Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Werner Beierwaltes - Διονύσιος Αρεοπαγίτης - Ένας Χριστιανός Πρόκλος;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Werner Beierwaltes - Διονύσιος Αρεοπαγίτης - Ένας Χριστιανός Πρόκλος;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

Διονύσιος Αρεοπαγίτης-Ένας Χριστιανός Πρόκλος; (2)

 Συνέχεια από: Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Πλατωνισμός στον Χριστιανισμό.
Του Werner Beierwaltes.
              
Image result for dionigi areopagita  Η Θεολογία του Διονυσίου θα ήταν αδύνατη χωρίς την φιλοσοφία τού Πρόκλου. Αυτό αφορά τόσο συγκεκριμένους όρους, όπως επίσης και την γλωσσική μορφή με την οποία εκφράζεται η σκέψη του. Ότι ο Διονύσιος, στην δομή τού στοχασμού του και στην γλώσσα του, στην προσπάθειά του να προτείνει έναν περιορισμό και έναν καθορισμό τού "Είναι" του Θεού επηρεάστηκε καθοριστικά απο τον Πρόκλο είναι πέραν πάσης αμφιβολίας! Μία αναστροφή αυτής της σχέσης-δηλαδή : μήπως ο Διονύσιος επηρέασε τον Πρόκλο-είναι τόσον όσον αφορά το περιεχόμενο, όσο και ιστορικά, αδύνατη! Μελετητές οι οποίοι γνωρίζουν τόσο την Χριστιανική παράδοση όσο και την καθαρά νεοπλατωνική απέδειξαν πειστικά, πόσο σε θέματα αποριών και κεντρικών εννοιών, είναι καθοριστική η εξάρτηση του Διονυσίου απο τον Πρόκλο.
                Σχετικά λοιπόν μ'αυτή την ισχυρή επήρρεια που άσκησε στον Διονύσιο, μία φιλοσοφία την οποία κατενόησε μ'έναν λίγο πολύ βαθύ τρόπο και με μεγάλη ακρίβεια, αναδύεται η ερώτηση εάν και σε ποιό μέτρο όλο εκείνο που θεωρήθηε απο αυτόν Χριστιανική σκέψη ή αποκάλυψη θα μπορούσε να κερδίσει ένα δικό του κεκτημένο ακριβώς μέσω μορφών σκέψης και "φιλοσοφικών εννοιών" και εάν αυτό το Χριστιανικό στοιχείο, λόγω της κυριαρχίας τής φιλοσοφικής προ-γνώσεως, πρό-νοιας, δέν θα μπορούσε να καθιερωθεί καθόλου. Μπορούμε να δούμε την Θεολογία του Διονύσιου σαν μία πετυχημένη σύνθεση, ή ακόμη περισσότερο, σαν μία συμβίωση της ελληνικής μεταφυσικής και της Χριστιανικής Θεολογίας; Μπορούμε να πούμε πάντως ότι αυτή η μορφή Θεολογίας αντιπροσωπεύει το πιό παοωθημένο παράδειγμα μίας "ελληνικοποιήσεως του Χριστιανισμού" . Δέν εννοούμε αυτή την έκφραση με την υποτιμητική σημασία η οποία ταυτίζει άμεσα την ελληνικοποίηση με την εκκοσμίκευση, με την μόλυνση με το "εθνικό" και επομένως με την καταστροφή της Χριστιανικής ιδιαιτερότητος. Καθώς η Θεολογία δέν ειναι ούτε επιθυμεί να παραμείνει ένας φιντεϊσμός χωρίς έννοιες (ένας ζηλωτισμός). Κάτι που θα την  έφερνε σε αντίφαση με την ίδια της την φύση, η οποία μας φανερώνεται στην ίδια την λέξη. Έχει ανάγκη λοιπόν μία μορφή στοχασμού και ένα ένδυμα εννοιολογικό το οποίο θα της συμπαρίσταται, μέσω του οποίου θα μπορεί να μεσολαβηθεί αυτό που είναι άλλο σε σχέση με την έννοια-όπως για παράδειγμα η ιστορία του Θεού η οποία απεκαλύφθη στον κόσμο στον λόγο της Κ.Δ. Έτσι λοιπόν στον Διονύσιο μερικά βασικά στοιχεία του Χριστιανικού δόγματος είναι τόσο αξεχώριστα πλεγμένα με μία εννοιολογική σκέψη, ώστε η εννοιολόγηση τής ουσίας τού Θεού κυρίως και του κόσμου πρέπει να συμπεριληφθεί σαν ένα στοιχείο συγχωνευμένο μίας συγκεκριμένης φιλοσοφίας η οποία καθορίζει μ'έναν ουσιώδη τρόπο και την Χριστιανική σκέψη στα αντικειμενικά της περιεχόμενα.
                Η απάντηση στην ερώτηση που διατυπώθηκε στον τίτλο "ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης-Ένας Χριστιανός Πρόκλος;" εξαρτάται απο τον τρόπο και απο το μέτρο σύμφωνα με τα οποία η στιγμή τού Χριστιανού επραγματοποιήθη σαν μία ενότης συνειδητοποιημένη στην σύνθεση τών σκέψεων αυτής της Θεολογίας και ενεργοποιήθηκε προσβλέποντας σ'αυτή.
                Στην απάντησή μου δέν ακολουθώ τον τρόπο της επιχειρηματολογίας, τον άνετο, μυστικιστικό, που χρησιμοποιείται συνήθως όταν γίνεται αναφορά στην σχέση ανάμεσα στην ελληνική μεταφυσική και την Χριστιανική Θεολογία, σύμφωνα με τον οποίο η επανάληψη των ελληνικών φιλοσοφημάτων, η εννοιολόγηση τους και η μορφή της σκέψης που υπάρχει σ'αυτά και η επανάληψη γενικώς της γλώσσας και των μεταφορών ιδιαιτέρως, είναι μία τυπική πρόοδος η οποία παραμένει εξωτερική στα περιεχόμενα! Αυτή η κρυμμένη φοβία για την φιλοσοφία συνδυασμένη με μία πρόθεση κυρίως απολογητική, θα καθιστούσε τον Διονύσιο έναν Πρόκλο ντυμένο Χριστιανό και η γλώσσα του θα ήταν μόνον μία επένδυση εξωτερική δανεισμένη απο την φιλοσοφική σκέψη και τοποθετημένη γύρω απο έναν πυρήνα και γι'αυτόν τον λόγο ακριβώς ουσιαστικώς διαφορετικό απο αυτή την φιλοσοφία!
                Απο μία επιμελή και λεπτομερή ανάλυση των Θεολογικών και φιλοσοφικών συστατικών στον Διονύσιο, θα αναδυθεί, όπως πιστεύω, ότι παρά μία κάποια επιλογή των φιλοσοφικών θεμάτων σύμφωνα με τα ενδιαφέροντά του, και παρά την ασάφειά και τις μειωτικές ερμηνείες ορισμένων σημείων αναφοράς και παρά μία ενυπάρχουσα κριτική, σιωπηλή ή και φανερή πολλές φορές των φιλοσοφημάτων που χρησιμοποίησε η σκέψη του Διονυσίου κατανοείται σαν μία Θεολογία η οποία εκκινεί και καθοδηγείται απο την νεοπλατωνική φιλοσοφία (και ιδιαιτέρως του Πρόκλου και σε λιγότερο βαθμό του Δαμάσκιου) και είναι επηρεασμένη απο αυτή στην ουσία της. Αυτό λοιπόν το ιδιαίτερο του στοιχείο οφείλουμε να το ερμηνεύσουμε ξεκινώντας απο αυτή την φιλοσοφία. Αυτή η εσώτατη παρουσία του Πρόκλου στον Διονύσιο δέν είναι σημαντική μόνον για έναν αναστοχασμό στις φιλοσοφικές προϋποθέσεις κάθε Χριστιανικής φιλοσοφίας (οι οποίες ερμηνεύονται σύμφωνα με το μοντέλλο "η φιλοσοφία θεραπαινίδα της Θεολογίας) αλλά ακόμη περισσότερο για την ίδια την επιχειρηματολογία του Χριστιανισμού και για το πράγμα τής σκέψης του κατά την διάρκεια των διαφόρων ιστορικών εποχών. Διότι ακριβώς η μεγάλης διάρκειας ταύτιση του Διονυσίου με τον μαθητή των αποστόλων αύξησε όχι μόνον την αυθεντία σχετικά με συγκεκριμένα θέματα, αλλά και εκείνη των φιλοσοφικών θεμελίων της σκέψης του! Είτε ήταν γνωστός είτε όχι ο δεσμός τους με την φιλοσοφία του Πρόκλου.
                Μία κάλυψη ή μία ελαχιστοποίηση της υπάρξεως στο "σύμπαν του Διονυσίου" βασικών φιλοσοφικών θεμάτων και μίας καθαράς φιλοσοφικής γλώσσας-μεγάλης σημασίας ώς πρός τα ίδια τα περιεχόμενα-μπορούν να βρούν την ανοχή μόνον όσων οπισθοχώρησαν-μερικές φορές με τον σκοπό της "αυτοάμυνας"-απο μία ριζική θεώρηση της αυθεντικής μορφής τού νεοπλατωνισμού.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος 

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Διονύσιος Αρεοπαγίτης-Ένας Χριστιανός Πρόκλος; (1)

 Πλατωνισμός στον Χριστιανισμό

Του Werner Beierwaltes. 
Image result for dionigi areopagita
Ι.       Ο Λακωνικός επίλογος της εκθέσεως που οι πράξεις των Αποστόλων μας παρέδωσαν για την ομιλία του Παύλου στους Έλληνες στον Άρειο πάγο είναι η αρχή ενός τρικυμιώδους κεφαλαίου της ιστορίας των σχέσεων ανάμεσα στην νεοπλατωνική φιλοσοφία και την Χριστιανική Θεολογία. Εδώ ανήκει η σύμπραξη τους η οποία ξεκινώντας στον έκτο αιώνα, συνέχισε στον μεσαίωνα, στην αναγέννηση και στην διάρκεια του πρώτου μοντερνισμού, με την μορφή μίας παραγωγικής προσλήψεως και επανεξετάσεως, στην θρησευτικότητα του Χριστιανισμού, του στοχασμού της ύστερης αρχαιότητος.
          "Ούτως ο Παύλος εξήλθεν εκ μέσου αυτών. Τινές δέ άνδρες κολληθέντες αυτώ επίστευσαν, εν οίς και Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και γυνή ονόματι Δάμαρις και έτερος σύν αυτοίς". (Πράξεις 17,33).
          Στην διάρκεια του Χρόνου υπήρξαν διάφορες φιγούρες οι οποίες διεκδίκησαν για τον εαυτό τους την ταυτότητα του Αρεοπαγίτη και καθεμιά απο αυτές πρότεινε μία απαίτηση πρωτοτυπίας (καταγωγής) η οποία νομιμοποιούσε και αύξαινε το κύρος του προσώπου του και των λόγων του. Όσον αφορά την αγιογραφία ο Άγιος Διονύσιος είναι ο Άγιος Θεμελιωτής της Γαλλίας, ο οποίος μετά τον θάνατό του, κρατούσε ακόμη την κεφαλή του στο χέρι του. Όσον αφορά δέ την Θεολογία ο Διονύσιος είναι ο συγγραφεύς γραπτών τα οποία απο την άποψη του περιεχομένου είναι εντυπωσιακά σύνθετα, τα οποία γράφτηκαν πιθανώς στην αρχή του έκτου αιώνος. Ο συγγραφεύς αυτός μάλιστα μέσω μίας καλά μελετημένης παρουσίασης του εαυτού του, βοήθησε όχι μόνον να ασκήσουν τα γραπτά του μία επιρροή και ένα κύρος τα οποία παρομοιάζονται με εκείνα που μπορούσαν να έχουν μερικά γραπτά που προήρχοντο απο τον κύκλο των αποστόλων, αλλά και οι αναγνώστες να είναι πεπεισμένοι αυτής της καταγωγής-όπως ακριβώς συνέβη μέχρις ότου (μετά τις αμφιβολίες τού Αβελάρδου) ο Λορέντσο Βάλλα το 1457 απέδειξε πειστικά ότι τα γραπτά του Διονυσίου ήταν ψευδοεπίγραφα. Τέλος όσον αφορά την εκκλησιαστική πολιτική, ας θυμηθούμε ότι το μοναστήρι του St. Denis κοντά στο Παρίσι, όπου είχε ταφεί ο μάρτυρας, και ίσως ο πρώτος επίσκοπος αυτής της πόλεως, ο Άγιος Διονύσιος, διατήρησε απο το 827 τον κώδικα (codex) του έργου του Διονυσίου σαν τον πιό πολύτιμο και αριστοκρατικό θησαυρό του. Πολύ συχνά πολλοί επέμειναν σ'αυτή την τρίτη δυνατή ταυτότητα του Διονυσίου, και ο συγγραφεύς κατ'αυτούς του Corpus Areopagiticum θα ήταν ακριβώς ο "apostolus totius Galliae".
          Η πρόθεση μου σε τούτη την διατριβή, δέν είναι να χαράξω την ιστορία των προσπαθειών ταυτοποιήσεως, οι οποίες έγιναν ώς επί το πλείστον με γνώση και πίστη. Επειδή το θέμα του αληθινού συγγραφέως δέν έχει λυθεί ακόμη και ίσως και στο μέλλον επινοηθούν νέες υποθέσεις, επιθυμώ-εναντίον ακόμη και κάθε ιστορικής λογικής-να αποφύγω το "ψευτο" και να αποδώσω στον "Διονύσιο" εκείνη την μοναδική ταυτότητα η οποία αναδύεται απο τα περιεχόμενα των γραπτών του και είναι πιστοποιημένη απο την αξιολόγηση των γραπτών του, όπως μας την προσφέρουν ο Eriugena, ο Ακινάτης, ο Μποναβεντούρα και ο Cusano : Theologorum maximus, Culmen theologiae.
          Οφείλουμε στον Διονύσιο τέσσερα μεγάλα γραπτά και μερικές επιστολές γύρω απο κεντρικά Θεολογικά ερωτήματα. Αυτά τα κείμενα παρακολουθούμε σεβόμενοι την βασική κίνηση του στοχασμού του και ακολουθώντας επίσης και την χρονολογία της συγγραφής των, ξεκινώντας απο την προσπάθεια να ορισθεί ο υπερβατικός Θεός ο οποίος είναι επέκεινα του Είναι, για να επιστρέψουμε στην συνέχεια, απο τον ξεδιπλούμενο κόσμο της δημιουργίας, απο την κοινότητα η οποία έχει δομή ιεραρχική, όπως και απο τις μορφές ζωής που κάθε φορά οικειοποιήθηκε ο άνθρωπος, στο Θείο θεμέλιο: Περί Θείων ονομάτων, περί ουράνιας Ιεραρχίας, περί Εκκλησιαστικής ιεραρχίας και της Μυστικής Θεολογίας.
Όλα αυτά τα έργα και πολλά άλλα ακόμη τα οποία γνωρίζουμε μόνον μέσω των υπαινιγμών του Διονυσίου-για παράδειγμα η Συμβολική Θεολογία-χαρακτηρίζονται απο μία φόρμα σκέψης και μία διαλογική δομή τόσο ξεχωριστές, απο βασικές εννοιολογήσεις και μορφή γλώσσας, οι οποίες ανήκουν χωρίς αμφιβολία σ'έναν μόνον συγγραφέα. Όλα αυτά τα στοιχεία δέν προέρχονται απο την Χριστιανική γραμματεία της εποχής ούτε και συνδέονται άμεσα με αυτή. Παρ'όλα αυτά ακόμη και τοποθετημένα στο πλαίσιο της εποχής τους και πάλι δέν μοιάζουν ούτε πρωτότυπα ούτε αυτόνομα. Αντιθέτως εξακριβώνουμε την πιό στενή τους σχέση με την φιλοσοφία της εποχής τους. Μ'εκείνη την μορφή του νεοπλατωνισμού, δηλαδή την οποία επεξεργάστηκε με τον πιό χαρακτηριστικό τρόπο, τόσο ώς πρός το περιεχόμενο όσο και ώς πρός τις γλωσσικές φόρμες, ο Πρόκλος. Αυτός ο Νεοπλατωνισμός είναι το τελικό στάδιο της επεξεργασίας εκείνων των θεμάτων και εκείνων των εννοιών, εκείνων των μορφών σκέψης και εκείνων των θεωρητικών δυνάμεων που διατυπώθηκαν καταρχάς και κατάγονται απο τον Πλωτίνο, και οι οποίες αναγνωρίζουν στην πραγματικότητα ένα όλον συναφές και συμφυές. Ο Πρόκλος κατέστησε την ιδέα του, μίας απολύτου ενότητος η οποία έπλεξε το όλον και η οποία είναι, καθόσον το ίδιο το Ένα, την καθολική καταγωγή τού όλου, και ακόμη μία άχρονη διάσταση της σκέψης, του νού, και τέλος μίας στοχαστικής δυνάμεως η οποία είναι παρούσα στον κόσμο και στον άνθρωπο, την αρχή της φιλοσοφίας του.
          Τροποποίησε όμως-ακολουθώντας σ'αυτό κυρίως, το παράδειγμα του Ιάμβλιχου και του δασκάλου του του Συριανού-την θεμελιώδη δομή της πραγματικότητος τού Πλωτίνου και το κατόρθωσε ερμηνεύοντας τους βαθμούς τού όντος μετά το πηγαίο Ένα, ανατρέχοντας σε Τριαδικές σχέσεις ώς επί το πλείστον. Εισάγει μεσότητες που συνδέουν εσωτερικά το ένα με το άλλο τα ξεχωριστά πλαίσια του πραγματικού, ξεκινώντας απο το απόλυτο Ένα μέχρι την ύλη. Στο αιτιατό ξεδίπλωμα της πολλαπλότητος απο το Ένα, αντιστοιχεί η σχετική επανασύνδεση-λογική και οντολογική-των ξεχωριστών διαστάσεων στην καταγωγή, έτσι το είναι που έρχεται μετά το Ένα βλέπει εξασφαλισμένη την φύση μίας κυκλικής ενότητος, διαφοροποιημένης καθαυτής, ενός όλου. Η πρώτη μορφή τής διαφοροποιήσεως των πολλών, αρχής γενόμενης απο το Ένα είναι οι λεγόμενες "Ενάδες", τα πρώτα "φαινόμενα" του Ενός του ίδιου τα οποία κυριαρχούνται απο την ίδια την Ενότητα: μία πολλαπλότης-ενότης η οποία ενεργεί μεσολαβώντας τήν πολλαπλότητα με την στενή έννοια, εννοημένη σαν διάφορες ταυτότητες ξεχωριστές μεταξύ τους! Όσα είχαν υπολογιστεί στον Πλωτίνο σαν μία συνυπάρχουσα και εξίσου καταγωγική ενέργεια στην πρώτη διάσταση μετά το Ένα, στο πνεύμα, εμφανίζονται στον Πρόκλο σαν ένα αυτόνομο ζεύγος αρχών: αυτές είναι το πέρας και το άπειρο (το αόριστο), χάρη στην ενέργεια, αμοιβαίως επηρεαζόμενη, των οποίων καθορίζονται το Είναι στην πρώτη και πρωτογενή του σημασία-και ξεκινώντας απο αυτό-η ζωή και το πνεύμα (ο στοχασμός) σαν οντότητες μ'ένα δικό τους οντολογικό καθεστώς. Ενώ ο Πλωτίνος στοχάστηκε "Είναι-ζωή- στοχασμός", ξεκινώντας απο τον Παρμενίδη, απο τον Σοφιστή του Πλάτωνος και απο την αριστοτελική Θεολογία, σαν μία καθαρή ταυτότητα ή σαν μία καθαυτή μοναδική σύνθεση της αντιλήψεως, ο Πρόκλος δίνει περισσότερο χώρο, σε συμφωνία μέ την δική του σύλληψη της μεσολαβήσεως, στην ετερότητα και στην ιεραρχική διαβάθμιση, αλλά επανενώνει τις αναφερόμενες διαστάσεις-και εκείνες που αναπτύσσονται περαιτέρω με τριαδικό τρόπο-σε μία δυναμική ταυτότητα: σε μία ενότητα η οποία καθορίζεται απο πολλαπλές διασυνδέσεις.
          Η σκέψη, η οποία συλλαμβάνεται φιλοσοφικά, μίας ακριβούς διαφοροποιήσεως των βαθμών της εντάσεως, της ενώσεως και του Είναι, για τον Πρόκλο-ο οποίος επανασυνδέεται μ'αυτό στον μετα-Πλωτινικό νεοπλατωνισμό-είναι η προϋπόθεση μίας καθολικής Θεολογικοποιήσεως της πραγματικότητος στην ολότητα της. Κάθε βαθμός του Είναι στο εσωτερικό του Όλου είναι ταυτόσημο με έναν Θεό συγκεκριμένο κάθε φορά, ο οποίος ονομάζεται με ένα μυθολογικό επίθετο. Μ'αυτόν τον τρόπο ο Πρόκλος επαναφέρει την θρησκευτική παράδοση των Ελλήνων με συστηματικό τρόπο στην φιλοσοφική έννοια. Απαιτεί λοιπόν, σχεδόν παράλογα, απο το ένα μέρος μία απομυθοποίηση του μύθου, καθότι τον μεταλλάσσει σε μία λειτουργία της εννοιολογικής σκέψης η οποία τείνει στην μεταφορά και την αλληγορία, και απο το άλλο ενθαρρύνει και μία επαναμυθοποίηση της σκέψης, καθότι αυτή πρέπει να διατηρήσει τον μύθο σαν μία δική του "έκφραση". Η "μυθολογία της νοήσεως" η οποία δημιουργείται θα μπορούσε να ερμηνευθεί και σαν ένα μέσο που στοχεύει στην αυτοβεβαίωση τής ελληνικής θρησκείας απέναντι στην Χριστιανική Θεολογία. Και πράγματι αντλεί την έμπνευσή της και καθοδηγείται απο μία Θεολογική αυθεντία η οποία προσλαμβάνεται σαν "αποκάλυψη"-όπως είναι για παράδειγμα η μορφή των Χαλδαϊκών λόγων ή των ορφικών ύμνων.
          Εάν επιθυμούμε να υπολογίσουμε τον Πρόκλο, τον "συστηματοποιό" της νεοπλατωνικής σκέψης, αυτή η ερμηνεία θα αναφερόταν τότε τόσο στο αρθρωμένο σχέδιο μίας σχεσιακής ολότητος η οποία δίνεται μέσα στο ίδιο το Ένα και για το Ένα, όσο και στο πλησίασμα, την εννοιολογική πλατωνική-νεοπλατωνική ανάπτυξη σ'εκείνη την θρησκευτική παράδοση που πίστευε ότι προερχόταν απο μία αρχαία "αποκάλυψη"
          Σ'αυτό το νόημα μίας τέτοιας "συστηματοποιήσεως" η φιλοσοφική θεωρία στοχεύει λοιπόν στην "ολότητα της γνώσεως" ή του γνωστού, στην "φανέρωση ενός βασικού δεσμού όλου του νοητού και στην λογική και μεθοδολογική αγκυροβόληση του όλου, όπως και στην δύναμη πειθούς που έχει η ίδια η φιλοσοφία απέναντι στο όραμα της πραγματικότητος ή οποία διαφέρει απο αυτή. Ο Πρόκλος δέν αποτελεί μία μηχανική και σχολαστική ανακεφαλαίωση της Ελληνικής φιλοσοφίας σε μία όψιμη και παρακμασμένη εποχή, αλλά νομίζω αντιθέτως-αποθησαυρίζοντας την ευαισθησία του Χέγγελ για το "θεωρητικό" σ'αυτή την φιλοσοφία-ότι μπορούμε να τον δούμε σαν τον συγγραφέα ενός "δυναμικού συστήματος της ταυτότητος" το οποίο μαρτυρεί μία έντονη εννοιολογική προσπάθεια η οποία ενδιαφέρεται να παρουσιάσει μ'έναν κοφτερό και πειστικό τρόπο τις διαστάσεις τής μεταφυσικής σκέψης σε μία φιλοσοφική Θεολογία δομημένη με μεγάλη ακρίβεια. Έκφραση αυτής της προθέσεως είναι ιδιαιτέρως  οι κύριες συστηματικές εργασίες του, Θεολογική στοιχείωσις και Πλατωνική Θεολογία, οι οποίες είναι στενά δεμένες, όσον αφορά τα περιεχόμενα, με το σχόλιό του στον Θεολογικό διάλογο (με την πιό υψηλή σημασία) του Πλάτωνος, Παρμενίδης.
          Η εννοιολογική ανάλυση της πραγματικότητος η οποία αναπτύσσεται αρχής γενομένης απο το Ένα και η οποία θεμελιώνεται μέσω αυτού και διατηρείται σ'αυτό, δέν είναι ένα "νεκρό γράμμα", αλλά αποτελεί-σε συμφωνία με την εννοιολόγηση των νεοπλατωνικών της ουσίας της φιλοσοφίας σαν καταγωγής και πραγματοποιήσεως της αυτογνωσίας-την προϋπόθεση και το καθοριστικό κριτήριο για μία ζωή βιωμένη ενσυνειδήτως ξεκινώντας απο την σκέψη του Ενός.

Συνεχίζεται

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2024

Διονύσιος Αρεοπαγίτης-Ένας Χριστιανός Πρόκλος; (1)

 Πλατωνισμός στον Χριστιανισμό

Του Werner Beierwaltes. 
Image result for dionigi areopagita
Ι.       Ο Λακωνικός επίλογος της εκθέσεως που οι πράξεις των Αποστόλων μας παρέδωσαν για την ομιλία του Παύλου στους Έλληνες στον Άρειο πάγο είναι η αρχή ενός τρικυμιώδους κεφαλαίου της ιστορίας των σχέσεων ανάμεσα στην νεοπλατωνική φιλοσοφία και την Χριστιανική Θεολογία. Εδώ ανήκει η σύμπραξη τους η οποία ξεκινώντας στον έκτο αιώνα, συνέχισε στον μεσαίωνα, στην αναγέννηση και στην διάρκεια του πρώτου μοντερνισμού, με την μορφή μίας παραγωγικής προσλήψεως και επανεξετάσεως, στην θρησευτικότητα του Χριστιανισμού, του στοχασμού της ύστερης αρχαιότητος.
          "Ούτως ο Παύλος εξήλθεν εκ μέσου αυτών. Τινές δέ άνδρες κολληθέντες αυτώ επίστευσαν, εν οίς και Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και γυνή ονόματι Δάμαρις και έτερος σύν αυτοίς". (Πράξεις 17,33).
          Στην διάρκεια του Χρόνου υπήρξαν διάφορες φιγούρες οι οποίες διεκδίκησαν για τον εαυτό τους την ταυτότητα του Αρεοπαγίτη και καθεμιά απο αυτές πρότεινε μία απαίτηση πρωτοτυπίας (καταγωγής) η οποία νομιμοποιούσε και αύξαινε το κύρος του προσώπου του και των λόγων του. Όσον αφορά την αγιογραφία ο Άγιος Διονύσιος είναι ο Άγιος Θεμελιωτής της Γαλλίας, ο οποίος μετά τον θάνατό του, κρατούσε ακόμη την κεφαλή του στο χέρι του. Όσον αφορά δέ την Θεολογία ο Διονύσιος είναι ο συγγραφεύς γραπτών τα οποία απο την άποψη του περιεχομένου είναι εντυπωσιακά σύνθετα, τα οποία γράφτηκαν πιθανώς στην αρχή του έκτου αιώνος. Ο συγγραφεύς αυτός μάλιστα μέσω μίας καλά μελετημένης παρουσίασης του εαυτού του, βοήθησε όχι μόνον να ασκήσουν τα γραπτά του μία επιρροή και ένα κύρος τα οποία παρομοιάζονται με εκείνα που μπορούσαν να έχουν μερικά γραπτά που προήρχοντο απο τον κύκλο των αποστόλων, αλλά και οι αναγνώστες να είναι πεπεισμένοι αυτής της καταγωγής-όπως ακριβώς συνέβη μέχρις ότου (μετά τις αμφιβολίες τού Αβελάρδου) ο Λορέντσο Βάλλα το 1457 απέδειξε πειστικά ότι τα γραπτά του Διονυσίου ήταν ψευδοεπίγραφα. Τέλος όσον αφορά την εκκλησιαστική πολιτική, ας θυμηθούμε ότι το μοναστήρι του St. Denis κοντά στο Παρίσι, όπου είχε ταφεί ο μάρτυρας, και ίσως ο πρώτος επίσκοπος αυτής της πόλεως, ο Άγιος Διονύσιος, διατήρησε απο το 827 τον κώδικα (codex) του έργου του Διονυσίου σαν τον πιό πολύτιμο και αριστοκρατικό θησαυρό του. Πολύ συχνά πολλοί επέμειναν σ'αυτή την τρίτη δυνατή ταυτότητα του Διονυσίου, και ο συγγραφεύς κατ'αυτούς του Corpus Areopagiticum θα ήταν ακριβώς ο "apostolus totius Galliae".
          Η πρόθεση μου σε τούτη την διατριβή, δέν είναι να χαράξω την ιστορία των προσπαθειών ταυτοποιήσεως, οι οποίες έγιναν ώς επί το πλείστον με γνώση και πίστη. Επειδή το θέμα του αληθινού συγγραφέως δέν έχει λυθεί ακόμη και ίσως και στο μέλλον επινοηθούν νέες υποθέσεις, επιθυμώ-εναντίον ακόμη και κάθε ιστορικής λογικής-να αποφύγω το "ψευτο" και να αποδώσω στον "Διονύσιο" εκείνη την μοναδική ταυτότητα η οποία αναδύεται απο τα περιεχόμενα των γραπτών του και είναι πιστοποιημένη απο την αξιολόγηση των γραπτών του, όπως μας την προσφέρουν ο Eriugena, ο Ακινάτης, ο Μποναβεντούρα και ο Cusano : Theologorum maximus, Culmen theologiae.
          Οφείλουμε στον Διονύσιο τέσσερα μεγάλα γραπτά και μερικές επιστολές γύρω απο κεντρικά Θεολογικά ερωτήματα. Αυτά τα κείμενα παρακολουθούμε σεβόμενοι την βασική κίνηση του στοχασμού του και ακολουθώντας επίσης και την χρονολογία της συγγραφής των, ξεκινώντας απο την προσπάθεια να ορισθεί ο υπερβατικός Θεός ο οποίος είναι επέκεινα του Είναι, για να επιστρέψουμε στην συνέχεια, απο τον ξεδιπλούμενο κόσμο της δημιουργίας, απο την κοινότητα η οποία έχει δομή ιεραρχική, όπως και απο τις μορφές ζωής που κάθε φορά οικειοποιήθηκε ο άνθρωπος, στο Θείο θεμέλιο: Περί Θείων ονομάτων, περί ουράνιας Ιεραρχίας, περί Εκκλησιαστικής ιεραρχίας και της Μυστικής Θεολογίας.
Όλα αυτά τα έργα και πολλά άλλα ακόμη τα οποία γνωρίζουμε μόνον μέσω των υπαινιγμών του Διονυσίου-για παράδειγμα η Συμβολική Θεολογία-χαρακτηρίζονται απο μία φόρμα σκέψης και μία διαλογική δομή τόσο ξεχωριστές, απο βασικές εννοιολογήσεις και μορφή γλώσσας, οι οποίες ανήκουν χωρίς αμφιβολία σ'έναν μόνον συγγραφέα. Όλα αυτά τα στοιχεία δέν προέρχονται απο την Χριστιανική γραμματεία της εποχής ούτε και συνδέονται άμεσα με αυτή. Παρ'όλα αυτά ακόμη και τοποθετημένα στο πλαίσιο της εποχής τους και πάλι δέν μοιάζουν ούτε πρωτότυπα ούτε αυτόνομα. Αντιθέτως εξακριβώνουμε την πιό στενή τους σχέση με την φιλοσοφία της εποχής τους. Μ'εκείνη την μορφή του νεοπλατωνισμού, δηλαδή την οποία επεξεργάστηκε με τον πιό χαρακτηριστικό τρόπο, τόσο ώς πρός το περιεχόμενο όσο και ώς πρός τις γλωσσικές φόρμες, ο Πρόκλος. Αυτός ο Νεοπλατωνισμός είναι το τελικό στάδιο της επεξεργασίας εκείνων των θεμάτων και εκείνων των εννοιών, εκείνων των μορφών σκέψης και εκείνων των θεωρητικών δυνάμεων που διατυπώθηκαν καταρχάς και κατάγονται απο τον Πλωτίνο, και οι οποίες αναγνωρίζουν στην πραγματικότητα ένα όλον συναφές και συμφυές. Ο Πρόκλος κατέστησε την ιδέα του, μίας απολύτου ενότητος η οποία έπλεξε το όλον και η οποία είναι, καθόσον το ίδιο το Ένα, την καθολική καταγωγή τού όλου, και ακόμη μία άχρονη διάσταση της σκέψης, του νού, και τέλος μίας στοχαστικής δυνάμεως η οποία είναι παρούσα στον κόσμο και στον άνθρωπο, την αρχή της φιλοσοφίας του.
          Τροποποίησε όμως-ακολουθώντας σ'αυτό κυρίως, το παράδειγμα του Ιάμβλιχου και του δασκάλου του του Συριανού-την θεμελιώδη δομή της πραγματικότητος τού Πλωτίνου και το κατόρθωσε ερμηνεύοντας τους βαθμούς τού όντος μετά το πηγαίο Ένα, ανατρέχοντας σε Τριαδικές σχέσεις ώς επί το πλείστον. Εισάγει μεσότητες που συνδέουν εσωτερικά το ένα με το άλλο τα ξεχωριστά πλαίσια του πραγματικού, ξεκινώντας απο το απόλυτο Ένα μέχρι την ύλη. Στο αιτιατό ξεδίπλωμα της πολλαπλότητος απο το Ένα, αντιστοιχεί η σχετική επανασύνδεση-λογική και οντολογική-των ξεχωριστών διαστάσεων στην καταγωγή, έτσι το είναι που έρχεται μετά το Ένα βλέπει εξασφαλισμένη την φύση μίας κυκλικής ενότητος, διαφοροποιημένης καθαυτής, ενός όλου. Η πρώτη μορφή τής διαφοροποιήσεως των πολλών, αρχής γενόμενης απο το Ένα είναι οι λεγόμενες "Ενάδες", τα πρώτα "φαινόμενα" του Ενός του ίδιου τα οποία κυριαρχούνται απο την ίδια την Ενότητα: μία πολλαπλότης-ενότης η οποία ενεργεί μεσολαβώντας τήν πολλαπλότητα με την στενή έννοια, εννοημένη σαν διάφορες ταυτότητες ξεχωριστές μεταξύ τους! Όσα είχαν υπολογιστεί στον Πλωτίνο σαν μία συνυπάρχουσα και εξίσου καταγωγική ενέργεια στην πρώτη διάσταση μετά το Ένα, στο πνεύμα, εμφανίζονται στον Πρόκλο σαν ένα αυτόνομο ζεύγος αρχών: αυτές είναι το πέρας και το άπειρο (το αόριστο), χάρη στην ενέργεια, αμοιβαίως επηρεαζόμενη, των οποίων καθορίζονται το Είναι στην πρώτη και πρωτογενή του σημασία-και ξεκινώντας απο αυτό-η ζωή και το πνεύμα (ο στοχασμός) σαν οντότητες μ'ένα δικό τους οντολογικό καθεστώς. Ενώ ο Πλωτίνος στοχάστηκε "Είναι-ζωή- στοχασμός", ξεκινώντας απο τον Παρμενίδη, απο τον Σοφιστή του Πλάτωνος και απο την αριστοτελική Θεολογία, σαν μία καθαρή ταυτότητα ή σαν μία καθαυτή μοναδική σύνθεση της αντιλήψεως, ο Πρόκλος δίνει περισσότερο χώρο, σε συμφωνία μέ την δική του σύλληψη της μεσολαβήσεως, στην ετερότητα και στην ιεραρχική διαβάθμιση, αλλά επανενώνει τις αναφερόμενες διαστάσεις-και εκείνες που αναπτύσσονται περαιτέρω με τριαδικό τρόπο-σε μία δυναμική ταυτότητα: σε μία ενότητα η οποία καθορίζεται απο πολλαπλές διασυνδέσεις.
          Η σκέψη, η οποία συλλαμβάνεται φιλοσοφικά, μίας ακριβούς διαφοροποιήσεως των βαθμών της εντάσεως, της ενώσεως και του Είναι, για τον Πρόκλο-ο οποίος επανασυνδέεται μ'αυτό στον μετα-Πλωτινικό νεοπλατωνισμό-είναι η προϋπόθεση μίας καθολικής Θεολογικοποιήσεως της πραγματικότητος στην ολότητα της. Κάθε βαθμός του Είναι στο εσωτερικό του Όλου είναι ταυτόσημο με έναν Θεό συγκεκριμένο κάθε φορά, ο οποίος ονομάζεται με ένα μυθολογικό επίθετο. Μ'αυτόν τον τρόπο ο Πρόκλος επαναφέρει την θρησκευτική παράδοση των Ελλήνων με συστηματικό τρόπο στην φιλοσοφική έννοια. Απαιτεί λοιπόν, σχεδόν παράλογα, απο το ένα μέρος μία απομυθοποίηση του μύθου, καθότι τον μεταλλάσσει σε μία λειτουργία της εννοιολογικής σκέψης η οποία τείνει στην μεταφορά και την αλληγορία, και απο το άλλο ενθαρρύνει και μία επαναμυθοποίηση της σκέψης, καθότι αυτή πρέπει να διατηρήσει τον μύθο σαν μία δική του "έκφραση". Η "μυθολογία της νοήσεως" η οποία δημιουργείται θα μπορούσε να ερμηνευθεί και σαν ένα μέσο που στοχεύει στην αυτοβεβαίωση τής ελληνικής θρησκείας απέναντι στην Χριστιανική Θεολογία. Και πράγματι αντλεί την έμπνευσή της και καθοδηγείται απο μία Θεολογική αυθεντία η οποία προσλαμβάνεται σαν "αποκάλυψη"-όπως είναι για παράδειγμα η μορφή των Χαλδαϊκών λόγων ή των ορφικών ύμνων.
          Εάν επιθυμούμε να υπολογίσουμε τον Πρόκλο, τον "συστηματοποιό" της νεοπλατωνικής σκέψης, αυτή η ερμηνεία θα αναφερόταν τότε τόσο στο αρθρωμένο σχέδιο μίας σχεσιακής ολότητος η οποία δίνεται μέσα στο ίδιο το Ένα και για το Ένα, όσο και στο πλησίασμα, την εννοιολογική πλατωνική-νεοπλατωνική ανάπτυξη σ'εκείνη την θρησκευτική παράδοση που πίστευε ότι προερχόταν απο μία αρχαία "αποκάλυψη"
          Σ'αυτό το νόημα μίας τέτοιας "συστηματοποιήσεως" η φιλοσοφική θεωρία στοχεύει λοιπόν στην "ολότητα της γνώσεως" ή του γνωστού, στην "φανέρωση ενός βασικού δεσμού όλου του νοητού και στην λογική και μεθοδολογική αγκυροβόληση του όλου, όπως και στην δύναμη πειθούς που έχει η ίδια η φιλοσοφία απέναντι στο όραμα της πραγματικότητος ή οποία διαφέρει απο αυτή. Ο Πρόκλος δέν αποτελεί μία μηχανική και σχολαστική ανακεφαλαίωση της Ελληνικής φιλοσοφίας σε μία όψιμη και παρακμασμένη εποχή, αλλά νομίζω αντιθέτως-αποθησαυρίζοντας την ευαισθησία του Χέγγελ για το "θεωρητικό" σ'αυτή την φιλοσοφία-ότι μπορούμε να τον δούμε σαν τον συγγραφέα ενός "δυναμικού συστήματος της ταυτότητος" το οποίο μαρτυρεί μία έντονη εννοιολογική προσπάθεια η οποία ενδιαφέρεται να παρουσιάσει μ'έναν κοφτερό και πειστικό τρόπο τις διαστάσεις τής μεταφυσικής σκέψης σε μία φιλοσοφική Θεολογία δομημένη με μεγάλη ακρίβεια. Έκφραση αυτής της προθέσεως είναι ιδιαιτέρως  οι κύριες συστηματικές εργασίες του, Θεολογική στοιχείωσις και Πλατωνική Θεολογία, οι οποίες είναι στενά δεμένες, όσον αφορά τα περιεχόμενα, με το σχόλιό του στον Θεολογικό διάλογο (με την πιό υψηλή σημασία) του Πλάτωνος, Παρμενίδης.
          Η εννοιολογική ανάλυση της πραγματικότητος η οποία αναπτύσσεται αρχής γενομένης απο το Ένα και η οποία θεμελιώνεται μέσω αυτού και διατηρείται σ'αυτό, δέν είναι ένα "νεκρό γράμμα", αλλά αποτελεί-σε συμφωνία με την εννοιολόγηση των νεοπλατωνικών της ουσίας της φιλοσοφίας σαν καταγωγής και πραγματοποιήσεως της αυτογνωσίας-την προϋπόθεση και το καθοριστικό κριτήριο για μία ζωή βιωμένη ενσυνειδήτως ξεκινώντας απο την σκέψη του Ενός.

Συνεχίζεται

Ας δούμε καί μία πυκνή εργασία γιά τόν Διονύσιο, τό κρυφό χαρτί τού Ζηζιούλα καί όχι μόνο...

ΣΗΜΕΡΑ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΦΘΗ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ, Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΔΥΣΦΗΜΟΥΝ ΟΙ ΙΔΕΑΛΙΣΤΕΣ, ΚΑΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ, ΓΙΑ ΝΑ ΟΙΚΟΔΟΜΗΘΕΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΓΩ ΠΟΥ ΤΟΥ ΧΡΗΣΙΜΕΥΣΕ ΝΑ ΝΙΚΗΣΕΙ ΤΗΝ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ, ΤΗΝ ΒΑΡΒΑΡΗ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΘΕΙΣΜΟΥ, ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ.
ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΜΑΣ ΕΔΩΣΑΝ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ.
ΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΙΕΦ, ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ, ΜΑΣ ΕΔΩΣΑΝ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΘΕΑΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ, ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΑΝ ΤΟΝ ΥΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΑ ΧΡΙΣΤΟ ΜΕ ΤΟΝ ΥΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ, ΤΟΝ ΝΕΟ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΜΗΤΡΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΙΚΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ, ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ ΤΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ ΤΟΥ ΖΩΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΓΗΣ,ΤΟΝ ΑΕΡΑ ΤΟΝ ΚΟΠΑΝΙΣΤΟ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑΣ, ΤΗΣ ΚΕΝΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ.
ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΗΔΗ ΑΠΟΔΕΧΘΕΙ ΣΤΗΝ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΜΑΣ, ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΕΦΑΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
ΕΣΚΑΤΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΑΣ ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΝΕ ΠΟΛΛΕΣ ΠΙΑ.

Αμέθυστος.

Ανώνυμος είπε...

Αʹ Θεσ 3:8 – 13
Ἀδελφοί, ἐὰν ὑμεῖς στήκητε ἐν Κυρίῳ. τίνα γὰρ εὐχαριστίαν δυνάμεθα τῷ Θεῷ ἀνταποδοῦναι περὶ ὑμῶν ἐπὶ πάσῃ τῇ χαρᾷ ᾗ χαίρομεν δι᾽ ὑμᾶς ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, νυκτὸς καὶ ἡμέρας ὑπερεκπερισσοῦ δεόμενοι εἰς τὸ ἰδεῖν ὑμῶν τὸ πρόσωπον καὶ καταρτίσαι τὰ ὑστερήματα τῆς πίστεως ὑμῶν; Αὐτὸς δὲ ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ ἡμῶν καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς κατευθύναι τὴν ὁδὸν ἡμῶν πρὸς ὑμᾶς· ὑμᾶς δὲ ὁ Κύριος πλεονάσαι καὶ περισσεύσαι τῇ ἀγάπῃ εἰς ἀλλήλους καὶ εἰς πάντας, καθάπερ καὶ ἡμεῖς εἰς ὑμᾶς, εἰς τὸ στηρίξαι ὑμῶν τὰς καρδίας ἀμέμπτους ἐν ἁγιωσύνῃ ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ καὶ πατρὸς ἡμῶν ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων τῶν ἁγίων αὐτοῦ.

Λκ 21:12 – 19
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς· Προσέχετε ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων· ἐπιβαλοῦσιν γὰρ ἐφʼ ὑμᾶς τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ διώξουσι, παραδιδόντες εἰς συναγωγὰς καὶ φυλακάς, ἀγομένους ἐπὶ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου· ἀποβήσεται δὲ ὑμῖν εἰς μαρτύριον. θέσθε οὖν εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν μὴ προμελετᾶν ἀπολογηθῆναι· ἐγὼ γὰρ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν, ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν οὐδὲ ἀντιστῆναι πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν. παραδοθήσεσθε δὲ καὶ ὑπὸ γονέων καὶ συγγενῶν καὶ φίλων καὶ ἀδελφῶν, καὶ θανατώσουσιν ἐξ ὑμῶν, καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου· καὶ θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται· ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν.

Ρωμ 10:11 – 21; 11:1 – 2
Ἀδελφοί, λέγει ἡ γραφή· πᾶς ὁ πιστεύων ἐπὶ τῷ Θεῷ οὐ καταισχυνθήσεται. οὐ γὰρ ἔστι διαστολὴ Ἰουδαίου τε καὶ Ἕλληνος· ὁ γὰρ αὐτὸς Κύριος πάντων, πλουτῶν εἰς πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους αὐτόν· πᾶς γὰρ ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται. πῶς οὖν ἐπικαλέσονται εἰς ὃν οὐκ ἐπίστευσαν; πῶς δὲ πιστεύσουσιν οὗ οὐκ ἤκουσαν; πῶς δὲ ἀκούσουσι χωρὶς κηρύσσοντος; πῶς δὲ κηρύξουσιν ἐὰν μὴ ἀποσταλῶσι; καθὼς γέγραπται· ὡς ὡραῖοι οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων εἰρήνην, τῶν εὐαγγελιζομένων τὰ ἀγαθά! Ἀλλ᾿ οὐ πάντες ὑπήκουσαν τῷ εὐαγγελίῳ· Ἡσαΐας γὰρ λέγει· Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; ἄρα ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ῥήματος Θεοῦ. ἀλλὰ λέγω, μὴ οὐκ ἤκουσαν; μενοῦνγε εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν. ἀλλὰ λέγω, μὴ οὐκ ἔγνω Ἰσραήλ; πρῶτος Μωϋσῆς λέγει· ἐγὼ παραζηλώσω ὑμᾶς ἐπ᾿ οὐκ ἔθνει, ἐπὶ ἔθνει ἀσυνέτῳ παροργιῶ ὑμᾶς. Ἡσαΐας δὲ ἀποτολμᾷ καὶ λέγει· εὑρέθην τοῖς ἐμὲ μὴ ζητοῦσιν, ἐμφανὴς ἐγενόμην τοῖς ἐμὲ μὴ ἐπερωτῶσι. πρὸς δὲ τὸν Ἰσραὴλ λέγει· ὅλην τὴν ἡμέραν ἐξεπέτασα τὰς χεῖράς μου πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα. Λέγω οὖν, μὴ ἀπώσατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ; μὴ γένοιτο· καὶ γὰρ ἐγὼ Ἰσραηλίτης εἰμί, ἐκ σπέρματος Ἀβραάμ, φυλῆς Βενιαμίν. οὐκ ἀπώσατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ ὃν προέγνω.