Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠO ΤΟ «ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΔΟΣ» ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠO ΤΟ «ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΔΟΣ» ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ «ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΔΟΣ» ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (9)

Συνέχεια από Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ: XII,16,3 - 17.
ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ
Υπήρξε πάντοτε ο Θεός Κύριος;

Επιστρέφω λοιπόν σ’ αυτό που ο Δημιουργός μας θέλησε να μας γνωρίσει. Αναγνωρίζω όμως πως εκείνες οι αλήθειες που Αυτός άφησε να γνωρίσουν σ’ αυτή την ζωή οι πιο σοφοί ή και κράτησε για να τις γνωρίσουν ολοκληρωτικώς στην άλλη οι προφήτες, ξεπερνούν τις δυνάμεις μου. Πίστεψα όμως πως έπρεπε να τις αντιμετωπίσω, τουλάχιστον σαν προβλήματα, μ’ έναν τέτοιο τρόπο ώστε εκείνοι που διαβάζουν να μπορούν να δουν σε πόσα επικίνδυνα θέματα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να κρατάμε τις αποστάσεις μας, και να μην θεωρούν τον εαυτό τους, ικανό να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Να κατανοήσουν τουλάχιστον πως πρέπει να υπακούσουμε στην υγιεινή συμβουλή του Αποστόλου, που λέει: Διά της Χάριτος, που μου εδόθηκε, λέγω στον καθένα από σας να μην έχη για τον εαυτό του μεγαλύτερη ιδέα από εκείνη που πρέπει να έχη, αλλά να σκέπτεται με μετριοφροσύνη ανάλογη με το μέτρο πίστεως που ο Θεός μοίρασε στον καθένα. (Ρωμ. 12, 3). Διότι συμβαίνει ότι ένα μωρό τρέφεται ανάλογα με τις δυνάμεις του, ωριμάζοντας αυξάνει η ικανότητά του, ενώ εάν ξεπερνιούνται οι ικανότητές του, θα τελειώσει πριν αναπτυχθεί.
XI, 17. Οι αιώνιοι χρόνοι.
Αγνοώ, το αναγνωρίζω, πόσοι αιώνες διέτρεξαν πριν από την δημιουργία του ανθρώπινου γένους. Είμαι όμως βέβαιος πως καμμία δημιουργία δεν είναι συναιώνια απολύτως με τον Δημιουργό. Ακόμα και ο Απόστολος μιλά για αιώνιους χρόνους, και όχι μόνον για τους μελλοντικούς, αλλά ακόμη πιο εκπληκτικό, για τους χρόνους του παρελθόντος. Αυτά είναι τα λόγια του: Παύλος, δούλος Θεού, απόστολος Ιησού Χριστού κατά πίστιν εκλεκτών Θεού και επίγνωσιν αληθείας τής κατ’ ευσέβειαν (που απαιτεί την ευσέβεια), επ’ ελπίδι ζωής αιωνίου, ἣν επηγγείλατο ο αψευδής Θεός προ χρόνων αιωνίων, εφανέρωσε δε καιροίς ιδίοις τον λόγον αυτού εν κηρύγματι.  (προς Τίτον, 1, 1-2). Εδώ λοιπόν δεν δηλώνεται πως στο παρελθόν υπήρξαν χρόνοι αιώνιοι, οι οποίοι δεν ήταν όμως συναιώνιοι με τον Θεό, αφού οπωσδήποτε Αυτός όχι μόνον υπήρξε πριν από τους αιώνιους χρόνους, αλλά υποσχέθηκε και την αιώνιο ζωή, και πως φανέρωσε στον καιρό του, δηλαδή στον κατάλληλο χρόνο, πως δεν υποσχέθηκε άλλο παρά τον Λόγο του; Αυτός είναι η αιώνιος ζωή. Πώς μπόρεσε να δώσει αυτή την υπόσχεση, δίνοντάς την σε ανθρώπους οι οποίοι δεν υπήρχαν ακόμη πριν από τους αιώνιους Χρόνους, παρά μόνο διότι αυτό που έπρεπε να συμβεί στον χρόνο του ήταν ήδη προορισμένο στην αιωνιότητά του και στον Λόγο του, συναιώνιο μ’ Αυτόν;
[Αυτές οι όμορφες παρερμηνείες εμπόδισαν καθοριστικά την ορθή πίστη της Δύσεως. Διότι οι υποσχέσεις δόθηκαν εν τω παραδείσω, στον Αδάμ. Μπορούμε επίσης να προσέξουμε την λεπτή υποβάθμιση του Λόγου σε σχέση με τον Θεό. Ο Λόγος ανήκει στον Θεό, είναι κτήμα του. Και η εικόνα που αποδίδει τέλεια αυτήν την παράνοια που υπονοείται ακόμη και σήμερα είναι η εξής: Ο συγγραφεύς είναι ο πατήρ, Θεός, το κείμενο είναι ο Λόγος του και το Άγιο Πνεύμα είναι το νόημα του κειμένου, που συνδέει τον συγγραφέα με το κείμενο.]

Τέλος.  

Θα συνεχίσουμε εμβαθύνοντας το περί Τριάδος αφού πρώτα ερευνήσουμε τις φιλοσοφικές πηγές της τριαδολογίας του Αυγουστίνου.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ «ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΔΟΣ» ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (8)

Συνέχεια από Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ: XII,16, 17.

ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ

 Υπήρξε πάντοτε ο Θεός Κύριος;
Για όλους τους λόγους που εκθέσαμε ήδη λοιπόν, η αθανασία των αγγέλων δεν διοχετεύεται στον χρόνο, δεν πέρασε σαν να μην υπάρχει πιά, δεν είναι μελλοντική σαν να μην υπήρξε ακόμη, αλλά παρ’ όλα αυτά οι κινήσεις τους, οι οποίες κατευθύνονται από το μέλλον προς το παρελθόν, και χάρι στις οποίες ξετυλίγονται οι χρόνοι, δεν μπορούν να είναι συναιώνιες με τον Θεό δημιουργό, διότι δεν μπορούμε να μιλήσουμε στην περίπτωσή του για μια κίνηση κατά την οποία υπήρξε αυτό και δεν είναι πλέον ή θα είναι αυτό που δεν είναι ακόμη. [Να λοιπόν και η πηγή της αγαπητής μας εσχατολογίας. Η αγγελολογία. Λόγω του ότι είναι αιώνιοι αλλά δεν είναι συναιώνιοι με τον Θεό, άρα δεν μπορούν να έχουν μέλλον αλλά πρέπει να έχουν κίνηση, η οποία ονομάζεται χρόνος, η κίνηση την οποία προκαλούν, οι Χρόνοι δηλαδή, σαν ένα είδος αναβάσεως και επιστροφής στο μέλλον, κινείται από το παρελθόν στο μέλλον. Μεταφέρεται λοιπόν όλο το νεοπλατωνικό οπλοστάσιο στην Εκκλησία και η μεταστροφή της Δύσεως, γνωστή και σαν Στροφή σήμερα, είναι η Επιστροφή, ή η συγκέντρωση του κατακερματισμένου νοός, πίσω στην ψυχή, που είναι η μάννα τους, δια της κλήσεως στην ενότητα. Μεταφέροντας μαζί τους ταυτοχρόνως και την εμπειρία τους, την νόηση, το σημερινό νόημα. Ο Δημιουργός του Αυγουστίνου δεν είναι ο Δημιουργός της ύλης πλέον, αλλά ο δημιουργός του Χρόνου και η προΰπαρξη της ύλης, στην αρχαία δημιουργία, μεταφέρεται σαν προορισμός των σεσωσμένων. Σαν άνθρωποι- άγγελοι που στοχεύουν στην σωτηρία των αμαρτωλών, αυτών που δεν έχουν προορισμό, δηλαδή ψυχή. Η αρχαία δυτική θεολογία μιλούσε για την μεταστροφή του Αυγουστίνου, η σύγχρονη Φιλοσοφία για την Στροφή του Χάιντεγκερ. Εδώ δημιούργησε για λίγο κάποιο θόρυβο η στροφή του Ράμφου. Η μετάνοια, το θεμέλιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, διεσώθη μέχρι σήμερα, με θαυμαστό τρόπο, αλλά χάνεται στις μέρες μας ξανά με θαυμαστό τρόπο. Σήμερα η μεταστροφή, στην Ελληνική Ορθοδοξία, υπάρχει ήδη σαν “την στρίβουμε σαν Κύριοι” πριν είναι αργά, από την Εκκλησία.. Σαν οπαδοί του παλαιού ή σαν αποτειχισμένοι. Σαν την λιποταξία των στρατιωτών.]
3. Γι’ αυτούς όλους τους λόγους, εάν ο Θεός υπήρξε πάντοτε Κύριος, είχε πάντοτε ένα δημιούργημα υποταγμένο στην κυριότητά του, στην εξουσία του. Ένα πλάσμα που δεν γεννήθηκε από αυτόν, αλλά το οποίο Αυτός δημιούργησε από το μηδέν και το οποίο δεν είναι συναιώνιο μαζί Του. Αυτός υπήρχε οπωσδήποτε πριν από αυτό, παρότι δεν υπήρξε ποτέ ένας χρόνος  που υπήρχε πριν από αυτό το δημιούργημα. Αυτός προηγείται του δημιουργήματός του, όχι λόγω μιας αποστάσεως που περνά, αλλά λόγω της σταθερότητος, της μονιμότητος, της αιωνιότητός του.
Εξομολογήσεις, βιβλίο ενδέκατο, 13, 15, 16.
Αυτός που πετάει και χάνεται στις εικόνες του παρελθόντος, αυτός που αναρωτιέται πώς εσύ, ο Θεός ο παντοδύναμος, ο παντοκράτωρ και παντοκτίστης, εσύ, ο δημιουργός του ουρανού και της γης, βρισκόσουν εν απραξία αιώνες αμέτρητους πριν αρχίσεις το τεράστιο έργο σου, ας ξυπνήσει επιτέλους και ας καταλάβει την αυταπάτη του: [ο Θεός προετοιμαζόταν για το έργο του, ήταν ο προορισμός του, ο σκοπός του, το νόημά του, κατ’ εικόνα του πνευματικού ανθρώπου, περίμενε να μεγαλώσει ο Υιός του.] πώς θα μπορούσε να έχει περάσει έστω και ένας αιώνας, αν δεν τον δημιουργούσες εσύ; ο δημιουργός; Ο κυβερνήτης όλων των αιώνων; Πώς θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει χρόνοι, χωρίς να τους έχεις φτιάξει εσύ; Πώς θα μπορούσαν να περάσουν, αν δεν είχαν υπάρξει; [‘Οπως βλέπουμε, όλα όσα υπάρχουν παρά τω Θεώ, ή του Θεού ένεκεν, στα οποία έχουμε πρόσβαση, τα θεωρεί την Ουσία του Θεού].
Όλοι οι χρόνοι είναι έργο σου. Γιατί λένε λοιπόν ότι δεν έκανες τίποτε «πριν» φτιάξεις τον ουρανό και τη γη; Αφού μιλούν για ένα πριν, άρα εννοούν ότι τότε υπήρχε χρόνος. Πώς λοιπόν δεν έκανες τίποτε; Έφτιαξες τον Χρόνο. Αν δεν τον έφτιαχνες, πώς θα μιλούσαν γι’ αυτό το «πριν»;
Αν πάλι πριν από τον ουρανό και την γη δεν υπήρχε χρόνος, γιατί ρωτάνε τί έκανες «τότε»; Δεν θα μπορούσε να υπάρχει τότε, χωρίς να υπάρχει χρόνος. [Δεν λαμβάνονται δυστυχώς σοβαρά υπ’ όψιν οι περιορισμοί της γλώσσας μας. Δυστυχώς η αλήθεια του Ευαγγελίου χώρεσε μόνο στην γλώσσα των Ελλήνων φιλοσόφων. Στην λατινική ήδη η αλήθεια χάθηκε. Στις σημερινές γλώσσες, ακόμη και στην Νεοελληνική, χάνεται και το νόημα].
16. Προηγείσαι των χρόνων, αλλά όχι χρονικά. Γι’ αυτό είσαι προπάντων των αιώνων. Είσαι πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, και προχωρείς και πέρα από το μέλλον, από το ύψος της παρούσας αιωνιότητάς σου, γιατί και το μέλλον έρχεται για να γίνει παρελθόν. «Συ δε αυτός εἶ, και τα έτη σου ουκ εκλείψουσιν». (Ψαλμοί, 101, 28). Τα έτη σου ούτε έρχονται ούτε φεύγουν, ενώ τα δικά μας έρχονται και φεύγουν, για να φύγουν όλα. Τα έτη σου είναι εν στάσει όλα μαζί, γιατί στέκουν στην ίδια θέση. Δεν έρχονται, ούτε παρέρχονται, επειδή δεν είναι διαδοχικά. Τα δικά μας θα σταθούν όλα μαζί μόνο όταν θα έχουν όλα φύγει. Τα έτη σου, μία ημέρα. Και η ημέρα σου δεν είναι οποιαδήποτε καθημερινή, αλλά ένα σήμερα που δεν παραχωρεί την θέση του σ’ ένα αύριο, ούτε και διαδέχεται ένα χθες. Το δικό σου σήμερα είναι η αιωνιότητα. Γι’ αυτό γέννησες έναν συναιώνιό σου και του είπες: «Εγώ σήμερα γεγέννηκά σε» (Ψαλμοί 2, 7). [Εδώ βασίζεται ο Ζηζιούλας για να πει τον υβριστικό του λόγο, ότι ο Χριστός είναι δεύτερος Θεός. ‘Ότι επίσης ο Χρόνος θα υπάρχει και στην Βασιλεία, χωρίς το πεπερασμένο. Ταυτίζει την Ουσία με τα του Θεού ένεκεν, όπως και τις αρετές με τα μετέχοντα αυτών. Η «Θεολογία» του είναι προ-Εκκλησιαστική. Ταιριάζει στους Εβραίους και στους Μωαμεθανούς]. Εσύ έφτιαξες όλους τους χρόνους και υπάρχεις προ χρόνων αιωνίων, και δεν μπορούμε να μιλάμε για χρόνους χωρίς να υπάρχει Χρόνος. [Ο Αυγουστίνος παίζει με το Ένα, τον Χρόνο και τους Χρόνους, τα πολλά, της αρχαίας φιλοσοφίας. Πώς όμως από το ένα γεννιούνται τα πολλά; Δεν απαντά! Ούτε σήμερα το γνωρίζουν οι θεολόγοι. Μιλούν για ενότητα των πολλών, χωρίς να γνωρίζουν γιατί τα πολλά! Μία λύση, υλιστική και εικονιστική, που βρήκε ο κληρικαλισμός είναι ότι τα πολλά είναι το ‘Ένα, όπως ο Επίσκοπος στο σύστημα του Ζηζιούλα ή στο παραλήρημα του Τρικαμηνά. Απορρίπτοντας της διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, ότι το ίδιο πνεύμα δίνει τα πολλά και διαφορετικά χαρίσματα, για την Οικοδομή της Εκκλησίας, διότι κατά την σύγχρονη αίρεση, δεν παραλαμβάνουμε μόνο την πίστη, το θεμέλιο της Εκκλησίας, τον Κύριο, αλλά ολόκληρο το οικοδόμημα έτοιμο, και το ταυτίζουμε με την ιεραρχία και την κεφαλή της τον Πάπα. Σήμερα η χριστιανική ζωή είναι ένα καπέλλο, που μας το φορούν έτοιμο οι ανίκανοι να ζήσουν ελεύθεροι].
Δεν θα ήθελα όμως να έχω γίνει σαν ένας που δηλώνει αυτό που δεν γνωρίζει, αντί να διδάσκει αυτό που γνωρίζει, εάν απαντώ μ’ αυτόν τον τρόπο σε όσους με ερωτούν, πώς είναι δυνατόν ο Θεός να υπήρξε πάντοτε δημιουργός και πάντοτε Κύριος, εάν δεν υπήρξε ποτέ ένα δημιούργημα υποταγμένο σ’ αυτόν, ή με ποιόν τρόπο αυτό το δημιούργημα εδημιουργήθη και δεν είναι όμως συναιώνιο του δημιουργού, εάν είναι αλήθεια πως υπήρξε πάντοτε;
Συνεχίζεται
Aμέθυστος. 

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ «ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΔΟΣ» ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (7)



Συνέχεια από Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ: XII,16, 2.

ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ

 Υπήρξε πάντοτε ο Θεός Κύριος;


2. Σαν συνέχεια αυτής της απαντήσεως θα μπορούσαν να με ρωτήσουν πώς εξηγείται όμως ότι αυτοί δεν είναι συναιώνιοι με τον Δημιουργό, εάν αυτοί και εκείνοι υπήρξαν πάντοτε; Πώς να απαντήσουμε σ’ αυτήν την αντίρρηση; Πρέπει να πούμε πως αυτοί υπήρξαν πάντοτε, επειδή υπήρξαν σε κάθε χρόνο, καθότι δημιουργήθηκαν μαζί με τον Χρόνο, ή πως ο Χρόνος εδημιουργήθη μαζί μ’ αυτούς και επομένως και αυτοί δημιουργήθηκαν; Δεν θα αρνηθούμε στ’ αλήθεια πως και οι Χρόνοι δημιουργήθηκαν, παρότι κανείς δεν αμφιβάλλει επίσης πως ο Χρόνος υπήρξε σε κάθε χρόνο. Διότι εάν δεν υπήρχε  Χρόνος σε κάθε χρόνο, τότε θα υπήρχε ένας χρόνος κατά τον οποίον ο Χρόνος δεν υπήρχε. Αλλά ποιος θα είναι τόσο ανόητος  να το δηλώσει; [Αυτή είναι η έννοια του Χρόνου. Από εδώ αρχίζει ο αγώνας την ταυτότητας και της αυτονομίας. Επειδή η Τριάδα του Αυγουστίνου είναι σχέσεις και τα πρόσωπα θελήσεις· επειδή ερευνά μια δεύτερη Τριάδα κατώτερη και ενδιάμεση της απολύτου Τριάδος, η οποία του φάνταζε ακατανόητη και είχε ανάγκη την γνώση για να πιστέψει, δεν διέθετε την αληθινή πίστη, των αοράτων υπόστασις, δεν μπορούσε ο Δημιουργός να υπάρξει ποτέ χωρίς την δημιουργία, η ύπαρξή τους είναι ταυτόχρονη. Με πονηριά μεταφέρει όσα ισχύουν στην απόλυτη Τριάδα, στην ενδιάμεση που επινοεί μόνος του, έτσι ώστε τελικώς η δημιουργία για την Δύση να είναι υλοποίηση. Κάτι που άνοιξε τον δρόμο για την τεχνολογία και προώθησε την Αναγέννηση, την Μαγεία και την Αλχημεία. Διότι υλοποιήσεις κάνουν οι μάγοι. Ο Εωσφόρος, ο Θεός Δημιουργός του Αυγουστίνου, είναι ο κακός θεός των Γνωστικών].

Εμείς λοιπόν μπορούμε να δηλώσουμε με ακρίβεια: ο Χρόνος υπήρχε όταν δεν υπήρχε η Ρώμη, υπήρχε όταν δεν υπήρχε η Ιερουσαλήμ, υπήρχε όταν δεν υπήρχε ο Αβραάμ, όταν δεν υπήρχε ο άνθρωπος και ούτω καθεξής. Τέλος, εάν ο κόσμος δεν είχε δημιουργηθεί στην Αρχή του Χρόνου, αλλά μετά από κάποιο χρόνο, μπορούμε να δηλώσουμε: ο Χρόνος υπήρχε όταν δεν υπήρχε ο κόσμος. Αλλά να πούμε: ο Χρόνος υπήρχε όταν δεν υπήρχε κανένας χρόνος, είναι ανακριβές, όπως και να πούμε: ο άνθρωπος υπήρχε όταν δεν υπήρχε κανένας άνθρωπος [ας σημειώσουμε το θεμέλιο της διαλεκτικής του Χέγκελ, ο οποίος λαμβάνει σαν υπαρκτή την άρνηση, σαν θέση την αντίθεση] ή να πούμε: αυτός ο κόσμος υπήρχε όταν δεν υπήρχε αυτός ο κόσμος. Εάν όμως αναφερόμαστε σε ξεχωριστά άτομα, μπορούμε να πούμε κατά κάποιον τρόπο: υπήρχε ένας άλλος άνθρωπος όταν δεν υπήρχε αυτός ο άνθρωπος και έτσι μπορούμε να πούμε ακριβώς πως υπήρχε ένας άλλος χρόνος όταν δεν υπήρχε αυτός ο χρόνος. [Αυτές είναι οι τρομακτικές συνέπειες της αναβαθμίσεως της κατηγορίας της υπάρξεως. Η ύπαρξη προηγείται του Είναι ή του νοήματος. Ο Πατήρ προηγείται του Υιού. Ένας άλλος άνθρωπος προηγείται απ’ εμού, και έπεται εμού. Καθιστώντας με εξαρτημένον. Και τον άλλον, του παρελθόντος και του παρόντος, τον διαφορετικό, κόλαση. Δεσμοφύλακά μου. Αναγκάζοντάς με στην ανταρσία για την απελευθέρωση από την εξάρτηση του άλλου, για το αυτεξούσιό μου, στη μόνη διάσταση που υπόσχεται ελευθερία, στο μέλλον. Και η αναζήτηση του νοήματος σημαίνει δημιουργία μέλλοντος, ιστορικού και ατομικού, όπου το όλον είναι παντρεμένο με το μέρος]. Αλλά να πούμε πως υπήρχε ο Χρόνος όταν δεν υπήρχε κανείς χρόνος, είναι η πιο σοβαρή ανοησία. [Με την επινόηση της εσωτερικότητος, ο Αυγουστίνος, για να συγχωρέσει τον εαυτό του, μόνος του, που είναι η βασική κατηγορία του υποκειμένου και γέννησε τον διανοούμενο, ανύπαρκτο μέχρι τότε, και την ιδεολογία, τον καρπό αυτής της εσωτερικής δικαιώσεως, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αρχή, την μεταφυσική αρχή, καταλήγοντας στην αιτία, νομίζοντας πως ο Αριστοτέλης είχε ταυτίσει Αρχή και αιτία. Γι’  αυτό η σύγχρονη θεολογία, όπως ο Γιανναράς, μιλά για αιτιώδη αρχή].


Όπως λέμε λοιπόν πως ο Χρόνος εδημιουργήθη, συμφωνώντας επίσης πως υπήρχε πάντοτε, καθότι υπήρχε χρόνος σε κάθε χρόνο [γι’ αυτό και ο Ζηζιούλας λέει με στόμφο: Μόνο σ’ αυτό το σημείο διαφωνώ με τον φίλο μου τον Γιανναρά. Ο Χρόνος θα υπάρχει πάντοτε. Και αφήνει τα βιβλία του να τα κρίνει ο χρόνος. Ο μεγαλύτερος θεολόγος της καθημερινότητός μας. Πρέπει, μετά την Οικουμενιστική νίκη στην Ορθοδοξία, να καταργήσει πρώτα απ’ όλα, τον λόγο της Ευχαριστίας και της μετανοίας, πάσαν την βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν. Ο μεγαλύτερος θεολόγος αποφάσισε να απωθήση την πτώση και την αμαρτία και την μετάνοια και νίκησε, νίκη σπουδαία και τέλεια,  ο όχλος τον ακολούθησε, και σταύρωσε τον Χριστό, τιμώντας τον απελευθερωτή της συνειδήσεώς του, τον Βαραββά. Τώρα τρώει και πίνει και ευφραίνεται], δεν μπορούμε να συμπεράνουμε με τον ίδιο τρόπο πως, εάν οι άγγελοι υπήρξαν πάντοτε, τότε λοιπόν δεν εδημιουργήθηκαν. [Αυτό εννοεί ο Αυγουστίνος σαν κτιστή Χάρη, στα χνάρια του χρόνου, κτιστή αλλά παντοτινή, συναιώνιο, ενωμένη με τον Κύριο. Συνυφασμένη με τον Δημιουργό. Αυτή την χάρη διαθέτουν οι προορισμένοι, οι οποίοι σκοπό έχουν να βοηθήσουν και τους αμαρτωλούς να την αποκτήσουν και να σωθούν. Εδώ στηρίζεται ανομολόγητα ο κληρικαλισμός, που αναβάθμισε τα διακονήματα του κλήρου σε χαρίσματα και τα χαρίσματα σε διοικητική εξουσία, αντιπροσωπεία του Θεού και του Υψίστου].


Μπορούμε να πούμε πως υπήρξαν πάντοτε, διότι υπήρχαν σε κάθε χρόνο, καθότι δεν θα μπορούσαν απολύτως να υπάρξουν χρόνοι, χωρίς αυτούς. [Αθάνατα κτίσματα, χωρίς  την δυνατότητα της πτώσεως, του θανάτου. Κάτι όμως που διδάσκει η Γραφή: ότι οι άγγελοι νίκησαν τον θάνατο, πολεμώντας τον Εωσφόρο, τον άγγελο του θανάτου και της πτώσεως, και τον πατέρα της αμαρτίας].


Και πραγματικά ο Χρόνος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κανένα απολύτως δημιούργημα, για την μεταβλητότητα του οποίου, για τις ασταθείς του κινήσεις, αυτός ο χρόνος μάλιστα αναπτύσσεται, και γι’ αυτό, ακόμη και εάν οι άγγελοι υπήρξαν πάντοτε, δημιουργήθηκαν, και εάν υπήρξαν πάντοτε δεν σημαίνει πως είναι συναιώνιοι με τον Θεό. Ο Θεός υπήρξε πάντοτε μέσα στην αμετάβλητη αιωνιότητά του, ενώ αυτοί δημιουργήθηκαν. [Αυτός ο Θεός είναι το κινητό ακίνητο του Αριστοτέλη, το κατ’ εικόνα του ανθρώπου, και γι’ αυτό ακριβώς οι Δυτικοί κατασκεύασαν και συνεχίζουν να κατασκευάζουν έναν Τριαδικό Θεό σύμφωνο, ανάλογο με το φύσημα της αιωνίου ζωής που δωρήθηκε στον άνθρωπο. Γι’ αυτό και η ανακαίνιση είναι η ανάστασή τους. Γι’ αυτό και η Τριάδα τους είναι εμμενής, ενυπάρχουσα. Μια Τριάδα που φανερώθηκε στην περιπέτεια της ζωής του Ιησού Χριστού].

Λέγεται πως υπήρξαν πάντοτε, καθότι υπήρξαν σε κάθε χρόνο, και δεν θα μπορούσαν απολύτως να υπάρξουν χρόνοι χωρίς αυτούς, εφ’ όσον ο χρόνος κυλά μέσα στην μεταβλητότητα, και δεν μπορεί να είναι συναιώνιος  στην αμετάβλητη αιωνιότητα.


[Ο επίγειος άγγελος, ο μοναχός της Ορθοδοξίας, πιστός στους αμετάβλητους κανόνες, στην ιεραρχία, στην τάξη, η σωτηρία του ανθρώπου. Το μόνο εμπόδιο, το πεπερασμένο. Η άτιμη η πτώση, που εισήγαγε στον χρόνο το πεπερασμένο. Το οποίο υπερβαίνεται, όπως βεβαιώνει ο Ζηζιούλας, και σε συμφωνία με τις σύγχρονες μεταθανάτιες εμπειρίες, με τον θάνατο. Αρκεί ο σεβασμός των τύπων. Το ευλόγησον του μοναχισμού. Η ορθοδοξία όμως της ασκητικής μας παραδόσεως οδηγούσε στην ταπείνωση και την υπακοή, όχι στην υποταγή, που είναι το μυστήριο του κληρικαλισμού, όπως το περιγράφει και ο Αυγουστίνος στην συνέχεια, δεν κατασκεύαζε πρόβατα, διότι γνώριζε ότι η σωτηρία είναι συνέργεια. Και γι’ αυτό στηρίχθηκε στην έκφραση «νἂναι ευλογημένο»].

Συνεχίζεται

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ «ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΔΟΣ» ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (6)

Συνέχεια από Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ: XII,16, 1.
ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ

Υπήρξε πάντοτε ο Θεός Κύριος;
1. Σε ό,τι αφορά εμένα, όπως δεν τολμώ να δηλώσω πως υπήρξε ένας χρόνος κατά τον οποίο ο Θεός δεν υπήρξε Κύριος, έτσι δεν πρέπει να αμφιβάλω και για το ότι ο άνθρωπος δεν υπήρξε ποτέ πριν και πως ο πρώτος άνθρωπος δημιουργήθηκε σ’ έναν συγκεκριμένο χρόνο.
Όταν όμως σκέπτομαι σε ποιες πραγματικότητες άραγε ο Θεός υπήρξε από πάντοτε Κύριος, εφόσον τα κτίσματα δεν υπήρχαν πάντοτε, δεν τολμώ πάλι να κάνω τέτοιες δηλώσεις, καθότι υπολογίζω τον εαυτό μου και θυμάμαι αυτό που γράφτηκε: «ποιός εγνώρισε νούν Κυρίου; ἢ τίς σύμβουλος αυτού εγένετο; ἢ τίς προέδωκεν αυτῴ [όπως ισχυρίζεται η στρατευμένη Εκκλησία, παιδί της οποίας είναι ο Οικουμενισμός] και ανταποδοθήσεται αυτῴ;» (Ρωμ. 11, 34) ! «Ού γαρ ὃ θέλω τούτο πράσσω, αλλ’ ὃ μισώ τούτο ποιώ… ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος· τίς με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου; Ευχαριστώ τῴ Θεῴ δια Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών. Άρα οὖν αυτός εγώ το μεν νοΐ δουλεύω νόμῳ θεού, τή δε σαρκί νόμω αμαρτίας» (Ρωμ.7, 15, 24). Ποιος άνθρωπος, αλήθεια, μπορεί να γνωρίσει τη σκέψη του Θεού; ή ποιος μπορεί να καταλάβει το θέλημα του Κυρίου; Οι σκέψεις των ανθρώπων είναι αδύνατες και οι συλλογισμοί μας ασταθείς, γιατί το φθαρτό σώμα βαραίνει την ψυχή, το σώμα το χωμάτινο είναι γεμάτο σκέψεις και έχει πολλές φροντίδες! (Σοφία Σολ. 13 -15).
[Εδώ ξεκινούν τα δύσκολα για τον Αυγουστίνο! Διότι το πάντοτε είναι Χρόνος. Και το αιώνιο δεν είναι ο Θεός, ανήκει στα περί τον Θεό.]
Είναι αλήθεια πως έχω πολλές σκέψεις, διότι δεν κατορθώνω να βρω την μοναδική αληθινή ανάμεσα σ’ αυτές ή έξω από αυτές, την οποία εγώ ίσως δεν σκέπτομαι, πάντως όμως ανάμεσα σ’ αυτές τις σκέψεις που με τριγυρίζουν στην επίγεια ζωή, εγώ δηλώνω πως υπήρξε πάντοτε ένα πλάσμα του οποίου ήταν Κύριος, Αυτός που είναι πάντοτε Κύριος και δεν έπαψε ποτέ του να είναι, με έναν τέτοιο τρόπο όμως που στα άπειρα μεγέθη του χρόνου υπήρξε τώρα το ένα, τώρα το άλλο, για να μην θεωρηθεί κάποιο δημιούργημα συναιώνιο του Δημιουργού, κάτι που είναι αντίθετο στην πίστη και στην υγιή λογική. Πρέπει όμως επίσης να αποφύγουμε και αυτή την άλλη παράλογη θέση και πολύ μακρυνή από το Φως της Αλήθειας: ότι δηλαδή αυτό το δημιούργημα υπήρξε πάντοτε, μέσω των χρονικών περιπετειών των θνητών όντων στο συνεχές πλησίασμα του ενός στο άλλο. Και πως ξεκίνησαν να υπάρχουν τα αθάνατα όντα μόνον όταν ξεκίνησε ο χρόνος μας, όταν δηλαδή είχαν δημιουργηθεί και οι άγγελοι, εάν είναι αλήθεια πως αυτοί συμβολίζονται από εκείνο το Φως που δημιουργήθηκε πρώτο ή ακόμη καλύτερα από εκείνον τον Ουρανό για τον οποίο ελέχθη: Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε τον Ουρανό και την γη!, οι οποίοι όμως δεν είχαν υπάρξει πριν της δημιουργίας των, διότι δεν πρέπει να σκεφτούμε πως τα αθάνατα όντα, όταν δηλώνουμε πως υπήρξαν από πάντοτε, είναι συναιώνια του Θεού.
Εάν πω λοιπόν πως οι άγγελοι δεν δημιουργήθηκαν στον χρόνο, αλλά υπήρξαν πριν από όλους του Χρόνους, υπήρξε επομένως ο Θεός ο Κύριός τους, Αυτός που δεν υπήρξε ποτέ τίποτε άλλο από Κύριος, θα μπορούσαν να με ρωτήσουν εάν, αφού δημιουργήθηκαν πριν από όλους τους χρόνους, αυτοί μπόρεσαν να υπάρξουν πάντοτε.
Μπορούμε να απαντήσουμε όμως μ’ αυτόν τον τρόπο: πώς και γιατί δεν μπόρεσαν να υπάρξουν πάντοτε, όταν αυτό που είναι σε κάθε χρόνο, μπορεί να ονομασθεί χωρίς καμμία ανακρίβεια, πως υπάρχει πάντοτε; Διότι αυτά τα όντα υπήρξαν σε κάθε χρόνο, τόσο μάλιστα που δημιουργήθηκαν πριν από όλους τους χρόνους, και εάν οι χρόνοι ξεκίνησαν με τον Ουρανό, αυτά τα όντα υπήρχαν πριν από τον Ουρανό. Εάν όμως πάλι, ο Χρόνος δεν ξεκίνησε από τον Ουρανό, αλλά υπήρχε και πριν, αυτός δεν είναι ο Χρόνος που αποτελείται από ώρες, από ημέρες, μήνες και χρόνια (αυτές οι χρονικές διαστάσεις, οι οποίες ονομάζονται ακριβώς, στην καθημερινότητά μας χρόνοι, κατάγονται καθαρά από την κίνηση των άστρων, διότι πράγματι και ο Θεός, δημιουργώντας τα είπε: για να είναι σημάδια για τις εποχές, τις ημέρες και τα έτη (Γεν. 1, 14)). Αντιθέτως πρόκειται για έναν χρόνο ο οποίος συνδέεται με μια μεταβλητή κίνηση, στην οποία κάτι προηγείται και κάτι ακολουθεί, καθώς δεν μπορεί να υπάρξει ταυτόχρονα. Εάν λοιπόν πριν από τον Ουρανό υπήρξε κάτι παρόμοιο στις κινήσεις των αγγέλων και από τότε ο Χρόνος άρχισε να υπάρχει και οι άγγελοι εκινούντο στον Χρόνο από τότε που δημιουργήθηκαν, και σ’ αυτή την περίπτωση οι άγγελοι υπήρξαν σε κάθε χρόνο, από την στιγμή που οι Χρόνοι εδημιουργήθησαν μαζί μ’ αυτούς. Πώς θα μπορούσαμε εξ άλλου να ισχυρισθούμε, πως δεν υπήρχε πάντοτε αυτό που υπήρχε σε κάθε Χρόνο;
[Ας προσθέσουμε λοιπόν εδώ λίγα πράγματα για τον Χρόνο, όπως εμφανίζεται στον Αυγουστίνο και ενυπάρχει έκτοτε σε ολόκληρη την θεολογική πορεία της Δύσεως μέχρι τον Χάιντεγκερ. Στις Εξομολογήσεις χαρακτηρίζει τον Χρόνο σαν την σχέση ανάμεσα σε μια πραγματικότητα που μεταβάλλεται και σε μια συνείδηση που καταγράφει και ενθυμείται εκείνη την μεταβολή. Η Πολιτεία του Θεού επαναπροσδιορίζει το πρόβλημα, σε ένα πιο πλατύ πλαίσιο, μέσα στο οποίο θέλει να μορφοποιήσει την σχέση ανάμεσα στην Γήινη πόλη και την Ουράνια πόλη. (Εδώ στηρίζεται και η έννοια της στρατευμένης και της Ουράνιας ή Θριαμβεύουσας Εκκλησίας, στην οποία πιστεύει και η Ορθόδοξη Εκκλησία, για να στηρίξει την αποτρόπαιη ταύτιση της Εκκλησίας με την Ιεραρχία). Ο Αυγουστίνος απορρίπτει την νεοπλατωνική θέση σύμφωνα με την οποία αυτό που έχει μιαν αρχή πρέπει να έχει και ένα τέλος. Χρησιμοποιώντας με επιδεξιότητα το θέμα της αθανασίας της ψυχής! Οι νεοπλατωνικοί λοιπόν ισχυρίσθηκαν πως ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε έχοντας μιαν αρχή, αλλά από μιαν αιτία. Και επιχειρηματολογούν ως εξής: Όπως ένα πόδι, που υπήρξε από την αιωνιότητα μέσα στην σκόνη, θα έκρυβε πάντοτε το ίχνος του, δημιουργημένο αναντιρρήτως από την πίεσή του, έτσι ώστε το ένα δεν θα υπήρχε πριν από το άλλο, παρότι είναι αιτία του, έτσι και ο κόσμος και οι θεοί που δημιουργήθηκαν υπήρξαν πάντοτε (Τίμαιος 43 b), καθότι υπήρχε από πάντοτε αυτός που τους έφτιαξε, και παρ’ όλα αυτά δημιουργήθηκαν. Κατά τον Αυγουστίνο λοιπόν η έννοια του συναιωνίου πλάσματος με τον Θεό είναι αντιφατική και υπονοεί μια έννοια του Χρόνου ο οποίος είναι απείρως μακρύς. Και όχι την έννοια της αιωνιότητος που είναι η άρνηση του Χρόνου. Τί λέει λοιπόν ο Αυγουστίνος! Παρομοίως οι ίδιοι φιλόσοφοι πιστεύουν πως και η ψυχή είναι συναιώνια του Θεού όπως καί ο κόσμος, διότι παρότι και αυτή δεν υπήρχε, δημιουργήθηκε από μιαν αιτία! (Σήμερα ο Γιανναράς μιλά για αιτιώδη Αρχή)].
Εάν η ψυχή λοιπόν υπήρξε πάντοτε, πρέπει να πούμε πως υπήρξε πάντοτε και η δυστυχία της; Διότι εάν κάτι σ’ αυτή άρχισε να υπάρχει στον Χρόνο, θα πρέπει να τερματίσει και στον Χρόνο; Αλλά η δυστυχία; Η έλλειψη; Εάν όμως η ευτυχία, μετά την αντιμετώπιση του κακού, σταθεροποιείται, γιατί θα πρέπει να έχει ένα τέλος! Η Μακαριότης της ψυχής, παρότι έχει αρχή δεν έχει ένα τέλος, θα διαρκέσει για πάντα και ας μην υπήρχε από πάντα, συναιώνια του Θεού. Δεν θα έχει ένα τέλος διότι θα ενωθεί με τον Θεό που υπήρχε από πάντα!
Στην χριστιανική προοπτική εγκαταλείπεται η κοσμικο-κυκλική εννοιολόγηση του γίγνεσθαι, για να εικονισθεί στο ιστορικά υπαρξιακό επίπεδο. Και το πέρασμα από το αιώνιο στον Χρόνο και αντίστροφα είναι εφικτό διότι δεν αναπτύσσεται στο έδαφος ενός κλειστού και απρόσωπου μηχανισμού, αλλά κατάγεται από μιαν απόλυτη επιλογή ή από ένα σύνολο σχετικών επιλογών, οι οποίες είναι ικανές να δημιουργήσουν το γίγνεσθαι ή να πετύχουν μια στροφή στον «Χρόνο των πραγμάτων».

Συνεχίζεται

Σχόλιο: ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΠΩΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΕΤΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΤΑ ΙΔΙΑ ΘΕΜΑΤΑ. ΤΗΝ ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΔΥΣΕΩΣ.

Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει
το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη

312. Αλλά πρόσεχε, εσύ που νομίζεις πως είναι όλα όσα υπάρχουν στον Θεό είναι ουσία του Θεού, μη θέσης τις θείες μετοχές στα κτίσματα, αλλ’ εννόησε, ότι έχει άκτιστες ενέργειες και αΐδιες η άκτιστη ουσία, που είναι άλλο κατά κάποιον τρόπο απ’ την ουσία και δεν είναι, μη γένοιτο, ουσία, όπως λέει η ιερά Εκκλησία˙ «όλα τα αθάνατα κι η ίδια η αθανασία και όλα όσα ζουν κι η ίδια η ζωή και όλα τα άγια κι η ίδια η αγιότης κι όλα τα ενάρετα κι η ίδια η αρετή κι όλα τα αγαθά κι η ίδια η αγαθότητα κι όλα τα όντα κι η ίδια η οντότητα συμβαίνει να είναι προφανώς έργα του Θεού. Αλλά τα μεν έχουν αρχίσει χρονικά να υπάρχουν, γιατί υπήρξε κάποτε, οπότε δεν ήταν, τα δε δεν έχουν αρχίσει χρονικά να υπάρχουν, γιατί δεν υπήρξε ποτέ, πού δεν ήταν, η αρετή κι η αγαθότητα κι η αγιότητα κι η αθανασία. Κι αυτά που έχουν αρχίσει χρονικά, και είναι και λέγονται αυτό ακριβώς που και είναι και λέγονται, μετέχοντας σ’ αυτά που δεν έχουν αρχίσει χρονικά. Γιατί είναι δημιουργός κάθε ζωής και αθανασίας και αγιότητας και αρετής ο Θεός, καθώς έχει υπερουσίως εξαιρεθή από όλα, και αυτά που λέγονται και αυτά που νοούνται » (Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια γνωστικά, Α΄ μη΄).

313. Κι ακόμα˙ «ας αναζητούν οι σπουδαίοι, ποια πρέπει να νοούμε πως είναι τα έργα, που άρχισε να δημιουργή ο Θεός, και ποια πάλι, τα οποία δεν άρχισε. Γιατί αν κατέπαυσε από όλα τα έργα, που άρχισε να ποιή, είναι φανερό, πως δεν κατέπαυσε από εκείνα, τα οποία δεν άρχισε να ποιή. Μήπως είναι λοιπόν έργα μεν του Θεού που έχουν αρχίσει χρονικά να υπάρχουν όλα τα μετέχοντα όντα, όπως οι διάφορες ουσίες των όντων˙γιατί έχουν αρχαιότερο απ’ το είναι τους το μη ον. Γιατί υπήρξε κάποτε, οπότε δεν ήταν τα μετέχοντα όντα, έργα δε του Θεού που δεν έχουν ίσως αρχίσει χρονικά να υπάρχουν τα μεθεκτά όντα, όπως η αγαθότητα και κάθε τι που εμπεριέχεται στον λόγο της αγαθότητας και απλώς κάθε ζωή και αθανασία και απλότητα και ατρεψία και απειρία και όσα ουσιωδώς θεωρούνται γύρο απ’ (περί) αυτόν, τα οποία και είναι έργα του Θεού και (δεν;) έχουν αρχίσει χρονικά. Γιατί δεν ήταν ποτέ αρχαιότερο απ’ την αρετή το να μην υπάρχη, ούτε από κανένα άλλο απ’ όσα έχουν αναφερθή, έστω κι αν εκείνα που μετέχουν σ’ αυτά έχουν αρχίσει τα ίδια χρονικά να υπάρχουν. Γιατί είναι άναρχη κάθε αρετή, που δεν έχει τον χρόνο αρχαιότερό της, σαν να έχη δηλαδή τον Θεό μονώτατο και αϊδίως γεννήτορα του είναι»(ο.π.).

314. Ακούς πώς κηρύττουν οι ιεροδιδάσκαλοι πως είναι άλλο οι θείες ενέργειες που προαποστέλλονται απ’ τη δύναμη του Θεού και είναι άκτιστες, τις οποίες και ονομάζουν μετοχές διαφορετικές στα διαφορετικά όντα, και πως είναι υπερκείμενη πάνω απ’ αυτές η ουσία του Θεού και πως αυτές μεν γνωρίζονται εκ μέρους, πως είναι δε καθολικά απερινόητη και άγνωστη σε κάθε κτιστή ουσία η ουσία του Θεού; Αν κατείχες με όλη σου την προθυμία τις διδασκαλίες των θεοφόρων, δεν θα εξέπεφτες σε άτοπες έννοιες και σε ελληνικές φαυλότατες γνώμες, κι αυτά, ενώ αγωνίζεσαι, όπως λες, κατά των Ελλήνων. Και λες κι εσύ˙ «αυτό ακριβώς που είναι μερικώς διανεμημένο απ’ την αγαθότητα και τελειότητα στα διάφορα κτίσματα, υπάρχει ολόκληρο και καθολικά ενωμένο στον Θεό, όπως ακριβώς σε πηγή της αγαθότητας ».


ΓΙΑΤΙ ΟΜΩΣ Η ΔΥΣΗ ΕΠΕΣΕ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΧΟΝΔΡΟΙΔΕΣΤΑΤΗ ΠΛΑΝΗ; ΔΙΟΤΙ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΣ ΠΡΩΤΟΣ ΑΥΤΟΣ ΤΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΘΕΣΕ ΤΗΝ ΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΣΑΝ ΣΥΣΤΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (οπως μας το αποκαλύπτει σήμερα ο Heidegger), ΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΑΝ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΝΤΑΣ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΑΝ ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ. 

Λέγεται ότι ο Αυγουστίνος επηρεάστηκε από τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και κατενόησε τις υποστάσεις σαν σχέσεις. Ας δούμε το σχετικό απόσπασμα:
  
Γρ. Θεολόγος, Λόγος ΚΘ, 16,8:

"ο Πατήρ, ω σοφώτατοι, ούτε ενεργείας (όνομα), σχέσεως δε και του πώς έχει πρός τον Υιόν ο Πατήρ, η ο Υιός πρός τον Πατέρα."

Ούτε το Είναι ανήκει στην ουσία του Θεού, πολύ δε λιγότερο το Έχειν. Και οι δύο όροι υπηρετούν την κατανόησή μας και μόνον. Ο Αυγουστίνος ταύτισε το Είναι με το Έχειν, και σαν αποτέλεσμα το υποκείμενο που γεννήθηκε από την ταύτιση ενεργείας και ουσίας έχει σαν συστατικό του την κατοχή. Κατέχει. Ο άνθρωπος έχει σαν σκοπό του την απόκτηση, την κατάκτηση, και με αυτό ομοιάζει με τον Θεό. Τραγική πλάνη για την ανθρωπότητα. Το υποκείμενο σκλαβώθηκε στο αντικείμενο και σήμερα γίνονται υπέρτατες προσπάθειες απελευθερώσεως του με την "αυτοκατοχή". Τό αυτεξούσιο.
Από την ταυτότητα αυτή φτάσαμε στο Summum Bonnum του Ακινάτη και στην ανοησία του Ζηζιούλα, πώς ο Θεός έχει το υπέρτατο είναι και είναι ιεραρχημένος. Και με την κατηγορία του χρόνου φτάσαμε στην χρονικότητα. Στην απαίτηση να σώζεται ο άνθρωπος όπως είναι, ο παλαιός Αδάμ. Χωρίς καμία μεταμόρφωση. Μέσα στην ιστορία. Περιμένοντας τήν ένωση μέ τόν Κύριο στά έσχατα.

Αμέθυστος.  

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ «ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΔΟΣ» ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (5)

Συνέχεια από Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014
De Trinitate, V 16. 17. 

Οι θείες ιδιότητες που χαράχτηκαν στον χρόνο δεν είναι τυχαίες, προϋποθέτουν την μετάλλαξη στα δημιουργήματα, όχι στον Θεό

Η Γραφή λοιπόν λέει: Κύριε, έγινες το καταφύγιό μας (Ψαλ. 89, 1). Ο Κύριος δηλαδή λέγεται το καταφύγιό μας με σχετική έννοια. Διότι αναφέρεται σε εμάς και ο Θεός γίνεται το καταφύγιό μας, όταν καταφεύγουμε σ’ αυτόν. Μήπως όμως δημιουργείται μέσα στο Είναι του κάτι που δεν υπήρχε πριν καταφύγουμε σ’ Αυτόν; Έτσι λοιπόν συμβαίνει μέσα μας μια αλλαγή: και πράγματι είμαστε χειρότεροι πριν καταφύγουμε σ’ αυτόν και καταφεύγοντας σ’ αυτόν γινόμαστε καλύτεροι, αλλά σ’ αυτόν δεν συμβαίνει καμμία αλλαγή. Και έτσι αρχίζει να είναι ο Πατέρας μας όταν αναγεννώμαστε μέσω της Χάρης Του, διότι μας έδωσε την δύναμη να γίνουμε Υιοί Θεού (Γαλ. 4, 5 Εφ. 1, 5). Το Είναι μας λοιπόν αλλάζει προς το καλύτερο, όταν γινόμαστε Υιοί Του και ταυτόχρονα και αυτός αρχίζει να είναι Πατέρας μας, αλλά χωρίς καμμία τροποποίηση στο Είναι Του. Τα ονόματα χρονικής καταγωγής που εφαρμόζονται στον Θεό και τα οποία δεν ήταν από πριν κατηγορήματα δικά του, έχουν καθαρά μια σχετική σημασία, αλλά δεν δείχνουν τα συμβεβηκότα (τυχαία) στον Θεό σαν να του συνέβη κάτι, αλλά δείχνουν τα συμβεβηκότα του Είναι σε σχέση με τα οποία ο Θεός λαμβάνει ένα νέο σχετικό όνομα. Ακόμη δε, λόγω του γεγονότος πως ο φίλος του Θεού αρχίζει να γίνεται δίκαιος, μεταλλάσσεται.

Όσον αφορά τον Θεό όμως δεν πρέπει ούτε στο όνειρό μας να σκεφτούμε πως αυτός αγαπά κάποιον στον χρόνο, σχεδόν σαν να επρόκειτο για μια νέα αγάπη που δεν υπήρχε πριν σ’ αυτόν. Σ’ αυτόν για τον οποίο το παρελθόν δεν περνά και το μέλλον υπάρχει ήδη. Διότι όλους του τους Αγίους τους αγάπησε πριν από την δημιουργία του κόσμου «καθώς εξελέξατω ημάς εν αυτώ προ καταβολής κόσμου είναι ημάς αγίους και αμώμους κατενώπιον αυτού, εν αγάπη προορίσας ημάς εις υιοθεσίαν δια Ιησού Χριστού εις αυτόν» (Εφ. 1, 4), και τους πρόορισε επίσης, αλλά όταν επιστρέφουν και τον συναντούν, λέγεται ότι αρχίζουν να αγαπώνται απ’ αυτού, για να μιλήσουμε με έναν τρόπο προσβάσιμο στην κατανόησή μας. Με τον ίδιο τρόπο όταν λέγεται πως είναι θυμωμένος με τους κακούς και αγαπητός με τους καλούς, αυτοί αλλάζουν, όχι αυτός. Αυτός είναι σαν το Φως: αβάσταχτος στα μάτια των ασθενών, ευχάριστος στους υγιείς. Αλλά είναι τα μάτια που αλλάζουν, όχι το Φως.

[Για να κατανοήσουμε καλύτερα τις σχέσεις των δημιουργημάτων με τον Θεό, θα παρουσιάσουμε τρείς παραγράφους από την ‘Πολιτεία του Θεού’, όπου υποτίθεται πως ξεπερνά στο θέμα αυτό τις δυσκολίες της ελληνιστικής φιλοσοφίας].



Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.

ΧΙΙ  Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ


15. Ο Θεός δημιουργεί χωρίς αλλαγή της θελήσεως.    

Ψαλμ. ΙΑ΄ 8 -9 ! «Συ, Κύριε, φυλάξαις ημάς και διατηρήσαις ημάς από της γενεάς ταύτης και εις τον αιώνα. Κύκλω οι ασεβείς περιπατούσι». Κύκλος είναι ο δρόμος του λάθους. Τα λανθασμένα δόγματα των απίστων. Και δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός πως διατρέχοντας σαν χαμένοι αυτούς τους κύκλους (δηλαδή στο πήγαινε έλα των γενεών, στην τροχιά του ήλιου, στους κατακλυσμούς ή και σε όλα τα φυσικά είδη που γεννιούνται και πεθαίνουν), δεν βρίσκουν ούτε την είσοδο ούτε την έξοδο;!!                          
 Δεν γνωρίζουν ούτε πώς άρχισε, ούτε πώς τελείωσε το ανθρώπινο γένος και αυτή η θνητή μας συνθήκη. Δεν μπορούν ούτε και να εισχωρήσουν στα βάθη του Θεού, στηριζόμενοι στα οποία, καθότι Εκείνος είναι αιώνιος και χωρίς Αρχή, έδωσε στον Χρόνο μια κάποια αρχή και μέσα στον Χρόνο δημιούργησε τον άνθρωπο, τον οποίο δεν είχε δημιουργήσει πριν, αλλά χωρίς νἂχει στηριχθεί σε έναν αυθόρμητο καθορισμό αλλά σε αιώνιο και αναλλοίωτο.
Ποιος είναι ικανός άραγε να βολιδοσκοπήσει ένα βάθος απροσμέτρητο και να κοιτάξει ένα βάθος απαράβατο; Σύμφωνα με το οποίο ο Θεός εδημιούργησε μέσα στον Χρόνο τον χρονικό άνθρωπο, χωρίς την αλλαγή της θελήσεώς του; Χωρίς την προηγούμενη ύπαρξη οποιουδήποτε ανθρώπου; Και από έναν μόνο άνθρωπο πολλαπλασίασε το ανθρώπινο γένος; Μήπως όμως πρέπει να ισχυρισθούμε πως η δημιουργία του ανθρώπου, η οποία δεν υφίστατο ποτέ πριν στην άπειρη αιωνιότητα, ικανοποίησε ξαφνικά τον Θεό, όταν σ’ αυτόν δεν μπορεί να συμβεί τίποτε νέο και τίποτε που να υπονοεί κάποια αλλοίωση;
Γι’ αυτό και αμέσως μετά ο Ψαλμός απευθύνεται στον Θεό μ’ αυτά τα λόγια: Σύμφωνα με το βάθος σου πολλαπλασίασες τους υιούς των ανθρώπων. [Το Ψαλτήρι όμως γράφει: 11, 9: κύκλω οι ασεβείς περιπατούσι· κατά το ύψος σου επολυώρησας τους υιούς των ανθρώπων. Το ύψος δηλαδή του ψαλμού ερμηνεύεται ήδη σαν βάθος. Ταιριάζοντας στην εσωτερικότητα και στην γέννηση του υποκειμένου].
Ακόμη και αυτό που επιθυμούν οι άνθρωποι δηλαδή, και υπερασπίζονται στην λογομαχία τις γνώμες τους, όπως τους αρέσει: μας λέει πως σύμφωνα με το βάθος σου, το οποίο δεν μπορεί κανένας άνθρωπος να γνωρίσει, πολλαπλασίασες τους υιούς των ανθρώπων. [Ακόμη και όταν υπερασπιζόμαστε με πάθος την γνώμη μας λοιπόν, την διαιώνισή μας υπερασπιζόμαστε, παρότι δεν γνωρίζουμε ακριβώς πώς πολλαπλασιάζονται οι υιοί των ανθρώπων, ας πούμε ο λόγος των ανθρώπων, αναγκάζοντάς μας να στριφογυρίζουμε σε κύκλους γύρω από τον εαυτό μας. Και λόγω της άγνοιας αυτής αυτές οι λογομαχίες ανήκουν στις μάχες της διαιωνίσεως του είδους, που στήνουν και τα πλάσματα του ζωικού βασιλείου, ανήκουν δηλαδή στην πορνεία. Οι διάλογοι του Πλάτωνος, με την ύπαρξη και την κατεύθυνση του λόγου από τον δάσκαλο, ελευθερώνουν από το ένστικτο, προς την ελευθερία της αλήθειας, ή της φύσεως].
Χωρίς αμφιβολία λοιπόν είναι πολύ βαθιά η πραγματικότητα του Θεού, ο οποίος παρέμεινε πάντοτε αναλλοίωτος, ακόμη και όταν θέλησε να δημιουργήσει κάποια στιγμή τον άνθρωπο, τον οποίο δεν είχε ποτέ του δημιουργήσει, χωρίς να αλλάξει δηλαδή ένεκεν αυτού σκέψη και θέληση.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.
 

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ «ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΔΟΣ» ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (4)

Συνέχεια από Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

De Trinitate, V 16. 17. 

Οι θείες ιδιότητες που χαράχτηκαν στον χρόνο δεν είναι τυχαίες, προϋποθέτουν την μετάλλαξη στα δημιουργήματα, όχι στον Θεό

 

16.17. Δεν πρέπει να μας δημιουργήσει δυσκολία ούτε το γεγονός πως παρότι το Άγιο Πνεύμα είναι συναΐδιο και συναιώνιο με τον Πατέρα και τον Υιό, του αποδίδεται και κάποια ονομασία η οποία εξαρτάται από τον χρόνο, όπως ακριβώς το όνομα «δωρεά», δωρεά του Θεού, όπως στον Ιωάν. 4, 10 ή στην Ρωμ. 5, 5, όπου βρίσκουμε να ονομάζεται «δοθέντος ημίν» από τον Παύλο. Διότι το Πνεύμα είναι αιωνίως δώρο, αλλά χρονικώς δοθέν.
Εάν κάποιος δεν ονομάζεται Κύριος, Δεσπότης, παρά από την στιγμή που αποκτά έναν δούλο, ακόμη και αυτό το σχετικό όνομα του Κυρίου εφαρμόζεται στον Θεό στο επίπεδο του χρόνου, διότι η κτίση της οποίας ο Θεός είναι Κύριος δεν είναι αιώνια. [Απίστευτες σοφιστείες ο Αυγουστίνος. Απορούμε γιατί δεν συμπεριλαμβάνεται στην λίστα των μεγάλων Σοφιστών, δίπλα στον Γοργία και στον Πρωταγόρα. Η κτίση τής οποίας ο Θεός είναι Κύριος είναι η μεταμορφωμένη και λυτρωμένη από τον θάνατο και την αμαρτία. Αντιθέτως η κτίση που είναι δούλη του χρόνου έχει σαν Κύριό της τον Εωσφόρο. Ο Θεός του Αυγουστίνου πλησιάζει μάλλον το ένδυμα φωτός του Εωσφόρου, με τις απλοποιήσεις που προσπάθησε να επιβάλλει στο Εκκλησιαστικό μυστήριο, για να γίνει κατανοητό]. Τότε λοιπόν, πώς θα αποδείξουμε πως ούτε και αυτές οι σχετικές ιδιότητες είναι τυχαίες, καθότι τίποτε χρονικό δεν μπορεί να υπάρξει στον Θεό, ο οποίος δεν είναι τρεπτός! Έ, λοιπόν ο Θεός δεν είναι αιωνίως Κύριος, διαφορετικά θα είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε και την αιωνιότητα της δημιουργίας [Εδώ φαίνεται καθαρά η έλλειψη της θεωρίας των ακτίστων ενεργειών, που οδηγεί σε λογικά αδιέξοδα. Διότι ο θαυμασμός δεν είναι ήδη ίχνος της παρουσίας του Θεού;], διότι Αυτός δεν θα είχε την κυριότητά της εάν αυτή (η κτίση) δεν θα τον υπηρετούσε. Ακριβώς όπως δεν υπάρχει δούλος χωρίς Κύριο, έτσι δεν υπάρχει και αφέντης χωρίς δούλο.
Κάποιος θα μπορούσε να πει πως χωρίς αμφιβολία μόνον ο Θεός είναι αιώνιος, πως οι χρόνοι δεν είναι αιώνιοι λόγω της αστάθειας και της τρεπτότητός των, αλλά ο χρόνος δεν άρχισε μέσα στον χρόνο, διότι δεν υπήρχε χρόνος πριν αρχίσουν οι χρόνοι. Επομένως δεν συνέβη στον χρόνο το γεγονός ότι έγινε Κύριος, διότι ήταν Κύριος των χρόνων, οι οποίοι δεν άρχισαν μέσα στον χρόνο.
Αλλά τί θα απαντήσουμε σχετικά με τον άνθρωπο;
Διότι ο άνθρωπος εδημιουργήθη μέσα στον χρόνο και ο Θεός, όπως είναι αυτονόητο, δεν ήταν ο Κύριός του πριν υπάρξει ακριβώς ο άνθρωπος τού οποίου ο Θεός θα ήταν Κύριος. [Απίστευτο; Αυτή είναι η σκοτεινή ρίζα της θεολογίας της Δύσεως. Ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε ανθρωπολογία. Μιλά για έναν αδύναμο Θεό, από το ξεκίνημά της. Ο άνθρωπος είναι δυνατός διότι μπορεί να αρνηθεί τον Θεό ή τον άνθρωπο. Ο Θεός είναι αγάπη και δεν μπορεί να αρνηθεί και κατά συνέπεια είναι αδύναμος ως προς την ελευθερία του ανθρώπου. Η ελευθερία είναι το σημείο υπεροχής μας ως προς τον Θεό. Και στην ελευθερία ακριβώς στηρίζεται ο Οικουμενισμός και η Νεορθοδοξία, όχι στην πίστη. Αυτή η υπεροχή του ανθρώπου ονομάζεται σήμερα αυθυπέρβαση].
Βεβαίως το γεγονός ότι ο Θεός είναι ο Κύριος του ανθρώπου συνέβη μέσα στον χρόνο, και για να σταματήσουμε κάθε αντίρρηση, συνέβη στον Θεό μέσα στον χρόνο να γίνει ο Κύριός σου ή ο δικός μου, διότι εμείς υπάρχουμε τελευταίως, Αλλά αν σας φαίνεται και αυτό αμφίβολο, λόγω της δυσκολίας του προβλήματος της ψυχής, τότε τί να πούμε για τον Θεό σαν Κύριο του λαού του Ισραήλ; [Εδώ στηρίζεται ο υπαρξισμός. Η απόρριψη της μεταφυσικής και η μετάλλαξή της σε ανθρωπολογία. Ο Αυγουστίνος χωρίζει την ύπαρξη από το Είναι και καθιστά την ύπαρξη δεύτερη, όπως είναι ο Κύριος δεύτερος στην Αγία Τριάδα. Και όπως στον μύθο του Αριστοφάνη, στο Συμπόσιο, το μισό ψάχνει απελπισμένα το άλλο μισό, έτσι και ο Θεός σαν Είναι, σαν μανικός εραστής ψάχνει το άλλο του μισό, την ύπαρξη, που στον νοητό κόσμο είναι επέκεινα. Γι’ αυτό και ο Ζηζιούλας δηλώνει πως ο Χριστός θα υπάρχει και στο επέκεινα, και η Θεολογία του θα κριθεί στον χρόνο, δηλ. στα έσχατα].
[Οι Έλληνες Πατέρες δεν απέρριψαν την Μεταφυσική διάσταση, τον νοητό κόσμο, λόγω της Ενσαρκώσεως, αλλά οι Ρωμαίοι πρακτικά απαλλάχτηκαν, με την μεγάλη ευκαιρία που τους δόθηκε, από τον βραχνά των Ελλήνων. Και ο άνθρωπος, η Εκκλησία, ο Θεός, έγιναν όλα τρισδιάστατα, και παίζονται στον θίασο της Ιστορίας! «Ναι μεν εστίν ο θεόθεν κατά φύσιν κινούμενος και πηγάζων τα νοήματα, ὣς γε και τεχνίτου λόγου επέχει εἲ γε ὡς προσήκει προάγεται. Διάνοια δε αυτή του Νοός η Ενέργεια δι’ ἧς νοούνται τα νοούμενα ως αν εἴπεί τις τέχνη οὒσα τεχνίτου»].
Υποθέτοντας λοιπόν πως ακόμη και η πραγματικότης της ψυχής προϋπήρχε ήδη, ψυχή που διέθετε εκείνος ο λαός – ας αφήσουμε όμως κατά μέρος αυτό το θέμα –, στα σίγουρα εκείνος ο λαός δεν υπήρχε ακόμη, και γνωρίζουμε καλά από ποια στιγμή και έπειτα άρχισε να υπάρχει. Τέλος, συνέβη στον Θεό μέσα στον Χρόνο να είναι ο Κύριος αυτού του δέντρου ή του άλλου, τα οποία άρχισαν να υπάρχουν πριν λίγο. Διότι, παρότι η ίδια η ύλη υπήρχε ήδη, ένα πράγμα είναι να είμαστε Κύριοι της ύλης, ένα άλλο να είμαστε Κύριοι της μορφοποιημένης ύλης. Και ο άνθρωπος εξάλλου είναι ιδιοκτήτης του ξύλου σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή, και σε κάποιαν άλλη είναι κάτοχος της ντουλάπας, παρότι έχει κατασκευαστεί από εκείνο το ξύλο, και έτσι αποκτά μιαν ιδιότητα (ο άνθρωπος) που δεν είχε όταν ήταν μόνον ο δεσπότης του ξύλου. Πώς θα αποδείξουμε λοιπόν πως τίποτε τυχαίο (συμβεβηκόν) δεν αποδίδεται στον Θεό; Δηλώνοντας απλά πως η Φύση του ξεφεύγει από οτιδήποτε θα μπορούσε να την τροποποιήσει, να την αλλάξει. Ενώ τα σχετικά συμβεβηκότα, οι τυχαιότητες, εμπλέκουν μια μετάλλαξη στο πράγμα του οποίου είναι κατηγορούμενα. Έτσι φίλος είναι μια σχετική ονοματοδοσία. Δεν ξεκινούμε να είμαστε φίλοι, παρά μόνον όταν ξεκινούμε να αγαπούμε. Έτσι λοιπόν μπορούμε να πούμε πως δημιουργείται μια μετάλλαξη της θελήσεως, για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για φιλία. [Μετάλλαξη ή εμφάνιση της θελήσεως;]
Αλλά ένα νόμισμα δείχνει σχέση όταν το ονομάζουμε τιμή. Αλλά δεν άλλαξε, γινόμενο τιμή! Ούτε μεταλλάσσεται όταν ονομάζεται ενέχυρο ή κάτι άλλο παρόμοιο. Έτσι λοιπόν, εάν ένα νόμισμα χωρίς να αλλάξει καθόλου μπορεί να προσλάβει τόσες φορές μια σχετική ονομασία χωρίς, δεχόμενο ή παίρνοντας την ονομασία, να τροποποιείται η μορφή του ή το Είναι του, με πόση μεγαλύτερη ευκολία δεν πρέπει να δηλώνουμε αναφορικά με την αναλλοίωτη Ουσία του Θεού, πως αυτή μπορεί να δεχθεί ένα όνομα σχετικό με την δημιουργία χωρίς μ’ αυτό να εννοείται πως υπήρξε οποιαδήποτε αλλοίωση στην Ουσία του Θεού, αλλά πως αντιθέτως υπήρξε στο κτίσμα, στο δημιούργημα που είναι και ο όρος αυτής της σχέσεως. [Η σχέση προῡποθέτει λοιπόν, εκτός των άλλων, και την ύπαρξη της Ουσίας του Θεού στην κτίση].

Συνεχίζεται

Αμέθυστος. 

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ «ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΔΟΣ» ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (3)

Συνέχεια από Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

De Trinitate, V 14, 15, 16

Ο Πατήρ και ο Υιός αρχή του Αγίου Πνεύματος

14. 15. Στην αμοιβαία σχέση στο εσωτερικό της Τριάδος, εάν αυτός που γεννά είναι αρχή αναφορικά με αυτόν τον οποίον γεννά, ο Πατήρ είναι αρχή όσον αφορά στον Υιό, διότι τον γεννά. Αλλά δεν είναι μικρός λογαριασμός να ξεκαθαρίσουμε επίσης, εάν ο Πατήρ είναι εξίσου αρχή όσον αφορά και στο Άγιο Πνεύμα, διότι η Γραφή λέει για το Άγιο Πνεύμα: παρά τού Πατρός εκπορεύεται (Ιωάν. 15, 26). Γιατί αν πράγματι είναι, ο Πατήρ δεν είναι αρχή μόνον αυτού τον οποίον γεννά ή κάνει, αλλά και αυτού τον οποίον δίνει. Και εδώ βρίσκεται λίγο φως στο θέμα που απασχολεί τόσους πολλούς, γιατί να μην είναι δηλ. και το Άγιο Πνεύμα Υιός, αφού και αυτό εξέρχεται εκ του Πατρός, όπως διαβάζουμε στο Ευαγγέλιο. Το Άγιο Πνεύμα εξέρχεται βεβαίως από τον Πατέρα, αλλά σαν δώρο, όχι σαν γεννημένο, και γι’ αυτό δεν ονομάζεται υιός, διότι δεν γεννήθηκε όπως ο Μονογενής, ούτε κατασκευάσθηκε, όπως εμείς, για να γεννηθούμε χάριτι σαν υιοθετημένοι υιοί. Αυτό που γεννήθηκε από τον Πατέρα ονομάζει μια σχέση, σύμφωνα με την έκφραση «Υιός», μόνον με τον Πατέρα, και πρόκειται επομένως περί τού Υιού του Πατρός, και όχι και δικού μας. Αυτό όμως που δόθηκε, λέει για μια σχέση με Αυτόν που το έδωσε αλλά και μ’ αυτούς στους οποίους το έδωσε! [Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ανοησία. Το Πνεύμα δίνεται σε όσους, υπακούοντας στις εντολές του Κυρίου, αύξησαν τον Χριστό μέσα τους, μετά το Βάπτισμά τους, μέχρις ηλικίας Χριστού, και τότε κατέρχεται το Άγιο Πνεύμα στον Χριστό ξανά - διότι αυτή είναι η κίνηση της Αγίας Τριάδος - όπου και αναπαύεται, καθιστώντας το σώμα του πιστού ναό του Αγίου Πνεύματος]. Γι’ αυτό το Άγιο Πνεύμα δεν λέγεται μόνον Πνεύμα του Πατρός και του Υιού, που το έδωσαν, αλλά και δικό μας, διότι το προσλάβαμε. (1 Κορ. 2, 12). [Και όμως ο Απόστολος άλλα λέει: « Το γαρ πνεύμα πάντα ερευνά, και τα βάθη του Θεού. Τις γαρ οίδεν ανθρώπων τα του ανθρώπου ει μη το πνεύμα του ανθρώπου το εν αυτώ; Ούτω και τα του Θεού ουδείς οίδεν ει μη το πνεύμα του Θεού. Ημείς δε ού το πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το πνεύμα του Θεού, ίνα ειδώμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα ημίν… ψυχικός δε άνθρωπος ού δέχεται τα του πνεύματος του Θεού…». Δεν είναι δικό μας το Άγιο Πνεύμα. Αυτή η μωρία κυριάρχησε στην Δύση διότι ο Αυγουστίνος στο Περί Τριάδος βρίσκει την Ουσία του Θεού, γνωρίζει την Ουσία]. Έτσι ακριβώς λέμε και για την Σωτηρία: Σωτηρία του Κυρίου, για να δείξουμε αυτόν και δική μας Σωτηρία (Ρωμ. 13,11) [το Ευαγγέλιο λέει: «νυν γαρ εγγύτερον ημών η σωτηρία ή ότε επιστεύσαμεν». Μόνιμη παραποίηση των λόγων του Κυρίου. Το μόνο χαρακτηριστικό της αιρέσεως], για να δείξουμε εμάς που την δεχόμαστε. Το Πνεύμα λοιπόν είναι Πνεύμα του Θεού, διότι το έδωσε, και δικό μας διότι το δεχθήκαμε. [Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για τον Σωτήρα, ότι είναι δικός μας, αφού τον δεχθήκαμε και σωθήκαμε].
Δεν πρόκειται όμως για το Πνεύμα που είναι πηγή της υπάρξεώς μας, το πνεύμα του ανθρώπου που βρίσκεται σ’ αυτόν εμμενές (ενυπάρχον), αλλά εκείνο το Πνεύμα είναι δικό μας μ’ έναν άλλον τρόπο, με την έννοια που λέμε: τον άρτον ημών τον επιούσιον δίδου ημίν το καθ’ ημέραν, (Λουκ. 11, 3). Είναι αλήθεια πως έχουμε δεχθεί και εκείνο το πνεύμα, το οποίο θεωρείται δικό του, του ανθρώπου: τί έχεις, λέει ο Απόστολος, που δεν έχεις δεχθεί; (1. Κορ. 4, 7). Αλλά ένα πράγμα είναι εκείνο που έχουμε δεχθεί για να αποκτήσουμε το Είναι, για να υπάρξουμε, και άλλο είναι αυτό που δεχθήκαμε για να γίνουμε άγιοι. Γι’ αυτό και για τον Πρόδρομο η Γραφή είπε: «και αυτός προελεύσεται ενώπιον αυτού εν πνεύματι και δυνάμει Ηλιού» (Λουκ. 1, 17). Ονομάσθηκε το πνεύμα του Ηλία, διότι πρόκειται για το Άγιο Πνεύμα που είχε δεχθεί ο Ηλίας. Μ’ αυτήν την ίδιαν έννοια πρέπει να κατανοηθεί και αυτό που λέει ο Κύριος σχετικά με τον Μωυσή: θα πάρω από το πνεύμα που βρίσκεται πάνω σου και θα το θέσω πάνω σ’ αυτούς (Ναούμ 11, 17). Θα δώσω δηλ. σ’ αυτούς από το Άγιο Πνεύμα που έχω δώσει ήδη σε σένα. [Ούτε για αναγνωστικό δημοτικού δεν θα μπορούσε να ισχύσει].
Έτσι λοιπόν, εάν αυτό που δόθηκε έχει σαν αρχή Αυτόν που το δίνει, διότι αυτός δεν έλαβε από άλλους αυτό που προοδεύει απ’ αυτόν, πρέπει να δεχθούμε πως ο Πατήρ και ο Υιός είναι μια μόνον Αρχή του Αγίου Πνεύματος, δεν είναι δύο: Όπως ο Πατήρ και ο Υιός είναι ένας μόνον Θεός και αναφορικά με την κτίση ένας μόνο Δημιουργός και ένας μόνον Κύριος, έτσι αναφορικά με τον Άγιο Πνεύμα είναι  μια μόνον Αρχή, και σε σχέση με τα δημιουργήματα ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι μια μόνον αρχή, όπως είναι ένας μόνον ο Δημιουργός και ένας μόνον ο Κύριος. [Υπάρχει πιο παράλογο πράγμα από την λογική;].

Το Άγιο Πνεύμα ήταν δώρο ακόμη και πριν δοθεί

15. 16. Αλλά για να διεισδύσουμε πιο βαθειά αναρωτιόμαστε εάν, όπως ο Υιός οφείλει στην γέννησή του όχι μόνον το ότι είναι Υιός, αλλά και το ότι είναι απλώς, ότι υπάρχει απλώς, έτσι και το Άγιο Πνεύμα οφείλει στο γεγονός πως δίνεται όχι μόνον ότι είναι δώρο, αλλά ότι υπάρχει απλώς, ή επίσης εάν για το ίδιο το γεγονός ότι ο Θεός θα το έδινε, ήταν ίσως ήδη δώρο πριν δοθεί. Αλλά εάν δεν προοδεύει παρά μόνον όταν δίνεται, και δεν θα προόδευε στα σίγουρα πριν υπάρξει κάποιος στον οποίον θα δοθεί, πώς μπορούσε να υπάρξει ουσιαστικώς, παρά μόνον με τον όρο ότι θα δοθεί, όπως ο Υιός οφείλει στην γέννηση του όχι μόνον το ότι είναι Υιός, μια προσηγορία που ανήκει στην τάξη της σχέσεως, αλλά και την ουσιαστική του ύπαρξη; [Αυτή είναι η χρήση της Ουσίας του Θεού στην Δυτική θεολογία. Διότι η ουσία στηρίζει την λογική τους πρόσβαση στην Τριάδα. Όπως ακριβώς ο Αυγουστίνος το είχε διδαχθεί από τον Πορφύριο. Εδώ αποκαλύπτεται και η χρησιμότης του Χρόνου. Διότι το Άγιο Πνεύμα εξαρτάται, στο δυστυχισμένο μυαλό του Αυγουστίνου, από την εν χρόνω δημιουργία].
Ή μήπως το Άγιο Πνεύμα προοδεύει πάντοτε και όχι στον χρόνο, αλλά από την αιωνιότητα; Τότε όμως, επειδή προόδευε από την αιωνιότητα για να δοθεί, ήταν ήδη δώρο, ακόμη και πριν υπάρξει κάποιος στον οποίον να δοθεί; (Ιωάν. 15,26): «νυν δε και εωράκασι και μεμισήκασι και εμέ και τον πατέρα μου , αλλά ίνα πληρωθή ο λόγος ο γεγραμμένος εν τω νόμω αυτών, ότι εμίσησάν με δωρεάν». Και η μετάφραση γράφει: Με εμίσησαν χωρίς λόγον. [Αν είναι δυνατόν να παρανοούνται τόσο χοντρά τα λόγια του Κυρίου].
Και πράγματι, ένα πράγμα κατανοείται όταν λέγεται κάτι «δώρο», ένα άλλο όταν λέγεται «δοσμένο, δωρισμένο». Διότι μπορεί να υπάρχει ένα δώρο ακόμη και πριν δωρισθεί, αλλά δεν μπορούμε να μιλήσουμε απολύτως για «δωρισμένο», χωρίς να έχει δοθεί πραγματικά το δώρο.
[Στριμωγμένα συμπεράσματα για την προαιώνιο Τριάδα, από την οικονομική της φανέρωση. Αυτή η παιδαριώδης λογική πήρε την θέση της εμπειρίας, του καρπού της προσευχής, και ονομάσθηκε θεολογία. Αυτή την θεολογία εισάγουν σήμερα οι θεολογικές σχολές, χωρίς να συναισθάνονται ότι εκπαιδεύουν θεολόγους για την Μέση Εκπαίδευση. Δεν είναι θεολόγοι της Εκκλησίας].

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.