Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Ερμηνεία του Άσματος Ασμάτων (Λόγος Ε')

    ΛΟΓΟΣ Ε'

(Άσμα Ασμάτων 2,8-17)

Η ΝΥΦΗ

«Είναι η φωνή του αγαπημένου μου· νάτος, έρχεται πηδώντας πάνω απ’ τα όρη, δρασκελίζοντας τα βουνά.

Είναι όμοιος με ζαρκάδι ο αγαπημένος μου ή με ελαφόπουλο στα βουνά της Βαιθήλ.

Νάτος που στάθηκε πίσω απ’ τον τοίχο μας, σκύβει έξω από τα παράθυρα κι απ’ τα δικτυωτά  παρατηρεί.

Μου αποκρίνεται ο αγαπημένος μου και μου λέγει·

Ο ΝΥΜΦΙΟΣ

Σήκω, έλα, αγαπημένη μου, καλή μου, περιστέρα μου, 

να, ο χειμώνας πέρασε, η βροχή έφυγε, αποσύρθηκε στα λημέρια της.

Φάνηκαν τα άνθη στη γη, έφτασε ο καιρός να τα κόψουμε, 

ακούστηκε στα μέρη μας η φωνή του τρυγονιού.

Η συκιά έβγαλε τα μικρά άγουρα πράσινα σύκα της (τους ολύνθους της), 

τα κλήματα άνθισαν και σκορπούν ευωδία.

Σήκω, έλα, αγαπημένη μου, καλή μου, περιστέρα μου, προχώρησε, περιστέρα μου, στη σκέπη της πέτρας, που 'ναι κοντά στον φράχτη σου.

Η ΝΥΦΗ

Δείξε μου το πρόσωπό σου και  κάνε ν’ ακούσω τη φωνή σου,

γιατί είναι η φωνή σου γλυκιά και η όψη σου ωραία.

Ο ΝΥΜΦΙΟΣ

Πιάστε για χάρη μας τις μικρές αλεπούδες

που αφανίζουν τους αμπελώνες μας,

γιατί τ’ αμπέλια μας άνθισαν.

Η ΝΥΦΗ 

Ο αγαπημένος μου είναι για μένα κι εγώ γι’ αυτόν, 

αυτός που ποιμαίνει μέσα στα κρίνα, 

ώσπου να ξεπροβάλει η ημέρα και σκορπίσουν οι σκιές.

Γύρισε αγαπημένε μου γίνε όμοιος με το ζαρκάδι ή το ελαφόπουλο στις χαράδρες των βουνών.

Όσα παραθέσαμε με την ανάγνωση από το ποίημα του Άσματος των Ασμάτων από τη μια μας οδηγούν στην εξέταση των ανώτερων (υπερκείμενων) αγαθών κι από την άλλη βάζουν λύπη στις ψυχές μας, προκαλώντας μας απόγνωση κατά κάποιο τρόπο για το πως να κατανοήσουμε τ’ ακατανόητα. Πώς λοιπόν να μη λυπηθεί κανείς διαπιστώνοντας ότι, αφού ανέβηκε σε τόσα ύψη με την αγάπη προς τη μετουσία του αγαθού η καθαρμένη ψυχή, δεν φαίνεται ακόμα, όπως λέει ο Απόστολος, να ’χει συλλάβει αυτό που ζητά; Κι όμως αποβλέποντας σ’ εκείνες τις ανόδους  που είχε διανύσει, με τα προηγούμενα λόγια μου τη μακάριζα για την ανάβασή της, όταν ανακάλυψε το γλυκό μήλο ξεχωρίζοντάς το από τ’ άκαρπα δέντρα του δάσους και τόσο πολύ επιθύμησε τον ίσκιο του, πώς ο καρπός την καταγλύκανε και μπήκε στο κελάρι της χαράς  (οίνον ονομάζει τη χαρά που ευφραίνει την καρδιά εκείνων που το πίνουν) και πόσο, αφοσιωμένη στην αγάπη, τονώνεται με τα μύρα φορώντας της μηλιάς το φόρεμα και πως, αφού δέχτηκε στην καρδιά της το βέλος της αγάπης, γίνεται πάλι και η ίδια βέλος στα χέρια του τοξότη και από τα χέρια του δυνατού κατευθύνεται στον σκοπό (στόχο) της αληθείας.

Αυτά βλέποντας και τα παρόμοια σκεφτόμουν ότι θα είχε φτάσει στην κορυφή της μακαριότητας αυτή που είχε ανεβεί τόσους αναβαθμούς. Όπως όμως φαίνεται οι αναβαθμοί που έχει ανέβει είναι ακόμα τα προοίμια της ανόδου· γιατί όλες εκείνες τις αναβάσεις δεν τις ονομάζει θεωρία και κατανόηση εναργή της αλήθειας, αλλά φωνή του ποθητού που της αποδίδει τα γνωρίσματα της η ακοή και που δεν προκαλεί τη γνώση της και τη χαρά της η κατανόηση. Αν λοιπόν εκείνη ενώ έχει ανεβεί τόσο ψηλά, όπως μαθαίνουμε για το μεγάλο Παύλο που υψώθηκε πάνω από τους τρεις ουρανούς, δεν φαίνεται ακόμα να έχει καταλάβει με ακρίβεια το ζητούμενον, τί είναι φυσικό να νιώσουμε ή να σκεφτούμε που βρισκόμαστε εμείς που δεν έχουμε ακόμα πλησιάσει ούτε στα πρόθυρα των αδύτων της θεωρίας; Και μπορούμε με αυτά τα ίδια τα λόγια της να δούμε καθαρά πόσο δυσθεώρητο είναι ό,τι ζητεί. «Η φωνή του αγαπημένου μου», λέει. Όχι η μορφή, όχι το πρόσωπο, δεν είναι τα χαρακτηριστικά που φανερώνουν τη φύση εκείνου που ζητεί, αλλά η φωνή που προκαλεί εικασία μάλλον κι όχι βεβαιότητα για το ποιός είναι αυτός που μιλά· ότι βέβαια μοιάζει ο λόγος της με εικασία μάλλον και δεν είναι βέβαιη κι αναμφίβολη κατανόηση δηλώνεται από το γεγονός ότι δεν συγκεντρώνεται ο λόγος σε μία σκέψη ούτε αποβλέπει σε μία μορφή, αλλά φαντάζεται κι αναφέρεται σε πολλά και νομίζει ότι κάθε φορά βλέπει διαφορετικά και δε στέκεται στο ίδιο πάντοτε χαρακτηριστικό εκείνου που κατανόησε, είναι φανερό από όσα λέγονται. «Νάτος», λέει, «έρχεται· δε στέκεται ούτε παραμένει», ώστε με την παραμονή του να τον γνωρίσει αυτός που τον ατενίζει, αλλά αρπάζει τον εαυτό του από τα μάτια της πριν από την τέλεια γνώση του. «Πηδά» λέει «πάνω στα όρη και διασκελίζει τα βουνά». Και τη μια τον βλέπει σαν ζαρκάδι κι έπειτα τον παρομοιάζει με ελαφόπουλο. «Είναι όμοιος», λέει, «ο αγαπημένος μου με ζαρκάδι ή μ’ ελαφόπουλο πάνω στα βουνά της Βαιθήλ». Έτσι αυτό πού καταλαβαίνει κάθε φορά είναι διαφορετικό γνώρισμα (χαρακτηριστικό).

Αυτά είναι που σε μια πρόχειρη έννοια με κάνουν να λυπούμαι προκαλώντας μου απόγνωση για την ακριβή κατανόηση εκείνων που μας ξεπερνούν. Πρέπει ωστόσο να προσπαθήσουμε ελπίζοντας στο Θεό, που δίνει σ’ όσους κηρύττουν το Ευαγγέλιο λόγο με πολλή δύναμη, να συνδέσουμε την ανάλυσή μας με λογική ακολουθία με όσα εκθέσαμε πρωτύτερα. «Η φωνή», λέει, «του αγαπημένου μου» και προσθέτει αμέσως «νάτος, έρχεται». Τί αντιληφθήκαμε λοιπόν με αυτά; Οι λόγοι αυτοί προβλέπουν ίσως την οικονομία τη σχετική με το Θεό Λόγο που μας φανέρωσε το Ευαγγέλιο, που είχαν προκαταγγείλει οι προφήτες και είχε φανερωθεί με την ένσαρκη φανέρωση του Θεού. Γιατί η θεία φωνή μαρτυρείται από τα έργα και η έκβαση συνάπτεται με το λόγο της επαγγελίας (υπόσχεσης), όπως λέει ο προφήτης «όπως ακούσαμε, έτσι κι είδαμε». «Η φωνή», λέει, «του αγαπημένου μου»· αυτό ακούσαμε. «Νάτος, έρχεται»· αυτό αντικρίσαμε με τα μάτια μας. «Πολυμερώς και με πολυτρόπως μίλησε στο παρελθόν ο Θεός στους προπάτορές μας μέσω των προφητών»· αυτή είναι η ακοή της φωνής. «Στις έσχατες αυτές μέρες μάς μίλησε μέσω του Υιού». Αυτή είναι η έννοια του λόγου, «νάτος, έρχεται πηδώντας πάνω στα όρη και διασκελίζοντας τα βουνά»· τον παρομοιάζει κατάλληλα και ταιριαστά με το ζαρκάδι από μια ιδιαίτερη άποψη και κατά μια άλλη έννοια με ελαφόπουλο. Το ζαρκάδι ( η δορκάς) σημαίνει τη δυνατή ματιά εκείνου που επιβλέπει το παν. Λένε ότι αυτό το ζώο επειδή βλέπει υπερβολικά πήρε το όνομα από αυτή την ικανότητά του. Βέβαια το θέασθαι και το δέρκεσθαι (βλέπω καθαρά) είναι τα ίδια. Αυτός λοιπόν που εφορεύει κι επιβλέπει τα πάντα, από το ότι θεάζεται τα πάντα λέγεται Θεός των όλων.

Επειδή λοιπόν φανερώθηκε ως Θεός μέσα στη σάρκα, αυτός που παρουσιάστηκε στη ζωή μας για να καθαιρέσει τις αντίθετες (αντικείμενες) σ’ εμάς δυνάμεις, γι’ αυτό παρομοιάζεται με το ζαρκάδι αυτός πού από τον ουρανό έριξε το βλέμμα του στη γη, και μ’ ελαφόπουλο αυτός που διατρέχει πηδώντας τα όρη και τα βουνά, αυτός δηλαδή πού καταπατεί και καταλύει τα πονηρά υψώματα της δαιμονικής κακίας. «Όρη» λέει αυτά που συγκλονίζει η κραταιή δύναμή του, όπως λέει ο Δαβίδ, που μετατοπίζονται στην καρδιά των θαλασσών και που βουλιάζουν και στην κοντινή άβυσσο, για τα όποια είπε ο Κύριος στους μαθητές του «αν έχετε πίστη όση είναι ένας κόκκος σιναπιού, θα πείτε σ’ αυτό το όρος» (κι υπονοούσε με το λόγο του το πονηρό δαιμόνιο του σεληνιαζόμενου) «μετακινήσου και πέσε στη θάλασσα». Επειδή τώρα το γνώρισμα των ελαφιών είναι ν’ αφανίζουν τα θηρία και να διώχνουν με την πνοή τους και το χαρακτηριστικό δέρμα τους το γένος των φιδιών, γι’ αυτό εκείνος που εφορεύει τα πάντα παρομοιάστηκε με ζαρκάδι, και μ’ ελάφι επειδή καταπατεί κι αφανίζει την αντίθετη ενέργεια, που με μεταφορικά έννοια την ονόμασε «όρη» και «βουνά».


Ακούστηκε λοιπόν η φωνή, ήρθε ο Λόγος πηδώντας επάνω στα όρη των εχθρών και διασκελίζοντας τα βουνά, βάζοντας κάτω απ’ τα πόδια του εξίσου κάθε δύναμη που αποστατεί από αυτόν, τόσο την υποδεέστερη όσο και την ανώτερη. Αυτό υπαινίσσεται η διαστολή των βουνών προς τα όρη· ότι δηλαδή κι αυτό που ξεχωρίζει ανάμεσα στα αντικείμενα (αντίθετα) όμοια με το υποδεέστερο καταπατείται και γκρεμίζεται με την ίδια δύναμη κι εξουσία. Όμοια δηλαδή καταπατούνται το λιοντάρι και ο δράκοντας, που υπερέχουν, καθώς και το φίδι κι ο σκορπιός, που τα θεωρούμε υποδεέστερα. Εννοώ το έξης μ’ αυτό που λέγω. Ανάμεσα στους όχλους που τον ακολουθούσαν ήταν όρη τα δαιμόνια, πουυπήρχαν στις συναγωγές, στη χώρα των Γεργεσηνών, και σε πολλούς άλλους τόπους, υψώνοντας τις κορυφές τους κατά της ανθρώπινης φύσης. Από αυτά άλλα ήταν βουνά και άλλα όρη, ψηλότερα και χαμηλότερα. Αλλά το ελαφόπουλο που αφανίζει τα φίδια, αυτό που προετοιμάζει και τους μαθητές του για την τάξη των ελαφιών, σύμφωνα μ’ αυτά που λέει, «σας έδωσα εξουσία να πατάτε επάνω σε φίδια και σκορπιούς», πατάει το πόδι του επάνω σε όλα, φυγαδεύοντας αυτά και πηδώντας από αυτά σε άλλα, ώστε μ’ αυτά να προβάλει το μέγεθος όσων υψώνονται στην αρετή, χωρίς να το σκεπάζουν οι γεώλοφοι της κακίας. Τα όρη της Βαιθήλ είναι φανερό από την ερμηνεία του ονόματος ότι σημαίνουν την υψηλή κι ουράνια ζωή. Γιατί όσοι γνωρίζουν την εβραϊκή γλώσσα λένε ότι η λέξη αυτή σημαίνει “οίκος τού Θεού”. Γι’ αυτό λέει «επάνω στα όρη της Βαιθήλ».

Τα είδε αυτά o καθαρμένος και διορατικός οφθαλμός της ψυχής, που συμμετέχει στα θεία εκείνα άλματα που γίνονται στους γεώλοφους του εχθρού και κάνει λόγο ως ήδη παρόντος γι’ αυτό που ήταν να γίνει πολλά χρόνια αργότερα βλέποντας την ελπίδα σαν έργο, επειδή η χάρη που ελπίζουμε είναι βέβαιη κι έξω από αμφιβολία. Λέει δηλαδή ότι αυτός που σκαρφαλώνει επάνω στα όρη, με ταχύτητα κι ευκινησία, και που πηδά από βουνά σε βουνά, μας παρουσιάζεται να στέκεται φτάνοντας στον τοίχο και να μας μιλά από τις θυρίδες και τα δικτυωτά. Η διατύπωση είναι η έξης· «νάτος, που στέκεται πίσω από τον τοίχο μας σκύβοντας απ’ τα παράθυρα και παρατηρώντας από τα δικτυωτά». Το σωματικό που υπεισέρχεται μέσα στο λόγο είναι αυτό· η νύμφη είναι μέσα στο σπίτι κι ο αγαπημένος της μιλάει μαζί της από τα παράθυρα και μολονότι μεσολαβεί ο τοίχος και χωρίζει τον ένα από τον άλλο, δεν εμποδίζει τη συνομιλία τους (ανεμπόδιστα γίνεται η κοινωνία του Λόγου), καθώς προβάλλει το κεφάλι του απ’ τα παράθυρα και τα μάτια παρατηρούν το εσωτερικό από τα δικτυωτά των παραθύρων. Η μεταφορική όμως σημασία συνεχίζει το νόημα που εκθέσαμε πιο πριν· με ακόλουθο τρόπο ο Λόγος συνδέει την ανθρώπινη φύση με τον Θεό. Τη φωτίζει πρώτα με τις προφητείες και τα νομικά παραγγέλματα (έτσι δηλαδή το αντιλαμβανόμαστε· ως παράθυρα τους προφήτες που εισάγουν το φως και ως δικτυωτά τη πλοκή των νομικών παραγγελμάτων, που και με τα δύο εισχωρεί μέσα η λάμψη του αληθινού φωτός). Μετά το φωτισμό αυτόν γίνεται η τέλεια έλλαμψη του φωτός, «όταν λάμψει το αληθινό φώς» «σ’ αυτούς που κάθονται στο σκότος και στη σκιά του θανάτου» με την συνανάκρασή του με τη δική μας φύση. Προηγουμένως λοιπόν οι αυγές των προφητικών και των νομικών εννοιών φωτίζουν την ψυχή δια των νοηθεισών παράθυρων και των δικτυωτών μας προκαλούν την επιθυμία να δούμε τον ήλιο στο ύπαιθρο κι έπειτα ό,τι ποθούμε προχωρεί και γίνεται έργο.

Ας ακούσουμε τί λέει προς την Εκκλησία αυτός πού δεν πέρασε ακόμη τον τοίχο, αλλά απευθύνεται σ’ αυτήν από τους φωταγωγούς. «Αποκρίνεται», λέει, «ο αγαπημένος μου και μού λέγει· Σήκω, αγαπημένη μου· έλα, καλή  μου, περιστέρα μου. Ο χειμώνας πέρασε, η βροχή έφυγε, αποσύρθηκε στα λημέρια της, φάνηκαν τα άνθη στη γη, έφτασε ο καιρός για το κλάδεμα, ακούστηκε στα μέρη μας η φωνή του τρυγονιού, έβγαλε η συκιά τα μικρά πράσινα σύκα της, τ’ αμπέλια ανθίζουν κι ευωδιάζουν».

Με πόση γλαφυρότητα μάς περιγράφει τη χάρη της άνοιξης, ο πλάστης της άνοιξης, προς τον όποιο λέει ο Δαβίδ «καλοκαίρι και άνοιξη τα έπλασες εσύ». Διαλύει τη θλίψη του χειμώνα λέγοντας ότι πέρασε η χειμερινή σκυθρωπότητα και η αντιπαθητική βροχή· δείχνει τα λιβάδια να τα διασχίζουν νερά, πανέμορφα από τα λουλούδια, και λέει πως τα άνθη είναι στην ώρα τους κι είναι κατάλληλα να κοπούν, όπως τα κόβουν οι ανθοκόμοι για να πλέξουν στεφάνια ή να φτιάξουν αρώματα. Προσθέτει χάρη στην εποχή ο λόγος και με τα κελαδήματα των πουλιών που αντηχούν στα δάση και χτυπάει ωραία στην ακοή και η γλυκιά φωνή των τρυγονιών. Η συκιά και το κλήμα λέει προμηνύουν με αυτά που δείχνουν την απόλαυση που θα μας προσφέρουν, η μια με τα σύκα που βγάζει και το άλλο με το άνθισμά του, ώστε η όσφρηση να λιγώνεται από την ευωδία. Έτσι ο Λόγος αποχτά αβρότητα με την περιγραφή της ανοιξιάτικης ώρας αποβάλλοντας τη σκυθρωπότητα κι επιμένοντας στις πιο ευχάριστες στιγμές.

Αλλά νομίζω δεν πρέπει να παραμείνει o νους μας στη γλαφυρή αυτή περιγραφή, αλλά από αυτή να προχωρήσει προς τα μυστήρια που θέλουν να δηλώσουν τα λόγια αυτά, ώστε ν’ αποκαλυφθεί ο θησαυρός των νοημάτων που κρύβεται μέσα στα λόγια. Τί εννοούμε; Είχε παγώσει κάποτε από την παγωνιά της ειδωλολατρίας η ανθρωπότητα κι είχε μεταβληθεί η ευμετάβολη φύση των ανθρώπων στη φύση των ακίνητων αντικειμένων του σεβασμού τους. «Όμοιοι», λέει, «μ’ αυτούς θα γίνουν όσοι πράττουν αυτά και όσοι πιστεύουν σ’ αυτούς». Κι έγινε αυτό που ήταν φυσικό. Όπως δηλαδή όσοι ατενίζουν προς την αληθινή θεότητα δέχονται επάνω τους τα ιδιώματα της θείας φύσης, έτσι όποιος πρόσεχε στη ματαιότητα των ειδώλων μεταστοιχειωνόταν προς αυτό που έβλεπε κι από άνθρωπος γινόταν λίθος. Επειδή λοιπόν η φύση μας απολιθωμένη μέσα στη λατρεία των ειδώλων δεν έκανε καμιά κίνηση προς το καλύτερο, παγωμένη μέσα στην παγωνιά της ειδωλολατρίας, γι’ αυτό το λόγο ανατέλλει πάνω σ’ αυτή τη βαριά χειμωνιά ο ήλιος της δικαιοσύνης και φέρνει την άνοιξη, ενώ πνοές από το νότο που διαλύουν αυτή την παγωνιά ζεσταίνουν με την ανατολή των ακτινών σε ό,τι πέσουν επάνω. Έτσι, αφού η πνοή αυτή ζεστάνει τον άνθρωπο, που πέτρωσε από το κρύο, και, αφού τον μαλακώσει η ακτίνα του Λόγου, να γίνει πάλι «νερό που αντλούμε για αιώνια ζωή». «Θα φυσήξει», λέει, «το Πνεύμα αυτού και θα κυλήσουν τα νερά» «και θα μεταστραφεί η πέτρα σε λίμνες νερών κι ο συμπαγής βράχος σε πηγές υδάτων».

Αυτό το φώναξε στους Ιουδαίους καθαρότερα ο Βαπτιστής λέγοντας ότι θα σηκωθούν οι πέτρες αυτές, για να γίνουν παιδιά του πατριάρχη μοιάζοντάς του στην αρετή. Αυτά ακούει η Εκκλησία από το Λόγο, δεχόμενη μέσα από τα παράθυρα των προφητών και τα δικτυωτά του νόμου τη λάμψη της αλήθειας, ενώ στέκεται ακόμα ακέραιος ο τοίχος με τη διδασκαλία της προτύπωσης (του τυπικού), εννοώ το νόμο, που δίνει τη σκιά των μελλοντικών αγαθών, χωρίς να δείχνει την αληθινή εικόνα των πραγμάτων, που πίσω από αυτόν στέκεται η αλήθεια πού κρατάει τον τύπο, δίνοντας πρώτα στην Εκκλησία τη λάμψη τού Λόγου μέσω των προφητών, κι έπειτα με τη φανέρωση του Ευαγγελίου εξαλείφοντας την σκιώδη φαντασία του τύπου. Με αυτήν γκρεμίζεται το μεσότοιχο κι ενώνεται ο αέρας του σπιτιού με το υπαίθριο φώς, ώστε να μην υπάρχει ανάγκη πια να φωτίζονται από τα παράθυρα με το ίδιο το αληθινό φώς που με τις ακτίνες του Ευαγγελίου καταφωτίζει όλα τα ενδότερα. Γι’ αυτό φωνάζει στην Εκκλησία μέσω των φωταγωγών ο Λόγος που ανορθώνει στα πόδια τους τούς καταπεσμένους λέγοντας· «σήκω» (από εκεί δηλαδή που έπεσες) εσύ που γλίστρησες στο ολισθηρό έδαφος της αμαρτίας, που σε περδούκλωσε το φίδι κι έπεσες στο έδαφος και βρέθηκες στην πτώση της παρακοής, σήκω επάνω. Και δε σου φτάνει, λέει, να σηκωθείς μόνο από κάτω, αλλά προχώρησε βαδίζοντας το δρόμο της αρετής δια της προκοπής των αγαθών, πράγμα βέβαια που διδαχτήκαμε κι από τον παραλυτικό. Ο Λόγος δε σηκώνει μόνο εκείνο το βάρος από το κρεβάτι, αλλά προστάζει και να περπατήσει. Και μου φαίνεται ότι το περπάτημα σημαίνει την πρόοδο και την επαύξηση προς το καλό.

«Σήκω λοιπόν», λέει, «κι έλα». Να η δύναμη της προσταγής. Αληθινή φωνή δυνάμεως είναι η φωνή του Θεού, όπως λέει ο ψαλμός· «να, θα βγάλω φωνή, που είναι φωνή δυνάμεως»· και «εκείνος είπε κι έγιναν (εγενήθησαν), εκείνος πρόσταξε και δημιουργήθηκαν (εκτίσθηκαν)». Να είπε και τώρα σ’ αυτήν που ήταν κάτω πεσμένη, «σήκω» και «έλα», κι αμέσως η προσταγή του γίνεται έργο. Αμέσως μόλις δέχτηκε τη δύναμη του Λόγου και σηκώνεται και έρχεται και στέκεται κοντά στο φως, όπως μαρτυρεί ο ίδιος που την κάλεσε με τα λόγια που είπε ο Λόγος· «σήκω, έλα, αγαπημένη μου, καλή μου, περιστέρα μου». Τί σημαίνει αυτή η σειρά του λόγου; Πώς ακολουθεί το ένα έπειτα από το άλλο; Πώς διασώζεται σε μια σειρά όπως σε μια αλυσίδα η ακολουθία των νοημάτων; Ακούει το πρόσταγμα, δυναμώνει με το λόγο, σηκώνεται, προχωρεί, πλησιάζει, γίνεται καλή, ονομάζεται περιστέρα. Πώς είναι δυνατό να σχηματιστεί ένα καλό είδωλο στον καθρέφτη, αν δε δεχτεί το καθρέφτισμα μιας καλής μορφής; Και ο καθρέφτης λοιπόν της ανθρώπινης φύσης δεν έγινε καλός πρότερα, παρά όταν πλησίασε και ενεμορφώθη με την εικόνα του θείου κάλλους. Όπως δηλαδή είχε το σχήμα του φιδιού όσο σερνόταν στη γη και κοίταζε αυτό, κατά τον ίδιο τρόπο όταν σηκώθηκε και στάθηκε απέναντι με το αγαθό, πρόσωπο με πρόσωπο, στρέφοντας τα νώτα στην κακία, παίρνει το σχήμα εκείνου προς το οποίο βλέπει. Και βλέπει προς το αρχέτυπο κάλλος.

Γι’ αυτό όταν πλησίασε στο φως έγινε φως και μέσα στο φως καθρεφτίζεται η καλή όψη του περιστεριού, εννοώ του περιστεριού εκείνου που η όψη του μας έκανε γνωστή την παρουσία του αγίου Πνεύματος. Αφού λοιπόν o Λόγος την προσφώνησε έτσι, ονομάζοντάς την «καλή» επειδή ήταν πλησίον του, και «περιστέρα» για το κάλλος της, και αναφέρει και τα ακόλουθα λέγοντας ότι δεν επικρατεί πια η χειμωνιάτικη κατήφεια των ψυχών γιατί το κρύο δεν αντέχει τον ήλιο. «Να», λέει, «ο χειμώνας πέρασε, η βροχή έφυγε, γύρισε στα λημέρια της». Παρουσιάζει το κακό με πολλά ονόματα, που τα παίρνει ανάλογα με τις διαφορές των εκδηλώσεών τουΤο ίδιο είναι και ο χειμώνας και η βροχή και οι σταγόνες, και κάθε όνομα σημαίνει την ιδιαιτερότητα κάποιου πειρασμού. Χειμώνας λέγεται για την πολυποίκιλη σημασία των κακών·  το χειμώνα μαραίνονται όσα πρώτα ήταν θαλερά, η ομορφιά των δέντρων, που τη δημιουργούν με φυσικό τρόπο τα φύλλα, φυλλοροεί από τα κλαδιά και πέφτει στη γη, παύει η μελωδία των μουσικών πουλιών, τ’ αηδόνι φεύγει, το χελιδόνι πέφτει σε νάρκη, παρατάει το τρυγόνι τη φωλιά του, όλα παίρνουν τη θλίψη του θανάτου, ο βλαστός νεκρώνει, το χόρτο πεθαίνει. Όπως κόκκαλα χωρίς τις σάρκες, έτσι είναι και τα κλαδιά γυμνά από φύλλα γίνονται θέαμα ειδεχθές αντίθετα με τις λάμψεις που τους έδιναν οι βλαστοί τους.

Και τι ν’ αναφέρει κανένας τις ταλαιπωρίες στη θάλασσα που προκαλεί ο χειμώνας, πως στριφογυρίζοντας από τους βυθούς και φουσκώνοντας μιμείται σκοπέλους και όρη, καθώς σχηματίζει κάθετες κορυφές με το νερό, πώς εφορμά στην ξηρά σα να είναι εχθρική, καβαλλικεύοντας τους βράχους της ακτής και με αλλεπάλληλα χτυπήματα των κυμάτων τη κλονίζει σαν με κάποιες επιθέσεις πολεμικών μηχανών; Συ όμως να εννοείς τα πάθη αυτά του χειμώνος με σημασία μεταφορική, τί είναι αυτό που το χειμώνα ρίχνει τα άνθη του και μαραίνεται, τί είναι αυτά που σωριάζονται στο χώμα από τα κλαδιά, τί η φωνή των ωδικών πουλιών που σωπαίνει, τί η θάλασσα που μουγκρίζει με τα κύματα, τί είναι έκτος από αυτά η βροχή, οι σταγόνες της βροχής, πως η βροχή γυρίζει στα λημέρια της. Με αυτά το αίνιγμα του χειμώνα αυτού σημαίνει την παρουσία ψυχής και προαίρεσης. Κι ακόμα κι αν ο λόγος μας δεν διασαφηνίσει καθένα από αυτά, είναι πρόδηλη γι’ αυτόν που ακούει η σημασία που έχει το καθένα, πως βλάστησε στην αρχή η ανθρώπινη φύση, όσο ήταν μέσα στον παράδεισο και μεγάλωνε και φούντωνε με το νερό εκείνης της πηγής, όταν από τα φύλλα ομόρφαινε την ανθρώπινη φύση ο βλαστός της αθανασίας. Αλλά όταν ο χειμώνας της παρακοής ξέρανε τη ρίζα έπεσε το άνθος στη γη, διαλύθηκε, κι απογυμνώθηκε ο άνθρωπος από το κάλλος της αθανασίας, η χλόη των αρετών καταξηράθηκε, επειδή από την αύξηση της ανομίας πάγωσε η αγάπη προς το θεό, απ’ όπου κορυφώθηκαν μέσα μας τα διάφορα παθήματα από τα εχθρικά πνεύματα που προκαλούν τα πονηρά ναυάγια της ψυχής.

Αλλ’ όταν ήρθε αυτός που έφερε την άνοιξη των ψυχών μας, αυτός που, όταν ο άνεμος της κακίας τρικύμισε κάποτε τη θάλασσα, και τους ανέμους μάλωσε και στη θάλασσα είπε «σιώπα, φιμώσου», όλα άλλαξαν σε γαλήνη κα νηνεμία και η φύση μας άρχισε πάλι να ξαναβλαστάνει και να στολίζεται με τα ίδια της τα άνθη. Κι άνθη της ζωής μας είναι οι αρετές πού τώρα ανθούν και δίνουν τον καρπό τους στην ώρα τους. Γι’ αυτό λέει ό Λόγος· «ο χειμώνας πέρασε, η βροχή έφυγε, γύρισε στα λημέρια της, τα άνθη φάνηκαν στη γη, έφτασε ο καιρός να τα κόψουμε». Βλέπεις, λέει, το λιβάδι ολάνθιστο από τις αρετές, βλέπεις τη σωφροσύνη, δηλαδή το λευκό κι ευωδιαστό κρίνο, βλέπεις την αιδώ, το ρόδο, βλέπεις το ίον (άνθος βιολέτας), την ευωδιά του Χριστού. Πώς δεν πλέκεις γι’ αυτά τα στεφάνια σου; Τώρα είναι ο καιρός να μαζέψεις τα άνθη και να στολιστείς πλέκοντας τέτοια στεφάνια. Ο καιρός να τα κόψεις έφτασε. Αυτό σου μαρτυρά του τρυγονιού η φωνή, «η φωνή εκείνου που φωνάζει μέσα στην έρημο». Γιατί αυτό το τρυγόνι είναι ο Ιωάννης, ο πρόδρομος της χαρούμενης άνοιξης, που δείχνει τα καλά άνθη της αρετής στους ανθρώπους και σ’ αυτούς που θέλουν προτείνει να ανθολογούν, και υπονοούσε μ’ αυτό το άνθος της ρίζας του Ιεσσαί, τον θείο αμνό «που σηκώνει την αμαρτία τού κόσμου» και συμβούλευε τη μετάνοια από τις αμαρτίες και τη ζωή της αρετής. Γιατί λέει, «ακούστηκε η φωνή του τρυγονιού στη γη μας». Γη ίσως ονομάζει τους καταδικασμένους στην κακία, που το Ευαγγέλιο τους λέει τελώνες και πόρνες και που αυτοί άκουσαν το κήρυγμα του Ιωάννη, ενώ οι άλλοι δε δέχτηκαν το λόγο του.

Κι αυτό πού λέει για τη συκιά ότι «έβγαλε τους ολύνθους της», ας το εξηγήσουμε λογικά ως εξής. Η συκιά έχει ιδιαίτερη ικανότητα να τραβάει εξαιτίας της ζέστης την υγρασία από τα βάθη. Κι επειδή μαζεύεται πολύς χυμός στην εντεριώνη (στην καρδιά του άγριου σύκου) κατ’ ανάγκην με την πέψη των υγρών που γίνεται μέσα στο φυτό η φύση αποβάλλει από τα κλαδιά το άχρηστο και γεώδες, κι αυτό το κάνει πολλές φορές, ώσπου να προβάλει στον κατάλληλο καιρό το ειλικρινές και κατάλληλο για τροφή καρπό καθαρμένο από το άχρηστο στοιχείο. Ένα είδος καρπού που βγάζουν οι συκιές πριν από το μελωμένο και τέλειο καρπό τους λέγονται “ολύνθοι” που τους τρώνε κι αυτούς κάποτε όποιοι θέλουν. Δεν είναι όμως αυτά οι καρποί, αλλά τα προοίμια του καρπού. Όποιος λοιπόν τα δει αυτά, περιμένει όπου να ’ναι και τον καρπό. Γιατί οι ολύνθοι που λέει πως έβγαλε η συκιά γίνονται σημάδι για τα σύκα που τρώμε.

Επειδή δηλαδή ο Λόγος περιγράφει στη νύμφη την πνευματική άνοιξη και η εποχή αυτή είναι η ενδιάμεση δυο εποχών, της χειμερινής κατήφειας και της απόλαυσης των θερινών καρπών, γι’ αυτό φέρνει την σαφή καλή αγγελία ότι τα κακά έχουν περάσει, αλλά δείχνει ότι δεν έχουν ακόμη ωριμάσει οι καρποί της αρετής. Αυτούς θα τους σοδιάσει στον καιρό που πρέπει, όταν φτάσει το θέρος (γνωρίζεις ασφαλώς τι δηλώνει το θέρος από το λόγο του Κυρίου που λέει ότι «ο θερισμός είναι η συντέλεια του αιώνος»), τώρα όμως δείχνει τις ελπίδες που ανθούν με τις αρετές και που ο καρπός τους εμφανίζεται όπως λέει ο προφήτης, στον καιρό τους. 

Επειδή λοιπόν η ανθρώπινη φύση, όπως με τή συκιά που αναφέραμε εδώ, κατά την περίοδο του νοηθέντος (ψυχικού) χειμώνα μάζεψε τον κακό χυμό, κάνει καλά αυτός που εργάζεται μέσα μας την ψυχική άνοιξη και με τη σωστή γεωπονία περιποιείται τον άνθρωπο, που πρώτα βγάζει από τη φύση μας όσο γεώδες υπάρχει και άχρηστο, αποβάλλοντας τα περιττά μέσω της εξομολόγησης αντί από τα κλαδιά, κι έπειτα με τον τρόπο αυτό σφραγίζοντας με μια σφραγίδα της ελπιζομένης μακαριότητας τον βίο μας μέσω της πνευματικότερης ζωής σαν με κάποιους ολύνθους ευαγγελίζεται τη μελλοντική γλυκύτητα των σύκων. Αυτό σημαίνει το λεγόμενο ότι «η συκιά έβγαλε τους ολύνθους της, τους πρώιμους καρπούς της».

Έτσι νόησε και το ανθισμένο κλήμα, που το κρασί του που ευφραίνει την καρδιά θα γεμίσει κάποτε τον κρατήρα της σοφίας και θα τεθεί μπροστά στους συμπότες ν’ αντλούν από το ουράνιο κήρυγμα όσο θέλουν για μία μέθη αγαθή (ωφέλιμη) και νηφάλια. Εννοώ τη μέθη εκείνη, που προκαλεί στους ανθρώπους την έκστασή τους από τα υλικά προς τα θεία. Τώρα όμως θέλγει το κλήμα με τα άνθη του κι αναδίνεται από αυτό μια πνοή ευωδίας γλυκιά και θελκτική, που διαχύνεται στην ατμόσφαιρα που το περιέχει. Γνωρίζεις οπωσδήποτε το Πνεύμα που χύνει αυτή την ευωδία σε όσους σώζονται· την έχεις μάθει από τον Παύλο.

Αυτά τα γνωρίσματα της ωραίας άνοιξης των ψυχών δείχνει προοιμιακά o Λόγος στη νύφη και επισπεύδει αυτήν ερεθίζοντάς την ν’ απολαύσει όσα έχει εμπρός της λέγοντας· «σήκω (ανάστα), έλα, αγαπημένη μου, καλή μου, περιστέρα μου». Πόσα δόγματα δεν μας υποδεικνύει με λίγα λόγια ο Λόγος με τις λέξεις αυτές. Δεν είναι σωστό με μια περιττή και άτοπη ματαιολογία να εμφιλοχωρεί στις λέξεις αυτές η θεόπνευστη διδασκαλία, αλλά με την επανάληψη μας παρουσιάζεται ένα μεγάλο και θεοπρεπές νόημα, που έχει την έξης σημασία. Η μακάρια και αΐδια φύση που ξεπερνά κάθε νου, ενώ περικλείει μέσα της όλα τα όντα, η ίδια δεν περιορίζεται από κανένα όριο. Τίποτε δεν παρατηρείται γύρω από αυτήν (την θεία φύση), ούτε χρόνος, ούτε τόπος, ούτε χρώμα, ούτε σχήμα, ούτε είδος, ούτε όγκος, ούτε μέγεθος, ούτε διάστημα, ούτε κανένα άλλο όνομα, πράγμα ή νόημα που περιγράφει όρια, αλλά όλο το αγαθό που νοούμε σχετι­κά μ’ αυτήν εκτείνεται στο άπειρο και στο απεριόριστο.

Πράγματι όπου η κακία δεν έχει θέση, δεν υπάρχει κανένα πέ­ρας στο αγαθό. Στην τρεπτή δηλαδή φύση, επειδή υπάρχει μέσα στην προαίρεση ίση δύναμη προς τη ροπή σε καθένα από τα αντίθετα, το αγαθό που υπάρχει μέσα μας και το κακό, καταλήγει στη δια­δοχή του ενός από το άλλο και γίνεται όριο του αγαθού η κακία που ακολουθεί και όλες οι εκδηλώσεις της ψυχής, όσες αντιμάχονται η μία την άλλη, καταλήγουν η μία στην άλλη και η μία περιορίζει την άλλη. Αλλά η απλή και καθαρή και ενική (μονοειδής) και αμετάβλητη και αναλλοίωτη φύση είναι η ίδια πάντοτε και ποτέ δεν βγαίνει από τον εαυτό της, επειδή δε δέχεται την κοινωνία με το κακό, μένει απεριόριστη μέσα στο αγαθό, χωρίς να βλέπει κανένα πέρας του εαυτού της, επειδή δε βλέπει γύρω της κανένα αντίθετο. Όταν λοιπόν έλκει την ανθρώπινη ψυχή για να της μεταδοθεί (προς μετουσίαν εαυτής), με ίσο πάντοτε μέ­τρο υψώνεται σύμφωνα με την υπεροχή προς το καλύτερο της μετεχούσης (πάνω από αυτήν που τη μετέχει). Η ψυχή δηλαδή γίνεται πάντοτε μεγαλύτερη από τον εαυτό της με τη μετουσία εκείνου που την ξεπερνά και δε σταματά ν’ αυξάνει· το αγαθό όμως που μετέχεται μένει πάντοτε ίδια ίσο και βρίσκεται πάντοτε στην ίδια απόσταση υπεροχής από εκείνην που το μετέχει ωστόσο όλο και περισσότερο. Βλέπουμε λοιπόν, όπως στην ανάβαση μιας σκάλας, να χειραγωγείται από το Λόγο στα ύψη περνώντας τα σκαλιά της αρετής η νύμφη, στην οποία απευθύνει την ακτίνα των εντολών ο Λόγος πρώτα από τα προφητικά παράθυρα και τα δικτυωτά του νόμου και την προσκαλεί να πλησιάσει το φως και να γίνει καλή παίρνοντας τη μορφή του περιστεριού μέσα στο φως.

Έπειτα, αφού κοινώνησε των καλών όσο μπορούσε να χωρέσει, από την αρχή πάλι σα να ήταν ακόμη αμέτοχη επί των καλών έλκεται προς τη μετουσία του υπερκείμενου κάλλους, ώστε ανάλογα με την προκοπή της προς εκείνο που φαινόταν πάντοτε μπροστά της (τα αεί προφαινόμενον) ν’ αυξάνει και η επιθυμία της και επειδή είναι υπερβολικά ψηλά τα αγαθά που βρίσκονται πιο πάνω, φαίνεται πάντοτε πως πλησιάζει για πρώτη φορά. Γι’ αυτό λέει πάλι στη νύμφη που έχει ήδη σηκωθεί, «σήκω» και σ’ αυτήν που έχει έρθει, «έλα». Έτσι ούτε σ’ αυτόν που μ’ αυτόν τον τρόπο σηκώνεται θα λείψει ποτέ το να σηκώνεται πάντα, ούτε γι’ αυτόν πού τρέχει προς τον Κύριο θα εξαντληθεί ποτέ η απόσταση για το θείο δρόμο. Πάντοτε πρέπει να σηκωνόμαστε και ποτέ να μη σταματούμε να πλησιάζουμε τρέχοντας. Ώστε όσες φορές λέει το «σήκω» κι «έλα», τόσες φορές δίνει τη δύναμη για την ανάβαση προς το καλύτερο. Έτσι στοχάσου και όσα είναι στη συνέχεια. Αυτός που προστάζει να γίνει καλή εκ καλής που ήταν, έχει υπόψη του το αποστολικό παράγγελμα, προστάζοντας την ίδια εικόνα να μεταμορφώνεται από δόξης εις δόξαν, ώστε να είναι πάντοτε δόξα αυτό που λαμβάνει και που κάθε φορά βρίσκει και να πιστεύεται ότι, όσο μεγάλο κι αν είναι και υψηλό, είναι μικρότερο πάντα από αυτό που ελπίζεται.

Έτσι λοιπόν αν και είναι περιστερά με τα προηγούμενα κατορθώματά της, την προστάζει πάλι να γίνει καθόλου λιγότερο περιστερά με τη μεταμόρφωσή της προς το καλύτερο κι αν γίνει αυτό, πάλι θα υποδείξει ο Λόγος στη συνέχεια με μια λέξη το ψηλότερο από αυτό. Γιατί λέει· «έλα από μόνη σου, περιστέρα μου, στην στη σκέπη της πέτρας, που 'ναι κοντά στον φράχτη σου». Ποιά είναι λοιπόν η άνοδος προς το τέλειο, που φανερώνεται σ’ αυτά που ειπώθηκαν τώρα; Το να μη βλέπεις πια την σπουδή εκείνων που σε τραβούν, αλλά να έχεις οδηγό σου προς το καλύτερο την ίδια σου την επιθυμία. Γιατί λέει «έλα, από μόνη σου», όχι από λύπη ή από ανάγκη, αλλά από μόνη σου, τονώνοντας την επιθυμία σου προς το ωραίο με τους ίδιους σου τους λογισμούς προς το καλό, χωρίς να σε σέρνει κάποια ανάγκη. Γιατί η αρετή είναι αδιαφέντευτη και εκούσια κι ελεύθερη από κάθε ανάγκη. Τέτοιος ήταν ο Δαβίδ πού προσευχόταν να ευδοκήσει ο Θεός μόνο για όσα έπραττε με τη θέλησή του και που υποσχόταν εκούσιες θυσίες. Τέτοιος ήταν καθένας από τους άγιους προσφέροντας τον εαυτό του στο Θεό· δεν τον πίεζε κάποια ανάγκη.

Και συ λοιπόν δείξε την τελειότητά σου επιθυμώντας από μόνη σου την άνοδό σου προς το ανώτερο. Κι όταν γίνεις, λέει, τέτοια, θα φτάσεις στην σκέπη της πέτρας δίπλα στο φράχτη. Αυτό που λέει σημαίνει το έξης (πρέπει να μεταφέρουμε το λόγο από τα αινίγματα στη σαφήνεια). Μία είναι η σκέπη της ανθρώπινης ψυχής, το θείο Ευαγγέλιο, κάτω από το οποίο οποίος βρεθεί, δεν έχει πια ανάγκη από τη σκιώδη διδασκαλία με τους τύπους και τα συμβολικά νοήματα, γιατί πια φανερώνει η αλήθεια τα καλυμμένα αινίγματα των διαταγών. Κι ότι πέτρα ονομάζεται η ευαγγελική χάρη δε θα έχει αντίρρηση κανένας από όσους έχουν έστω και λίγη πίστη. Από πολλά χωρία μπορούμε να το μάθουμε αυτό, ότι πέτρα είναι το Ευαγγέλιο. Αυτό πού λέει σημαίνει το εξής· Αν, ω ψυχή, ασκήθηκες στο νόμο, αν αντίκρισες τις λάμψεις που φωτίζουν το νου μέσα από τα προφητικά παράθυρα, μη μείνεις πια κάτω από τη σκιά του νομικού τοίχου (o τοίχος δείχνει τη σκιά των μελλοντικών αγαθών όχι την ίδια την εικόνα των πραγμάτων), αλλά πήγαινε στην πέτρα που είναι δίπλα στον τοίχο (φράχτη). Η πέτρα είναι συνεχόμενη στο φράχτη και οι διδασκαλίες είναι συνεχόμενες, γειτονεύοντας κατά τη δύναμη. Τί υπάρχει κοντινότερο από το «μη μοιχεύσεις» προς το «μην επιθυμήσεις», και από το «να είσαι καθαρός από φόνο» προς το «ούτε να μολύνεται η καρδιά σου από οργή»;

Επειδή λοιπόν η σκέπη της πέτρας είναι συνέχεια του φράχτη (τοίχου), δεν έχει απόσταση να διανύσεις πηγαίνοντας από την πέτρα στο φράχτη. Υπάρχει περιτομή στον τοίχο και περιτομή στην πέτρα, πρόβατο στο ένα και πρόβατο στο άλλο, αίμα κι εδώ κι εκεί, πάσχα και Πάσχα και όλα σχεδόν είναι τα ίδια και με τα ίδια συνδέονται μεταξύ τους, πλην ως προς αυτό μόνο που η πέτρα είναι πνευματική, ενώ ο τοίχος χοϊκός, στον οποίο είναι μέσα συμπλασμένο το σωματικό και γεώδες. Ενώ η ευαγγελική πέτρα δεν έχει τον σάρκινο πηλό των νοημάτων (σ’ αυτήν και περιτομή δέχεται ο άνθρωπος και μένει υγιής ακέραιος χωρίς ν’ ακρωτηριάζει το πλάσμα της φύσεως καμιά κακοποίηση και τηρεί το Σάββατο με την αποχή από το κακό και δεν ανέχεται να μένει αργός ως προς το καλό, επειδή διδάχτηκε ότι «επιτρέπεται το Σάββατο να πράττεις το καλό», δεν κάνει διάκριση στη λήψη της τροφής, αλλά και το ακάθαρτο δεν το αγγίζει. Γιατί η πέτρα τον διδάσκει ότι «τίποτε από όσα εισάγονται από το στόμα δεν είναι άκάθαρτο»), αλλά, αφού αυτή απομάκρυνε από όλα τις σωματικές απαιτήσεις του νόμου, δίνει στα λόγια νόημα πνευματικό και νοητό, αφού έτσι είπε ο Παύλος «ο νόμος είναι πνευματικός». Όποιος λοιπόν αποδεχτεί έτσι το νόμο μπαίνει κάτω από τη σκέπη της ευαγγελικής πέτρας που είναι συνέχεια του σωματικού φράχτη.

Αυτά της φώναξε από τα παράθυρα ο Λόγος κι αποκρίνεται καλώς η περιστερά που την περιέλαμψε η λάμψη των νοημάτων και που κατανόησε ότι η πέτρα είναι ο Χριστός. Γιατί τού λέει· «δείξε μου το πρόσωπό σου και κάνε ν’ ακούσω τη φωνή σου, γιατί είναι η φωνή σου γλυκιά και η όψη σου ώραία». Αυτό που λέει σημαίνει το έξης. Μη μου απευθύνεις πια το λόγο μέσω των αινιγμάτων των προφητών και του νόμου. Αλλά όπως μπορώ να δω, έτσι δείξε μου φανερά τον εαυτό σου, για να μπω μέσα στην ευαγγελική πέτρα, αφήνοντας το προτείχισμα του νόμου. Και όπως χωρεί η ακοή μου, έτσι κάνε να φτάσει η φωνή σου στ’ αυτιά μου. Γιατί, αν είναι τόσο γλυκιά η φωνή πού μπαίνει από τα παράθυρα, πολύ περισσότερο αξιαγάπητη θα είναι η εμφάνιση του προσώπου σου. Αυτά λέει η νύμφη κατανοώντας το μυστικό της ευαγγελικής πέτρας, στο οποίο τη χειραγώγησε ο Λόγος που μίλησε από τα παράθυρα πολλές φορές και με πολλούς τρόπους και επιθυμεί την ένσαρκη φανέρωση, ώστε ο Λόγος να γίνει σάρκα και o Θεός να φανερωθεί με τη σάρκα και να φωνάζει στις ακοές μας τους θείους λόγους που υπόσχονται στους άξιους την αιώνια μακαριότητα. Πώς συμβιβάζονται με την ευχή της νύμφης οι λόγοι του Συμεών, που λέει «τώρα απόλυσε τον δούλο σου, Δέσποτα, ειρηνικά και σύμφωνα με το λόγο σου, γιατί είδαν τα μάτια μου τη σωτήρια»; Εκείνος είδε, όπως αυτή πόθησε να δει. Τη γλυκιά φωνή του τη γνωρίζουν καλά όσοι δέ­χτηκαν τη χάρη του Ευαγγελίου και είπαν, «έχεις ρήματα ζωής αιωνίου».

Γι’ αυτό δέχεται την ευχή της νύμφης τη δίκαιη ο καθαρός νυμφίος και μέλλοντας να δείξει φανερά τον εαυτό του, παρακινεί πρώτα τους κυνηγούς να συλλάβουν τις αλεπούδες, για να μην εμποδίζεται στο άνθισμά του το αμπέλι εξαιτίας τους, λέγοντας «πιάστε μας τις αλεπούδες»· είναι μικρές, μα είναι η καταστροφή των αμπελώνων. Γιατί τ’ αμπέλια θ’ ανθίσουν, όταν δεν υπάρχουν τα ζώα που τα καταστρέψουν. «Πιάστε μας τις αλεπούδες τις μικρές που αφανίζουν τ’ αμπέλια και τώρα τ’ αμπέλια μας ανθίζουν». Είναι δυνατό άραγε να πλησιάσουμε επάξια τη μεγαλοφυΐα των νοημάτων; Πόσο θαυμασμό για το θείο μεγαλείο περιέχει ο λόγος, πόση υπερβολή της θείας δύναμης φανερώνει το νόημα όσων ειπώθηκαν; Πώς ονομάζεται εκείνος για τον οποίο λέγονται αυτά τα τόσο μεγάλα; Ο ανθρωποκτόνος, που η δύναμή του είναι η κακία, του οποίου η γλώσσα είναι ξυράφι ακονισμένο, για τον οποίο ο προφήτης λέει ότι «τα βέλη του δυνατού είναι ακονισμένα και οπλισμένα με άνθρακες πυρός, τα οποία κατακαίουν και ερημώνουν», και ότι «παραμονεύει όπως το λιοντάρι στη φωλιά του», ο δράκοντας ο μέγας, ο αποστάτης, ο Άδης που ανοίγει  το στόμα του, ο κοσμοκράτορας της εξουσίας του σκότους, αυτός που έχει το κράτος του θανάτου και όσα βάζει στο πρόσωπό του η προφητεία, αυτός που αφαιρει τά όρια των εθνών που έστησε (εννοείται ο Ύψιστος Θεός) ανάλογα με τον αριθμό των αγγέλων, αυτός που κρατά την οικουμένη σαν φωλιά και που τη σκορπίζει σαν παρατημένα αυγά, αυτός που λέει ότι έστησε το θρόνο του επάνω στα σύννεφα και είναι όμοιος με τον Ύψιστο και όσα αναφέρει η Γραφή στον Ιώβ τα φοβερά και φρικώδη, πως είναι χάλκινα τα πλευρά του, οι πλάτες του σίδηρος χυτός, τα σπλάχνα του είναι σιδηρόπετρα και όλα τα παρόμοια, με τα οποία υπογραμμίζει ο λόγος τη φοβερή εκείνη φύση. Αυτός λοιπόν ο τόσο μεγάλος και με τέτοιες ικανότητες, ο στρατηγός των δαιμονικών λεγεώνων, πώς ονομάζεται από την αληθινή και μοναδική δύναμη; «Μικρό αλεπουδάκι». Και οι γύρω του όλοι, η στρατιά που έχει στην εξουσία του, όλοι δέχονται το ίδιο εξευτελιστικό όνομα από εκείνον που παρακινεί τους κυνηγούς να τους κυνηγήσουν.

Κι αυτοί ενδεχομένως είναι οι αγγελικές δυνάμεις, που είναι προπομποί της παρουσίας του Κυρίου μας επάνω στη γη και που φέρνουν τον βασιλιά της δόξας μέσα στη ζωή· αυτές που υποδεικνύουν σε όσους το αγνοούν ποιός είναι αυτός ο βασιλιάς της δόξας, ο δυνατός και νικητής στον πόλεμο, μπορεί να πει κανένας πώς είναι τα λειτουργικά πνεύματα που αποστέλλονται σε υπηρεσία για εκείνους που πρόκειται να κληρονομήσουν τη σωτηρίαΚυνηγοί μπορεί κανένας να πει πώς είναι και οι άγιοι Απόστολοι, που αποστολή τους είναι να κυνηγήσουν αυτά τα θηρία, προς τους οποίους είπε «θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων». Δε θα ασκούσαν την αλιεία των ανθρώπων με το δίχτυ των λόγων σαγηνεύοντας τις ψυχές εκείνων που σώζονται, αν πρώτα δεν έβγαζαν τα θηρία αυτά απ’ τις φωλιές τους, εννοώ εκείνες τις μικρές αλεπούδες, απ’ τις καρδιές όπου φωλιάζουν, ώστε να ετοιμάσουν τόπο στον Υιό του Θεού, για ν’ αναπαύσει σ’ αυτές το κεφάλι του, αφού πια δε θα φωλιάζει στις καρδιές η γενιά των αλεπούδων.

Αλλά όποιοι κι αν υποθέσει ο λόγος πως είναι οι κυνηγοί, διδασκόμαστε με τις διαταγές που δίνονται σ’ αυτούς πόσο μεγαλειώδης κι άφραστη είναι η θεία δύναμη. Δεν είπε κυνηγήστε τον αγριόχοιρο που από το δάσος καταστρέφει το αμπέλι του Θεού ή τον μοναχικό άγριο κάπρο ή το λιοντάρι που βρυχάται ή το πελώριο κήτος ή τον θαλασσινό δράκοντα (έτσι ο λόγος θα έδειχνε με τα θηρία αυτά ότι έχουν κάποια δύναμη οι αντίπαλοι των κυνηγών), αλλά λέει όλες εκείνες οι γύρω από τη γη δυναστείες, για τις οποίες γίνεται η πάλη των ανθρώπων, οι αρχές και εξουσίες και οι κοσμοκράτορες του σκότους και τα πνεύματα της πονηριάς είναι μικρά αλεπουδάκια, ύπουλα και κακομοίρα, όταν συγκριθούν με τη δική σας δύναμη.  Αν νικήσετε εκείνα, τότε θ’ αποκτήσει τη χάρη ο αμπελώνας μας, η ανθρώπινη φύση, και θα δώσει το προμήνυμα της καρποφορίας των σταφυλιών με τα άνθη της ενάρετης πολιτείας. «Πιάστε λοιπόν για χάρη μας, τις μικρές αλεπούδες που αφανίζουν τους αμπελώνες μας, γιατί τ’ αμπέλια μας άνθισαν».

Άκουσε τη θεία προσταγή σαν αμπέλι, η γυναίκα, για την oποία λέει ο Δαβίδ «η γυναίκα σου είναι σαν καρποφόρο αμπέλι», και είδε ότι με τη δύναμη εκείνου που έδωσε τη διαταγή είχε απαλλαγεί από τα βλαβερά αγρίμια, και παραδίδεται αμέσως στο γεωργό που γκρέμισε το μεσότοιχο του φραγμού. Δεν την εμποδίζει πια ο τοίχος να ενωθεί με τον ποθητό της, αλλά λέει «εγώ είμαι του αγαπημένου μου κι αυτός δικός μου, που ποιμαίνει μέσα στα κρίνα, ώσπου να ξεπροβάλει η μέρα και να φύγουν οι σκιές». Αυτό θέλει να πει· Είδα, λέει, πρόσωπο με πρόσωπο αυτόν που είναι πάντοτε αυτό πού είναι και που για χάρη μου ανάτειλε σαν άνθρωπος από την αδελφή μου τη συναγωγή, και σ’ αυτόν βρίσκω ανάπαυση και γίνομαι η κατοικία του. Γιατί αυτός είναι «ο καλός ποιμήν», που δε δίνει χόρτο για τροφή στα πρόβατά του, αλλά τα τρέφει με καθαρά κρίνα. Είναι αληθινά αυτός που δεν τρέφει πια με χόρτο το χόρτο. Γιατί η τροφή της άλογης φύσης είναι το χόρτο, ο άνθρωπος όμως που είναι λογικός τρέφεται με τον αληθινό Λόγο. Γιατί λέει· «κάθε σάρκα είναι χόρτο, όσο είναι σάρκα». Αν όμως κάποιος γεννηθεί από το Πνεύμα και γίνει πνεύμα, δε θα ζήσει πια βόσκοντας χόρτα, αλλά τροφή του θα είναι το Πνεύμα, που συμβολίζει η ευωδία και η καθαρότητα του κρίνου.

Θα είναι λοιπόν κι αυτός καθαρό κι ευωδιαστό κρίνο, που μεταβάλλεται σύμφωνα με τη φύσιν της τροφής. Αυτό σημαίνει η μέρα που απλώνεται με τις ακτίνες, που ανεβαίνει δηλαδή, όπως είπε ο θείος λόγος, ονομάζοντας πνοή το άπλωμα των ακτίνων που γίνεται με το αεράκι, που διώχνει τις σκιές του βίου, σκιές που παρατηρούν μ’ επιθυμία όσοι δε φώτισαν ακόμα με το φως της αλήθειας τα μάτια της ψυχής, αυτοί που βλέπουν σαν αλήθεια τις κούφιες σκιές και βλέπουν λανθασμένα το αληθινό ον ως μη ον. Εκείνοι όμως που τρέφονται με τα κρίνα (αυτοί δηλαδή που δυναμώνουν την ψυχή τους με την καθαρή κι ευωδιαστή τροφή), αφού αποδιώξουν κάθε απατηλή και σκιώδη φαντασία όσων επιδιώκονται με ζήλο στη ζωή αυτή, θα στρέψουν το βλέμμα προς την αληθινή υπόσταση των πραγμάτων και θα γίνουν υιοί φωτός και υιοί ημέρας.

Αυτά βλέπει η νύμφη και καταπιέζει το Λόγο να κάνει γρήγορα έργο την ελπίδα των αγαθών λέγοντας· «γύρισε στο αντίθετο τη φορά των κακών, αγαπημένε, γίνε ίδιος με ζαρκάδι ή μ’ ελαφόπουλο πάνω στις χαράδρες των βουνών», κοίταξε σαν ζαρκάδι εσύ που βλέπεις τις σκέψεις των ανθρώπων, που διαβάζεις τους διαλογισμούς των καρδιών, αφάνισε τη σπορά της κακίας, καθώς το ελαφόπουλο πού αφανίζει το γένος του όφεως. Βλέπεις τα κοίλα όρη της ανθρώπινης ζωής που τα υψώματά τους δεν είναι βουνοκορφές αλλά φαράγγια. Τρέχει λοιπόν όσο πιο γρήγορα γίνεται ο Λόγος επάνω στα κοίλα όρη. Γιατί ό,τι ορθώνεται κατά της αλήθειας είναι βάραθρο και όχι όρος, βαθούλωμα και όχι ύψωμα, Αν λοιπόν λέει, ορμήσεις επάνω σ’ αυτά, κάθε τέτοιο φαράγγι θα γεμίσει και κάθε τέτοιο όρος θα ταπεινωθεί (χαμηλώσει).

Αυτά λέει η ψυχή, που τη βόσκει ο Λόγος όχι μέσα σε τέτοια αγκάθια, αλλά μέσα στη μοσχοβολιά των κρίνων της καθαράς πολιτείας, από τα οποία είθε να δώσει να χορτάσουμε κι εμείς ποιμαινόμενοι από το Λόγο, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Τέλος Ε' Λόγου
Παρουσιάστηκε σε 3 αναρτήσεις , και .

Δεν υπάρχουν σχόλια: