Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Μεταφυσική του σώματος - Χρήστος Γιανναράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Μεταφυσική του σώματος - Χρήστος Γιανναράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 14

Συνέχεια από Παρασκευή 17. Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 14
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών

ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

III. ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ


2. ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ


«Όταν λείπει η ορθή αντίληψη περί Θεού, υπάρχουν πολλοί ειδωλολάτρες και αυτολάτρες» (27). Θα έλεγε κανείς ότι ο M. Blondel είχε μελετήσει τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Ο τελευταίος δεν παύει να επαναλαμβάνει ότι, για να καταστραφεί η φιλαυτία και ολόκληρη η γενιά της, υπάρχει ένα μόνο μέσο: η αληθινή γνώση του Θεού.

Πώς όμως μπορεί κανείς να φθάσει σε αυτήν; Σύμφωνα με την υπόθεση από την οποία ξεκινούμε, είμαστε δούλοι, τυραννούμενοι από τους δαίμονες με την ανόητη συνεργία της φιλαυτίας μας. Έχει παρατηρηθεί ότι ο Μάξιμος μιλά λιγότερο για τους δαίμονες από άλλους πνευματικούς συγγραφείς, αρχαιότερους ή μεταγενέστερους από αυτόν. Τους αποδίδει, ωστόσο, πρωταρχικό ρόλο στην ανθρώπινη διαστροφή. «Ο διάβολος είναι εκείνος που, μέσω της φιλαυτίας, μας χώρισε από τον Θεό και τον έναν από τον άλλο, δελεάζοντάς μας με την ηδονή» (26).

Το ερωτηματολόγιο του Θαλασσίου που διαβάσαμε προέρχεται από έναν άνθρωπο πολύ καλά καταρτισμένο στη δαιμονολογία του Ευαγρίου, και ο Μάξιμος δεν την αντικρούει. Λέει ο ίδιος: «Ολόκληρος ο αγώνας που διεξάγει ο μοναχός εναντίον των δαιμόνων» (29). «Οι δαίμονες πολεμούν ακόμη και εκείνους που έχουν φθάσει στις κορυφές της προσευχής» (30). Καταγράφει απλώς τη θεωρία εκείνων που υποστηρίζουν ότι «οι δαίμονες επεμβαίνουν ακόμη και κατά τη διάρκεια του ύπνου, για να διεγείρουν τα πάθη» (31). Γνωρίζει πέντε λόγους για τους οποίους ο Θεός επιτρέπει στους δαίμονες να μας επιτίθενται (32). Και υπάρχουν πολλές άλλες παρόμοιες διατυπώσεις.

Παραμένει όμως αληθές ότι συχνά αφήνει να περάσει η ευκαιρία να τους κατονομάσει. Άλλωστε, τι σημασία έχει; Εκείνο που ενδιαφέρει αυτόν —και εμάς— είναι το δικό μας κακό και το μέσο για να απελευθερωθούμε από αυτό. Αιχμαλωσία στον διάβολο —έτσι εξακολουθεί να μιλά η λειτουργική γλώσσα— ή δουλεία στη φιλαυτία, είναι ένα και το αυτό. Και πρόκειται για μια παρά φύσιν κατάσταση, από την οποία πρέπει να εξέλθουμε, διαφορετικά μας περιμένει δυστυχία πρόσκαιρη και αιώνια.

Παρά φύσιν. «Τα πάθη δεν δημιουργήθηκαν εξαρχής μαζί με τη φύση. Διαφορετικά θα αποτελούσαν μέρος του ορισμού της.

»Υποστηρίζω, λοιπόν, επειδή το διδάχθηκα από τον μεγάλο Γρηγόριο Νύσσης, ότι εισήχθησαν και κατά κάποιον τρόπο εμβολιάστηκαν στο άλογο μέρος της ψυχής εξαιτίας της εκπτώσεως από την τελειότητα. Εξαιτίας αυτής, αντί της μακαρίας θείας εικόνας, φανερώθηκε και αποκαλύφθηκε στον άνθρωπο, αμέσως μετά την παράβαση, η ομοιότητα προς τα άλογα ζώα.

»Διότι, από τη στιγμή που συσκοτίστηκε η αξία του λόγου, έπρεπε η ανθρώπινη φύση να φέρει, ως δίκαιη τιμωρία, τα γνωρίσματα της αλογίας που η ίδια εκουσίως είχε επισύρει επάνω της» (33).

Το «παρά φύσιν» ισοδυναμεί, επομένως, με το «παρά λόγον». Από την εποχή του Κλήμεντος Αλεξανδρέως, οι χριστιανοί ηθικοδιδάσκαλοι υιοθέτησαν τον στωικό ορισμό του πάθους: «Αυτός είναι, λοιπόν, ο ορισμός του Ζήνωνος: η διατάραξη, την οποία εκείνος ονομάζει πάθος, είναι κίνηση της ψυχής που απομακρύνεται από τον ορθό λόγο και αντιβαίνει στη φύση» (*). Ο Μάξιμος ο Ομολογητής θα απορούσε πολύ αν μας έβλεπε να αμφιβάλλουμε γι’ αυτόν τον ορισμό ή αν μας άκουγε να υπερασπιζόμαστε τα πάθη στο όνομα της ανθρώπινης φύσεως. Και εδώ ακόμη θα μας κατηγορούσε για σύγχυση.

Δεν είναι όμως γι’ αυτό στωικός. Δέχεται τον ορισμό των ανθρώπων της Στοάς· δεν αποδέχεται όμως τον κατάλογό τους των παθών με τη σημασία που εκείνοι του έδιναν· και γνωρίζει μια μεταστροφή, θα μπορούσε να πει κανείς μια πνευματοποίηση των παθών. Μολονότι δεν χρησιμοποιεί αυτούς τους όρους, διακρίνει απολύτως την ψυχολογική από την ηθική σημασία, ενώ οι Στωικοί, όπως θα πει ο άγιος Θωμάς, τις συγχέουν.

Οι δύο ορεκτικές δυνάμεις, το επιθυμητικό και το θυμικό, μπορούν να υπηρετήσουν είτε το αγαθό είτε το κακό. Είναι δυνατόν «να εκλογικεύσουμε τις άλογες δυνάμεις της ψυχής, να τις εναρμονίσουμε με τον νου μέσω του λόγου —εννοώ την οργή και την επιθυμία—, μεταβάλλοντας τη μία σε αγάπη και την άλλη σε χαρά» (3). Τα τέσσερα πάθη —επιθυμία, φόβος, ηδονή και λύπη— είναι αντιδράσεις των οποίων η αξία εξαρτάται από την αιτία και την κατάληξή τους. «Τα ίδια τα πάθη γίνονται αγαθά στους ενάρετους» (3)· η συνέχεια δείχνει με ποιον τρόπο.

Πρέπει όμως να προσέξουμε ότι παρόμοιες διαβεβαιώσεις ισχύουν για τα τέσσερα πάθη σύμφωνα με τους Στωικούς και καθόλου για τα οκτώ του ευαγριανού καταλόγου. Οι θεολόγοι και οι λόγιοι που κατηγόρησαν τους Ανατολικούς για τη διδασκαλία τους περί απάθειας δεν έδωσαν αρκετή προσοχή σε αυτή τη διάκριση. Δεν πρέπει να υποτιμάται η σημασία του καταλόγου των «οκτώ κακών λογισμών» ούτε να αντιμετωπίζονται με συγκατάβαση οι προσπάθειες που κατέβαλαν οι χριστιανοί ηθικοδιδάσκαλοι για να τον καταρτίσουν.

Η απάθεια την οποία καλούμαστε να κατακτήσουμε είναι απλώς η νίκη επί των κεφαλαιωδών αμαρτημάτων. Η οδύνη και η ηδονή, η επιθυμία και ο φόβος, είναι ψυχολογικές πραγματικότητες· σε αυτές δεν επαληθεύεται ο ορισμός του κακού ως μη όντος. Το κακό μπορεί να τις επηρεάσει, δεν τις επηρεάζει όμως αναγκαστικά. Όπως παντού, θα συνίσταται στην κατάχρηση, δηλαδή στη χρήση που αντιβαίνει στον λόγο ή στη φύση.

Αντιθέτως, η γαστριμαργία, η φιλαργυρία, η κενοδοξία και τα παράγωγά τους δεν επιδέχονται καμία νόμιμη χρήση, καμία μεταστροφή, καμία πνευματοποίηση, επειδή αποτελούν κατ’ ουσίαν καταχρήσεις, εκτροπή προς όφελος της φιλαυτίας των κτισμάτων που δημιουργήθηκαν για να μας οδηγήσουν στον Θεό. Τα πάντα, εκτός από αυτό, είναι αγαθά. Και αυτό ακριβώς ο Μάξιμος, όπως και όλοι οι άλλοι Έλληνες πνευματικοί συγγραφείς, ονομάζει συνήθως πάθος. Είναι μεγάλοι ψυχολόγοι, αλλά στην υπηρεσία της ηθικής. Οι έννοιές τους είναι σαφείς, ακόμη και αν οι λέξεις τους είναι μερικές φορές αμφίσημες.

Μπορούμε τώρα να προσεγγίσουμε τη διδασκαλία περί απελευθερώσεως.

α) Αξίωμα: Να διαχωριστεί η παράσταση από το πάθος

Ας διαβάσουμε πρώτα ορισμένα κείμενα.

«Άλλο πράγμα είναι ένα αντικείμενο, άλλο μια παράσταση και άλλο ένα πάθος. Ένας άνδρας, μια γυναίκα, χρήματα: αυτά είναι αντικείμενα· η απλή ανάμνηση αυτών των αντικειμένων είναι παράσταση· μια παράλογη έλξη ή ένα τυφλό μίσος προς τα ίδια αυτά αντικείμενα είναι πάθος. Ο αγώνας, λοιπόν, που διεξάγει ο μοναχός στρέφεται εναντίον του πάθους» (37).

«Ο φίλος του Θεού δεν πολεμά τα αντικείμενα ούτε τις παραστάσεις τους, αλλά τα πάθη που συνδέονται με αυτές τις παραστάσεις. Δεν επιτίθεται, επομένως, στις γυναίκες ούτε σε εκείνον που τον λύπησε ούτε στις εικόνες που τους παριστάνουν, αλλά στα πάθη που συνδέονται με αυτές τις εικόνες» (38).

«Ολόκληρος ο αγώνας που διεξάγει ο μοναχός εναντίον των δαιμόνων αποβλέπει στο να χωρίσει τα πάθη από τις παραστάσεις· διαφορετικά, είναι αδύνατον να διατηρήσει την εσωτερική του ελευθερία κατά τη θέα των αντικειμένων» (39).

«Να χωριστούν τα πάθη από τις παραστάσεις»: αυτό είναι, με λίγα λόγια, το πρόγραμμα, το μυστικό της απελευθερώσεως.
Τι σημαίνει αυτό;
Γιατί, προπάντων, είναι αναγκαίο;
Πώς μπορεί να επιτευχθεί;

β) Αποδέσμευση…

Η λέξη αυτή δεν υπάρχει στο Ευαγγέλιο. Η ευαγγελική λέξη είναι «απελευθέρωση»: «Ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (40). Η λέξη «αποδέσμευση» μπορεί να μη μας αρέσει· έχει το μειονέκτημα ότι φαίνεται να υποδηλώνει μια απάνθρωπη αδιαφορία, αντίθετη προς την αγάπη, ενώ ακριβώς η αγάπη είναι ο ίδιος ο σκοπός της αποδεσμεύσεως.

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής διαθέτει σχετικά με αυτό το θέμα ένα εξαιρετικά πλούσιο λεξιλόγιο· απόδειξη της σημασίας που του αποδίδει. Αναφερόμενος στην έξοδο του Αβραάμ από τη χώρα και τη συγγένειά του, γράφει, για παράδειγμα:

«Ο Αβραάμ γίνεται πνευματικός, εξερχόμενος από τη χώρα του, από τη συγγένειά του και από τον πατρικό του οίκο και πορευόμενος προς τη γη που του είχε δείξει ο Θεός· διαρρηγνύει τη σχέση με τη σάρκα (41), εξέρχεται από αυτήν μέσω του χωρισμού από τα πάθη, εγκαταλείπει τις αισθήσεις και δεν δέχεται πλέον μέσω αυτών καμία απατηλή υποβολή της αμαρτίας· υπερβαίνει όλα τα αισθητά αντικείμενα, μέσω των οποίων συμβαίνει να εξαπατάται και να προσκόπτει η ψυχή· και μόνο με τον νου, ελεύθερο από κάθε υλικό δεσμό, εισέρχεται στη θεία και μακαρία γη της γνώσεως» (42).

Ο όρος ἀποδιάθεσις απολαμβάνει ιδιαίτερη προτίμηση (43): δηλώνει μια αμυντική ή αρνητική στάση απέναντι στο αισθητό. Απαντούν ακόμη οι όροι ἀναίσθησις (44), αναισθησία· διάστασις, απόσταση (45)· ἀπόλειψις, εγκατάλειψη (46)· ἀποφυγή, φυγή (47)· ἐλευθεροῦσθαι, απελευθερώνομαι (48)· ἀκινησία και νέκρωσις, ακινησία και νέκρωση (49) κ.λπ.

Στα χωρία αυτά φαίνεται συχνά ότι πρόκειται για εγκατάλειψη του ίδιου του αισθητού κόσμου και όχι μόνο των παθών. Κατά μία έννοια, αυτή η εντύπωση ανταποκρίνεται πράγματι στη σκέψη του Μαξίμου. Πρέπει να εγκαταλείψει κανείς τον κόσμο, ακόμη και αν δεν έχει καμία κλήση προς τον αναχωρητισμό, όπως εγκαταλείπει κανείς τον δρόμο όταν φθάσει στον προορισμό του. Μέχρι τότε πρέπει να πορεύεται, δηλαδή να διασχίζει τον κόσμο των αισθήσεων για να φθάσει στον Θεό (50).

Για έναν νου, όμως, το να διασχίζει δεν μπορεί να γίνεται χωρίς θεωρία. Δεν πρόκειται να κλείσει κανείς τα μάτια μπροστά στην ορατή φύση, αλλά να την παρατηρεί με τέτοιον τρόπο ώστε να εκπληρώνει τη λειτουργία της, η οποία είναι να μας ανυψώνει στη γνώση του Θεού. Η λεγόμενη φυσική θεωρία αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της πνευματικότητας του αγίου Μαξίμου.

Αναγκαία για τη φυσική θεωρία

Και γι’ αυτό ακριβώς επιβάλλεται η αποδέσμευση: επειδή πρέπει να θεωρούμε και επειδή, χωρίς την αποδέσμευση, αυτή η θεωρία μάς παραπλανά και μας εξευτελίζει.

Γι’ αυτό, κατά τον καιρό της εξεγέρσεως των παθών, ο γνωστικός νους λέει στις δυνάμεις του:
«Ας παύσουμε να παραδινόμαστε στη φυσική θεωρία και ας αφοσιωθούμε μόνο στην προσευχή και στη σωματική αυστηρότητα που επιτάσσει η πρακτική φιλοσοφία…, μήπως μαζί με τις αισθητές παραστάσεις κατορθώσει ο Πονηρός να συγκαλέσει δολίως και τις μορφές και τα σχήματα των αισθητών αντικειμένων, τα οποία είναι ικανά να οικοδομήσουν πάθη επάνω στην επιφανειακή και ορατή όψη των πραγμάτων· αυτό θα ανέκοπτε την κίνηση της λογικής μας δυνάμεως, η οποία μέσω της αισθήσεως κατευθύνεται προς τα νοητά, και θα επέτρεπε στον διάβολο να λεηλατήσει την πόλη, δηλαδή την ψυχή, και να μας οδηγήσει στη Βαβυλώνα, εννοώ στον συρφετό των παθών».

Εκείνος, λοιπόν, ο οποίος κατά τον καιρό της εξεγέρσεως των παθών κλείνει γενναία τις αισθήσεις του· ο οποίος απορρίπτει ολοκληρωτικά τη φαντασία και τη μνήμη των αισθητών πραγμάτων και συγκρατεί τελείως τις φυσικές κινήσεις του νου από κάθε ενασχόληση με τον εξωτερικό κόσμο· αυτός, όπως ο Εζεκίας, θα έχει φράξει τη δίοδο στα ύδατα των πηγών που βρίσκονται έξω από την πόλη και θα έχει ανακόψει τον ποταμό που διαιρεί την πόλη στη μέση, με τη συνεργία των δυνάμεων που προαναφέρθηκαν και του πολυάριθμου λαού που συγκεντρώθηκε· εννοώ με τη συνεργία των αγίων λογισμών που προσιδιάζουν σε κάθε δύναμη.

Με αυτόν τον τρόπο θα έχει νικήσει, με το χέρι του Θεού, την εξέγερση των κακών και τυραννικών δυνάμεων —κατά λέξη: της δυναστείας—· και, σύμφωνα με την εντολή του Θεού, θα έχει θανατώσει, μέσω του λόγου που είναι πλασμένος για την καταστροφή των παθών και ενεργεί σαν άγγελος, τις εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες· δηλαδή εκείνη την έξη, την ποιητική αιτία του κακού, η οποία εμφυτεύεται σαν παράσιτο στις τρεις δυνάμεις της ψυχής με αφορμή τα αισθητά αντικείμενα, καθώς και την αντίστοιχη ενέργεια των αισθήσεων».

«Πρέπει, λοιπόν, ο νους, γνωρίζοντας να διακόπτει με σύνεση τις αόρατες περιπλοκές, να μην παραδίδεται στη φυσική θεωρία ούτε να πράττει οτιδήποτε κατά τον καιρό της διαβολικής επιθέσεως, παρά μόνο να προσεύχεται, να υποτάσσει το σώμα με σκληρούς μόχθους, να καταβάλλει όλο του τον ζήλο για την ανατροπή του γήινου φρονήματος και να επαγρυπνεί, μέσω των έμφυτων αγαθών λογισμών, επάνω στα τείχη της πόλεως· εννοώ τις αρετές που φυλάσσουν την πόλη ή τα μέσα με τα οποία διατηρούνται αυτές οι αρετές: την εγκράτεια και την υπομονή.

»Και δεν πρέπει ποτέ να αποκρίνεται νοερά σε κανέναν από τους αόρατους εχθρούς που εμφανίζονται από έξω· διότι αυτός θα μπορούσε να εξαπατήσει εκ δεξιών —υπό την εμφάνιση του αγαθού—, να απομακρύνει από τον Θεό αιχμαλωτίζοντας την επιθυμία και, μέσω απατηλών αγαθών, να παρασύρει προς το κακό τον νου που αναζητεί το αγαθό. Ο Ραψάκης, ο αρχιστράτηγος του βασιλιά της Ασσυρίας Σενναχηρείμ, μπορούσε να μιλήσει εβραϊκά. Το όνομα Ραψάκης μεταφράζεται: “Ισχυρός στο να ποτίζει με φιλήματα” ή “Εκείνος που έχει μεγάλα φιλήματα”.


»Διότι ο πονηρός δαίμονας, συνηθισμένος να επιτίθεται στον νου εκ δεξιών, μιλά εβραϊκά, για να προσφέρει στην ψυχή, σαν μολυσμένο ποτό, την απατηλή αρετή που δεν είναι αρετή· για να της επιδείξει μια νοθευμένη και ολέθρια φιλία. Καλύτερες είναι οι πληγές που προέρχονται από τα χτυπήματα ενός φίλου…» (1).

Ήταν προτιμότερο να μεταγραφεί ολόκληρο αυτό το χωρίο —το οποίο συνεχίζεται εκτενώς με το ίδιο ύφος—, μολονότι δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο παρόν ζήτημα. Θα μας χρησιμεύσει ξανά σε λίγο. Υπάρχουν και πολλά άλλα παρόμοια χωρία, τα οποία αποσκοπούν στο να εντυπώσουν την ίδια ιδέα: δεν έχει κανείς το δικαίωμα να παραδίδεται στη θεωρία της φύσεως, ούτε καν νοερά, ούτε ακόμη και μέσα στις Άγιες Γραφές, όσο αυτή απειλεί να προκαλέσει εμπαθείς κινήσεις.


Αυτό δεν θα ήταν αληθινή θεωρία, διότι θα προσκολλούνταν στο επιφανειακό, αντί να το διαπερνά για να συλλάβει τον λόγο. Μόνο ο λόγος —είπαμε προηγουμένως τι είναι— τρέφει τον νου, ενώ η μελέτη του αισθητού ως αισθητού υποδαυλίζει το πάθος· μόνο ο λόγος οδηγεί προς τη γνώση του Θεού, ενώ η αίσθηση προκαλεί οπισθοδρόμηση προς την ύλη· μόνο ο λόγος, ως ενοποιητικός, οδηγεί στην αγάπη, ενώ η αίσθηση, ως διαιρετική, αναπτύσσει τη φιλαυτία.

Ακόμη και «η γνώση είναι διπλή: η μία, η επιστημονική, συλλέγει τους λόγους των όντων μόνο κατά την έξη· αυτή δεν έχει καμία χρησιμότητα, επειδή δεν φθάνει μέχρι την τήρηση των εντολών. Η άλλη περνά στην πράξη και γίνεται πρακτική· αυτή περιέχει την αληθινή σύλληψη των όντων μέσω της εμπειρίας» (*2).

Δηλαδή δεν πρέπει να μένουμε στην καθαρά διανοητική γνώση, ακόμη και όταν αυτή είναι άμεμπτη και καθαρή. Η θεωρία έχει σωτηριώδη αξία μόνο όταν μεταβάλλεται σε ενεργό αγάπη.
«Αν ποτέ οι άγιοι συγκατατέθηκαν στη θέαση των όντων, δεν στράφηκαν προς τη θεωρία και τη γνώση τους, όπως εμείς, κυρίως από προσκόλληση στην ύλη, αλλά για να δοξάσουν με πολλούς τρόπους τον Θεό, ο οποίος είναι παρών και φανερώνεται μέσα σε όλα και παντού· για να συγκεντρώσουν μεγάλους θησαυρούς θαυμασμού και πολυάριθμες αφορμές δοξολογίας» (53).


Εδώ ακριβώς συλλαμβάνουμε καλύτερα την ολέθρια ενέργεια της φιλαυτίας και κατανοούμε πόσο δικαιολογημένος είναι ο ορισμός της ως κλίσεως προς το σώμα. Αυτή μας εμποδίζει να φανούμε αντάξιοι του ονόματος του ανθρώπου, επειδή αναστέλλει τη φυσική κίνηση του νου προς τα ύψη της θεωρίας. Διότι, όπως μας λέει ο Μάξιμος με μια σύντομη και περιεκτική φράση:
«Ο νους ενεργεί κατά φύσιν όταν διατηρεί τα πάθη υποταγμένα, θεωρεί τους λόγους των όντων και μέσω αυτών προχωρεί προς τον Θεό» (5).

γ) Ειδικά μέσα απελευθερώσεως


«Να χωριστεί το πάθος από τον λογισμό»: γνωρίζουμε πλέον πόσο αναγκαίο είναι αυτό. Αλλά πώς και με ποια μέσα μπορεί να πραγματοποιηθεί;
Διαβάζοντας μια ορισμένη φράση του Μαξίμου, σχηματίζει κανείς αρχικά την εντύπωση ότι θεωρεί εύκολη αυτή την ενέργεια της διαιρέσεως:
«Ο εμπαθής λογισμός είναι μια σύνθετη σκέψη, αποτελούμενη από πάθος και παράσταση. Ας χωρίσουμε, λοιπόν, το πάθος από την παράσταση, και εκείνο που απομένει θα είναι ο απλός λογισμός» (*5).
Τίποτε λιγότερο περίπλοκο. Η συνέχεια του κεφαλαίου φαίνεται μάλιστα να λέει ότι αρκεί να το θελήσουμε:

«Τα χωρίζουμε με την πνευματική αγάπη και την εγκράτεια, εφόσον το θέλουμε».

Αλλά τι σημαίνει «θέλω»; Σημαίνει προφανώς ότι προσκολλάται κανείς τόσο πολύ στον σκοπό, ώστε να μη διστάζει να χρησιμοποιήσει τα μέσα: την πνευματική αγάπη και την εγκράτεια.

Στη σελίδα που παρατέθηκε προηγουμένως —σ. 98 κ.ε.— διαβάσαμε ότι, όταν τα πάθη βρίσκονται σε αναταραχή, πρέπει να προσφεύγουμε αποκλειστικά στην προσευχή και στη σωματική αυστηρότητα ή άσκηση. Το κατανοούμε εύκολα: εκείνος που δεν βρίσκεται ακόμη σε κατάσταση να παραδοθεί στη θεωρία βρίσκεται στην πρώτη οδό, η οποία ονομάζεται αρετές, πράξη, εντολές, άσκηση ή εγκράτεια.

Αρκεί, λοιπόν, να θέλει κανείς όλα αυτά, για να δώσει στους λογισμούς του εκείνη την απλότητα ή καθαρότητα ή απάθεια που απαιτείται για την άνοδο στη δεύτερη οδό. Θα θέλαμε, ωστόσο, λίγο περισσότερο φως σχετικά με αυτά τα τρία πράγματα —την πνευματική αγάπη, την εγκράτεια και την προσευχή—, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τη φύση τους, τον λόγο της αναγκαιότητάς τους και την αποτελεσματικότητά τους.

α) Πνευματική αγάπη

ΙΣΩΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ ΠΛΕΟΝ Η ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ Ή ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ!!!


Σημειώσεις:

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

XΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ - Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (35)

Συνέχεια από: Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Σπουδή στον Ιωάννη της Κλίμακος

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ, 1971

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ


Ωστόσο, μετὰ ἀπὸ τὴ σαφὴ διάκριση τῆς «ὑπὲρ φύσιν» ἐπιδημίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὰ εἴδωλα τῶν ἀνθρώπινων θρησκευτικών ἐξάρσεων, πρέπει νὰ προσδιορίσουμε τὸν χαρακτήρα τῆς «ἴδιοτρόπου» –ὅπως τὴν χαρακτήρισε ὁ Κλίμακος– ἐκστάσεως ποὺ ὁπωσδήποτε ὑπάρχει καὶ στὴν πραγματική μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ θεία «ἔλλαμψη». Ἡ ἔκ-σταση σημαίνει ἔξοδο (ἔξω ἵσταμαι) ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τῆς «πεπτωκυίας» φύσεως, εἴσοδο στὸν χῶρο τῆς «καινῆς κτίσεως», τῆς μεταμορφώσεως «ἐν Χριστῷ» τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου20. Ἐνδείξεις γιὰ τὸν χαρακτήρα αὐτῆς τῆς μεταμορφώσεως, τῆς «ἐκστάσεως» ποὺ προϋποθέτει ἡ ἕνωση μὲ τὸν Θεό, ὑπάρχουν στὴν Κλίμακα. Ἡ ἀγάπη, ποὺ τέλος της εἶναι ἡ ἕνωση μὲ τὸν Θεό, ὀνομάζεται «μέθη ψυχῆς κατὰ τὴν ἐνέργειαν»21. Ὑπάρχουν οἱ ἐκφράσεις: «ἀρπαγή πρὸς Κύριον»22, τα «κατάβασις πυρὸς ἐν ἀνωγέῳ ψυχής»23, «αβυσσος ἐλλάμψεως»24. ᾿Αλλά, τελικά, ἡ ἐκστατική μεταβολὴ τῆς φύσεως κατὰ τὴν ἔλλαμψη μένει ἀπερίγραπτη, ἕνας χώρος μυστηρίου προσωπικῆς κοινωνίας, γιὰ τὸ ὁποῖο διερωτᾶται στὴν Κλίμακα καὶ ὁ ἴδιος ὁ φορέας τῆς ἐμπειρίας:[ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΕΛΙΚΑ; ΕΛΘΕ ΚΑΙ ΣΚΗΝΩΣΟΝ ΕΝ ΗΜΙΝ;]

«Πῶς Ἰακώβ 
ἐπὶ τὴν κλίμακά σε (τὴν ἀγάπην) ἐστηριγμένην τεθέαται, 
μαθεῖν ἐπείγομαι· 
τί ἄρα τὸ εἶδος τῆς τοιαύτης ἀνόδου, 
πυνθανομένῳ μοι φράσον· 
τις δὲ ὁ τρόπος καὶ ὁ ἔρανος τῆς τῶν βαθμῶν ἐκείνης συνθέσεως, 
οὖς ὡς ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ διέθετο ὁ σὸς ἐραστής;
τις δὲ ὁ ἀριθμὸς τούτων, ἐδίψων γνῶναι 
ὅσος δ᾽ ἄρα ὁ τοῦ δρόμου χρόνος; 
τοὺς γὰρ χειραγωγοὺς ἀπήγγειλεν ὁ μαθών σου τὴν πάλην καὶ τὴν ὅρασιν,
οὐδὲν δὲ ἕτερον φωτίσαι βεβούληται μᾶλλον δὲ οὐ δεδύνηται»25.
[Μετάφραση: «Καὶ βιάζομαι νὰ μάθω πῶς σὲ εἶδε ὁ Ἰακὼβ ἐπάνω στὴν κορυφὴ τῆς κλίμακος. Ἐρωτῶ νὰ μάθω γι᾿ αὐτὴν τὴν ἀνάβασι. Πές μου, πῶς ἦταν ὁ τρόπος καὶ ἡ σύνθεσις στὴν διάταξι τῶν βαθμίδων; Τῶν βαθμίδων τῆς ἀναβάσεως ἐκείνης, τὴν ὁποία ἔβαλε στὸν νοῦ καὶ στὴν καρδία του νὰ ἐπιχειρήση ὁ ἐραστής σου; (πρβλ. Ψαλμ. πγ´ 6). Διψῶ ἀκόμη νὰ μάθω, ποιὸς ἦταν ὁ ἀριθμὸς τῶν βαθμίδων, καὶ πόσος χρόνος ἐχρειαζόταν γιὰ τὴν ἀνάβασι. Διότι τοὺς μὲν χειραγωγοὺς τῆς ἀναβάσεως, (τοὺς Ἀγγέλους δηλαδή), τοὺς ἀνήγγειλε αὐτὸς ποὺ σὲ εἶδε καὶ ἐπάλαιψε μαζί σου, ἀλλὰ γιὰ τίποτε ἄλλο δὲν θέλησε ἢ μᾶλλον δὲν κατώρθωσε νὰ μᾶς διαφωτίση».]

Πρόκειται, λοιπόν, γιὰ «ἄρρητα ρήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι», ὅπως βεβαίωσε, περιγράφοντας τὴν ἴδια ἐκστατικὴ ἐμπειρία, ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος (2 Κορ. 12, 4). Δὲν εἶναι μιὰ ἀπώλεια τῆς αὐτοσυνειδησίας, μιὰ κατάσταση ἀπρόσωπης μακαριότητος, ἀλλὰ μιὰ ἀδυναμία διατυπώσεως καὶ περιγραφῆς ἐμπειριῶν ποὺ ὑπερβαίνουν τὰ δεδομένα τῶν αἰσθήσεων καὶ τοῦ λόγου. Εἶναι, ἀκριβῶς, ἡ πραγματικότητα τῆς ἀποκαλύψεως, ποὺ ἔχει ξεπεράσει τὴ γλώσσα τῶν συμβόλων καὶ παρέχεται σὰν ἄμεση ἐμπειρία. Ἡ ἔκσταση δὲν ἀποτελεῖ ἕνα διαφορετικό δρόμο χριστιανικῆς ἀποκαλύψεως, μιὰν ἄλλη «ποιότητα» Χριστιανισμοῦ, ἀλλὰ τὴν ἀκραία συνέπεια καὶ τὸ πλήρωμα τῆς χαρισμένης στὸν ἄνθρωπο ᾿Αλήθειας, τὴ στέρεα τροφή τῆς ᾿Αλήθειας καὶ ὄχι τὸ γάλα τῆς γλώσσας τῶν συμβόλων.

Τὸ χαρακτηριστικώτερο ἀπόσπασμα τῆς Κλίμακος σχετικά μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς ἐκστάσεως εἶναι τὸ ἀκόλουθο:

«Μετερχόμενος τὸ μέσον, ἐν μέσοις γέγονα·
καὶ ἐφώτιζε με διψῶντα, καὶ ἰδοὺ πάλιν ἦν ἐν ἐκείνοις. 
Τί μὲν ἦν πρὸ τῆς ὁρατῆς ὁ ᾿Αρχων μορφῆς, διδάσκειν οὐκ ἠδύνατο· οὐ γὰρ ἀφίετο·
πῶς δὲ νῦν ὑπάρχει, λέγειν ἐδεόμην·
ἐν τοῖς ἰδίοις μὲν ἔλεγε, καὶ οὐκ ἐν τούτοις· 
ἐγὼ δὲ· τίς ἡ δεξιὰ στάσις καὶ καθέδρα ἐπὶ τοῦ Αἰτίου; 
᾿Αδύνατον, ἔφη, ἀκοῇ ταῦτα μυσταγωγεῖσθαι.
Πρὸς ὁ δὲ με ὁ πόθος εἶλκε, προσάγαγε τῷ καιρῷ ἐκείνῳ εἶπον.
Οὕπω, ἔφραζεν, ἥκειν τὴν ὥραν,
δι' ἔλλειψιν πυρὸς ἀφθαρσίας. 
Ταῦτα, εἴτε σὺν τῷ χοί, οὐκ οἶδα· 
εἴτε τούτου χωρίς, λέγειν εἰσάπαν οὐκ ἔχω».26
[Μετάφραση: Ἐνῷ κάποτε ἀσκοῦσα τὴν μεσαία ἐργασία, (δηλαδὴ τὴν συνεχῆ προσευχή), εὑρέθηκα ἀνάμεσα στοὺς μεσαίους, (δηλαδὴ στοὺς Ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων). Καὶ ἕνας Ἄγγελος μὲ διεφώτιζε ὅ,τι ἐδιψοῦσα νὰ μάθω, ἀλλὰ πάλι εἶχα τὶς ἴδιες ἀπορίες. Ζητοῦσα νὰ μάθω πῶς ἦταν ὁ Ἄρχων, (ὁ Χριστὸς δηλαδή), πρὸς τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ μοῦ τὸ διδάξη, διότι οὔτε τοῦ ἐπετρεπόταν. Τὸν παρακαλοῦσα πάλι νὰ μοῦ εἰπῆ, πῶς καὶ σὲ ποιὰ μορφὴ εὑρίσκεται τώρα. Καὶ μοῦ ἀπαντοῦσε: «Μὲ τὴν ἴδια μορφὴ (τὴν θεανθρώπινη), ἀλλ᾿ ὄχι μὲ τὴν ἴδια φθαρτὴ ἀνθρώπινη σάρκα». Ἐγὼ πάλι τὸν ἐρωτοῦσα: «Τί σημαίνει ἡ δεξιὰ τοῦ Αἰτίου, (τοῦ Πατρὸς δηλαδή), στάσις καὶ καθέδρα τοῦ Χριστοῦ;» «Εἶναι ἀδύνατον, μοῦ ἀπαντοῦσε, νὰ διδαχθῇ ἀκοὴ ἀνθρώπου αὐτὰ τὰ μυστήρια». Καὶ ἐγὼ τὴν ὥρα αὐτὴ τοῦ εἶπα νὰ μὲ ὁδηγήση ἐκεῖ ὅπου μὲ εἵλκυε ὁ πόθος μου. «Δὲν ἔφθασε ἀκόμη ἡ ὥρα, μοῦ εἶπε, διότι στερεῖσαι τὸ πῦρ τῆς ἀφθαρσίας (τὸ ὁποῖο, ἐννοεῖται, θὰ ἀποκτήσης στὴν ἄλλη ζωή)». Ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀνέφερα, ἂν τὰ ἔζησα μαζὶ μὲ τὸ χῶμα, (τὸ σῶμα δηλαδή), δὲν γνωρίζω· ἂν πάλι χωρὶς τὸ χῶμα, δὲν μπορῶ τίποτε νὰ εἰπῶ.]

Πρόκειται γιὰ μιὰ περιγραφή μυστικῆς ἐμπειρίας ἀπὸ τὶς πιὸ χαρακτηριστικὲς τῆς ἀσκητικῆς γραμματείας. Καὶ εἶναι φανερὴ ἡ προσπάθεια νὰ περιφρουρηθοῦν τὰ δεδομένα τῆς προσωπικῆς ἐμπειρίας, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ τόση ἐκφραστικὴ ἀφαίρεση ποὺ κάνει ἐξαιρετικά δύσκολη τὴν ἑρμηνεία. Πολύ διαφωτιστικὴ εἶναι ἡ ἀνάλυση τοῦ σχολιαστοῦ27, καὶ μὲ τὴ δική του, ἀκριβῶς, βοήθεια
μποροῦμε νὰ διατυπώσουμε τὰ ἀκόλουθα συμπεράσματα ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα:

Βεβαιώνει τὸ ἀπόσπασμα τὸν μυστικό χαρακτήρα τῆς ἐκστάσεως, ἐπαναλαμβάνοντας τὴν ἴδια μὲ τὸν ᾿Απόστολο Παύλο ἔκφραση τῆς ἄγνοιας γιὰ τὴν σωματικὴ ἢ ἀσώματη «ἄνοδο» στὸν χῶρο τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ.

Βεβαιώνει ὅτι ἡ ἔκσταση δὲν πρέπει νὰ ταυτίζεται μὲ τὴν ἄρνηση τῆς χρονικῆς - ὑλικῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, δὲν εἶναι μιὰ ὀντολογική μεταβολή, μιὰ ἀποπνευμάτωση τοῦ ἀνθρώπου, μιὰ κατάσταση ἔξω - ἀνθρώπινη, ἀλλὰ τὸ «μέσον» μεταξύ ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ, ἡ κατάσταση τῆς «μεταμορφώσεως» τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνώση ποὺ προσφέρεται στὴν ἐκστατικὴ ἐμπειρία δὲν εἶναι ἀπόλυτη, ἡ δίψα τῆς γνώσεως διατηρεῖται, σώζει τὸν χαρακτήρα τῆς προσωπικῆς ἀναζητήσεως καὶ μετοχῆς. Ἡ ἔκσταση τοῦ χριστιανοῦ μυστικοῦ δὲν ἔχει καθόλου τὸν χαρακτήρα τῆς παθητικῆς καὶ ἀπρόσωπης πληρότητος ποὺ χαρακτηρίζει τὸν μυστικισμὸ ἄλλων θρησκειῶν. Παραμένει ἡ γνώση προσωπικό γεγονός, γεγονὸς ἐλευθερίας, ὅπως φανερώνει καὶ ὁ διάλογος ποὺ διασώζει τὴν ἀκεραιότητα τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, τὴ μὴ διάλυσή του σὲ ἕνα χάος εὐδαιμονικῆς ἀγνωσίας.

Τὸ ἀπόσπασμα βεβαιώνει ὅτι ἡ ἔκσταση τοῦ χριστιανοῦ μυστικοῦ μπορεῖ νὰ ὁδηγήση μόνο στην περιοχὴ τῶν Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, σὲ μιὰν ἀμεσώτερη ἐπαφὴ μὲ τὴ δεδομένη ᾿Αποκάλυψη, καὶ ὄχι στὴ γνώση τῆς θείας Οὐσίας ἢ τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τῆς Τριάδος. Βεβαιώνεται ὁ μυστικὸς (παρὰ ᾿Αγγέλου) γιὰ τὴ συνεχιζόμενη ὑποστατική θεανδρικότητα τοῦ Χριστοῦ, δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ πληροφορηθῆ τὴν ὑποστατικὴ ὕπαρξη τοῦ Υἱοῦ πρὶν ἀπὸ τὴ σάρκωση, δηλαδὴ τὴν ἄρρητη ἐσωτερικὴ σχέση τοῦ Υἱοῦ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα.

Μαθαίνουμε, τέλος, ἀπὸ τὴν περιγραφὴ τῆς ἄμεσης αὐτῆς ἐκστατικῆς ἐμπειρίας ὅτι τὸ βίωμα τοῦ χριστιανοῦ μυστικοῦ δὲν εἶναι μιὰ ἀτομική, ἄμεση ἀναγωγὴ στὴν περιοχὴ τῆς ᾿Αποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μιὰ χειραγώγηση ἀπὸ «μυσταγωγοὺς ἀγγέλους» – μιὰ μυσταγωγία. Θὰ μπορούσαμε νὰ δοῦμε στὴ χειραγώγηση αὐτὴ μιὰ διάσταση ἐκκλησιολογική, μιὰν ἀναγωγὴ στὴν περιοχὴ τῶν θείων Ἐνεργειῶν διὰ μέσου τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἐκπροσωπεῖται ἐδῶ ἀπὸ τοὺς μυσταγωγοὺς ἀγγέλους· ἴσως εἶναι αὐτὸ ἕνα κριτήριο ὑπερβάσεως τοῦ ἀτομικοῦ ἐπιτεύγματος ἢ τοῦ πνευματικοῦ τεχνάσματος, ἕνας ὁρισμὸς τῆς ἐκστάσεως ὡς εἰσόδου στὴν καθολική πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ παραμένει χοϊκὴ καὶ ταυτόχρονα εἶναι τὸ πλήρωμα τῆς γνώσεως ποὺ μπορεῖ νὰ δεχθῆ ὁ ἄνθρωπος πρὶν ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς ἀφθαρσίας.[ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΕΛΙΚΑ;]

***

Σημειώσεις
20. Μερικοὺς αἰῶνες ἀργότερα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς θὰ προσδιορίση περισσότερο συγκεκριμένα τὴ μεταβολὴ καὶ μεταμόρφωση αὐτὴ τῆς φύσεως, θὰ μιλήση γιὰ τὴ «μετασκευὴν τῶν φυσικῶν ὀφθαλμῶν σὲ ὀφθαλμοὺς ἱκανοὺς νὰ ἀπολαύσουν τὴ θέα τῶν Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ (βλ. Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗ, ἔ.ὰ. σελ. 99 καὶ LOSSKY,  ἔ.ὰ.. σελ. 221, καὶ IVANKA ἔ.ά. σελ. 398).
21. Λ΄  γ΄  167.
22. ΚΖ΄ στ΄ 153, KH΄ κ΄ 160.
23. ΚΗ΄ μζ΄ 162.
24. Λ΄  ιη΄  169.
25. Λ΄ ιη΄ 169.
26. ΚΖ΄ ιγ΄ 154.
27. Το σχόλιο : «Μετερχόμενος τὸ μέσον, ἤτοι τὴν ἄοκνον προσευχήν, ἥτις ἐστὶ μέσον τῆς ἀμεριμνίας καὶ καρδιακῆς ἐργασίας, ἐν μέσοις γέγονα, φησίν· ἤτοι ἐν τοῖς ᾿Αγγέλοις, ἀρπαγείς τῇ θεωρία· οἵτινες Άγγελοι μέσον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων εἰσὶ, καὶ τοὺς τὴν θείαν Χάριν διψῶντας διὰ φωτισμοῦ κορεννύουσι· καὶ ἐφεστώς, φησίν, Άγγελος, διψῶντα με μανθάνειν, ἐφώτιζε, τῆς δὲ ἀπορίας πάντη οὐκ ἀπήλλατε· ἐρωτῶντός μου γάρ, φησιν, ἐν τῇ θεωρίᾳ· τι ἣν πρὸ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας ὁ Χριστός; καὶ τὸς ἡ τούτου θεία μορφή; ἀπεκρίνατο, ὅτι καὶ αὐτὸς ἡγνόει τοῦτα· ἡ γὰρ τῆς θεότητος οὐσία, φησί, καὶ αὐτοῖς τοῖς ᾿Αγγέλοις ἄγνωστος ὑπάρχει· ἄλλως τε δέ, καὶ ὁ ἐν ἐμοὶ νοῦς, διὰ τὸ ἔτι συνδεδέσθαι τῷ σώματι οὐκ ἠδύνατο γυμνοῖς προσβάλλειν τοῖς θεωρήμασιν· εἶτα τοῦ προτέρου ἀστοχήσας, ἠρώτων· καὶ πῶς νῦν ὑπάρχει ὁ Χριστός; ὁ δὲ, ἐν τοῖς ἰδίοις μὲν ἔλεγεν, ἤγουν ἐν θεότητι καὶ ἀνθρωπότητι, πλὴν οὐκ ἐν ρεύσει καὶ φθορᾷ καθὼς καὶ ἡμεῖς. Καὶ αὖθις δὲ ἐπηρώτων· πῶς ὁ μὲν τῶν εὐαγγελιστῶν καθῆσθαι τοῦτόν φησι, Στέφανος δὲ, ἐκ δεξιῶν ἵστασθαι τῆς δυνάμεως; ὁ δὲ μυσταγωγὸς καὶ ταύτης με τῆς ζητήσεως ἀπολύων, οὐ δυνατόν, ἔφη, σωματικῇ ἀκοῇ ταῦτα χωρηθῆναι. Πάλιν δὲ ὑπὸ πόθου μοι νυττομένῳ, καὶ καταλαβέσθαι τι τῆς ὑπερουσίου μεγαλειότητος ἐπιζητοῦντι, ἐκεῖνος, οὔπω, ἔφραζεν, ἥκειν τὴν ὥραν, διὰ τὸ μήπω τῆς μετουσίας τῆς ἀφθαρσίας ἀξιωθῆναι. Ταῦτα, εἴτε σὺν τῷ χοὶ, ἤγουν σὺν τῷ σώματι, εἴτε τούτου χωρίς, λέγειν εἰσάπαν οὐκ ἐπίσταμαι».
[Μετάφραση: Ασκώντας το «μέσον», δηλαδή την αδιάκοπη προσευχή, η οποία είναι μέσον μεταξύ της αμεριμνησίας και της καρδιακής εργασίας, βρέθηκα ανάμεσα στους μέσους, λέει· δηλαδή ανάμεσα στους Αγγέλους, αρπαγμένος με τη θεωρία· οι οποίοι Άγγελοι είναι μέσον μεταξύ Θεού και ανθρώπων, και χορταίνουν αυτούς που διψούν τη θεία Χάρη μέσω φωτισμού· και ένας Άγγελος που στεκόταν κοντά, λέει, ενώ εγώ διψούσα να μάθω, με φώτιζε, αλλά από την απορία δεν με απάλλασσε καθόλου· διότι, λέει, ενώ ρωτούσα μέσα στη θεωρία: Τί ήταν πριν από την ένσαρκη οικονομία ο Χριστός; Και ποια είναι η θεία μορφή Του; Αποκρίθηκε ότι και ο ίδιος τα αγνοούσε αυτά· διότι η ουσία της θεότητας, λέει, είναι άγνωστη ακόμη και στους ίδιους τους Αγγέλους· και επιπλέον, και ο νους που είναι μέσα μου, επειδή ακόμη είναι δεμένος με το σώμα, δεν μπορούσε να προσβάλει (να προσεγγίσει) τα θεωρήματα γυμνά (να προσεγγίσει τα νοητά καθαυτά)· έπειτα, αφού αστόχησα ως προς το προηγούμενο, ρωτούσα: Και πώς υπάρχει τώρα ο Χριστός; Και εκείνος έλεγε ότι υπάρχει εν τοις ιδίοις Του, δηλαδή στη θεότητα και στην ανθρωπότητα, αλλά όχι σε ρευστότητα (γίγνεσθαι) και φθορά όπως και εμείς· και πάλι ρωτούσα: Πώς οι μεν Ευαγγελιστές λένε ότι Αυτός κάθεται, ενώ ο Στέφανος ότι στέκεται στα δεξιά της Δυνάμεως; Και ο μυσταγωγός, απαλλάσσοντάς με και από αυτή την απορία, είπε ότι δεν είναι δυνατόν αυτά να χωρηθούν με σωματική ακοή· και πάλι, ενώ κεντιόμουν από πόθο και επιζητούσα να καταλάβω κάτι από την υπερούσια μεγαλειότητα, εκείνος έλεγε ότι όχι ακόμη έχει έρθει η ώρα, επειδή δεν έχω ακόμη αξιωθεί τη μετοχή της αφθαρσίας· αυτά, είτε μαζί με το χώμα, δηλαδή με το σώμα, είτε χωρίς αυτό, δεν γνωρίζω καθόλου να πω].

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

XΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ - Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (34)

 Συνέχεια από: Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Σπουδή στον Ιωάννη της Κλίμακος

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ, 1971

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ


Στὸ κείμενο τῆς Κλίμακος τοῦ Ἰωάννου, χωρὶς νὰ γίνεται μιὰ συστηματικὴ ἀνάλυση τῆς θεολογικῆς διακρίσεως Οὐσίας καὶ Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ (εἴπαμε ὅτι ἀπουσιάζουν γενικὰ οἱ συστηματικὲς θεολογικὲς ἀναλύσεις ἀπὸ τὴν Κλίμακα), εἶναι σαφέστατη ἡ διδασκαλία γιὰ τὴ φανέρωση τῶν Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ στὸ ἀνθρώπινο σῶμα διὰ τῆς «ἐλλάμψεως». Πρόκειται γιὰ τὴν ἴδια ἐκείνη φανέρωση τοῦ Θεοῦ ποὺ πραγματοποιήθηκε στὸν Χριστὸ πάνω στὸ ὄρος Θαβώρ.

[ΚΩΜΙΚΟΤΡΑΓΙΚΟ ΛΑΘΟΣ. Η ΠΛΑΝΗ ΤΩΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΝ ΣΤΗΝ ΚΕΝΟΛΟΓΙΑ ΟΤΙ ΕΠΙ ΠΛΕΟΝ Η ΑΚΤΙΣΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΗ, ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΕΟΝΤΙΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ;] 

Τὸ «φῶς» ποὺ περιέβαλε τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἄκτιστη καὶ ὡστόσο ὁρατὴ καὶ μεθεκτὴ Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ταυτόσημη μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, κοινό ἀπαύγασμα τῆς δόξας, δηλαδὴ τῆς ἁγιότητας τῶν Προσώπων τῆς Τριάδος.[ΕΝΟΣ ΚΑΚΟΥ ΜΥΡΙΑ ΕΠΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΠΛΑΝΕΜΕΝΗΣ ΚΑΡΡΙΕΡΑΣ ΤΟΥ] Τὸ τέλος στὸ ὁποῖο ἀποβλέπει ἡ ἀσκητικὴ ποιμαντική τῆς Κλίμακος δὲν εἶναι ἡ ἠθικὴ τελειοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀπόκτηση ἀρετῶν καὶ ἡ πραγματοποίηση καλῶν ἔργων μόνο, ἀλλὰ ἡ πραγματικὴ καὶ ἄμεση κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ἡ σωματική μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ μετοχὴ ἔχει δυὸ μορφές: Ὁ ἄνθρωπος βλέπει, «θεᾶται» τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ ἄμεσα καὶ αἰσθητά· καὶ γίνεται ὁ ἴδιος ἄνθρωπος φορέας τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ, φανέρωση τῶν Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Καὶ οἱ δυὸ ὅμως αὐτὲς μορφὲς τῆς ἀνθρώπινης μετοχῆς στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ ἀποτελοῦν μυστήριο, δηλαδή, ἀντικειμενικὰ ἀπροσδιόριστο γεγονὸς προσωπικῆς - ἐρωτικῆς ἐμπειρίας. Νὰ πῶς ὁρίζεται ἡ ἔλλαμψη στὴν Κλίμακα:
«Ἔλλαμψίς ἐστιν
ἄρρητος ἐνέργεια,
νοουμένη ἀγνώστως
καὶ ὁρωμένη ἀοράτως»5.
Οἱ ἐκφράσεις αὐτὲς εἶναι, ὁπωσδήποτε, ἀντιφατικές: νοουμένη ἀγνώστως καὶ ὁρωμένη ἀοράτως ἡ ἔλλαμψη τοῦ θείου Φωτός, ἀναφέρεται στὸν νοῦ καὶ στὴν αἴσθηση καὶ ταυτόχρονα μοιάζει νὰ ἀποκλείῃ καὶ τὶς δυὸ αὐτὲς γνωστικές δυνατότητες. Εἶναι μιὰ ἀντίφαση ποὺ ἰσχύει γιὰ τὸν διεσπασμένο μετὰ τὴν πτώση ἄνθρωπο, στὸν ὁποῖο οἱ γνωστικές δυνατότητες, ὁ νοῦς ἢ οἱ αἰσθήσεις ἢ καὶ ὁ συντονισμός τους, περιορίζονται σὲ ἐπιμέρους ἐμπειρίες καὶ δὲν συνιστοῦν μιὰ μετοχὴ καθολική, μιὰ μέθεξη στὴν πραγματικότητα, στὴν ἀληθινὴ «γνώση». ᾿Αλλὰ ἡ ἐμπειρία τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ εἶναι μιὰ φάση ζωῆς τοῦ ἀναγεννημένου ἀπὸ τὴ Χάρη ἀνθρώπου, προϋποθέτει τὸν καινὸ ἄνθρωπο», ποὺ ἔχει ξεπεράσει τὸν τεμαχισμὸ καὶ τὴ διάσπαση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, προϋποθέτει τὴν καθολικὴ ἀνθρώπινη ὕπαρξη σὰν ὄργανο γιὰ τὴν προσέγγιση τῆς ἀλήθειας. Αὐτὴ τὴν προϋπόθεση τὴ διαπιστώνει ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μὲ τὴ φράση:
«Καθαρότης καρδίας
ἐδέξατο ἔλλαμψιν»6.
Τὸ μυστικό κέντρο τῆς «καρδίας», ποὺ συγκεφαλαιώνει καθολικά τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, εἶναι καὶ πάλι τὸ γνωστικὸ ὄργανο γιὰ τὴ μετοχὴ στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως σημειώθηκε σὲ προηγούμενο κεφάλαιο, ἡ «καρδία» ἀντιπροσωπεύει στὴν ἀσκητική γραμματεία τὸ κέντρο τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας σημαίνει τὴν ὑπέρβαση τῆς μονομέρειας τῶν φυσικῶν γνωστικῶν δυνατοτήτων, τοῦ λογιστικοῦ, τοῦ θυμικοῦ ἢ τῶν αἰσθήσεων, δηλαδὴ τὴν κάθαρσή τους ἀπὸ τὴν ἐπενέργεια τῶν παθῶν, τὴν ἑνοποίηση τῶν γνωστικῶν δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου σὲ μιὰ ἱκανότητα καθολικῆς καὶ ἀπαθοῦς καὶ ἄμεσης θεωρήσεως τῆς ἀλήθειας. Ὅταν ἀρθῆ ὁ μερισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὅταν δηλαδὴ κατασταλούν τὰ πάθη – ἡ αὐτονομία τῶν ἰδιωμάτων τῆς φύσεως – τότε αἴρεται καὶ ἡ διάκριση λογιστικοῦ καὶ θυμικοῦ καὶ αἰσθήσεων, ἡ γνωστική δυνατότητα ἀνάγεται στὸ μυστικὸ χῶρο τῆς μοναδικής καὶ ἀνόμοιας προσωπικῆς ὑπαρκτικότητος, γίνεται κοινωνία προσωπική, μετοχὴ καὶ μέθεξη τοῦ ὅλου ἀνθρώπου στὶς Ἐνέργειες τῆς θείας Οὐσίας.[ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΣ Ή ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΟΥΣΙΟΣ;]
Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο καὶ ἡ ἔλλαμψη τοῦ θείου Φωτός, ἡ προσωπικὴ αὐτὴ ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, παρουσιάζεται στὴν Κλίμακα ὡς ἀκρότατη ἀνάβαση στὴν ἱεράρχηση τῶν δωρημάτων τῆς θείας Χάρης:
«Ωσπερ διάφορα τῶν ἐν ἀνθρώποις ὀφθαλμῶν τὰ φῶτα,
οὕτω πολλαὶ καὶ διάφοροι
τοῦ νοητοῦ Ἡλίου αἱ ἐν τῇ ψυχῇ γινόμεναι ἐπισκιάσεις·
ἄλλη μὲν γὰρ ἡ διὰ τῶν σωματικῶν δακρύων καὶ ἄλλη ἡ διὰ τῶν ψυχικῶν·
ἑτέρα ἡ διὰ τῶν τοῦ σώματος ὀφθαλμῶν
καὶ ἑτέρα ἡ διὰ τῶν νοερῶν.
῎Αλλη ἡ ἐξ ἀκοῆς λόγου
καὶ ἄλλη ἡ ἰδιαιτέρως κινουμένη ἐν τῇ ψυχῇ ἀγαλλίασις·
ἄλλη ἡ ἐξ ἡσυχίας
καὶ ἑτέρα ἡ ἐξ ὑπακοῆς·
πρὸς τούτοις πᾶσιν ἑτέρα ἰδιοτρόπως
ἡ δι' ἐκστάσεως τὸν νοῦν παριστῶσα τῷ Χριστῷ
ἀρρήτως καὶ ἀφράστως ἐν φωτί νοερῷ»7.
Αὐτὲς οἱ διακρίσεις τῶν δωρημάτων ὁδηγοῦν σὲ μιὰ προοδευτική ἀποκάλυψη καὶ φανέρωση τοῦ Θεοῦ. Τὰ σωματικά δάκρυα τῆς μετανοίας καὶ τοῦ πένθους, τὰ ψυχικὰ ἢ λογικά – ὅπως τὰ ὠνόμασε ἀλλοῦ – δάκρυα τῆς ἀγάπης, ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ μὲ ἀφορμὴ τὴ θεώρηση μὲ τοὺς σωματικοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ φυσικοῦ κάλλους καὶ ἡ θέαση τῆς θείας ἀγάπης μὲ τοὺς νοεροὺς ὀφθαλμοὺς τῆς «καρδίας», ἡ ἀγαλλίαση ἀπὸ τὴν ἀκοὴ τοῦ θείου λόγου τῆς ἀποκαλύψεως, ἡ παραμυθία τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ στὴν ἡσυχία τῆς μονώσεως ἢ στὴν ὑπακοὴ τοῦ κοινοβίου, ὅλοι αὐτοὶ εἶναι δρόμοι ποὺ ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὸν χῶρο τῆς παρουσίας τοῦ ζωοποιοῦ Ἥλιου τῆς Δικαιοσύνης. ᾿Αλλὰ ἡ κατεξοχὴν ὁδὸς εἶναι ἡ «ἰδιότροπος ἔκστασις» ποὺ καταυγάζει τὸν ἄνθρωπο ἀρρήτως καὶ ἀφράστως ἐν φωτί νοερῷ8.[H ΔΟΞΑ ΕΙΝΑΙ ΑΚΤΙΣΤΗ. ΠΡΟΣ ΤΟΥΤΟ ΕΛΑΒΕ ΤΡΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ.  ΤΟ ΝΕΟΡΟ ΦΩΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΥΣ, Η ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΙΝΟΥΝ ΦΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΘΟΔΗΓΟΥΝ ΠΛΕΟΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ]

Πρέπει νὰ προσεχθῆ ὁ ὅρος «ἔκστασις», μὲ ποιὰ ἔννοια χρησιμοποιεῖται ἐδῶ. Ὁ Beck, χωρὶς νὰ ἀναφέρεται σὲ συγκεκριμένα χωρία, σημειώνει ὅτι τὴν «ἔκσταση» χρησιμοποιεῖ ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ὅπως καὶ ὁ Εὐάγριος, «μὲ τὴν εὐτελῆ σημασία τῆς παραφροσύνης» (im abschätzigen Sinn von Verrücktheit)9. Στὴν ἑρμηνεία αὐτὴ τῆς «ἐκστάσεως, προηγοῦνται οἱ Viller - Rahner10 (καὶ ἴσως ἀπὸ αὐτοὺς τὴν παίρνει καὶ ὁ Beck), ποὺ ἑρμηνεύουν ὅμως ὡς Verrücktheit (παραφροσύνη) τὴν ἔκσταση ὅπως ἀναφέρεται σὲ ἕνα μόνο συγκεκριμένο χωρίο τῆς Κλίμακος («πᾶσαν αἰσθητὴν φαντασίαν ἐν τῇ προσευχή μὴ προσδέξῃ, ἵνα μὴ ἔκστασιν ὑποστῇς»11). Σημειώνουν οἱ Viller-Rahner ὅτι ὁ Κλίμακος γνωρίζει τὸν ὅρο, ὅπως καὶ ὁ Εὐάγριος, σχεδόν μόνο μὲ σημασία ἀρνητική, ὡστόσο, δὲν ἑρμηνεύουν ὡς Verrücktheit κάθε ἀναφορὰ τῆς Κλίμακος στὴν ἔκσταση. Αντίθετα, καταχωροῦν σὲ ὑποσημείωση καὶ παραπομπὲς σὲ χωρία τῆς Κλίμακος, ὅπου ἡ ἔκσταση χρησιμοποιεῖται μὲ θετικό περιεχόμενο.
Πραγματικά, ἡ διάκριση ποὺ γίνεται στὴν Κλίμακα, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλους ἀσκητὲς Πατέρες τῆς ᾿Ανατολῆς, εἶναι ἀνάμεσα στὸ γεγονὸς τῆς Θεοφανείας, τὴν ἔλλαμψη τοῦ θείου Φωτός, καὶ στη μυστικιστική - συναισθηματικὴ ἔκσταση τοῦ ἀνθρώπου που στερεῖται τὴν ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου. Οἱ ἐκστατικές καταστάσεις μὲ τὸν χαρακτήρα τῆς παθητικότητος, τῆς ἀπώλειας τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς αὐτοσυνειδησίας ἀνήκουν στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἡ φύση τους δὲν ἔχει μεταβληθῆ ἀπὸ τὴν πεῖρα τοῦ ἀκτίστου, δὲν ἔχει προσαρμοστῆ στὴ θεία ζωή12. Ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἀπορρίπτει τὴν ἔκσταση ποὺ εἶναι ἕνα συναισθηματικὸ καὶ ψυχολογικό γεγονός – αὐτὸ μᾶς ἀφήνει νὰ ὑποθέσουμε ὅταν τὴν χαρακτηρίζει «αἰσθητή φαντασία»13. Εἶναι μιὰ ὑποκατάσταση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἀνθρώπινες ψευδαισθήσεις, δηλαδὴ ἕνας κίνδυνος θανατηφόρος, «εγκατάλειψις Θεοῦ, παρὰ ἀνθρώποις ἀνίατος»14[ΠΟΛΛΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΛΥΨΟΥΝ ΤΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ].
Τὸ πνευματικὸ αἴτιο τῆς ἐπικίνδυνης αὐτῆς ἐκστάσεως, ποὺ σημαίνει ἐγκατάλειψη τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ ἀνθρώπου·
(«Έκστασιν πολλάκις
οἱ δειλαινόμενοι ὑπομένουσι· καὶ εἰκότως·
δίκαιος γὰρ ὁ τοὺς ὑπερηφάνους ἐγκαταλιμπάνων,
ἵνα καὶ οἱ λοιποί παιδευθῶμεν
μὴ ἐπαίρεσθαι»15. [ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΑΙΜΟΝΙΚΟ  ΕΝΔΥΜΑ ΦΩΤΟΣ]
Ἔχει ἐξηγήσει ἀλλοῦ ὁ Κλίμακος ὅτι ἡ δειλία εἶναι καρπὸς τῆς κενοδοξίας)· καὶ πιὸ συγκεκριμένα, ἡ ἐγκατάλειψη ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι ἀποτέλεσμα ἐκείνης τῆς ἁμαρτωλῆς αὐτοπεποιθήσεως τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ζητάει γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀνώτερες βαθμίδες ἀρετῆς ἐνῶ κυριαρχεῖται ἀκόμη ἀπὸ πάθη ἀτιμίας.
«Μηδείς
ὑπὸ θυμοῦ καὶ οἰήσεως,
ὑποκρίσεὡς τε καὶ μνησικακίας ὀχλούμενος,
ἴχνος ἡσυχίας ἰδεῖν τολμήσει ποτέ·
μήπως ἔκστασιν ἐντεῦθεν καὶ μόνον κερδήση»16.
Κριτήριο γιὰ τὴν γνησιότητα τῆς ἐκστάσεως φαίνεται νὰ εἶναι στὴν Κλίμακα ἡ παραίτηση ἀπὸ κάθε φυσική – συναισθηματική, ψυχολογική – ἱκανοποίηση. ᾿Ακόμα καὶ ἡ αἰσθηματικὴ εὐφροσύνη τῆς προσευχῆς σημειώνεται σὰν κίνδυνος, μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ αὐτὴ ἕνα γεγονὸς αὐτάρκειας τῆς φύσεως, νὰ ἐξαντλῆται στὰ ὅρια τῆς φυσικῆς θρησκευτικότητος ποὺ ἱκανοποιεῖ καὶ παρηγορεῖ τὸν ἄνθρωπο ἐνῶ τὸν κρατάει μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεό:
«Σκόπει τὴν ἐπιδημοῦσαν ἡδύτητα ἐν τῇ ψυχῇ,
μήπως ἐκ πικρῶν ἰατρῶν,
μᾶλλον δὲ ἐπιβούλων
δολίως συνεκεράσθη».17
ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡ. ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΗΔΥΤΗΤΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΑ ΜΟΝΟ ΦΟΒΟΣ ΘΕΟΥ.


Προϋπόθεση τῆς πραγματικῆς μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἄκτιστη Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀπάρνηση κάθε φυσικῆς ἱκανοποιήσεως καὶ ἐπιθυμίας – μυστικιστικῶν ἐξάρσεων, συναισθηματικῆς πληρότητος καὶ φυσικῶν συγκινήσεων. Ἡ ἐπιδημία τοῦ «ὑπὲρ φύσιν» Θεοῦ καταλύει τὶς καταστάσεις τῆς ἀνθρώπινης αὐτάρκειας, τις ψευδαισθήσεις καὶ τὰ ὑποκατάστατα τῆς θείας Παρουσίας. Γράφει ἡ Κλίμακα:
«Ἰδοὺ Κύριος κάθηται ἐπὶ νεφέλης κούφης,
ψυχῆς πάντως ἀπὸ πάσης γηΐνης ἐπιθυμίας ὑψωθείσης,
καὶ ἤξει εἰς Αἰγυπτίαν καρδίαν καὶ πρώην ἐσκοτισμένην,
καὶ σεισθήσονται τὰ χειροποίητα εἴδωλα καὶ ἐνθυμήματα τοῦ νοός».18
Ἡ κατάσταση τοῦ σκοτισμοῦ τῆς καρδίας ἀναφέρεται στὴν παρουσία τῶν χειροποίητων εἰδώλων καὶ τῶν ἐνθυμημάτων τοῦ νοῦ καὶ ἀντιδιαστέλλεται πρὸς τὸν Ἐρχόμενο ἐπὶ νεφέλης Κύριο· ἡ νεφέλη πρέπει νὰ δηλώνη ἐδῶ, ὅπως συνήθως στὴ Γραφή, τὴν παρουσία τοῦ Φωτὸς τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἑρμηνεύουμε τὸν λόγο γιὰ τὰ «χειροποίητα εἴδωλα» καὶ τὰ «ἐνθυμήματα τοῦ νοῦ» μὲ ἀναφορὰ στὶς φυσικές καταστάσεις τῆς μυστικιστικῆς ἐξάρσεως ποὺ εἶναι «εἴδωλα» τῆς πραγματικῆς Παρουσίας τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ὁδηγοῦν στὴ μετοχὴ τῆς ἐλλάμψεως19.

[Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΕ ΑΓΝΟΣ ΚΑΙ ΑΔΟΛΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΤΡΕΜΠΕΛΑ ΚΑΙ ΕΠΕΣΕ ΑΝΥΠΟΨΙΑΣΤΟΣ ΣΤΟΥ ΤΥΠΟΥΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΡΑΝΕΡ ΣΚΕΦΤΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΕΔΩΣΕ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΣΤΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΣ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΣΤΟΥΣ ΓΝΩΣΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ, ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΙΕΦ]

Σημειώσεις

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

XΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ - Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (33)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Σπουδή στον Ιωάννη της Κλίμακος

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ, 1971

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Tὁ ὑλικὸ ἀνθρώπινο σώμα θὰ ἀποτελέση τελικά «δόξα» τοῦ Θεοῦ, δηλαδή, φανέρωση τοῦ Θεοῦ1. Τὸ τέλος τῆς ἀσκητικῆς «μεταφυσικῆς» τοῦ σώματος εἶναι αὐτὴ ἡ δόξα, ὁ δοξασμὸς τοῦ σώματος, ἡ ἀντανάκλαση τῆς θείας δόξας στὴ σωματικὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ τὸ τέλος αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται ἀποκλειστικὰ στὸν «ἔσχατο» χρόνο τῆς καθολικῆς ἀναστάσεως, ἀλλὰ καὶ στὸ παρὸν τῆς Ἐκκλησίας, στὴ χρονική πραγματοποίηση τοῦ ἔσχατου τέλους τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Γιατὶ ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι αὐτὸς ἀκριβῶς: ἀπὸ τὴ μίμηση καὶ τὸν εἰκονισμὸ τοῦ Θεοῦ νὰ προχωρήση ὁ ἄνθρωπος στὴν ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀποτελέση τὴ «δόξα», τὴ φανέρωση τοῦ Θεοῦ.

Ἡ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ φανερώση τὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἀναλογικὴ καὶ συμβολική, δὲν ἔχει σχετικὸ καὶ ἠθικὸ χαρακτήρα, ἀλλὰ εἶναι ἄμεση καὶ πραγματική. Βασίζεται σὲ μιὰ θεολογική προϋπόθεση, στὴν ὁποία ἐπέμειναν οἱ Πατέρες τῆς ᾿Ανατολῆς ἀπὸ τοὺς πρώτους κιόλας αἰῶνες, στὴ διάκριση τῆς Οὐσίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὶς Ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ2.

Ὁ Θεὸς φανερώνεται ὄχι κατὰ τὴν Οὐσία Του, αὐτὴ μένει ἀπόλυτα ἄγνωστη καὶ ἀπρόσιτη, ἀλλὰ διὰ τῶν Ἐνεργειῶν Του, ποὺ κάνουν δυνατὴ τὴ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ θεία ζωή, ἀναδείχνουν τὸν ἄνθρωπο «κοινωνὸ θείας φύσεως» (2 Πέτρου 1, 4)3.

Οἱ Ἐνέργειες τῆς θείας Οὐσίας ἔχουν γιὰ τὸν ἄνθρωπο μεθεκτὸ καὶ ὁρατὸ χαρακτήρα, εἶναι μιὰ «ἔλλαμψη» θείου Φωτός4
.

ΑΧ ΚΥΡΙΕ ΧΡΗΣΤΟ ΜΑΣ ΜΑΣ ΚΟΡΟΙΔΕΨΕΣ ΧΟΝΤΡΑ! ΕΚΑΝΕΣ ΤΟΝ ΓΝΩΣΤΗ ΚΑΙ ΣΕ ΠΙΣΤΕΨΑΜΕ. Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΗΤΑΝ ΔΥΣΚΟΛΟΣ.

Σημειώσεις

1. Ἐδῶ ἡ λέξη «δόξα» χρησιμοποιεῖται μὲ τὸ περιεχόμενο ποὺ πῆρε στὴν Παλαιὰ καὶ μετὰ στὴν Καινή Διαθήκη. Ἐνῶ, δηλαδή, στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία ἡ δόξα (ἀπὸ τὸ ρῆμα δοκῶ) σήμαινε τὴ γνώμη, τὴν προσωπικὴ ἄποψη, ἀλλά, ταυτόχρονα, καὶ τὴν ἀντικειμενικὰ θετικὴ γνώμη γιὰ κάποιον, τὴν τιμή, τὸν ἔπαινο (βλ. ΤhWNT, τόμος ΙΙ, σελ. 236 κ.ε.), οἱ Ἑβδομήκοντα μεταφράζουν μὲ τὴ λέξη «δόξα» τὸ ἑβραϊκὸ Kabod Jahwe, ποὺ σημαίνει κάτι ἀντικειμενικὰ μέγιστο ποὺ προσφέρεται στὸν ἄνθρωπο σὰν ἄμεση αἴσθηση καὶ γνώση («etwas Gewichtiges, Schweres, das der Mensch zu spüren bekommt»[Μετάφραση: «κάτι βαρύ και επιβλητικό, που γίνεται άμεσα αισθητό στον άνθρωπο»], E. PAX, Herrlichkeit, στὸ Handbuch theologischer Grundbegriffe, τόμος 1, σελ. 680). Εἶναι ἡ ἐμφάνιση – φανέρωση τῆς ἁγιότητος τοῦ Jahwe, ποὺ γίνεται αἰσθητὴ σὰν «φῶς» καὶ «δύναμη» (βλ. R. SCHNACKENBURG, Doxa, στὸ Lexikon für Theologie u. Kirche, Τόμος 3, στ. 532). Αὐτὴ ἡ ἐμφάνιση τοῦ φωτὸς καὶ τῆς δύναμης τοῦ Jahwe πραγματοποιείται στὴν Π.Δ. μὲ πλῆθος «σημείων», τὰ ὁποῖα σημεῖα ἀποτελοῦν δυνατότητες μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στὸ γεγονὸς τῆς Θεοφανείας (βλ. Herrlichkeit, στὸ Wörterbuch zur biblischen Botschaft, τοῦ Xavier Léon DUFOUR, Herder - Verlag 1964, σελ. 320 κ.ε.). Ἡ «ἀποκάλυψη» τῆς Κ.Δ. εἶναι ἡ σύνδεση τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, «ὅς ἐστιν ἀπαύγασμα τῆς δόξης καὶ χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεως τοῦ Θεοῦ» (Εβρ. 1, 3). Η δόξα τοῦ Θεοῦ «ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν ἐν προσώπω Ἰησοῦ Χριστοῦ» (2 Κορ. 4, 6). «Καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρὸς» (Ιωαν. 1, 14). Αὐτὴ ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπαρχὴ καὶ τῆς δικῆς μας δόξας, γιατὶ αὐτὸς «μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ» (Φιλιπ. 3, 21). Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ἀπο καθίσταται στὸν ἀρχικό του προορισμὸ νὰ ἀποτελέση «δόξαν Θεοῦ», φανέρωση τοῦ Θεοῦ. «Ἡμεῖς δὲ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν καθάπερ ἀπὸ Κυρίου Πνεύματος» (2 Κоρ. 3, 18).

2. Βλ. Ε. ν. IVANKA, Plato Christianus, σελ. 425 κ.ε. : Palamismus und Vätertradition, ὅπου γίνεται ἀναφορὰ στὸν Γρηγόριο Νύσσης, Μέγα Βασίλειο, Ψευδο - Διονύσιο ᾿Αρεοπαγίτη, Μάξιμο ῾Ομολογητή. Ενδεικτικὴ ἡ διατύπωση τοῦ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ : «Ἡμεῖς δὲ ἐκ μὲν τῶν ἐνεργειῶν γνωρίζειν λέγομεν τὸν Θεὸν ἡμῶν, τῇ δὲ οὐσίᾳ αὐτῇ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα. Αἱ μὲν γὰρ ἐνέργειαι αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς καταβαίνουσιν, ἡ δὲ οὐσία αὐτοῦ μένει ἀπρόσιτος». Επιστ. 234, πρὸς ᾿Αμφιλόχιον, Migne P.G. 32, 869 AB.
Βλ. ἐπίσης Η. G. BECK, Kirche u, theol. Literatur... σελ. 322 κ.ε. καὶ σελ. 715 ὅπου καὶ ἡ σχετικὴ μὲ τὸ θέμα βιβλιογραφία.
Κλασσικὰ καὶ τὰ δύο κεφάλαια τοῦ LOSSKY, στὸ βιβλίο Theogie mystique...Q Energies incréées, σελ. 65 κ.ε. καὶ La lumière divine, σελ. 215 κ.ε.
Βλ. ἐπίσης Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΟΥ, Ἡ περὶ θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία... σελ. 103 κ.έ. Ι. ΡΩΜΑΝΙΔΟΥ, Τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα, σελ. 54 κ.ε. ᾿Ανδρ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Η περὶ θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μέχρις Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ᾿Αθῆναι 1956, σελ. 27 κ.ε. καὶ Χρ. ΓΙΑΝΝΑΡΑ, Η Θεολογία τῆς ἀπουσίας καὶ τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ, σελ. 66 κ.ε.

3. Η διάκριση Οὐσίας καὶ Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ ἀπετέλεσε γιὰ τὴν ὀρθόδοξη ᾿Ανατολὴ ὄχι μόνο τὴ βάση καὶ τὴν προϋπόθεση τῆς θεολογικῆς Γνωσιολογίας (βλ. τὴν σχετικὴ ἐργασία τοῦ Ν. ΝΗΣΙΩΤΗ, Προλεγόμενα εἰς τὴν θεολογικήν Γνωσιολογίαν, ᾿Αθῆναι 1965, βασισμένην ἐξ ὁλοκλήρου σὲ αὐτὴ τὴ διάκριση), ἀλλὰ καὶ τὴ θεολογική θεμελίωση τῆς ἐμπειρίας τοῦ Ἡσυχασμοῦ, τῆς θέας τοῦ φωτὸς τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ, τῆς «ἐλλάμψεως».
Γιὰ τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μιὰ μάθηση περὶ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μιὰ ἄμεση κοινωνία μαζί Του. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀπρόσιτος στὸν ἄνθρωπο, ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ εἶναι μιὰ δυνατότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Αὐτὴ ἡ δυνατότητα ἀναφέρεται στὶς Ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι στὴν Οὐσία Του. Ὁ ἄνθρωπος δὲν μετέχει στην Οὐσία τοῦ Θεοῦ, μιὰ τέτοια μετοχὴ θὰ ἀνέδειχνε τὸν ἄνθρωπο θεὸ κατὰ τὴ φύση καὶ τὸν Θεὸ «μυριϋπόστατο», δηλαδὴ μὲ τόσες ὑποστάσεις ὅσα καὶ τὰ πρόσωπα ποὺ θὰ μετεῖχαν στὴν Οὐσία Του. Ταυτόχρονα, ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἀναφέρεται σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ Πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος, γιατὶ ἡ ὑποστατικὴ αὐτὴ ἕνωση περιορίζεται ἀποκλειστικὰ στὸν Υἱό, ποὺ γίνεται ἄνθρωπος χωρὶς νὰ πάψη νὰ εἶναι τὸ δεύτερο Πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος. Αν καὶ μετέχουμε διὰ τῆς ᾿Εκκλησίας στὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Υἱοῦ ποὺ ἔχει θεωθῆ, ὠστόσο δὲν γινόμαστε ἡ θεία Υπόσταση τοῦ Υἴοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ μετάσχουμε οὔτε στὴν Οὐσία οὔτε στις Υποστάσεις τῆς Τριάδος. Επομένως, τὸ γεγονὸς τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ (2 Πέτρου 1, 4) πρέπει νὰ βασιστῇ σὲ μιὰν ἄφατη διάκριση στὸν Θεό, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ διάκριση τῆς Οὐσίας καὶ τῶν Προσώπων, μιὰ διάκριση κατὰ τὴν ὁποία θὰ εἶναι τελείως ἀπρόσιτος καὶ ταυτόχρονα προσιτὸς μὲ ὡρισμένες προϋποθέσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάκριση τῆς Οὐσίας τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀπρόσιτης καὶ ἄγνωστης καὶ ἀκοινώνητης Φύσεώς Του, καὶ τῶν θείων δυνάμεων ἢ θελημάτων ἢ ἐνεργειῶν, ποὺ εἶναι ἐνέργειες φυσικές, ἀχώριστες ἀπὸ τὴν Οὐσία, μὲ τὶς ὁποῖες ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ ἐξωτερικά, ἀποκαλύπτεται, προσφέρει τὸν ἑαυτό του. (Βλ. LOSSKY, σελ. 65 κ.ε. καὶ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΟΥ, κ.ά. σελ. 107 καὶ BECK σελ. 324, ὅπου καὶ ἡ ἀκόλουθη διατύπωση : So steht immer im Hintergrund die göttliche οὐσία in letztem undurchdringlichen Dunkel. Diese οὐσία..., ist, um einem modernen Ausdruck zu gebrauchen, das «danz Andere», jenseits jedes Begriffes, Terminus aller apophatischen Theologie, jenseits aber auch aller religiösen Erfahrung, auch der mystischen, auch jener der seligen geister in der Vollendung [Μετάφραση: Έτσι, στο βάθος βρίσκεται πάντοτε η θεία οὐσία, μέσα σε μια έσχατη και αδιαπέραστη σκοτεινότητα. Αυτή η οὐσία, για να χρησιμοποιήσουμε μια σύγχρονη έκφραση, είναι το “εντελώς Άλλο”, πέρα από κάθε έννοια, το έσχατο όριο κάθε αποφατικής θεολογίας, αλλά και πέρα από κάθε θρησκευτική εμπειρία — ακόμη και από τη μυστική εμπειρία, ακόμη και από εκείνη των μακαρίων πνευμάτων στην τελείωση]. «Τὴν ὑπερουσιότητα τὴν θείαν οὔτε εἰπεῖν ἔστιν οὔτε ἐννοῆσαι, οὔτε ὅλως πως θεωρῆσαι... οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν αὐτῇ κατὰ τὸν νῦν αἰῶνα ἢ κατὰ τὸν μέλλοντα ὀνομαζόμενον...»[Μετάφρασση: Την υπερούσια θεότητα ούτε να την πει κανείς είναι δυνατόν ούτε να τη νοήσει ούτε καθ’ οιονδήποτε τρόπο να τη θεωρήσει… διότι ούτε όνομα υπάρχει γι’ αυτήν ούτε στον παρόντα αιώνα ούτε στον μέλλοντα”.] Migne P.G. 150, 936A. – «Ἡ οὐσία εἰ μὴ ἐνέργειαν ἔχει διαφέρουσαν ἑαυτῆς ἀνυπόστατος ἔσται τελέως καὶ διανοίας μόνης θεώρημα... διότι καὶ τελέως ἀνυπόστατός ἐστιν ὁ καθόλον ἄνθρωπος». Migne P.G. 150, 1216 - 1217. - «Εἰ μηδὲν διαφέρει, τῆς θείας οὐσίας ἡ θεία ἐνέργεια, καὶ τὸ ποιεῖν, ὁ τῆς ἐνεργείας ἐστὶν, κατ᾿ οὐδὲν διοίσει τοῦ γεννᾶν καὶ ἐκπορεύειν, ἃ τῆς οὐσίας ἐστιν». Migne P.G. 150, 1216 Β (῞Αγιος ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ). Βλ. καὶ Μ. LOT - BORODINE, Doctrine de la déification dans l'Eglise grecque, Revue de l'Histoire des Religions, 105 (1932) σελ. 6, 11 - 12).

4. Γιὰ τὴν πνευματικὴ παράδοση τῆς ὀρθόδοξης ᾿Ανατολῆς ὁ ὁρατὸς χαρακτήρας τῶν Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, ἡ «ἔλλαμψη» τοῦ θείου φωτός, εἴναι ἴδια μὲ ἐκείνη τὴ φανέρωση τοῦ Θεοῦ ποὺ πραγματοποιήθηκε μὲ τὸν Χριστὸ πάνω στὸ ὄρος Θαβώρ. (Συνοψίζει πολύ εὔστοχα ὁ ΙVΑΝΚΑ : «Die Wesenheit Gottes selbst, seine Substanz, könne nicht gesehen werden, wohl aber seine Ausstrahlungen, seine Energien, die zwar nicht die göttliche Substanz, aber doch Gottheit seien, ewig und unerschaffen. Eine davon sei das Taborlicht... das ungeschaffene Licht Gottes, keine Kreatur und kein Kreatürliches, leibliches Licht, wenn auch ein sichtbares, denn dieses Licht ist die Kraft der Gottheit selbst und wesensgleich mit dem Licht des Christus bei seiner Verklärung auf dem Tabor umgab» [Μετάφραση: «Η ίδια η ουσία του Θεού, η υπόστασή Του, δεν μπορεί να ιδωθεί· μπορούν όμως να ιδωθούν οι ακτινοβολίες Του, οι ενέργειές Του, οι οποίες δεν είναι βέβαια η θεία ουσία, είναι όμως θεότητα, αιώνιες και άκτιστες. Μία από αυτές είναι το φως του Θαβώρ… το άκτιστο φως του Θεού, όχι κτίσμα και όχι κτιστό, σωματικό φως, αν και είναι ορατό· διότι αυτό το φως είναι η ίδια η δύναμη της θεότητας και είναι ομοούσιο με το φως που περιέβαλε τον Χριστό κατά τη Μεταμόρφωσή Του στο Θαβώρ»]. Plato Christianus, σελ. 398 καὶ 396 - 397). Συνδεδεμένο μὲ τὶς ἔριδες τοῦ Ἡσυχασμοῦ (14ος αἰώνας) τὸ θέμα τῆς «ἐλλάμψεως» τοῦ θείου Φωτὸς ἀπησχόλησε τὴν ὀρθόδοξη ᾿Ανατολὴ σὲ μιὰ ὀξύτατη θεολογική διαμάχη, γιὰ νὰ βρῆ τὴν τελική διατύπωσή του στη διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τοῦ Παλαμᾶ, καὶ στὶς συνόδους τοῦ 14ου αιώνα, ὁρίζοντας ἀποφασιστικὰ τὴν εἰδοποιὸ διαφορὰ τῆς ὀρθόδοξης ἀπὸ τὴ λατινική - σχολαστική Θεολογία καὶ πνευματικότητα.
῾Ο ΙVΑΝΚΑ, καὶ πάλι, ἀναφερόμενος σὲ μελέτες τῶν G. Florovskij, Dumitru Staniloae, G. Ostrogorsky, Ἱερομον. Wassilij (Kriwosein), Kyprian Kern καὶ WI. Lossky, διαπιστώνει ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὀρθόδοξοι μελετητές… haben nicht nur den Palamismus und den Hesychasmus als historische Erscheinungen erforscht, sondern vertreten auch den Standpunkt, dass diese Lehren zum Wesen der ostchristlichen Theologie gehören, dass sie traditionell und der Väterlehre entsprechend sind und nur zum Schaden der Eigenständigkeit und der Überlieferungstreue der östlichen Theologie von fremden, westlichen theologischen Einflüssen aus dem theologischen Bewusstsein des Ostens verdrängt wurden. [Μετάφραση: «… δεν μελέτησαν μόνο τον Παλαμισμό και τον Ησυχασμό ως ιστορικά φαινόμενα, αλλά υποστηρίζουν επίσης τη θέση ότι αυτές οι διδασκαλίες ανήκουν στην ίδια την ουσία της ανατολικής χριστιανικής θεολογίας, ότι είναι παραδοσιακές και σύμφωνες με τη διδασκαλία των Πατέρων και ότι εκτοπίστηκαν από τη θεολογική συνείδηση της Ανατολής μόνο εξαιτίας ξένων, δυτικών θεολογικών επιδράσεων — πράγμα που ζημίωσε την αυτονομία και την πιστότητα της ανατολικής θεολογικής παράδοσης.»] (Pl. Chr. σελ. 395). Πραγματικά, θὰ μποροῦσε νὰ μιλήση κανεὶς γιὰ μιὰ «νεοπαλαμική» ὀρθόδοξη Θεολογία ποὺ ἐμφανίστηκε στις τελευταίες δεκαετίες, ἀναδείχνοντας συστηματικὰ τὴ σημασία τῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ γιὰ τὴν ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία καὶ πνευματικότητα. Βλ. ἐνδεικτικά : Jean MEYENDORFF, Introduction à l'étude de Grégoire Palamas, Paris 1959, τοῦ ἴδιου, St. Grégoire Palamas et la mystique orthodoxe, στη σειρά «Maîtres Spirituels» (No 20) Paris 1959. Επίσης, Καθηγ. Παναγ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ο Γρηγόριος Παλαμᾶς, Πανηγυρικός τόμος ἑορτασμοῦ τῆς ἐξακοσιοστῆς ἐπετείου τοῦ θανάτου τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Θεσσαλονίκη 1960, H.G. BECK, Humanismus und Palamismus, XII Congrés International des Etudes Byzantines, Ochride 1961, Rapports III, σελ. 63-82, Belgrade-Ochride 1961, Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΟΥ, Η περὶ θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ κ.λ.π.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

XΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ - Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (32)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Σπουδή στον Ιωάννη της Κλίμακος

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ, 1971

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ

᾿Αλλὰ ἡ χαρισματικὴ ὁδὸς τῶν δακρύων, ἡ καθολικὴ αὐτὴ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ εἶναι δώρημα τῆς θείας Χάρης, προϋποθέτει ὡς ἀνθρώπινη συμβολὴ τὴν ἑτοιμότητα τῆς διακρίσεως, τὸν ἀδιάκοπο ἔλεγχο κάθε νοθείας καὶ ἀλλοιώσεως τοῦ χαρίσματος. Εἶναι δύσκολο καὶ γιὰ τὴν πατερικὴ ἀκόμη ἐμπειρία νὰ ὁρίση ἀντικειμενικὰ ὅρια ἀσφαλείας, ποὺ νὰ ἀποκλείουν τυχόν παρερμηνεῖες τῶν χαρισμάτων, ἀφοῦ κάθε χάρισμα τοῦ Θεοῦ εἶναι γεγονὸς προσωπικό, μιὰ ἰδιαίτερη σχέση κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Στὴν Κλίμακα σημειώνεται ὅτι:
«ὁ τῶν δακρύων λόγος παρὰ πολλοῖς τῶν πατέρων σκοτεινὸς καὶ δυσεύρετος
ἐν τοῖς εἰσαγωγικοῖς μάλιστα εἶναι ὁρίζεται»
30.
[Μετάφραση: «Ὁ περὶ τῶν δακρύων λόγος ἀπὸ πολλοὺς Πατέρες χαρακτηρίζεται ἀσαφὴς κάπως, σκοτεινὸς καὶ δυσερμήνευτος, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκειται γιὰ δάκρυα τῶν ἀρχαρίων.»]
᾿Ακριβῶς ἐπειδὴ πρόκειται γιὰ δώρημα τελειότητος, ἡ κενοδοξία καὶ ἡ οἴηση εἶναι ἕνα ἀδιάκοπο ἐνδεχόμενο καὶ ἡ παρερμηνεία τῶν ἐκδηλώσεων τῆς φύσεως πολὺ πιθανή. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ πλανηθῆ καὶ νὰ θεωρήση χαρίσματα τοῦ Πνεύματος τὰ φυσικά
ἰδιώματα ἢ τοῦ δαίμονα τὶς ἐπενέργειες. ᾿Ακόμα καὶ σὲ καταστάσεις αὐθεντικῆς μετανοίας τὸ χάρισμα τῶν δακρύων μπορεῖ νὰ γίνη ἀφορμὴ κενοδοξίας καὶ πτώσεως:
«Πολλάκις τῷ κατὰ Θεὸν πένθειν τὸ τῆς κενοδοξίας συμπέπλεκται δάκρυον τοῦτο δὲ δοκίμως ἐπιγνωσόμεθα, ὁπόταν πενθοῦντας καὶ πονηρευομένους ἑαυτοὺς ἴδωμεν»31.

[Μετάφραση: Πολλὲς φορὲς τὸ κατὰ Θεὸν πένθος ἀναμειγνύεται μὲ τὸ ἄχαρο δάκρυ τῆς κενοδοξίας. Αὐτὸ θὰ τὸ ἀναγνωρίσωμε μὲ τρόπο ἐπιτυχῆ καὶ εὐσεβῆ, ὅταν συλλάβωμε τὸν ἑαυτό μας νὰ πενθῇ καὶ συγχρόνως νὰ ἐνεργῆ μὲ (κακότητα καί) πονηρία].

Ἐκτός, λοιπόν, ἀπὸ τὴ μετάνοια – ἀλλὰ καὶ σὰν καρπὸς τῆς μετάνοιας – εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἐγρήγορση τῆς ταπεινώσεως, ἡ ἑτοιμότητα τῆς αὐταπαρνήσεως, ἡ συνείδηση τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας, ἡ ἐγκατάλειψη στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ παρουσία τῆς ὑπερηφάνειας, τῆς ὀργῆς καὶ ἄλλων σκοτεινῶν παθῶν, ὅταν συνοδεύη τὰ δάκρυα, εἶναι κριτήριο ἀπουσίας τῆς Χάρης, ἔστω κι ἂν ὁ ἄνθρωπος πιστεύη ὅτι πενθεῖ κατὰ Θεόν:
«Ὁπόταν ἐν τοῖς κατὰ Θεὸν πενθεῖν δοκοῦσιν,
ὀργὴν καὶ ὑπερηφανίαν θεασώμεθα,
τούτων τὰ δάκρυα ἐναντία λογισώμεθα·
ποία γάρ, φησι, κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;»32.
[Μετάφραση: Ὅταν, σὲ ὅσους φαίνονται ὅτι πενθοῦν κατὰ Θεόν, διακρίνωμε ὀργὴ ἢ ὑπερηφάνεια, ἂς θεωρήσωμε ὅτι τὰ δάκρυά τους προέρχονται ἀπὸ δαιμονικὰ πάθη, διότι «ποία κοινωνία -λέγει ἡ Γραφή- φωτὶ πρὸς σκότος»; (Β´ Κορ. στ´ 14)].

Ἡ σωματική φύση εἶναι ἀχώριστα συνδεδεμένη μὲ τὴν καθολικὴ στάση τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ στὰ δωρήματα τῆς Χάρης, γι' αὐτὸ καὶ μετέχει ἄμεσα τὸ σῶμα στὶς ὁποιεσδήποτε ἀλλοιώσεις καὶ μεταβολὲς τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, εἴτε προέρχονται ἀπὸ τὴν κενοδοξία εἶτε ἀπὸ τὸν δαίμονα οἱ ἀλλοιώσεις αὐτές. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος βεβαιώνει ὅτι δὲν εἶναι καθόλου παράδοξο τὰ ἴδια δάκρυα ποὺ δωρήθηκαν σὰν χάρισμα πνευματικὸ νὰ μεταβληθοῦν καὶ νὰ καταλήξουν σὲ πονηρὰ δάκρυα κενοδοξίας:
«Τὸ μὲν ἐξ ἀγαθῶν ἄρξασθαι τοὺς πενθοῦντας δακρύων
καὶ εἰς πονηρὰ καταλήξαι, οὐ θαυμαστόν·
τὰ δὲ ἐξ ἐναντίων ἢ φυσικῶν εἰς πνευματικά μετεγκεντρίσαι
ὡς ἀληθῶς ἀξιέπαινον·
τοῦτο δὲ τὸ πρόβλημα σαφῶς ἐπίστανται
οἱ περὶ τὴν κενοδοξίαν ἐπιρρεπέστερον ἔχόντες»33.
[Μετάφραση: Τὸ νὰ ἀρχίση κάποιος ποὺ πενθεῖ μὲ ἐπαινετὰ δάκρυα
καὶ νὰ καταλήξη σὲ πονηρὰ, δὲν εἶναι καὶ τόσο περίεργο.
Τὸ νὰ ἀρχίση ὅμως μὲ δάκρυα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὰ πάθη ἢ ἔστω ἀπὸ τὴν φυσικὴ ἰδιοσυγκρασία, καὶ νὰ τὰ μεταποιήση σὲ πνευματικά, εἶναι πράγματι κάτι τὸ ἀξιέπαινο.
Αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ γνωρίζουν πολὺ καλὰ ὅσοι ρέπουν πρὸς τὴν κενοδοξία].

Τὸ «κατὰ Θεὸν πένθος» ἀλλὰ καὶ ἡ κενοδοξία ἔχουν τὴν ἀφετηρία τους ὄχι μόνο στὴν «καρδία» τοῦ ἀνθρώπου – στὴν ἐλεύθερη προσωπική του θέληση καὶ ἀπόφαση, ἀλλὰ καὶ στὸ ἀπρόσωπο θέλημα τῆς φύσεως ποὺ μπορεῖ νὰ ἐκφράζεται μὲ δάκρυα «θεοφιλῆν ἢ μὲ δάκρυα «πονηρά». Χρειάζεται μιὰ διακριτικὴ ἑτοιμότητα, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζητάη τὸ μέτρο καὶ τὸ σημάδι τῆς παρουσίας τῆς Χάρης μέσα ἀπὸ ποικίλες παγίδες, πλάνες καὶ ἀλλοιώσεις. Καὶ ἡ διακριτικὴ ἑτοιμότητα συνοψίζεται στὴν ταπεινοφροσύνη, στὴν προτίμηση τῶν μετριώτερων καὶ στὴν ἀπάρνηση τῶν ὑψηλότερων χαρισμάτων, στὴ βαθύτατη συναίσθηση τῆς ἀναξιότητος τοῦ ἀνθρώπου νὰ δεχθῆ τὰ δῶρα τῆς Χάρης. Εἶναι συμφερώτερο νὰ ζητάη ὁ ἄνθρωπος τὰ δάκρυα τοῦ φόβου καὶ τῆς μετανοίας καὶ ὄχι τὸ χάρισμα τῶν δακρύων τῆς ἀγάπης ποὺ εὐκολώτερα νοθεύεται ἀπὸ τὴν οἴηση καὶ τὴν ὑπερηφάνεια. Ἔτσι συμβουλεύει ἡ Κλίμακα:
«Τὰ μὲν ἐκ φόβου δάκρυα,
αὐτὰ ἐν ἑαυτοῖς τὴν φυλακὴν κέκτηνται·
τὰ δὲ τῆς ἀγάπης, πρὸ τῆς τελείας ἀγάπης
ἴσως ἔν τισιν εὐσύλητα καθέστηκεν·
εἰ μὴ ποὺ γε τὸ ἀείμνηστον πῦρ
ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐνεργείας πάνυ τὴν καρδίαν ἐξάψειε·
καὶ θαυμαστόν,
πῶς τὸ ταπεινότερον ἀσφαλέστερόν ἐστιν
ἐν καιρῷ αὐτοῦ»34.
[Μετάφραση: Τὰ δάκρυα τοῦ φόβου (τοῦ Θεοῦ) περιέχουν μέσα τους τὸν τρόμο καὶ τὴν προφύλαξι. Τὰ δάκρυα ὅμως τῆς ἀγάπης, πρὶν ἀπὸ τὴν κατάκτησι τῆς τελείας ἀγάπης, εἶναι κάπως ἐκτεθειμένα σὲ κίνδυνο, ἐκτὸς ἐὰν τὸ εὐλογημένο πῦρ τῆς ἀγάπης τὸν καιρὸ τῆς ἐνεργείας του πυρακτώση πολὺ τὴν καρδιά. Εἶναι δὲ ἀξιοθαύμαστο, ὅτι τὰ δάκρυα τοῦ φόβου, ὁ ὁποῖος εἶναι ταπεινότερο καὶ κατώτερο πράγμα, εἶναι ἀσφαλέστερα στὸν καιρό τους ἀπὸ τὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης].

Ἔχουμε ἀκόμη νὰ προσέξουμε στὸ χωρίο αὐτὸ ὅτι τὸ χάρισμα τῶν δακρύων εἶναι ἐντεταγμένο σὲ ἕνα «καιρό», ποὺ σημαίνει, σὲ ἕνα συγκεκριμένο χρόνο τῆς πνευματικῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου. Στὸν χῶρο τῆς ζωῆς ποὺ ὁρίζουν τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐπικίνδυνο κάθε ἄλμα, κάθε περήφανη βιασύνη, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἀρκῆται σὲ ὅ,τι τοῦ δίνεται «ἐν καιρῷ», εἶναι ἀσφαλέστερη ἡ ταπεινὴ αὐτὴ ἀναμονή. Ἐξ ἄλλου τὸ χάρισμα, ὅσο κι ἂν εἶναι πλοῦτος ζωῆς, δὲν εἶναι ὁ στόχος κι ὁ τελικός σκοπός τοῦ ἀνθρώπου, πρωτεύει ἡ ἴαση τοῦ ἀνθρώπου, νὰ ξαναγίνη ὁ ἄν θρωπος πραγματικὸς ἄνθρωπος μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴν παραίτηση ἀπὸ τὴ θανατηφόρα αὐτάρκεια τῆς ἀτομικότητος, ποὺ τὸν φέρνει σὲ κοινωνία μὲ τὸ Θεό. Στὸ πρωτεῖο αὐτὸ ἐπιμένει ἡ Κλίμακα:
«Πέφυκε πολλάκις τοὺς κουφοτέρους αὐτὸ τὸ δάκρυον ἐπαίρειν·
διὸ καὶ τισιν οὐ δίδοται· ἵνα ἐπὶ τῇ τούτου στερήσει ἑαυτοὺς ταλανίζωσι
καὶ καταδικάζωσι στεναγμοῖς καὶ κατηφείᾳ καὶ λύπη ψυχῆς καὶ βαθείᾳ σκυθρωπότητι καὶ ἐξαπορίᾳ ἅπερ ἀναπληροῦν τὸν τοῦ δακρύου τόπον ἀκινδύνως πεφύκασι, εἰ καὶ εἰς οὐδὲν παρ᾿ αὐτοῖς συμφερόντως λογίζονται»35. [Πολλὲς φορές, συνήθως στοὺς πιὸ ἐπιπολαίους, καὶ τὰ δάκρυα προκαλοῦν ἔπαρσι. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σὲ μερικοὺς δὲν δίδονται, ὥστε μὲ τὴν στέρησι καὶ τὴν ἀναζήτησί τους νὰ ἐλεεινολογοῦν τοὺς ἑαυτούς των καὶ νὰ τοὺς καταδικάζουν, γεμάτοι στεναγμοὺς καὶ κατήφεια καὶ λύπη ψυχῆς καὶ βαθειὰ σκυθρωπότητα καὶ ἀμηχανία. Καὶ ἔτσι ἀναπληρώνεται χωρὶς κίνδυνο ἡ ἔλλειψις τοῦ πένθους, ἔστω καὶ ἂν αὐτοὶ νομίζουν ὅτι δὲν ἔχουν κανένα συμφέρον ἀπὸ αὐτά.]

Ὄχι, λοιπόν, μόνο τὸ χάρισμα, ἀλλὰ καὶ ἡ στέρηση τοῦ χαρίσματος ὑπηρετεῖ τὸν τελικὸ σκοπὸ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ταπείνωση καὶ τὴ μετάνοια, τὶς προϋποθέσεις τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι ὁ Χριστιανὸς μένει ἐλεύθερος καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ χαρίσματα, δηλαδὴ ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε ἀναζήτηση ἀξιομισθίας· μὲ τὸν φωτισμὸ ποὺ τοῦ χαρίζει ἡ διάκριση ἀξιολογεῖ τὰ κρείτονα, τὰ συμφέροντα. Δὲν ἀρνεῖται τὰ χαρίσματα οὔτε παύει νὰ τὰ ἐπιδιώκη, ἡ σωματική μετοχή του στὴν «ἐν Χριστῷ» ζωὴ εἶναι στὰ πλαίσια τοῦ γεγονότος τῆς σωτηρίας· γυμνά ζει ὅμως τὸν ἑαυτό του μὲ φόβο Θεοῦ, ἕτοιμος νὰ ἀρνηθῆ κάθε αὐτάρκεια τῆς ἀτομικῆς του φύσεως, προπάντων τὴ θρησκευτικὴ αὐτάρκεια στὴν ὁποία μποροῦν νὰ τὸν ὁδηγήσουν τὰ φανερὰ χαρίσματα. Τὸ συμπέρασμα τῆς Κλίμακος στὸ κεφάλαιο αὐτὸ τῆς χαρισματικῆς μετοχῆς τῆς φύσεως στὶς Ἐνέργειες τῆς θείας Χάρης εἶναι διατυπωμένο μὲ τὴν ἐνάργεια τῆς ἐμπειρικῆς βεβαιότητος:
«Τούτων ἁπάντων τοὺς τρόπους φόβῳ Θεοῦ γυμνάσαντες,τὰ τῆς ἡμετέρας ἀναλύσεως καθαρὰ καὶ ἄδολα δάκρυα ἑαυτοῖς περιποιησώμεθα· οὐ γὰρ ἐστιν ἐν αὐτοῖς οἴησις ἢ κλοπή κάθαρσις δὲ μᾶλλον καὶ προκοπὴ τῆς εἰς Θεὸν ἀγάπης καὶ ἁμαρτίας ἔκπλυσις καὶ ἀπάθεια»36. [Μὲ φόβο Θεοῦ ἂς δοκιμάσωμε καὶ ἂς διακρίνωμε τὰ ἰδιώματα ὅλων αὐτῶν τῶν δακρύων. Καὶ ἂς φροντίσωμε νὰ καλλιεργοῦμε τὰ καθαρὰ καὶ ἄδολα δάκρυα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν μνήμη τοῦ θανάτου μας. Σ᾿ αὐτὰ τὰ δάκρυα δὲν ἔχει θέσι οὔτε ἡ οἴησις οὔτε ἡ κλοπὴ (ἀπὸ τὸν διάβολο), ἀλλὰ μᾶλλον ἡ κάθαρσις, ἡ πρόοδος στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸ πλύσιμο ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ ἡ ἀπάθεια].

Τέλος 7ου Κεφαλαίου

Σημειώσεις

30. Ζ΄ λδ΄ 65.
31. Ζ΄ κθ΄ 65.
32. Ζ΄ λβ΄ 65.
33. Ζ΄ λστ΄ 65.
34. Ζ΄ ξλ΄ 69.
35. Ζ΄ μη΄ 66-67.
36. Ζ΄ λε΄ 65.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

XΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ - Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (31)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Σπουδή στον Ιωάννη της Κλίμακος

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ, 1971

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ

Πραγματικά, λοιπόν, μποροῦμε νὰ μιλήσουμε γιὰ μιὰ «Θεολογία τῶν δακρύων», γιὰ μιὰ πορεία πρὸς τὴν ἀληθινὴ γνώση τοῦ Θεοῦ ποὺ πραγματοποιεῖται ἀπὸ τὴν ὁδὸ τοῦ κλαυθμοῦ τῆς μετανοίας. Ἡ πορεία ἔχει στάδια καὶ διαδοχικές φάσεις, ἀρχίζει μὲ τὸν φόβο καὶ τὴν ὀδύνη τοῦ χωρισμοῦ ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ καταλήγει «εἰς κάλλος πένθους» – στὴν ἀγάπη καὶ στὸν ἔρωτα γιὰ τὸν Θεό.
«Οἱ μὲν στεναγμοὶ καὶ ἡ κατήφεια, βοῶσι πρὸς Κύριον·
τὰ δὲ ἐκ φόβου δάκρυα, πρεσβεύουσι
τὰ δὲ τῆς παναγίας ἀγάπης,
τὴν ἱκεσίαν ἡμῶν προσδεχθεῖσαν ἡμῖν ἐμφανίζουσιν»20
[Μετάφραση: «Οι στεναγμοί και η κατήφεια κραυγάζουν προς τον Κύριο·
τα δάκρυα όμως που προέρχονται από φόβο μεσιτεύουν·
ενώ εκείνα που προέρχονται από την πανάγια αγάπη
μάς φανερώνουν ότι η ικεσία μας έγινε δεκτή.»]

Σὲ ὅλες τὶς φάσεις τῆς βαθμιαίας αὐτῆς εἰσδοχῆς στὸν χῶρο τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος μετέχει ὁλόκληρος, σὰν ψυχὴ καὶ σῶμα. Οἱ στεναγμοὶ καὶ ἡ κατήφεια, τὰ δάκρυα τοῦ φόβου καὶ τὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ αἰσθητὴ ἔκφραση τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴν ἀποδοχὴ καὶ τῆς ὑποδοχῆς τῆς Χάρης ἀπὸ τὴ φύση. Ἡ Θεολογία τῶν δακρύων δὲν εἶναι ὅπως ἡ θεολογία τῶν ἀκαδημαϊκῶν κατηγοριών – μιὰ μάθηση περὶ τοῦ Θεοῦ –, ἀλλὰ μιὰ καθολικὴ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ· τὸ χάρισμα τῶν δακρύων εἶναι ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ, λέει ἡ Κλίμακα, συχνὰ ἄσχετη μὲ τὴν ἀνθρώπινη προσπάθεια καὶ προετοιμασία.

«Ὅταν ἡ ψυχή,
καὶ ἡμῶν μὴ σπευσάντων,
μηδέ τι ἐπιτηδευσάντων,
δακρυώδης καὶ κάθυγρος καὶ ἡπία γένηται,
δράμωμεν·
ὁ γὰρ Κύριος ἀκλήτως ἐλήλυθε,
σπόγγον ἡμῖν διδοὺς λύπης θεοφιλοῦς,
καὶ ὕδωρ ἀναψύξεως δακρύων θεοσεβῶν»21.
[Μετάφραση: Ὅταν, χωρὶς καμμία ἰδική μας προσπάθεια καὶ ἐνέργεια, κατανυχθῇ ἡ ψυχή μας καὶ ὑγρανθῇ καὶ μαλακώση ἀπὸ τὰ δάκρυα, ἂς τρέξωμε (νὰ ἁρπάξωμε τὴν εὐκαιρία). Διότι αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος μᾶς ἐπισκέφθηκε ἀπρόσκλητος καὶ μᾶς ἔδωσε τὸ σφουγγάρι τῆς θεαρέστου λύπης καὶ τὸ δροσιστικὸ ὕδωρ τῶν εὐλαβικῶν δακρύων, γιὰ νὰ ἐξαλείψωμε τὸ χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν μας.]

Εἶναι ἡ ψυχὴ ποὺ γίνεται «δακρυώδης» καὶ «κάθυγρος»· τὰ «θεοσεβή» δάκρυα δὲν εἶναι ἕνα σωματικό, βιολογικό σύμπτωμα, ἀλλὰ ἡ ἐμπειρία τῆς ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου ποὺ γίνεται αἰσθητὴ σὲ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο, σὲ κάθε πτυχὴ τῆς ὑπάρξεώς του. Τότε, τὰ φυσικὰ δάκρυα ἀποκαλύπτουν τὴ μεταμόρφωση τῆς «καρδίας» τοῦ ἀνθρώπου, τὴ μεταβολὴ τῶν λίθινων καρδιῶν σὲ καρδιὲς σάρκινες22, τὴ συνάντηση τῆς κτιστῆς φύσεως μὲ τὴν ἄκτιστη Χάρη. Δὲν εἶναι πιὰ ὁ θρήνος τῆς ὀδυνηρῆς γεύσεως τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ τὰ δάκρυα τοῦ πληρώματος τῆς χαρᾶς ποὺ προξενεῖ ἡ συνάντηση μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, καὶ ταυτόχρονα ἡ «θεοφιλής» λύπη γιὰ τὴν προηγούμενη στέρηση τοῦ θείου Προσώπου «διὰ τὴν ἐν τοσούτῳ χρόνῳ τοῦ καλοῦ κάλλους στέρησιν» [Μετάφραση: «για τη στέρηση του ωραίου κάλλους επί τόσο πολύ χρόνο»] 23. Ἡ διπλὴ αὐτὴ ὄψη τοῦ χαρίσματος τῶν δακρύων, ἡ στέρηση καὶ ταυτόχρονα ἡ πληρότητα, ἡ δίψα καὶ ταυτόχρονα ὁ χορτασμός, εἶναι ἕνα «μυστήριο»:

«Ἐγὼ καὶ αὐτὴν τὴν τῆς κατανύξεως ποιότητα ἐννοῶν, ἐξίσταμαι·
πῶς πένθος, καὶ λύπη λεγομένη,
τὴν χαρὰν καὶ τὴν εὐφροσύνην ἔνδοθεν
ὥσπερ μέλι κηρίῳ συμπεπλεγμένην κέκτηται·
τι οὖν ἐκ τούτου μανθάνομεν;
ὅτι κυρίως Κυρίου δῶρον ἡ τοιαύτη κατάνυξις ὡμολόγηται·
οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ψυχῇ τότε ἀνήδονος ἡδονή,
τοῦ Θεοῦ λεληθότως παρακαλοῦντος
τοὺς συντεθλασμένους τῇ καρδίᾳ»24.
[Μετάφραση: Ἐγώ, καθὼς σκέπτομαι τὴν ποιότητα τῆς κατανύξεως, μένω ἔκθαμβος.
Πῶς αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται πένθος καὶ λύπη εἶναι συμπεπλεγμένο μὲ τὴν χαρὰ καὶ τὴν εὐφροσύνη, ὅπως τὸ μελί μὲ τὸ κερί! Καὶ τί διδασκόμεθα ἀπὸ αὐτό; Ὅτι ἡ κατάνυξις εἶναι καθ᾿ ἑαυτὸ δῶρο τοῦ Κυρίου. Καὶ στὴν ψυχὴ ποὺ κατανύσσεται ὑπάρχει μία ἀληθινὴ ἡδονή, διότι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μὲ μυστικὸ τρόπο παρηγορεῖ τοὺς «συντετριμμένους τῇ καρδίᾳ».]


Ἡ ὁριστικὴ κατάληξὴ τοῦ κλαυθμοῦ τοῦ πένθους καὶ τῶν δακρύων τῆς μετανοίας εἶναι ἡ ἀλυπία καὶ ἡ θεία εὐφροσύνη, δὲν ὑπάρχει τελικὰ ὀδύνη καὶ πένθος ὅταν ἡ ἁμαρτία καταργηθῆ καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀποκατασταθῆ στὴ χαρισματικὴ ἀκεραιότητα τῆς «καινῆς κτίσεως»:
«῎Ανελε τὴν ἁμαρτίαν καὶ περιττὸν
τὸ κατώδυνον δάκρυον τοῖς αἰσθητοῖς ὄμμασιν·
οὐ χρεία γὰρ ξηρίου, μὴ ὑπάρχοντος μώλωπος.
Οὐκ ἦν ἐν τῷ ᾿Αδὰμ πρὸ τῆς παραβάσεως δάκρυον·
ὥσπερ οὐδὲ μετὰ τὴν ἀνάστασιν λοιπόν,
καταργουμένης τῆς ἁμαρτίας.
εἶπερ ἀπέδρα τότε ὀδύνη, λύπη, καὶ στεναγμός»25.
[Μετάφραση: Θανάτωσε τὴν ἁμαρτία, καὶ τότε θὰ εἶναι περιττὰ τὰ δάκρυα τῆς ὀδύνης στοὺς ὀφθαλμούς σου. Ὅπου δὲν ὑπάρχει πληγή, δὲν χρειάζεται νυστέρι. Στὸν Ἀδὰμ πρὶν ἀπὸ τὴν παράβασι δὲν ὑπῆρχαν δάκρυα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ (στοὺς δικαίους) μετὰ τὴν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν, ἐφ᾿ ὅσον θὰ ἔχῃ καταργηθῆ ἡ ἁμαρτία καὶ «θὰ ἔχει ἐξαφανισθῆ ἡ ὀδύνη, ἡ λύπη καὶ ὁ στεναγμός» (Ἡσ. λε´ 10).]

Ἡ ἀλυπία καὶ ἡ εὐφροσύνη εἶναι τὸ δώρημα καὶ ὁ καρπὸς τῆς ἐσχατολογικῆς πληρότητος, ἡ ἐμπειρική βεβαιότητα τῆς τελικῆς ἀναστάσεως. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ἐκπλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἡ τελικὴ πραγμάτωση τοῦ ἀνθρώπινου προορισμοῦ:

«Οὐ δεῖται, οὐδὲ βούλεται ὁ Θεὸς
ἄνθρωπον ἐξ ὀδύνης καρδίας πενθεῖν·
ἀλλ᾽ ἢ μᾶλλον ἐξ ἀγάπης τῆς πρὸς αὐτὸν,
ἐν γέλωτι ψυχῆς ἀγάλλεσθαι»26.
[Μετάφραση: Ὁ Θεός, ἀγαπητοί μου, δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ δάκρυα οὔτε ἐπιθυμεῖ νὰ πενθῇ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ὀδύνη τῆς καρδιᾶς του, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τὸν βλέπη νὰ ἀγάλλεται καὶ νὰ εὐθυμῆ ἐσωτερικὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη του πρὸς Αὐτόν.]

Ἡ ἀναφορὰ στὴν τελικὴ κατάργηση τῶν δακρύων ὑπενθυμίζει ὅτι τὸ πένθος δὲν εἶναι αὐτοσκοπός, ἀλλὰ μόνον ὁ δρόμος ἀπὸ τὸν ὁποῖο θὰ περάση ὅποιος βαδίζει πρὸς τὴν ἀνθρώπινη τελειότητα. Ἡ ἐμπειρία τῆς Κλίμακος ἐπισημαίνει τὸν κίνδυνο «τὸ μέσο αὐτὸ ἐναντίον τῶν παθῶν νὰ ἀποβῆ τὸ ἴδιο ἕνα πάθος»27. Καὶ θυμόμαστε τὰ λόγια ἑνὸς ἄλλου ἁγίου ἀσκητοῦ, τοῦ Νείλου, ποὺ γράφει: «Μὴ εἰς πάθος τρέψῃ τὸ τῶν παθῶν ἀλέξημα, ἵνα μὴ πλέον παροργίσῃς τὸν δεδωκότα τὴν χάριν· πολλοὶ δακρύοντες ὑπὲρ ἁμαρτιῶν, ἐπιλαθόμενοι τοῦ τῶν δακρύων σκοποῦ, μανέντες ἐξεπλάγησαν»[Μετάφραση: Μην μετατρέψεις σε πάθος το φάρμακο κατά των παθών, για να μη προκαλέσεις ακόμη περισσότερο την οργή Εκείνου που σου έδωσε τη χάρη· γιατί πολλοί, κλαίγοντας για τις αμαρτίες τους και ξεχνώντας τον σκοπό των δακρύων, παραφρόνησαν και οδηγήθηκαν στην πλάνη]28. Ἡ ὁδὸς τῶν δακρύων τότε μόνο συνιστᾶ μιὰν αὐθεντικὴ Θεολογία, ὅταν ὁδηγῆ στὴν αἰσθητὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ποὺ σὰν γεγονὸς μυστικῆς ἀνακαινίσεως μεταβάλλει τὸ πένθος σὲ χαρά, τὸ θρῆνο τῆς πτώσεως σὲ βεβαιότητα ἀναστάσεως. Ἡ Θεολογία τῶν δακρύων δὲν εἶναι, τελικά, Θεολογία πένθους, διότι
«οὐχ ἁρμόσει πενθοῦσι θεολογία·
διαλύειν γὰρ αὐτῶν τὸ πένθος πέφυκεν»29.
[Μετάφραση: Σὲ ὅσους πενθοῦν δὲν ἁρμόζει νὰ θεολογοῦν, διότι ἡ θεολογία συνήθως διασκορπίζει τὸ πένθος τους.]

Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη μιὰ καθολικὴ πληρότητα ζωῆς, μιὰ μετοχὴ ἄμεση στὴν ἀγαλλίαση τῆς θείας δόξας;;;;;.

Σημειώσεις


20. Ζ΄ θ΄ 63.
21. Ζ΄ κζ΄ 64-65.
22. Β΄ Κορ. 3, 3 καὶ LOT - BORODINE ε.ά., σελ. 248.
23. Ζ΄ νζ΄ 68.
24. Z΄ v΄ 67.
25. Ζ΄ μστ΄ 66.
26. Ζ΄ με΄ 66.
27. VI. LOSSKY, Théologie mystique... σελ. 203.
28. Περί προσευχῆς Η΄ Migne P.G. 79, 1169 AB.
29. Ζ΄ κστ΄ 64.

ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΟΜΩΣ ΤΙ ΛΕΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡ. ΠΑΛΑΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ Ή ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ, ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΥ ΖΩΗΣ;

3.«Καὶ ἰδού», λέγει, «ἦταν ἕνας ἄνδρας ὀνομαζόμενος Ζακχαῖος, πού ἦταν μάλιστα ἀρχιτελώνης. Ἦταν δὲ πλούσιος αὐτὸς κι’ ἐζητοῦσε νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε ἐξ αἰτίας τοῦ ὄχλου, διότι ἦταν μικρὸς στὸ σῶμα». Ὄχι δὲ μόνο ἦταν μικρός, ἀλλὰ ἦταν καὶ μακριὰ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ• διότι ἂν ἐπλησίαζε, ἔστω καὶ μικρόσωμος, δὲν θὰ ἐστερεῖτο τῆς θέας. Ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι τοῦτος ἑλκυόταν καὶ ἀναχαιτιζόταν ἀρρήτως ἀπὸ τὴν θεία δύναμι τοῦ Ἰησοῦ• ἑλκυόταν δηλαδή, ἐπειδὴ εἶχε τρόπο χρηστὸ καὶ ψυχὴ κατάλληλη γιὰ τὴν ἀρετή, γι’ αὐτὸ κι’ ἐπιθυμοῦσε κι’ ἐπιχειροῦσε νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ• ἀναχαιτιζόταν δὲ ἀπὸ τὴ θεία δύναμι, διότι αἰχμαλωτίσθηκε ἀπὸ τὰ ἀντίθετα στὴν πολιτεία τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν τελωνία καὶ τὸν πλοῦτο. Αὐτὰ νομίζω δεικνύοντας καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς στοὺς συνετοὺς μὲ λίγα λόγια, ἐφ’ ὅσον μὲν ἦταν θαυμάσιος στοὺς τρόπους, εἶπε γι’ αὐτόν, «ἰδοὺ ἕνας ἄνδρας ὀνομαζόμενος Ζακχαῖος, ἐφ’ ὅσον δὲ ἦταν πιασμένος στοὺς βρόχους τῆς κακίας, πρόσθεσε «καὶ αὐτὸς ἦταν ἀρχιτελώνης, καὶ βέβαια πλούσιος». Πραγματικὰ τὸ μὲν «ἰδοὺ ἕνας ἄνδρας» λέγεται στὶς περιπτώσεις τῶν ἀξιολόγων πού δὲν ἀνήκουν στοὺς πολλούς. Καὶ πρὸς αὐτὸ τείνει ἡ μνεία τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀνδρός• διότι δὲν ἦταν ἀπὸ ἐκείνους, γιὰ τοὺς ὁποίους λέγει ὁ Δαβίδ, «δὲν θὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματά τους διὰ τῶν χειλέων μου». Τὸ ὅτι δὲ ἐμαρτύρησε ὅτι δὲν ἦταν μόνο τελώνης, ἀλλὰ καὶ ἀρχιτελώνης καὶ γι’ αὐτὸ πλούσιος, ἔδειξε ὅτι ἦταν διακεκριμένος σὲ κακία. Ἀλλ’ ἐπειδή, ὡς μικρόσωμος καὶ ἀπομακρυσμένος ὁ Ζακχαῖος, δὲν μποροῦσε νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ, λέγει, «ἔτρεξε ἐμπρὸς καὶ ἀνέβηκε σὲ μία συκομορέα, γιὰ νὰ τὸν ἰδῆ· διότι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ μέρος ἐπρόκειτο νὰ περάση». Παρατήρησε τὴν σφοδρότητα τοῦ πόθου καὶ ἀναλογίσου ἀπὸ αὐτὸ ποιὸς ἦταν ὁ τρόπος του. Ὅταν δηλαδὴ δὲν μπόρεσε νὰ διασπάση τὸν ὄχλο, δὲν ἀπογοητεύθηκε, ἀλλὰ μᾶλλον προσέτρεξε καὶ δὲν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν πόθο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ὄχλο· καὶ ἀφοῦ προπορεύθηκε, ἀνέβηκε σὲ μία συκομορέα πού ἦταν φυτευμένη στὸ δρόμο, γιὰ νὰ ἰδῆ ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ποθούμενο.

4.Κι’ ἐκεῖνος ἔκαμε τοῦτες τὶς ἐνέργειες σοφῶς καὶ φιλοθέως μὲ κεντρίσματα πόθου κτυπώμενος καὶ προτρέχοντας στὴν ὁδό, μὲ πτερὰ πόθου ἀνυψούμενος κι’ ἀνεβαίνοντας στὸ δένδρο. Τί δὲ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς, ἡ ἐνυπόστατος σοφία τοῦ ἀνάρχου Πατρός, αὐτὸς πού λέγει διὰ τοῦ Σολομῶντος, «ἐγὼ ἀγαπῶ ὅσους μὲ ἀγαποῦν· ὅσοι δὲ μὲ ἀγαποῦν, θὰ εὕρουν χάριν, «ὁ ὁποῖος καὶ στοὺς δρόμους ἀκόμη τοὺς φέρεται μὲ εὐμένεια;».

Φθάνει τὸν Ζακχαῖο, τὸν βλέπει πρῶτος, τὸν προσφωνεῖ φιλικώτατα καὶ τοῦ ὑπόσχεται τὴν ἐπίσκεψι καὶ διαμονὴ στὸν οἶκο του. Διότι, λέγει, «ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς στὸν τόπο» (ὅπου δηλαδὴ ἡ συκομορέα ἐβάσταζε τὸν Ζακχαῖο σὰν οὐράνιο καρπὸ λόγω τοῦ ἐνθέου πόθου του) καὶ ἐκύτταξε πρὸς τὰ ἐπάνω, τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἶπε»· «Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα· διότι σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸν οἶκό σου». Μοῦ φαίνεται ὅτι δὲν ἀνεγνώριζαν εὔκολα τὸν Ἰησοῦ ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ἀπὸ μόνη τὴ θέα αὐτοὶ πού δὲν τὸν εἶχαν ἰδεῖ προηγουμένως, διότι περιπατοῦσε μὲ λιτότητα καὶ δὲν εἶχε τίποτε διαφορετικὸ ἀπὸ τοὺς πολλούς, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἐπιτύχη κανεὶς τὴ θέα τοῦ κατὰ πρόσωπο ἀπὸ ψηλά, διότι συνήθως ἔσκυβε πρὸς τὸν ἑαυτό του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ γνωρίζων τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἰδὼν τὸν ἐνδόμυχο πόθο τοῦ Ζακχαίου τὸν προσφωνεῖ καὶ καλεῖ μὲ τὸ ὄνομά του τοῦτον πού δὲν εἶχε ἰδεῖ ποτὲ προηγουμένως κατ’ ὄψι, γιὰ νὰ τοῦ δείξη τὴν ὄψι του ἀπὸ φιλανθρωπία καὶ νὰ γνωρίση τὸν ἑαυτό του πρὸς τὸν ποθοῦντα φυλοφρόνως καὶ νὰ τοῦ δείξη ὅτι δὲν ποθεῖ μόνο ἀλλὰ καὶ ποθεῖται. Ἐππλέον δὲ καὶ προστάσσει νὰ σπεύση στὸ σπίτι, ὥστε μὲ ἀφθονία νὰ πράξη καὶ νὰ ἀποκομίση τὰ τέλη τῆς θεοφιλίας ἀπὸ αὐτὸν πού δίδει μὲ τὸ παραπάνω ὅσα ζητοῦμε ἢ σκεπτόμαστε.

5.«Αὐτὸς δέ», λέγει, «κατέβηκε καὶ τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαρά». Διότι αὐτὸς πού πρὶν τὸν ἰδῆ τρέχει γιὰ τὴν θέα του καὶ πράττει τὰ πάντα, ὥστε νὰ τὴν ἐπιτύχη, πῶς δὲν θὰ ἔσπευδε, ὅταν τὸν εἶδε καὶ τὸν ἄκουσε, καὶ μάλιστα ὅταν ἐδέχθηκε τέτοια ἐπαγγελία; Μόλις λοιπὸν εἶδε ὅτι καὶ ἡ ἐπαγγελία ἐπραγματοποιήθηκε, αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐχαιρόταν πού συνευρισκόταν μὲ τὸν ποθούμενο καὶ ἤδη ἐγευόταν τὶς ἄφθαρτες χάριτες ἀπὸ τὴν πηγή· οἱ δὲ βλέποντες, ἐπειδὴ δὲν ἔβλεπαν μὲ σύνεσι, λέγει, «ἐγόγγυζαν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ, λέγοντας ὅτι εἰσῆλθε στὸ σπίτι ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου».

6.Ἀλλὰ ὁ τελώνης, ἀμιλλώμενος σὲ φιλοτιμία μὲ αὐτὸν πού ὄχι μόνο κατέβηκε ἕως ἐμᾶς μὲ σάρκα ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄφατη φιλανθρωπία ἐσήκωσε τὸν ὀνειδισμό μας, «ἀφοῦ ἐστάθηκε καὶ εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦ»• τὸ ὅτι δὲ ἐστάθηκε εἶναι δεῖγμα βεβαίας γνώμης, θαρραλέας καὶ ταπεινῆς συγχρόνως• ἀφοῦ λοιπὸν ἐστάθηκε καὶ ἀποστόμωσε μὲ παρρησία τοὺς κατηγόρους, εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦ• ἰδού, Κύριε, δίδω τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου στοὺς πτωχούς, καὶ ἂν ἐξεβίασα κανένα, τοῦ τὰ ἀνταποδίδω στὸ τετραπλό

ΛΕΙ ΛΟΙΠΟΝ
 Παρατήρησε τὴν σφοδρότητα τοῦ πόθου καὶ ἀναλογίσου ἀπὸ αὐτὸ ποιὸς ἦταν ὁ τρόπος του. Ὅταν δηλαδὴ δὲν μπόρεσε νὰ διασπάση τὸν ὄχλο, δὲν ἀπογοητεύθηκε, ἀλλὰ μᾶλλον προσέτρεξε καὶ δὲν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν πόθο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ὄχλο· καὶ ἀφοῦ προπορεύθηκε, ἀνέβηκε σὲ μία συκομορέα πού ἦταν φυτευμένη στὸ δρόμο, γιὰ νὰ ἰδῆ ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ποθούμενο.
 ....Διότι, λέγει, «ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς στὸν τόπο» (ὅπου δηλαδὴ ἡ συκομορέα ἐβάσταζε τὸν Ζακχαῖο σὰν οὐράνιο καρπὸ λόγω τοῦ ἐνθέου πόθου του) καὶ ἐκύτταξε πρὸς τὰ ἐπάνω, τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἶπε»· «Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα· διότι σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸν οἶκό σου
Μοῦ φαίνεται ὅτι δὲν ἀνεγνώριζαν εὔκολα τὸν Ἰησοῦ ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ἀπὸ μόνη τὴ θέα αὐτοὶ πού δὲν τὸν εἶχαν ἰδεῖ προηγουμένως, διότι περιπατοῦσε μὲ λιτότητα καὶ δὲν εἶχε τίποτε διαφορετικὸ ἀπὸ τοὺς πολλούς, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἐπιτύχη κανεὶς τὴ θέα τοῦ κατὰ πρόσωπο ἀπὸ ψηλά, διότι συνήθως ἔσκυβε πρὸς τὸν ἑαυτό του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ γνωρίζων τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἰδὼν τὸν ἐνδόμυχο πόθο τοῦ Ζακχαίου τὸν προσφωνεῖ καὶ καλεῖ μὲ τὸ ὄνομά του τοῦτον πού δὲν εἶχε ἰδεῖ ποτὲ προηγουμένως κατ’ ὄψι, γιὰ νὰ τοῦ δείξη τὴν ὄψι του ἀπὸ φιλανθρωπία καὶ νὰ γνωρίση τὸν ἑαυτό του πρὸς τὸν ποθοῦντα φυλοφρόνως καὶ νὰ τοῦ δείξη ὅτι δὲν ποθεῖ μόνο ἀλλὰ καὶ ποθεῖται. 

5.«Αὐτὸς δέ», λέγει, «κατέβηκε καὶ τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαρά». Διότι αὐτὸς πού πρὶν τὸν ἰδῆ τρέχει γιὰ τὴν θέα του καὶ πράττει τὰ πάντα, ὥστε νὰ τὴν ἐπιτύχη, πῶς δὲν θὰ ἔσπευδε, ὅταν τὸν εἶδε καὶ τὸν ἄκουσε, καὶ μάλιστα ὅταν ἐδέχθηκε τέτοια ἐπαγγελία;

 ...«ἀφοῦ ἐστάθηκε καὶ εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦ»• τὸ ὅτι δὲ ἐστάθηκε εἶναι δεῖγμα βεβαίας γνώμης, θαρραλέας καὶ ταπεινῆς συγχρόνως• ἀφοῦ λοιπὸν ἐστάθηκε καὶ ἀποστόμωσε μὲ παρρησία τοὺς κατηγόρους, εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦ• ἰδού, Κύριε, δίδω τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου στοὺς πτωχούς, καὶ ἂν ἐξεβίασα κανένα, τοῦ τὰ ἀνταποδίδω στὸ τετραπλό

ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΑΝΑΛΟΓΩΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ. ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΖΗΤΗΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΕΑΡΟ ΠΛΟΥΣΙΟ. ΠΟΥΛΗΣΕ ΤΑ ΟΛΑ, ΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ, ΑΡΟΝ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΣΟΥ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΕ. 

Η ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΕΝΑ ΔΑΙΜΟΝΙΑ ΕΙΣΑΓΕΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΔΙΑΦΘΕΙΡΕΙ.