Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Giovanni Reale - Εισαγωγή στο “Περί των πολλαπλών σημασιών του είναι κατά τον Αριστοτέλη” του Franz Brentano. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Giovanni Reale - Εισαγωγή στο “Περί των πολλαπλών σημασιών του είναι κατά τον Αριστοτέλη” του Franz Brentano. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2025

Giovanni Reale - Εισαγωγικό δοκίμιο στο βιβλίο του Franz Brentano “Περί των πολλαπλών σημασιών του είναι κατά τον Αριστοτέλη” (2)

 Συνέχεια από: Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Εισαγωγικό δοκίμιο του Giovanni Reale

Το νόημα και η θεωρητική και ιστορικο-ερμηνευτική σημασία του βιβλίου του Franz Brentano “Περί των πολλαπλών σημασιών του είναι κατά τον Αριστοτέλη” και ορισμένες συμπληρωματικές κριτικές παρατηρήσεις.

3. Το είναι ως αληθές και το μη-είναι ως ψευδές και ο αποκλεισμός τους από το αντικείμενο της μεταφυσικής

 «η φιλοσοφία είναι η επιστήμη της αλήθειας» (993b 20) και συμπληρώνει αμέσως μετά: «αλλά για να γνωρίσουμε την αλήθεια σημαίνει να γνωρίσουμε τις αιτίες» (993b 23-24) 

Ας εξετάσουμε το νόημα του είναι ως αληθές και του μη-είναι ως ψευδές.

Εκτός από το τελευταίο κεφάλαιο του έκτου βιβλίου, ο Αριστοτέλης ασχολείται με αυτά και στο καταληκτικό κεφάλαιο του ένατου βιβλίου.


Έχουμε ήδη δει την κρίση του Νάτορπ για το Ε 4. Εξίσου αυστηρή είναι και η άποψη που εκφράζει για το Θ 10. Αυτό το κεφάλαιο, κατά τη γνώμη του, διακόπτει τη γραμμή ανάπτυξης του βιβλίου, οδηγώντας σε αντιφάσεις: «Όποιος θεωρεί τον Αριστοτέλη ικανό για αυτό το σωρό ασυνέπειας, δεν μπορεί τότε να εκπλήσσεται αν η Μεταφυσική παραμένει ένα μυστήριο. Για εμάς είναι βέβαιο ότι εκείνα τα τέσσερα νοήματα [...] δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την αρχή ταξινόμησης της έρευνας για το είναι ως είναι». Και επαναλαμβάνει ότι, ενώ το νόημα του είναι ως δυνάμει και ενεργεία συνδέεται στενά με το ζήτημα του είναι και της ουσίας, αντίθετα, «το είναι κατά συμβεβηκός, όπως συζητείται στα Ε 2 και 3, καθώς και το είναι ως αληθές, που εξετάζεται στα δύο κεφάλαια που αλληλοαναιρούνται, το Ε 4 και το Θ 10, δεν έχουν καμία αντικειμενική σχέση με την έρευνα για το είναι "ως είναι", δηλαδή για την ουσία».

Αναφερθήκαμε ξανά σε αυτή τη θέση του Νάτορπ για να τονίσουμε τη σημασία της πραγματείας του Μπρεντάνο, η οποία δεν έτυχε ευρείας αποδοχής και για πολύ καιρό παρέμεινε στο περιθώριο.

Οι τέσσερις σημασίες συγκροτούν τον πίνακα που περιέχει την αρχή ταξινόμησης της έρευνας· αυτός χρησιμεύει ως οδηγός για τη διευθέτηση των ζητημάτων που σχετίζονται με τον ομώνυμο χαρακτήρα των σημασιών του είναι, καθώς και με την επακόλουθη αναγκαιότητα αποκλεισμού από την έρευνα εκείνων των σημασιών που δεν αποδεικνύονται αποκαλυπτικές της φύσης του.

Αλλά με ποια έννοια και για ποιον λόγο το είναι ως αληθές δεν θα ήταν αποκαλυπτικό της φύσης του είναι;

Η απάντηση είναι η εξής.

Το αληθές έχει πολλαπλές σημασίες και, ειδικότερα, μία οντολογική και μία γνωσιολογική.

Ο Αριστοτέλης αναφέρεται ιδιαίτερα στην οντολογική σημασία της αλήθειας στο δεύτερο βιβλίο, όπου ορίζει τη μεταφυσική ακόμη και ως επιστήμη της αλήθειας. Και η αλήθεια, υπό αυτή την έννοια, είναι η αιτία ή το ίδιο το θεμέλιο των πραγμάτων.

Ο Αριστοτέλης γράφει:

«Δεν γνωρίζουμε το αληθές χωρίς να γνωρίζουμε την αιτία. Αλλά κάθε πράγμα που κατέχει στον ύψιστο βαθμό τη φύση που του είναι εγγενής (που του ανήκει), αποτελεί την αιτία λόγω της οποίας και τα άλλα μετέχουν στην ίδια φύση: για παράδειγμα, η φωτιά είναι θερμή κατά υπέρτατο βαθμό, επειδή αυτή είναι η αιτία της θερμότητας στα άλλα πράγματα. Επομένως, εκείνο που είναι η αιτία του να είναι τα πράγματα αληθή, πρέπει να είναι αληθές περισσότερο από όλα τα άλλα. Και συνεπώς, είναι αναγκαίο οι αιτίες των αιώνιων όντων να είναι αληθείς περισσότερο από όλα τα άλλα: διότι αυτές δεν είναι αληθείς μόνο κατά καιρούς, ούτε υπάρχει περαιτέρω αιτία για το είναι τους, αλλά είναι οι ίδιες οι αιτίες του είναι των άλλων πραγμάτων. Έτσι, κάθε πράγμα κατέχει τόση αλήθεια όση κατέχει από το είναι».

Βάσει αυτών που δηλώνει εδώ ο Αριστοτέλης, είναι σαφές ότι η αλήθεια, ακριβώς επειδή ταυτίζεται με την ίδια την αιτία των πραγμάτων, θα έπρεπε να είναι σε ύψιστο βαθμό αποκαλυπτική της φύσης του είναι.

Ωστόσο, αυτή δεν είναι η σημασία που εξετάζεται στα Ε 4 και Θ 10, αλλά εκείνη η λογικο-γνωσιολογική ή, αν προτιμάται, νοολογική.

Ο Αριστοτέλης γράφει:

«Όσον αφορά το είναι ως αληθές και το μη-είναι ως ψευδές, πρέπει να πούμε ότι αυτά αφορούν τη σύνδεση και τον διαχωρισμό των νοημάτων, και ότι το ένα και το άλλο μαζί περικλείουν τα δύο μέρη της αντίφασης. Το αληθές είναι η κατάφαση αυτού που είναι πραγματικά ενωμένο και η άρνηση αυτού που είναι πραγματικά διαχωρισμένο· το ψευδές, αντιθέτως, είναι η αντίφαση αυτής της κατάφασης και αυτής της άρνησης. Το πώς, έπειτα, συμβαίνει να σκεφτόμαστε πράγματα ενωμένα ή διαχωρισμένα, και ενωμένα με τέτοιον τρόπο ώστε να σχηματίζουν όχι απλώς μια διαδοχή, αλλά κάτι πραγματικά ενιαίο, είναι ένα ζήτημα που εκφεύγει από το αντικείμενο της παρούσας έρευνας. Διότι, το αληθές και το ψευδές δεν βρίσκονται στα πράγματα […], αλλά μόνο στη σκέψη· μάλιστα, όσον αφορά τα απλά όντα και τις ουσίες, δεν βρίσκονται καν στη σκέψη».

Ακριβώς επειδή η ένωση και ο διαχωρισμός των πραγμάτων που πραγματοποιούνται στην κρίση βρίσκονται στον νου και όχι στα ίδια τα πράγματα, το είναι ως αλήθεια, με αυτή την έννοια, δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των αποκαλυπτικών σημασιών της φύσης του είναι. Επομένως: «Όπως το είναι κατά συμβεβηκός, έτσι και το είναι ως αλήθεια πρέπει να τεθεί κατά μέρος και να μείνει στην άκρη: η αιτία του πρώτου είναι απροσδιόριστη, ενώ το δεύτερο συνίσταται σε μια επίδραση του νου, και αμφότερα στηρίζονται στο υπόλοιπο γένος του είναι και δεν αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα που υφίσταται εκτός του νου και αντικειμενικά».

Το δέκατο κεφάλαιο του ένατου βιβλίου, στο οποίο παραπέμπει ρητά το Ε 4, διευκρινίζει ότι όσον αφορά τα απλά και άυλα όντα, το αληθές και το ψευδές δεν συνίστανται στη σύνδεση και τον διαχωρισμό:

«Το αληθές θα συνίσταται απλώς στη σκέψη αυτών των όντων, ενώ, σε ό,τι τα αφορά, δεν υπάρχει ψεύδος ούτε πλάνη, αλλά μόνο άγνοια».

Επομένως, η αλήθεια με οντολογική έννοια συμπίπτει με τις αρχές της πραγματικότητας και, συνεπώς, με το κύριο μέρος της μεταφυσικής, αλλά η αλήθεια που εξετάζεται εδώ, η οποία θεμελιώνεται στις λογικές λειτουργίες του ανθρώπινου νου, ο οποίος ενώνει και διαχωρίζει έννοιες μέσω της κατάφασης και της άρνησης, δεν ανήκει στη μεταφυσική έρευνα.

Και τότε;

Η απάντηση που δίνει ο Brentano είναι, κατά τη γνώμη μας, άψογη:

«Με αυτό δεν λέγεται ακόμη ότι αυτή [η αλήθεια], όπως και η άλλη [δηλ. το είναι κατά συμβεβηκός], δεν είναι δεκτική καμίας επιστημονικής πραγματείας. Αντιθέτως, ο Αριστοτέλης υποστηρίζει την αναγκαιότητα να αναπτυχθούν παρατηρήσεις σχετικά με αυτήν, μόνο που αυτές δεν ανήκουν στη Μεταφυσική. Αν δεν σφάλλουμε, η λογική στο σύνολό της δεν ασχολείται με κανένα άλλο αντικείμενο, όταν εξετάζει το γένος, το είδος και τη διαφορά, τον ορισμό, την κρίση και την απόδειξη. Σε όλα αυτά δεν ανήκει στο ελάχιστο κάποιο είναι εκτός του νου».

Συνεπώς, η λογική, ως τυπική επιστήμη, ασχολείται με το είναι ως είναι και το μη είναι της συνδετικής έννοιας (εννοούμενο ως είναι ή μη είναι που τίθεται από τον νου στις λειτουργίες του, με τις διάφορες συνέπειες και τα επακόλουθα που αυτό συνεπάγεται) και διαχωρίζεται από τα υπόλοιπα μέρη της φιλοσοφίας.

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΡΧΑΙΑ ΣΟΦΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΕΠΤΥΧΘΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΝΟΥ ΚΑΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΚΤΙΣΤΟ ΕΙΝΑΙ. ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΟΜΩΣ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ. ΘΑ ΤΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ.

Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Giovanni Reale - Εισαγωγικό δοκίμιο στο βιβλίο του Franz Brentano “Περί των πολλαπλών σημασιών του είναι κατά τον Αριστοτέλη” (1)

Εισαγωγικό δοκίμιο του Giovanni Reale

Το νόημα και η θεωρητική και ιστορικο-ερμηνευτική σημασία του βιβλίου του Franz Brentano “Περί των πολλαπλών σημασιών του είναι κατά τον Αριστοτέλη” και ορισμένες συμπληρωματικές κριτικές παρατηρήσεις.
1. Οι πολλαπλές σημασίες του "είναι" ανάγονται σε τέσσερις βασικές ομάδες

Η αριστοτελική μεταφυσική, όπως είναι γνωστό, επικεντρώνεται εξ ολοκλήρου στο ζήτημα του «είναι ως είναι»: όλες οι έννοιες που πραγματεύεται συνδέονται στενά με την προβληματική αυτή.

Όμως, «το είναι λέγεται με πολλούς τρόπους». Ο όρος «είναι» καλύπτει μια εννοιολογική περιοχή όχι μόνο υπερ-ειδική αλλά ακόμη και υπερ-γενική. Συνεπώς, το «είναι» αρθρώνεται σε μια πολλαπλότητα γενών (σε μια πλειάδα από γένη).

Το πρώτο πρόβλημα που ανακύπτει, επομένως, είναι η ταυτοποίηση αυτών των γενών και των διακλαδώσεών τους, η ακριβής διαπίστωση της εμβέλειάς τους (δηλαδή να εξακριβώσουμε το ακριβές πεδίο εφαρμογής τους) και ο αποκλεισμός εκείνων που δεν αποκαλύπτουν (ή αποκαλύπτουν ελάχιστα) τη φύση του «είναι», ώστε να επικεντρωθεί η έρευνα σε εκείνα που είναι αποκαλυπτικά.

Γι’ αυτό, όπως αναφέρει ο Brentano: «Η συζήτηση για τις πολλαπλές σημασίες του "είναι" αποτελεί το κατώφλι της μεταφυσικής του Αριστοτέλη».

Δεδομένου ότι το «είναι» δεν είναι απλώς ένα είδος ούτε καν ένα γένος, δεν αποτελεί συνώνυμο, αλλά ομώνυμο, και η εξακρίβωση των διαφόρων σημασιών του είναι καθοριστική.

Ο Αριστοτέλης δεν παρουσιάζει έναν μόνο κατάλογο των διαφόρων σημασιών του «είναι», αλλά ένας από αυτούς υπερισχύει: αυτός που εκτίθεται στο έβδομο κεφάλαιο του πέμπτου βιβλίου, ένας κατάλογος που λειτουργεί ως δομή αναφοράς στο έκτο βιβλίο, ιδιαίτερα στα κεφάλαια δύο, τρία και τέσσερα.

Αυτός ο κατάλογος περιλαμβάνει τέσσερις σημασίες του «είναι»:
1) το «είναι» κατά συμβεβηκός,
2) το «είναι» ως αληθές και το «μη είναι» ως ψευδές,
3) το «είναι» ως κατηγορίες,
4) το «είναι» ως δυνάμει και ως ενεργεία.

Θα δούμε ότι, περισσότερο από τέσσερις σημασίες, πρόκειται στην πραγματικότητα για τέσσερις ομάδες εννοιών, με αποτέλεσμα η πολλαπλότητα των σημασιών του «είναι» να γίνεται ακόμη πιο σύνθετη.

Πρέπει να σημειωθεί εξαρχής ότι ήταν ο ίδιος ο Brentano που επέβαλε στη σύγχρονη έρευνα τη σημασία αυτής της τετραμερούς διάκρισης (τετραπλής διαίρεσης), η οποία προηγουμένως είχε σχεδόν εντελώς παραμεληθεί, ενώ η αξία της είχε αμφισβητηθεί ή παρερμηνευθεί. Ακόμη και ένας μελετητής του διαμετρήματος του Paul Natorp τη θεωρούσε παραπλανητική, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να αμφισβητήσει την αυθεντικότητα των κεφαλαίων Ε 2-4.

Σύμφωνα με τον Natorp, αυτό το τμήμα του βιβλίου Ε δεν συμμορφώνεται προς το σχήμα που προκύπτει από την προβληματική των αποριών του βιβλίου Β, διασπώντας τη σύνδεση μεταξύ όσων προηγούνται και όσων έπονται. Έτσι, δεν διστάζει να δηλώσει:

«Όποιος, παρά τις παραπάνω παρατηρήσεις, εξακολουθεί να πιστεύει ότι η συγγραφή αυτού του τμήματος πρέπει να αποδοθεί στον ίδιο τον Αριστοτέλη, αναμφίβολα δεν έχει σε μεγάλη εκτίμηση εκείνη την αριστοτελική ικανότητα για αρχιτεκτονική του κειμένου, την οποία αποδεικνύουν ευρέως τα φυσικά του συγγράμματα. Τέτοια μεγάλα κενά δεν μπορούν πλέον να δικαιολογηθούν επικαλούμενοι τη δυσκολία του εγχειρήματος ή την ημιτελή φύση του έργου, αλλά πρέπει να αποδοθούν αποκλειστικά στην ανεπάρκεια του συγγραφέα, ο οποίος, φυσικά, δεν είναι ο Αριστοτέλης».

Ο Natorp εξηγεί την παρεμβολή των κεφαλαίων Ε 2-4 ως εξής:

«Στον συντάκτη [σ.σ. του τελικού σχεδίου της Μεταφυσικής], ο οποίος γνώριζε τις τέσσερις σημασίες του "είναι" από το βιβλίο Περί των διαφόρων σημασιών του είναι [σ.σ. το οποίο ενσωματώθηκε ως πέμπτο βιβλίο στη Μεταφυσική], φάνηκε περίεργο το γεγονός ότι, κατά τον καθορισμό του αντικειμένου της, η επιστήμη που έπρεπε να ασχοληθεί με το "είναι" δεν έλαβε υπόψη της τρεις από αυτές τις σημασίες. Έκρινε λοιπόν ότι έπρεπε να διορθώσει αυτή την παράλειψη και εισήγαγε αποσπάσματα δικής του σύνθεσης, αν και σαφώς εμπνευσμένα από αριστοτελικές παραδοχές. Για τη συγγραφή των κεφαλαίων Ε 2-3, τείνω να πιστεύω ότι πρόκειται για έναν ελάσσονα Περιπατητικό, ο οποίος γνώριζε τη λογική σημασία του "είναι κατά συμβεβηκός" (ὂν κατὰ συμβεβηκός) από το Α 7 και τη φυσική του σημασία, πολύ πιο συγκεκριμένη, από τα Φυσικά ΙΙ 5. Εξ ολοκλήρου επινοημένη είναι, τέλος, η αρνητική συζήτηση περί του "είναι" ως αληθούς (ἀληθές) στο Ε 4».

Η ερμηνεία του Brentano, από την άλλη πλευρά, είναι υπό ορισμένες απόψεις η ακριβής αντίθεση, ο ακριβής αντίποδας εκείνης του Natorp (του οποίου τις θεωρητικές βάσεις συζητήσαμε στην Εισαγωγή του βιβλίου του): η τετραμερής διάκριση (τετραπλή διαίρεση) των εννοιών του "είναι" βρίσκεται στο κέντρο της μεταφυσικής σκέψης του Αριστοτέλη και η ανάλυση των κεφαλαίων Ε 2-4 συνιστά τη διασαφήνιση και την απομάκρυνση εκείνων των σημασιών του "είναι" που δεν αποκαλύπτουν τη φύση του. Ως εκ τούτου, και εύλογα, ο Brentano υιοθετεί αυτή τη διάρθρωση ως το βασικό περίγραμμα της δικής του πραγματείας.

2. Το νόημα του είναι κατά συμβεβηκός (η σημασία του τυχαίου όντος) και ο αποκλεισμός του από τη μεταφυσική διερεύνηση, εφόσον δεν αποκαλύπτει τη φύση του είναι

Το είναι κατά συμβεβηκός αποτελεί ένα είδος τυχαίου και συμπτωματικού είναι. Ως τέτοιο, δεν μπορεί να υφίσταται αφ’ εαυτού, αλλά μόνο σε συνάρτηση με κάτι άλλο και χάρη στην ύπαρξη αυτού.

Ο περίφημος ορισμός που δίνει ο Αριστοτέλης είναι ο εξής: «Συμβεβηκός είναι εκείνο που δεν υπάρχει ούτε πάντοτε ούτε τις περισσότερες φορές».

Για παράδειγμα, δεν συμβαίνει πάντοτε ή τις περισσότερες φορές ένα τριφύλλι να έχει τέσσερα φύλλα, όπως δεν συμβαίνει πάντοτε ή τις περισσότερες φορές να κάνει κρύο κατά την περίοδο του καύσωνα.

Συνεπώς, ενώ από αυτό που ανήκει ουσιωδώς σε ένα υποκείμενο είναι δυνατόν να προκύψει κάποια γνώση για τη φύση του υποκειμένου, από αυτό που ανήκει στο υποκείμενο μόνο κατά συμβεβηκός (τυχαία) δεν συμβαίνει το ίδιο: «Και σε αυτή την περίπτωση είναι αδύνατο να αποκτήσουμε, ξεκινώντας από το κατηγορούμενο, κάποια γνώση για τη φύση του υποκειμένου, και να ρίξουμε, ξεκινώντας από το είναι, μια ματιά στην ουσία εκείνου που κατά αυτόν τον τρόπο αποκαλείται ον».

Επιπλέον, εφόσον η επιστήμη ασχολείται μόνο με ό,τι υπάρχει πάντοτε ή τις περισσότερες φορές, ενώ το συμβεβηκός είναι αυτό που ακριβώς δεν υπάρχει ούτε πάντοτε ούτε τις περισσότερες φορές, δεν μπορεί να υπάρξει επιστήμη του συμβεβηκότος.

Αλλά τότε, πώς είναι δυνατόν να μιλήσουμε για το συμβεβηκός και να το ορίσουμε με ορθό τρόπο;

Η απάντηση που δίνει ο Brentano είναι πραγματικά άψογη: «Όπως η έννοια του ατόμου δεν είναι η ίδια ένα άτομο, έτσι και η έννοια του είναι κατά συμβεβηκός, του τυχαίου όντος (ὂν κατὰ συμβεβηκός) δεν είναι κάτι στο οποίο ανήκει να είναι ένα είναι κατά συμβεβηκός, ένα τυχαίο ον (ὂν κατὰ συμβεβηκός). Επομένως, όπως δεν είναι δυνατή μια επιστήμη του ατόμου, αλλά παρ’ όλα αυτά η έννοια του ατόμου, η σχέση του με το είδος κ.λπ. μπορούν να συζητηθούν επιστημονικά, και το άτομο, γενικά, μπορεί να διακριθεί σε ατομική ουσία και ατομικό συμβεβηκός, για τον ίδιο λόγο η αδυναμία επιστημονικής διερεύνησης των πραγμάτων που τυχαίνει να είναι κατά συμβεβηκός (κατὰ συμβεβηκός) δεν αναιρεί τη δυνατότητα το ίδιο το είναι κατά συμβεβηκός (ὂν κατὰ συμβεβηκός) να εξεταστεί επιστημονικά ως τέτοιο».

Ο Brentano δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη διατύπωση του Β’ 2: «Το συμβεβηκός είναι σχεδόν ένα καθαρό όνομα», αν και αφιερώνει λιγότερη προσοχή στη συναφή και, κατά τη γνώμη μας, καθοριστική δήλωση με την οποία ο Αριστοτέλης εξηγεί την πρώτη: «Γι’ αυτό ο Πλάτων, κατά κάποιον τρόπο δικαίως, θεώρησε τη σοφιστική ως επιστήμη του μη-είναι, καθώς οι λόγοι των σοφιστών περιστρέφονται, τρόπον τινά, κυρίως γύρω από το συμβεβηκός. [...] Το συμβεβηκός, πράγματι, αποδεικνύεται κάτι που προσεγγίζει το μη-είναι».

Ο Αριστοτέλης αποδίδει στο συμβεβηκός μια τέτοια οντολογική αστάθεια, ώστε, ενώ μιλά για διάφορες σημασίες του μη-είναι ως αντιφατικές αντιθέσεις των τριών άλλων σημασιών, δεν μιλά καθόλου για ένα μη-είναι ως αντιφατική αντίθεση του είναι κατά συμβεβηκός, ακριβώς επειδή το θεωρεί «κάτι που προσεγγίζει το μη-είναι, και ως τέτοιο δεν αποκαλύπτει σε μεγάλο βαθμό τη φύση του είναι».

(Συνεχίζεται)