Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Isaiah Berlin - Το στρεβλό υλικό της ανθρωπότητας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Isaiah Berlin - Το στρεβλό υλικό της ανθρωπότητας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2025

Isaiah Berlin - O Giambattista Vico και η πολιτισμική ιστορία (4)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

O Giambattista Vico και η πολιτισμική ιστορία

IΙΙ

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα επακόλουθα από την εφαρμογή της μεθόδου του Vico για την ανάπλαση του παρελθόντος είναι ό,τι ονόμασα πολιτισμική πολυαρχίαένα πανόραμα πολιτισμικής ποικιλίας, η επιδίωξη διαφορετικών, και μερικές φορές ασυμβίβαστων, τρόπων ζωής, ιδεωδών, αξιολογικών κριτηρίων. Αυτό, κατ' ακολουθίαν, συνεπάγεται ότι η αιώνια ιδέα της τέλειας κοινωνίας, όπου αλήθεια, δικαιοσύνη, ελευθερία, ευτυχία, αρετη συγχωνεύονται στην πιο τέλεια μορφή τους, δεν είναι απλώς αυτοπική (που λίγοι το αρνούνται), αλλά εσωτερικά ασυνάρτητη· γιατί αν ορισμένες απ' αυτές τις αξίες αποδειχτεί ότι είναι ασυμβίβαστες, δεν είναι δυνατόν -δεν είναι δυνατόν εννοιολογικά- να συγκεραστούν. Κάθε πολιτισμός(κουλτούρα) εκφράζεται με έργα τέχνης, στοχασμού, με τρόπους ζωής και δράσης, που διαθέτουν τον δικό τους χαρακτήρα και δεν συνδυάζονται ούτε κατ' ανάγκην αποτελούν στάδια ενιαίας εξέλιξης προς κάποιον συγκεκριμένο οικουμενικό σκοπό.

Η αντίληψη περί διαφορετικών οραμάτων ζωής και των αξιών τους, που είναι αδύνατον να προσαρμοστούν σε κάποια μεγαλοπρεπή αρμονική δομή, εξηγείται γλαφυρά στο τμήμα της Scienza nuova του Vico που πραγματεύεται τον Όμηρο. Οι απόψεις του βρίσκονται σε οξεία αντίθεση με τα δεσπόζοντα αισθητικά δόγματα της εποχής του, σύμφωνα με τα οποία, παρά τις κάποιες παρεκκλίσεις προς τον σχετικισμό, τα κριτήρια ανωτερότητας είναι αντικειμενικά, οικουμενικά και αιώνια, quod semper, quod ubique, quod ab omnibus. [«Αυτό που έχει πιστευτεί πάντα, παντού και από όλους». Πρόκειται για κριτήριο καθολικότητας της αλήθειας, και αποδίδεται στον Άγιο Βικέντιο του Λερίνου (Vincent of Lérins), έναν χριστιανό θεολόγο του 5ου αιώνα. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως για να προσδιορίσει τι είναι ορθόδοξη πίστη: μόνο εκείνο που έχει πιστευτεί πάντοτε (semper), παντού (ubique) και από όλους (ab omnibus) μπορεί να θεωρηθεί αυθεντικά χριστιανικό. Στο κείμενο για τον Vico, η φράση αυτή επικρίνεται έμμεσα, γιατί εκπροσωπεί την ιδέα της αντικειμενικής, παγκόσμιας αλήθειας — μια ιδέα που ο Vico απορρίπτει στην ιστορική και πολιτισμική σφαίρα. Ο Vico (και οι στοχαστές που τον ακολουθούν) αντιπαραθέτει την ποικιλία και την ιστορικότητα των αξιών. Στον Vico, η αλήθεια δεν είναι μία και αιώνια, αλλά πολλαπλή, χρονικά και πολιτισμικά προσδιορισμένη.] [ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ ΚΑΙ ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ]

Έτσι, για να αναφέρουμε ένα γνωστό παράδειγμα, ενώ ορισμένοι διατείνονταν ότι οι αρχαίοι ήταν καλύτεροι ποιητές απ' ό,τι οι μοντέρνοι, κάποιοι ισχυρίζονταν ακριβώς το αντίθετο – γύρω απ' αυτό έλαβε χώρα η βαρυσήμαντη διαμάχη Αρχαίων και Μοντέρνων στα νεανικά χρόνια του Vico. Το ζήτημα που ενδιαφέρει εδώ είναι ότι οι αντίπαλοι σ' αυτήν τη σύγκρουση υπεραμύνθηκαν των τοποθετήσεών τους βάσει ταυτόσημων αξιών που και οι δύο πλευρές θεωρούσαν ότι ισχύουν αιώνια, ανεξαρτήτως εποχής και για κάθε μορφή τέχνης.

Όχι όμως και ο Vico. Ο ίδιος μας εξιστορεί ότι «στην παιδική ηλικία του κόσμου οι άνθρωποι ήταν από τη φύση τους ποιητές ολκής». Γιατί η φαντασία είναι ρωμαλέα στους πρωτόγονους λαούς, ενώ η λογική ικανότητα ασθενική. Ο Όμηρος, πίστευε ο Vico, έζησε προς τα τέλη του πολιτισμού εκείνου τον οποίο περιγράφει με τέτοιον απαράμιλλο τρόπο, που δεν υπάρχει το αντίστοιχό του σε νεότερους συγγραφείς. Οι ομηρικοί άνθρωποι είναι «τραχείς, αγροίκοι, άγριοι, ατίθασοι, υπερήφανοι». Ο Αχιλλέας είναι ωμός, βίαιος, εκδικητικός και ενδιαφέρεται μόνο για τα δικά του αισθήματα· όμως, απεικονίζεται ως άμεμπτος πολεμιστής – ο ιδεώδης ήρωας του ομηρικού κόσμου. Οι αξίες αυτού του κόσμου παρήλθαν ο Vico ζούσε σε πιο ανθρώπινη εποχή. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει, έτσι υποστήριζε, ότι η τέχνη αυτής της οψιμότερης εποχής είναι κατ' ανάγκην ανώτερη από εκείνη του σημαντικότερου όλων των ποιητών. Ο Όμηρος αναμφίβολα θαύμαζε τις αξίες αυτών των τρομερών ανθρώπων· ο διθυραμβικός έπαινος των άγριων και σκληρών πολεμιστών που συμμετείχαν στην ωμή σφαγή, η περιγραφή των ολύμπιων θεών που τόσο συντάραξε τον Πλάτωνα και ανάγκασε τον Αριστοτέλη να θελήσει να τον «διορθώσει», δεν θα μπορούσε να έχει γίνει από τους καλλιεργημένους ποιητές της Αναγέννησης ή της εποχής του Vico.

Ο Vico είναι σαφής ότι πρόκειται για ανεπανόρθωτη απώλεια. Με ανάλογο τρόπο αναφέρεται σε ρωμαίους συγγραφείς οι οποίοι εκθείαζαν άνδρες όπως ο Βρούτος, ο Μούκιος Σκαιόλας, ο Μάνλιος, οι Δέκιοι - άνδρες οι οποίοι, όπως επισημαίνει, κατέστρεφαν, λήστευαν, αφάνιζαν τους δύσμοιρους ρωμαίους πληβείους. Μας υπενθυμίζει πως όταν, σε ακόμη προγενέστερη εποχή, ο βασιλιάς Άγης της Σπάρτης προσπάθησε να βοηθήσει τους κατατρεγμένους, εκτελέστηκε ως προδότης.

Ωστόσο, αυτά τα ανυπέρβλητα αριστουργήματα γράφτηκαν από ανθρώπους και για ανθρώπους άγριους και σκληρούς, Ίσως είμαστε ανώτεροι απ' αυτούς τους βάρβαρους (πιστεύει ο Vico) ως προς την ορθολογική σκέψη, τη γνώση, την ανθρωπιά, αλλά δεν διαθέτουμε, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, την έξοχη, στοιχειακή δύναμη της φαντασίας ή της γλώσσας αυτών των θαυμάσιων επών, που μόνο κάποιος βάρβαρος και πρωτόγονος πολιτισμός μπορεί να δημιουργήσει. Για τον Vico δεν υπάρχει πραγματική πρόοδος στις τέχνες· η μεγαλοφυΐα της τάδε εποχής δεν συγκρίνεται με τη μεγαλοφυΐα της δείνα. Θα το θεωρούσε επιπόλαιο ν' αναρωτηθούμε κατά πόσον ο Σοφοκλής ήταν καλύτερος ποιητής από τον Βιργίλιο ή ο Βιργίλιος από τον Ρακίνα. Ο κάθε πολιτισμός δημιουργεί αριστουργήματα που ανήκουν σ' αυτόν και μόνο, και άμα παρέλθει, θαυμάζει κανείς τις αρετές του ή κατακρίνει τη φαυλότητά του: ίσαμε εδώ, όμως τίποτε δεν μπορεί να τους ξαναφέρει πίσω. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η ιδέα της τέλειας κοινωνίας, όπου όλες οι αρετές των επιμέρους πολιτισμών θα συμφύονται αρμονικά, δεν έχει νόημα. Η μία αρετή μπορεί να αποδειχτεί ασυμβίβαστη με την άλλη. Το ασυνδύαστο παραμένει ασυνδύαστο. Οι αρετές των ομηρικών ηρώων δεν είναι οι αρετές της εποχής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, ο οποίοι εν ονόματι αυτών των αρετών επιτέθηκαν στην ηθικότητα των ομηρικών επών· ούτε οι αρετές της Αθήνας του 5ου αιώνα, παρότι ο Βολταίρος σκεφτόταν διαφορετικά, είναι παρόμοιες με τις αρετές της αναγεννησιακής Φλωρεντίας ή της Αυλής των Βερσαλλιών. Υπάρχει συγχρόνως κέρδος και ζημία κατά το πέρασμα από το ένα πολιτισμικό στάδιο στο άλλο όμως, όποιο κι αν είναι το κέρδος, ό,τι χάνεται, χάνεται για πάντα και δεν θα αναστηθεί σε κανέναν γήινο παράδεισο.[ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΞΙΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΕΤΕΣ. ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΝ ΟΙ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ. ΔΕΝ ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΙ, ΔΕΝ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ. ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΟΥΤΕ ΤΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ, ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ, ΦΥΣΙΚΑ Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΘΕΣΗ]

Υπάρχει κάτι θαρραλέα πρωτότυπο γύρω από έναν στοχαστή, ο οποίος, σε έναν τόσο αυτάρεσκο πολιτισμό σαν εκείνο στον οποίο γεννήθηκε ο Vico, έναν πολιτισμό που θεωρούνταν κολοσσιαία πρόοδος σε σχέση με την κτηνωδία, τον παραλογισμό, την άγνοια προγενέστερων εποχών, τολμούσε να ισχυριστεί ότι ένα απροσμέτρητα αριστουργηματικό ποίημα μπορούσε να δημιουργηθεί μόνο από μια σκληρή, άγρια και, κατά τους μεταγενέστερους, ηθικά αποκρουστική εποχή.[ΤΟ ΤΑΛΕΝΤΟ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΗΝ ΡΩΜΗ] Αυτό ισοδυναμεί με άρνηση της πιθανότητας να εναρμονιστούν οι αρετές σε κάποιον ιδεώδη κόσμο.[ΟΙ ΦΥΣΙΚΕΣ ΑΡΕΤΕΣ] Επομένως, το να κρίνουμε τα επιτεύγματα οποιασδήποτε εποχής χρησιμοποιώντας κάποιο μοναδικό απόλυτο κριτήριο -το κριτήριο που εφαρμόζουν οι κριτικοί και θεωρητικοί μιας μεταγενέστερης περιόδου- δεν είναι μόνο ανιστορικό και αναχρονιστικό, αλλά εδράζεται στην πλάνη, στην υπόθεση ότι υπάρχουν αιώνια κριτήρια -οι ιδεώδεις αξίες ενός ιδεώδους κόσμου-, όταν στην πραγματικότητα μερικά από τα πιο λαμπρά έργα των ανθρώπων συνδέονται οργανικά με κάποιον πολιτισμό που ορισμένες πλευρές του ενδέχεται -ίσως είναι αναπόφευκτο- να τις καταδικάζουμε, μολονότι αξιώνουμε να κατανοήσουμε για ποιο λόγο οι συγκεκριμένοι άνθρωποι αισθάνονταν, σκέπτονταν και δρούσαν με τον τρόπο που το έκαναν.

Άρα, η ιδέα της τέλειας κοινωνίας όπου εκπληρώνονται στο ακέραιο όλοι οι πόθοι των ανθρώπων θεωρείται ασυνάρτητη, τουλάχιστον με εγκόσμια κριτήρια: ο Όμηρος δεν μπορεί να συνυπάρχει με τον Δάντη ούτε ο Δάντης με τον Γαλιλαίο. Αυτό στις μέρες μας είναι κοινοτοπία.[ΚΑΝΕΝΑ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΤΑΘΕΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΕΝΟΣ ΚΡΙΝΟΥ. ΜΟΝΟ Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ] Όμως, οι αντιουτοπικές συνέπειες του τμήματος της Scienza nuova για τον Όμηρο, οι οποίες ως επί το πλείστον απορρίφθηκαν επί των ημερών του, αποτελούν μάθημα για την εποχή μας. Η απαράμιλλη προσφορά του Διαφωτισμού στον αγώνα ενάντια στον σκοταδισμό, την καταπίεση, την αδικία και την ανορθολογικότητα κάθε είδους είναι αδιαμφισβήτητη. Ωστόσο, απ' ό,τι φαίνεται, όλα τα σημαντικά απελευθερωτικά κινήματα, προκειμένου να κάμψουν την αντίσταση καθιερωμένων δογμάτων και συνηθειών, αναγκάζονται να φτάσουν σε υπερβολές και παραγνωρίζουν τις αρετές εκείνου στον οποίο επιτίθενται. Η απόφανση ότι ο άνθρωπος είναι συγχρόνως υποκείμενο και αντικείμενο του εαυτού του, δεν συμβιβάζεται εύκολα με τις απόψεις των παρισινών philosophes, για τους οποίους η ανθρωπότητα είναι, κυρίως, αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Την αντίληψη ότι η ανθρώπινη φύση είναι κατά βάση η ίδια πάντοτε και παντού, και ότι υπακούει σε αιώνιους νόμους που δεν υπόκεινται σε ανθρώπινο έλεγχο, δεν τόλμησε κανείς να την αμφισβητήσει, παρά μόνο μια δράκα θαρραλέων στοχαστών. Όμως, αν την απόδεχτούμε στο όνομα της επιστήμης, σημαίνει ότι παραγνωρίζουμε και υποβιβάζουμε τον ρόλο του ανθρώπου ως δημιουργού και καταστροφέα αξιών, ολόκληρων μορφών ζωής, του ανθρώπου ως υποκειμένου, πλάσματος με εσωτερική ζωή που δεν υφίσταται σε άλλους κατοίκους του σύμπαντος. Οι πιο φημισμένοι ουτοπιστές της μοντέρνας εποχής, από τον Thomas More μέχρι τον Mably, τον Saint-Simon, τον Fourier, τον Owen και τους οπαδούς τους, έδωσαν μια κατά κάποιον τρόπο στατική εικόνα των βασικών χαρακτηριστικών του ανθρώπου και, κατά συνέπεια, μια εξίσου στατική περιγραφή της εφικτής τέλειας κοινωνίας. Επομένως όλοι αυτοί παραγνώρισαν τον χαρακτήρα του ανθρώπου ως αυτομετασχηματιζόμενου όντος, ικανού να επιλέγει ελεύθερα, εντός των ορίων που επιβάλλονται από τη φύση και την ιστορία, ανάμεσα σε ανταγωνιστικούς, αλληλοαποκλειόμενους σκοπούς.[ΠΑΡΑΓΝΩΡΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ]

Η σύλληψη του ανθρώπου ως ενεργού υποκειμένου, το οποίο θέτει σκοπούς, ωθούμενο από δικούς του ενσυνείδητους στόχους καθώς και από αιτιώδεις νόμους, ικανού για απρόσμενα πετάγματα της σκέψης και της φαντασίας, και η σύλληψη του πολιτισμού ως δημιουργήματος της προσπάθειάς του να επιτύχει αυτογνωσία και έλεγχο του περιβάλλοντός του, σε αντίθεση με τις υλικές και ψυχικές δυνάμεις τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιεί, όχι όμως να τις παρακάμπτει, βρίσκεται στην καρδιά κάθε γνήσιας ιστορικής μελέτης. Προκειμένου να ασκήσουν την προσήκουσα δραστηριότητά τους, οι ιστορικοί απαιτούν την ικανότητα της φαντασιακής ενόρασης, χωρίς την οποία τα λείψανα του παρελθόντος παραμένουν νεκρά και άψυχα. Η χρησιμοποίηση αυτής της φαντασιακής ενόρασης είναι, ανέκαθεν ήταν, παρακινδυνευμένη υπόθεση.[ΚΑΘΟΤΙ ΑΝΑΜΙΓΝΥΕΤΑΙ Η ΕΠΑΡΣΗ ΜΕ ΤΟ ΤΑΛΕΝΤΟ]

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

Isaiah Berlin - O Giambattista Vico και η πολιτισμική ιστορία (3)

 Συνέχεια από: Παρασκευή 30 Μαΐου 2025

O Giambattista Vico και η πολιτισμική ιστορία


Ο Vico είναι ο πατέρας της μοντέρνας έννοιας του πολιτισμού και της αντίληψης εκείνης που θα αποκαλούσε κανείς πολιτισμική πολυαρχία, σύμφωνα με την οποία κάθε αυθεντικός πολιτισμός έχει το δικό του μοναδικό όραμα, τη δική του κλίμακα αξιών, η οποία, στην πορεία ανάπτυξής της, υπερβαίνεται από άλλα οράματα και άλλες αξίες, ποτέ όμως εξ ολοκλήρου: δηλαδή, προγενέστερα αξιακά συστήματα δεν είναι εντελώς ακατανόητα στις επόμενες γενεές. Αντίθετα με τον Spengler ή τον Westermarck, o Vico δεν υπέθετε ότι οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι στη δική τους εποχή ή στον δικό τους πολιτισμό, απομονωμένοι σε κάποιο κελί χωρίς παράθυρα και κατά συνέπεια ανίκανοι να κατανοήσουν άλλες κοινωνίες και περιόδους, οι αξίες των οποίων ίσως διαφέρουν πολύ από τις δικές τους, και ενδεχομένως τις θεωρούν αλλόκοτες ή αποκρουστικές. Η βαθύτερη πίστη του ήταν πως ό,τι κατασκεύαζαν άνθρωποι, μπορούν να το κατανοήσουν άλλοι άνθρωποι. Ίσως απαιτούνται οδυνηρές προσπάθειες προκειμένου να αποκρυπτογραφηθεί το νόημα αμοιβαίων σχέσεων ή γλωσσών διαφορετικών από τις δικές μας. Πάρα ταύτα, σύμφωνα με τον Vico, αν ο όρος «ανθρώπινο» έχει κάποιο νόημα, θα πρέπει να αναφέρεται σε ό,τι είναι κοινό στο σύνολο τέτοιων όντων, γιατί έτσι γίνεται εφικτό να συλλάβουμε πώς φαινόταν ο κόσμος σε όντα, απομακρυσμένα χρονικά και χωρικά, τα οποία ακολουθούσαν τέτοια τελετουργικά, χρησιμοποιούσαν τέτοιες λέξεις και δημιουργούσαν τέτοια έργα τέχνης ως φυσικά μέσα αυτοέκφρασης στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν τον κόσμο τους. 

Κατά βάση, η μέθοδος του Vico είναι παρόμοια μ' εκείνη που χρησιμοποιούν οι περισσότεροι σύγχρονοι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι· στην προσπάθεια τους να κατανοήσουν τη συμπεριφορά και το φαντασιακό πρωτόγονων φυλών (ή ό,τι απέμεινε απ' αυτές), δεν απορρίπτουν μύθους, παραμύθια, μεταφορές, παρομοιώσεις και αλληγορίες ως σκέτη ανοησία, σύγχυση στα μυαλά μη ορθολογιστών, αφελών βαρβάρων (όπως έτεινε να κάνει ο 18ος αιώνας): αναζητούν μάλλον το κλειδί που θα τους δώσει τη δυνατότητα να διεισδύσουν στον κόσμο τους, να δουν μέσα από τα δικά τους μάτια, έχοντας κατά νουν ότι οι άνθρωποι (όπως έλεγε ένας μεταγενέστερος φιλόσοφος) είναι συνάμα υποκείμενα και αντικείμενα του εαυτού τους. Δεν αντιμετωπίζουν, λοιπόν, τους πρωτόγονους ως πλάσματα τα οποία απλώς περιγράφουν, ενώ τα κίνητρά τους παραμένουν ακατανόητα -όπως τα φυτά και τα ζώα, που μόνο οι νόμοι της φυσικής ή της βιολογίας εξηγούν τη συμπεριφορά τους-, αλλά ως όντα συγγενικά με τους ίδιους, ως κατοίκους ενός κόσμου όπου τέτοια συμπεριφορά και τέτοια λόγια θεωρούνται κατανοητές αντιδράσεις στις φυσικές συνθήκες όπου βρέθηκαν και τις οποίες επιδιώκουν να κατανοήσουν. Υπό μίαν έννοια, η ύπαρξη και μόνο μιας εκπληκτικής ποικιλίας πολύ διαφορετικών γλωσσών -ορισμένες φορές ανάμεσα σε γειτονικές κοινωνίες (στον Καύκασο ή στα νησιά του Ειρηνικού)- είναι αυτή καθαυτήν δείκτης ή, θα έλεγε κανείς, υπόδειγμα της απαραμείωτης ποικιλίας στην ανθρώπινη αυτοέκφραση, ώστε ακόμη και στην περίπτωση συγγενικών γλωσσών, η πλήρης μετάφραση από τη μία στην άλλη είναι κατ' αρχήν αδύνατη και το χάσμα -ενδεικτικό διαφορών σε τρόπους αντίληψης και δράσης- είναι μερικές φορές αγεφύρωτο.[Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΒΑΒΕΛ.ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΠΕΤΥΧΕ ΕΦΤΑΣΑΝ ΟΛΟΙ ΣΤΟ ΘΕΟ ΚΑΙ Η ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΝ. Η ΣΥΓΧΥΣΗ ΤΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ ΗΤΑΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΗ. ΠΟΛΛΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΙ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ. Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ]

Υπό μίαν έννοια, αυτή η προσέγγιση δεν διαφέρει και τόσο από οποιαδήποτε προσπάθεια κατανόησης άλλων μέσω των λεγομένων, των φυσιογνωμιών και των χειρονομιών τους που εκφράζουν για μας τις προθέσεις και τις βλέψεις τους. Προσφεύγουμε σε αμιγώς επιστημονικές μεθόδους αποκρυπτογράφησης μόνον όποτε καταρρέει η επικοινωνία· διατυπώνουμε υποθέσεις και ζητάμε να τις επαληθεύσουμε, να επιβεβαιώσουμε την αυθεντικότητα των τεκμηρίων, τη χρονολόγηση των αρχαιοτήτων, την ανάλυση των υλικών από τα οποία κατασκευάστηκαν, τον βαθμό αξιοπιστίας των μαρτυριών, των πηγών πληροφόρησης κ.λπ. Για όλα αυτά προσφεύγουμε σε συνηθισμένες επιστημονικές μεθόδους και όχι σ' εκείνο το είδος εμπνευσμένης εικοτολογίας που αναπόφευκτα εισχωρεί μέχρις ενός βαθμού σε κάθε απόπειρα να κατανοήσουμε πώς θα ήταν αν ζούσαμε σε μια δεδομένη κατάσταση σ' έναν συγκεκριμένο χρόνο, έχοντας να αντιμετωπίσουμε τις δυνάμεις της φύσης ή άλλων ανθρώπων, να συλλάβουμε πώς φαίνονταν τα πράγματα σ' εκείνους που πίστευαν στην αποτελεσματικότητα της μαγείας, της μαγγανείας, των θυσιών για τον εξευμενισμό των θεών ή για την υποταγή της φύσης στην ανθρώπινη βούληση.
 
Επειδή οι προπάτορές μας ήταν άνθρωποι, ο Vico εικάζει ότι γνώριζαν, όπως εμείς, τι σημαίνει αγάπη και μίσος, ελπίδα και φόβος, επιθυμία, ικεσία, αγώνας, προδοσία, καταπιεστής και καταπιεζόμενος, εξέγερση. Ο Vico γνώριζε άριστα το ρωμαϊκό δίκαιο και τη ρωμαϊκή ιστορία· κατά συνέπεια, πολλά από τα παραδείγματά του προέρχονται από την ιστορία και τη νομοθεσία της πρώιμης περιόδου της Ρώμης. Οι ετυμολογικές ερμηνείες του είναι συχνά αλλοπρόσαλλες, όμως η έκθεση των οικονομικών καταστάσεων που, κατά την άποψή του, οδήγησαν σ' αυτόν ή σ' εκείνον τον τύπο νομοθεσίας με βάση ό,τι θεωρεί διαρκή ταξικό πόλεμο ανάμεσα σε πληβείους και πατρικίους αξιολογείται ως εξέλιξη των προγενέστερων θεωριών. Οι ιστορικές λεπτομέρειες ίσως είναι λανθασμένες, ακόμη και παράλογες, οι γνώσεις ίσως είναι ελλιπείς, η κριτική μέθοδος ανεπαρκής - αλλά η προσέγγιση είναι τολμηρή, πρωτότυπη και γόνιμη. Ο Vico δεν μας εξηγεί τι εννοεί λέγοντας «διείσδυση» ή «κατάβαση» στον νου πρωτόγονων ανθρώπων, αλλά από την πρακτική του στη Scienza nuova είναι σαφές ότι πρόκειται για τη φαντασιακή ενόραση, χάρισμα το οποίο αποκαλεί fantasia. Μεταγενέστεροι γερμανοί στοχαστές αναφέρονται στη verstehen -κατανόηση- σε αντίθεση με τη wissen, εκείνο το είδος της γνώσης που μας παρέχουν οι φυσικές επιστήμες, όπου η «διείσδυση» δεν τίθεται υπό συζήτηση, αφού κανείς δεν υπάρχει περίπτωση να διεισδύσει στις ελπίδες και τους φόβους των μελισσών και των καστόρων. Η fantasia του Vico είναι αδιαχώριστη από την αντίληψή του για την ιστορική γνώση είναι διαφορετική από τη γνώση του ότι ο Ιούλιος Καίσαρας είναι νεκρός ή ότι η Ρώμη δεν χτίστηκε σε μια μέρα ή ότι το 13 είναι περιττός αριθμός ή ότι η εβδομάδα έχει επτά ημέρες· ούτε βέβαια μοιάζει με τη γνώση του πως κάνουμε ποδήλατο, διεξάγουμε μια στατιστική έρευνα, κερδίζουμε μια μάχη. Συγγενεύει περισσότερο με τη γνώση τού τι σημαίνει να είναι κανείς φτωχός, ν' ανήκει σε κάποιο έθνος, να είναι επαναστάτης, να προσηλυτίζεται σε κάποια θρησκεία, να ερωτεύεται, να καταλαμβάνεται από ακατονόμαστο φόβο, να θέλγεται από κάποιο έργο τέχνης. Δίνω αυτά τα παραδείγματα κατ' αναλογίαν, γιατί ο Vico δεν ενδιαφέρεται για την εμπειρία ατόμων αλλά για την εμπειρία κοινωνικών συνόλων. Αυτό το είδος συλλογικής αυτεπίγνωσης επιθυμούσε να αναλύσει ότι οι άνθρωποι σκέφτονταν, φαντάζονταν, αισθάνονταν, επιθυμούσαν, αγωνίζονταν να επιτύχουν σε αντίθεση με τις φυσικές συνθήκες σε κάποιο ιδιαίτερο στάδιο κοινωνικής ανάπτυξης, εκπεφρασμένο με θεσμούς, μνημεία, σύμβολα, τρόπους γραφής και ομιλίας, που δημιουργήθηκαν από τις προσπάθειές τους να αναπαραστήσουν και να εξηγήσουν την κατάστασή τους στον εαυτό τους - και πίστευε ότι ανακάλυψε ένα εντελώς απάτητο μονοπάτι. Η πύλη που άνοιξε για την κατανόηση της πολιτιστικής ιστορίας μέσω της «αποκωδικοποίησης» μύθων, τελετών, νόμων, καλλιτεχνικών εξεικονίσεων, θεωρούσε ότι είναι το μείζον επίτευγμά του. Δεν είναι να απορεί κανείς που ο Marx, σε μια πασίγνωστη επιστολή του στον Lassalle, έλεγε ότι ο Vico είχε μεγαλοφυείς στιγμές ως στοχαστής της κοινωνικής εξέλιξης. 

Αν κάποιος θα μπορούσε να θεωρηθεί πατέρας της ιστορικής ανθρωπολογίας, αυτός ασφαλώς θα ήταν ο Vico. O Jules Michelet, ο οποίος θεωρούσε τον εαυτό του μαθητή του Vico, είχε δίκιο: ο Vico ήταν ο λησμονημένος πρόδρομος της γερμανικής Ιστορικής Σχολής, ο πρώτος και από ορισμένες πλευρές ο σθεναρότερος αντίπαλος των ανιστορικών δογμάτων του φυσικού δικαίου, της αιώνιας αυθεντίας, της υπόθεσης που έκανε, για παράδειγμα, ο Spinoza, ότι η εκάστοτε αλήθεια θα μπορούσε να ανακαλυφτεί από τον καθένα, ανά πάσα στιγμή, και ότι είναι καθαρή ατυχία που οι άνθρωποι παραπαίουν τόσον καιρό στο σκοτάδι επειδή δεν χρησιμοποίησαν, ή δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν, σωστά το λογικό τους. Η ιδέα της ιστορικής ανάπτυξης υπό την ευρεία αυτή έννοια, ως αλληλουχία πολιτισμών, καθένας από τους οποίους εκπηγάζει από τον προγενέστερό του στην πορεία του διαρκούς αγώνα των ανθρώπων ενάντια στις δυνάμεις της φύσης, που σ' ένα ορισμένο στάδιο κοινωνικής ανάπτυξης γεννά τον πόλεμο ανάμεσα σε οικονομικές τάξεις, διαμορφωμένες από τη διαδικασία της παραγωγής, είναι μείζον συμβάν στην ιστορία της ανάπτυξης της ανθρώπινης αυτοκατανόησης. Αυτή η αντίληψη για τη φύση της ιστορικής αλλαγής (ανεξαρτήτως ποια προμηνύματά της ανευρίσκονται στην κοινωνική σκέψη από τον Ησίοδο μέχρι τον Harrington) ποτέ πριν δεν είχε διατυπωθεί τόσο άρτια.

Οι επικριτές του Vico στη σύγχρονη εποχή επισήμαναν πως το δόγμα του, ότι ο άνθρωπος κατανοεί μονάχα ό,τι κατασκευάζει, δεν αρκεί για την ανακάλυψη και την ανάλυση των πολιτισμών – άραγε, δεν υπάρχουν ασυνείδητες ορμές, ανορθολογικοί παράγοντες περί των οποίων δεν έχουμε επίγνωση, έστω αναδρομικά; 
Μήπως η πράξη συχνά δεν οδηγεί σε απρόβλεπτες συνέπειες, σε απρόσμενα αποτελέσματα που δεν «φτιάχτηκαν» από τα δρώντα υποκείμενα; 
Μήπως και η Πρόνοια, κατά την άποψη του Vico -η δική του εκδοχή της εγελιανής «πανουργίας του λόγου»-, που χρησιμοποιεί τα ελαττώματά μας για να δημιουργήσει μορφές ζωής επ' ωφελεία της ανθρωπότητας (μια παρεμφερής ιδέα αναπτύχθηκε από τον σύγχρονο του Vico, Bernard Mandeville), δεν είναι κάτι «ακατανόητο» για τους ανθρώπους, αφού, σύμφωνα με τον Vico, απορρέει από τη θέληση του Θεού, ο οποίος είναι πνεύμα με άγνωστες διαθέσεις; 
Εξάλλου, δεν είναι αναπόφευκτο να εισάγουμε κάποιες από τις δικές μας έννοιες και κατηγορίες στην εκ μέρους μας κατανόηση του παρελθόντος; 
Δεν ήταν ο μέγας κλασικός λόγιος, Ulrich von Wilamowitz-Moellendorff, ο οποίος έλεγε (αναφερόμενος ακροθιγώς στην ομηρική αφήγηση για τον Αχιλλέα, κατά την οποία ο Οδυσσέας κάλεσε το φάντασμά του από τον Άδη) ότι οι νεκροί δεν μπορούν να μιλήσουν μέχρις ότου πιουν αίμα; 
Όμως, αφού τους προσφέρουμε το αίμα μας, τους προσφέρουμε και τις φωνές μας για να μας μιλήσουν, και βέβαια στη δική μας γλώσσα, όχι στη δική τους· και, αν έτσι έχουν τα πράγματα, μήπως η αξίωσή μας να κατανοήσουμε τους ίδιους και τον κόσμο τους  δεν είναι ως ένα βαθμό απατηλή;

Όλες αυτές οι σκέψεις είναι βάσιμες, και συνάμα πρόσκομμα στην ιδέα ότι, αφού η ανθρώπινη ιστορία φτιάχνεται από ανθρώπους, είναι δυνατόν να κατανοηθεί πλήρως με τη «διείσδυση» στα μυαλά των προγόνων μας. Ωστόσο, ακόμη κι αν η ανθρώπινη ιστορία είναι κάτι παραπάνω από περιγραφή των ανθρώπινων ελπίδων ή ιδεών και των ενεργειών που τις ενσαρκώνουν, και όχι απλώς περιγραφή της ανθρώπινης εμπειρίας ή των σταδίων συνείδησης (όπως, κατά διαστήματα, ο Hegel και ο Collingwood φαίνεται να πιστεύουν), ακόμη κι αν ο Marx έχει δίκιο όταν λέει ότι πράγματι οι άνθρωποι κάνουν την ανθρώπινη ιστορία (όχι εντελώς ελεύθερα, όμως, αλλά σε συνθήκες που παρέχονται από τη φύση και από προηγούμενους ανθρώπινους θεσμούς, οι οποίοι ίσως να οδηγούν σε καταστάσεις όχι κατ' ανάγκην συναφείς με τις προθέσεις των δρώντων) – ακόμη κι αν οι ισχυρισμοί του Vico σήμερα φαίνονται υπερβολικά φιλόδοξοι, εντούτοις κάτι σημαντικό επιβιώνει παρ' όλες αυτές τις επιφυλάξεις. Ο καθένας σήμερα έχει επίγνωση της θεμελιώδους διαφοράς ανάμεσα, αφενός, σε όσους ιστορικούς εξεικονίζουν ολόκληρες κοινωνίες ή ομάδες με τέτοια πληρότητα και ζωντάνια που πιστεύουμε, δικαίως ή αδίκως, ότι είμαστε ικανοί να πούμε πώς θα ήταν να ζούσαμε σε τέτοιες συνθήκες και, αφετέρου, σε αρχαιοδίφες χρονικογράφους συλλέκτες γεγονότων ή στατιστικών βάσει των οποίων διατυπώνονται γενικά συμπεράσματα, πολυμαθείς συμπιληματογράφους ή θεωρητικούς, οι οποίοι πιστεύουν ότι η χρήση της φαντασίας ανοίγει την πόρτα στους εφιάλτες της εικοτολογίας, του υποκειμενισμού, της δημοσιογραφίας, ή και σε άλλα ακόμη χειρότερα.
 
Αυτή η σημαντικότατη διάκριση εδράζεται στη στάση μας έναντι της ικανότητας που ο Vico αποκαλούσε fantasia, χωρίς την οποία το παρελθόν δεν μπορεί, κατά την άποψή του, να ανασυγκροτηθεί. Ο αποφασιστικός ρόλος που παραχωρεί στη φαντασία δεν θα πρέπει να μας παραπλανά -και δεν τον παραπλάνησε- ως προς την αναγκαιότητα της επαλήθευσης· ο ίδιος αναγνωρίζει ότι οι κριτικές μέθοδοι ελέγχου των μαρτυριών είναι απαραίτητες. Παρ' όλα αυτά, χωρίς fantasia το παρελθόν παραμένει νεκρό· για να το επαναφέρουμε στη ζωή χρειαζόμαστε, τουλάχιστον θεωρητικά, να ακούσουμε τις φωνές των ανθρώπων, να εικάσουμε (βάσει των μαρτυριών που θα συλλέξουμε) ποια ήταν η εμπειρία τους, οι μορφές έκφρασής τους, οι αξίες τους, η νοοτροπία, οι σκοποί, οι τρόποι ζωής τους, δίχως κάτι τέτοιο δεν θα συλλάβουμε από που ερχόμαστε, πώς γίναμε ό,τι είμαστε τώρα, όχι απλός φυσικά ή βιολογικά και, υπό ευρεία έννοια, πολιτικά ή θεσμικά, αλλά κοινωνικά, ηθικά· δίχως αυτό δεν υπάρχει γνήσια αυτοκατανόηση. Ονομάζουμε σπουδαίους ιστορικούς όσους έχουν πλήρη εποπτεία της πραγματολογικής μαρτυρίας που αποκτήθηκε με τη χρήση των καλύτερων κριτικών μεθόδων τις οποίες είχαν στη διάθεσή τους, αλλά συνάμα διαθέτουν τη βαθύτητα της φαντασιακής ενόρασης που χαρακτηρίζει τους χαρισματικούς μυθιστοριογράφους. Η Κλειώ, όπως επισήμανε καιρό πριν, ο άγγλος ιστορικός G. M. Trevelyan είναι, στο κάτω κάτω, μούσα.

Παρασκευή 30 Μαΐου 2025

Isaiah Berlin - O Giambattista Vico και η πολιτισμική ιστορία (2)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

O Giambattista Vico και η πολιτισμική ιστορία

I

Η ίδια η ιδέα της κουλτούρας του αλληλοσυσχετισμού διαφορετικών δραστηριοτήτων από την πλευρά των μελών μιας δεδομένης κοινότητας- των δεσμών που υπάρχουν ανάμεσα σε νoμικά συστήματα, θρησκείες, τέχνες, επιστήμες, έθιμα και, κυρίως, γλώσσες, καθώς και σε μύθους, θρύλους, τελετουργικές μορφές συμπεριφοράς που συνδέονται με ευπροσδιόριστους τρόπους ζωής οι οποίοι στηρίζονται σε διαφορετικά ιδεώδη και αξίες – ολόκληρη αυτή η ιδέα, στην πλήρως συνειδητή, συγκεκριμένη μορφή της, δεν είναι πολύ παλαιά. Οφείλει πολλά στο αυξημένο ενδιαφέρον, κατά τη διάρκεια της ιταλικής Αναγέννησης, για τον κλασικό κόσμο της Ελλάδας και της Ρώμης, όταν οι πρόδηλες και έντονες διαφορές ανάμεσα στις δικές τους κοινωνίες και στις κοινωνίες της κλασικής εποχής έστρεψαν την προσοχή των λογίων και όσων επηρεάζονταν από αυτούς στην πιθανότητα ύπαρξης περισσότερων του ενός γνήσιων ανθρώπινων πολιτισμών. Η ειρωνεία του πράγματος είναι ότι η ιδέα της αναστήλωσης, η επιθυμία να αναβιώσουν τα μεγαλεία της Ελλάδας και της Ρώμης μετά τη σκοτεινή νύχτα του Μεσαίωνα, να αναδιοργανωθεί η ζωή με βάση τις έγκυρες αρχές που υποτίθεται ότι δέσποζαν στον κλασικό πολιτισμό, παραμερίστηκε βαθμηδόν, καθώς η γνώση για το παρελθόν αυξανόταν, από το ακριβώς αντίθετό της, την κατανόηση των ασυμφιλίωτων διαφορών νοοτροπίας και συμπεριφοράς -κανόνων και αρχών- ανάμεσα στις αρχαίες και στις νεότερες κοινωνίες. 

Αρκετοί ιστορικοί συγγραφείς στη Γαλλία του 16ου αιώνα, o Vignier, o La Popelinière, o Le Caron, ο Bodin, υποστήριζαν ότι η μελέτη της Αρχαιότητας -έθιμα, μύθοι, θρησκευτικά τελετουργικά, γλώσσες, καθώς και επιγραφές, νομίσματα, έργα τέχνης και, βέβαια, λογοτεχνικά μνημεία- παρείχε τα τεκμήρια βάσει των οποίων ήταν εφικτή η ανασύνθεση ατόφιων πολιτισμών. Παρά ταύτα, η άποψη σύμφωνα με την οποία οι εκάστοτε ανώτεροι πολιτισμοί ήταν ισάριθμοι κλάδοι του ίδιου μεγάλου δέντρου του Διαφωτισμού ότι η ανθρώπινη πρόοδος αποτελούσε ενιαία προοδευτική κίνηση, διακοπτόμενη από περιόδους οπισθοδρόμησης και κατάπτωσης, αλλά ποτέ εκμηδενισμένη, διαρκώς ανανεούμενη, η οποία πλησίαζε όλο και περισσότερο στην τελική νίκη του Λόγου - εξακολουθούσε να δεσπόζει στη Δυτική σκέψη. Ιστορικοί και νομομαθείς, κυρίως προτεστάντες, οι οποίοι τόνιζαν τις σχεδόν αγεφύρωτες διαφορές ανάμεσα στο παλαιό και το νέο, στους Ρωμαίους και στους Φράγκους, εξακολουθούσαν να αμφισβητούν αυτή την υπόθεση. Το μακρινό και το εξωτικό άρχισαν να μελετώνται σοβαρά και απροκατάληπτα. Οι διαφορές Ανατολής και Δύσης, για παράδειγμα, ή Ευρώπης και Αμερικής, είχαν καταγραφεί, όμως ελάχιστα γίνονταν προκειμένου να προκύψουν πραγματικές ιστορίες ή αναλύσεις αυτών των ανόμοιων κοινωνιών, οι οποίες γοήτευαν λογίους και ταξιδιώτες επειδή ήταν τόσο διαφορετικές από τις δικές τους. 

Σημαντική πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση σημειώθηκε από τους πρώτους αντιπάλους των παρισινών μανδαρίνων του 18ου αιώνα, οι οποίοι επέκριναν όσους θεωρούσαν ότι το παρελθόν θα έπρεπε να κριθεί από το κατά πόσον η θεωρία και η πρακτική του πλησίαζε στο γούστο της δικής μας πεφωτισμένης εποχής. Έτσι ανακαλύπτουμε βρετανούς και σουηδούς λογίους, στα πρώτα χρόνια του αιώνα, οι οποίοι άρχισαν να ερευνούν τους θρύλους, τα έπη, την πρώιμη ποίηση από ιστορική άποψη, ως μέσα αυτοέκφρασης ορισμένων λαών. Τέτοιοι κριτικοί διατείνονταν ότι τα ομηρικά έπη, τα άσματα των Νιμπελούνγκεν, οι νορβηγικές σάγκα όφειλαν τη δύναμη και την ομορφιά τους στα παράδοξα χαρακτηριστικά των κοινωνιών από τις οποίες, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, γεννήθηκαν. Ο επίσκοπος Lowth, καθηγητής εβραϊκών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, χαρακτήριζε την Παλαιά Διαθήκη ως εθνικό έπος των κατοίκων της αρχαίας Ιουδαίας, το οποίο δεν θα έπρεπε να αξιολογείται σύμφωνα με τα κριτήρια που αντλούμε από τη μελέτη του Σοφοκλή ή του Βιργιλίου, του Ρακίνα ή του Boileau.
 
Ο πιο γνωστός συνήγορος αυτής της προσέγγισης είναι ο γερμανός ποιητής και κριτικός, Johann Gottfried Herder, o οποίος εξυμνούσε τη μοναδικότητα των εθνικών πολιτισμών, πρωτίστως την ασυμμετρία τους, τις διαφορές στα κριτήρια με τα οποία θα γίνονταν κατανοητοί και θα κρίνονταν. Σε όλη τη ζωή του ήταν συνεπαρμένος απ' όλες τις φάσεις των πολιτισμών, παρελθόντος και παρόντος, ευρωπαϊκών και ασιατικών, σχετικά με τους οποίους προσκόμιζε αρκετά πειστικά και συγκεκριμένα τεκμήρια, το πρόσφατο τότε ενδιαφέρον για τις ανατολικές σπουδές και για τις γλώσσες της Ινδίας και της Περσίας. Αυτό, εν συνεχεία, εμψύχωσε τη γερμανική ιστορική επιστήμη του δικαίου, που στρεφόταν κατά των αξιώσεων για αιώνια ορθολογικότητα, κατά της διεκδίκησης οικουμενικής εγκυρότητας, είτε του Ρωμαϊκού Δικαίου, είτε του Ναπολεόντειου Κώδικα, είτε όσων αρχών διακηρύχτηκαν από τους ιδεολόγους της Γαλλικής Επανάστασης και τους συμμάχους τους σε άλλες χώρες. Κατά καιρούς, η αντίθεση στην αυθεντία του μοναδικού αμετάβλητου φυσικού νόμου, όπως διατυπωνόταν είτε από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είτε από τα γαλλικά lumières [τον γαλλικό Διαφωτισμό], έτεινε να πάρει άκρως αντιδραστικές μορφές, οι οποίες δικαιολογούσαν την καταπίεση, την αυθαίρετη εξουσία, τις κάθε λογής ανισότητες και αδικίες. Παρά ταύτα, η άλλη όψη αυτού του νομίσματος ήταν η έμφαση που δόθηκε στην αστείρευτη ποικιλία των ανθρώπινων θεσμών και στις διαφορές νοοτροπίας και εμπειριών που τους χαρακτήριζαν και τους διαχώριζαν, και πρωτίστως στο γεγονός ότι ήταν αδύνατον να αναχθούν σε ενιαίο υπόδειγμα, ή έστω σε παρεκκλίσεις από ένα τέτοιο υπόδειγμα συστηματικού είδους.

Αξίζει να επισημανθεί ότι η ιστορία των ιδεών προσφέρει ελάχιστα παραδείγματα τόσο συνταρακτικών αλλαγών νοοτροπίας όπως η γένεση της νέας πίστης όχι τόσο στο αναπόφευκτο, όσο στην αξία και στη σημασία, του ιδιότυπου και του μοναδικού, της ποικιλίας ως τέτοιας και στην αντίστοιχη πεποίθηση ότι υπάρχει κάτι τυραννικό και βαθιά απωθητικό στην ομοιομορφία· ότι ενώ η ποικιλία αποτελεί έκφραση ζωτικότητας, το αντίθετο αποτελεί σύμπτωμα καταθλιπτικής και θανάσιμης μονοτονίας. Πράγματι, αυτή η ιδέα, αυτό το συναίσθημα, που φαίνεται τόσο φυσικό σ' εμάς σήμερα, δεν συμβιβάζεται με μιαν άποψη του κόσμου, σύμφωνα με την οποία η αλήθεια είναι παντού μία, ενώ το ψεύδος πολλαπλό· ότι η ιδεώδης κατάσταση είναι ολοκληρωτική αρμονία, ενώ οι φανερά ασυμβίβαστες διαφορές νοοτροπίας ή γνώμης είναι σύμπτωμα ατέλειας – έλλειψη συνοχής που οφείλεται σε πλάνη ή άγνοια, σε αδυναμία ή διαστροφή. Ωστόσο, αυτό το είδος λατρείας της ενότητας είναι η βάση του πλατωνισμού και μεγάλου μέρους του μετέπειτα στοχασμού τόσο στον ιουδαϊσμό και στον χριστιανισμό όσο και στην Αναγέννηση και στον Διαφωτισμό, που επηρεάστηκαν βαθύτατα από τη θριαμβευτική πρόοδο των φυσικών επιστημών. Ακόμη και ο Leibniz, ο οποίος πίστευε στην πληθυντικότητα, στην αξία της μεγαλύτερης δυνατης ποικιλίας των ειδών, υπέθετε ότι αυτά θα πρέπει να εναρμονίζονται αμοιβαία· αλλά και ο Περικλής, ο οποίος στον Επιτάφιό του, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, εκδηλώνει τη δυσμένεια του για την άκαμπτη πειθαρχία του στρατιωτικοποιημένου κράτους της Σπάρτης εν συγκρίσει προς τη χαλαρή δομή του αθηναϊκού βίου, επιθυμούσε μιαν αρμονική πόλη, τα μέλη της οποίας έθεταν ευσυνείδητα τον εαυτό τους στην υπηρεσία της διατήρησης και της ισχυροποίησής της. Ο Αριστοτέλης παραδεχόταν ότι ορισμένες διαφορές στη νοοτροπία και στον χαρακτήρα ήταν αναπόφευκτες, αλλά δεν τις εξυμνούσε ως αρετή, απλώς τις αναγνώριζε ως μέρος της αμετάβλητης ανθρώπινης φύσης. Όσον αφορά τον υπέρμαχο της ποικιλομορφίας κατά τον 18ο αιώνα, τον Herder, ο οποίος πίστευε βαθιά ότι ο κάθε πολιτισμός έχει να προσφέρει τη δική του αναντικατάστατη συμβολή στην πρόοδο της ανθρωπότητας, πίστευε το ίδιο βαθιά ότι δεν χρειάζεται -κατ' ουσίαν, δεν θα έπρεπε- να υφίστανται συγκρούσεις ανάμεσα σ' αυτές τις ανόμοιες συμβολές, ότι σκοπός τους είναι να εμπλουτίσουν την οικουμενική αρμονία ανάμεσα σε έθνη και θεσμούς, χάριν της οποίας δημιουργήθηκαν οι άνθρωποι από τον Θεό ή τη φύση. Κανένα δόγμα που έχει ως πυρήνα του κάποια μονιστική σύλληψη της αλήθειας, του καλού και του ωραίου, ἡ κάποια τελολογία σύμφωνα με την οποία το καθετί συνεργεί για την τελική αρμονική λύση -για κάποια τελική τάξη μέσα στην οποία όλες οι φαινομενικές συγχύσεις και ατέλειες της ζωής στον κόσμο θα εξαλειφθούν-, κανένα τέτοιο δόγμα δεν αναγνωρίζει την ποικιλομορφία ως ανεξάρτητη αξία που επιδιώκεται ως αυτοσκοπός· γιατί η ποικιλομορφία συνεπάγεται το ενδεχόμενο σύγκρουσης αξιών, κάποιαν απαραμείωτη αντίθεση ανάμεσα στα ιδεώδη ή, βέβαια, στους άμεσους σκοπούς των πλήρως συνειδητών και εξίσου ενάρετων ανθρώπων. 

Μολαταύτα αυτή η λατρεία της αστείρευτης ποικιλομορφίας βρισκόταν στο επίκεντρο του ρομαντικού κινήματος, τόσο στις τέχνες όσο και στη φιλοσοφία. Αυτό νομίζω ότι οδήγησε κατά κάποιον τρόπον στο να εξανεμιστεί η ιδέα της αντικειμενικής αλήθειας, τουλάχιστον όσον αφορά την κανονιστική σφαίρα, Όπως κι αν είχαν τα πράγματα στις φυσικές επιστήμες, στην ηθική, την πολιτική, την αισθητική, αυτό που ενδιέφερε ήταν η αυθεντικότητα και η ειλικρίνεια κατά την επιδίωξη των ενδογενών σκοπών· αυτό ίσχυε εξίσου για άτομα και σύνολα - κράτη, έθνη, κινήματα. Είναι προφανέστερο στην αισθητική του ρομαντισμού, όπου η ιδέα των αιώνιων προτύπων, το πλατωνικό όραμα του ιδεατού κάλλους, το οποίο ο καλλιτέχνης θέλει να εκφράσει, έστω ατελώς, σε ζωγραφικές απεικονίσεις ή με ήχους, αντικαθίσταται από την πίστη στην πνευματική ελευθερία, στην ατομική δημιουργικότητα. Ο ζωγράφος, ο ποιητής και ο συνθέτης δεν εκθέτουν κάποιο αντικαθρέφτισμα της φύσης, έστω εξιδανικευμένο, αλλά επινοούν· δεν μιμούνται (κατά το δόγμα της μίμησης), αλλά δημιουργούν όχι απλώς τα μέσα αλλά και τους σκοπούς που επιδιώκουν· αυτοί οι σκοποί αντιπροσωπεύουν την αυτοέκφραση του μοναδικού, εσωτερικού οράματος του καλλιτέχνη, που η παραγνώρισή του κατ' επιταγήν κάποιας «εξωτερικής» φωνής -εκκλησία, κράτος, κοινή γνώμη, οικογένεια, φίλοι, ρυθμιστές του γούστου- είναι μια πράξη προδοσίας αυτού που δικαιώνει την ύπαρξη όσων είναι υπό οποιαδήποτε έννοια δημιουργικοί.
 
Αυτή η βουλησιαρχία και ο υποκειμενισμός, που ο πιο φλογερός προφήτης του, ο Johann Gottlieb Fichte, είναι ο πραγματικός πατέρας του ρομαντισμού, καταλήγει στο τέλος σε αναρχία και ανορθολογισμό, σε βυρωνική αυτοδιέγερση, στη λατρεία του ζοφερού αποβλήτου, του καταχθόνιου και γοητευτικού, του εχθρού της κατεστημένης κοινωνίας, του σατανικού ήρωα Κάιν, Μάνφρεντ, Γκιαούρ, Μέλμοθ, οι οποίοι αποκτούν την υπερήφανη ανεξαρτησία τους χωρίς να λάβουν υπόψη πόση ανθρώπινη ευτυχία ή πόσες ανθρώπινες ζωές θα κοστίσει. Στην περίπτωση των εθνών, η απόρριψη της ιδέας των οικουμενικά έγκυρων αξιών έτεινε κατά καιρούς να ενθαρρύνει τον εθνικισμό και τον επιθετικό σωβινισμό, την εξύμνηση του ασυμβίβαστου ατόμου ή τον συλλογικό εγωισμό. Στις ακραίες μορφές της έλαβε εγκληματικές και παθολογικές μορφές και απέληξε στην άρνηση του λογικού και κάθε αίσθησης πραγματικότητας, συχνά με τερατώδεις ηθικές και πολιτικές συνέπειες. 

Παρά ταύτα, στην πρωιμότερη φάση του το ίδιο κίνημα συνέβαλε τα μέγιστα στη γένεση της ιστορικής κατανόησης, χάρη στην οποία η ανάπτυξη του ανθρώπινου πολιτισμού δεν εκλαμβανόταν ως ενιαία ευθύγραμμη κίνηση, που άλλοτε ακμάζει, άλλοτε παρακμάζει, ούτε ως διαλεκτική κίνηση συγκρουόμενων αντιθέτων, τα οποία πάντοτε διαλύονται σε μιαν ανώτερη σύνθεση, αλλά ως αναγνώριση του γεγονότος ότι οι πολιτισμοί είναι πολλοί και ποικίλοι· κάθε πολιτισμός ενσωματώνει κλίμακες αξιών που διαφέρουν από τις κλίμακες άλλων και μερί κές φορές είναι ασυμβίβαστες με αυτές· όμως, οι πολιτισμοί είναι δυνατόν να κατανοηθούν, δηλαδή να μελετηθούν από παρατηρητές προικισμένους με οξυδέρκεια και συναισθηματικά συνταυτιστική ιστορική ενόραση, ως τρόποι ζωής που επιδιώκουν άνθρωποι και είναι καθ' όλα ανθρώπινοι. Αναμφισβήτητος υπέρμαχος αυτής της άποψης ήταν ο Herder· όμως, καθώς φαίνεται, αυτός που πρώτος της έδωσε σάρκα και οστά ήταν ο Walter Scott. Τα καλύτερα ιστορικά μυθιστορήματα του Scott για πρώτη φορά παρουσίαζαν άτομα, τάξεις και κοινωνικά συνολα, ανάγλυφα, ως σαφώς κατανοητούς χαρακτήρες, και όχι ως μορφές επί σκηνής, όπως οι διδιάστατοι, γενικευμένοι τύποι του Λίβιου ή του Τάκιτου, καθώς και του Gibbon και του Hume. Οι χαρακτήρες του Scott είναι, κατά κανόνα, άνδρες και γυναίκες, των οποίων η νοοτροπία, τα συναισθήματα και τα κίνητρα είναι κατανοητά στον αναγνώστη· ο Scott είναι οι πρώτος συγγραφέας που υλοποίησε ότι πρέσβευε ο Herder: την έκφραση ενός κόσμου που ο αναγνώστης κατανοεί ότι είναι εξίσου άρτιος με τον δικό του, εξίσου πραγματικός και εντούτοις καταφανώς διαφορετικός· όμως, δεν είναι τόσο απόμακρος ώστε να μην κατανοείται όπως κατανοούμε σύγχρονους κόσμους των οποίων τα γνωρίσματα και η ζωή διαφέρουν ριζικά από τα δικά μας. Η επήρεια του Scott στην ιστοριογραφία δεν μελετήθηκε επαρκώς. Η θεώρηση του παρελθόντος μέσα από τα μάτια εκείνων που το έζησαν εκ των έσω, και όχι απλώς ως αλληλουχία μακρινών γεγονότων και μορφών σε μια πομπή που περιγράφεται από εξωτερική σκοπιά, ως υλικό για αφηγηματική ή στατιστική χρήση -η ικανότητα που απαιτείται για να ευοδωθεί αυτό το είδος κατανόησης, έστω και με κάποια αξιοσημείωτη προσπάθεια-, είναι κάτι που σπανίως συναντάται πριν από τη νεότερη εποχή σε ιστορικούς που μέριμνά τους ήταν η αλήθεια.

Ο Herder μπορεί να ήταν ο πρώτος που ανακάλυψε τη φύση αυτού του είδους φαντασιακής ενόρασης, όμως αυτός που πρώτος συνέβαλε με πολύ συγκεκριμένο τρόπο σ' αυτήν τη δυνατότητα και παρείχε παραδείγματα για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια μέθοδος, ήταν ο Ιταλός λόγιος Giambattista Vico, στις αρχές του 18ου αιώνα. Το κύριο έργο του Vίcο παρέμεινε άγνωστο, αν εξαιρέσουμε ελάχιστους Ιταλούς και Γάλλους στους οποίους, χρόνια αργότερα, τον έκαναν γνωστό οι Ιταλοί, μέχρις ότου, στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Jules Michelet τον ανακάλυψε, συγκλονίστηκε και εκθείασε τα επιτεύγματά του σε όλη την Ευρώπη. 

Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

Isaiah Berlin - O Giambattista Vico και η πολιτισμική ιστορία

O Giambattista Vico και η πολιτισμική ιστορία

I

Η μελέτη του παρελθόντος ήταν ανέκαθεν μία από τις σημαντικότερες μέριμνες των ανθρώπων. Πολλά ήταν τα κίνητρα για τούτο, με ορισμένα απ' αυτά ασχολήθηκε ο Nietzsche σ' ένα πασίγνωστο δοκίμιο: φιλαυτία, ο πόθος να δοξαστούν τα κατορθώματα της φυλής, του έθνους, της εκκλησίας, της τάξης, του κόμματος η επιθυμία να προαχθούν οι δεσμοί αλληλεγγύης σε μια δεδομένη κοινωνία – «Είμαστε όλοι παιδιά του Κάδμου»· η πίστη στις ιερές παραδόσεις της φυλής – στους προπάτορες μας και μόνο αποκαλύφτηκαν επάξια οι αληθινοί σκοποί της ζωής, του καλού και του κακού, του ορθού και του λάθους, πώς να ζει κανείς, γιατί να ζει· και μαζί με αυτά η αίσθηση της συλλογικής αξίας, η ανάγκη να γνωρίζουμε και να διδάσκουμε τους άλλους πώς να κατανοήσουν το είδος της κοινωνίας που έχουμε και είχαμε, το πλέγμα σχέσεων μέσω του οποίου εκφράζεται η συλλογική μεγαλοφυΐα μας και δυνάμει του οποίου μπορούμε να εκπληρώσουμε τον σκοπό μας.

Υπάρχει η ηθική προσέγγιση: η ιστορία μας προσφέρει αυθεντικά παραδείγματα -και πρότυπα- αρετής και διαστροφής, με ζωντανές απεικονίσεις του τι να κάνουμε και τι να αποφεύγουμε – μια πινακοθήκη προσωπογραφιών ηρώων και αχρείων, σοφών και παλαβών, επιτυχημένων και αποτυχημένων· εδώ η ιστορία θεωρείται κατ' αρχάς σχολείο ηθικής, όπως για παράδειγμα υποστήριζε ο Leibniz, ή πειραματικής πολιτικής, όπως πίστευε ο Joseph de Maistre (και ίσως ο Machiavelli).

Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που αναζητούν κάποιο υπόδειγμα στην ιστορία, τη βαθμιαία πραγματοποίηση κάποιου κοσμικού σχεδίου, το έργο του Δημιουργού μας, αλλά και ό,τι υπάρχει για να υπηρετηθεί ένας οικουμενικός σκοπός, τον οποίο αγνοούμε, ίσως, επειδή είμαστε πολύ αδύναμοι, αμαρτωλοί ή ανόητοι, αλλά πραγματικό και αναλλοίωτο, με γνωρίσματα που μπορούν να τα διακρίνουν, έστω ατελώς, όσοι έχουν μάτια και βλέπουν. Μία από τις μορφές αυτού του οράματος είναι η σύλληψη της ιστορίας ως κοσμικό δράμα, το οποίο, σύμφωνα με μερικά δόγματα, πρέπει να αποκορυφωθεί σε μια τελική λύση πέραν της ιστορίας και του χρόνου, σε ολοκληρωτική πνευματική μεταμόρφωση, που δεν μπορεί να συλληφθεί στο ακέραιο από την περιορισμένη ανθρώπινη διάνοια. Σύμφωνα με άλλους, η ιστορία αποτελεί κυκλική διαδικασία που οδηγεί στην επίτευξη των ανθρώπινων επιδιώξεων, κατόπιν σε παρακμή και κατάρρευση, ύστερα από την οποία ξαναρχίζει η όλη διαδικασία. Υπάρχει η άποψη ότι τέτοια υποδείγματα νοηματοδοτούν την ιστορική διαδικασία, αλλιώς τι θα ήταν. Απλό παιχνίδι τυχαίων συνδυασμών και ανακολουθιών, μηχανική αλληλουχία αιτίων και αποτελεσμάτων;

Έπειτα υπάρχουν όσοι πιστεύουν στη δυνατότητα μιας κοινωνιολογικής επιστήμης για την οποία τα ιστορικά γεγονότα είναι δεδομένα και, όταν ανακαλύψουμε τους νόμους που διέπουν την κοινωνική αλλαγή, θα μας διευκολύνουν να προβλέψουμε το μέλλον και να ανασυνθέσουμε το παρελθόν – αυτή είναι η έννοια της ιστορίας ως συστηματικής συλλογής παρατηρήσεων που αποτελεί για μιαν ανεπτυγμένη επιστημονική κοινωνιολογία, όπως είχαν αποτελέσει οι παρατηρήσεις για τα ουράνια σώματα του Tycho Brahe για τους νόμους που ανακάλυψαν ο Kepler και ο Γαλιλαίος, ένα νέο και πανίσχυρο εργαλείο που καθιστά περιττή την επιστροφή στην απλή συσσώρευση τέτοιων δεδομένων, εκτός κι αν επαληθεύουν συγκεκριμένες υποθέσεις. Αυτό προσδοκούσαν τον 19ο αιώνα θετικιστές όπως ο Comte και ο Bucle, οι οποίοι πίστευαν στη δυνατότητα, και στην ανάγκη, φυσικής επιστήμης της ιστορίας δημιουργημένης με μεθόδους ανάλογες με εκείνες, αν όχι της φυσικής, τουλάχιστον των βιολογικών επιστημών. Υπάρχουν, επίσης, εκείνοι οι οποίοι δεν αναγνωρίζουν κάποιο ανώτερο κίνητρο για τη μελέτη της ιστορίας, αλλά την απλή περιέργεια για το παρελθόν, την έρευνα για γνώση χάριν της ιδίας, την επιθυμία να γνωρίζουν τι συνέβη, πότε και γιατί, χωρίς κατ' ανάγκην να αντλούν συμπεράσματα ή τυποποιημένους νόμους.

Τελευταία, αλλά όχι και λιγότερο σημαντική, έρχεται η φιλοδοξία εκείνων οι οποίοι επιθυμούν να μάθουν πώς εμείς, η σημερινή γενιά, γίναμε ό,τι είμαστε, ποιοι ήταν οι πρόγονοί μας, τι έκαναν, ποιες ήταν οι συνέπειες των δραστηριοτήτων τους, ποια ήταν η φύση της αλληλεπίδρασης μεταξύ αυτών των δραστηριοτήτων, ποιες ήταν οι ελπίδες, οι φόβοι και οι σκοποί τους, και οι φυσικές δυνάμεις με τις οποίες όφειλαν να αναμετρηθούν· γιατί είναι ολοφάνερο ότι μονάχα βάρβαροι δεν είναι περίεργοι για τις καταβολές των δικών τους μορφών ζωής και πολιτισμού, για τη θέση τους μέσα στην παγκόσμια τάξη όπως προσδιορίστηκε από τις προγενέστερες εμπειρίες των προγόνων τους, καθώς και για την ταυτότητα ακριβώς αυτών των προγόνων, η οποία και μόνο μπορεί να δώσει μιαν αίσθηση ταυτότητας στους απογόνους τους.

Το τελευταίο κίνητρο για τη μελέτη της ιστορίας εκπηγάζει από την επιθυμία για αυτογνωσία – κάτι το οποίο, έστω κι αν εξυπονοούνταν σε πρωιμότερους συγγραφείς, ήρθε στην επιφάνεια μόνο κατά τον 18ο αιώνα, κυρίως μεταξύ των δυτικών στοχαστών που αντιδρούσαν ενάντια σ' ένα θεμελιώδες δόγμα του γαλλικού Διαφωτισμού, το οποίο τότε ασκούσε επιρροή στην πλειονότητα των ευρωπαίων διανοουμένων. Αυτό αφορούσε την πεποίθηση ότι μια οικουμενικά έγκυρη μέθοδος είχε, επιτέλους, ανακαλυφθεί προκειμένου να δοθούν απαντήσεις στα θεμελιώδη ερωτήματα που έθεταν οι άνθρωποι σε όλες τις εποχές – πώς να διαπιστωθεί τι ήταν αληθές και τι ήταν ψευδές σε κάθε σφαίρα της γνώσης· και, πρωτίστως, ποιος ήταν ο προσήκων τρόπος ζωής για να ευοδωθούν οι σκοποί που οι άνθρωποι ανέκαθεν επιδίωκαν - ζωή, ελευθερία, δικαιοσύνη, ευτυχία, αρετή, πλήρη ανάπτυξη των ανθρώπινων ικανοτήτων με αρμονικό και δημιουργικό τρόπο. Αυτή η μέθοδος συνίστατο στην εφαρμογή όσων ορθολογικών (δηλαδή, επιστημονικών) κανόνων είχαν κατά τον προηγούμενο αιώνα παραγάγει τέτοια μεγαλειώδη αποτελέσματα στις σφαίρες των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών, στα ηθικά, κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά προβλήματα της ανθρωπότητας, τα οποία μέχρι τότε δαιμονοποιούνταν λόγω αγνοίας και λαθών, δεισιδαιμονιών και προκαταλήψεων, μεγάλο μέρος των οποίων προερχόταν εσκεμμένα από ιερείς, πρίγκιπες, άρχουσες τάξεις, γραφειοκράτες και φιλόδοξους τυχοδιώκτες, που διέσπειραν ψεύδη για να κρατούν υποταγμένους τους ανθρώπους στη θέλησή τους.

Ο σπουδαιότερος πολιτικός αρθρογράφος του Διαφωτισμού, ο Βολταίρος, παρότι υποστήριζε τη διεύρυνση της ιστορικής έρευνας ώστε να συμπεριλάβει τις κοινωνικές και οικονομικές δραστηριότητες και τις επιπτώσεις τους, πίστευε ότι τα μόνα θέματα που αξίζει κανείς να μελετήσει ιστορικά, ήταν τα κορυφαία, και όχι τα καθημερινά, επιτεύγματα της ανθρωπότητας: η Αθήνα του Περικλή, η Ρώμη της ύστερης Δημοκρατίας και της πρώιμης Αυτοκρατορίας, η αναγεννησιακή Φλωρεντία και η Γαλλία κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Αυτές ήταν οι καλύτερες στιγμές της ανθρωπότητας, όταν οι γνήσιοι, οι μόνοι γνήσιοι, σκοποί που επιδίωκαν όλοι οι φρόνιμοι άνθρωποι σε όλες τις εποχές -σε τέχνη, σκέψη, ηθική και τρόπους- καθόριζαν εξίσου τη ζωή κρατών και ανθρώπων. Αυτοί οι σκοποί ήταν αιώνιοι και οικουμενικοί, μπορούσαν να τους γνωρίσουν όλοι οι λογικοί άνθρωποι - όσοι είχαν μάτια να βλέπουν μια και δεν αλλοιώνονταν από μεταβολές ή από κάποιο είδος ιστορικής εξέλιξης. Όπως ακριβώς απαντήσεις στα προβλήματα των φυσικών επιστημών θα δίνονταν μια για πάντα, όπως τα θεωρήματα της γεωμετρίας, οι νόμοι της φυσικής και της αστρονομίας δεν επηρεάζονταν από μεταβολές στις ανθρώπινες γνώμες ή στους τρόπους ζωής, έτσι, τουλάχιστον κατ' αρχήν, θα ανακαλύπτονταν εξίσου σαφείς και τελικές απαντήσεις και για τα ανθρώπινα προβλήματα.

Ακόμη και ο Montesquieu, ο οποίος πίστευε στην αναπόφευκτη ποικιλία εθίμων και νοοτροπιών που οφειλόταν κυρίως στην επήρεια φυσικών παραγόντων και ανθρώπινων θεσμών καθοριζόμενων απ' αυτούς, υπέθετε ότι οι θεμελιώδεις σκοποί της ανθρωπότητας ήταν ταυτόσημοι πάντα και παντού, έστω κι αν οι ιδιαίτερες μορφές που προσλάμβαναν σε διαφορετικά κλίματα και διαφορετικές κοινωνίες διέφεραν αναγκαστικά, κι έτσι και μία ομοιόμορφη νομοθεσία για όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες δεν ήταν δυνατόν να προταθεί με πιθανότητες επιτυχίας. Ο τρόπος που αντιλαμβάνονταν την πρόοδο οι philosophes κατά τον 18ο αιώνα, είτε οι υπέρμαχοί της ήταν αισιόδοξοι, όπως ο Condorcet ή ο Helvetius, είτε διακατέχονταν από αμφιβολίες για τις προοπτικές της, όπως ο Βολταίρος και ο Rousseau, συνεπαγόταν την άποψη ότι το φως της αλήθειας, το lumen naturale, είναι παντού και πάντα το ίδιο, έστω κι αν οι άνθρωποι ήταν συχνά πολύ διεφθαρμένοι, ανόητοι ή δειλοί για να το ανακαλύψουν ή, αν το ανακάλυπταν, για να ζήσουν τη ζωή τους μέσα στη λάμψη του.

Οι σκοτεινές περίοδοι της ανθρώπινης ιστορίας, για τον Βολταίρο, απλώς δεν άξιζαν την προσοχή των ευφυών ανθρώπων. Σκοπός της ιστορίας είναι να μεταδίδει αλήθειες με διδακτικό περιεχόμενο και όχι να ικανοποιεί τη μάταιη περιέργεια, κι αυτό θα επιτευχθεί μελετώντας τους θριάμβους του λογικού και της φαντασίας, και όχι τις αποτυχίες τους. «Αν δεν έχετε τίποτε περισσότερο να μας πείτε», αποφαινόταν ο Βολταίρος, «παρά μόνον ότι ένας βάρβαρος διαδέχτηκε κάποιον άλλο στα υψώματα του Oxus ή του Ixartes1, τότε σε τι χρησιμεύετε στον κόσμο;». Ποιος θέλει να ξέρει ότι «Ο Χ διαδέχτηκε τον Ψ και ο Ψ τον Χ»; Ποιος θέλει να μάθει περί του Shalmaneser ή του Mardokempad2; Οι ιστορικοί δεν πρέπει να παραγεμίζουν τα μυαλά των αναγνωστών τους με τους παραλογισμούς της θρησκείας, τα παραληρήματα ηλιθίων και αγρίων, ή με τις επινοήσεις απατεώνων, εκτός κι αν όλα αυτά εκλαμβάνονται ως ιστορίες που προϊδεάζουν την ανθρωπότητα για τα αίσχη του βαρβαρισμού και της τυραννίας. Αυτή η βαθιά ανιστορική προσέγγιση στη φύση ανθρώπων και κοινωνιών είναι αρκετά συνηθισμένη κατά τον 18ο αιώνα· απορρέει εν μέρει από την εκπληκτική επιτυχία των θετικών επιστημών κατά τον προηγούμενο αιώνα, που οδήγησε τον Descartes, για παράδειγμα, να θεωρεί ότι η μελέτη της ιστορίας δεν αρμόζει σε ευφυείς ανθρώπους, οι οποίοι ενδιαφέρονται για την πρόοδο της αντικειμενικής γνώσης, μια και δεν έχει καμία ελπίδα να αποκαλυφθεί σε τέτοια θολά νερά. Η άποψη ότι η αλήθεια είναι μία και μοναδική για όλους τους ανθρώπους πάντα και παντού, είτε κανείς την ανακαλύπτει στις ρήσεις των ιερών βιβλίων, στην παραδοσιακή σοφία, στην αυθεντία των εκκλησιών, στις δημοκρατικές πλειοψηφίες, στην παρατήρηση και στο πείραμα που πραγματοποιούν αρμόδιοι ειδήμονες, είτε στις πεποιθήσεις του απλού λαού που είναι αμόλυντος από τον πολιτισμό – αυτή η άποψη, στην τάδε ή στη δείνα μορφή, είναι βασική για τη Δυτική σκέψη, η οποία πηγάζει από τον Πλάτωνα και τους μαθητές του.

Κάτι τέτοιο δεν ήταν κοινά αποδεκτό. Εκτός από τους Σκεπτικιστές στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη, η εξέγερση ενάντια στην παπική αυθεντία οδήγησε κάποιους από τους μεταρρυθμιστές κατά τον 16ο αιώνα (ιδίως τους προτεστάντες νομικούς) να ισχυριστούν ότι οι διαφορές ανάμεσα σε ποικίλες πολιτισμικές παραδόσεις ήταν εξίσου σημαντικές, με τα κοινά τους στοιχεία - αν δεν ήταν και σημαντικότερες. Νομικοί όπως ο Hotman στη Γαλλία και οι Coke και Matthew Hale στην Αγγλία, οι οποίοι απέρριπταν την οικουμενική αυθεντία της Ρώμης, υποστήριξαν ότι, όπως διαφέρουν έθιμα, τρόποι ζωής, νοοτροπίες, έτσι διαφέρουν οι νόμοι και οι κανόνες βάσει των οποίων διάγουν ποικίλες κοινωνίες, και ότι αυτό εκφράζει βαθιές και ριζικές διαφορές κατά την ανάπτυξή τους ως διακριτών και ενίoτε εντελώς ανόμοιων οντοτήτων. Ως εκ τούτου, αυτοί οι νομικοί συνεισέφεραν στην ιδέα της πολιτισμικής διαφοράς.

Παρασκευή 23 Μαΐου 2025

Το στρεβλό υλικό της ανθρωπότητας - Isaiah Berlin (6)

 Συνέχεια από: Τρίτη 20 Μαΐου 2025


Η αποθέωση της ρομαντικής βούλησης: Η εξέγερση ενάντια στον μύθο του ιδανικού κόσμου

V (2η συνέχεια)

Για περισσότερο από δύο χιλιετίες στην Ευρώπη επικρατούσε η άποψη ότι υπήρχε κάποια αμετάβλητη δομή της πραγματικότητας και ότι μεγάλοι άνθρωποι ήταν εκείνοι που την κατανοούσαν σωστά είτε στη θεωρία είτε στην πρακτική τους – οι σοφοί που γνώριζαν την αλήθεια, είτε οι άνθρωποι της δράσης, άρχοντες και κατακτητές, οι οποίοι γνώριζαν πώς να επιτύχουν τους σκοπούς τους. Υπό μίαν έννοια, το κριτήριο του μεγαλείου ήταν η επιτυχία που βασιζόταν στην ευθυκρισία. Ωστόσο, στην εποχή για την οποία μιλώ, ο ήρωας δεν είναι πλέον ο εξερευνητής, ή ο νικητής στον αγώνα, αλλά ο δημιουργός, έστω κι αν, ή μάλλον ακριβώς επειδή, αναλώθηκε από τη φλόγα που καίει εντός του – η εκκοσμικευμένη μορφή του οσιομάρτυρα, του βίου της θυσίας. Γιατί στη ζωή του πνεύματος δεν υπήρχαν αντικειμενικές αρχές ή αξίες – γίνονταν τέτοιες με μιαν απόφαση της βούλησης που διαμόρφωνε τον κόσμο κάποιου ανθρώπου ή λαού και τις σταθερές του· η δράση καθόριζε τη σκέψη και όχι το αντίθετο. «Γνωρίζω σημαίνει ότι επιβάλλω ένα σύστημα και όχι ότι το αποδέχομαι παθητικά», έλεγε ο Fichte. Επιπλέον, «οι νόμοι δεν αντλούνται από γεγονότα, αλλά από τον εαυτό μας». Κατηγοριοποιεί κανείς την πραγματικότητα σύμφωνα με όσα υπαγορεύει η βούληση. Αν τα εμπειρικά γεγονότα αποδειχτούν ατίθασα, οφείλει κανείς να τα τιθασεύσει στο μηχανικό μάγγανο των αιτιών και των αποτελεσμάτων, που δεν έχει σχέση με τη ζωή του πνεύματος – με την ηθικότητα, τη θρησκεία, την τέχνη, τη φιλοσοφία, που ανήκουν στη σφαίρα των σκοπών και όχι των μέσων.

Γι' αυτούς τους στοχαστές, η καθημερινή ζωή, η συνήθης σύλληψη της πραγματικότητας και ιδιαίτερα οι τεχνητές κατασκευές των φυσικών επιστημών και των πρακτικών τεχνικών -οικονομικών, πολιτικών, κοινωνιολογικών-, εξίσου με τον κοινό νου, είναι αβάσιμα, ωφελιμιστικά επινοήματα, ό,τι ο Georges Sorel αργότερα αποκάλεσε «la petite science», κάτι επινοημένο από τεχνολόγους και κοινούς ανθρώπους για δική τους ευκολία, και όχι η καθαυτό πραγματικότητα. Για τον Friedrich Schlegel και τον Novalis, για τον Wackenroder, τον Tieck και τον Chamisso, πρωτίστως δε για τον Ε. Τ. Α. Hoffmann, οι εύτακτες κανονικότητες της καθημερινής ζωής είναι παραπέτασμα για να αποκρυφτεί το τρομακτικό θέαμα της καθαυτό πραγματικότητας, που δεν έχει δομή, αλλά αποτελεί άγρια δίνη, διαρκή tourbillon (λαίλαπα) του δημιουργικού πνεύματος, το οποίο δεν καθυποτάσσεται από κανένα σύστημα: ζωή και κίνηση δεν είναι δυνατόν να συλληφθούν από ακίνητες, άψυχες έννοιες, ούτε το απεριόριστο και άπειρο από το 
πεπερασμένο και περιορισμένο. Ένα ολοκληρωμένο έργο τέχνης, μια συστηματική πραγματεία, είναι απόπειρες να ακινητοποιηθεί το συνεχές ρεύμα της ζωής· μόνο θραύσματα, υπαινιγμοί, λοξές ματιές ίσως αρχίζουν να εκφράζουν τη διαρκή κίνηση της πραγματικότητας. Ο προφήτης του Sturm und Drang, o Hamann, έλεγε ότι ο πρακτικός άνθρωπος ήταν υπνοβάτης, ασφαλής και επιτυχημένος γιατί ήταν τυφλός· αν μπορούσε να δει, θα τρελαινόταν, γιατί η φύση είναι ένας «άγριος χορός», και οι περιθωριακοί της ζωής -παράνομοι, επαίτες, πλάνητες, οραματιστές, άρρωστοι, ανώμαλοι- βρίσκονται πιο κοντά σε τούτη απ' ό,τι οι γάλλοι φιλόσοφοι, αξιωματούχοι, επιστήμονες, συνετοί άνθρωποι, στυλοβάτες της πεφωτισμένης γραφειοκρατίας: «Το δέντρο της γνώσης μας στέρησε το δέντρο της ζωής». Τα πρώιμα έργα και μυθιστορήματα του γερμανικού ρομαντισμού εμψυχώνονται από την προσπάθεια να αποδειχτεί ότι η έννοια κάποιας σταθερής, κατανοητής δομής της πραγματικότητας, που γαλήνιοι παρατηρητές περιγράφουν, ταξινομούν, ανατέμνουν, προβλέπουν, αποτελεί επίφαση και αυταπάτη, παραπέτασμα εμφανειών προοριζόμενο να προστατεύει όλους όσοι δεν είναι αισθαντικοί ή αρκετά θαρραλέοι ώστε να αντιμετωπίσουν την αλήθεια του τρομακτικού χάους που υφίσταται κάτω από την ψευδή τάξη της αστικής ύπαρξης. «Η ειρωνεία του κόσμου παίζει μαζί μας, το ορατό είναι κάτι παρόμοιο με χαλιά γεμάτα χρώματα και σχέδια που τρεμοφέγγουν... πέρα από τα χαλιά υπάρχει μια περιοχή ονείρων και παραληρήματος, κανείς δεν τολμά ν' ανασηκώσει το χαλί και να κοιτάξει πίσω από το παραπέτασμα».[Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ. Ο ΤΑΠΕΙΝΟΣ ΠΑΡΑΜΕΛΗΜΕΝΟΣ ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ.ἐκεῖνο τὸ παραπέτασμα (ο μπερτές) εἶναι τὸ δοχεῖο τῆς πονηρίας τοῦ διαβόλου]

Ο Tieck, ο οποίος το έγραψε αυτό, είναι ο δημιουργός του μυθιστορήματος και του θεάτρου του παραλόγου. Στο “William Lovell” το καθετί μεταστρέφεται στο αντίθετό του· το προσωπικό μεταστρέφεται σε απρόσωπο· αποκαλύπτεται ότι το ζωντανό είναι το νεκρό· το οργανικό είναι το μηχανικό· το πραγματικό είναι το τεχνητό· οι άνθρωποι ζητούν ελευθερία και πέφτουν στη χειρότερη σκλαβιά. Στα έργα του Tieck εσκεμμένα μπερδεύονται το φανταστικό και το πραγματικό: οι χαρακτήρες στο έργο (ή σ' ένα έργο μέσα στο έργο) ασκούν κριτική στο έργο, διαμαρτύρονται για την πλοκή και τον εξοπλισμό του θεάτρου· μέλη του ακροατηρίου εξανίστανται και απαιτούν να διατηρηθεί η ψευδαίσθηση, στην οποία βασίζεται το δράμα· τους απαντούν στη συνέχεια σε έντονο ύφος οι χαρακτήρες του έργου από τη σκηνή, εκπλήσσοντας το πραγματικό ακροατήριο κατά διαστήματα, μουσικοί τόνοι και δυναμικοί ρυθμοί εμπλέκονται στους μεταξύ τους διάλογους. Στον “Prince Zerbino”, όταν ο Πρίγκιπας παύει να ελπίζει ότι θα φτάσει στο τέλος του ταξιδιού του, διατάζει να γυρίσει προς τα πίσω το έργο -τα συμβάντα να επαναληφθούν σε αντεστραμμένη σειρά, να αναιρεθούν-, η βούληση είναι ελεύθερη να διατάζει ό,τι την ευχαριστεί. Σ' ένα από τα έργα του Arnim, κάποιος γηραίος ευγενής παραπονιέται ότι τα πόδια του συνεχώς μακραίνουν: αυτό είναι το αποτέλεσμα της πλήξης· η εσωτερική κατάσταση του γηραιού άνδρα εξωτερικεύεται· εξάλλου, η ίδια η πλήξη του συμβολίζει την επιθανάτια αγωνία της παλαιάς Γερμανίας. Όπως επισήμανε ένας οξυδερκής σύγχρονος ρώσος κριτικός, αυτό αποτελεί ολοκληρωμένο εξπρεσιονισμό πολύ πριν από τον θρίαμβό του έναν αιώνα αργότερα, κατά την περίοδο της Βαϊμάρης.

Η επίθεση στον κόσμο των εμφανειών κατά διαστήματα προσλαμβάνει σουρεαλιστικές μορφές. Σ' ένα από τα μυθιστορήματα του Arnim, ο ήρωας ανακαλύπτει ότι περιπλανιέται στα όνειρα μιας όμορφης κυρίας, προσκαλείται από την ίδια να καθίσει σε μία από τις καρέκλες της, επιθυμεί να δραπετεύσει από το όνειρο που δεν είναι δικό του, βλέπει ότι η καρέκλα παραμένει κενή και νιώθει μεγάλη ανακούφιση. Ο Hoffmann μετέφερε αυτόν τον πόλεμο στον αντικειμενικό κόσμο, στην καθαυτό ιδέα της αντικειμενικότητας, στα έσχατα όριά της: γριές που μεταμορφώνονται σε μπρούντζινα ρόπτρα, ή σύμβουλοι του κράτους που μπαίνουν μέσα σε ποτήρια του κονιάκ, παραλύουν μέσα σε αναθυμιάσεις οινοπνεύματος, πετούν πάνω από τη γη, μετά συνέρχονται και επιστρέφουν στις πολυθρόνες και στις ρόμπες τους - πρόκειται για αθώες πτήσεις της φαντασίας, αλλά εκπηγάζουν από μια διαταραγμένη φαντασία όπου η βούληση είναι ανεξέλεγκτη και ο πραγματικός κόσμος αποδεικνύεται φαντασμαγορία. Κατόπιν τούτου, ο δρόμος είναι ανοιχτός προς τον κόσμο του Schopenhauer που άγεται και φέρεται από μια τυφλή, άσκοπη, κοσμική βούληση, προς τον υπόγειο άνθρωπο του Ντοστογιέφσκι, προς τους διαυγείς εφιάλτες του Kafka, προς την επίκληση του Nietzsche στους Kraftmenschen, οι οποίοι καταδικάζονται σε πλατωνικούς διαλόγους –στα πρόσωπα του Θρασύμαχου ή του Καλλικλή–, που δεν καταλαβαίνουν γιατί δεν θα έπρεπε να σαρώσουν τους ιστούς των νόμων και των συμβάσεων εφόσον παρεμβάλλουν εμπόδια στη βούληση τους για δύναμη, προς το «Enivrez-vous sans cesse!» [«Μεθύστε δίχως τελειωμό!»] του Baudelaire, «Αφήστε τη βούληση να μεθύσει από ναρκωτικά ή πόνο, όνειρα ή θλίψη, δεν έχει σημασία από τι», αλλά αφήστε τη να σπάσει τις αλυσίδες της.

Ούτε ο Hoffmann ούτε ο Tieck είχαν την πρόθεση, περισσότερο απ' ό,τι ο Pascal ή ο Kierkegaard ή ο Nerval, να αποκηρύξουν τις αλήθειες της επιστήμης, ή εκείνες του κοινού νου, στο δικό τους επίπεδο – δηλαδή, ως κατηγορίες που χρησίμευαν για περιορισμένους σκοπούς, ιατρικούς, τεχνολογικούς ή εμπορικούς. Αυτός ο κόσμος ήταν άνευ σημασίας· θεωρούσαν ότι η αυθεντική πραγματικότητα είναι διαφορετική από την επιφάνεια των πραγμάτων -ο κόσμος δίχως σύνορα ἡ φραγμούς, εσωτερικούς ή εξωτερικούς, διαμορφωμένος και εκφραζόμενος από την τέχνη, τη θρησκεία, τη μεταφυσική ενόραση, απ' όλα όσα έχουν να κάνουν με προσωπικές σχέσεις-, αυτός ήταν ο κόσμος όπου η βούληση είναι ανώτερη, όπου οι απόλυτες αξίες συγκρούονται σε πεισματώδη αγώνα, ο «νυχτερινός κόσμος» της ψυχής, η πηγή κάθε φαντασιακής εμπειρίας, κάθε ποίησης, κάθε κατανόησης, η πηγή όλων εκείνων που κάνουν τους ανθρώπους να ζουν αυθεντικά τη ζωή τους. Όταν οι προσανατολισμένοι στην επιστήμη ορθολογιστές άρχισαν να υποστηρίζουν ότι είναι ικανοί να εξηγούν και να ελέγχουν αυτό το επίπεδο εμπειρίας με βάση τις έννοιες και τις κατηγορίες τους, και διακήρυσσαν ότι η σύγκρουση και η τραγωδία προέρχονται από την άγνοια των γεγονότων, την ανεπάρκεια της μεθόδου, την ανικανότητα ή τη μοχθηρία των κυβερνώντων και την αμάθεια των υπηκόων τους και επομένως, κατ' αρχήν τουλάχιστον, όλα αυτά θα διορθώνονταν αν εδραιωνόταν μια αρμονική, ορθολογικά οργανωμένη κοινωνία, όπου οι σκοτεινές πλευρές της ζωής θα έμοιαζαν με μακρινό, ανυπόστατο, σχεδόν λησμονημένο εφιάλτη - τότε οι ποιητές και οι μυστικοί και όλοι εκείνοι που συγκινούνται από τις ατομικές, ασυστηματοποίητες, άφατες όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας εξεγέρθηκαν. Τέτοιοι άνθρωποι στρέφονται ενάντια σε ό,τι μοιάζει με τον εξοργιστικό δογματισμό και την ήπια bon sens των raisonneurs του Διαφωτισμού και των νεότερων διαδόχων τους. Παρά τις λαμπρές και ηρωικές προσπάθειες του Hegel και του Marx να ενσωματώσουν τις τάσεις, τα παράδοξα και τις συγκρούσεις της ανθρώπινης ζωής και σκέψης σε νέες συνθέσεις των διαδοχικών κρίσεων και των επιλύσεών τους –τη διαλεκτική της ιστορίας ή την πανουργία του Λόγου (ή τη διαδικασία της παραγωγής) που οδηγούν στον τελικό θρίαμβο του Λόγου και στην πραγμάτωση των ανθρώπινων δυνατοτήτων, οι τρομακτικές αμφιβολίες που διέσπειραν αυτοί οι αγανακτισμένοι επικριτές δεν έχουν ακόμη καταλαγιάσει.

Δεν εννοώ ότι αυτές οι αμφιβολίες έχουν επικρατήσει, του λάχιστον στη σφαίρα της ιδεολογίας. Έστω και αν η πίστη στην ευτυχισμένη αφέλεια των προπατόρων μας -Saturnia regna- έχει σε μεγάλο βαθμό χαθεί, η πίστη στο ενδεχόμενο κάποιας επερχόμενης χρυσής εποχής παρέμεινε αμείωτη, και μάλιστα διαδόθηκε πέραν του Δυτικού κόσμου. Φιλελεύθεροι και σοσιαλιστές, και όσοι πίστευαν ότι οι ορθολογικές και επιστημονικές μέθοδοι θα είχαν ως αποτέλεσμα, είτε με βίαιη επανάσταση είτε με βαθμιαίες μεταρρυθμίσεις, έναν ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, διατήρησαν αυτή την αισιόδοξη πίστη με άσβεστο ενθουσιασμό κατά τη διάρκεια των τελευταίων εκατό χρόνων. Η πεποίθηση ότι από τη στιγμή που τα τελευταία εμπόδια -η άγνοια και η ανορθολογικότητα, η αλλοτρίωση και η εκμετάλλευση, και οι ατομικές και κοινωνικές καταβολές τους- εξαλειφθούν, θ' αρχίσει επιτέλους η αληθινή ανθρώπινη ιστορία, δηλαδή μια οικουμενική αρμονική συνεργασία, αποτελεί την εκκοσμικευμένη μορφή μιας προφανώς μόνιμης ανθρώπινης ανάγκης. Ωστόσο, αν ισχύει ότι οι εν γένει τελικοί σκοποί των ανθρώπων δεν εναρμονίζονται απαραίτητα, ίσως να μην υπάρχει διαφυγή από εκείνες τις επιλογές που καθορίζονται από κάποιαν απαράβατη αρχή, μερικές μάλιστα οδυνηρές τόσο για τον πράττοντα όσο και για τους υπόλοιπους. Αυτό θα συνεπαγόταν ότι η δημιουργία κάποιας κοινωνικής δομής που το λιγότερο θα απέφευγε τις ηθικά απαράδεκτες λύσεις και το περισσότερο θα προήγαγε την ενεργητική αλληλεγγύη για την επιδίωξη κοινών αντικειμενικών σκοπών, ίσως είναι το καλύτερο που οι άνθρωποι μπορούν να ελπίζουν ότι θα επιτύχουν, εφόσον βέβαια δεν θα καταπνιγούν πάρα πολλά είδη θετικής δράσης, εφόσον δεν θα ματαιωθούν πάρα πολλοί εξίσου έγκυροι ανθρώπινοι στόχοι.

Ωστόσο, μια διαδικασία που απαιτεί τέτοια επιδεξιότητα και τέτοια πρακτική ευφυΐα -η ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο εξαρτάται από τη διάσωση εκείνου του στόχου που πρόκειται να αποβεί ασταθές ισοζύγιο το οποίο χρειάζεται συνεχή φροντίδα και βελτίωση- αναμφίβολα, δεν εμπνέει αρκετά την πλειονότητα των ανθρώπων, οι οποίοι επιθυμούν έντονα κάποια εντυπωσιακή, οικουμενική πανάκεια. Ίσως οι άνθρωποι να μην είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, ή το ανοιχτό μέλλον, δίχως κάποια εγγύηση για το ευτυχές τέλος - τη θεία πρόνοια, την αυτοπραγμάτωση του πνεύματος, το αόρατο χέρι, την πανουργία του Λόγου ή της ιστορίας ή κάποιας παραγωγικής και δημιουργικής τάξης. Αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνουν τα κοινωνικά και πολιτικά δόγματα που αποδείχτηκαν σημαντικά για την εποχή μας, Παρά ταύτα η ρομαντική επίθεση στους κατασκευαστές συστημάτων -τους σεναριογράφους των μεγάλων ιστορικών μελοδραμάτων- δεν ήταν εντελώς άνευ σημασίας. Οτιδήποτε και αν δίδασκαν οι πολιτικοί θεωρητικοί του 19ου αιώνα, η φανταστική λογοτεχνία του 19ου αιώνα, καθώς και του δικού μας, που εκφράζει την ενσυνείδητη και ασυνείδητη ηθική νοοτροπία της εποχής, παρέμεινε (παρά τις αποκαλυπτικές στιγμές του Ντοστογιέφσκι ή του Walt Whitman) κατά κύριο λόγο ανεπηρέαστη από ουτοπικά όνειρα. Δεν υπάρχει κάποιο όραμα απόλυτης τελειότητας στον Τολστόι, στον Τουργκένιεφ, στον Balzac ή στον Flaubert, στον Baudelaire και στον Carducci. Ο Manzoni είναι μάλλον ο τελευταίος μείζων συγγραφέας ο οποίος ζει ακόμη στο λυκαυγές μιας χριστιανοφιλελεύθερης αισιόδοξης εσχατολογίας. Η γερμανική ρομαντική σχολή και όσοι επηρεάστηκαν από αυτήν, έμμεσα και άμεσα, όπως ο Schopenhauer, o Nietzsche, o Wagner, o Ibsen, o Joyce, o Kafka, o Becket, οι υπαρξιστές, οποιεσδήποτε φαντασιώσεις κι αν δημιούργησαν οι ίδιοι, δεν εμμένουν στον μύθο ενός ιδεώδους κόσμου. Ούτε και ο Freud από την εντελώς διαφορετική προοπτική του. Ελάχιστα εκπλήσσει το γεγονός ότι όλοι τους απορρίφθηκαν ως παρακμιακοί αντιδραστικοί από μαρξιστές κριτικούς. Ορισμένοι βέβαια, και όχι οι λιγότερο χαρισματικοί ή διορατικοί, δικαίως περιγράφονται έτσι. Άλλοι ήταν, και είναι, το ακριβώς αντίθετο: ανθρώπινοι, γενναιόδωροι, ζωογονητικοί, νεωτεριστές.

Δεν είναι κανείς υποχρεωμένος να επιδοκιμάζει ή έστω να παραβλέπει τις υπερβολές του ρομαντικού ανορθολογισμού επειδή παραδέχεται ότι οι ρομαντικοί, με το να αποκαλύπτουν πως οι σκοποί των ανθρώπων είναι πολλοί, συχνά απρόβλεπτοι, και μερικοί απ' αυτούς αμοιβαία ασυμβίβαστοι, επέφεραν μοιραίο πλήγμα στην απόφανση ότι, παρά τα φαινόμενα, μια τελεσίδικη λύση στον γόρδιο δεσμό είναι, τουλάχιστον κατ' αρχήν, εφικτή· ότι η ισχύς στην υπηρεσία του λόγου μπορεί να την επιτύχει, ότι η ορθολογική οργάνωση θα έχει ως αποτέλεσμα την τέλεια συνένωση αντίθετων αξιών, όπως ατομική ελευθερία και κοινωνική ισότητα, αυθόρμητη αυτοέκφραση και οργανωμένη, κοινωνικά κατευθυνόμενη αποδοτικότητα, τέλεια γνώση και τέλεια ευτυχία, οι απαιτήσεις του προσωπικού βίου και οι απαιτήσεις των κομμάτων, των τάξεων, των εθνών, του δημόσιου συμφέροντος. Αν κάποιοι σκοποί που θεωρούνταν εντελώς ανθρώπινοι είναι ταυτοχρόνως απόλυτοι και αλληλοαποκλειόμενοι, τότε η ιδέα περί χρυσής εποχής, περί τέλειας κοινωνίας που συντίθεται από το σύνολο των ορθών λύσεων σε όλα τα θεμελιώδη προβλήματα της ανθρώπινης ζωής, φαίνεται να είναι κατ' αρχήν ασυνάρτητη. Αυτή είναι η προσφορά του ρομαντισμού και ιδίως του δόγματος που αποτελεί τον πυρήνα του, δηλαδή ότι η ηθικότητα πλάθεται από τη βούληση και ότι οι σκοποί δημιουργούνται, δεν ανακαλύπτονται. Αυτό το κίνημα δικαίως καταδικάζεται για την τερατώδη πλάνη ότι η ζωή είναι, ή μπορεί να γίνει, έργο τέχνης, ότι το αισθητικό υπόδειγμα ισχύει και στην πολιτική, ότι ο πολιτικός ηγέτης είναι ανυπέρβλητος καλλιτέχνης που διαμορφώνει ανθρώπους σύμφωνα με το δημιουργικό σχέδιό του, αφού αυτή η πλάνη οδηγεί σε επικίνδυνους παραλογισμούς στη θεωρία και σε κτηνώδη ωμότητα στην πράξη. Ωστόσο, θα πρέπει να του αναγνωριστεί κάτι: ότι κλόνισε ανεπανόρθωτα την πίστη σε κάποια οικουμενική, αντικειμενική αλήθεια όσον αφορά ζητήματα συμπεριφοράς, γέννησε αμφιβολίες για την πιθανότητα μιας τέλειας και αρμονικής κοινωνίας, παντελώς απαλλαγμένης από συγκρούσεις, αδικίες ή καταπίεση – ένας στόχος για τον οποίο καμία θυσία δεν είναι πολύ μεγάλη αν οι άνθρωποι πρόκειται να υλοποιήσουν το όραμα του Condorcet για ένα βασίλειο αλήθειας, ευτυχίας και αρετής που θα συνέχεται «από έναν αξεδιάλυτο δεσμό» – ένα ιδεώδες για το οποίο έγιναν τόσες ανθρωποθυσίες στην εποχή μας όσες ποτέ άλλοτε, ίσως, στην ανθρώπινη ιστορία.


Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΠΕΤΥΧΕ!
Ὅταν ἐσύ, ἂνθρωπε, ἐρευνᾶς τὰ βάθη τοῦ ἑαυτοῦ σου μὲ τὴν δύναμη, τὴν σοφία καὶ τὴν κρίση τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τότε βρίσκεις τόσο τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο ὅσο καὶ τὸν ἐξωτερικό, ὅτι εἶναι ὅλος ζυμωμένος μὲ τὰ πάθη καὶ ὅτι κλίνει πάντοτε πρὸς τὰ θελήματα τοῦ διαβόλου, ἐπειδὴ δὲν τὸν ἐμποδίζεις μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν τὸν συγκρατεῖς μὲ τὴν ἐνθύμηση τῆς φρικτῆς κόλασης. Ὅσο πλησιάζεις τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἐργασία τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν, τόσο βλέπεις τὸν ἑαυτό σου ἀπομακρυσμένο ἀπὸ τὸν Θεό, (είναι χαρακτηριστικόν τής αγιότητος των Πατέρων μας, ότι όσον έπλησίαζαν ως καθαροί τον καθαρώτατον Κύριον, τόσον αισθάνονταν την μικρότητα της ανθρωπίνης φύσεως. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι εν προκειμένω η σχετική κατήχησις του Αββά Δωροθέου. Αυτή είναι «το συντετριμμένον πνεύμα» και η θεία ταπείνωσις), καὶ ὅσο καθαρίζεται ἡ καρδιά σου μὲ τὴν εὐχὴ καὶ φωτίζεται ἡ διάνοιά σου ἀπὸ τὰ ἀένναα δάκρυα, τόσο σοῦ φαίνεται ὅτι εἶσαι ἁμαρτωλὸς καὶ ἄσωτος.
Ἀλλὰ γιατί, πρὶν καθαριστεῖ ἡ καρδιά σου καὶ φωτιστεῖ ἡ διάνοιά σου, δὲν ἔβλεπες ἔτσι τὸν ἑαυτό σου; Καὶ πρῶτα μὲν δὲν ἔβλεπες ἔτσι τὸν ἑαυτό σου, διότι δὲν ἤξερες τί πρᾶγμα εἶναι οἱ ἄγγελοι καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς καὶ ὁ Παράδεισος, τώρα ὅμως ποὺ τὰ ἀντίκρυσε κάπως ἡ καρδιά σου, ἀναλόγως μὲ τὴν καθαρότητά της, καὶ τὰ εἶδε ἡ διάνοιά σου, ἀναλόγως μὲ τὴν φώτισή της, βλέπεις τὸν ἑαυτό σου τόσο ἄχρηστο καὶ ἄσωτο, καὶ βεβαιώνεσαι πόσο μεγάλη καθαρότητα ἔχουν οἱ ἄγγελοι καὶ πόσο ἀκατανόητη καὶ ἄρρητη ὡραιότητα καὶ καθαρότητα ἔχει ὁ Κύριος. 
Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, λέγουμε ὅτι ἐκεῖνο τὸ παραπέτασμα (ο μπερτές) εἶναι τὸ δοχεῖο τῆς πονηρίας τοῦ διαβόλου, ἐκεῖνο εἶναι τὸ θησαυροφυλάκιό του· διότι ἐκεῖ ὁ σατανᾶς ἔχει μαζεμένα ὅλα τὰ σπέρματα τῆς πονηρίας.
Εἶδες λοιπὸν ἀγαπητέ, ὅτι ὅλα τὰ κακὰ βγαίνουν ἀπὸ τὴν καρδιά, ποὺ ἔγινε φωλιὰ καὶ κατοικία τοῦ σατανᾶ; Ἐκεῖ ἔχει ὁ σατανᾶς θησαυρισμένα ὅλα τὰ πονηρὰ σπέρματα τῆς πονηρίας του καὶ ὅλες τὶς φθοροποιὲς ἐφευρέσεις τῆς πανουργίας καὶ κακίας του, πάνω στὰ ὁποῖα ἀναπαύεται αὐτός, σὰν σὲ κάποιο μαλακὸ στρῶμα βάλε ΛΟΠΌΝ ὅλη σου τὴν δύναμη στὴν εὐχὴ τῆς καρδιᾶς σου, γιὰ νὰ ξεσχίσεις αὐτὸ τὸ παραπέτασμα τοῦ σατανᾶ. Διότι αὐτὸ τὸ παραπέτασμα εἶναι τὸ χειρόγραφο τοῦ διαβόλου, αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγγραφο τῆς ἁμαρτίας, αὐτὸ εἶναι ἡ ἔγγραφη ὁμολογία τοῦ ἑωσφόρου, στὴν ὁποία ἔχει ὁ διάβολος γραμμένες ὅλες τὶς ἁμαρτίες. 

Τρίτη 20 Μαΐου 2025

Το στρεβλό υλικό της ανθρωπότητας - Isaiah Berlin (5)

Συνέχεια από: Δευτέρα 19 Μαΐου 2025

Η αποθέωση της ρομαντικής βούλησης: Η εξέγερση ενάντια στον μύθο του ιδανικού κόσμου

V

Ο Fichte προχώρησε ακόμη περισσότερο. Εμπνεόμενος από τον Kant και λιγότερο εμφανώς από τον Herder, θαυμαστής της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά απογοητευμένος από την Τρομοκρατία, ταπεινωμένος από τις ατυχίες της Γερμανίας, υπεραμυνόμενος του Λόγου και της αρμονίας -λέξεις που χρησιμοποιούνταν από δω και στο εξής με όλο και περισσότερο εξασθενημένη και απροσδιόριστη σημασία-, o F(r)ichte είναι ο πραγματικός πατέρας του ρομαντισμού, κυρίως όταν εξυψώνει τη βούληση υπεράνω της γαλήνιας, θεωρητικής σκέψης. Ο άνθρωπος δεν αποκτά συνείδηση του τι είναι -του εαυτού του εν σχέσει προς τους άλλους ή προς τον εξωτερικό κόσμο- με τη σκέψη ή την καθαρή θεωρία, αφού όσο πιο καθαρή είναι, όσο περισσότερο η σκέψη του ανθρώπου ως τέτοια γίνεται αντικείμενο ενδιαφέροντος, τόσο λιγότερο θα έχει επίγνωση του εαυτού της ως υποκειμένου· η αυτεπίγνωση εκπηγάζει από τη συναντώμενη αντίσταση. Καθώς δέχομαι την επίδραση των όσων είναι εξωτερικά προς εμένα, γνωρίζω πως είμαι ό,τι είμαι, αποκτώ επίγνωση των στόχων μου, της φύσης μου, της ουσίας μου, σε αντίθεση με ό,τι δεν είναι δικό μου και εφόσον δεν είμαι μόνος στον κόσμο, αλλά συνδέομαι με μυριάδες νήματα, όπως μας δίδαξε ο Burke, με άλλους ανθρώπους, αυτή η επίδραση με οδηγεί να κατανοήσω τι ήταν και τι είναι η κουλτούρα μου, το έθνος μου, η γλώσσα μου, η ιστορική μου παράδοση, η πραγματική εστία μου. Αποσπώ από την εξωτερική φύση ό,τι χρειάζομαι, το αντιμετωπίζω βάσει των αναγκών μου, της ιδιοσυγκρασίας μου, των ερωτημάτων, των επιδιώξεών μου: «Δεν αποδέχομαι ό,τι προσφέρει η φύση επειδή έτσι πρέπει», διακηρύσσει ο Fichte. «Το πιστεύω επειδή έτσι θέλω».

Ο Descartes και ο Locke προφανώς σφάλλουν – ο νους δεν είναι κέρινο καλούπι πάνω στο οποίο η φύση αποτυπώνει ό,τι της αρέσει, δεν είναι αντικείμενο, αλλά διηνεκής δραστηριότητα που διαμορφώνει τον κόσμο του σε αντιστοιχία με τις ηθικές απαιτήσεις του. Η ανάγκη για δράση γεννά τη συνείδηση του εξωτερικού κόσμου: «Γνωρίζουμε επειδή είμαστε υποχρεωμένοι να δρούμε, και όχι το αντίθετο». Μια αλλαγή στις αντιλήψεις μου για ό,τι πρέπει να γίνει θα αλλάξει τον κόσμο μου. Ο κόσμος του ποιητή (αυτή δεν είναι η γλώσσα του Fichte) διαφέρει από τον κόσμο του τραπεζίτη, ο κόσμος του πλούσιου δεν είναι ο κόσμος του φτωχού· ο κόσμος του φασίστα δεν είναι κόσμος του φιλελεύθερου, ο κόσμος όσων σκέπτονται και μιλούν γερμανικά δεν είναι ο κόσμος των Γάλλων. Ο Fichte δεν σταματά εδώ: αξίες, αρχές, ηθικοί και πολιτικοί στόχοι δεν είναι αντικειμενικά δεδομένα, και δεν επιβάλλονται στο υποκείμενο από τη φύση ή από κάποιον υπερβατικό θεό· «Δεν καθορίζομαι από τον στόχο μου: ο στόχος μου καθορίζεται από μένα». Η τροφή δεν δημιουργεί πείνα, αλλά η πείνα μου την κάνει τροφή. Αυτό είναι καινοφανές και επαναστατικό.


Η έννοια του εγώ στον Fichte δεν είναι απολύτως σαφής: δεν είναι το εμπειρικό εγώ, το οποίο υπόκειται στην αιτιώδη αναγκαιότητα του υλικού κόσμου, αλλά ένα αιώνιο, θεϊκό πνεύμα εκτός χρόνου και χώρου, για το οποίο τα εμπειρικά εγώ είναι εφήμερες απορροές· άλλοτε ο Fichte μοιάζει ν' αναφέρεται σ' αυτό χαρακτηρίζοντάς το ως υπερατομικό εγώ μέσα στο οποίο δεν είμαι παρά ένα στοιχείο -η Ομάδα-, μια κουλτούρα, ένα έθνος, μια εκκλησία. Αυτές είναι οι απαρχές του πολιτικού ανθρωπομορφισμού, ο μετασχηματισμός του κράτους, του έθνους, της προόδου, της ιστορίας σε υπεραισθητές οντότητες, με την απεριόριστη βούληση των οποίων πρέπει να εναρμονίσω τις δικές μου πεπερασμένες επιθυμίες αν θέλω να κατανοήσω τον εαυτό μου και τη σημασία μου, και να γίνω, στην καλύτερη περίπτωση, ό,τι μπορώ και πρέπει να γίνω. Αυτό το κατανοώ μέσω της δράσης: «Ο άνθρωπος πρέπει να είναι και να κάνει κάτι», «πρέπει να είμαστε δραστήρια πηγή ζωής, και όχι ηχώ της ή παράρτημα της». Η ουσία του ανθρώπου είναι ελευθερία και παρά το γεγονός ότι υπάρχει μεγάλη συζήτηση περί λόγου, αρμονίας, συμφιλίωσης των σκοπών του ενός ανθρώπου με τους σκοπούς των υπολοίπων σε μια ορθολογικά οργανωμένη κοινωνία, η ελευθερία δεν παύει να είναι ανυπέρβλητο αλλά επικίνδυνο χάρισμα: «Δεν είναι η φύση αλλά η ελευθερία που δημιουργεί τη μεγαλύτερη και τρομακτικότερη αξία στο είδος μας... ο άνθρωπος είναι ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπου». Η ελευθερία είναι δίκοπο μαχαίρι· οι άγριοι επειδή είναι ελεύθεροι κατασπαράσσουν αλλήλους. Τα πολιτισμένα έθνη είναι ελεύθερα, ελεύθερα να ζουν ειρηνικά, αλλά και να συγκρούονται ή να πολεμούν· «ο πολιτισμός δεν είναι αποτρεπτικός παράγοντας της βίας αλλά όργανό της». Υπερασπίζεται την ειρήνη, όμως αν πρόκειται να υπάρξει επιλογή ανάμεσα στην ελευθερία, με το βίαιο δυναμικό της, και στην ειρήνη της υποταγής στις δυνάμεις της φύσης, ο ίδιος κατηγορηματικά προτιμά -και μάλιστα νομίζει ότι η ουσία του ανθρώπου το επιβάλλει- την ελευθερία. Η δημιουργία είναι η ουσία του ανθρώπου εξ ου και το δόγμα για την αξιοπρέπεια της εργασίας, του οποίου ο Fichte είναι εισηγητής -η εργασία είναι η αποτύπωση της δημιουργικής μου προσωπικότητας πάνω στην ύλη που γεννήθηκε από αυτήν την ανάγκη, είναι μέσον για την έκφραση του εσωτερικού εγώ μου- η κατάκτηση της φύσης και η πραγμάτωση της ελευθερίας για έθνη και πολιτισμούς είναι η αυτοπραγμάτωση της βούλησης: «Υπέροχη και ζώσα βούληση! Δεν κατονομάζεται με κανένα όνομα, δεν συλλαμβάνεται από καμία σκέψη!».[Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ ΤΟΥ Ο ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΥΙΟ ΤΟΥ (ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ)]

Η βούληση του Fichte είναι δυναμικός λόγος, λόγος εν δράσει. Παρά ταύτα, δεν ήταν ο λόγος που διέγειρε τη φαντασία των ακροατών του στις αίθουσες διαλέξεων της Ιένας και του Βερολίνου, αλλά ο δυναμισμός, η αυτεπιβολή· ο άνθρωπος έχει ιερή υποχρέωση να μετασχηματίσει τον εαυτό του και τον κόσμο διαμέσου της αδάμαστης βούλησής του. Αυτό είναι κάτι καινοτόμο και τολμηρό: οι σκοποί δεν είναι, όπως νόμιζαν πάνω από δύο χιλιετίες, αντικειμενικές αξίες, οι οποίες μπορούν ανακαλυφθούν στο εσωτερικό του ανθρώπου ή σε κάποια υπερβατική σφαίρα από μια ειδική ικανότητα. Οι σκοποί δεν ανακαλύπτονται εν γένει, αλλά κατασκευάζονται, δεν ανευρίσκονται αλλά δημιουργούνται. Ένας ρώσος συγγραφέας αναρωτιόταν, κατά τον 19ο αιώνα: «Πού είναι ο χορός προτού τον χορέψω;». Που είναι ο πίνακας προτού τον ζωγραφίσω; Πού είναι πράγματι; O Joshua Reynolds πίστευε ότι ενδημούσε σε κάποιον υπεραισθητό ουρανό αιώνιων πλατωνικών μορφών που ο εμπνευσμένος καλλιτέχνης πρέπει να τον αντιλαμβάνεται ευκρινώς και να μοχθεί για την ενσωμάτωσή του όσο το δυνατόν καλύτερα στο μέσον με το οποίο εργάζεται – καμβάς, μάρμαρο, ορείχαλκος. Ωστόσο, η απάντηση του Ρώσου υπονοεί ότι το έργο τέχνης προτού δημιουργηθεί δεν βρίσκεται πουθενά, ότι η δημιουργία είναι δημιουργία εκ του μηδενός – μια αισθητική της καθαρής δημιουργίας που ο Fichte εφαρμόζει στη σφαίρα της ηθικής, της δράσης εν γένει. Ο άνθρωπος δεν συνθέτει απλώς προϋπάρχοντα στοιχεία· η φαντασία δεν είναι μνήμη· δημιουργεί κυριολεκτικά, όπως ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο. Δεν υπάρχουν αντικειμενικοί κανόνες, παρά μόνον ό,τι εμείς δημιουργούμε.

Η τέχνη δεν είναι καθρέφτης που αντανακλά τη φύση, η δημιουργία κάποιου αντικειμένου σύμφωνα με τους κανόνες της αρμονίας ή της προοπτικής, για να δίνει ευχαρίστηση. Είναι, όπως δίδασκε ο Herder, μέσον επικοινωνίας, αυτοέκφρασης του ατομικού πνεύματος. Ό,τι έχει σημασία είναι η ποιότητα αυτής της ενέργειας, η αυθεντικότητά της. Εφόσον εγώ, ο δημιουργός, δεν ελέγχω τις πρακτικές συνέπειες των όσων κάνω, δεν αποτελούν μέρος μου, δεν αποτελούν μέρος του αληθινού κόσμου μου. Ελέγχω μόνο τα δικά μου κίνητρα, τους στόχους μου, τη συμπεριφορά μου σε ανθρώπους και πράγματα. Αν κάποιος με βλάψει, θα νιώσω ίσως φυσικό πόνο, αλλά όχι θλίψη, εκτός κι αν τον σέβομαι, κι αυτό είναι κάτι που βρίσκεται υπό τον έλεγχό μου. «Ο άνθρωπος είναι ο κάτοικος δύο κόσμων», τον έναν εκ των οποίων, τον φυσικό, είμαι σε θέση να αγνοώ· ο δεύτερος, ο πνευματικός, βρίσκεται υπό την εξουσία μου. Να γιατί η εγκόσμια αποτυχία είναι άνευ σημασίας, γιατί τα εγκόσμια αγαθά -πλούτη, ασφάλεια, επιτυχία, φήμη- είναι ασήμαντα σε αντίθεση με ό,τι πρέπει αποκλειστικάνα λογαριάζεται, τον αυτοσεβασμό μου ως ελεύθερου όντος, τις ηθικές αρχές μου, τους καλλιτεχνικούς ή ανθρώπινους στόχους μου· το να παραιτηθώ από τα τελευταία χάριν των πρώτων σημαίνει ότι διακυβεύω την τιμή και την ανεξαρτησία μου, την αυθεντική ζωή μου, χάριν κάποιου πράγματος έξω απ' αυτήν, για ένα μέρος του εμπειρικού-αιτιώδους μαγγανοπήγαδου, και έτσι νοθεύω ό,τι γνωρίζω πως είναι αλήθεια, εκπορνεύομαι, ξεπουλιέμαι - κάτι που για τον Fichte και τους οπαδούς του αποτελεί το μεγαλύτερο αμάρτημα.

Απ' αυτό το σημείο δεν απέχει πολύ ο κόσμος των ζοφερών ηρώων του Byron -σατανικοί απόβλητοι, αλαζόνες, άκαμπτοι, καταχθόνιοι -ο Μάνφρεντ, ο Μπέπο, ο Κόνραντ, ο Λάρα, ο Κάιν-, οι οποίοι αψηφούν την κοινωνία, υποφέρουν και καταστρέφονται. Μπορεί κανείς, με βάση τα εγκόσμια κριτήρια, να τους θεωρήσει εγκληματίες, εχθρούς της ανθρωπότητας, καταραμένες ψυχές: όμως, είναι ελεύθεροι· δεν υποτάχτηκαν στον Οίκο του Rimmon· διατήρησαν την ακεραιότητά τους εισπράττοντας φρικτές οδύνες και τεράστιο μίσος. Ο βυρωνισμός που σάρωσε την Ευρώπη, όπως η λατρεία για τον Βέρθερο του Goethe μισό αιώνα πριν, ήταν μια μορφή διαμαρτυρίας ενάντια στην πραγματική ή φανταστική αποπνικτική ατμόσφαιρα ενός μικρόψυχου, παραδόπιστου και υποκριτικού περιβάλλοντος, παραδομένου στην απληστία, τη διαφθορά και την ηλιθιότητα. Η αυθεντικότητα είναι το παν: «το σπουδαιότερο πράγμα στη ζωή είναι το αίσθημα», είπε κάποτε ο Byron – «να αισθανόμαστε ότι υπάρχουμε – έστω κι αν αυτό μας προξενεί πόνο». Οι ήρωές του είναι, όπως συμβαίνει και με την αυτοδραματοποίηση του Fichte, μοναχικοί στοχαστές: «Υπήρχε σ' αυτόν περιφρόνηση των πάντων. Στεκόταν σαν ξένος σ' αυτόν τον ζωντανό κόσμο». Η επίθεση σε ό,τι περισφίγγει και περιορίζει, σε ό,τι μας πείθει πως είμαστε μέρος κάποιου πελώριου μηχανισμού από τον οποίο είναι αδύνατον να ξεφύγουμε, αφού είναι σκέτη ψευδαίσθηση να πιστεύουμε ότι μπορούμε να δραπετεύσουμε – ιδού το κοινό σημείο της ρομαντικής εξέγερσης. Όταν ο Blake λέει: «Ένας κοκκινολαίμης στριμωγμένος στο κλουβί / ξεσηκώνει την οργή των ουρανών», το κλουβί είναι το νευτώνειο σύστημα. Ο Locke και ο Νεύτων είναι δαίμονες· «η Λογική» είναι «μυστική Δολοφονία»· «η Τέχνη είναι το Δέντρο της Ζωής... η Επιστήμη το Δέντρο του Θανάτου». «Το Δέντρο της Γνώσης μάς έχει στερήσει το Δέντρο της Ζωής», έλεγε ο Hamann μια γενιά πριν, κι αυτό επαναλαμβάνεται κατά γράμμα από τον Byron. Η ελευθερία συνεπάγεται ανατροπή κανόνων, ενδεχομένως και διάπραξη εγκλημάτων. Αυτή η παρατήρηση είχε γίνει προηγουμένως από τον Diderot (και ίσως από τον Milton όταν συνελάμβανε τη μορφή του Σατανά, καθώς και στον Τρωίλο του Shakespeare)· ο Diderot αντιλαμβανόταν τον άνθρωπο ως το θέατρο ενός ακατάπαυστου εμφύλιου πολέμου ανάμεσα σ' ένα εσωτερικό είναι, τον φυσικό άνθρωπο, ο οποίος μάχεται να ξεφύγει από τον εξωτερικό άνθρωπο, το προϊόν του πολιτισμού και των συμβάσεων. Ο Diderot συνέκρινε τον εγκληματία με τον μεγαλοφυή. Και οι δύο είναι απομονωμένα και άγρια όντα, που ανατρέπουν κανόνες, αψηφούν συμβάσεις και εκτίθενται σε τρομακτικούς κινδύνους, αντίθετα με τους hommes d'esprit οι οποίοι σπαταλούν την ευφυΐα τους με κομψό και ευχάριστο τρόπο, αλλά είναι πράοι και τους λείπει η ιερή φλόγα. «Δράση, η δράση είναι η ψυχή του κόσμου, και όχι η απόλαυση... Δίχως δράση όλο το αίσθημα και όλη η γνώση δεν είναι τίποτε άλλο παρά αργός θάνατος». Και πάλι: «Ο Θεός επώασε το κενό και αναδύθηκε ένας κόσμος»· «Καθαρίστε τον χώρο! Καταστρέψτε! Κάτι θα εμφανιστεί! Ω θεοφόρο συναίσθημα!». Είναι λόγοι του Lenz, του αυθεντικότερου εκφραστή του Sturm und Drang, μισό αιώνα πριν από τον Byron: σημασία έχει η ένταση της δημιουργικής εξόρμησης, το φυσικό βάθος απ' όπου εκπηγάζει, η ειλικρίνεια των πεποιθήσεων, η προθυμία να ζήσει και να πεθάνει κανείς για μια αρχή, γιατί έχει μεγαλύτερη αξία απ' ό,τι η εγκυρότητα των πεποιθήσεων ή των ίδιων των αρχών.

Ο Βολταίρος και ο Carlyle έγραψαν και οι δύο για τον Μωάμεθ. Το έργο του Βολταίρου είναι απλώς επίθεση στον σκοταδισμό, στην αδιαλλαξία, στον θρησκευτικό φανατισμό όταν αναφέρεται στον Μωάμεθ, χαρακτηρίζοντάς τον τυφλό και καταστροφικό βάρβαρο, εννοεί, όπως αντιλαμβάνονται όλοι, τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η οποία κατά τη γνώμη του ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο για τη δικαιοσύνη, την ευτυχία, την ελευθερία και τον Λόγο – οικουμενικοί στόχοι που ικανοποιούν τις βαθύτερες ανάγκες όλων των ανθρώπων ανεξαρτήτως εποχής. Όταν, έναν αιώνα αργότερα, ο Carlyle πραγματεύεται το ίδιο θέμα, δεν ενδιαφέρεται παρά για τον χαρακτήρα του Μωάμεθ, για το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένος, και όχι για τα δόγματά του ή τις συνέπειές τους, τον αποκαλεί «πυρωμένη μάζα ζωής που ξεχύνεται από τον μεγάλο κόλπο της ίδιας της φύσης», και διακατέχεται από «βαθιά, μεγάλη, γνήσια ειλικρίνεια», «Καρδιά! Θέρμη! Αίμα! Ανθρωπιά! Ζωή!». Αυτά είναι τα λόγια του Herder. H επίθεση στον Βολταίρο και στη ρηχή συζήτηση των Γάλλων κορυφώθηκε στη Γερμανία κατά το τελευταίο τρίτο του 18ου αιώνα. Μισό αιώνα αργότερα, ο στόχος της έλλογης ευτυχίας, ιδιαίτερα στην εκδοχή του Bentham, απορρίπτεται με περιφρόνηση από τη νέα, ρομαντική γενιά της ηπειρωτικής Ευρώπης, για την οποία η απόλαυση δεν είναι παρά «χλιαρό νερό στη γλώσσα»· η έκφραση ανήκει στον Hölderlin, αλλά κάλλιστα θα μπορούσε να έχει ειπωθεί από τον Musset ή τον Λέρμοντοφ. Ο Goethe, o Wordsworth, o Coleridge και ο Schiller συμφιλιώθηκαν με την καθεστηκυία τάξη. Το ίδιο, με τον καιρό, έκαμαν ο Schelling και ο Tieck, ο Friedrich Schlegel και Armin, και πολλοί άλλοι ριζοσπάστες. Ωστόσο, στα πρωιμότερα χρόνια τους αυτοί οι άνθρωποι εξυμνούσαν τη θέληση για ελευθερία, για δημιουργική αυτοέκφραση, με μοιραίες συνέπειες για την ιστορία και τη νοοτροπία των χρόνων που ακολούθησαν. Μία μορφή αυτών των ιδεών ήταν η νέα εξεικόνιση του καλλιτέχνη, ο οποίος εξυψωνόταν πάνω από τους υπόλοιπους ανθρώπους όχι μόνο λόγω της μεγαλοφυΐας του, αλλά και λόγω της ηρωικής προθυμίας του να ζήσει και να πεθάνει για το ιερό όραμά του. Το ίδιο ακριβώς ιδεώδες εμψύχωσε και σχημάτισε την ιδέα περί εθνών, τάξεων, μειονοτήτων στους αγώνες τους για ελευθερία με οποιοδήποτε τίμημα. Πήρε πιο έντονη μορφή στη λατρεία του ηγέτη, του δημιουργού μιας νέας κοινωνικής τάξης εν είδει έργου τέχνης, ο οποίος πλάθει ανθρώπους όπως ο συνθέτης πλάθει ήχους και ο ζωγράφος χρώματα – ανθρώπους πολύ αδύναμους για να εξεγερθούν με τη δική τους βούληση. Ένα εκλεκτό ον, ο ήρωας και συγχρόνως μεγαλοφυΐα στον οποίο αποτίνουν φόρο τιμής ο Carlyle και ο Fichte, είναι σε θέση να εξυψώσει τους υπόλοιπους σ' ένα επίπεδο όπου θα ήταν αδύνατον να φτάσουν με δικές τους προσπάθειες, έστω κι αν αυτό επιτυγχάνεται με τίμημα την αφόρητη οδύνη ή τον θάνατο μεγάλων μαζών.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ ΠΕΠΡΩΜΕΝΩΝ. Ο ΠΟΥΣΚΙΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ (ΜΠΕΡΝΤΙΑΕΦ).

Δημιουργικότης και Ασκητισμός. Μεγαλοφυΐα και Αγιότης.