους.

Αξιοσημείωτο είναι ότι, παρά τη ναΐφ και συχνά εγκληματική απληστία, δεν απαντούν καθόλου γενικές παραδόσεις για θησαυρούς κρυμμένους σε τάφους ή σε μεταλλεία κτλ. (εκτός ίσως από όσα μυθολογούνταν για μια υποτιθέμενη κρύπτη στους Δελφούς). Ο μύθος μιλά πάντοτε μόνο για μεμονωμένα πολύτιμα και συγχρόνως μαγικά έμψυχα αντικείμενα, που εν μέρει έχουν κατασκευαστεί από τον Ήφαιστο και επομένως είναι θεϊκής κατασκευής, όπως το χρυσόμαλλο δέρας, το περιδέραιο της Αρμονίας, το σκήπτρο του Δία κ.λπ. Σε αυτά τα αντικείμενα, και όχι σε αόριστους θησαυρούς, προσκολλάται η επιθυμία. Και αυτό, ενώ από τη δραστηριότητα των Φοινίκων γνώριζαν πολύ καλά τι είναι η μεταλλευτική, και ενώ στην πραγματικότητα διέθεταν και γνώριζαν στις Μυκήνες και στον Ορχομενό τα θαυμαστά οικοδομήματα που θεωρούνταν θησαυροί. Ας αντιπαραβάλει κανείς προς αυτά τον Βορρά, του οποίου ολόκληρη η φαντασία είναι γεμάτη από θησαυρούς, κοίλα όρη και παρόμοιες εικόνες.