Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η γραφή ως παράδοση - Frank Schirrmacher. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η γραφή ως παράδοση - Frank Schirrmacher. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2023

Η γραφή ως παράδοση 10

 Συνέχεια από: Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2023

Η γραφή ως παράδοση 
Η αποδόμηση του λογοτεχνικού κανόνα στον Kafka και Harold Bloom
Ι. 3 Η Σημαντική τής Kabbala α

Η πρώτη πρόταση τού μυθιστορήματος που παραθέτει το κακό, και η τελευταία πρόταση που είναι αφιερωμένη στην αιδώ, οριοθετούν την έκταση ενός στοχασμού, που έχει ως έμπνευσή του την Γένεσι. Αλλά ακόμα και η πρώτη πρόταση επιτρέπει να μεταφραστεί η αιτία και η πορεία τής δίκης αυτής βάσει τής μυθολογικής γλώσσας.
Το ότι «κάποιος» «συκοφάντησε» τον Josef K., παραθέτει τον διάβολο (diabolos), ο μυθικός τίτλος τού οποίου, όπως θα το βρήκε ο Kafka στην «Ιστορία τού διαβόλου» τού Roskoff18, είναι ο «συκοφάντης».  Για την παρουσία τής αρχέγονης κρίσεως, από απόψεως σημαντικής, φαίνεται πως δεν γνωρίζουν κάτι, ούτε ο Josef K., ούτε οι τρεις υπάλληλοι, που τον συλλαμβάνουν ανήμερα τών τριακοστών του γενεθλίων. Οι φύλακες είναι φυσικά «κατώτεροι υπάλληλοι, που σχεδόν τίποτα δεν γνωρίζουν για τα νομικά έγγραφα» (Ρ11), ούτε για τα έγγραφα που νομιμοποιούν το δικαστήριο για το οποίο εργάζονται. Αν και δεν είναι σε θέση να επιδείξουν κάποια ταυτότητα, και δεν διαθέτουν «ένταλμα συλλήψεως» (Ρ10), τα βιβλία με τα οποία εμφανίζονται (Ρ8/14), θυμίζουν την ουσία τού δικαστηρίου, στην «υπηρεσία» (Ρ11) τού οποίου βρίσκονται.
Η «κωμωδία» τής σύλληψης, στην οποία ο Κ. πιστεύει πως «παίζει», αντλεί το κείμενό της από τα βιβλία αυτά. Την αιτία τής σύλληψής του θα μπορούσε να την είχε μαντέψει ήδη με το ξύπνημά του. Γιατί το πρώτο πράγμα που ο Κ. βλέπει εκείνο το πρωινό, είναι εκείνη η γριά, που από το απέναντι παράθυρο «τον παρακολουθούσε με μιά, για αυτήν την ίδια, ασυνήθιστη περιέργεια» (Ρ7), και που αργότερα «έναν πολύ μεγαλύτερο γέρο» τραβά στο παράθυρο και κρατά «περιτυλιγμένο» (Ρ12). Τέλος, από τους «θεατές» (Ρ17) θα προκύψει μια μικρή «συντροφιά», καθώς πίσω από τους γέρους, «στεκόταν ένας άνδρας, που τους ξεπερνούσε κατά πολύ, με ανοικτό στο στήθος του τό πουκάμισο, και με ένα κοκκινωπό μυτερό γένι, που στριφογύριζε στα δάκτυλα του» (Ρ14). Ο Κ. αμύνεται κατά αυτής τής «γεροντικής περιέργειας» (Ρ8), πολύ πιο έντονα παρά εναντίον τών υπαλλήλων στο διαμέρισμα τής κυρίας Grubach:
«Η συντροφιά ήταν ακόμα εκεί στο παράθυρο, και φάνηκε πως μόλις τώρα, που ο Κ. πλησίασε το παράθυρο,  διαταράχτηκε λίγο η ησυχία τής παρακολούθησης. Οι γέροι ήθελαν να σηκωθούν, αλλά ο άνδρας που βρισκόταν πίσω τους, τους καθησύχασε. „Και εκεί είναι τέτοιοι παρατηρητές“, φώναξε ο Κ. στον φύλακα και έδειξε με τον δείκτη του πρός τά έξω. „Φύγετε από εκεί“, τους φώναξε. Οι τρεις απομακρύνθηκαν αμέσως μερικά βήματα προς τα πίσω, οι δυο γέροι μάλιστα βρέθηκαν πίσω από τον άνδρα, που τους απέκρυβε με το πλατύ του σώμα…“Ενοχλητικοί, αδιάκριτοι άνθρωποι!“ φώναξε ο Κ., όταν γύρισε προς το δωμάτιο». (Ρ17)
«Εκεί», στον ορίζοντα τού Josef K., θα έπρεπε να είχε γίνει φανερή η πραγματικά πανάρχαια διαμόρφωση πού προερχόταν από την Γένεσι. Η «περιέργεια» πού επέδειξε το ζευγάρι γερόντων παραπέμπει στήν Γραφή, και η τόσο ισχυρά κυρίαρχη μορφή τού άνδρα, που «καθησυχάζει» τους γέρους και τους προστατεύει «με το κορμί του», παραπέμπει σε ένα βιβλικό μοτίβο. Ο προστάτης είναι η πρώτη εκείνων των μεσσιανικών μορφών, τις οποίες θα συναντήσει Κ. στο τριακοστό έτος τής ηλικίας του19.
Ο Κ. έχει δίκαιο όταν ονομάζει μια τέτοια παρουσία ως «ενοχλητική» και «αδυσώπητη». Δεν καταλαβαίνει όμως πιο «πνεύμα» αυτή παρουσιάζει, και σε ποια σημαντική ημερομηνία λαμβάνει χώρα η σύλληψή του. Καθώς «εκεί» μια ζωντανή εικόνα (tableau vivant) παριστάνει τα αρχετυπικά χαρακτηριστικά τής Γενέσεως, τα γεγονότα στο διαμέρισμα τής κυρίας Grubach ακολουθούν μια παράδοση, που διηγείται τον τρόπο με τον οποίο το προπατορικό αμάρτημα επαναλαμβάνεται τελετουργικά κάθε χρόνο.
Ο Ιουδαϊσμός εξασκούνταν στήν ακατάβλητη διαρκή παρουσία τής καταδικαστικής απόφασης την πρώτη μέρα κάθε έτους, την ημέρα δηλαδή εκείνη, που σύμφωνα με τό Sohar «λαμβάνει χώρα η δίκη τού κόσμου και ο ενάντιος ασκεί τήν κατηγορία»20. Και έτσι, ο «συκοφάντης» που κατηγόρησε τον Κ. την ημέρα τών γενεθλίων του, θα ήταν εκείνος ο διάβολος, ο οποίος την ημέρα τής εβραϊκής πρωτοχρονιάς, την «ημέρα τής δίκης», αναλαμβάνει και πάλι την «κατηγορία», η οποία κληρονομείται από την εποχή τής Γενέσεως. Την ημέρα όμως τής δίκης, το δικαστήριο ανοίγει τα σχολικά βιβλία, τα οποία είχε στοιχειοθετήσει για τις πράξεις τών ανθρώπων, τούς κατηγορεί, και τους δίνει μέχρι την «ημέρα τής καταλλαγής» δέκα μέρες χρόνο για μετάνοια-και τότε ταξινομεί αμετάκλητα τήν ενοχή21. Δέκα μέρες όμως περνούν, μέχρι ο Κ. να κληθεί στην πρώτη και τελευταία «ανάκριση», και με την συμπεριφορά του, σύμφωνα με τον ανακριτή, αφαιρεί από μόνος του τό μεγάλο του «πλεονέκτημα», «καθώς μια ανάκριση αυτό σημαίνει (πλεονέκτημα) για τον συλληφθέντα» (Ρ45).
Το ίδιο το μυθιστόρημα ανοίγει  στο πρώτο του κεφάλαιο τα παλιά βιβλία. Ήδη από την σύλληψή του ο Κ. χάνει όλα του τα πλεονεκτήματα, τα οποία τού εγγυάται το τελετουργικό ενώπιον τής Γενέσεως η οποία έχει και πάλι αναστηθεί. Συγχυσμένος ως προς τις έννοιες αναζητά τις νομιμοποιήσεις και τις δικαιολογίες. Η διαταγή των φυλάκων, να φορέσει το «γιορτινό του κοστούμι», «το καλύτερό του μαύρο ένδυμα» (Ρ14), το χλευάζει ως «γελοίο τελετουργικό» (Ρ13), χαίρεται «που οι φύλακες ξέχασαν να τον αναγκάσουν να πάει στο μπάνιο» (Ρ14) και αγνοεί παντελώς το νόημα που υπόσχεται ένα τέτοιο «τελετουργικό»22 αναφορικά προς την ιστορία τής σωτηρίας.  

Συνεχίζεται

ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΖΕΙ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΥΠΟΤΙΘΕΤΑΙ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ Η ΒΕΒΑΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ ΟΤΙ Η ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ ΤΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΕΧΕΙ ΣΤΕΡΕΕΣ ΑΓΙΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΤΟΥ ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΝ ΝΑ ΚΑΤΗΓΟΡΕΙ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ. ΜΙΑ ΤΥΦΛΩΣΗ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ ΚΟΥΦΟΥΣ.
Άλλο πράγμα είναι η Πρόνοια του Θεού,
άλλο η βοήθειά Του,
άλλο η προστασία Του,
άλλο το έλεός Του
και άλλο η παράκλησή (παρηγοριά) Του...
Το μεν πρώτο εκτείνεται σε όλη την κτίση,
το δεύτερο μόνο στους πιστούς,
το τρίτο στους πραγματικά πιστούς,
το τέταρτο σε όσους Τον υπηρετούν
και το πέμπτο σε όσους Τον αγαπούν ..
.

Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος.

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2023

Η γραφή ως παράδοση 9

 Συνέχεια από: Δευτέρα 22 Μαίου 2023

Η γραφή ώς παράδοση 
Η αποδόμηση τού λογοτεχνικού κανόνα στον Kafka και τόν Harold Bloom

Ι. 2 Η ιστορία τής σωτηρίας καί η βιογραφία γ


Αν και η παράδοση έχει καταστεί αναξιόπιστη, βάσει τής οποίας η Γραφή είναι η αλήθεια, το θέμα της πάντως παραμένει η «αναγκαιότητα» (Ρ188), για την οποία δεν υπάρχει αμφιβολία, μπορεί όμως να ενέχει απελπισία: η συνείδηση τής προσωπικής θνητότητας, για την αρχή τής οποίας μιλά η Γένεσις. Ακόμα και μια παρεξήγηση για το περιεχόμενο τών Γραφών, θα ήταν για τις αιτίες και τις συνέπειες, ποτέ για το αναμφισβήτητο δεδομένο. Η απελπισία όμως δεν αναδεικνύεται ως κάποιο συναίσθημα που θολώνει την διάθεση, όπως προσπάθησαν να το προσδιορίσουν σε κάποια στιγμή. Ο πνευματικός τήν (απελπισία) αναφέρει ως τον βασιλικό δρόμο τής ερμηνευτικής, με σκοπό την παράκαμψη τού αμετάβλητου χαρακτήρα τής γραφής. Γιατί από τήν απελπισία για την απόλυτη προσταγή τής γραφής προέρχονται όλες εκείνες οι αναγνώσεις, εξηγήσεις και γνώμες, που στους άπειρους ιστορικούς συνδυασμούς τους ξεκαθαρίζουν τήν ματιά προς το άπειρο μέγεθος τού πνεύματος, που προσέδωσε στον πνευματικό τον τίτλο του. Και ο Κ. που μπήκε στον καθεδρικό ναό από ενδιαφέρον για την ιστορία τής τέχνης (Ρ170), αντιλαμβάνεται τώρα, αν και καταβεβλημένος από τις άπειρες δυνατότητες τού πνεύματος, πως η Γραφή είναι κάτι περισσότερο από την ρεαλιστική ανάγνωση τής ιστορίας, της fabula και historia:

«Ήταν πολύ κουρασμένος, ώστε να είναι σε θέση να παραγκωνίσει όλα τα συμπεράσματα τής ιστορίας, ήταν επίσης και οι ασυνήθιστοι συνειρμοί, στους οποίους τον οδηγούσαν, πράγματα που δεν ήταν ρεαλιστικά, πιο κατάλληλα για συζητήσεις στην παρέα τών υπαλλήλων τού δικαστηρίου, παρά για εκείνον. Η απλή ιστορία είχε καταστεί άμορφη (ανεπίσημη), ήθελε να την αποσείσει από πάνω του…» (Ρ188).

Για πρώτη φορά ανακαλύπτει τον «συνειρμό» και το θέμα τού δικαστηρίου: επεξεργάζεται τα «τα μη πραγματικά πράγματα». Το θέμα του είναι το πνεύμα, το οποίο απελπισμένο από τον άτεγκτο χαρακτήρα τής Γραφής, δια μέσου αυτής και μόνο, διηγείται την ίδια του την ιστορία, η οποία δεν λέει να τελειώσει. Η διαγεγραμμένη παραλλαγή αυτού τού αποσπάσματος, θα μπορούσε με ακόμα πιο μεγάλη σαφήνεια να συνδέσει την Γραφή με την κατευθυντήρια ιδέα τού άγνωστου «συνειρμού»:

«Θυμήθηκε, πως μιλούσε και έκρινε ένα θρύλο, δεν γνώριζε την Γραφή, από την οποία είχε προέλθει εκείνος ο θρύλος, το ίδιο άγνωστες τού ήταν και οι εξηγήσεις. Είχε συρθεί σε ένα συνειρμό πού τού ήταν εντελώς άγνωστος. Και αφού ο πνευματικός ήταν όπως όλοι οι άλλοι, ήθελε να μιλήσει για την υπόθεση τού Κ. μόνο με υπονοούμενα, και με τον τρόπο αυτό να τον παρασύρει, και στο τέλος να σιωπήσει;» (Ρ221)

Στην πραγματικότητα θα έπρεπε να τεθεί το ερώτημα, αν το δικαστήριο ήδη από την αρχή παραθέτει επί λέξει τήν Γραφή στις αινιγματικές του «υπόνοιες», αν δεν τήν σκηνοθετεί κιόλας, και εάν ο Κ., που ένα χρόνο μετά την σύλληψη του θα πεθάνει, μέσα στους άγνωστους και απελπισμένους συνειρμούς τών εξηγήσεών του, απλώς καλεί για προσφορές βοήθειας και λύτρωσης.

Το μυθιστόρημα δείχνει πως έχει την φιλοδοξία να διηγηθεί αυτόν τον συνειρμό. Ακόμα και την σύλληψή του, ο Κ. την πληροφορείται κυρίως ως επέμβαση μιάς σε αυτόν άγνωστης και παραπλανητικής σκέψης (Ρ11). Το μυθιστόρημα, το οποίο σκοπεύει να καταγράψει τον συνειρμό, είναι σε θέση να επικαλεστεί, όπως και ο πνευματικός, μια μεγάλη παράδοση. Σε ένα επίσης διαγεγραμμένο απόσπασμα τού πρώτου κεφαλαίου, ο Κ. θα μπορούσε να είχε εξηγήσει την ενόχληση βάσει μιας ελάχιστης βλάβης:

«Στον ύπνο και στο όνειρο βρίσκεται κανείς φαινομενικά τουλάχιστο σε μια ουσιαστικά διαφορετική κατάσταση απ’ ότι στον ξύπνιο, και στην κατάσταση αυτή ταιριάζει…μια άπειρη πνευματική παρουσία (ως ετοιμότητα) ή καλύτερα μια ετοιμότητα στον λόγο, ώστε με το άνοιγμα των ματιών, όλα όσα είναι παρόντα, να τα αναλάβει κατά κάποιο τρόπο από το ίδιο σημείο, που τα άφησε το βράδυ» (Ρ217).

Αυτό πού στο σημείο αυτό παρουσιάζεται ως συνθήκη ασφάλειας τής ζωής, ώστε να μπορεί να ζήσει κανείς «άνετα, χωρίς αμφιβολίες» (getrost), ο Κ. δεν κατάφερε να το διαθέσει κατά το τελευταίο έτος τής ζωής του. Ο Κ. όμως θα απέδιδε στον εαυτό του τον επιτακτικό τίτλο μιας «άπειρης-ατέλειωτης πνευματικής παρουσίας», που αφορά όχι μόνο τον χαμένο ορίζοντα, αλλά και αυτόν που πρέπει να ξαναβρεί. Αυτή η πνευματική ετοιμότητα είναι κάτι σαν απαντήσεις στις άπειρες συνέπειες τής ζωής και της ιστορίας τής ζωής. Η πρόταση αυτή θα ήταν μια υπόσχεση και θα μπορούσε, με το να συναγάγει από μια ελάχιστη διαταραχή την εισβολή τού δικαστηρίου στην ζωή τού ανθρώπου, να καταστήσει κατανοητή την περίεργη ερμηνεία τής κυρίας Grubach, σύμφωνα με την οποία η δίκη αυτή δεν είναι μόνο «κάτι μορφωμένο», αλλά έχει σχέση και με την «τύχη» τού Κ.. Γιατί η άπειρη παρουσία τού πνεύματος προβάλλει απαιτήσεις προς την γραφή. Στην ιστορική αρχή βρίσκεται εκείνη η εβραϊκή παράδοση ερμηνείας και νόμου, που στην Γένεση και στους μωσαϊκούς νόμους διαβάζει την εντολή του Θεού, και που βρίσκει εκεί προδιαγεγραμμένο οτιδήποτε μπορεί να υπάρξει στην ιστορία και στις ερμηνείες τής ιστορίας.

Ο Kafka είχε πάντως ενδιαφερθεί τόσο έντονα για την εβραϊκή θεωρία περί κειμένου, ώστε κατά την διάρκεια τής συγγραφής τής «Δίκης» είχε αρχίσει να διαβάζει ένα βιβλίο για τις εξηγητικές παραδόσεις τού ιουδαϊσμού17. Η πνευματική παρουσία, την οποία ο Josef K. είχε χάσει στην αρχή του μυθιστορήματος, βρίσκει το συμπλήρωμά της στην Γραφή. Στις υποσχέσεις της, τα είδη τού παιχνιδιού και τα αινίγματα, θα παρέμενε η ιστορική της υπερδύναμη μόνο ως μια προπαίδεια. Μια προπαίδεια σε αυτό που αφορά την τόσο περίεργα ανιστόρητη αντίληψη του Josef K. ως κοσμοπολίτη, και που παρασύρει σε ένα ασυνήθιστο και απρόβλεπτο συνειρμό: την ιστορία μιάς απελπισίας μπρος στο αμετάβλητο.


Τέλος κεφαλαίου.

Δευτέρα 22 Μαΐου 2023

Η γραφή ως παράδοση 8

 Συνέχεια από: Παρασκευή 12 Μαίου 2023

Η γραφή ώς παράδοση 
Η αποδόμηση τού λογοτεχνικού κανόνα στον Kafka και στόν Harold Bloom

Ι. 2 Η ιστορία τής σωτηρίας καί η βιογραφία β


                                 
Κανένα σχήμα, καμιά γνώση τής Γραφής, δεν εξηγεί την αβυσσαλέα ειρωνεία αυτού τού γέλιου. Γιατί αν το βιβλιάριο τού Θεού είναι η Γένεσις, και έχει αναλάβει τήν τήρηση τών λογιστικών τής ζωής και τής ενοχής τού ανθρώπου, τότε οι συγγραφικές προσπάθειες τού Κ. θα μπορούσαν να εμπνεύσουν ένα «χρηματιστηριακό ανέκδοτο». Ατέλειωτη (άπειρη) θα ήταν η ιστορία την οποία θά είχε να επεξεργαστεί στο βιβλίο του, μια τερατώδης «δουλειά», την οποία έπρεπε να παραμερίσει, για να μπορέσει να ξεκινήσει: έτσι λοιπόν, κάποιος άλλος τού παίρνει κυριολεκτικά το μολύβι από το χέρι.
Το δικαστήριο δεν επιτρέπει καμιά αμφιβολία, πως το ίδιο είναι ο τόπος τής Γραφής. Ο Κ. είναι υποχρεωμένος να αισθάνεται ένοχος εν ονόματι ενός γραπτού νόμου, που διαδίδεται μέσα στα βιβλία, αρχεία, θρύλους και μέσα στα μυθιστορήματα ακόμα. Κάθε τόσο προσφέρει (ο νόμος αυτός) μέσα από εικόνες, σημάδια και περικοπές, διάφορους τρόπους ανάγνωσης τής αυθεντίας του. Το γεγονός πώς ο Κ. πλανάται για το μυστικό του νόημα, τού προσάπτεται μέσα στον καθεδρικό ναό ως η πιο μοιραία παράλειψη στην διαδικασία τής δίκης του. Το τι όμως καθορίζουν τα βιβλία τής ιστορίας στην πραγματικότητα, δεν εκφράζεται με σαφήνεια. Από την άλλη όμως, δεν παραμένει για πολύ αμφίβολο, το πού είναι γραμμένα. Από τα «νομικά βιβλία» πού βρίσκονται στο γραφείο τού δικαστή, ο Κ. ανοίγει «αυτό που βρίσκεται πάνω στα άλλα(P48), και είναι και το πιο σημαντικό ταυτόχρονα. Η εικόνα ενός γυμνού ζευγαριού τον αηδιάζει. Αγνοεί το νόημα τής Γενέσεως, που διηγείται την ενοχή αυτού τού ζευγαριού και τών απογόνων του. Το ότι πρόκειται για το βιβλίο τής Γενέσως μαρτυρεί η τριάδα «ενοχή», «νόμος», «ντροπή», την οποία το μυθιστόρημα διαμορφώνει και που στο βιβλικό κείμενο είχε ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο. Από εδώ προέρχονται και οι μεταφορές «δικαστήριο» και «δικαστής» που βρίσκουμε στο μυθιστόρημα. Όμως, και μετά από την πρώτη έρευνα, γίνεται συχνή υπόδειξη στο γεγονός πως το δικαστήριο βασίζεται στην Γραφή. Στα δικηγορικά γραφεία αντιγράφονται τα αρχεία τού δικαστηρίου (P57), ο Titorelli μιλά για «θρύλους» (P133), όπου βρίσκονταν αθωωτικές αποφάσεις, που ελευθέρωναν από την θανατική ποινή, ο πνευματικός παραθέτει τις παραβολές του από τα γραπτά περί τού νόμου, και εκφέρει «γνώμες» περί τού θέματος, τις οποίες πιθανόν να διάβασε. Η κυρία Grubach έχει δίκαιο, όταν χαρακτηρίζει τις εκδηλώσεις στο δικαστήριο ως «κάτι μορφωμένο» (P22).
Το δικαστήριο όμως παρεμποδίζει τήν αποκρυπτογράφηση τών εγγράφων του, με το να τα χαρακτηρίζει «υπηρεσιακά μυστικά» (Ρ99). Ακόμα και για τους δικαστικούς υπαλλήλους παρέμενε κρυφή η έκταση μιάς ιστορίας ενοχής και της ίδιας τής δίκης, «η δικαστική υπόθεση εμφανίζεται λοιπόν στον ορίζοντα τών υπαλλήλων, χωρίς να γνωρίζουν από πού προέρχεται, και συνεχίζεται, συχνά χωρίς να μάθουν προς τα πού» (Ρ103). Γιατί στην απρόβλεπτη ποικιλία τών σημασιών τής ενοχής (που προέρχεται από την πτώση)-λόγω τής οποίας το «παράπονο» τού Κ. θα αποτύχει-αντιστοιχεί «το επίπεδο και η πρόοδος (άνοδος)» τού δικαστηρίου, που σύμφωνα με την γνώμη τού Huld είναι «άπειρη και ακόμα και για τον κατηγορούμενο απρόβλεπτη» (στο ίδιο σημείο). Ο Titorelli τέλος, βλέπει στον άπειρο «οργανισμό» τον λόγο για τον οποίο στο δικαστήριο τίποτα δεν ξεχνιέται και «κανένα αρχείο δεν χάνεται» (Ρ136). Πάντως ο ζωγράφος οφείλει την κληρονομημένη του σχέση προς το δικαστήριο στα γραπτά πού τού άφησε ο πατέρας του, και με τα οποία, βάσει «μυστικών κανόνων» προσδίδει στο δικαστήριο τα εικονογραφικά χαρακτηριστικά τής αιωνιότητας. Γιατί μόνο αυτός που γνωρίζει τις σημειώσεις εκείνες, «έχει την ικανότητα να ζωγραφίζει δικαστές. Αλλά και αν τις έχανα, θα τού έμεναν τόσοι κανόνες, τούς οποίους κουβαλάω στο κεφάλι μου, ώστε κανείς δε θα μπορούσε να αμφισβητήσει την θέση μου. Κάθε δικαστής θέλει να ζωγραφισθεί έτσι, όπως οι παλιοί μεγάλοι δικαστές ζωγραφίσθηκαν, και αυτό μπορώ να το κάνω μόνο εγώ» (Ρ130).
Το ότι οι ζωγραφιές τών δικαστών εξυπηρετούν μόνο την «κενοδοξία» και είναι «επινοήσεις» (Ρ94), ο Κ. το είχε μάθει από τις διηγήσεις τής Leni. Η εικονογραφική μυθοποίηση τού δικαστηρίου στην οποία προβαίνει ο Titorelli, δεν μπορεί να του αποδείξει τίποτα, αλλά μόνο το υπάρχον διήγημα πάλι δια μέσου τής αυθεντίας τών παραδεδομένων κανόνων. Βελτίωση τών θρύλων και τών γραπτών.
Ο πνευματικός είναι αυτός που εξηγεί στον Κ. με ποιο τρόπο η γραφή είναι λόγος νομιμοποίησης τού δικαστηρίου και τών μυστικών του. Στα εισαγωγικά για τον νόμο γραπτά καταδεικνύει, πως μια αρχικά «απλή» ιστορία καθίσταται «ανεπίσημη» (Ρ188) και απρόβλεπτη. Η γραφή είναι ο τόπος πρόσληψης μιας ολότητας γνωμών, μιας άπειρης προόδου τών ερμηνειών, χωρίς ποτέ η ίδια να αλλάζει: «Η γραφή είναι απαράλλακτη, και οι γνώμες είναι συχνά μόνο μια έκφραση απελπισίας για το δεδομένο αυτό» (Ρ185).
Η γραφή μπορεί, όπως συμβαίνει στην περίεργη αυτή εξήγηση, να ονομαστεί «αμετάβλητη», όταν η ίδια είναι ο νόμος, από τον οποίο υποτίθεται πως παραθέτει χωρία ο πνευματικός. Η πολλαπλότητα τών γνωμών δεν εκφέρει κάποια κρίση για το νόημα τού νόμου, πράγμα που θα ταίριαζε σε ένα δικαστήριο, αλλά είναι «έκφραση τής απελπισίας» για την αμετάβλητη παρουσία τής γραφής. Απελπισία για το αμετάβλητο, ή αλλιώς: το αμετάβλητο, για το οποίο θα γραφτεί μια τεράστια ιστορία λόγω απελπισίας, είναι λογοτεχνικοί προσδιορισμοί μιας γραφής τού θανάτου. Ο πνευματικός παραμένει στην ερμηνευτική παράδοση τών κανονικών κειμένων, όταν στην γραφή βλέπει τον λόγο τής απελπισίας. Γιατί το «ιερό πρωτότυπο» τής γραφής ξεκινά με την διήγηση για τον θάνατο. Το πανάρχαιο κείμενο για την πτώση είναι «η εισαγωγική γραφή στον νόμο» και το επεισόδιο, για το οποίο δίνει κυρίως την μαρτυρία σύμφωνα με την προσταγή τού απολύτου πνεύματος, και είναι η προσωποποίηση μιας εντελώς «απλής ιστορίας», τα ερμηνευτικά συμπεράσματα τής οποίας χάνονται στο άπειρο. Ο πνευματικός όμως δεν ενδιαφέρεται εάν οι ερμηνείες τής Γραφής αποδίδουν το ορθό νόημά της:

«Οι εξηγητές λένε για το θέμα: „η ορθή θεώρηση ενός πράγματος και η εσφαλμένη κατανόηση του ίδιου πράγματος δεν αλληλοαποκλείονται πλήρως“»
 (Ρ185).

Συνεχίζεται


 Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΗΝ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΔΥΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΣΩΤΗΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΛΥΤΡΩΣΗ ΠΗΡΕ ΗΔΗ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ.

Αμέθυστος 

Παρασκευή 12 Μαΐου 2023

Η γραφή ως παράδοση 7

 Συνέχεια από: Σάββατο 29 Απριλίου 2023

Η γραφή ως παράδοση 
Η αποδόμηση τού λογοτεχνικού κανόνα στον Kafka και Harold Bloom

Ι. 2 Η ιστορία τής σωτηρίας και η βιογραφία

Στην «Δίκη» υπάρχουν υποδείξεις για μια ώριμη ιστορία, η οποία δεν επρόκειτο γραφτεί ποτέ. Είναι η «σύντομη περιγραφή τής ζωής» τού Κ., η οποία θα έπρεπε «να εξηγεί, σε κάθε κάπως σημαντικό γεγονός», «για ποιο λόγο έπραξε όπως έπραξε, αν ο τρόπος τής δράσης του είναι σύμφωνα με την σημερινή του κρίση απορριπτέος ή αποδεκτός, και ποιούς λόγους θα μπορούσε να παραθέσει για το ένα ή το άλλο» (P 98). Αλλά η αναφορά αυτή τον βάζει ενώπιον υπερβολικών περιπλοκών: «Μόνο να μείνεις στα μισά τού δρόμου, αυτό δεν ήταν μόνο στις δουλειές, αλλά πάντα και παντού ότι πιο ανόητο. Αυτή η έκθεση παραπόνου σήμαινε μια σχεδόν ατέλειωτη δουλειά. Δεν χρειαζόταν να έχει κανείς ένα πολύ φοβικό χαρακτήρα για νά αποκτήσει εύκολα την πεποίθηση, πως ήταν αδύνατο, να διεκπεραιωθεί η έκθεση παραπόνου. Όχι από τεμπελιά ή πονηριά… αλλά γιατί λόγω άγνοιας τής κατηγορίας και των πιθανών επεκτάσεών της σ' ολόκληρη την ζωή, ακόμα και οι ελάχιστες πράξεις και γεγονότα θα έπρεπε να επαναφερθούν στην μνήμη, να παρουσιαστούν από όλες τις οπτικές γωνίες και να εξεταστούν. Και πόσο θλιβερή ήταν μια τέτοια δουλειά. Ήταν ίσως κατάλληλη να απασχολήσει, μετά την συνταξιοδότηση, το πνεύμα που κατάντησε παιδιάστικο, και να το βοηθήσει να περάσει τις μέρες του. Αλλά τώρα που ο Κ. χρειαζόταν όλες του τις σκέψεις για την δουλειά του, όπου κάθε ώρα περνούσε με μεγάλη ταχύτητα, καθώς ήταν στην φάση ανόδου και αποτελούσε απειλή για τον αντικαταστάτη του διευθυντή, τώρα που ήθελε να απολαύσει τα σύντομα βράδια και τις νύχτες σαν ένας νέος άνθρωπος, τώρα έπρεπε να καταπιαστεί με την σύνταξη αυτής της έκθεσης παραπόνου. Και η σκέψη του κατέληξε πάλι σε ένα παράπονο». (P 110)
Το απόσπασμα αυτό περιγράφει κατ’ αρχάς την δυσκολία στην οποία βάζει μια κατηγορία, το περιεχόμενο της οποία είναι άγνωστο. Ο Josef K. θεωρεί πως στην άγνωστη κατηγορία πρέπει να αντιτείνει το περιεχόμενο της ζωής του. «Ολόκληρη η ζωή» μπορεί να αποδείξει κάτι, εφόσον η τρομακτική εργασία τής ανάκλησης στην μνήμη θα έχει διεκπεραιωθεί, πράγμα που θα επέτρεπε να διηγηθεί ολόκληρη τήν ιστορία του. Το «πένθος» όμως για τον άπειρο ορίζοντα τής δουλειάς πιέζει. Ο Κ. υπολογίζει σαν λογιστής την οικονομία των ωρών τής ζωής που περνούν «με ύψιστη ταχύτητα». Και ακριβώς στην κοσμική παραλλαγή τής μεταφοράς τής ανόδου, όπως παρουσιάζεται στην ιστορία τής σωτηρίας, καταλήγει στο επιχείρημα, πως η εξέταση τής ζωής αποσπά την προσοχή από την ίδια την ζωή. Για πρώτη φορά αντιλαμβάνεται, πως τη δίκη, στην οποία βρίσκεται, την πληρώνει με την ζωή. Αποθαρρυνμένος από την απρόβλεπτη πληθώρα τών σημασιών, αναβάλλει την σύνταξη τής έκθεσης παραπόνου μέχρι το τέλος τής ζωής του και παραμένει «παραπονούμενος».
Το παράδοξο, να ξεκινήσει κανείς να διηγείται μια ατέλειωτη ιστορία από το τέλος της, έχει ένα υπόδειγμα, το οποίο ο Κ. αγνοεί. Γιατί ακριβώς η μετάθεση τής ιστορίας, η οποία αφήνει πίσω της την ζωή σε «παράπονο» και εξορία, μέχρι την ημέρα που θα έρθει ο λυτρωτής, χαρακτηρίζει την συνηθισμένη μορφή εμφάνισης μιας εβραϊκής βιογραφίας11. Εφόσον ο Μεσσίας δεν εμφανίζεται, ολόκληρη η ζωή παραμένει στις διαταγές εκείνου που έχει ήδη γραφτεί και συμβεί: τής αρχέγονης ιστορικής κατηγορίας, τού νόμου και των ερμηνειών του. Έτσι δεν μπορεί να υπάρχει μια πρόδρομη δικαιολόγηση τής ζωής- ο χριστιανικός τρόπος ανάγνωσης μιας τέτοιας αποτυχημένης ανθρωποδικίας επινόησε τον μύθο του αιώνιου Εβραίου12-αλλά μόνο υπακοή στον Νόμο. Με τα λόγια του πνευματικού: «Προσοχή από την Γραφή» (P184), στην οποία, αυτό που υπάρχει και θα υπάρξει στην ιστορία, έχει ήδη γραφτεί13.
Την αναβολή τής δικαιολόγησης τής ζωής τού Κ. δεν την επέβαλε κάποια προοπτική τής ιστορίας τής σωτηρίας, αλλά η αρχέγονη ιστορική πρόταση περί τής ενοχής τής ανθρωπότητας. Αντικαθιστά την μεσσιανική προσδοκία με την υποχρέωση προς μια πρακτική «άνοδο» στην ζωή. Γιατί οι εσχατολογικές ιδέες μιας αθώωσης, για τις οποίες ο Held είχε ήδη φανερώσει ορισμένα πράγματα και ο Titorelli θα τις υπενθυμίσει αργότερα ως «θρύλους» (P133), προσφέρουν κατά της ταχείας παροδικότητας της ζωής μόνο μια απορία. Ο Κ., ο οποίος γνωρίζει μόνο περιφρονητικούς τίτλους για το τέλος της ζωής14, χαρακτηρίζει την απορία αυτή ως την απόλυτη («πάντα και παντού») ανοησία. Το να μείνεις στα «μισά του δρόμου» μιας «σχεδόν άπειρης» ιστορίας. Ο Κ. παραβλέπει πως αυτή είναι η δική του μοίρα. Η απρόβλεπτη ιστορία δεν βρίσκεται βέβαια ενώπιον του, αλλά η παντοδύναμη σημασία της διαφεύγει στο παρελθόν. Από εκεί όμως, από το παρελθόν έρχεται η αυθεντία τού δικαστηρίου, που ρίχνεται σαν «εμπόδιο» στην «βιογραφία» (P115) τού Κ. και τον εξαναγκάζει στην στασιμότητα. Δεν τρομάζει απλώς πως σε αυτόν δεν υπάρχει «καμιά λήθη» (P136), αλλά το ότι έγραψε για τον Κ. μια ιστορία ενοχής, που φαίνεται πως νομιμοποιεί την σύλληψή του. Για πρώτη φορά τώρα, στην μέση τής δίκης του, αναγνωρίζει το θράσος που βρίσκεται στο γεγονός, πως αυτός θα συνεχίσει να ζει, ενώ κάπου αλλού θα καταγράφονται όλα περί αυτού:
«Ενώ η δίκη του συνεχιζόταν, ενώ πάνω στο πατάρι οι υπάλληλοι μελετούσαν τα ντοκουμέντα της δίκης, αυτός έπρεπε να διεκπεραιώσει τις δουλειές με την τράπεζα; Δεν έμοιαζε όλο αυτό με ένα βασανιστήριο, που είχε αναγνωριστεί από το δικαστήριο, συσχετιζόταν με την δίκη και τον συνόδευε;» (P111)
Στην πραγματικότητα δεν έχει ιδέα, πως η «θλιβερή» εργασία, την οποία έριξε στο συνταξιοδοτημένο και «παιδιάστικο πνεύμα», είναι στ’ αλήθεια η μοναχική κύρια απασχόληση τού απόλυτου πνεύματος. Το απόλυτο πνεύμα, σύμφωνα με την ιουδαϊκή παράδοση σημειώνει όλες τις πράξεις τού ανθρώπου, και λογαριάζει την ενοχή τους την ημέρα τής Πρωτοχρονιάς, την «ημέρα τής δίκης», που είναι και η μέρα τής σύλληψης του Κ., όπως προκύπτει από την ανάλυση του κειμένου15. Αλλά η «αίσθηση» τού Κ. θα μπορούσε να τον είχε διδάξει, πόσο βαθιά μέσα στο παρελθόν θα έπρεπε να προεκταθεί η «σύντομη ιστορία της ζωής του», εάν ήθελε να συναγωνιστεί το κατηγορητήριο. Γιατί «μόνο με μια αίσθηση ντροπής» (P110) εξαναγκάζεται να δικαιολογήσει την ζωή του. Καθώς δεν γνωρίζει, πως ο Kafka τον χρησιμοποιεί για να παραθέσει εκείνη την Γραφή, που περιγράφει την «πρώτη» ζωή, και είχε καταστεί το θεμελιώδες βιβλίο τής ενοχής: η Γένεσις, η συγγραφή τής οποίας είχε αποδοθεί στο θεϊκό πνεύμα16. Και μόνο ένα ανέκδοτο θα μπορούσε να δώσει εξήγηση για την ντροπιαστική προσπάθειά του να γράψει, αυτού που έπρεπε να συναγωνιστεί το θεϊκό βιβλίο, ώστε να ελευθερωθεί από την ενοχή:
«Θυμήθηκε, πως κάποτε, ένα πρωινό, καθώς πνιγόταν στη δουλειά, ξαφνικά τα παραμέρισε όλα και πήρε το σημειωματάριο, για να πειραματιστεί με την δημιουργία τού συνειρμού μιας τέτοιας έμπνευσης… και πως εκείνη ακριβώς την στιγμή άνοιξε η πόρτα του γραφείου τού διευθυντή και μπήκε ο υποδιευθυντής με ένα δυνατό γέλιο. Ήταν πολύ ντροπιαστικό για τον Κ. τότε, αν και ο υποδιευθυντής δεν γέλασε με την έμπνευσή του, για την οποία δεν γνώριζε οτιδήποτε, αλλά για ένα χρηματιστηριακό ανέκδοτο, το οποίο είχε μόλις ακούσει, ένα ανέκδοτο, το οποίο για να γίνει κατανοητό απαιτούσε ένα σχήμα, το οποίο ο υποδιευθυντής ζωγράφησε με το μολύβι του Κ., που τού πήρε από το χέρι και ζωγράφισε στο σημειωματάριο, που ήταν προορισμένο για την σημείωση τής έμπνευσης». (P110)

Συνεχίζεται
ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΕΙΧΑΝ ΓΡΑΦΤΕΙ ΟΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ, ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΖΗΤΑ Ο ΚΥΡΙΟΣ, ΣΤΟΝ ΔΙΑΛΟΓΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΑΛΛΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ, ΑΛΛΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΣΥΝΕΧΗ ΘΑΝΑΤΟ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΤΟΚΟ ΤΟΥ ΚΑΙΝΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΡΟΣ ΧΑΡΙΝ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΤΑΙ Ο ΠΑΛΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΘΕΣΕΩΝ, ΧΑΡΙΝ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ.

Σάββατο 29 Απριλίου 2023

Η γραφή ως παράδοση (6)--Η αποδόμηση του λογοτεχνικού κανόνα στον Kafka και Harold Bloom

 

Συνέχεια από: Πέμπτη 27 Απριλίου 2023 

Η γραφή ως παράδοση 
Η αποδόμηση του λογοτεχνικού κανόνα στον Kafka 
και Harold Bloom
Ι. 1 Γραφή και θάνατος 4

«Το προπατορικό αμάρτημα, η παλιά αδικία την οποία διέπραξε ο άνθρωπος, συνίσταται στην κατηγορία την οποία επιδίδει ο άνθρωπος, και δεν κάνει πίσω, πως ο ίδιος είναι που αδικήθηκε, και πως το προπατορικό αμάρτημα είναι κάτι το οποίο υπέστη από άλλους» (ΒΚ 219).

Αυτή την κατηγορία όμως εξαπέλυαν οι θρησκείες και οι φιλόσοφοι-εν γένει, καί υπήρξε ο κανόνας τής μεταφυσικής βιβλιογραφίας. Κατάφεραν να γίνουν η προσωποποίηση της κατηγορίας κατά εκείνης της αδικίας, την οποία όπως φαίνεται επινόησαν οι ίδιοι, ώστε να μπορούν καλύτερα να παρηγορούν τους ανθρώπους για αυτά που προκαλεί. Την αξεπέραστη εικόνα αυτής της απαίτησης-και θα δείξουμε ποιος «υπολογισμός» διεξάγεται μέσα της-αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο της «Δίκης». Το «μυστικό παιχνίδι» όμως του Kafka πρέπει να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη προσοχή. Όταν αυτός κάνει το παιχνίδι του στην μυθική απόδοση κατηγοριών ενοχής και ταυτόχρονα κρίνει αυτή την απόδοση κατηγοριών, καλό είναι, στην ηχώ των μορφών του, στον Κ. του ήρωα, στον Franz του φύλακα, στον καλλιτέχνη, στην διήγηση «Ένα όνειρο» που ανήκει στο περιβάλλον της «Δίκης», να εντοπίσουμε κάτι περισσότερο από μια παραξενιά τού τρόπου. Αν δεν είναι όλα απατηλά, το απάντησε ο ίδιος στον εαυτό του, πολύ αργά:
«Αυτό που έπαιξα θα συμβεί στην πραγματικότητα. Δεν πλήρωσα λύτρα με το γράψιμο. Μια ζωή πέθαινα και τώρα πραγματικά θα πεθάνω. Η ζωή μου ήταν πιο γλυκιά από των άλλων, ο θάνατος μου θα είναι τόσο χειρότερος. Ο συγγραφέας μέσα μου θα πεθάνει αμέσως, γιατί μια τέτοια μορφή δεν έχει κανένα έδαφος, καμιά υπόσταση, δεν είναι καν από σκόνη. Είναι κάπως δυνατή η ύπαρξή της στην τρελή γήινη ζωή, είναι μια κατασκευή τής ηδονής. Αυτός είναι ο συγγραφέας. Εγώ όμως δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω, γιατί δεν έζησα, έμεινα χώμα, δεν έκανα φωτιά την σπίθα, αλλά την χρησιμοποίησα για να φωτίσω το πτώμα μου. Θα είναι μια παράξενη κηδεία, ο συγγραφέας, δηλαδή κάτι που δεν υπάρχει, παραδίδει το παλιό του πτώμα, το ανέκαθεν πτώμα, στον τάφο. Είμαι αρκετά συγγραφέας, ώστε να το απολαύσω αυτό με όλες μου τις αισθήσεις, με πλήρη αυτό-λήθη (-όχι νηφαλιότητα, η αυτό-λήθη είναι η πρώτη προϋπόθεση του συγγραφέα-), ή που είναι το ίδιο πράγμα, να θελήσω να το διηγηθώ, αλλά αυτό δε θα γίνει» (Br 384 ff).

Αυτά τα διηγήθηκε ήδη στην «Δίκη». Ο συγγραφέας τού έργου αφήνει να φανεί, πως «την 
 προσοχή τήν επικεντρωμένη στον θάνατο» που εδώ και αιώνες υπάρχει στις διάφορες παραδόσεις, την αναφέρει μπρος στην νεκρική κλίνη τού ήρωά του. Η μονοετής διαδικασία που οδηγεί από την ζωή στον θάνατο, κατά την περίοδο της οποίας κυριαρχεί η ίδια πάντα εποχή, που ξεκινά το πρωί και τελειώνει το βράδυ, θα μπορούσε ίσως να αναγνωσθεί ως μια κιχωτική ώρα του θανάτου, όπου η χαμένη υπερβατική σημασία δεν είναι πια μια ιπποτική ιστορία, αλλά μια ιστορία τού πνεύματος. Το διήγημα «Ένα όνειρο» θα πρέπει να προσεχθεί. Σε αυτό περιγράφεται το όνειρο ενός θανάτου, τον οποίο επιγράφει το όραμα μιας «χρυσής» και θεϊκής γραφής. Το διήγημα είναι ο αντίποδας της «Δίκης» και διηγείται το όνειρο τού Kafka περί μιας γραφής, που δεν περιορίζει το πνεύμα, αλλά κυριολεκτικά υπόσχεται στον αποθνήσκοντα «μια πραγματική αναζωογόνηση» (Τ58).

Στην «Δίκη» όμως γίνεται αναφορά σε μια γραφή, η οποία περιγράφει τον πνευματικό κόσμο μόνο με «υπονοούμενα» και όχι σε σύγκριση προς τον αισθητό κόσμο. Η Kabbala ασχολήθηκε με την En-Sof, την αληθινά άπειρη ύπαρξη, ανέκαθεν χωρίς εικόνες και χωρίς αλληγορικούς περιορισμούς. Ο Hugo Bergmann, που από τα μαθητικά χρόνια ήταν φίλος του Kafka, δημοσίευσε το 1913 σε ένα συλλογικό τόμο με τον τίτλο «Περί Ιουδαϊσμού» μελέτες περί Kabbala που τονίζουν ιδιαίτερα την ανεικονική αυτή παράδοση. Ο φίλος Georg Langer, μαζί με τον οποίο ο Kafka επισκέφτηκε το 1915 ένα θαυματουργό ραββίνο (Τ348), δημοσίευσε στις αρχές τής δεκαετίας του 1920 το έργο του για τον ερωτισμό της Kabbala. Τα ημερολόγια όμως μαρτυρούν πως ο Kafka ήταν ήδη από το 1915 εξοικειωμένος τις ιδέες τού Langer. Ήδη οι αναφορές από το 1911 δείχνουν, πως η συνάντηση με τον ιουδαϊκό-ανατολικό-ευρωπαϊκό θίασο τού Jichzak Löwy τού ενέπνευσαν το ενδιαφέρον για τα καμπαλιστικά τελετουργικά (Τ154). Σε μια επιστολή προς την Felice το 1913, γράφει, υπονοώντας τον καμπαλιστικό οργανισμό Sefirot:

«Τι σε κρατάει, η θύμηση του Ιουδαϊσμού ή του Θεού; Αισθάνεσαι -που είναι και το πιο σημαντικό- αδιάκοπες σχέσεις μεταξύ σου και ενός καθησυχαστικά απόμακρου άπειρου ύψους ή βάθους; Όποιος το αισθάνεται αυτό δεν χρειάζεται να κυκλοφορεί σαν χαμένο σκυλί και να παρακαλεί, αλλά σιωπηλός, κοιτάζει γύρω του, δεν χρειάζεται να έχει την επιθυμία, να μπει στον τάφο, λες και είναι ένας ζεστός υπνόσακος ενώ η ζωή μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα…» (F289).

Η Kabbala είναι ένα από τα θέματα στα έργα τού Kafka. Το μυθιστόρημα εισάγει τις ιερές γραφές, ξεκινώντας από την Γένεσι, με μια αυστηρή λογική σειρά. Οι γραφές που καταπιάνονται με το άπειρο αλληγορικά, υφίστανται στη «Δίκη» για μια ακόμη φορά την ιστορική τους μοίρα: στο ατελιέ τού Titorelli καθίστανται καθαρές «εφευρέσεις». Η Kabbala όμως, τής οποίας η θεωρία περί γραφής δεν περιόριζε το άπειρο, αποκτά στο μυθιστόρημα ιδιαίτερη σημασία. Ο Gershom Scholem, ο οποίος θεωρούσε πως «για να κατανοήσει σήμερα κανείς την Kabbala, πρέπει να διαβάσει πρώτα τα έργα του Kafka, ιδιαιτέρως την "Δίκη
"», είπε επίσης, πως το έργο του Kafka θα μπορούσε να είχε πηγάσει και από «μια αιρετική Kabbala». Η ερμηνευτική τής Kabbala, η οποία θέλησε στον πεπερασμένο χαρακτήρα τών γραφών να ανασκευάσει ένα άπειρο πνεύμα, προσφέρθηκε για παράθεση τής παράδοσης μπρος στο εδώλιο τής λογοτεχνίας. Μπόρεσε να πληροφορήσει, ποιο ιδιαίτερα επίμονο πνεύμα κληρονομείται στις πεπερασμένες γραφές των ανθρώπων και τις καθιστά ιστορία του πνεύματος. Πολύ αργά, ανασκοπώντας το έργο της ζωής του, ο Kafka έδωσε μια σημαντική υπόδειξη, για το πώς είχε συλλάβει την παρουσίαση τής ιστορίας του πνεύματος στα γραπτά του. Η λογοτεχνία του, έτσι γράφει στο σημαντικό αυτό απόσπασμα, το οποίο χαρακτηρίζει μια γνωστικιστική διαδικασία (λογοτεχνικής) δημιουργίας, πως (η λογοτεχνία του) είναι «επίθεση εναντίον του τελευταίου γήινου ορίου». 

«…και θα μπορούσε, αν δεν έμπαινε στην μέση ο Σιωνισμός, να γίνει εύκολα μια νέα μυστική διδασκαλία, μια Kabbala. Ιδέες υπάρχουν. Θα χρειαστεί όμως μια ασύλληπτη μεγαλοφυία, που θα προωθήσει τις ρίζες της στους παλιούς αιώνες ή θα ξαναδημιουργήσει τους παλιούς αιώνες, και δεν εκφράζεται με όλα αυτά, αλλά τώρα μόλις αρχίζει να εκφράζεται» (Τα 405 f).

Η «Δίκη», που παραθέτει τα θεμελιώδη κείμενα τής μεταφυσικής παράδοσης, είναι σε θέση ταυτόχρονα να τα κατανοήσει διαφορερικά με την βοήθεια καμπαλιστικών θεμελιωδών θέσεων. Η Kabbala, στην οποία η ιστορία τών «παλιών αιώνων» προσλαμβάνεται αρνητικά, ως διαρκής έλλειψη απόλυτου νοήματος, έδωσε στην «Δίκη» την δυνατότητα μιας δεύτερης και πιο περιεκτικής ιστορίας, για την εντελέχεια τής οποίας ο Kafka είχε σε ένα άλλο σημείο πει, πως είναι «μια αύξηση τής θανατικής δύναμης» (Η 90).


Τέλος κεφαλαίου.
Συνεχίζεται

ΙΣΩΣ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΜΕΣΑ ΦΑΝΕΡΟ ΑΛΛΑ ΕΔΩ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΑΛΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ, ΤΗΣ SOLA SCRIPTURA, THΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΕΓΩ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΠΛΕΟΝ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΣΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΓΩ. Η ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ.

Αμέθυστος

Πέμπτη 27 Απριλίου 2023

Η γραφή ως παράδοση 5

 Συνέχεια από:  Σάββατο 1η Απριλίου 2023

Η γραφή ως παράδοση

Η αποδόμηση του λογοτεχνικού κανόνα στον Kafka και Harold Bloom

Ι. 1 Γραφή και θάνατος 3


Όμως, η «αδιαλλαξία τής γραφής» για την οποία πράγματι «απελπιζόταν» (P185), σημείωνε νέα και για την Δίκη πλούσια σε συνέπειες ανακάλυψη. Γιατί αν η γραφή ακινητοποιεί και περιορίζει «οριστικά» το πνεύμα, το οποίο θέλει να εκφραστεί μέσα από αυτήν, τότε καθίσταται η γραφή μια μοναδική αναλογία εκείνης της απειλής, την οποία η συνείδηση πρέπει να αντέξει καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής: του θανάτου. Η λογοτεχνία, η οποία ήθελε να παριστάνει το όραμα τής «πραγματικής ζωής», μπορούσε να βρει στην περατότητα τής γραφής το αυθεντικό μέσο έκφρασης. Μέσα στην γραφή έπρεπε να βρεθεί η δικαιολογία τής τρομακτικής απαίτησης, η «μεταμόρφωση» σε ένα Αβραάμ ή Δον Κιχώτη. Επιπλέον: η λογοτεχνία θα μπορούσε να γίνει δικαστήριο όλων εκείνων των ιερών και φιλοσοφικών κειμένων, τα οποία είχαν ως θέμα, κάτω από τις συνθήκες, τον «πνευματικό κόσμο», και υπόσχονταν διαρκώς, να απαλύνουν ή και να εξαλείψουν την συμφορά του θανάτου. Τα μέσα απόδειξης και δικαίωσης, που πρόσφεραν, ώστε να καταστήσουν πιστευτή μια άπειρη δικαιοδοσία, μπορέσαν για ακόμα μια φορά να εξεταστούν, σε ένα βιβλίο, το οποίο διεξάγει αυτή την πανάρχαια δίκη και με τον εαυτό του.
Η καταδίκη τού ανθρώπου είχε διαδοθεί από γενιά σε γενιά μόνο δια της γραφής. Παρά την τρομακτική διαρκή παρουσία της, που ξεκινά με την Γένεση, η παράδοση περί πτώσεως τού ανθρώπου δεν ήταν με κανένα τρόπο μια γνώση, η οποία μπορούσε να προϋποτεθεί a priori, χωρίς κείμενα. Από την άλλη, φαινόταν πως η ανθεκτικότητα τού μυθολογήματος μαρτυρούσε την αντικειμενική κατασκευή τής συνείδησης, που για χιλιάδες χρόνια απελπίζεται με την αδιάλλακτη αναγκαιότητα τού θανάτου, και ακριβώς για τον λόγο αυτό-όπως ο Δον Κιχώτης- διέδιδε μια ανθεκτική «πνευματική» ζωή. Το «πρόσωπο τής πραγματικής ζωής» του Kafka μπήκε από εκεί στα οράματα των παραδόσεων. Ανήκει στα ουσιώδη χαρακτηριστικά του, το ότι χαρακτήρισε αυτή την εκ νέου σκηνοθεσία τής παλιάς αυτής δίκης και των κρυμμένων κινήτρων της, ως «καλλιτεχνικό κόπο». Όταν είχε φτάσει στην κορύφωση της «Δίκης» -την εξήγηση της παραβολής του θυρωρού- σημείωσε στο ημερολόγιο του:

«Πήγα εν τέλει στον Felix. Πηγαίνοντας σπίτι είπα στον Μαξ, πως θα είμαι πολύ ευχαριστημένος στην νεκρική κλίνη, με την προϋπόθεση πως οι πόνοι δε θα είναι πολύ δυνατοί. Ξέχασα να προσθέσω, και μετά το άφησα σκόπιμα, πως το καλύτερο που έγραψα βασίζεται σε αυτή την ικανότητα, δηλαδή το να πεθάνω ευχαριστημένος. Σε όλα αυτά τα καλά και πειστικά σημεία το θέμα είναι πάντα, πως κάποιος πεθαίνει, πως θα έχει δυσκολίες, πως μέσα σ' αυτή την κατάσταση αδικείται ή τουλάχιστο περνά κάτι σκληρό, και η γνώμη είναι πως αυτό είναι για τον αναγνώστη συγκινητικό. Για μένα όμως, που πιστεύω πως θα είμαι ευχαριστημένος στην νεκρική κλίνη, οι περιγραφές αυτές είναι μυστικά ένα παιχνίδι, και χαίρομαι να πεθάνω μέσα στον αποθνήσκοντα, για τον λόγο αυτό χρησιμοποιώ υπολογισμένα την προσοχή τού αναγνώστη που συγκεντρώνεται όλη στον θάνατο, έχω πολύ πιο καθαρό μυαλό από τον αναγνώστη, για τον οποίο υποθέτω πως θα θρηνεί στην νεκρική κλίνη, και ο δικός μου θρήνος θα είναι όσο το δυνατόν τέλειος, δεν διακόπτεται ξαφνικά όπως ο πραγματικός θρήνος, αλλά είναι στην πορεία του όμορφος και καθαρός. Είναι όπως τα βάσανα που εκθέτω στην μητέρα μου, που σε καμιά περίπτωση δεν είναι τόσο μεγάλα όσο ο θρήνος αφήνει να εννοηθεί πως είναι. Μπρος στην μάνα όμως δεν χρειάζεται να κάνω τόσο καλλιτεχνικό κόπο, όσο για τον αναγνώστη». (Τα 326)
Το ότι στον θάνατο «βρίσκεται μια αδικία και τουλάχιστο κάποια σκληρότητα», δεν είναι μια αισθητική επινόηση, όπως θέλουν να μας κάνουν οι σημειώσεις να πιστέψουμε. Είναι αντιθέτως η ακατάβλητη υποβολή, η οποία από την εποχή του μυθολογήματος περί πτώσεως προσφέρεται σε ακατάπαυστα αυξανόμενες επεξεργασίες, και εξανάγκαζε τούς ζωντανούς στην «προσοχή» στον θάνατο. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε την αναπάντεχη σκέψη, το ότι δηλαδή ένα γραπτό, το «θεμέλιο» τού οποίου είναι η «χαρά» για τον θάνατο, δεν ακυρώνει τον θρήνο για τον θάνατο, αλλά τον σκηνοθετεί για ακόμα μια φορά, με κέρδος ως προς την «πεποίθηση» και αυθεντικότητα. Ο θρήνος-παράπονο για το εκ προθέσεως άδικο, συγκινεί τον αναγνώστη, καθώς είναι δικό του το παράπονο. Και έτσι, η ακατάβλητη διαρκής παρουσία τής αρχαϊκής συμφωνίας περί της «αδικίας» τού θανάτου, δεν επιβεβαιώνεται μόνο φαινομενικά, αλλά αποδεικνύεται στον αναγνώστη.
Τι πρέπει όμως να σημαίνει, όταν ο συγγραφέας, ο οποίος απορρίπτει την δικαστική κρίση τού θανάτου περί της αρχέγονης ενοχής, αλλά χρησιμοποιεί πολλή τέχνη για να υποβάλει την αδιάσπαστη συνέχεια της μυθολογικής διατύπωσης; Ο Kafka χαρακτηρίζει τον θρήνο του «υπολογίζοντα», διεξάγεται με «καθαρό μυαλό», δεν είναι ένας «πραγματικός» θρήνος για τον θάνατο, αλλά «όμορφος και καθαρός», «όσο το δυνατόν τέλειος» και εντελώς αδιάκοπος θρήνος, που έχει ήδη λάβει την αθώωση ως προς την απελπισία τού θανάτου, και όμως, επιμένει, αιώνια, να τονίζει την αδικία. Με τον τρόπο αυτό, ο συγγραφέας καθίσταται συνεργός του μυθολογικού παιχνιδιού και ταυτόχρονα ο ελεγκτής του. Η «προσοχή» προς τον θάνατο μεταβάλλεται σε ενδιαφέρον για τις καλλιτεχνικές εικόνες από το δικαστήριο, τις οποίες ενέπνευσε ο θάνατος. Αντί να περιγράφει «συγκινητικά» την δύσκολη κατάσταση του ανθρώπου, ο «θρήνος» και η «αδικία» γίνονται σημεία αναφοράς μιας πραγματιστικής διαδικασίας: τής νομικής ανάκρισης. Αυτή η συγχρονότητα τού παραδοσιακού θρήνου-παραπόνου για την αδικία και η παράσταση άνομων παραπόνων, καθώς είναι «τεχνητοί» -μπορούμε να το πούμε και έτσι: η συγχρονότητα του μυθικού και νομικού ή κοσμικού τρόπου του λέγειν-, παριστά το κύριο μοτίβο τής «Δίκης». Σε μια μεταγενέστερη αναφορά, μπορούμε σε λίγες προτάσεις να δούμε, με πόση συνέπεια ο Kafka υποτάσσει το παράπονο για τον θάνατο στην (νομική) κατηγορία:
«Το προπατορικό αμάρτημα, η παλιά αδικία την οποία διέπραξε ο άνθρωπος, συνίσταται στην κατηγορία την οποία επιδίδει ο άνθρωπος, και δεν κάνει πίσω, πως ο ίδιος είναι που αδικήθηκε, και πως το προπατορικό αμάρτημα είναι κάτι το οποίο υπέστη από άλλους» (ΒΚ 219)
.
Συνεχίζεται
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΦΟΒΕΡΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΝΑ ΒΡΙΣΚΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΚΑΦΚΑ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΜΗΣΗΣ ΤΟΥ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΩΘΕΙ Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΤΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΜΕ ΤΗΝ ΦΘΑΡΤΟΤΗΤΑ;

Σάββατο 1 Απριλίου 2023

Η γραφή ως παράδοση 4

 Συνέχεια από:  Πέμπτη 30 Μαρτίου 2023

Η γραφή ως παράδοση

Η αποδόμηση του λογοτεχνικού κανόνα στον Kafka και Harold Bloom

Ι. 1 Γραφή και θάνατος 2
«Πρόσωπο» και «θύμα»- αυτές είναι οι κατευθυντήριες λέξεις που θα μπορούσαν να ισχύουν και για την τριάδα Αβραάμ, Ιησούς και Δον Κιχώτης. Το «πρόσωπο» τής «πραγματικής ζωής» είναι στην συνάφεια αυτού τού αποσπάσματος «visio», το όνειρο, το οποίο ο Kafka ήθελε να εισάγει στην λογοτεχνία του. Η παράθεσή του περιγράφει την θυσία τής πραγματικής ζωής- τής «βρώσης», της «πόσης», της «εργασίας στο γραφείο»- για την γραφή. Στην γραφή έλπιζε να διασφαλίσει μια «πραγματική ζωή». Μια τέτοια πνευματική ύπαρξη, που ήθελε να είναι ελεύθερη από κάθε περιορισμό και συνθήκη τού κοσμικού Dasein, κινδύνευε να έχει την μοίρα του Δον Κιχώτη. Γιατί, ακόμα και αν η μεγάλη θυσία τού εμπειρικού Είναι είχε επιτύχει, παρέμενε η αναγκαιότητα συμβιβασμού με τον θάνατο, ο οποίος επιβάλλει την περατότητα. Το παράδειγμα τού Δον Κιχώτη έδειξε όχι μόνο την κωμική, αλλά και την πραγματικά τρομακτική συνέπεια, όπου ο αναστοχασμός του θανάτου καθίσταται φάρσα, κάτι σαν θανατοποιημένη ψευδαίσθηση ζωής. Η βιογραφική απελπισία του Kafka διαβάζεται συχνά ως απελπισία για το ότι -σαν τον Δον Κιχώτη τού εαυτού του- ο άνθρωπος δεν μπορούσε να απελπιστεί. Σε μια από πρώτες μεγάλες περιλήψεις της ζωής του, που έγραψε στο σανατόριο, γράφει το 1917, ως ανασκόπηση των «βασάνων» τής «μη βιωμένης ζωής»:
«Η πιο κοντινή έξοδος, η οποία προσφέρθηκε ήδη από την παιδική ηλικία, ήταν, όχι η αυτοκτονία, η αλλά η σκέψη περί αυτής. Στην δική μου περίπτωση δεν ήταν κάποια προς κατασκευή δειλία, που με απέτρεψε, αλλά ο στοχασμός που κατέληγε στην ανοησία: εσύ, που δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, θέλεις να κάνεις αυτό; Αν μπορείς να σκοτώσεις τον εαυτό σου, δεν θα χρειαστεί νά το ξανακάνεις…κτλ. Αργότερα ήρθε και μια άλλη διαπίστωση, και σταμάτησα να σκέφτομαι την αυτοκτονία. Αυτό που με περίμενε, εάν το στοχαζόμουν πέραν τών συγχυσμένων ελπίδων, μεμονωμένων καταστάσεων ευτυχίας, φουσκωμένων κενοδοξιών, (αυτό το πέραν το πέτυχα πιο σπάνια, απ’ όσο το να-παραμείνεις στην ζωή το ανεχόταν:) ήταν μια άθλια ζωή, ένας άθλιος θάνατος. ‘Ήταν σαν να έπρεπε η ντροπή να ζήσει και μετά από αυτόν’, είναι η καταληκτική πρόταση της ‘Δίκης’ » (Br. 195).
Ο αναστοχασμός, το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να δώσει την δυνατότητα ύπαρξης στον «πνευματικό κόσμο» που οραματίζεται ο Kafka, οι προσπάθειες δηλαδή, «να στοχαστείς πέρα από κάτι», δεν μπορεί να ξεγελάσει ως προς την πραγματική ύπαρξη: το πνεύμα πρέπει να παραμείνει στην ζωή και στους περιορισμούς της. Ένας τέτοιος εξαναγκασμός τυραννούσε και εκείνον που πίστευε, πως θυσίασε το Dasein του στην γραφή, με ένα degout προς την φύση, μια οντολογική αηδία, που βιώνει άμεσα το άθλιο της ζωής και του θανάτου. Η «πραγματική ζωή», που η σημείωση από το 1912 έβλεπε να αναδύεται, χαλάει λόγω της περατότητας της γήινης ζωής. Είναι αξιοσημείωτο, πως ο Kafka δίδει ως συμπέρασμα μιας αυτοβιογραφικής έρευνας την κατάληξη τής «Δίκης». Η πρόταση καθίσταται με τον τρόπο αυτό ακόμα πιο σημαντική και τελικός λόγος ενός αυτοβιογραφικού θέματος, που μόνο τώρα, συνεχίζει στο κείμενο, η απρόσμενη φυματίωση ανοίγει «μια νέα διέξοδο, που έχει τέτοια πληρότητα που την θεωρούσα αδύνατη» (στο ίδιο σημείο). Αυτή η προσωπική επιχειρηματολογία μας δίνει μια πρώτη ένδειξη για τις προθέσεις της «Δίκης». Ο Kafka χρησιμοποίησε την καταληκτική πρόταση του μυθιστορήματος αυτού ως το λογικό συμπέρασμα του αυτοστοχασμού του περί τού θανάτου. Είναι λοιπόν υποχρεωτική η ερώτηση: μήπως το μυθιστόρημα διηγείται την ιστορία αυτού του αναστοχασμού περί θανάτου.
Από νωρίς είχε επισημάνει, πως για να κάνει λογοτεχνία, δεν τον ωθεί «κάποια επιθυμία για την τέχνη» (Τ136). Είχε επίσης διαπιστώσει, πως η αυτογνωσία, την οποία ήθελε να παρουσιάσει λογοτεχνικά, απειλούνταν με «προδοσία» δια της «υπερδύναμης του σταθερού» μέσα στην γραφή (Τ30). Γιατί, ασχέτως εάν μόνο στην γραφή αντικειμενοποιείται το όραμα του οντολογικού Dasein, η μετά-φυσική προσπάθεια για την «πραγματική ζωή», η γραφή επέβαλλε στο πνεύμα εκείνη την τελικότητα και τον εμπειρικό προκαθορισμό, τα οποία προκαλούσαν απελπισία ακόμα και στην πραγματική ζωή: η γραφή τον ακινητοποιεί και τον καθορίζει, όπως ο θάνατος καθορίζει την ζωή, «ζει μόνο μια ασαφής ελπίδα, που δεν είναι καλύτερη από τις επιγραφές στα μνήματα» (Τ22). Το πνεύμα παγιδεύεται έτσι διαρκώς στο πεπερασμένο, και αυτό πού θα έπρεπε να μεταφέρει το πνεύμα, τού γίνεται εχθρός. Με μια «ασαφή» πίστη στην αιωνιότητα, ελπίζει να μπορέσει να «επινοήσει» εκείνες τις λέξεις,«που είναι σε θέση να φυσήξουν την πτωμαΐλα σε μια κατεύθυνση, ώστε να μην έρθει κατάμουτρα, ούτε σε μένα ούτε στους αναγνώστες» (Τ22).
Είχε πληροφορηθεί, πως στο πεπερασμένο μέσο που είναι η γραφή, το πνεύμα δεν μπορεί να διατηρήσει την άπειρη διάσταση του-και μόνο αυτή έδινε το δικαίωμα για καταγγελία της εμπειρικής ζωής. Η δια της γραφής ακινητοποίηση καταργούσε ότι πιο δικό του είχε: «Όταν πω κάτι, χάνει άμεσα και δια παντός την σημασία του, όταν το γράψω, την χάνει επίσης, αλλά κάποτε αποκτά κάποια νέα» (Τ225).

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2023

Η γραφή ως παράδοση(3)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 8 Μαρτίου 2023

Η γραφή ως παράδοση

Η αποδόμηση τού λογοτεχνικού κανόνα στον Kafka και Harold Bloom

Ι. 1 Γραφή και θάνατος 1
Σαν να ήθελε να επιβεβαιώσει την μυθική της κληρονομιά, η λογική εμφανίζεται ενίοτε ως προάγγελος θανάτου. Ο Δον Κιχώτης, που ζούσε ως τρελός για τα μάτια του κόσμου, έγινε λογικός στον θάνατο. Η αναγνώριση τού μεγάλου του σφάλματος, θρηνούσε ο ασθενής, δεν μπορεί πια να διορθώσει την ζωή του, αλλά δεν θέλει να το επαναλάβει κατά τον θάνατο του. Οι παρόντες άκουγαν παραξενεμένοι, «και θεώρησαν ως σημάδι του θανάτου που πλησίαζε, το ότι μεταμορφώθηκε αστραπιαία από τρελό σε ένα λογικό άνθρωπο»1.
Την τελευταία λέξη σε αυτή την ζωή την είπε η λογική, και μίλησε κατά της ζωής. Εδώ δίνεται «μαρτυρία μιας γενικής απογοήτευσης και διαφωτισμός» για την «παράνοια» μιας ζωής, όπως παρατηρεί ο Nietzsche2, ο οποίος παρομοίασε «τον φτωχό, ετοιμοθάνατο Δον Κιχώτη» με τον από τον Θεό εγκαταλελειμμένο Χριστό πάνω στον σταυρό. Ο Δον Κιχώτης όμως, παρά την κρίση του περί τής παράνοιας της ζωής, ήταν πεπεισμένος για την μεσσιανική εγγύηση, βάσει της οποίας, η τραυματική διαπίστωση  τής απάτης ολόκληρης τής ενθάδε ζωής επιβραβεύεται στο επέκεινα με την αληθινή γνώση.
Το ότι ακριβώς η λογική τον διαφώτισε περί του αναπόφευκτου χαρακτήρα του θανάτου και την σχετικότητα της ζωής, δεν είναι κάτι που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον της (λογικής). Επειδή η λογική τον καταβάλλει σαν μια θεϊκή έμπνευση: στο τέλος τής ζωής του, το παλιό, φαινομενικά «τρελό» σχέδιο της ζωής τού Δον Κιχώτη δεν παραδίδεται στην απελπισία, αλλά χωρίς κάποια διακοπή, στο χριστιανικό σχέδιο της «σωτηρίας της ψυχής». Άπειρη και κυριολεκτικά προεκτεινόμενη στην ελπιζόμενη αιωνιότητα, η μεταφυσική ταυτολογία του Δον Κιχώτη είναι η προσωποποίηση της ανωτερότητας του πνεύματος έναντι του πραγματικού κόσμου. Καμιά εμπειρία, ούτε αυτή του θανάτου, δεν μπορούσε να χαλάσει την τρομερή αυτοπεποίθηση αυτής της ύπαρξης.
Ο Kafka, εντυπωσιασμένος από την δυνατότητα αυτής της ύπαρξης η οποία υφίσταται μόνο στο πνεύμα, κατονόμασε σε ένα σχεδιάσμα το κεντρικό σημείο αυτού του πράγματος, από την οπτική γωνία του επερχόμενου αιώνος:
«Μια από τις σημαντικότερες δονκιχωτικές πράξεις, πιο επείγουσα από την μάχη με τους μύλους, είναι: η αυτοκτονία. Ο νεκρός Δον Κιχώτης θέλει να σκοτώσει τον νεκρό Δον Κιχώτη. Για να σκοτώσει, χρειάζεται ένα ζωντανό σημείο (του σώματος), αυτό το ψάχνει με τό σπαθί του, ασταμάτητα και μάταια. Μέσα σε αυτή την ενασχόληση, κυλούν οι δυο νεκροί, σαν αξεδιάλυτη και ολοζώντανη κωλοτούμπα δια μέσου των εποχών».
Μήπως λοιπόν η μορφή αυτή προσελκύει περισσότερο με μια ψευδαίσθηση θανάτου και λιγότερο με την παροιμιώδη ψευδαίσθηση της ζωής της («πάλη με τον μύλο»); Τόσο βίαια όσο και καταναγκαστικά, η διαφωτισμένη διανόηση επικεντρώνεται ανέκαθεν στα στίγματα του θανάτου-αυτά του επερχόμενου , όχι του υπερβαθέντος θανάτου. Καθώς μόνο αυτά, και όχι κάποια εμπειρία, αποδεικνύουν αναγκαστικά, πως ο κάθε ένας χωρίς εξαίρεση υπόκειται στον θάνατο, η λογική τους (των στιγμάτων) αποκαλύπτει την ζωή της απορίας (Aporie): την απελπισία. Μια τέτοια επιβάρυνση, δια της επικαιρότητας εκείνου που ακόμα δεν είναι, και που αδιάκοπα πιέζει με την εναλλακτική τής πραγματοποίησης δια της αυτοκτονίας, ο Kierkegaard προσπάθησε να απορρίψει δια του «άλματος μέσα στην πίστη», όταν αποκάλυψε τον χαρακτήρα του αυτοκτονικού συλλογισμού: «Ο θάνατος τής απελπισίας μετατρέπεται διαρκώς σε κάποια ζωή. Ο απελπισμένος δεν μπορεί να πεθάνει, ‘όσο και το στιλέτο μπορεί να σκοτώσει σκέψεις’, τόσο μπορεί και η απελπισία να καταφάει το αιώνιο, τον εαυτό, που βρίσκεται στην βάση τής απελπισίας, το σκουλήκι τής οποίας δεν πεθαίνει και η φωτιά τής οποίας δεν σβήνει»3. Η πρόταση αναφέρεται στις μυθικές μορφές του Σίσυφου και του Τάνταλου, και στον Δον Κιχώτη, σύμφωνα με την απόδοση του Kafka. Ο Kafka όμως δεν εννοεί μόνο την ματαιότητά τους. Το όπλο που δεν μπορεί να σκοτώσει τις σκέψεις, έγινε για το ίδιο σκέψη, η οποία δεν μπορεί να κάνει τίποτα εναντίον του εαυτού της, καθώς δεν έχει κανένα «ζωντανό σημείο», και καμιά πεπερασμένη διάσταση.
Το «σημαντικότερο» και ταυτόχρονα παραπλανητικό σημείο αυτής τής σκέψης βρίσκεται σε ένα ελάχιστο τονισμό τού ιστορικό-πνευματικού ευρήματος. Και αν ο παραδοσιακός στοχασμός είχε ως περιοριστική συνθήκη, το ότι ο στοχασμός περί θανάτου παρακάμπτει την ίδια του την προϋπόθεση, δηλαδή την πραγματική ζωή, καθώς μόνο όποιος ζει μπορεί να στοχάζεται τον θάνατο, στο παράδειγμα του Δον Κιχώτη δείχθηκε πως στην πραγματικότητα ο στοχασμός αυτός παρακάμπτει τον θάνατο: σε μια επίσης «ασταμάτητη» και «μάταιη» προσπάθεια, να βρεθεί ένα τέλος, συνεχίζεται ιστορικά, «δια μέσου των εποχών», μια ακατάλυτη ζωή. Η ιστορική μαρτυρία μιας τρόπον τινά μετά-φυσικής ζωής αποχαιρετά τις μεγάλες και σκοτεινές μεταφορές του στοχασμού περί του θανάτου. Συγκρινόμενη προς το salto mortale4 του Kierkegaard θυμίζει μάλλον το salto vitale της δονκιχωτικής ύπαρξης, ως προς την απελπισία της αυτοκτονίας την αδιάκοπη «ενασχόληση» με το «ζωντανό σημείο», και συγκρινόμενη ως προς την δια βίου αγωνία θυμίζει εκέινη την «κωλοτούμπα» (Purzelbaum: ετυμολογικά σημαίνει πτώση και ανόρθωση), όπου ακόμα και ετυμολογικά, η μοναδικότητα της πτώσης και ανόρθωσης εναντιώνεται στην μεταφορά μιας αδιάκοπης επανάληψης.
Δον Κιχώτης, Αβραάμ, Ιησούς, είναι διάσημες σκεπτόμενες μορφές στο έργο του Kafka. Επειδή ο «παροδικός κόσμος» δεν αρκούσε για την «πρόνοια» τους, αποφάσισαν όλοι, να «μεταναστεύσουν στην αιωνιότητα» (H92). Αποτελούν μορφές υπέρβασης για ένα σχεδόν φανερό προσωπικό ενδιαφέρον τού Kafka, κάτω από την αντίληψη του οποίου αρχίζουν να μεταμορφώνονται με παράξενο τρόπο. Μια φορά για παράδειγμα θυμήθηκε ένα «άλλο» Αβραάμ:
«Κάποιος που θέλει να θυσιάσει σωστά και έχει την σωστή όσφρηση για το πράγμα, αλλά δεν μπορεί να πιστέψει, πως αναφέρονται σε αυτόν τα πράγματα αυτά, αυτός ο απαίσιος γέρος και ένα παιδί, το λερωμένο αγόρι. Δεν του λείπει η αληθινή πίστη, αυτή την πίστη έχει, πως θα θυσίαζε ευρισκόμενος σε καλή κατάσταση, εάν μπορούσε να πιστέψει, πως αυτόν εννοεί η όλη ιστορία. Φοβάται πως θα ξεκινήσει ως Αβραάμ μαζί με τον γιό του, και θα μεταμορφωθεί σε Δον Κιχώτη…Ένας Αβραάμ που έρχεται ακάλεστος!» (Br. 333 f)
Το προσωπικό του ενδιαφέρον: αυτή ήταν η σκέψη, όπως εκείνοι οι τρεις, αλλά όχι δια της πράξεως, αλλά δια της γραφής, δυνάμει της τρομερής βεβαιότητας του απολύτου, πως κάθε εμπειρικό όριο μπορεί να εξαλειφθεί. Στις σημειώσεις του ημερολογίου του από το έτος 1912, λέει πως «άφησε κενή κάθε ικανότητα», που διασφαλίζει μια εμπειρική ζωή:
«Πρέπει απλώς να πετάξω την γραφειακή δουλειά από αυτή την κοινότητα, ώστε, αφού η ανάπτυξη μου ολοκληρώθηκε, και εγώ, όσο είμαι σε θέση να δω, δεν έχω κάτι άλλο να θυσιάσω, (ώστε) να αρχίσω την πραγματική μου ζωή, μέσα στην οποία το πρόσωπο μου θα μπορεί να γεράσει με φυσικό τρόπο, μαζί με την πρόοδο τής εργασίας μου». (T168)

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2023

Η γραφή ως παράδοση 2

 Συνέχεια από: Τρίτη 7 Μαρτίου 2023

Η γραφή ως παράδοση 
Η αποδόμηση τού λογοτεχνικού κανόνα στον Kafka και Harold Bloom

Ι. Εισαγωγή
Μια ανάγνωση τού Kafka υπό την οπτική τού αποδομητισμού, φαίνεται πως δυσχεραίνεται από την παρουσιάση τού Kafka στις καινούργιες έρευνες ως σχεδιαστή ενός «ερμηνευτικού αποπροσανατολισμού». Τα δάνειά του από τον κανόνα τού παρελθόντος δεν έχουν ακόμα καταγραφεί συστηματικά, και υπάρχουν σποραδικά αμφιβολίες, εάν έχει δανειστεί οτιδήποτε από τα παλιά. Ένα κεντρικό σημείο τής εργασίας αυτής, είναι να αποδείξει την εκπληκτική γνώση τής παράδοσης που είχε ο Kafka. Η απόδειξη αυτή θα διεξαχθεί με την έννοια τού αποδομητικού «reading», και όχι, κατά κύριο λόγο, δια βιογραφικών ερευνών. Θέλουμε να αποδείξουμε για παράδειγμα, πως η «Δίκη» τού Kafka περιέχει μια κρυπτογραφημένη ιστορία στοχασμών, η οποία σε όλες της τις λεπτομέρειες πρέπει να ανασκευαστεί.
Επίσης μένει να αποδειχθεί, πως η Kabbala είναι ένα διαρκές θέμα στην «Δίκη». Η υπόθεση στην οποία στηρίζεται η παρούσα εργασία είναι πως δια της επινόησης μιας ερμηνευτικής τής Kabbala, το μυθιστόρημα του Kafka αναφέρεται σε μεγάλα τμήματα του κανόνα της δύσεως, και τα καταστρέφει συστηματικά. Η Γένεση, ο Ιώβ, οι επιδράσεις του Kant, Nietzsche και Kierkegaard παρουσιάστηκαν συχνά στην έρευνα ως πιθανές πηγές της «Δίκης». Η έμπνευση όμως για το μυθιστόρημα δεν μπορεί να εξηγηθεί με κάποια από αυτές τις πηγές. Το μυθιστόρημα υποδεικνύει μάλλον με μια χρονολογική ακολουθία μεταφυσικά, δηλαδή «δικαστικά», μοντέλα πίστης και σκέψης.
Γιατί η επινόηση τού «Δικαστηρίου», αυτή είναι η υπόθεση, αντιστοιχεί στην έννοια της «παράδοσης» στον Bloom. Ο Kafka διαβάζει την παράδοση τής Δύσεως, με τον τρόπο που ο Harold Bloom διατυπώνει στην κριτική τής Kabbala: η πνευματική παράδοση καθίσταται μια καμπαλιστική μυστική επιστήμη, η οποία κληρονομείται μόνο μέσα στην γραφή, στους συνδυασμούς γραμμάτων και λέξεων. Γιατί ο κανόνας τής μεταφυσικής λογοτεχνίας κατανοούνταν ως «Δικαστήριο»: είτε επινοούσε κανείς θεολογικά ένα εσχατολογικό δικαστήριο, είτε το έψαχνε φιλοσοφικά στον στοχαστικό χαρακτήρα τού ανθρώπου. Και έτσι επαφίεται στον αναγνώστη και στον ήρωα τού Kafka η ανάγνωση εκείνης τής μεγάλης ιστορικής «δικανικής επιστήμης», που καθιστά τον πρακτικό Κ. τόσο «εξαντλημένο». Το μυθιστόρημα του Kafka είναι, όπως σημειώνει στο ημερολόγιο, μια «συνομιλία» του συγγραφέα με την πνευματική αυτή παράδοση: θέτει τον βαριά άρρωστο πολίτη Κ., το τελευταίο έτος της ζωής του, για ακόμα μια φορά ενώπιον των κρυπτογραφημένων απαιτήσεων, κρίσεων και δυνατοτήτων σωτηρίας που περιέχει αυτή η μεταφυσική παράδοση.
Ο Kafka θα ήταν με τον τρόπο αυτό πρότυπο εκείνου του αναγνώστη, που παίζει αποφασιστικό ρόλο στην έννοια τού «reading» κατά τον Harold Bloom. Στην «Δίκη» -αυτή την υπόθεση προτιθέμεθα να αποδείξουμε- αναφέρονται τα θεμελιώδη κείμενα τής μεταφυσικής παράδοσης και ταυτόχρονα αναγινώσκονται εκ νέου με την βοήθεια καμπαλιστικής κατανόησης. Η Kabbala, που στην ιστορία των «παλιών αιώνων»  έγινε αντιληπτή αρνητικά, ως διαρκής έλλειψη απόλυτου νοήματος, έδωσε την δυνατότητα νά ειπωθεί στην «Δίκη» μια δεύτερη και εκτενής ιστορία, που πιστοποιεί την συστηματική ενασχόληση τού Kafka με την παράδοση.
Η κατασκευή ενός προσωπικού κανόνα και η σολιψιστική αναμόρφωση της παράδοσης, είναι σύμφωνα με τον Harold Bloom χαρακτηριστικά ενός «ισχυρού ποιητή». Η εργασία μας λοιπόν δείχνει κατ’ αρχάς φιλολογικά, πως στο μυθιστόρημα τού Kafka γίνεται πράγματι λόγος για τις μεταφυσικές παραδόσεις. Το μυθιστόρημα -αυτή είναι η υπόθεσή μας- εμπνέεται, όπως και οι καμπαλιστές, από την Γένεση. Η πρώτη πρόταση τής «Δίκης» παραθέτει τον «συκοφάντη» και το «κακό», ενώ η τελευταία πρόταση παραθέτει την «αιδώ». Ο συκοφάντης, μυθικός τίτλος τού διαβόλου, το «κακό» και η «αιδώς» αποδίδονται σημαντικά στην αναφορά περί του προπατορικού αμαρτήματος. Το ότι οι έννοιες αυτές αναδύονται στην αρχή και το τέλος τού μυθιστορήματος, χαρακτηρίζει την έκταση τών στοχασμών που διεξήχθησαν μέσα στο μυθιστόρημα. Σε πολλά σημεία τού μυθιστορήματος γίνεται λόγος περί «ειρμού τών σκέψεων»- ο Κ. θέλει να μπει απαρατήρητος στον «ειρμό τών σκέψεων» τού δικαστηρίου, προσπαθεί να «παρακολουθήσει» τις σκέψεις ή να τις «διακόψει». Ο λόγος περί «ειρμού των σκέψεων» σηματοδοτεί πως στην «Δίκη» διεξάγεται μια συστηματική διαδικασία στοχασμού, η οποία υπερβαίνει την κατανόηση του Josef K. Ο ειρμός αυτός σκέψεων θα αναπαρασταθεί δια τής αποκρυπτογράφησης των μέχρι τώρα ακατανόητων μοτίβων τού Kafka. Αυτή η αναπαράσταση μπορεί να αποδείξει, πως τα ουσιαστικά δεδομένα του Josef K. στην «Δίκη» χαρακτηρίζονται από κρυπτογραφημένα υπονοούμενα στην Γένεση, στο Ταλμούδ, στην επιστήμη του Kant και τού Nietzsche. Ταυτόχρονα μπορεί να αποδειχθεί σαφώς η παρουσία καμπαλιστικών μοτίβων, που κορυφώνεται στην παραβολή «Ενώπιον του νόμου». Πρέπει επίσης να αποδειχθεί, πως η «Κωμωδία» τής σύλληψης του Κ. πηγάζει από τα βιβλία του κανόνος, τα οποία ο Kafka θέτει με πιστότητα στις λέξεις επί σκηνής. Οι τρεις υπάλληλοι που συλλαμβάνουν τον Κ., αντιστοιχούν σε μια καμπαλισιτκή αντίληψη περί των αγγέλων τού θανάτου, που εμφανίζονται την ώρα που πεθαίνει ένας άνθρωπος, για να του ζητήσουν τον λόγο.
Η «Δίκη» είναι το βιβλίο που δίνει τον λόγο: είναι το ντοκουμέντο του Kafka για την «αποδόμηση» της μεταφυσικής παράδοσης, που υπάρχει μόνο ως γραφή και η οποία έχασε εξολοκλήρου την παλιά της πειθώ. Ο δρόμος του Κ., όπως η πρώτη «ανάκριση», μπορεί να εξηγηθεί πλήρως μέσα στα πλαίσια τής καμπαλιστικής και ιουδαϊκής παράδοσης. Οι υποδείξεις που δίνει ο ίδιος ο Kafka -όπως οι «δέκα μέρες» τής σύλληψης και του πρώτου χωρισμού- καθιστούν βέβαιο πως γνώριζε την παράδοση και ήθελε να την επεξεργαστεί: δέκα μέρες για παράδειγμα, περνούν στο «Sohar», μέχρι ο άνθρωπος να κληθεί για την πρώτη ανάκριση μετά την εμφάνιση των «αγγέλων του θανάτου». Δέκα μέρες χωρίζουν την «μέρα της πρωτοχρονιάς», (γενέθλια του Κ.) και την «ημέρα της δίκης». Τέτοια και παρόμοια μοτίβα θα αναδειχθούν.
Η συσχέτιση στην οποία βρίσκονται, είναι ο διάλογος του Kafka με την μεταφυσική παράδοση, η οποία θέλει να διαφωτίσει περί του θανάτου, και το μόνο που καταφέρνει είναι να παράξει εικόνες για να του κλείσουν τον δρόμο. Στο σημείο αυτό είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε σχεδόν εξολοκλήρου την μέθοδο του Kafka με την χρήση της έννοιας τής αποδόμησης. Γιατί τα ιερά κείμενα καθίστανται στο βιβλίο τού Kafka μυθιστορήματα με κοσμικό περιεχόμενο (έγγραφα δικαστηρίου). Ο Kafka μετατρέπει την παράδοση σε λογοτεχνία σε απόλυτο βαθμό: όχι μόνο τα ιερά κείμενα, αλλά και η φιλοσοφία, ιδιαιτέρως η διδασκαλία του Nietzsche, την οποία ανακαλεί ο ζωγράφος Titorelli, γίνονται καταπληκτικά μυθιστορήματα, και εν τέλει καταλήγουν να είναι μόνο «γραφή». Φαίνεται πως η ποιητική αυτή του Kafka έχει επηρεαστεί μόνιμα από τήν περί γραφής θεωρία της Kabbala. Γιατί τα ιστορικά ανεπτυγμένα και θεολογικά κωδικοποιημένα μοτίβα τού μυθιστορήματος -τα περί Ιώβ και Μεσσία υπονοούμενα- είναι στα μάτια τού Kafka διαρκείς στερήσεις, ιστορικοί συνδυασμοί και μεταθέσεις, μιας Γενέσεως, που σε όλες τις ερμηνείες ανασκευάζεται διαρκώς εκ νέου. Το κείμενο του Kafka ανακαλύπτει δια ιστορικό-πνευματικών παραθέσεων, πως στην παράδοση εκδηλώνεται ένα σταθερό, «σχεδόν άπειρο πνεύμα» (Kafka), που φαίνεται πως γεννήθηκε λόγω απελπισίας. Ο δρόμος προς τα εκεί περνά βέβαια από την αποκωδικοποίηση των «εγγράφων που νομιμοποιούν» εκείνη την παράδοση.
Θα δείξουμε επιπλέον, πως το μυθιστόρημα χρησιμοποιεί την «απελπισία», για τον θάνατο και την γραφή ως ερμηνευτική γραφή. Ο πνευματικός τής φυλακής παραθέτει την «απελπισία»  ώς στρατηγική ερμηνείας. Στην ανάλυση τής παραβολής τού καθεδρικού ναού θα δείξουμε, τι μορφή θα μπορούσε να έχει το σχέδιο τού Kafka για την παράδοση η οποία διαβάζεται αποδομητικά. Οι γνώμες, τις οποίες εκφράζει ο πνευματικός ως εξηγήσεις, αναγνωρίζονται ως τρεις εποχές πρόσληψης - ως προς το επίπεδο τής ιστορίας τού πνεύματος, επακριβώς διαχωρισμένες η μια από την άλλη. Η γνώμη τού πνευματικού προδίδει την αντίληψη του Kafka. Η «ιστορία» -«historia» και «fabula»- δεν δίνει σε κανέναν δικαίωμα να κρίνει τις απαιτήσεις της γραφής. Ο πνευματικός διαβεβαιώνει στην αναφορά για τις τρεις εποχές τής ερμηνείας της γραφής, πως καμιά από αυτές δεν είναι «αληθινή», όλες όμως «αναγκαίες». Ο ίδιος όμως δεν περιπλέκεται σε καμιά αντίφαση. Κάνει τις αντιφάσεις ιστορία, σε αυτήν προσθέτει την ιστορία της πρόσληψης και συνοψίζει με τόν τρόπο αυτό για μια ακόμα φορά την μεγάλη έμπνευση της «Δίκης».
Ο Harold Bloom ανύψωσε την «απελπισία» σέ αρχή τής επιστημονικής λογοτεχνικής ερμηνείας του υφιστάμενου κανόνα. Στο «Kabbalah and Criticism» αποδεικνύει, πως ο καμπαλιστικός τρόπος ανάγνωσης τού απολύτου, τού «En Sof», ήταν μια μέθοδος παράκαμψης του απόλυτου πρωτείου της Γενέσεως.  Αυτό που στον Bloom έχει ψυχοϊστορικές σημασίες, εμφανίζεται στον Kafka ακόμα ως συνάφεια στο επίπεδο τής πνευματικής ιστορίας. Το «ψυχικό πεδίο μάχης», για το οποίο μιλά ο Harold Bloom αναφερόμενος στην ιστορία τής λογοτεχνίας, ήταν στον Kafka ψυχική τρομοκρατία, την οποία ασκεί στον μεταφυσικά αμόρφωτο πολίτη η υφιστάμενη παράδοση.
Η «διδακτική συνομιλία» με την παράδοση που διεξάγει ο Kafka, έχει τον χαρακτήρα «misreading». Ο ήρωας του παρερμηνεύει τα κείμενα που του δίνουν να αποκρυπτογραφήσει. Ο Kafka όμως είναι συνειδητός παρερμηνευτής του υπάρχοντος κανόνα. Αγνοεί το μεταφυσικό νόημα των κανονικών κειμένων και τα μειώνει στο λογοτεχνικό, κυριολεκτικό τους περιεχόμενο. Και έτσι το μυθιστόρημα καταντά κωμωδία, που παίρνει κατά λέξη τις παραδεδομένες προτάσεις. Η ποιητική ανάλυση του Kafka, αυτό θα δειχθεί στο δεύτερο μέρος, μπορεί να αναπαρασταθεί επιστημονικά-λογοτεχνικά με την βοήθεια της θεωρίας του Harold Bloom περί «επικοινωνιακής δημιουργίας νοήματος».

Τέλος κεφαλαίου

Τρίτη 7 Μαρτίου 2023

Η γραφή ως παράδοση 1

 Η γραφή ως παράδοση 

Η αποδόμηση του λογοτεχνικού κανόνα στον Kafka και Harold Bloom

Schrift als Tradition
Die Dekonstruktion des literarischen Kanons bei Kafka und Harold Bloom

Το παρόν κείμενο είναι η διδακτορική διατριβή του Frank Schirrmacher, την οποία εκπόνησε στο Πανεπιστήμιο της πόλης Siegen, στην έδρα της Επιστήμης της Γλώσσας και Λογοτεχνίας. Εκδόθηκε το 1987.
Σημείωση: στον υπότιτλο του έργου βρίσκεται η λέξη Kanon. Η λέξη αυτή έχει το εξής περιεχόμενο:
Kanon είναι το σύνολο των έργων τα οποία θεωρούνται ότι ανήκουν στην λογοτεχνία. Όπως ο Κανόνας της Βίβλου. Επίσης, Kanon είναι και μια συγκεκριμένη ερμηνεία τών λογοτεχνικών έργων, και καθορίζει ποιες αξίες συνδέονται με τα έργα που περιλαμβάνονται στον κανόνα. Αναλόγως τής εποχής αλλάζει και ο κανόνας.

Περιεχόμενα
Μέρος Πρώτο
Ο Kafka και η διαδικασία τής αποδόμησης
Ι. Εισαγωγή
Ι. 1 Γραφή και Θάνατος
Ι. 2 Ιστορία της σωτηρίας και Βιογραφία
Ι. 3 Η σημαντική της Kabbala
I. 4 Γραφή και Νόμος
Ι. 5 Η μεταφορά του «πνεύματος» ως λογοτεχνική παραγωγή
Ι. 6 Η κατάργηση της Αλληγορίας
Ι. 7 Γραφή ως Θύμα
Μέρος Δεύτερο
Ο Harold Bloom και η κατεστραμμένη παράδοση
ΙΙ. Γραφή και συζήτηση περί παράδοσης
ΙΙ. 1 Ανάγνωση και ερμηνεία («reading» versus «interpretation»)
ΙΙ. 2 Διυποκειμενικότητα και σχηματισμός του κανόνα, ιστορία του πνεύματος και γραφή
ΙΙ. 3 Θυσία και παράδοση

ΙΙΙ. Βιβλιογραφία

Ι. Εισαγωγή
Μόλις πριν από λίγο καιρό άρχισε να γίνεται έντονα αποδεκτός στην Γερμανία ο αμερικάνικος αποδομητισμός (Dekonstruktivismus). Το 1973 εκδόθηκε το δοκίμιο του Harold Bloom  με τον τίτλο «The Anxiety of Influence-A Theory of Poetry» (Η αγωνία της επίδρασης, Μια θεωρία για την ποίηση), το οποίο ως συνέχεια των έργων των Paul de Man και Geoffrey Hartman, ανήκει στα θεμελιώδη κείμενα τής «Yale School». Η αποδοχή των αποδομητιστών στην Αμερική ήταν θυελλώδης και οδήγησε και τις συγγενείς επιστήμες, όπως την ιστορία τής τέχνης, σε άλλους ερμηνευτικούς προσανατολισμούς. Στα πλαίσια αυτά, η έννοια τής μάχης για την αυθεντικότητα μεταξύ «αδύναμων» και «ισχυρών» ποιητών (weak and strong poets), που εισήγαγε ο Harold Bloom, και που είναι μια ψυχοϊστορική παραλλαγή τής  σύγκρουσης των παραδόσεων, την οποία περιέγραψαν οι E. R. Curtius και H. R. Jauß, επέφερε νέες ερμηνευτικές στρατηγικές.
Ενώ στην Αγγλία η «αποδομητιστική ποίηση» προσέλκυσε ισχυρές επιθέσεις, ιδιαίτερα της σχολής του Leavis, φαίνεται πως η γερμανική πρόσληψη προσπαθεί να ευθυγραμμιστεί, δεσμευτικά, με τη θεωρία του Bloom. Η νέα ερμηνεία τής αγγλοσαξονικής καλλιτεχνικής παράδοσης την οποία επιχειρεί ο Bloom, όπως και η ψυχοϊστορική ανάλυση τής ένταξης στον κανόνα των λογοτεχνικών κειμένων, δεν έχει ακόμα δοκιμαστεί στην γερμανική ιστορία τής λογοτεχνίας. Ο Bloom δεν έχει καταπιαστεί με την λογοτεχνική παράδοση στην Γερμανία, εάν εξαιρέσουμε την ερμηνεία που κάνει στο ύστερο έργο του Thomas Mann στο «The Anxiety of Influence». Από την άλλη όμως, τα θεμελιώδη κείμενα τών αποδομητιστών, στις ουσιώδεις προτάσεις τους, αναφέρονται στην ευρωπαϊκή παράδοση, και ιδιαίτερα τις φιλοσοφικές παραδόσεις στην Γερμανία.
Οι εκφράσεις τού Harold Bloom στα έργα του «The Anxiety of Influence», «A Map of Misreading», «Poetry and Repression» και «Kabbalah and Criticism» καθιστούν βέβαιο πως ο αποδομητισμός, πέραν τής αντιπαράθεσης του με τον Freud, διεξάγει και ένα έντονο διάλογο με την φιλοσοφία τού Nietzsche. Το δοκίμιο του Nietzsche «Vom Nutzen und Nachteil der Historie» (Περί της χρησιμότητας και των μειονεκτημάτων της ιστορίας) ανήκει στα κανονικά κείμενα των αποδομητιστών, όπως και η δια των Γάλλων μεταστρουκτουραλιστών διαδιδόμενη ανάγνωση των Husserl και Heidegger.
Τα δάνεια τής θεωρίας τού Bloom από την γερμανική φιλοσοφία τού ύστερου 19ου αιώνα έχουν υποτιμηθεί μέχρι τώρα. Σε αυτό συνέβαλε και η δήλωση τού Paul de Man, σύμφωνα με την οποία ο  Harold Bloom δεν ενδιαφέρεται για τις συζητήσεις εντός τής Ευρώπης σε θέματα επιστήμης τής λογοτεχνίας. Στην πραγματικότητα όμως, φαίνεται πως ο Bloom είναι ο μόνος θεωρητικός τής «Yale School» ο οποίος προσπαθεί να επιτύχει μια σύνθεση τών επιστημών τής ευρωπαϊκής παράδοσης και της αμερικάνικης λογοτεχνίας.
Στο «Kabbalah and Criticism» ο Harold Bloom αντιπαραθέτει τις παραδόσεις τής «μεταφυσικής τής εσπερίας», όπως την ονομάζει, με τις αρχές τής ιουδαϊκής πρακτικής τής ερμηνείας. Στο «Kabbalah and Criticism» ο Bloom κατανοεί για πρώτη φορά τον εαυτό τους ως «αποδομητή τής παράδοσης». Ο Hans Ulrich Gumbrecht ονόμασε το βιβλίο αυτό «λύση με μορφή θεωρίας», «γιατί η εκεί αναπτυσσόμενη θεώρηση τής ιστορίας τής λογοτεχνίας, δίνει τα πρωτεία στους Αμερικανούς ποιητές, από την εποχή του ρομαντισμού». Πράγματι, η ερμηνεία τής Kabbala που δίνει ο Bloom ισορροπεί ανάμεσα στην επιστημονική ανάλυση και την ποίηση. Το καίριο σημείο βρίσκεται στο γεγονός, πως ο Bloom θεωρεί την μοντέρνα αντίληψη περί της Kabbala (παράδοση) ως μεγαλειώδη ποίηση της σύγχρονης εποχής: ο συγγραφέας της είναι ο Gershom Sholem, τον οποίο ο Bloom ονομάζει «Milton των Ιουδαίων ερμηνευτών».
Ο Bloom υποδείκνυε ανέκαθεν, πως «ισχυροί ποιητές» διαβάζουν την παράδοση «αποδομητικά», ασχέτως εάν το συνειδητοποιούν ή όχι. Η παρούσα εργασία σκοπό έχει να ελέγξει την κεντρική αυτή τοποθέτηση τού Bloom, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα την «Δίκη» τού Κάφκα. Στην προσπάθεια μας αυτή δεν έχουμε ως μοναδικό σκοπό να καταδείξουμε πως ο Kafka παρουσιάστηκε ως «αποδομητής» τής παραδόσεως. Αλλά επίσης, σύμφωνα με την θέση του Gumbrecht, θα δείξουμε πως η λογοτεχνία του Kafka αντιπροσωπεύει ήδη το αποδομητισιτκό «reading», το οποίο «λαμβάνει την θέση των ερμηνειών». Η «Δίκη» του Kafka, αυτή είναι η υπόθεση, είναι ένα αναλυτικό βιβλίο, το οποίο κρύβει την διανοητική του απαίτηση κάτω από μια πληθώρα αναγνωσμάτων τής παράδοσης.
Στην προσπάθεια αυτή θα χρησιμοποιήσουμε ιδιαιτέρως το έργο του Bloom «Kabbalah and Criticism». O Bloom αντιλαμβάνεται την Kabbala ταυτόχρονα και ως μεταφορά για τις διαδικασίες δημιουργίας τής παράδοσης. Μια από τις τοποθετήσεις του, είναι πως η Kabbala έχει την απαίτηση να πάει πίσω από την Γένεση, πίσω από την μαρτυρία τής Δημιουργίας που δίνει η Βίβλος.  Οι καμπαλιστές, οι οποίοι θέλουν να δείξουν πώς κόσμος προήλθε από την γραφή, προσπαθούν να υπονομεύσουν τα πρωτεία της Γενέσεως. Αυτή η με πολλές λεπτομέρειες αποδεδειγμένη υπόθεση πως οι ποιητές «έρχονται εκ των υστέρων» (Nachzeitlichkeit), αντιστοιχεί με ένα καταπληκτικό τρόπο σε μια αυτό-περιγραφή τού Kafka. Η λογοτεχνία του, έτσι έγραψε στα τελευταία του χρόνια, είναι «έφοδος κατά του τελευταίου γήινου ορίου…και θα μπορούσε, αν δεν ερχόταν ο Σιωνισμός στην μέση, πολύ εύκολα να εξελιχθεί σε μια νέα μυστική διδασκαλία, μια νέα Kabbala. Οι προϋποθέσεις υπάρχουν. Εδώ όμως απαιτείται μια ασύλληπτη ιδιοφυία, που θα απλώσει τις ρίζες της στους παλιούς αιώνες, ή θα ξαναδημιουργήσει τους παλιούς αιώνες, και με όλα αυτά δεν εκδηλώνεται, αλλά τώρα μόλις αρχίζει να εκδηλώνεται».
Αυτή η αυτό-ερμηνεία είναι η ακριβής διατύπωση από τον Bloom τής έννοιας τών «ισχυρών ποιητών», που μέσω τών έργων τους αναμορφώνουν τον κανόνα τής λογοτεχνίας.


ΕΔΩ ΚΡΥΒΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΦΑΝΕΡΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ ΑΝΑΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΡΑΜΦΟ, ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ, ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΕΧΟΥΝ ΕΠΕΚΤΑΘΕΙ ΚΑΙ ΕΚΛΑΙΚΕΥΘΕΙ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ. 
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ.

Αμέθυστος