Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΗΣ ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ 13 Το «Ελεύθερο Πνεύμα» EΝΑΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ Woke κουλτούρας.

Συνέχεια από Πέμπτη 27. Αυγούστου 2026


ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΗΣ ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ 13

Επαναστάτες χιλιαστές και μυστικοί αναρχικοί του Μεσαίωνα

Του NORMAN COHN,
 

Εκδόσεις PIMLICO

4. Οι Άγιοι εναντίον των στρατιών του Αντιχρίστου

Σωτήρες στις Έσχατες Ημέρες

Οι δαιμονικές στρατιές (συνέχεια)

Επιπλέον, ο Μαρτίνος Λούθηρος δεν ήταν —όπως συχνά υποτίθεται— ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα ότι ο Αντίχριστος, ο οποίος εγκαθιστά τον θρόνο του μέσα στον Ναό, δεν μπορεί να είναι άλλος από τον Πάπα της Ρώμης και ότι, κατά συνέπεια, η Εκκλησία της Ρώμης είναι η Εκκλησία του Σατανά. Μεταξύ εκείνων που διαπνέονταν από εσχατολογικές αντιλήψεις κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, η ιδέα αυτή αποτελούσε ήδη κοινό τόπο. Ακόμη και ένας τόσο ένθερμος υπερασπιστής της Εκκλησίας όπως ο άγιος Βερνάρδος μπορούσε, μέσα στην αγωνιώδη προσδοκία του τελικού δράματος, να πιστέψει ότι πολλοί από τους κληρικούς ανήκαν στις στρατιές του Αντιχρίστου.

Και στις διακηρύξεις του propheta, ο οποίος κάηκε ως αιρετικός στο Παρίσι το 1209, παρόμοιες ιδέες εμφανίζονται ως αναπόσπαστο μέρος μιας διδασκαλίας που αντλούσε σαφώς σε μεγάλο βαθμό από την Ιωάννεια και τη Σιβυλλική παράδοση. Ο άνθρωπος αυτός, ένας κληρικός που είχε γίνει χρυσοχόος, προέλεγε ότι μέσα σε πέντε χρόνια οι άνθρωποι θα αφανίζονταν από την πείνα, οι βασιλείς θα αλληλοσφάζονταν με το ξίφος, η γη θα άνοιγε και θα κατάπινε τους κατοίκους των πόλεων και, τέλος, φωτιά θα έπεφτε επάνω σε εκείνα τα μέλη του Αντιχρίστου, τους ιεράρχες της Εκκλησίας. Διότι, όπως επέμενε, ο Πάπας ήταν ο Αντίχριστος εξαιτίας της εξουσίας που κατείχε· και η Βαβυλώνα της Αποκαλύψεως ήταν στην πραγματικότητα η Ρώμη. Ύστερα από εκείνον τον μεγάλο εξαγνισμό, ολόκληρη η γη, μαζί με όλα τα βασίλειά της, θα υποτασσόταν στον μελλοντικό βασιλιά της Γαλλίας, Λουδοβίκο Η΄ —ο οποίος τότε ήταν ακόμη Δελφίνος—, έναν εσχατολογικό μονάρχη που θα κατείχε τη γνώση και τη δύναμη των Γραφών και θα βασίλευε αιώνια υπό την οικονομία του Αγίου Πνεύματος.

Κάθε χιλιαστικό κίνημα ήταν στην πραγματικότητα σχεδόν αναγκασμένο, εξαιτίας της καταστάσεως στην οποία βρισκόταν, να θεωρεί τον κλήρο ως μια δαιμονική αδελφότητα. Μια ομάδα λαϊκών, με επικεφαλής έναν μεσσιανικό ηγέτη και πεπεισμένη ότι ο Θεός τής είχε αναθέσει την κολοσσιαία αποστολή να προετοιμάσει την οδό για τη Χιλιετή Βασιλεία, ήταν αναπόφευκτο να συναντήσει στη θεσμοποιημένη Εκκλησία, στην καλύτερη περίπτωση, έναν αδιάλλακτο αντίπαλο και, στη χειρότερη, έναν αμείλικτο διώκτη. Δεν ανήκε όμως στην ίδια τη φύση του Αντιχρίστου να κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι του, ώστε να παρεμποδίσει με απάτη και βία τη θεόθεν ορισμένη τελική εκπλήρωση; Και ποιο καλύτερο μέσο θα μπορούσε να βρει από το να μεταμφιεστεί κάτω από τον παπικό μανδύα και την τιάρα και να στρέψει την τεράστια δύναμη και εξουσία της Εκκλησίας εναντίον των Αγίων; Αν όμως έτσι είχαν τα πράγματα, πώς αλλιώς θα μπορούσε να θεωρηθεί η Εκκλησία του Αντιχρίστου παρά ως η Πόρνη της Βαβυλώνας, «η γυναίκα η μεθυσμένη από το αίμα των Αγίων», η Μητέρα των Βδελυγμάτων, «με την οποία πόρνευσαν οι βασιλείς της γης και από το κρασί της πορνείας της μέθυσαν οι κάτοικοι της γης»;

Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να θεωρηθεί ο κλήρος αυτής της Εκκλησίας παρά ως το πολυκέφαλο Θηρίο, το οποίο υπηρετούσε τον Αντίχριστο και έφερε επάνω στη ράχη του την Πόρνη, το οποίο ξεστόμιζε βλασφημίες και πολεμούσε εναντίον των Αγίων; Ο κλήρος ως το Θηρίο της Αποκαλύψεως: ποια εικόνα θα μπορούσε να είναι πειστικότερη για τους ενθουσιώδεις χιλιαστές, στα μάτια των οποίων η ζωή του κλήρου δεν ήταν πράγματι παρά κτηνωδία, η vita animalis, ένας ζωώδης βίος ολοκληρωτικά παραδομένος στον Κόσμο και στη Σάρκα;

Ήταν πράγματι η μεσαιωνική Εκκλησία βυθισμένη σε έναν τόσο χονδροειδή υλισμό; Ή μήπως η αντίληψη αυτή, η οποία παραμένει ευρέως διαδεδομένη ακόμη και σήμερα, αποτελεί μια υπεραπλούστευση ανάλογη με εκείνη που ταυτίζει τον μεσαιωνικό εβραϊσμό με τη μεσαιωνική τοκογλυφία; Ασφαλώς δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η Εκκλησία, η οποία είχε συμβάλει τόσο πολύ στη διαμόρφωση της μεσαιωνικής κοινωνίας, αποτελούσε συγχρόνως αναπόσπαστο τμήμα αυτής της κοινωνίας. Ήδη πριν από την πτώση της Δυτικής Αυτοκρατορίας, οι αυτοκράτορες, παραχωρώντας στην Εκκλησία τον πλούτο των ειδωλολατρικών ναών, την είχαν καταστήσει τον μεγαλύτερο γαιοκτήμονα στον κόσμο.

Ο πλούτος αυτός, ο οποίος επέτρεψε στην Εκκλησία να επιβιώσει σχετικά αλώβητη από τις μεγάλες μεταναστεύσεις και εισβολές, αυξανόταν από αιώνα σε αιώνα με κληροδοτήματα και προσφορές ηγεμόνων και πλουσίων. Σύμφωνα με το Κανονικό Δίκαιο, η εκκλησιαστική περιουσία ήταν αναπαλλοτρίωτη και έτσι, παρά τις αρπαγές των κοσμικών αρχόντων, κατέληξε να γίνει τεράστια. Ένας οργανισμός τόσο πλούσια προικισμένος είχε φυσικά να προσφέρει πολλά δελεαστικά αξιώματα· και οι ευγενείς οικογένειες εξασφάλιζαν συνήθως, μέσω της επιρροής τους ή ακόμη και με αγορά, άνετα και προσοδοφόρα εκκλησιαστικά οφίκια για τους νεότερους γιους τους. Πολλοί από τους επισκόπους και τους ηγουμένους που διορίζονταν με αυτόν τον τρόπο δεν ήταν παρά πολιτικοί, αυλικοί ή πρίγκιπες με εκκλησιαστική περιβολή. Οι ηγούμενοι μετέτρεπαν τα μοναστήρια τους σε πολυτελή καταλύματα, ενώ οι επίσκοποι έκτιζαν ανάκτορα με τάφρους και πυργίσκους, όπου ζούσαν με την ίδια μεγαλοπρέπεια όπως και οι άλλοι μεγάλοι φεουδάρχες. Δεν ήταν λοιπόν αδικαιολόγητο το παράπονο του απλού λαού για τον κλήρο: «Δεν φροντίζουν καθόλου για εμάς· ζουν σκανδαλώδη βίο· μας καταπατούν. […] Ο απλός λαός παράγει τα πάντα και παραδίδει τα πάντα, και ωστόσο δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να βασανίζεται διαρκώς και να οδηγείται στην καταστροφή από τον κλήρο. […] Οι ιεράρχες είναι λύκοι λυσσασμένοι…».⁵⁴

Επιπλέον, τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα και εξής, ο ίδιος ο παπικός θεσμός είχε αποκτήσει σαφώς κοσμικό χαρακτήρα. Οι πάπες έτειναν να είναι πρωτίστως πολιτικοί και διοικητές. Η μεγαλύτερη κυκλοφορία χρήματος και η αναβίωση του εμπορίου επέτρεψαν στην παπική εξουσία να αναπτύξει ένα φορολογικό σύστημα ευρωπαϊκής κλίμακας, το οποίο διαχειριζόταν μια σύνθετη και άρτια εκπαιδευμένη γραφειοκρατία. Όσο σθεναρά και αν καταδίκαζε η παπική εξουσία την «τοκογλυφία», όπως αποκαλούσε τον νέο καπιταλισμό, οι οικονομικές ανάγκες της την υποχρέωναν να χρησιμοποιεί κάθε δυνατό μέσο για την άντληση χρημάτων. Νωρίτερα από τους κοσμικούς μονάρχες, οι πάπες χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες τραπεζιτών. Με τέτοια μέσα η παπική εξουσία μπόρεσε να διεξάγει αμιγώς πολιτικές συγκρούσεις με αμιγώς πολιτικά μέσα, ακόμη και να εξαγοράζει συμμάχους και να διεξάγει πολέμους. Ως μεγάλη μοναρχία, μπορούσε επίσης να συντηρεί μια αυλή απαράμιλλης λαμπρότητας, στην οποία οι μηχανορραφίες και η ακολασία ευδοκιμούσαν μερικές φορές τόσο πληθωρικά όσο και στις άλλες αυλές. Σε όλες τις ανώτερες βαθμίδες της εκκλησιαστικής ιεραρχίας υπήρχε πράγματι έντονη τάση προσέγγισης προς τον συνηθισμένο τρόπο ζωής των ανώτερων στρωμάτων της κοσμικής κοινωνίας.

Όταν οι χιλιαστές του ύστερου Μεσαίωνα μιλούσαν για την εκκοσμίκευση της Εκκλησίας, αναφέρονταν ασφαλώς σε κάτι που υπήρχε πραγματικά· δεν είναι όμως λιγότερο σημαντικό το γεγονός ότι η εκκοσμίκευση ήταν το μόνο που μπορούσαν να διακρίνουν μέσα στην Εκκλησία. Εκείνο που δεν έβλεπαν ήταν ότι, όσο βαθιά και αν είχε εμπλακεί στην κοσμική κοινωνία, η Εκκλησία εξακολουθούσε να εκπροσωπεί έναν πιο ανθρώπινο και ανιδιοτελή τρόπο ζωής — όχι μόνο μέσω της διδασκαλίας της, αλλά και, ακόμη και στις πλέον εκκοσμικευμένες περιόδους της, μέσω της έμπρακτης δράσης της. Σε μια εποχή που δεν γνώριζε τίποτε από κοινωνικές υπηρεσίες, οι μοναχοί και αργότερα οι αδελφοί των επαιτικών ταγμάτων φρόντιζαν τους φτωχούς και τους ασθενείς ως μέρος ενός αυτονόητου καθημερινού καθήκοντος και χωρίς να προσδοκούν επίγεια ανταμοιβή. Σε μια ήπειρο που μαστιζόταν από φεουδαρχικούς πολέμους, οι επίσκοποι έκαναν ό,τι μπορούσαν, κηρύσσοντας την Ανακωχή του Θεού και την Ειρήνη του Θεού, για να περιορίσουν τα δεινά και την καταστροφή. Σε όλες τις εποχές μεγάλος αριθμός κληρικών ζούσε σχετικά ασκητικά, ενώ ακόμη και πολλοί από τους μεγάλους ιεράρχες απέβλεπαν στην αγιότητα.

Και αν ο κλήρος διολίσθαινε συνεχώς σε μια άνετη χαλαρότητα —όπως τείνει πάντοτε να κάνει κάθε μεγάλο σώμα ανθρώπων—, δεν έλειπαν ποτέ από τις τάξεις του εκείνοι που διέθεταν τη θέληση και τη δύναμη να ανακόψουν αυτή την πορεία και τουλάχιστον να επιχειρήσουν μια μεταρρύθμιση. Η ίδρυση των νέων μοναστικών ταγμάτων κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα, οι καινοτομίες του αγίου Φραγκίσκου και του αγίου Δομίνικου κατά τον 13ο αιώνα, το συνοδικό κίνημα του 15ου αιώνα, ακόμη και το «ευαγγελικό» κίνημα που εξαπλωνόταν την ίδια την παραμονή της Μεταρρύθμισης, αποτελούν λίγα μόνο από τα πολλά παραδείγματα της ικανότητας της μεσαιωνικής Εκκλησίας να αντιμετωπίζει κατάματα τις δικές της αδυναμίες.

Αν κριθεί με βάση τους κανόνες του μεσαιωνικού λατινικού χριστιανισμού, οι οποίοι γίνονταν καταρχήν αποδεκτοί από όλους, η ιστορική πορεία της Εκκλησίας απείχε στην πραγματικότητα πολύ από το να είναι ολοκληρωτικά μελανή.

Φαινόταν όμως ολοκληρωτικά μελανή στους χιλιαστές, οι οποίοι, τρομοκρατημένοι και συνάμα συνεπαρμένοι από την επικείμενη Δευτέρα Παρουσία, εφάρμοζαν αυτούς τους κανόνες με απόλυτη αδιαλλαξία και αρνούνταν πλήρως να δείξουν οποιαδήποτε επιείκεια. Οι εμπνεόμενες από την εσχατολογία ορδές αναζητούσαν ηγέτες τους οποίους θα μπορούσαν να θεωρούν καθαρά πνευματικές υπάρξεις, απομακρυσμένες από υλικές μέριμνες και υπολογισμούς, ελεύθερες από τις ανάγκες και τις επιθυμίες του σώματος. Τέτοιοι ηγέτες μπορούσαν να θεωρηθούν θαυματουργοί άγιοι, ακόμη και ζωντανοί θεοί. Με βάση όμως αυτά τα πρότυπα, η ολοκληρωτική καταδίκη ήταν η μόνη δυνατή στάση απέναντι σε έναν κλήρο ο οποίος, όντας ανθρώπινος, αφθονούσε σε ανθρώπινες αδυναμίες.

Εξαιτίας των υπέρμετρων προσδοκιών τους, τα εσχατολογικά κινήματα δεν μπορούσαν —όπως μπορούσε και πράγματι έκανε η ίδια η Εκκλησία— απλώς να καταδικάζουν ορισμένες συγκεκριμένες καταχρήσεις και να επικρίνουν μεμονωμένους κληρικούς· ήταν αναγκασμένα να θεωρούν ολόκληρο τον κλήρο, σε όλες του τις πράξεις, ως τη στρατιά του Αντιχρίστου, η οποία από την ίδια της τη φύση ήταν ταγμένη να επιδιώκει την πνευματική και υλική καταστροφή της χριστιανοσύνης και η οποία αγωνιζόταν τώρα με ακόμη μεγαλύτερη αγριότητα, καθώς το Τέλος πλησίαζε. Στο χαρακτικό του Λορτς [Εικόνα 2], ένας δαιμονικός καρδινάλιος, που ξερνά έναν επίσκοπο, λέει: «Φύγετε από εδώ, Θεέ και άνθρωποι· ο Διάβολος και εγώ είμαστε οι κυρίαρχοι». Και στην εικονογράφηση του Ντύρερ για το έκτο κεφάλαιο του Βιβλίου της Αποκαλύψεως [Εικόνα 3], όχι μόνο ένας πάπας και ένας επίσκοπος, αλλά και απλοί ιερείς και μοναχοί συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που, κατά την Ημέρα της Οργής, θα καλούν μάταια τα βουνά και τους βράχους να πέσουν επάνω τους και να τους κρύψουν από το πρόσωπο του τιμωρού Χριστού. Παρά τη χρονολογία τους, εκείνο που εξακολουθεί να κραυγάζει μέσα από αυτά τα δύο αποκαλυπτικά σχέδια είναι η ίδια τρομαγμένη καταγγελία της Εκκλησίας του Αντιχρίστου, η οποία είχε πρωτοδιατυπωθεί από τις χιλιαστικές αιρέσεις του 12ου και του 13ου αιώνα.

Ο Πάπας ως Αντίχριστος: Μελχιόρ Λορκ. Σε αυτή τη φρικιαστική εικόνα, η οποία είναι αφιερωμένη στον Λούθηρο, ο Πάπας παρουσιάζεται με την ουρά και άλλα ζωώδη χαρακτηριστικά του Σατανά, ενώ οι βάτραχοι που βγαίνουν από το στόμα του —μαζί με άλλα ερπετά— παραπέμπουν στην περιγραφή του Αντιχρίστου στην Αποκάλυψη 16,13. Μία από τις επιγραφές ταυτίζει επίσης τη μορφή αυτή με τον Άγριο Άνθρωπο. Όπως έδειξε ο δρ Μπερνχάιμερ στη μελέτη του, ο Άγριος Άνθρωπος της μεσαιωνικής δαιμονολογίας ήταν ένα τέρας ερωτικής και καταστροφικής δύναμης, ένα πνεύμα της γης που αρχικά ανήκε στην οικογένεια του Πάνα, των Φαύνων, των Σατύρων και των Κενταύρων, αλλά αργότερα μεταμορφώθηκε σε τρομακτικό δαίμονα. Ο Λορκ έδωσε στον Άγριο Άνθρωπό του έναν παπικό σταυρό, ο οποίος είναι συγχρόνως ένας κορμός δέντρου, όμοιος με εκείνους που έφεραν οι Κένταυροι — και ο οποίος αποτελούσε με τη σειρά του φαλλικό σύμβολο.

3 Η Ημέρα της Οργής: Άλμπρεχτ Ντύρερ. Εικονογράφηση της Αποκαλύψεως 6,9–16:

«[…] Είδα κάτω από το θυσιαστήριο τις ψυχές εκείνων που είχαν σφαγεί για τον λόγο του Θεού και για τη μαρτυρία που είχαν δώσει. […]

Και ιδού, έγινε μεγάλος σεισμός· και ο ήλιος έγινε μαύρος σαν τρίχινος σάκος και η σελήνη έγινε σαν αίμα· και τα άστρα του ουρανού έπεσαν στη γη. […] Και οι βασιλείς της γης, οι άρχοντες, οι πλούσιοι, οι χιλίαρχοι, οι ισχυροί, κάθε δούλος και κάθε ελεύθερος κρύφτηκαν στα σπήλαια και στους βράχους των βουνών· και είπαν στα βουνά και στους βράχους: Πέστε επάνω μας και κρύψτε μας από το πρόσωπο Εκείνου που κάθεται στον θρόνο και από την οργή του Αρνίου».


Συνεχίζεται με:

Φαντασίωση, αγωνία και κοινωνικός μύθος

Δεν υπάρχουν σχόλια: