Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ή πώς εισήγαγε ο Ζηζιούλας τον νοητό κόσμο στην Αγία Τριάδα και τα ταύτισε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ή πώς εισήγαγε ο Ζηζιούλας τον νοητό κόσμο στην Αγία Τριάδα και τα ταύτισε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2025

ΠΕΡΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑΣ (5)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 21 Ιουλίου 2025

ΠΕΡΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑΣ
τού Werner Beierwaltes
Ή πώς εισήγαγε ο Ζηζιούλας τον νοητό κόσμο στην Αγία Τριάδα και τα ταύτισε!

Χριστιανική Μεταμόρφωση του δεσμού της ταυτότητος και της διαφοράς με τον Mario Vittorino (Marius Victorinus - Μάριος Βικτωρίνος)
  

Η τρίτη φάση τής τριαδικής προόδου είναι η στοχαστική επιστροφή ή η στοχαστική ολοκλήρωση τής απείρου κινήσεως ή τής απείρου ζωής, η επανασύνδεση τής εκφράσεως, τής φανερώσεως στο θεμελιώδες ξεκίνημα: η ζωή στρέφεται στην σοφία, στο πατρικό Είναι. Στην πρόοδο, νεοπλατωνικώς λαμβανόμενη, τής πρώτης πολλαπλότητος ή του Ενός υπάρχοντος απο το ίδιο Ένα, αντιστοιχεί η κάθοδος τής ζωής. Όπως η πρόοδος είναι Νούς, μέ τον ίδιο τρόπο η κάθοδος στην τριαδική πρόοδο ειναι ζωή με την αληθινή της σημασία! Και αναλόγως τής νεοπλατωνικής έννοιας τής σκέψης και του αυτοστοχασμού, για την οποία η επιστροφή τού πνεύματος στον εαυτό του είναι συστατικό τού πνεύματος, η σοφία καθορίζεται σαν άνοδος (ascensio). Είναι αλήθεια ότι στο εσωτερικό τής νεοπλατωνικής σκέψης περιέχεται, μέσω τής προόδου του πνεύματος απο το Ένα, μία κάποια διαφοροποίηση "βαθμών" αλλά το πνεύμα δέν χαρακτηρίζεται αποκλειστικώς σαν πρόοδος. Μάλιστα δέ μόνον μέσω ενός αυτοπεριορισμού, η πρόοδος κατορθώνει μία ενότητα ανάλογη τού ιδίου τού Ενός. Αλλά είναι αναγκαίο να σκεφθούμε τον αυτοπεριορισμό μόνον σαν μία στοχαστική επιστροφή, έτσι ώστε το πνεύμα σαν πρόοδος τού Ενός, να είναι άμεσα και η επιστροφή του (όπως και του Ενός που είναι) στον εαυτό του και στο θεμέλιο του! (Ενν. V5,5, 17! μεταστραφέν δέ εις το είσω έστη). Η προοδευτικότης τής Τριάδος πρέπει να υπολογιστεί με την εξαίρεση τής έννοιας μίας υποταγμένης συνέπειας : ούτε η ζωή ούτε η σοφία πρέπει να υπολογισθούν αποκλειστικώς καθαυτές, μάλιστα δέ η κάθοδος σαν ζωή είναι ταυτοχρόνως, η άνοδος ή η επιστροφή τής σοφίας, είναι το Είναι τού ιδίου του Ενός. Σ'αυτό πληρούται λοιπόν αυτή η πρόοδος. Η σκέψη την οποία η Potentia Patris η οποία φανερώνεται στην μορφή τού Είναι, τής ζωής και τής κινήσεως (στοχασμού), κινείται πρός το εξωτερικό χωρίς να παύσει να είναι καθαυτή στο εσωτερικό, επιβεαιώνεται και ταυτοχρόνως ολοκληρούται απο την αναστροφή : η σοφία επιστρέφει στον εαυτό της και εκ νέου στρέφεται στον εαυτό της!
Εάν σκεφθούμε Θεολογικά την σοφία, είναι το πνεύμα το οποίο κρύβεται στον Πατέρα (σαν την δική του δύναμη-potentia), και παρ'όλα αυτά φανερώνεται μέσω τού λόγου και επιστρέφει στην αρχή του όπου ενώνει (copula, σχετίζει) το όλον στην ενότητα, τότε το Είναι τής Τριάδος, είναι, καθότι ολότης η καθαυτή ξεχωρισμένη ενότης και παρ'όλα αυτά καθότι μεσότης ενωτική στον μέγιστο βαθμό, είναι η συνεκτική ενότης τού είναι-ζωής-σκέψης, ενότης - ζωή-σοφία ή Πατήρ-Υιός-Πνεύμα!
Περιγραφείσα στις τρείς φάσεις, η άχρονη προοδευτικότης ή η αυτοσύσταση τής Τριάδος πρέπει να την πραγματευθούμε γι'άλλη μια φορά κάτω απο την πλευρά τής ενότητος ή ταυτότητος και διαφοράς! Το γεγονός ότι η ερμηνεία μπορεί να ακολουθήσει στην συνέχεια το κείμενο στο οποίο βασιστήκαμε μέχρι τώρα, αποδεικνύει και εξωτερικώς, την σπουδαιότητα αυτής της πλευράς του θέματος!
Η πρόοδος και αυτό που απορρέει απο την πρόοδο, είναι σε σχέση με την καταγωγή τους, με την πηγή τής δυνάμεως ή τής υπάρξεως (Fontana Potentia ή fontana existentia) σε μία διαλεκτική σχέση εσωτερικού και εξωτερικού, Είναι-κρυμένου και είναι-αποκεκαλυμένου, ενότητος ή πρωτογενούς ταυτότητος και ετερότητος, ή προϊούσης διαφοράς. Με την ένδειξη μίας διαλεκτικής σχέσης σχετικοποιείται εξ'αρχής το ιδιαίτερο είναι τής διαφοράς ! Το θέμα αφορά λοιπόν τον τρόπο με τον οποίο το αυτόνομο είναι τής διαφοράς θεμελιώνεται στην ταυτότητα ή δημιουργεί μέσω τής διαλεκτικής του σχετικοποιήσεως μιά συγκεκριμένη έννοια τής ταυτότητος.
Η ζωή, η ζωή τού στοχασμού, ο λόγος ή ο Υιός είναι, με τον καθαυτό τρόπο υπάρξεώς τους, μόνον ένεκεν προόδου. Αυτή η κίνηση αποκαλύπτεται ξεκινώντας απο την κίνηση τού Πατρός, ή οποία συμβαίνει σε μία κρυμμένη πραγματικότητα, είναι δηλαδή η κρυμμένη δύναμις (potentia) σε σχέση με όλες τις άλλες δυνάμεις! Καθότι φανερωμένη, είναι εξωτερική, αλλά είναι εσωτερική στο μέτρο κατά το οποίο είναι μέσα στην αρχή (πατήρ) σαν προϋπάρχουσα και κεκρυμένη! Με καταγωγή απο την πρόοδο και φτάνοντας στην ιδιαίτερη πραγματικότητά της, η ζωή τού στοχασμού είναι επομένως εσωτερική και εξωτερική ταυτοχρόνως. Πρέπει να κατανοήσουμε αυτή την σχέση διαλεκτικά, σαν ένα αμοιβαίο είναι- εντός. Αυτό που είναι άλλο και αυτό που είναι ταυτόν είναι σε κάθε πράγμα! Πρέπει να κατανοήσουμε την αλλοτρίωση τού Πατρός στον Υιό, επομένως το πέρασμα τής potentia fontana (πηγής) σε είναι-ζωή-σκέψη, με την αληθινή βιβλική σημασία (και την φιλοσοφική) τής μορφής πατρίδος ή μορφής Πατρός (ός εν μορφή Θεού υπάρχων. φιλ. 2.6)! Με μορφή δέν αναφερόμαστε βεβαίως στο τυχαίο ή συμβεβηκός μίας ουσίας, αλλά σε μία ουσία υπάρχουσα καθαυτή, στην οποία φανερώνεται αυτό που είναι κρυφό και μασκαρεμένο σε μία άλλη πραγματικότητα!
Εάν ο ίδιος ο Θεός (πατήρ) είναι κάτι μασκαρεμένο, κρυμένο, χωρίς πρόσβαση αρχίζοντας απο αυτόν τον ίδιο, χωρίς μορφή, τότε αυτό που προοδεύει απο αυτόν είναι μορφή, εσωτερική πραγματικότης η οποία γίνεται μορφή με την έννοια μίας φανέρωσης, διάδοσης, η οποία δείχνει τον εαυτό της και το θεμέλιό της! Μόνον σ'αυτόν και μέσω αυτού φανερώνεται αυτό που στην αρχή είναι εις εαυτό και αυτό που μπορεί να είναι σ'αυτό που είναι άλλο! Η αλλοτρίωση τής αρχής στην μορφή της και επομένως σε μία άλλη πραγματικότητα ή με την έννοια τής ομοούσιας-στην ανάγκη της, είναι αναγκαία ούτως ώστε η αρχή να δεί τον εαυτό της σ'αυτό (στο έτερό της).
Ένας αυτοστοχασμός είναι απολύτως εφικτός μόνον μέσω της ετερότητος. Μία ετερότης όμως η οποία δέν είναι σταθερή στον εαυτό της, αλλά συνδέεται αμέσως με το σημείο εκκινήσεως και τερματισμού τής κινήσεως! Και μ'αυτό είναι εκ νέου ενωμένη! Αυτή η σκέψη αντιστοιχεί στην εννοιολόγηση τού Πορφύριου μίας σκέψης η οποία απέναντι σ'ένα βλέπειν (μία θεωρία) χωρίς αντικείμενο, το στερείται για να δεί τον εαυτό της, για να είναι αυτοστοχασμός. Η απόλυτος γνώσις, χωρίς αντικείμενο, γίνεται μία κίνηση η οποία εισχωρεί στον εαυτό της, στην κίνηση τής επιστροφής στον εαυτό της!

Συνεχίζεται
ΟΙ ΕΞΥΠΝΟΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΕΔΩ ΒΡΙΣΚΟΥΝ ΤΗΝ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΕΞΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ Η ΟΠΟΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ.

Αμέθυστος.

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2025

ΠΕΡΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑΣ (4)

  Συνέχεια από  Σάββατο 19 Ιουλίου 2025

Ή πώς εισήγαγε ο Ζηζιούλας τον νοητό κόσμο στην Αγία Τριάδα και τα ταύτισε.

Χριστιανική Μεταμόρφωση του δεσμού της ταυτότητος και της διαφοράς με τον Mario Vittorino (Marius Victorinus - Μάριος Βικτωρίνος)

Στον Πορφύριο λοιπόν συναντούμε για πρώτη φορά ενωμένα, το βασικό δόγμα της θεολογίας τού Αριστοτέλη πώς ο Θεός, σαν πρώτο Είναι ή κινητό-ακίνητο, είναι καθαρή πραγματικότης, Νόησις νοήσεως, σκέψη που σκέπτεται τον εαυτό της, με την έννοια του Θείου Είναι, δημιουργώντας μία καινούργια σύλληψη του Θεού. Αυτή όμως ακριβώς η δομή σκέψης συναντά την Χριστιανική Θεολογία. Διότι η Θεολογία αυτή πολύ δύσκολα θα μπορούσε να εννοήσει τον Θεό καθ’αυτό, χωρίς σχέσεις και γι’αυτό επέκεινα του Είναι και της σκέψης ή της νοήσεως (όπως είναι εξάλλου και όπως τον δέχθηκε η Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία και εμπειρία) και γι’αυτό αναγκάστηκε να τον αναπτύξει σαν σκεπτόμενη Τριαδική σχέση. Αυτή η θεωρία του Πορφύριου εξάλλου προσφέρεται και με την οπτική γωνία της αντιθέσεως και της σχέσεως και των δύο επιπέδων, διαστάσεων. Σαν ασύνδετο καθ’έαυτό και συνδεδεμένο (στο άλλο). Διαφωτίζει τελικώς την αμοιβαία εξάρτηση του Ενός, Είναι και Πνεύματος και την διαφορά τους. Το Ένα, το Είναι και η Νόηση (πνεύμα) φανερώνονται κάθε φορά απο μία διπλή οπτική γωνία: ταυτόχρόνως καθ’εαυτά (ασύνδετα) και αναφερόμενα σε ένα άλλο επίπεδο ή σ’αυτό (συνδεδεμένα). Έτσι το Ένα απο το ένα μέρος είναι ο εαυτός του αλλά είναι μαζί και το Ένα στο Είναι και στο πνεύμα ή το Ένα που είναι διαφοροποιημένο καθ’εαυτό απο τον στοχασμό. Το ακαθόριστο (το Ένα) καθορίζεται στο Άλλο και έτσι ταυτοχρόνως το καθορίζει.
Αναλόγως με την ιδέα, η οποία είναι αιτία που θεμελιώνει ή Είναι, που συστήνει το καθορισμένο όν, το Ένα είναι το Είναι του Ενός που είναι (ιδέα του όντος). Ακόμη και το Είναι φέρεται με ένα διπλό νόημα: καθ’εαυτό προϋπάρχει του όντος, αλλά ταυτόχρονα είναι το θεμέλιο του (του όντος).
Τέλος η νόηση (η σκέψη) ή το πνεύμα, είναι αυτό το ίδιο το οποίο προέρχεται απο το Ένα: η αυτοσύσταση του πνεύματος συντελείται σαν μία Τριαδική πρόοδος, που διαπερνά το Είναι, την ζωή και την σκέψη. Την ίδια στιγμή όμως το πνεύμα μπορεί να είναι μόνον ο εαυτός του, διότι αυτό, ακόμη και σαν προερχόμενο, είναι στο Ένα σαν θεμέλιο τού Είναι του. Στο πνεύμα, ή καθεαυτό, το Είναι μπαίνει σε σχέση με τον εαυτό του. Έτσι ο Πορφύριος ορμώμενος απο τις δύο υποθέσεις τού Παρμενίδη, παρουσίασε μία προοπτική μέσα στο Απόλυτο ή του Απολύτου.
Ας επιστρέψουμε όμως στις τρείς φάσεις της αυτοσυστάσεως της Αγίας Τριάδος. Όσον αφορά το Είναι αυτό καθαυτό της πρώτης φάσεως, στην διαλεκτική μέθοδο, η οποία έχει σαν σκοπό τό σχεδιάγραμμα του απολύτου, δέν αναγνωρίζεται σ’αυτό η διαφορά ή η ετερότης και επομένως και όλα τα κατηγορήματα των κατηγοριών. Πορφυρίου, Παρμενίδης III, 33! Επί του Θεού, πάσα ετερότης και ταυτότης και ομοιότης εκβάλλεται, διότι δέν διαθέτει σχέσεις με εκείνο που έρχεται μετά από αυτόν, και μόνον εκείνα που γεννήθηκαν και έγιναν ανόμοια απο αυτόν, αγωνίζονται να επιστρέψουν σ’αυτόν (σπεύδοντα τας περί αυτά σχέσεις αντιστρέφειν και προς εκείνον οίειται) και πιστεύουν πώς οι σχέσεις που έχουν απέναντι του είναι αμοιβαίες! Ονομάζεται ΈΝΑ λοιπόν; Μόνον για να του δοθεί ένα όνομα, χωρίς καμμία φιλοδοξία να συλλάβουμε την ουσία του.
Η ετερότης οριοθετείται απο το Ένα και είναι αυτό που συνεπάγεται το ξεκίνημα της σκέψης. Το καθαρό Ένα είναι πάνω ή πρίν απο το Είναι και απο την νόηση (την σκέψη), διότι και τα δύο, κατά κάποιο μέτρο, είναι φαινόμενα της διαφοράς. Και τα δύο (Είναι και νόηση) είναι στο Ένα αυτό, μόνον σαν απόλυτη προ-ύπαρξη και προ-νόηση, όπου το προ δείχνει πώς η αναφορά δέν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί καθ’εαυτή.
Αυτό το απόλυτο πρό, δέν αναφέρεται σε κάποιο υπερθετικό βαθμό των κατηγορημάτων. Εάν η πεπερασμένη νόηση κινείται και προοδεύει με τις κατηγορίες, τότε φυσικώς δέν διαθέτει κανένα σύνδεσμο με το απόλυτο ΈΝΑ.
Η αυτοσύσταση του ΕΝΟΣ, δέν κατάγεται απο μία δική του ενέργεια, αλλά είναι αποκλειστικά για το δικό του Είναι (Αυτώ τω Είναι). Αυτό σημαίνει πώς το ΈΝΑ εάν πρέπει να διακριθεί και να καθοριστεί απο τον εαυτό του, πρέπει να διαθέτει μία καθορισμένη μορφή γνώσεως του εαυτού, η οποία δέν μπορεί να είναι διακεκριμένη απο αυτό σαν να εμπρόκειτο για κάποιο άλλο. Ακριβώς δέ επειδή η ύπαρξη, η νόηση και η γνώση στο απόλυτο ΕΝΑ είναι, υπάρχουν στην πληρότητα τους, αυτό το ΕΝΑ είναι το απόλυτο ΠΡΟ. Είναι πρό, πρίν απο κάθε καθόλου και κάθε μέρος, πρώτη αιτία, προ-αρχή, η δύναμις ή η δυνατότης υπάρξεως όλων των δυνάμεων, άπειρος δύναμις ή δύναμις των πάντων.
Η νεοπλατωνική Τριάδα (μονή-πρόοδος-επιστροφή), ή σύμφωνα με τον Vittorino (Status-Progressio-Regressus), είναι καθοριστική, διότι είναι ο θεμελιώδης νόμος μίας κινήσεως που υπάρχει καθ’εαυτή, για την ιεραρχημένη σφαίρα της θεότητος ή για την αυτογνωσία του πνεύματος ή για την πρόοδο της Τριάδος.
Η πρώτη ή καθαρή ενότης είναι επομένως ταυτόσημη με την πρώτη φράση αυτού του κύκλου, με την μονή, με την παραμονή εις εαυτόν. Αυτό το ΕΝΑ, θεωρούμενο καθεαυτό σαν ΠΑΤΗΡ, είναι, παρότι παραμένει εις εαυτόν ακόμη και στην πρόοδο, μία δύναμις η οποία ενώνει στον εαυτό της τρείς: existentia-vita-beautido, δηλαδή Είναι-Ζωή-Νόηση. (Η μακαριότης αντικαθιστά την νόηση). Το απλό ΕΝΑ λοιπόν είναι η δύναμις της υπάρξεως (του Είναι), η δύναμις της ζωής, η δύναμις της σκέψης.
Εάν εννοήσουμε αυτό το ΕΝΑ σαν ιδέα ή σαν λόγο καθεαυτό, που έχει στον εαυτό του την ενέργεια της ζωής ή την δραστηριότητα της σκέψης, τότε είναι μή-είναι (αν-υπαρξία) ή εκείνος ο τύπος δυνάμεως που δέν μπορεί να νοηθεί σαν απλή δυνατότης που πρέπει να οδηγηθεί στην πληρότητα της (σαν δυνάμει και ενεργεία), αλλά απλώς σαν η πλήρης πραγματικότης, η οποία είναι πρίν, πρό, των τρόπων υπάρξεως των τριών ενεργειών (της νεοπλατωνικής Τριάδος) και ταυτοχρόνως είναι και το βασικό θεμέλιο της δικής του υπάρξεως, του δικού του Είναι. Αυτό το ΈΝΑ είναι με απόλυτο τρόπο προ-ύπαρξις (πρό-είναι) αυτού που είναι άλλο, έτερο!
Το Δεύτερο ΕΝΑ, δίνει ένα άλμα πρός τα έξω! (γόνος προθορών, λόγος προθορών). Όπως το περιγράφει ο Πορφύριος, σχόλιο στον Παρμενίδη ΧΙΙ 32! «Ώστε διττόν το Είναι, το μέν προϋπάρχει του όντος, το δέ ό επάγεται εκ του όντος του επέκεινα ενός του Είναι όντος, το απόλυτον και ώσπερ ιδέα του όντος, ου μετασχόν, άλλο τι εν γέγονεν, ώ σύζυγον το απ’αυτού επιφερόμενον είναι, ως εί νοήσειας λευκόν είναι...μή δυνάμενον εις εαυτόν εισελθείν» (Ώστε λοιπόν διπλό το Είναι, το πρώτο προϋπάρχει του όντος, το δεύτερο είναι εκείνο που παράγεται απο το Ένα που είναι επέκεινα του Ενός, που είναι ένα είναι αυτό το ίδιο το Είναι απολύτως και είναι και σαν ιδέα του όντος. Αυτό το δεύτερο ΈΝΑ γεννήθηκε μετέχοντας αυτού του Είναι και σ’αυτό είναι προσκολλημένο το δεύτερο Είναι που επάγεται, προέρχεται, απο το πρώτο Είναι. Σαν να είχες σκεφτεί «είναι λευκόν».)
Αυτό το «Είναι λευκόν» προέρχεται απο τον Πλωτίνο (Ενν. VI 3,6,10-32). «Ως άν είποι τις τόν Σωκράτη λευκόν και το λευκόν Σωκράτη. Εν γάρ αμφοτέροις ο Σωκράτης ο αυτός, αλλ’ίσως το λευκόν ου ταυτόν, επι γαρ του «το λευκόν Σωκράτης» εμπεριείληπται ο Σωκράτης τω λευκώ, εν δε τω «Σωκράτης λευκός» καθαρώς συμβεβηκός το λευκόν». (Σαν να έλεγε κάποιος τον Σωκράτη λευκόν καί τό λευκόν Σωκράτη. Σ’αυτές τις δύο περιπτώσεις ο Σωκράτης είναι ο ίδιος, αλλά ίσως το λευκόν δέν είναι: όσον αφορά την δήλωση ο λευκός Σωκράτης, περιέχεται στο λευκό, ενώ στην δήλωση ο Σωκράτης είναι λευκός, το λευκόν χωρίς αμφιβολία είναι ένας πρόσθετος χαρακτήρας, τυχαίος . Επίσης μεταφυσικά, Αριστοτέλη Γ4,1007...)
Και συνεχίζει ο Πορφύριος, για τον προσδιορισμό του δευτέρου ΕΝΟΣ «μή δυνάμενον, εις εαυτόν εισελθείν. Τίνι γάρ βλέπει εαυτόν τόν εισελθείν μή δυνάμενον ει μή τώ ενί; καί τίνι εαυτόν, εις όν εισέρχεσθαι αδυνατεί; Τις έστιν ούτος ο αμφοτέρων εφαπτόμενος κατά το αυτό εν τω μεμερισμένω; Τις ο λέγων έτερον είναι το νοούν και το νοούμενον; Ο βλέπων πότε ενούται το νοούν τω νοουμένω και τί πότε ου δύναται;». (Σε ποιόν απευθύνεται αυτή η νόηση, ποιόν βλέπει για εαυτό αυτή η νόηση, η οποία δέν μπορεί να εισέλθη εις εαυτόν, παρά μόνον στο Ένα; Και σε ποιόν εαυτό, δεδομένου ότι δέν μπορεί να εισέλθει εις αυτόν; Ποιά είναι αυτή η νόηση η οποία βρίσκεται σε επαφή και με τα δύο, δηλαδή σύμφωνα με τον τρόπο της ταυτότητος μέσα στο διαχωρισμένο; Ποιά είναι αυτή η νόηση η οποία δηλώνει πώς έτερον (άλλο) είναι η σκέψη και αυτό που σκέφτηκε; Που βλέπει πότε η σκέψη ενώνεται με το νοούμενο, μ’αυτό που σκέφτηκε, και πότε αυτό δέν μπορεί να το κάνει;). Πλωτίνος V 3,1! Περι των Γνωριστικών υποστάσεων και του Επέκεινα. «Το νοούν εαυτό ποικίλον δεί είναι, ίνα ενί τινι τών εν αυτώ τα άλλα θεωρούν ούτω δή λέγηται νοείν εαυτό (αυτο που σκέπτεται τον εαυτό του δέν μπορεί παρά να είναι ποικίλο, πολλαπλό, για να μπορεί με ένα του μέρος να θεωρεί τα άλλα, και να δηλώνει πώς νοεί τον εαυτό του). «ώς του απλού παντάπασιν όντος ου δυναμένου εις εαυτόν επιστρέφειν και την αυτού κατανόησιν;» (θα πούμε όμως τότε πώς το απολύτως απλό δέν μπορεί να επιστρέψει, να ξαναστραφεί στον εαυτό του για να γνωρίσει τον εαυτό του;) «ή οιόν τε και μή σύνθετον όν νόησιν έσχεν εαυτού;» (Ή μήπως και αυτό που δέν είναι πολλαπλό, σύνθετο, μπορεί να αποκτήσει γνώση του εαυτού;)
Είμαστε υποχρεωμένοι να το ανακαλύψουμε διότι διαφορετικά δέν είναι εφικτή η αυτογνωσία με την έννοια τού «αυτό εαυτό νοείν». Και θα παραμείνουμε μόνον με την μερική γνώση τού αισθητού, του μερικού, που δέν είναι γνώση, διότι η γνώση είναι γνώση του όλου, και όχι η γνώση των άλλων με ένα μέρος του εαυτού!
Ας πούμε λοιπόν ότι και ο νούς ο πολύς, όταν θέλει νοείν το επέκεινα, θέλει να σκέφτεται αυτό το ίδιο το επέκεινα, σαν ΕΝΑ. Αλλά επιθυμώντας η νόηση να το συλλάβει σαν απλό, αναγκάζεται να βγεί απο τον εαυτό της και να συλλάβει το πλήθος σαν έτερο που επληθύνθη σ’αυτή την ίδια (ώρμησε μέν επ’αυτό ούχ ώς νούς, αλλ’ώς όψις ούπω ιδούσα, και γάρ αύ έχει τύπον του οράματος, δηλαδή διατηρεί ένα ίχνος του αντικειμένου, διαφορετικά δέν θα την παραδεχόταν, (υποδεχόταν θα λέγαμε σήμερα).
Απο την στιγμή που ο νούς είδε το επέκεινα, έγινε νούς και το κατέχει σαν νούς, διότι πρίν απ’αυτό ήταν μόνον έφεσις και ατύπωτος (χωρίς ίχνος, χωρίς σφραγίδα) όψις. Και έτσι τίποτε δέν εμποδίζει πλέον τον νού να είναι πολλαπλός απο την στιγμή που έσωσε την ενότητα του και είναι ουσία μία. Η πολλαπλότητα του δέν είναι πλέον πρόσθεση μερών, αλλά οι ενέργειες αυτού. Αυτό που προέρχεται απο το ΕΝΑ δέν είναι ξεχωριστό απο αυτό, αλλά δέν είναι και το ίδιο, ούτε είναι κάτι σαν μή-ουσία, ούτε ένα τυφλόν είναι, αλλά βλέπει και γνωρίζει εαυτόν και είναι το πρώτον γιγνώσκων (ο νούς). Εκείνο που είναι επέκεινα είναι και επέκεινα γνώσεως και επειδή δέν του λείπει τίποτε (δεόμενον ουδενός) δέν έχει και τίποτε να γνωρίσει. Η γνώση ανήκει στην Δευτέρα Φύσιν. Διότι η γνώση είναι γνώση ενός, κάτι γνωρίζει, το Εν είναι ένα χωρίς το «τί» έν, διότι αν ήταν τί έν, δέν θα ήταν αυτοέν, και το αυτό προηγείται του «τί».
Και όμως το περιγράφει αποτελεσματικά καί ο Πορφύριος στις Αφορμές πρός τα νοητά, 40: «τοίς μέν γάρ δυναμένοις χωρείν εις την αυτών ουσίαν νοερώς (όσοι μπορούν να επανέλθουν στην ουσία τους νοερώς, με ενέργεια νοερή) και την αυτών γινώσκειν ουσίαν, και επομένως να γνωρίσουν την ουσία τους σ’αυτή την γνώση, σ’αυτό το όραμα, κατά την ενότητα γινώσκοντος και γινωσκομένου. Σ’αυτούς λοιπόν που είναι παρόντες στον εαυτό τους, πάρεστι και το όν (είναι παρόν και το όν). Όσοι δέ βγαίνουν απο τον εαυτό τους πρός τα άλλα, απουσιάζει απ’αυτούς και το όν.
Και αυτό το άλμα πρός τα έξω, είναι άχρονο. Ο Vittorino ορίζει αυτό το στάδιο ενότητος σαν «ένα-ένα». Δέν υφίσταται ένας αναδιπλασιασμός του πρώτου, αλλά η ανάπτυξή του, η ειδική πραγματοποίηση του ή δύναμις, στην οποία ανάπτυξη ανήκουν τώρα όλα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά, τα οποία είχαμε αρνηθεί στο Ένα. Η δύναμις του Πατρός κατευθύνεται λοιπόν πρός κάτι σχεδόν μελλοντικό. Είναι μία δύναμις μέσω της οποίας η δική της πραγματικότης γίγνεται, καταλήγει πραγματικότης ή ενεργεία. Κατανοημένη όμως σαν μία δύναμις η οποία υπάρχει σαν πραγματικότης, η ανάπτυξη αυτού που είναι πρώτο σ’αυτό που είναι δεύτερο, παραμένει στην ενότητα ή ταυτότητα. Η ζωή είναι το Ένα,ένα σαν «άπειρη κίνηση», κίνηση που περιλαμβάνει και εκφράζει κάθε άλλο όν. Η πρόθεση και η κίνηση του λόγου κατευθύνονται πρός αυτό που είναι το Είναι των πραγμάτων που υπάρχουν. Η κίνηση είναι μία ανάπτυξη τής αρχής, μία μορφή εκφράσεως, φανερώσεως, αποκαλύψεως: η δύναμις σαν προϋπάρχουσα, ακίνητη καθ’εαυτή, προοδεύει αφ’εαυτής, πηγάζοντας απο τον εαυτό της. Φανερώνεται σαν υπάρχουσα ενότης, λόγος και ζωή σε άπειρη κίνηση. Το άχρονο πνεύμα αντιπροσωπεύει την ολοκλήρωση μίας δυναμικής ταυτότητος είναι,ζωής και σκέψης: Σκέψη είναι η ζωή, όπως η σύνθεση που ενώνει το Είναι στο όλον, συνολικά δηλαδή οι ιδέες. Είναι-ζωή-Σκέψη είναι πλευρές διαφορετικές μίας ενότητος η οποία κινείται στοχαστικά. Αυτή η ενότης ή ταυτότης είναι η ολοκλήρωση της Τριάδος.
Αυτό που σ’αυτή την Τριάδα είναι γι’αυτή την ίδια δυνατόν να γνωσθεί είναι η γνώση, είτε είναι μία γνώση του καθαρού Ενός, η οποία διατηρείται εσωτερικά, ή είναι μία γνώση που προοδεύει απο τον εαυτό της στον εαυτό της. Αυτή η ταυτότης γνώσεως και γνωσθέντος, σκέψεως και για- σκέψη (ή απο πάντοτε ήδη γνωστού) είναι ο Υιός, θεολογικώς συλληφθέντος σαν η ιδιαίτερη μορφή είναι, ζωής και αποκαλύψεως (Φωτός). Σ’αυτή την δεύτερη φάση εμβαθύνεται το νόημα των θεμελιωδών λέξεων του Ευαγγελίου τού κατά Ιωάννην, Λόγος-ζωή-φώς.

Συνεχίζεται
ΑΥΤΗ ΗΤΑΝ Η ΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ. ΣΗΜΕΡΑ ΠΡΟΤΙΜΗΣΑΜΕ ΤΟ ΜΟΥΧΛΙΑΣΜΕΝΟ ΨΩΜΙ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ.
Αμέθυστος.

Σάββατο 19 Ιουλίου 2025

ΠΕΡΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑΣ (3)

 Συνέχεια από Παρασκευή 18 Ιουλίου 2025

Ή πώς εισήγαγε ο Ζηζιούλας τον νοητό κόσμο στην Αγία Τριάδα και τα ταύτισε.

Χριστιανική Μεταμόρφωση του δεσμού της ταυτότητος και της διαφοράς με τον Mario Vittorino (Marius Victorinus - Μάριος Βικτωρίνος)

Στην συνέχεια θα εισχωρήσουμε στο θέμα της ταυτότητος και της διαφοράς στον Μεσαιωνικό Χριστιανικό νεοπλατωνισμό με την βοήθεια του Werner Beierwaltes.

O Vittorino είναι τόσο σημαντικός για την Δυτική παράκαμψη, διότι για την στοχαστική Δύση, ο τριαδικός στοχασμός υπήρξε εξαρχής σημαντικός αφού υπήρξε μια συνεχής πρόκληση για την εξασφάλιση του δεσμού ενότητος και πνεύματος. Επιπλέον είναι ο πρόδρομος στην προσπάθεια του Αυγουστίνου να φέρει την Τριάδα στο επίπεδο της έννοιας.

Η πρόθεση του Βικτωρίνου υπήρξε η κατανόηση της τριαδικής ενότητος σαν ομοουσίου. Και προς τον σκοπό αυτό μεταμόρφωσε τις πλατωνικές κατηγορίες του Σοφιστή και του Παρμενίδη.
Τα θεολογικά του έργα γράφτηκαν μετά την μεταστροφή του, γύρω στα 354 μ.Χ. Είναι προσπάθειες αναιρέσεως του Αρειανισμού.

Ο Άρειος ισχυρίστηκε την ουσιώδη διαφορά του Υιού από τον Πατέρα και μια ουσιώδη υποταγή του Υιού στον Πατέρα. Η Τριαδολογία του Άρειου είναι καθαρά Νεοπλατωνική, διότι για την φιλοσοφία αυτή, είναι ουσιώδης μια καθορισμένη υπαγωγή όλων όσων προέρχονται από την πρώτη Αρχή, δηλαδή από το ΈΝΑ, στο Ένα το ίδιο. Απέναντι στο Ένα. Και σύμφωνα πάντοτε με την φιλοσοφία αυτή, μια διαφοροποιημένη υπαγωγή του όντος στο Ένα, δεν αποκλείει την έννοια μιας ταυτότητος στην διαφορά.

Ο Vittorino ξεκίνησε την χριστιανική του συμμετοχή στην λύση των προβλημάτων που δημιούργησε ο Αρειανισμός, αντλώντας την ιστορική του αναφορά από την Σύνοδο του Σιρμίου της Σερβίας το 357 μ.Χ. Ο Vittorino είναι κεντρικό σημείο για την Δύση διότι είναι ο πρώτος ο οποίος δοκίμασε να μεταμορφώσει την νεοπλατωνική φιλοσοφία για να την προσαρμόσει στο χριστιανικό ομοούσιο.
Ξεκινά λοιπόν δεχόμενος φάσεις, διαφορετικές καθεαυτές, στην αυτοσύσταση της Αγίας Τριάδος. Η αρχή ή πρώτη φάση αυτής της προόδου, που συνιστά ολόκληρη την ουσία της Αγιάς Τριάδος, είναι το ίδιο το ΈΝΑ. Πριν από κάθε τι, αυτό που υπάρχει σαν ΈΝΑ καθ' εαυτό, το ΈΝΑ, πριν προστεθεί το Είναι. Το ΈΝΑ λοιπόν το οποίο ο Πορφύριος ταύτιζε με τον πρώτο θεό (το εν προούσιον ή ανούσιον σε αντίθεση με το εν ενούσιον).

Επειδή όμως ο σκοπός του ήταν να υποστηρίξει το ομοούσιον της Αγίας Τριάδος, ακολουθώντας τον Πορφύριο, ο οποίος ένωσε τον Αριστοτέλη με τον Πλάτωνα λέγοντας πως όσα ανήκουν στο Ένα ανήκουν και στο Είναι, δέχεται και την θέση του Πορφύριου(;) ο οποίος ταυτίζει τον Θεό με τον Πατέρα, το Ένα και το Είναι. Διότι ναι μεν δέχεται το Ένα σαν προούσιον (προϋπάρχον) αλλά το δέχεται επίσης και σαν καθαρή ενέργεια, μια ενέργεια όμως που είναι το ίδιο το Είναι: ενεργεί δε μάλλον και αυτό το ενεργείν καθαρόν, ώστε και αυτό το Είναι προ του όντος [Πορφύριος, σχόλιο στον Παρμενίδη, ΧΙΙ, 25]!

Ας δούμε λοιπόν μέσα από το διάσημο κείμενο του Πορφυρίου "ΑΦΟΡΜΑΙ ΠΡΟΣ ΤΑ ΝΟΗΤΑ" πως ακριβώς βοηθήθηκε (παράγραφος 43): «Ὁ νοῦς οὐκ ἔστιν ἀρχὴ πάντων· πολλὰ γάρ ἐστιν ὁ νοῦς, πρὸ δὲ τῶν πολλῶν ἀνάγκη εἶναι τὸ ἕν. ο νοῦς νοεῖ ἀεὶ τὰ νοήματα (τα οποία είναι πολλά). Είναι δε αυτός τοῖς νοητοῖς· εἰ γάρ τι ἔστιν ὃ θεωρεῖ, ἤτοι ἐν ἑαυτῷ ἔχων τοῦτο θεωρήσει ἢ ἐν ἄλλῳ κείμενον. Είναι δε ξεκάθαρο ότι θεωρεί. σὺν γὰρ τῷ νοεῖν εἴη ἂν νοῦς. (Η Δυτική παράδοση την θεωρία και το νοείν τα ερμηνεύουν σαν σκέψεις, που δεν είναι. Η σύγχρονη σκέψη δεν είναι καν η αρχαία διάνοια. Κατάγεται από την σχέση. Είναι θέληση). ἀφαιρεθεὶς δὲ τοῦ νοεῖν ἀφῄρηται τῆς οὐσίας. γνωστικαὶ δὲ δυνάμεις ἐν ἡμῖν είναι η αἴσθησις, η φαντασία, και ο νοῦς. (Σήμερα περιοριζόμεθα στις δύο και οι σύγχρονες γενιές των υπολογιστών και της εικονικής πραγματικότητας μόνον στην μία, στην φαντασία).
Όλα όσα χρησιμοποιεί η αίσθηση, τα θεωρεί καθώς επιβάλλονται απ' έξω, χωρίς όμως να ενώνεται με αυτό που θεωρεί, ἀλλὰ μόνον τύπον αὐτῶν ἐκ τῆς πρὸς αὐτὰ προσβολῆς λαμβάνον (δηλαδή προσλαμβάνοντας μόνον μια εντύπωση από αυτά λόγω της επαφής της με αυτά. -Αυτή η επαφή είναι η σχέση-). Διότι όταν ο ὀφθαλμὸς βλέπει τὸ ὁρώμενον, ἀμήχανον ἐν ταυτότητι γενέσθαι τοῦ ὁρωμένου (δεν θα μπορούσε να το δει εάν δεν στεκόταν σε μια κατάλληλη απόσταση). [Η σχέση λοιπόν θεμελιώνεται στο αισθητό και γι' αυτό γεννά την σύγχρονη ατομικότητα, που δεν ομοιάζει με την αρχαία, το άτμητο, χρειάζεται δηλαδή την απαραίτητη απόσταση, για να αντιληφθεί αυτό που βλέπουμε].

Ακόμη και η αφή θα χανόταν εάν ταυτιζόταν με αυτό που αντιλαμβάνεται. Με τον ίδιο τρόπο και η φαντασία φέρεται πάντοτε προς τα έξω και παρασκευάζει το εικόνισμα με αυτή της τήν δραστηριότητα. Η κατάληψις όμως του νου (η γνώση ή η αντίληψη θα λέγαμε σήμερα) δεν γίνεται με τον ίδιο τρόπο. Αλλά συννεύοντος εἰς ἑαυτὸν καὶ ἑαυτὸν θεωροῦντος (αλλά στρέφεται στον εαυτό του και θεωρεί τον εαυτό του)».

Πως μπορούμε να κατανοήσουμε λίγο αυτή την στροφή στον εαυτό του και την θεωρία του εαυτού του; Με την βοήθεια της συναισθήσεως. Της συμφωνίας ανάμεσα στις αισθήσεις. Πώς επιτυγχάνεται αυτή η ενότης ακόμη και των αντιλήψεων του αισθητού; Οι αρχαίοι δεν έφτιαχναν, δεν διέθεταν ένα προκατασκευασμένο κέντρο νοήματος όπως είναι το Εγώ, αλλά ακολουθώντας την ενότητα ακριβώς των αντιλήψεων, ακολούθησαν τις ακτίνες των νοημάτων και βρήκαν την πηγή τους, τον Νου. Την νόηση! Η οποία υπάρχει καθεαυτή πέραν της φθοράς και του πεπερασμένου των αισθήσεων.
Πορφυρίου "Αφορμαί προς τα νοητά" (παράγραφος 41): «Τὸ ἐν ἄλλῳ ἔχον τὸ εἶναι καὶ ἐφ᾽ ἑαυτοῦ χωριστῶς ἀπ᾽ ἄλλου μὴ οὐσιωμένον (δεν υπόκειται από μόνο του) ἐὰν εἰς ἑαυτὸ στρέφηται εἰς τὸ γνῶναι ἑαυτὸ ἄνευ ἐκείνου ἐν ᾧ οὐσίωται (χωρίς αυτό στο οποίο έχει την ουσία του), ἀπολαμβάνον (χωρίζοντας) ἑαυτὸ ἀπ᾽ ἐκείνου, φθείρεται (αποτυγχάνει) χωρίζον ἑαυτό από το Είναι.
Τὸ δὲ γινώσκειν ἑαυτὸ δυνάμενον ἄνευ ἐκείνου ἐν ᾧ ἐστιν (χωρίς εκείνο στο οποίο υπάρχει), ἀπολαμβάνον (χωρίζοντας) ἑαυτὸ ἀπ᾽ ἐκείνου, δεν φθείρεται, δεν ζημιώνει καὶ οἷόν τε ὂν (και γνωρίζει τον εαυτό του, είναι ον, συνεχίζει να υπάρχει) ἄνευ τῆς ἑαυτοῦ φθορᾶς τοῦτο ποιεῖν.
Ο νοῦς λοιπόν ἐν ἑαυτῷ κέκτηται τὸ ἐνεργεῖν τε καὶ εἶναι».

Πορφυρίου "Αφορμαί προς τα νοητά" (παράγραφος 41): «Μερικά ασώματα λέγονται και επινοούνται κατά στέρησιν (σώματος) της ύλης, όπως η ύλη και το είδος επί ύλης και οι φύσεις και οι δυνάμεις. Τοιουτοτρόπως και ο τόπος και ο χρόνος και τα πέρατα. Όταν τα θεωρήσουμε χωρισμένα ή χωριστά από την ύλη.

Υπάρχουν όμως άλλα που τα ονομάζουμε ασώματα καταχρηστικώς. Διότι δεν στερούνται σώματος, αλλά διότι είναι εντελώς ξένο προς αυτά, προς την φύση τους, να γεννήσουν σώμα. Γι' αυτό τα ασώματα σύμφωνα με την πρώτη έννοια υφίστανται προς τα σώματα (έχοντα σχέσιν με τα σώματα), ενώ τα άλλα κατά το δεύτερον σημαινόμενον είναι χωριστά τελείως από σώματα όπως και από τα ασώματα που σχετίζονται με σώματα. Διότι τα σώματα είναι σε ένα χώρο, ένα τόπο, και τα πέρατα σε ένα σώμα, ενώ ο νους και ο νοερός λόγος οὔτε ἐν τόπῳ οὔτε ἐν ᾽τῷ σώματι ὑφίσταται οὔτε παρυφίσταται σωμάτων οὔτε στα ασώματα που προκύπτουν από την στέρηση σωμάτων.
Εάν λοιπόν σκεφθούμε, επινοήσουμε το κενόν σαν ασώματο, ο νους δεν μπορεί να υπάρξει εν κενῷ. Το κενό μπορεί να είναι δεκτικόν σώματος, αλλά δεν μπορεί να χωρέσει την ενέργεια του νου, ούτε να δώσει χώρο σε αυτή την ενέργεια».

Γι' αυτό και ο νους είναι το κατ' εικόνα, το αυτεξούσιο, και είναι δώρο θεού. Γι' αυτό και η Δύση έπεσε την αγκαλιά του Βουδισμού και του Νιρβάνα, διότι εγκατέλειψε τον Νου, το επέκεινα! Διότι είναι α-νόητη.

Ας επιστρέψουμε στις επιρροές του Vittorino όμως, μετά την μεγάλη μας παρένθεση. Για να δούμε πως μπόρεσε να δει διαφορετικές καθαυτές φάσεις στην αυτοσύσταση της Αγίας Τριάδος. Βοηθούμενος ξανά από τον Πορφύριο!

Σχόλιο στον Παρμενίδη του Πλάτωνος - 142b, XI.
Παρότι ο Πλάτων πέρασε ήδη στο επίπεδο του όντος, και μάλιστα του όντος που δεν μετέχει της ουσίας, άλλον ποιείται τον λόγον ως επί μετέχοντος ουσίας. Δεν πρόκειται όμως τώρα για το Έν το ακραιφνές, στην καθαρότητά του, αλλά για το Έν που μετέχει της ουσίας (συνηλλοίωται δὲ αὐτῷ ἡ τοῦ εἶναι ἰδιότης, και έτσι λέει ότι μετέχει της ουσίας). Σαν να έλεγε δηλαδή κάποιος, στον ορισμό του ανθρώπου, λαβὼν τὸ ζῷον μετέχειν αὐτὸ ἔφασκε λογικοῦ και έτσι το ζῷον είναι συνηλλοιωμένο (μετέχει) με το λογικό και το λογικό με το ζώο. Με αυτόν τον τρόπο το Ένα γίνεται Ουσία και η Ουσία Ένα και δεν πρόκειται για μια παράθεση του Ενός και του Όντος, γιατί με αυτόν τον τρόπο το Ένα θα ήτο σαν υποκείμενο, το δε άλλο σαν συμβεβηκός. Πρόκειται αντιθέτως για μια ιδιότητα υποστάσεως, η οποία εικονίζει μεν την απλότητα του Ενός, χωρίς όμως να στέκεται στην ακραιφνότητα, την καθαρότητα του Ενός, αλλά να το συμπεριάγει, να το μεταστρέφει στο Είναι.
Επειδή το δεύτερο Ένα δεν είναι το πρώτο και δεν υφίσταται δι' άλλο αλλά διά το πρώτον, το δεύτερο Ένα δεν ταυτίζεται με το πρώτο, δεν είναι όμως ούτε δεύτερο απ' εκείνο, διότι διαφορετικά δεν θα ήταν ούτε εκβεβηκόν απ' εκείνο (δεν θα προερχόταν), ούτε και από άλλη αιτία έχει την πάροδον (την πρόοδο).

Αλλά επειδή προέρχεται από εκείνο, είναι και αυτό το ίδιο Ένα. Και επειδή δεν είναι εκείνο, συνιστά το Έν όλον, το Έν πάντα και εκείνο παραμένει Έν ανούσιον ενώ ετούτο είναι το Έν ενούσιον, διότι ουσιώνεται μετέχοντας της Ουσίας. Ο Πλάτων λοιπόν δεν μίλησε για κάποιο ον και για κάποιο άλλο που ουσιώνεται, αλλά για Έν και για ουσιωμένο Έν.

Και δεν έγινε πρώτα ον και μετά μετέσχε του Ενός, αλλά από του Ενός γεννηθέν, δεν ειπώθηκε γι' αυτό ότι μετέσχε του Ενός, αλλά ειπώθηκε ότι είναι Έν μετάσχον του όντος. Δεν ελέχθη ότι το πρώτον ήτο ον, αλλά ότι από του Ενός η ετερότης περιήγαγε αυτό (το μετέστρεψε προς τα έξω, το περιέστρεψε σε σχέση με το πρώτο Έν, η ετερότης), καθιστώντας το, αυτό το Έν, το Είναι του όλου. Δια μιας υφέσεως του πρώτου Ενός, μιας χαλαρώσεως, μιας μειώσεως, που ονομάζεται ετερότης εν προκειμένω, το Έν ουσιώνεται.

Δεν πρέπει όμως να υπαινιχθούμε πως ο Πλάτων εννόησε ότι το Εν επέκεινα της Ουσίας και το όντως ον, δεν είναι ούτε ουσία ούτε ενέργεια. Ενεργεί δε μάλλον και αυτό, και αυτό το πρώτο Έν είναι το καθαρόν ενεργείν και επομένως αυτό το Έν είναι και αυτό το Είναι προ του όντος. Έτσι μετέχοντας αυτού του Είναι, το δεύτερο Ένα έχει εκκλινόμενο το Είναι. Περιάγει δια μεταστροφής το Είναι, που σημαίνει μετέχειν όντος. Ώστε διττό και το Είναι. Και το μεν προϋπάρχει του όντος το δε άλλο το οποίο επάγεται εκ του όντος του επέκεινα είναι και αυτό το ίδιο το απόλυτο Είναι, κατά κάποιο τρόπο είναι η Ιδέα του όντος. Έτσι λοιπόν μετέχοντας σε κάτι άλλο εγεννήθη (γέγονεν) δεύτερον Είναι, επιφέροντας σε συζυγία το πρώτο Είναι.

Με αυτήν την φιλοσοφία σαν βάση ο Vittorino (Victorinus) θα προσπαθήσει να φανερώσει το ομοούσιο του Υιού μετά του Πατρός ή την ενότητα της Ουσίας της θείας Τριάδος
.

(Συνεχίζεται)

ΘΕΛΕΙ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ. ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥΤΙΜΟ.

Αμέθυστος

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2025

ΠΕΡΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑΣ (2)

  Συνέχεια από Πέμπτη 17 Ιουλίου 2025 

Ή πώς εισήγαγε ο Ζηζιούλας τον νοητό κόσμο στην Αγία Τριάδα και τα ταύτισε.

ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΤΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗ ΜΕ ΤΟΝ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟ.
     

Η φιλοσοφική σύλληψη του Αρεοπαγίτη είναι στην ουσία της επηρεασμένη από τον Πλωτίνο και τον Πρόκλο.

Το πνεύμα σαν υπάρχουσα πρόοδος είναι σύμφωνα με τον Πλωτίνο, η πρώτη κίνηση, η πρώτη ετερότης ή πολλαπλότης αναφορικά με το Ένα, διαφορετική όλων, πάντων έτερον. Το οποίο έχει επίσης την σύσταση, καθ’αυτό, μέσω της ετερότητος, η οποία υπάγεται ώς σκέψη ή λόγω της σκέψης, αχρόνως στην ταυτότητα.

Η διάκριση ή ετερότης, δημιουργική και κινούμενη, όπως την συλλαμβάνει ο Διονύσιος, βρίσκει τις αναλογίες της στην έννοια της ετερότητος του Πρόκλου. Είναι συνθήκη της δυνατότητος τού άλλου, το οποίο είναι τοποθετημένο έξω απο το Ένα. Έχει την ενεργό λειτουργία της διαφοροποιήσεως, προωθεί την διαδρομή της προόδου (διάκρισις, διαίρεσις) του όντος. Μία διαδρομή που ξεκινά απο το Ένα. Τέλος, είναι μέσω της συστάσεως τής πολλαπλότητος η αιτία τών αντιθέσεων στο όν, απο τις οποίες έχει αφαιρεθεί απολύτως η καταγωγή. Αυτό που βασικώς διακρίνει τον νεοπλατωνισμό αυτόν απο την θεωρία του Διονυσίου, συνίσταται στο γεγονός πώς αφορά αποκλειστικώς το Ένα. Για τον Πλωτίνο και τον Πρόκλο, το Ένα είναι (απο την άποψη του όλου) αδιαφοροποίητο και άσχετο καθεαυτό. Παρότι τα πάντα γεννώνται απο αυτό και σ’αυτό επιστρέφουν, δέν του αποδίδεται αυτή η κινητικότης διότι είναι ενυπάρχων (immanent).

Ταιριάζοντας περισσότερο στην πρώτη υπόθεση του Πλατωνικού Παρμενίδη, δέν είναι μάλλον ούτε Είναι, ούτε ετερότης, μονή ή κίνηση, ομοιότης ή ανομοιότης, μεγάλο η μικρό. Αυτό το χαρακτηριστικό του Ενός δέν υπερβαίνεται ούτε απο τον υποθετικό στοχασμό του Πλωτίνου πάνω στην Βούληση του Ενός απέναντι στον εαυτό του αναφορικά με την αυτοσύστασή του. Ένας τέτοιος στοχασμός παραπέμπει μάλλον στο πώς θα’πρεπε να στοχαστούμε το Ένα, καθότι είναι καθ’εαυτό (εξηρημένον) υπεράνω των κατηγοριών, εάν δέν θα έπρεπε να περιοριστεί απο την καθαρή άρνηση!

Αντιθέτως ο Διονύσιος αρνείται με τον ίδιο τρόπο, όλα τα κατηγορήματα του Θεού του «σοφιστή» και του «Παρμενίδη», αλλά τού τα αναθέτει πάλι, σαν θεία ονόματα. Και σ’αυτό ακολουθεί την δεύτερη υπόθεση του Πλατωνικού Παρμενίδη, η οποία κατανοεί το Ένα σαν υπαρκτό και επομένως σαν διαφοροποιημένο καθ’εαυτό και σχετιζόμενο. Η ενότης και των δύο όψεων (η πρώτη μαζί με την δεύτερη υπόθεση του Παρμενίδη. Αποφατική και καταφατική θεολογία), μας αφήνει να εννοήσουμε τον Θεό, ενιαίως, τόσο σαν όλον, όσο και σαν διαφορετικό και το χειραφετεί απο το ένα μέρος απο το υπάρχον Ένα και απο το άλλο απο το απόλυτο Ένα, καθότι υπερέν.

Η ταυτότης και η Ετερότης, η μονή καί η κίνηση, προσδιορίζουν την ουσία του Θεού, στο μέτρο που ο Θεός είναι το υπαρκτό, αλλά όσο υπολογίζεται σαν υπερέχον του Είναι, δέν είναι και έτσι αντιστοιχεί ακριβώς στο Ένα του Πρόκλου.

Στην παράδοξη έννοια, του Θεού, σύμφωνα με την οποία αυτός πρέπει και δέν μπορεί παρά να είναι ΕΙΝΑΙ και ταυτόχρονα πάνω απο το Είναι και επομένως ταυτότης και διαφορά μαζί, ο Διονύσιος δέν επηρεάστηκε μάλλον απο την ερμηνευτική παράδοση του σχολιασμού στον Παρμενίδη, αφού θα μπορούσαμε να σκεφτούμε και τον Πορφύριο, ο οποίος σκέφτηκε πρώτος σαν διαπερατές και τις δύο απόψεις: και το Είναι και το υπερείναι, που είναι καθαρή σκέψη, αλλά μάλλον επηρεάστηκε απο την Χριστιανική σκοπιμότητα να εννοήσουμε τον Θεό σαν Τριαδική Ενάδα, σαν λόγο (σοφία) η οποία αυτοστοχάζεται και εκφράζεται, σαν αγάπη που καλεί και σαν ιδεατό σχέδιο του κόσμου.

Υπάρχει, είναι η αλήθεια, αιτία να υποθέσουμε πώς η υπεροχή της μεταφυσικής της ενότητος του Πρόκλου, προκάλεσε στον Διονύσιο, μία διαφοροποιημένη ανάπτυξη της Τριάδος, σύμφωνα με την οποία ενότης και Τριαδικότης δέν θα’πρεπε να λέγονται μόνον ομοούσιοι, αλλά και να νοούνται με την ίδια ένταση.


Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2025

ΠΕΡΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑΣ (1)

   Ή πώς εισήγαγε ο Ζηζιούλας τον νοητό κόσμο στην Αγία Τριάδα και τα ταύτισε.

‎Ο δεσμός ταυτότητος και διαφοράς υπολογίζεται απο τον Πλάτωνα στον ορίζοντα τού θέματος της ενότητος και πολλαπλότητος ή της ενότητος στην πολλαπλότητα. ‎

‎Ο δεσμός ενότητος και πολλαπλότητος ή ταυτότητος και διαφοράς χρησιμεύει στον Πλάτωνα στην μέθοδο της διαλεκτικής. Αυτή η διαλεκτική μέθοδος είναι η απάντηση του Πλάτωνος στην αυστηρή και σκληρή έννοια της ενότητος ή του Είναι, σαν μία ακίνητη και αμετάβλητη ενότητα, η οποία αποκλείει την πολλαπλότητα, του Παρμενίδη. ‎‎ Έτσι για τον Πλάτωνα το Είναι είναι η ιδέα: κατανοημένη σαν νοητή μορφή υπάρχουσα καθ’εαυτή, καθ’εαυτή αμετάβλητη. Η ιδέα η ίδια είναι μία μορφή της ενότητος στην πολλαπλότητα ή η ταυτότης χωρίς χρόνο, του διαφορετικού, το οποίο φανερώνεται στον χρόνο.‎‎ ‎‎Ξεκινώντας απο το οποίο κάθε ιδιαίτερο και ξεχωριστό πράγμα μπορεί να κατανοηθεί, μπορεί να ταυτοποιηθεί στον δεσμό του με το καθόλου. Το αγαθό εξασφαλίζει την ενότητα κάθε ιδέας. Η ιδέα του αγαθού σε μία γραμμική προοπτική είναι αρχή ανυπόθετος του όλου.‎‎ ‎

‎Η νόησις ή η καθαρή σκέψη σαν διαλεκτικό έργο, συνδυάζεται ουσιαστικώς με τις ιδέες και μέσω αυτών, μ’αυτό που είναι ανυπόθετο, που δέν έχει προϋποθέσεις και το οποίο σαν θεμέλιο δέν περιέχει τίποτε άλλο που να είναι δυνατόν να συλληφθεί και γνωσθεί. ‎‎ Έτσι η παρέμβαση της διαλεκτικής δέν είναι ευθεία, λειτουργεί σαν ένας μεσάζων ανάμεσα στην γνώση του καθολικού θεμελίου της γνώσης και την διαλογική σκέψη, την συνεχή ροή σκέψεως που προκαλούν οι ιδέες.‎‎ ‎
‎Η διαλεκτική αυτή του Πλάτωνος, όπως και του Σωκράτη, έχει σαν σκοπό της την γνώση του καθολικού σαν το θεμέλιο του ιδιαιτέρου, του ξεχωριστού και επομένως τον δεσμό ενότητος και πολλαπλότητος, ταυτότητος και διαφοράς. ‎‎ Πώς ακριβώς ένα πράγμα είναι ένα και πολλά, καί πώς πολλά πράγματα είναι ένα ή πώς μπορούν να επαναοδηγηθούν σε μία καθολικότητα, η οποία τα θεμελιώνει και τα καθιστά κατανοητά. Μέσω αυτού του δεσμού, τα πολλαπλά πράγματα, τα οποία φαίνονται, σώζονται και νομιμοποιούνται.‎‎ Αυτή η καθολικότης είναι ό,τι αληθινό υπάρχει σ’ένα όν (σ’ ένα πράγμα) ή σε μία σκέψη. ‎

‎Ο Πλάτων ελευθερώνεται απο την ακινησία και την αμεταβλητότητα του Παρμενίδη (μόνον η ταυτότης υπάρχει, είναι, η διαφορά δέν νοείται ούτε λέγεται). Ας σημειώσουμε δέ πώς αυτή η αρχή τού Παρμενίδη γέννησε την Σοφιστική (κάθε κρίση είναι αληθινή διότι εκφράζει το μοναδικό είναι που νοείται και λέγεται, διότι τό μή είναι δέν υπάρχει, άρα δέν υπάρχει τό ψέμα), και ενεργοποίησε την Ελληνική φιλοσοφία στην υπέρβασή της. ‎
‎Σοφιστής
: ‎‎248 d 6-249 a 2 «Θα πιστέψουμε πραγματικά τόσο εύκολα πώς το καθολικό όν δέν έχει ούτε κίνηση, ούτε ζωή, ούτε ψυχή, ούτε φρόνηση, ούτε ζεί ούτε στοχάζεται, παρά στέκεται ακίνητο, σεβαστό και άγιο. ‎‎ Χωρίς να’χει νού;»!‎‎ ‎
‎Κάθε ιδέα λοιπόν, είναι ταυτόσημη με τον εαυτό της, και αποκλείει πρώτα απ’όλα τις άλλες και μ’αυτό προσδιορίζεται θετικά. Σύμφωνα δέ με τον τρόπο της υπάρξεώς της προσδιορίζει και τις άλλες, ακριβώς απορρίπτοντάς τες απο τον εαυτό της σαν μή είναι της.‎‎ ‎‎Μ’αυτή την ανακάλυψη ο Πλάτων προσδιορίζει και την έννοια της σχέσεως στην σύσταση των ιδεών και τοιουτοτρόπως οι ιδέες της στάσεως και της κινήσεως μπορούν να φθάσουν σε κοινωνία. Σε μία ενότητα ή σε μία ανάμιξη. Ο δεσμός ή η σχέση αυτών των εννοιών κατανοείται και σαν συμμετοχή (μέθεξη).‎‎ ‎

‎Έτσι η ετερότης μετά τον Σοφιστή του Πλάτωνος δέν είναι μόνον μία τυπική, λογική, ιδιότητα ή μία στιγμή διακρίσεως, αλλά θεμελιώνεται στο γεγονός πώς κάτι είναι ταυτόσημο με τον εαυτό του.‎‎ ‎

‎Ο αυτοκαθορισμός του όντος μέσω της ταυτότητός του επιτρέπει λοιπόν, σ’αυτό που είναι άλλο να φανερωθεί μέσα στο ίδιο το πλαίσιο του Είναι.‎‎ Το μή-όν, υπερβαθέν στο Είναι, που το διαφοροποιεί, καθιστά δυνατή την έννοια μιάς ενότητος που επανενώνει και κρατά συνδεμένη την ενότητα ή την ετερότητα: την ταυτότητα στην διαφορά. ‎

‎Φτάνουμε λοιπόν στον Αρεοπαγίτη, ο οποίος μεταμορφώνει την προβληματική τής ταυτότητας και διαφοράς ορίζοντάς τες σαν κατηγορήματα του Θεού.‎‎ ‎
‎Ένας απο τους κεντρικούς του στόχους είναι η εξήγηση των θείων ονομάτων. Αυτά τα ονόματα μπορούν να εξασφαλίσουν την φιλοσοφική θεμελίωση της δυνατότητος αποδόσεως στην αρχή του ΕΝΟΣ κατηγορήματα, ή χαρακτήρες του Είναι ή αρνήσεως τους. Επειδή τα θεία ονόματα αντιπροσωπεύουν, με τρόπο καθολικό, την ουσία του Θεού, εμπεριέχουν τόσο την ερώτηση για την σχέση που υπάρχει στον θεό, όσο και την ερώτηση για τον θεμελιώδη δεσμό με το όν, με την Δημιουργία. ‎
‎Σύμφωνα με τον Διονύσιο, ο Θεός είναι καθεαυτός ταυτότης και ταυτόχρονα διαφορά (περί Θείων ονομάτων IX 4και 5). Με ταυτότητα υπονοείται πρώτα απ’όλα, το αμετάβλητο του Είναι του, το γεγονός ότι είναι αμεταβλήτως ίσος με τον εαυτό του, και επομένως η άπειρη τελειότητα του.‎‎ ‎
‎Η έννοια της ταυτότητας εξηγείται μέσω της στάσεως. Ο Διονύσιος την κατανοεί σαν παραμονή του Θεού στον εαυτό του (μονή). Σαν ένα μόνιμο Είναι, σταθερά και αμετάβλητα σε μία αμετάβλητη και ακίνητη ισότητα. ‎‎Ο Θεός είναι ο εστώς.‎‎ Σ’αυτούς τους προσδιορισμούς διακρίνουμε ήδη την παρουσία κατηγορημάτων που αφορούν το φιλοσοφικό Ένα. ‎‎Η πλατωνική έννοια του Είναι σαν αιωνιότης, υφίσταται μία θεολογική μεταμόρφωση. ‎‎Η αιωνιότης χαρακτηρίζει τον ΝΟΥ σαν ένα είναι ταυτόσημο‎‎, το οποίο παρά τις ιδέες που βρίσκονται σ’αυτόν, και είναι ή μία διαφορετική απο την άλλη, είναι χωρίς απόσταση ενοποιημένος και άχρονος.‎‎ ‎

‎Η σκέψη του Νού διαθέτει το διαφορετικό μέσα στην ενότητα, δηλαδή μέσα στην αλήθεια του, η οποία επιβάλλεται στην μορφή της αρμονίας του Νού.‎‎ ‎
‎Η διαφορά ή το άλλο, σαν θεμελιώδες χαρακτηριστικό του Είναι, και της Θείας ενέργειας, σημαίνει κατ’αρχάς : την δυνατότητα ενέργειας πρός τα έξω, ένα αυτόνομο πέρασμα, ένα Είναι ενεργώς θεμελιωνόμενο και ενεργώς διατηρούμενο στο άλλο, που τίθεται απο τον ίδιο τον θεό. ‎‎Γι’αυτό η διαφορά αντιπροσωπεύει την σχέση του Θεού με την γήινη πολλαπλότητα, εξωτερική σ’Αυτόν, οπωσδήποτε. Αυτή η πολλαπλότης όμως έχει το θεμέλιο της στην θεία ουσία.‎‎ Η διαφορά γίνεται κατανοητή αναλόγως της Θείας αγαθότητος: αφορά τον κόσμο αλλά είναι θεμελιωμένη σ’Αυτόν. ‎
‎Σάν διαφορά ο Θεός είναι δημιουργικός (πρόοδος), φωτοφάνεια, έκστασις, που δέν ξεπερνά βεβαίως την ταυτότητα του, την παραμονή αυτού του ιδίου σ’αυτόν τον ίδιο (μονή).‎‎ Η διαφορά έχει λοιπόν το θεμέλιο της στην ταυτότητα, είναι μία εσωτερική στιγμή της Ενότητος του Θεού. ‎‎Η διαφορά είναι και θεμελιώνει την κίνηση, ή την κινητικότητα του Θεού, η οποία δέν αλλάζει την ουσία του. Δέν είναι κίνηση στον χώρο, ούτε διαλογική κίνηση της σκέψης. Η κίνηση είναι αυτό που είναι αιτία του Είναι και περιλαμβάνει το όλον. Η κίνηση και η διαφορά είναι εξίσου πρωτογενή.‎‎ ‎

‎Ο Θεός είναι και εστώς και κινούμενος.‎‎ ‎‎Είναι πρόοδος που θέτει την διαφορά (ανάλογη του νού τού Πλωτίνου), δηλαδή θέτει πραγματικά το Είναι που υπάρχει σ’Αυτόν σαν ιδανικό μοντέλλο (προορισμός, παράδειγμα, λόγος). Το Είναι του Θεού είναι μία μόνιμη πρόοδος ή δημιουργική μονιμότης, ‎‎η οποία ενώνει την στιγμή της παραμονής με την στιγμή της κινήσεως και ταυτοχρόνως οδηγεί την επιστροφή στον εαυτό του, μέσω της καθολικής κατανοήσεως και διατηρήσεως όλου εκείνου που προόδευσε.‎‎ Επομένως εάν η ουσία του είναι δημιουργική μεταβολή μόνιμη, βασισμένη στην ταυτότητα και την διαφορα, Αυτός είναι η ενότης της μόνης -προόδου- και επιστροφής.‎‎ ‎
‎Η διαφορά σαν ενέργεια του Θεού και σάν ουσία της κτίσεως, εξηγείται απο τον Διονύσιο και με τους όρους του ΕΝΟΣ και των ΠΟΛΛΩΝ. Οι όροι που χρησιμοποιούνται και είναι διαλεκτικά συνδεδεμένοι είναι ένωσις και διάκρισις. Εάν η ενότης είναι ταυτόσημη με την παραμονή εις εαυτόν (μονιμότης) ή με την ταυτότητα του Θεού, τότε με διάκριση εννοείται η ενέργεια με την οποία ο Θεός παραμένοντας ο ίδιος διακρίνεται απο τον ίδιο, τον εαυτό του, ή το ίδιο. ‎‎ Στον εαυτό του σαν Πατέρας-Υιός και Άγιο Πνεύμα, έξω απο τον εαυτό του, σαν Δημιουργός.‎‎ ‎
‎Αναλόγως της αγαθότητός του, η δημιουργική διάκρισις του Θεού είναι αγαθοπρεπής πρόοδος, η φανέρωση του στην πολλαπλότητα (έκφανσις, ένωσις... εαυτήν αγαθότητι πληθύουσα τέ και πολλαπλασιάζουσα), η μετοχή του στον εαυτό του. ‎‎Έτσι οι θείες υποστάσεις συστήνουν παρόλες τις διαφορές μία αδιαχώριστη ενότητα (ηνωμένα τη διακρίσει και τη ενώσει διακεκριμένα). Έτσι στην Δημιουργία ο Θεός δέν διακρίνεται απο τον εαυτό του με μία δεύτερη ουσία, δέν αλλοτριώνεται.‎‎ ‎

‎Μία πραγματική ετερότης, σαν μία ενότητα που είναι οργανική και χωρισμένη καθ’εαυτή, είναι μόνον η κτίσις. ‎‎ Η πραγματική διαφορά λοιπόν υπάρχει μέσω της δημιουργίας και δέν έχει το θεμέλιο της σε μία παρόμοια διάκριση παρούσα στον Θεό. Η διαφορά ή η διάκριση συμβαίνει για πρώτη φορά μέσω της υπάρξεως της Δημιουργίας. Το όν είναι αυτό το ίδιο αυτή η διαφορά.‎‎ ‎

‎Σ’αυτή την θεολογία στηρίχθηκε και η θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, περί των Ακτίστων ενεργειών. Καί είναι στενά συνδεδεμένη με τήν Δημιουργία, άς τό σημειώσουμε. Καί όχι μέ τήν οικονομία τής Σωτηρίας. ‎


‎Συνεχίζεται‎‎. ‎

ΠΑΡΟΜΟΙΩΣ ΚΑΙ Ο ΘΕΙΟΣ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΩΦ ΤΑΥΤΙΣΕ ΤΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ, ΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΟΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΕΦΤΑΣΕ ΣΕ ΤΕΡΑΤΩΔΙΕΣ ΗΜΙΜΑΘΕΙΑΣ.

Αμέθυστος.‎

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2023

ΠΕΡΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑΣ (4)

 Συνέχεια από  Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2023

Ή πώς εισήγαγε ο Ζηζιούλας τον νοητό κόσμο στην Αγία Τριάδα και τα ταύτισε.
 
Χριστιανική Μεταμόρφωση του δεσμού της ταυτότητος και της διαφοράς με τον Mario Vittorino (Marius Victorinus - Μάριος  Βικτωρίνος)

Στον Πορφύριο λοιπόν συναντούμε για πρώτη φορά ενωμένα, το βασικό δόγμα της θεολογίας τού Αριστοτέλη πώς ο Θεός, σαν πρώτο Είναι ή κινητό-ακίνητο, είναι καθαρή πραγματικότης, Νόησις νοήσεως, σκέψη που σκέπτεται τον εαυτό της, με την έννοια του Θείου Είναι, δημιουργώντας μία καινούργια σύλληψη του Θεού. Αυτή όμως ακριβώς η δομή σκέψης συναντά την Χριστιανική Θεολογία. Διότι η Θεολογία αυτή πολύ δύσκολα θα μπορούσε να εννοήσει τον Θεό καθ’αυτό, χωρίς σχέσεις και γι’αυτό επέκεινα του Είναι και της σκέψης ή της νοήσεως (όπως είναι εξάλλου και όπως τον δέχθηκε η Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία και εμπειρία) και γι’αυτό αναγκάστηκε να τον αναπτύξει σαν σκεπτόμενη Τριαδική σχέση. Αυτή η θεωρία του Πορφύριου εξάλλου προσφέρεται και με την οπτική γωνία της αντιθέσεως και της σχέσεως και των δύο επιπέδων, διαστάσεων. Σαν ασύνδετο καθ’έαυτό και συνδεδεμένο (στο άλλο). Διαφωτίζει τελικώς την αμοιβαία εξάρτηση του Ενός, Είναι και Πνεύματος και την διαφορά τους. Το Ένα, το Είναι και η Νόηση (πνεύμα) φανερώνονται κάθε φορά απο μία διπλή οπτική γωνία: ταυτόχρόνως καθ’εαυτά (ασύνδετα) και αναφερόμενα σε ένα άλλο επίπεδο ή σ’αυτό (συνδεδεμένα). Έτσι το Ένα απο το ένα μέρος είναι ο εαυτός του αλλά είναι μαζί και το Ένα στο Είναι και στο πνεύμα ή το Ένα που είναι διαφοροποιημένο καθ’εαυτό απο τον στοχασμό. Το ακαθόριστο (το Ένα) καθορίζεται στο Άλλο και έτσι ταυτοχρόνως το καθορίζει.
Αναλόγως με την ιδέα, η οποία είναι αιτία που θεμελιώνει ή Είναι, που συστήνει το καθορισμένο όν, το Ένα είναι το Είναι του Ενός που είναι (ιδέα του όντος). Ακόμη και το Είναι φέρεται με ένα διπλό νόημα: καθ’εαυτό προϋπάρχει του όντος, αλλά ταυτόχρονα είναι το θεμέλιο του (του όντος).
Τέλος η νόηση (η σκέψη) ή το πνεύμα, είναι αυτό το ίδιο το οποίο προέρχεται απο το Ένα: η αυτοσύσταση του πνεύματος συντελείται σαν μία Τριαδική πρόοδος, που διαπερνά το Είναι, την ζωή και την σκέψη. Την ίδια στιγμή όμως το πνεύμα μπορεί να είναι μόνον ο εαυτός του, διότι αυτό, ακόμη και σαν προερχόμενο, είναι στο Ένα σαν θεμέλιο τού Είναι του. Στο πνεύμα, ή καθεαυτό, το Είναι μπαίνει σε σχέση με τον εαυτό του. Έτσι ο Πορφύριος ορμώμενος απο τις δύο υποθέσεις τού Παρμενίδη, παρουσίασε μία προοπτική μέσα στο Απόλυτο ή του Απολύτου.
Ας επιστρέψουμε όμως στις τρείς φάσεις της αυτοσυστάσεως της Αγίας Τριάδος. Όσον αφορά το Είναι αυτό καθαυτό της πρώτης φάσεως, στην διαλεκτική μέθοδο, η οποία έχει σαν σκοπό τό σχεδιάγραμμα του απολύτου, δέν αναγνωρίζεται σ’αυτό η διαφορά ή η ετερότης και επομένως και όλα τα κατηγορήματα των κατηγοριών. Πορφυρίου, Παρμενίδης III, 33! Επί του Θεού, πάρα ετερότης και ταυτότης και ομοιότης εκβάλλεται, διότι δέν διαθέτει σχέσεις με εκείνο που έρχεται μετά από αυτόν, και μόνον εκείνα που γεννήθηκαν και έγιναν ανόμοια απο αυτόν, αγωνίζονται να επιστρέψουν σ’αυτόν (σπεύδοντα τας περί αυτά σχέσεις αντιστρέφειν και προς εκείνον οίειται) και πιστεύουν πώς οι σχέσεις που έχουν απέναντι του είναι αμοιβαίες! Ονομάζεται ΈΝΑ λοιπόν; Μόνον για να του δοθεί ένα όνομα, χωρίς καμμία φιλοδοξία να συλλάβουμε την ουσία του.
Η ετερότης οριοθετείται απο το Ένα και είναι αυτό που συνεπάγεται το ξεκίνημα της σκέψης. Το καθαρό Ένα είναι πάνω ή πρίν απο το Είναι και απο την νόηση (την σκέψη), διότι και τα δύο, κατά κάποιο μέτρο, είναι φαινόμενα της διαφοράς. Και τα δύο (Είναι και νόηση) είναι στο Ένα αυτό, μόνον σαν απόλυτη προ-ύπαρξη και προ-νόηση, όπου το προ δείχνει πώς η αναφορά δέν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί καθ’εαυτή.
Αυτό το απόλυτο πρό, δέν αναφέρεται σε κάποιο υπερθετικό βαθμό των κατηγορημάτων. Εάν η πεπερασμένη νόηση κινείται και προοδεύει με τις κατηγορίες, τότε φυσικώς δέν διαθέτει κανένα σύνδεσμο με το απόλυτο ΈΝΑ.
Η αυτοσύσταση του ΕΝΟΣ, δέν κατάγεται απο μία δική του ενέργεια, αλλά είναι αποκλειστικά για το δικό του Είναι (Αυτώ τω Είναι). Αυτό σημαίνει πώς το ΈΝΑ εάν πρέπει να διακριθεί και να καθοριστεί απο τον εαυτό του, πρέπει να διαθέτει μία καθορισμένη μορφή γνώσεως του εαυτού, η οποία δέν μπορεί να είναι διακεκριμένη απο αυτό σαν να εμπρόκειτο για κάποιο άλλο. Ακριβώς δέ επειδή η ύπαρξη, η νόηση και η γνώση στο απόλυτο ΕΝΑ είναι, υπάρχουν στην πληρότητα τους, αυτό το ΕΝΑ είναι το απόλυτο ΠΡΟ. Είναι πρό, πρίν απο κάθε καθόλου και κάθε μέρος, πρώτη αιτία, προ-αρχή, η δύναμις ή η δυνατότης υπάρξεως όλων των δυνάμεων, άπειρος δύναμις ή δύναμις των πάντων.
Η νεοπλατωνική Τριάδα (μονή-πρόοδος-επιστροφή), ή σύμφωνα με τον Vittorino (Status-Progressio-Regressus), είναι καθοριστική, διότι είναι ο θεμελιώδης νόμος μίας κινήσεως που υπάρχει καθ’εαυτή, για την ιεραρχημένη σφαίρα της θεότητος ή για την αυτογνωσία του πνεύματος ή για την πρόοδο της Τριάδος.
Η πρώτη ή καθαρή ενότης είναι επομένως ταυτόσημη με την πρώτη φράση αυτού του κύκλου, με την μονή, με την παραμονή εις εαυτόν. Αυτό το ΕΝΑ, θεωρούμενο καθεαυτό σαν ΠΑΤΗΡ, είναι, παρότι παραμένει εις εαυτόν ακόμη και στην πρόοδο, μία δύναμις η οποία ενώνει στον εαυτό της τρείς: existentia-vita-beautido, δηλαδή Είναι-ζωή-Νόηση. (Η μακαριότης αντικαθιστά την νόηση). Το απλό ΕΝΑ λοιπόν είναι η δύναμις της υπάρξεως (του Είναι), η δύναμις της ζωής, η δύναμις της σκέψης.
Εάν εννοήσουμε αυτό το ΕΝΑ σαν ιδέα ή σαν λόγο καθεαυτό, που έχει στον εαυτό του την ενέργεια της ζωής ή την δραστηριότητα της σκέψης, τότε είναι μή-είναι (αν-υπαρξία) ή εκείνος ο τύπος δυνάμεως που δέν μπορεί να νοηθεί σαν απλή δυνατότης που πρέπει να οδηγηθεί στην πληρότητα της (σαν δυνάμει και ενεργεία), αλλά απλώς σαν η πλήρης πραγματικότης, η οποία είναι πρίν, πρό, των τρόπων υπάρξεως των τριών ενεργειών (της νεοπλατωνικής Τριάδος) και ταυτοχρόνως είναι και το βασικό θεμέλιο της δικής του υπάρξεως, του δικού του Είναι. Αυτό το ΈΝΑ είναι με απόλυτο τρόπο προ-ύπαρξις (πρό-είναι) αυτού που είναι άλλο, έτερο!
Το Δεύτερο ΕΝΑ, δίνει ένα άλμα πρός τα έξω! (γόνος προθορών, λόγος προθορών). Όπως το περιγράφει ο Πορφύριος, σχόλιο στον Παρμενίδη ΧΙΙ 32! «Ώστε διττόν το Είναι, το μέν προϋπάρχει του όντος, το δέ ό επάγεται εκ του όντος του επέκεινα ενός του Είναι όντος, το απόλυτον και ώσπερ ιδέα του όντος, ου μετασχόν, άλλο τι εν γέγονεν, ώ σύζυγον το απ’αυτού επιφερόμενον είναι, ως εί νοήσειας λευκόν είναι...μή δυνάμενον εις εαυτόν εισελθείν» (Ώστε λοιπόν διπλό το Είναι, το πρώτο προϋπάρχει του όντος, το δεύτερο είναι εκείνο που παράγεται απο το Ένα που είναι επέκεινα του Ενός, που είναι ένα είναι αυτό το ίδιο το Είναι απολύτως και είναι και σαν ιδέα του όντος. Αυτό το δεύτερο ΈΝΑ γεννήθηκε μετέχοντας αυτού του Είναι και σ’αυτό είναι προσκολλημένο το δεύτερο Είναι που επάγεται, προέρχεται, απο το πρώτο Είναι. Σαν να είχες σκεφτεί «είναι λευκόν».)
Αυτό το «Είναι λευκόν» προέρχεται απο τον Πλωτίνο (Ενν. VI 3,6,10-32). «Ως άν είποι τις τόν Σωκράτη λευκόν και το λευκόν Σωκράτη. Εν γάρ αμφοτέροις ο Σωκράτης ο αυτός, αλλ’ίσως το λευκόν ου ταυτόν, επι γαρ του «το λευκόν Σωκράτης» εμπεριείληπται ο Σωκράτης τω λευκώ, εν δε τω «Σωκράτης λευκός» καθαρώς συμβεβηκός το λευκόν». (Σαν να έλεγε κάποιος τον Σωκράτη λευκόν καί τό λευκόν Σωκράτη. Σ’αυτές τις δύο περιπτώσεις ο Σωκράτης είναι ο ίδιος, αλλά ίσως το λευκόν δέν είναι: όσον αφορά την δήλωση ο λευκός Σωκράτης, περιέχεται στο λευκό, ενώ στην δήλωση ο Σωκράτης είναι λευκός, το λευκόν χωρίς αμφιβολία είναι ένας πρόσθετος χαρακτήρας, τυχαίος . Επίσης μεταφυσικά, Αριστοτέλη Γ4,1007...)
Και συνεχίζει ο Πορφύριος, για τον προσδιορισμό του δευτέρου ΕΝΟΣ «μή δυνάμενον, εις εαυτόν εισελθείν. Τίνι γάρ βλέπει εαυτόν τόν εισελθείν μή δυνάμενον ει μή τώ ενί; καί τίνι εαυτόν, εις όν εισέρχεσθαι αδυνατεί; Τις έστιν ούτος ο αμφοτέρων εφαπτόμενος κατά το αυτό εν τω μεμερισμένω; Τις ο λέγων έτερον είναι το νοούν και το νοούμενον; Ο βλέπων πότε ενούται το νοούν τω νοουμένω και τί πότε ου δύναται;». (Σε ποιόν απευθύνεται αυτή η νόηση, ποιόν βλέπει για εαυτό αυτή η νόηση, η οποία δέν μπορεί να εισέλθη εις εαυτόν, παρά μόνον στο Ένα; Και σε ποιόν εαυτό, δεδομένου ότι δέν μπορεί να εισέλθει εις αυτόν; Ποιά είναι αυτή η νόηση η οποία βρίσκεται σε επαφή και με τα δύο, δηλαδή σύμφωνα με τον τρόπο της ταυτότητος μέσα στο διαχωρισμένο; Ποιά είναι αυτή η νόηση η οποία δηλώνει πώς έτερον (άλλο) είναι η σκέψη και αυτό που σκέφτηκε; Που βλέπει πότε η σκέψη ενώνεται με το νοούμενο, μ’αυτό που σκέφτηκε, και πότε αυτό δέν μπορεί να το κάνει;). Πλωτίνος V 3,1! Περι των Γνωριστικών υποστάσεων και του Επέκεινα. «Το νοούν εαυτό ποικίλον δεί είναι, ίνα ενί τινι τών εν αυτώ τα άλλα θεωρούν ούτω δή λέγηται νοείν εαυτό (αυτο που σκέπτεται τον εαυτό του δέν μπορεί παρά να είναι ποικίλο, πολλαπλό, για να μπορεί με ένα του μέρος να θεωρεί τα άλλα, και να δηλώνει πώς νοεί τον εαυτό του). «ώς του απλού παντάπασιν όντος ου δυναμένου εις εαυτόν επιστρέφειν και την αυτού κατανόησιν;» (θα πούμε όμως τότε πώς το απολύτως απλό δέν μπορεί να επιστρέψει, να ξαναστραφεί στον εαυτό του για να γνωρίσει τον εαυτό του;) «ή οιόν τε και μή σύνθετον όν νόησιν έσχεν εαυτού;» (Ή μήπως και αυτό που δέν είναι πολλαπλό, σύνθετο, μπορεί να αποκτήσει γνώση του εαυτού;)
Είμαστε υποχρεωμένοι να το ανακαλύψουμε διότι διαφορετικά δέν είναι εφικτή η αυτογνωσία με την έννοια τού «αυτό εαυτό νοείν». Και θα παραμείνουμε μόνον με την μερική γνώση τού αισθητού, του μερικού, που δέν είναι γνώση, διότι η γνώση είναι γνώση του όλου, και όχι η γνώση των άλλων με ένα μέρος του εαυτού!
Ας πούμε λοιπόν ότι και ο νούς ο πολύς, όταν θέλει νοείν το επέκεινα, θέλει να σκέφτεται αυτό το ίδιο το επέκεινα, σαν ΕΝΑ. Αλλά επιθυμώντας η νόηση να το συλλάβει σαν απλό, αναγκάζεται να βγεί απο τον εαυτό της και να συλλάβει το πλήθος σαν έτερο που επληθύνθη σ’αυτή την ίδια (ώρμησε μέν επ’αυτό ούχ ώς νούς, αλλ’ώς όψις ούπω ιδούσα, και γάρ αύ έχει τύπον του οράματος, δηλαδή διατηρεί ένα ίχνος του αντικειμένου, διαφορετικά δέν θα την παραδεχόταν, (υποδεχόταν θα λέγαμε σήμερα).
Απο την στιγμή που ο νούς είδε το επέκεινα, έγινε νούς και το κατέχει σαν νούς, διότι πρίν απ’αυτό ήταν μόνον έφεσις και ατύπωτος (χωρίς ίχνος, χωρίς σφραγίδα) όψις. Και έτσι τίποτε δέν εμποδίζει πλέον τον νού να είναι πολλαπλός απο την στιγμή που έσωσε την ενότητα του και είναι ουσία μία. Η πολλαπλότητα του δέν είναι πλέον πρόσθεση μερών, αλλά οι ενέργειες αυτού. Αυτό που προέρχεται απο το ΕΝΑ δέν είναι ξεχωριστό απο αυτό, αλλά δέν είναι και το ίδιο, ούτε είναι κάτι σαν μή-ουσία, ούτε ένα τυφλόν είναι, αλλά βλέπει και γνωρίζει εαυτόν και είναι το πρώτον γιγνώσκων (ο νούς). Εκείνο που είναι επέκεινα είναι και επέκεινα γνώσεως και επειδή δέν του λείπει τίποτε (δεόμενον ουδενός) δέν έχει και τίποτε να γνωρίσει. Η γνώση ανήκει στην Δευτέρα Φύσιν. Διότι η γνώση είναι γνώση ενός, κάτι γνωρίζει, το Εν είναι ένα χωρίς το «τί» έν, διότι αν ήταν τί έν, δέν θα ήταν αυτοέν, και το αυτό προηγείται του «τί».
Και όμως το περιγράφει αποτελεσματικά καί ο Πορφύριος στις Αφορμές πρός τα νοητά, 40: «τοίς μέν γάρ δυναμένοις χωρείν εις την αυτών ουσίαν νοερώς (όσοι μπορούν να επανέλθουν στην ουσία τους νοερώς, με ενέργεια νοερή) και την αυτών γινώσκειν ουσίαν, και επομένως να γνωρίσουν την ουσία τους σ’αυτή την γνώση, σ’αυτό το όραμα, κατά την ενότητα γινώσκοντος και γινωσκομένου. Σ’αυτούς λοιπόν που είναι παρόντες στον εαυτό τους, πάρεστι και το όν (είναι παρόν και το όν). Όσοι δέ βγαίνουν απο τον εαυτό τους πρός τα άλλα, απουσιάζει απ’αυτούς και το όν.
Και αυτό το άλμα πρός τα έξω, είναι άχρονο. Ο Vittorino ορίζει αυτό το στάδιο ενότητος σαν «ένα-ένα». Δέν υφίσταται ένας αναδιπλασιασμός του πρώτου, αλλά η ανάπτυξή του, η ειδική πραγματοποίηση του ή δύναμις, στην οποία ανάπτυξη ανήκουν τώρα όλα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά, τα οποία είχαμε αρνηθεί στο Ένα. Η δύναμις του Πατρός κατευθύνεται λοιπόν πρός κάτι σχεδόν μελλοντικό. Είναι μία δύναμις μέσω της οποίας η δική της πραγματικότης γίγνεται, καταλήγει πραγματικότης ή ενεργεία. Κατανοημένη όμως σαν μία δύναμις η οποία υπάρχει σαν πραγματικότης, η ανάπτυξη αυτού που είναι πρώτο σ’αυτό που είναι δεύτερο, παραμένει στην ενότητα ή ταυτότητα. Η ζωή είναι το Ένα,ένα σαν «άπειρη κίνηση», κίνηση που περιλαμβάνει και εκφράζει κάθε άλλο όν. Η πρόθεση και η κίνηση του λόγου κατευθύνονται πρός αυτό που είναι το Είναι των πραγμάτων που υπάρχουν. Η κίνηση είναι μία ανάπτυξη τής αρχής, μία μορφή εκφράσεως, φανερώσεως, αποκαλύψεως: η δύναμις σαν προϋπάρχουσα, ακίνητη καθ’εαυτή, προοδεύει αφ’εαυτής, πηγάζοντας απο τον εαυτό της. Φανερώνεται σαν υπάρχουσα ενότης, λόγος και ζωή σε άπειρη κίνηση. Το άχρονο πνεύμα αντιπροσωπεύει την ολοκλήρωση μίας δυναμικής ταυτότητος είναι,ζωής και σκέψης: Σκέψη είναι η ζωή, όπως η σύνθεση που ενώνει το Είναι στο όλον, συνολικά δηλαδή οι ιδέες. Είναι-ζωή-Σκέψη είναι πλευρές διαφορετικές μίας ενότητος η οποία κινείται στοχαστικά. Αυτή η ενότης ή ταυτότης είναι η ολοκλήρωση της Τριάδος.
Αυτό που σ’αυτή την Τριάδα είναι γι’αυτή την ίδια δυνατόν να γνωσθεί είναι η γνώση, είτε είναι μία γνώση του καθαρού Ενός, η οποία διατηρείται εσωτερικά, ή είναι μία γνώση που προοδεύει απο τον εαυτό της στον εαυτό της. Αυτή η ταυτότης γνώσεως και γνωσθέντος, σκέψεως και για- σκέψη (ή απο πάντοτε ήδη γνωστού) είναι ο Υιός, θεολογικώς συλληφθέντος σαν η ιδιαίτερη μορφή είναι, ζωής και αποκαλύψεως (Φωτός). Σ’αυτή την δεύτερη φάση εμβαθύνεται το νόημα των θεμελιωδών λέξεων του Ευαγγελίου τού κατά Ιωάννην, Λόγος-ζωή-φώς.
Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2023

ΠΕΡΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑΣ (3)

 Συνέχεια από Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2023

Ή πώς εισήγαγε ο Ζηζιούλας τον νοητό κόσμο στην Αγία Τριάδα και τα ταύτισε.

Χριστιανική Μεταμόρφωση του δεσμού της ταυτότητος και της διαφοράς με τον Mario Vittorino (Marius Victorinus - Μάριος Βικτωρίνος)

Στην συνέχεια θα εισχωρήσουμε στο θέμα της ταυτότητος και της διαφοράς στον Μεσαιωνικό Χριστιανικό νεοπλατωνισμό με την βοήθεια του Werner Beierwaltes.

O Vittorino είναι τόσο σημαντικός για την Δυτική παράκαμψη, διότι για την στοχαστική Δύση, ο τριαδικός στοχασμός υπήρξε εξαρχής σημαντικός αφού υπήρξε μια συνεχής πρόκληση για την εξασφάλιση του δεσμού ενότητος και πνεύματος. Επιπλέον είναι ο πρόδρομος στην προσπάθεια του Αυγουστίνου να φέρει την Τριάδα στο επίπεδο της έννοιας.

Η πρόθεση του Βικτωρίνου υπήρξε η κατανόηση της τριαδικής ενότητος σαν ομοουσίου. Και προς τον σκοπό αυτό μεταμόρφωσε τις πλατωνικές κατηγορίες του Σοφιστή και του Παρμενίδη.
Τα θεολογικά του έργα γράφτηκαν μετά την μεταστροφή του, γύρω στα 354 μ.Χ. Είναι προσπάθειες αναιρέσεως του Αρειανισμού.

Ο Άρειος ισχυρίστηκε την ουσιώδη διαφορά του Υιού από τον Πατέρα και μια ουσιώδη υποταγή του Υιού στον Πατέρα. Η Τριαδολογία του Άρειου είναι καθαρά Νεοπλατωνική, διότι για την φιλοσοφία αυτή, είναι ουσιώδης μια καθορισμένη υπαγωγή όλων όσων προέρχονται από την πρώτη Αρχή, δηλαδή από το ΈΝΑ, στο Ένα το ίδιο. Απέναντι στο Ένα. Και σύμφωνα πάντοτε με την φιλοσοφία αυτή, μια διαφοροποιημένη υπαγωγή του όντος στο Ένα, δεν αποκλείει την έννοια μιας ταυτότητος στην διαφορά.

Ο Vittorino ξεκίνησε την χριστιανική του συμμετοχή στην λύση των προβλημάτων που δημιούργησε ο Αρειανισμός, αντλώντας την ιστορική του αναφορά από την Σύνοδο του Σιρμίου της Σερβίας το 357 μ.Χ. Ο Vittorino είναι κεντρικό σημείο για την Δύση διότι είναι ο πρώτος ο οποίος δοκίμασε να μεταμορφώσει την νεοπλατωνική φιλοσοφία για να την προσαρμόσει στο χριστιανικό ομοούσιο.
Ξεκινά λοιπόν δεχόμενος φάσεις, διαφορετικές καθεαυτές, στην αυτοσύσταση της Αγίας Τριάδος. Η αρχή ή πρώτη φάση αυτής της προόδου, που συνιστά ολόκληρη την ουσία της Αγιάς Τριάδος, είναι το ίδιο το ΈΝΑ. Πριν από κάθε τι, αυτό που υπάρχει σαν ΈΝΑ καθ' εαυτό, το ΈΝΑ, πριν προστεθεί το Είναι. Το ΈΝΑ λοιπόν το οποίο ο Πορφύριος ταύτιζε με τον πρώτο θεό (το εν προούσιον ή ανούσιον σε αντίθεση με το εν ενούσιον).

Επειδή όμως ο σκοπός του ήταν να υποστηρίξει το ομοούσιον της Αγίας Τριάδος, ακολουθώντας τον Πορφύριο, ο οποίος ένωσε τον Αριστοτέλη με τον Πλάτωνα λέγοντας πως όσα ανήκουν στο Ένα ανήκουν και στο Είναι, δέχεται και την θέση του Πορφύριου(;) ο οποίος ταυτίζει τον Θεό με τον Πατέρα, το Ένα και το Είναι. Διότι ναι μεν δέχεται το Ένα σαν προούσιον (προϋπάρχον) αλλά το δέχεται επίσης και σαν καθαρή ενέργεια, μια ενέργεια όμως που είναι το ίδιο το Είναι: ενεργεί δε μάλλον και αυτό το ενεργείν καθαρόν, ώστε και αυτό το Είναι προ του όντος [Πορφύριος, σχόλιο στον Παρμενίδη, ΧΙΙ, 25]!

Ας δούμε λοιπόν μέσα από το διάσημο κείμενο του Πορφυρίου "ΑΦΟΡΜΑΙ ΠΡΟΣ ΤΑ ΝΟΗΤΑ" πως ακριβώς βοηθήθηκε (παράγραφος 43): «Ὁ νοῦς οὐκ ἔστιν ἀρχὴ πάντων· πολλὰ γάρ ἐστιν ὁ νοῦς, πρὸ δὲ τῶν πολλῶν ἀνάγκη εἶναι τὸ ἕν. ο νοῦς νοεῖ ἀεὶ τὰ νοήματα (τα οποία είναι πολλά). Είναι δε αυτός τοῖς νοητοῖς· εἰ γάρ τι ἔστιν ὃ θεωρεῖ, ἤτοι ἐν ἑαυτῷ ἔχων τοῦτο θεωρήσει ἢ ἐν ἄλλῳ κείμενον. Είναι δε ξεκάθαρο ότι θεωρεί. σὺν γὰρ τῷ νοεῖν εἴη ἂν νοῦς. (Η Δυτική παράδοση την θεωρία και το νοείν τα ερμηνεύουν σαν σκέψεις, που δεν είναι. Η σύγχρονη σκέψη δεν είναι καν η αρχαία διάνοια. Κατάγεται από την σχέση. Είναι θέληση). ἀφαιρεθεὶς δὲ τοῦ νοεῖν ἀφῄρηται τῆς οὐσίας. γνωστικαὶ δὲ δυνάμεις ἐν ἡμῖν είναι η αἴσθησις, η φαντασία, και ο νοῦς. (Σήμερα περιοριζόμεθα στις δύο και οι σύγχρονες γενιές των υπολογιστών και της εικονικής πραγματικότητας μόνον στην μία, στην φαντασία).
Όλα όσα χρησιμοποιεί η αίσθηση, τα θεωρεί καθώς επιβάλλονται απ' έξω, χωρίς όμως να ενώνεται με αυτό που θεωρεί, ἀλλὰ μόνον τύπον αὐτῶν ἐκ τῆς πρὸς αὐτὰ προσβολῆς λαμβάνον (δηλαδή προσλαμβάνοντας μόνον μια εντύπωση από αυτά λόγω της επαφής της με αυτά. -Αυτή η επαφή είναι η σχέση-). Διότι όταν ο ὀφθαλμὸς βλέπει τὸ ὁρώμενον, ἀμήχανον ἐν ταυτότητι γενέσθαι τοῦ ὁρωμένου (δεν θα μπορούσε να το δει εάν δεν στεκόταν σε μια κατάλληλη απόσταση). [Η σχέση λοιπόν θεμελιώνεται στο αισθητό και γι' αυτό γεννά την σύγχρονη ατομικότητα, που δεν ομοιάζει με την αρχαία, το άτμητο, χρειάζεται δηλαδή την απαραίτητη απόσταση, για να αντιληφθεί αυτό που βλέπουμε].

Ακόμη και η αφή θα χανόταν εάν ταυτιζόταν με αυτό που αντιλαμβάνεται. Με τον ίδιο τρόπο και η φαντασία φέρεται πάντοτε προς τα έξω και παρασκευάζει το εικόνισμα με αυτή της τήν δραστηριότητα. Η κατάληψις όμως του νου (η γνώση ή η αντίληψη θα λέγαμε σήμερα) δεν γίνεται με τον ίδιο τρόπο. Αλλά συννεύοντος εἰς ἑαυτὸν καὶ ἑαυτὸν θεωροῦντος (αλλά στρέφεται στον εαυτό του και θεωρεί τον εαυτό του)».

Πως μπορούμε να κατανοήσουμε λίγο αυτή την στροφή στον εαυτό του και την θεωρία του εαυτού του; Με την βοήθεια της συναισθήσεως. Της συμφωνίας ανάμεσα στις αισθήσεις. Πώς επιτυγχάνεται αυτή η ενότης ακόμη και των αντιλήψεων του αισθητού; Οι αρχαίοι δεν έφτιαχναν, δεν διέθεταν ένα προκατασκευασμένο κέντρο νοήματος όπως είναι το Εγώ, αλλά ακολουθώντας την ενότητα ακριβώς των αντιλήψεων, ακολούθησαν τις ακτίνες των νοημάτων και βρήκαν την πηγή τους, τον Νου. Την νόηση! Η οποία υπάρχει καθεαυτή πέραν την φθοράς και του πεπερασμένου των αισθήσεων.
Πορφυρίου "Αφορμαί προς τα νοητά" (παράγραφος 41): «Τὸ ἐν ἄλλῳ ἔχον τὸ εἶναι καὶ ἐφ᾽ ἑαυτοῦ χωριστῶς ἀπ᾽ ἄλλου μὴ οὐσιωμένον (δεν υπόκειται από μόνο του) ἐὰν εἰς ἑαυτὸ στρέφηται εἰς τὸ γνῶναι ἑαυτὸ ἄνευ ἐκείνου ἐν ᾧ οὐσίωται (χωρίς αυτό στο οποίο έχει την ουσία του), ἀπολαμβάνον (χωρίζοντας) ἑαυτὸ ἀπ᾽ ἐκείνου, φθείρεται (αποτυγχάνει) χωρίζον ἑαυτό από το Είναι.
Τὸ δὲ γινώσκειν ἑαυτὸ δυνάμενον ἄνευ ἐκείνου ἐν ᾧ ἐστιν (χωρίς εκείνο στο οποίο υπάρχει), ἀπολαμβάνον (χωρίζοντας) ἑαυτὸ ἀπ᾽ ἐκείνου, δεν φθείρεται, δεν ζημιώνει καὶ οἷόν τε ὂν (και γνωρίζει τον εαυτό του, είναι ον, συνεχίζει να υπάρχει) ἄνευ τῆς ἑαυτοῦ φθορᾶς τοῦτο ποιεῖν.
Ο νοῦς λοιπόν ἐν ἑαυτῷ κέκτηται τὸ ἐνεργεῖν τε καὶ εἶναι».

Πορφυρίου "Αφορμαί προς τα νοητά" (παράγραφος 41): «Μερικά ασώματα λέγονται και επινοούνται κατά στέρησιν (σώματος) της ύλης, όπως η ύλη και το είδος επί ύλης και οι φύσεις και οι δυνάμεις. Τοιουτοτρόπως και ο τόπος και ο χρόνος και τα πέρατα. Όταν τα θεωρήσουμε χωρισμένα ή χωριστά από την ύλη.

Υπάρχουν όμως άλλα που τα ονομάζουμε ασώματα καταχρηστικώς. Διότι δεν στερούνται σώματος, αλλά διότι είναι εντελώς ξένο προς αυτά, προς την φύση τους, να γεννήσουν σώμα. Γι' αυτό τα ασώματα σύμφωνα με την πρώτη έννοια υφίστανται προς τα σώματα (έχοντα σχέσιν με τα σώματα), ενώ τα άλλα κατά το δεύτερον σημαινόμενον είναι χωριστά τελείως από σώματα όπως και από τα ασώματα που σχετίζονται με σώματα. Διότι τα σώματα είναι σε ένα χώρο, ένα τόπο, και τα πέρατα σε ένα σώμα, ενώ ο νους και ο νοερός λόγος οὔτε ἐν τόπῳ οὔτε ἐν ᾽τῷ σώματι ὑφίσταται οὔτε παρυφίσταται σωμάτων οὔτε στα ασώματα που προκύπτουν από την στέρηση σωμάτων.
Εάν λοιπόν σκεφθούμε, επινοήσουμε το κενόν σαν ασώματο, ο νους δεν μπορεί να υπάρξει εν κενῷ. Το κενό μπορεί να είναι δεκτικόν σώματος, αλλά δεν μπορεί να χωρέσει την ενέργεια του νου, ούτε να δώσει χώρο σε αυτή την ενέργεια».

Γι' αυτό και ο νους είναι το κατ' εικόνα, το αυτεξούσιο, και είναι δώρο θεού. Γι' αυτό και η Δύση έπεσε την αγκαλιά του Βουδισμού και του Νιρβάνα, διότι εγκατέλειψε τον Νου, το επέκεινα! Διότι είναι α-νόητη.

Ας επιστρέψουμε στις επιρροές του Vittorino όμως, μετά την μεγάλη μας παρένθεση. Για να δούμε πως μπόρεσε να δει διαφορετικές καθαυτές φάσεις στην αυτοσύσταση της Αγίας Τριάδος. Βοηθούμενος ξανά από τον Πορφύριο!

Σχόλιο στον Παρμενίδη του Πλάτωνος - 142b, XI.
Παρότι ο Πλάτων πέρασε ήδη στο επίπεδο του όντος, και μάλιστα του όντος που δεν μετέχει της ουσίας, άλλον ποιείται τον λόγον ως επί μετέχοντος ουσίας. Δεν πρόκειται όμως τώρα για το Έν το ακραιφνές, στην καθαρότητά του, αλλά για το Έν που μετέχει της ουσίας (συνηλλοίωται δὲ αὐτῷ ἡ τοῦ εἶναι ἰδιότης, και έτσι λέει ότι μετέχει της ουσίας). Σαν να έλεγε δηλαδή κάποιος, στον ορισμό του ανθρώπου, λαβὼν τὸ ζῷον μετέχειν αὐτὸ ἔφασκε λογικοῦ και έτσι το ζῷον είναι συνηλλοιωμένο (μετέχει) με το λογικό και το λογικό με το ζώο. Με αυτόν τον τρόπο το Ένα γίνεται Ουσία και η Ουσία Ένα και δεν πρόκειται για μια παράθεση του Ενός και του Όντος, γιατί με αυτόν τον τρόπο το Ένα θα ήτο σαν υποκείμενο, το δε άλλο σαν συμβεβηκός. Πρόκειται αντιθέτως για μια ιδιότητα υποστάσεως, η οποία εικονίζει μεν την απλότητα του Ενός, χωρίς όμως να στέκεται στην ακραιφνότητα, την καθαρότητα του Ενός, αλλά να το συμπεριάγει, να το μεταστρέφει στο Είναι.
Επειδή το δεύτερο Ένα δεν είναι το πρώτο και δεν υφίσταται δι' άλλο αλλά διά το πρώτον, το δεύτερο Ένα δεν ταυτίζεται με το πρώτο, δεν είναι όμως ούτε δεύτερο απ' εκείνο, διότι διαφορετικά δεν θα ήταν ούτε εκβεβηκόν απ' εκείνο (δεν θα προερχόταν), ούτε και από άλλη αιτία έχει την πάροδον (την πρόοδο).

Αλλά επειδή προέρχεται από εκείνο, είναι και αυτό το ίδιο Ένα. Και επειδή δεν είναι εκείνο , συνιστά το Έν όλον, το Έν πάντα και εκείνο παραμένει Έν ανούσιον ενώ ετούτο είναι το Έν ενούσιον, διότι ουσιώνεται μετέχοντας της Ουσίας. Ο Πλάτων λοιπόν δεν μίλησε για κάποιο ον και για κάποιο άλλο που ουσιώνεται, αλλά για Έν και για ουσιωμένο Έν.

Και δεν έγινε πρώτα ον και μετά μετέσχε του Ενός, αλλά από του Ενός γεννηθέν, δεν ειπώθηκε γι' αυτό ότι μετέσχε του Ενός, αλλά ειπώθηκε ότι είναι Έν μετάσχον του όντος. Δεν ελέχθη ότι το πρώτον ήτο ον, αλλά ότι από του Ενός η ετερότης περιήγαγε αυτό (το μετέστρεψε προς τα έξω, το περιέστρεψε σε σχέση με το πρώτο Έν, η ετερότης), καθιστώντας το, αυτό το Έν, το Είναι του όλου. Δια μιας υφέσεως του πρώτου Ενός, μιας χαλαρώσεως, μιας μειώσεως, που ονομάζεται ετερότης εν προκειμένω, το Έν ουσιώνεται.


Δεν πρέπει όμως να υπαινιχθούμε πως ο Πλάτων εννόησε ότι το Εν επέκεινα της Ουσίας και το όντως ον, δεν είναι ούτε ουσία ούτε ενέργεια. Ενεργεί δε μάλλον και αυτό, και αυτό το πρώτο Έν είναι το καθαρόν ενεργείν και επομένως αυτό το Έν είναι και αυτό το Είναι προ του όντος. Έτσι μετέχοντας αυτού του Είναι, το δεύτερο Ένα έχει εκκλινόμενο το Είναι. Περιάγει δια μεταστροφής το Είναι, που σημαίνει μετέχειν όντος. Ώστε διττό και το Είναι. Και το μεν προϋπάρχει του όντος το δε άλλο το οποίο επάγεται εκ του όντος του επέκεινα είναι και αυτό το ίδιο το απόλυτο Είναι, κατά κάποιο τρόπο είναι η Ιδέα του όντος. Έτσι λοιπόν μετέχοντας σε κάτι άλλο εγεννήθη (γέγονεν) δεύτερον Είναι, επιφέροντας σε συζυγία το πρώτο Είναι.

Με αυτήν την φιλοσοφία σαν βάση ο Vittorino (Victorinus ) θα προσπαθήσει να φανερώσει το ομοούσιο του Υιού μετά του Πατρός ή την ενότητα της Ουσίας της θείας Τριάδος.

(Συνεχίζεται)
Αμέθυστος

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2023

ΠΕΡΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑΣ (2)

  Συνέχεια από Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2023

Ή πώς εισήγαγε ο Ζηζιούλας τον νοητό κόσμο στην Αγία Τριάδα και τα ταύτισε.

ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΤΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗ ΜΕ ΤΟΝ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟ.
     

Η φιλοσοφική σύλληψη του Αρεοπαγίτη είναι στην ουσία της επηρεασμένη από τον Πλωτίνο και τον Πρόκλο.

Το πνεύμα σαν υπάρχουσα πρόοδος είναι σύμφωνα με τον Πλωτίνο, η πρώτη κίνηση, η πρώτη ετερότης ή πολλαπλότης αναφορικά με το Ένα, διαφορετική όλων, πάντων έτερον. Το οποίο έχει επίσης την σύσταση, καθ’αυτό, μέσω της ετερότητος, η οποία υπάγεται ώς σκέψη ή λόγω της σκέψης, αχρόνως στην ταυτότητα.

Η διάκριση ή ετερότης, δημιουργική και κινούμενη, όπως την συλλαμβάνει ο Διονύσιος, βρίσκει τις αναλογίες της στην έννοια της ετερότητος του Πρόκλου. Είναι συνθήκη της δυνατότητος τού άλλου, το οποίο είναι τοποθετημένο έξω απο το Ένα. Έχει την ενεργό λειτουργία της διαφοροποιήσεως, προωθεί την διαδρομή της προόδου (διάκρισις, διαίρεσις) του όντος. Μία διαδρομή που ξεκινά απο το Ένα. Τέλος, είναι μέσω της συστάσεως τής πολλαπλότητος η αιτία τών αντιθέσεων στο όν, απο τις οποίες έχει αφαιρεθεί απολύτως η καταγωγή. Αυτό που βασικώς διακρίνει τον νεοπλατωνισμό αυτόν απο την θεωρία του Διονυσίου, συνίσταται στο γεγονός πώς αφορά αποκλειστικώς το Ένα. Για τον Πλωτίνο και τον Πρόκλο, το Ένα είναι (απο την άποψη του όλου) αδιαφοροποίητο και άσχετο καθεαυτό. Παρότι τα πάντα γεννώνται απο αυτό και σ’αυτό επιστρέφουν, δέν του αποδίδεται αυτή η κινητικότης διότι είναι ενυπάρχων (immanent).

Ταιριάζοντας περισσότερο στην πρώτη υπόθεση του Πλατωνικού Παρμενίδη, δέν είναι μάλλον ούτε Είναι, ούτε ετερότης, μονή η κίνηση, ομοιότης ή ανομοιότης, μεγάλο η μικρό. Αυτό το χαρακτηριστικό του Ενός δέν υπερβαίνεται ούτε απο τον υποθετικό στοχασμό του Πλωτίνου πάνω στην Βούληση του Ενός απέναντι στον εαυτό του αναφορικά με την αυτοσύστασή του. Ένας τέτοιος στοχασμός παραπέμπει μάλλον στο πώς θα’πρεπε να στοχαστούμε το Ένα, καθότι είναι καθ’εαυτό (εξηρημένον) υπεράνω των κατηγοριών, εάν δέν θα έπρεπε να περιοριστεί απο την καθαρή άρνηση!

Αντιθέτως ο Διονύσιος αρνείται με τον ίδιο τρόπο, όλα τα κατηγορήματα του Θεού του «σοφιστή» και του «Παρμενίδη», αλλά τού τα αναθέτει πάλι, σαν θεία ονόματα. Και σ’αυτό ακολουθεί την δεύτερη υπόθεση του Πλατωνικού Παρμενίδη, η οποία κατανοεί το Ένα σαν υπαρκτό και επομένως σαν διαφοροποιημένο καθ’εαυτό και σχετιζόμενο. Η ενότης και των δύο όψεων (η πρώτη μαζί με την δεύτερη υπόθεση του Παρμενίδη. Αποφατική και καταφατική θεολογία), μας αφήνει να εννοήσουμε τον Θεό, ενιαίως, τόσο σαν όλον, όσο και σαν διαφορετικό και το χειραφετεί απο το ένα μέρος απο το υπάρχον Ένα και απο το άλλο απο το απόλυτο Ένα, καθότι υπερέν.

Η ταυτότης και η Ετερότης, η μονή καί η κίνηση, προσδιορίζουν την ουσία του Θεού, στο μέτρο που ο Θεός είναι το υπαρκτό, αλλά όσο υπολογίζεται σαν υπερέχον του Είναι, δέν είναι και έτσι αντιστοιχεί ακριβώς στο Ένα του Πρόκλου.

Στην παράδοξη έννοια, του Θεού, σύμφωνα με την οποία αυτός πρέπει και δέν μπορεί παρά να είναι ΕΙΝΑΙ και ταυτόχρονα πάνω απο το Είναι και επομένως ταυτότης και διαφορά μαζί, ο Διονύσιος δέν επηρεάστηκε μάλλον απο την ερμηνευτική παράδοση του σχολιασμού στον Παρμενίδη, αφού θα μπορούσαμε να σκεφτούμε και τον Πορφύριο, ο οποίος σκέφτηκε πρώτος σαν διαπερατές και τις δύο απόψεις: και το Είναι και το υπερείναι, που είναι καθαρή σκέψη, αλλά μάλλον επηρεάστηκε απο την Χριστιανική σκοπιμότητα να εννοήσουμε τον Θεό σαν Τριαδική Ενάδα, σαν λόγο (σοφία) η οποία αυτοστοχάζεται και εκφράζεται, σαν αγάπη που καλεί και σαν ιδεατό σχέδιο του κόσμου.

Υπάρχει, είναι η αλήθεια, αιτία να υποθέσουμε πώς η υπεροχή της μεταφυσικής της ενότητος του Πρόκλου, προκάλεσε στον Διονύσιο, μία διαφοροποιημένη ανάπτυξη της Τριάδος, σύμφωνα με την οποία ενότης και Τριαδικότης δέν θα’πρεπε να λέγονται μόνον ομοούσιοι, αλλά και να νοούνται με την ίδια ένταση.


Συνεχίζεται

Αμέθυστος