Συνέχεια από Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026
LUIGI SCARAVELLI
Αυτή είναι η δεύτερη εφαρμογή των μαθηματικών στη φυσική
KANT
«Εάν μια γνώση πρόκειται να έχει αντικειμενική πραγματικότητα, δηλαδή να αναφέρεται σε ένα αντικείμενο και να έχει μέσα σε αυτό σημασία και νόημα, το αντικείμενο πρέπει να μπορεί να μας δοθεί με κάποιον τρόπο. Διαφορετικά, οι έννοιες είναι κενές· και μολονότι κανείς σκέπτεται μέσω αυτών, στην πραγματικότητα με αυτή τη σκέψη δεν γνωρίζει τίποτε, αλλά απλώς παίζει με [υποκειμενικές] παραστάσεις».¹²
Πράγματι:
«Μέσα στην απλή έννοια [η αραίωση των χαρακτήρων είναι του Kant] ενός πράγματος δεν μπορεί να βρεθεί κανένα γνώρισμα της υπάρξεώς του. Διότι, μολονότι η έννοια αυτή μπορεί να είναι τόσο πλήρης, ώστε να μην της λείπει τίποτε για να νοηθεί το αντικείμενο μαζί με όλους τους εσωτερικούς προσδιορισμούς του, εντούτοις η ύπαρξη δεν έχει απολύτως καμία σχέση με όλα αυτά, αλλά μόνο με το ερώτημα αν ένα τέτοιο πράγμα μάς έχει δοθεί, έτσι ώστε η αντίληψή του να μπορεί να προηγηθεί της έννοιας· […] η αντίληψη, η οποία παρέχει στην έννοια την ύλη, είναι το μοναδικό γνώρισμα της πραγματικότητας».
Πράγματι, «ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο μας δίνονται τα αντικείμενα είναι η τροποποίηση [Modification] της αισθητικότητάς μας». Δηλαδή, τα αντικείμενα ή «τα πράγματα στον χώρο και στον χρόνο [η αραίωση των χαρακτήρων είναι του Kant] δίνονται μόνο ως αντιλήψεις —ως παραστάσεις συνοδευόμενες από αίσθηση— και, επομένως, μέσω εμπειρικής παραστάσεως».¹⁵
«Συνεπώς, οι καθαρές έννοιες της διανοίας, ακόμη και όταν εφαρμόζονται σε a priori εποπτείες [τον χώρο και τον χρόνο], όπως συμβαίνει στα μαθηματικά, δημιουργούν γνώσεις μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο αυτές οι εποπτείες —και, επομένως, μέσω αυτών και οι έννοιες της διανοίας— μπορούν να εφαρμοστούν σε εμπειρικές εποπτείες [δηλαδή σε εποπτείες που περιέχουν αίσθηση].
»Κατά συνέπεια, οι κατηγορίες, μέσω της [χωροχρονικής] εποπτείας, δεν μας παρέχουν ακόμη καμία γνώση των πραγμάτων, παρά μόνο μέσω της ενδεχόμενης εφαρμογής τους σε μια εμπειρική εποπτεία [= αίσθηση· η αραίωση των χαρακτήρων είναι του Kant]. Δηλαδή, χρησιμεύουν μόνο για τη δυνατότητα της εμπειρικής γνώσεως [το ίδιο]. Και αυτή ονομάζεται εμπειρία [το ίδιο]».¹⁶
«Ακόμη και ο χώρος και ο χρόνος, όσο καθαρές και αν είναι αυτές οι έννοιες από κάθε εμπειρικό στοιχείο […], θα στερούνταν αντικειμενικού κύρους, νοήματος και σημασίας, εάν δεν καταδεικνυόταν η αναγκαία χρήση τους στα αντικείμενα της εμπειρίας [για την οποία, επαναλαμβάνω, απαιτείται και η αίσθηση].
»Μάλιστα, η παράστασή τους είναι ένα απλό σχήμα που αναφέρεται πάντοτε στην αναπαραγωγική φαντασία, η οποία επικαλείται τα αντικείμενα της εμπειρίας· χωρίς αυτά, δεν θα είχαν καμία απολύτως αξία. […] Η δυνατότητα της εμπειρίας [η αραίωση των χαρακτήρων είναι του Kant] είναι, επομένως, εκείνη που προσδίδει αντικειμενική πραγματικότητα σε όλες τις a priori γνώσεις μας.
»Συνεπώς, μολονότι γνωρίζουμε ήδη τόσα πολλά a priori για τον χώρο γενικά ή για τα σχήματα που σχεδιάζει μέσα σε αυτόν η παραγωγική φαντασία […] και μολονότι πράγματι δεν έχουμε γι’ αυτό ανάγκη καμίας εμπειρίας, αυτή η γνώση δεν θα ήταν απολύτως τίποτε, αλλά θα περιοριζόταν σε μια τροφή αποτελούμενη από απλές χίμαιρες, εάν ο χώρος δεν έπρεπε να θεωρηθεί ως όρος των φαινομένων που συγκροτούν την ύλη της εξωτερικής εμπειρίας».¹⁷
Με λίγα λόγια:
«Όσον αφορά την πραγματικότητα, είναι αυτονόητο ότι δεν θα μπορούσαμε να τη σκεφτούμε in concreto χωρίς να προσφύγουμε στη βοήθεια της εμπειρίας· διότι αυτή μπορεί να αναφέρεται μόνο στην αίσθηση ως ύλη της εμπειρίας».¹⁸
Όλα όσα ειπώθηκαν έως εδώ οδηγούν στο δεύτερο Αίτημα της εμπειρικής σκέψεως εν γένει, το οποίο διατυπώνεται ως εξής:
«Πραγματικό [wirklich] είναι εκείνο που συμφωνεί με τους υλικούς όρους της εμπειρίας —της αισθήσεως».¹⁹
Δηλαδή, πραγματικό είναι εκείνο που περιέχει μια παρούσα αίσθηση ή συνδέεται με αυτή την παρούσα αίσθηση σύμφωνα με εμπειρικούς νόμους —σύμφωνα, δηλαδή, με τη συνέχεια των ίδιων των αισθήσεων.
Με άλλα λόγια:
«Το αίτημα για τη γνώση της πραγματικότητας των πραγμάτων απαιτεί την αντίληψη και, επομένως, την αίσθηση, της οποίας έχουμε συνείδηση».²⁰
Είναι σημαντικό, σε σχέση με αυτό το αίτημα, να κατανοηθεί καλά ότι δεν πρόκειται να περιοριστούμε εμπειρικά στην αίσθηση που εγώ —ο πειραματιστής— δοκιμάζω αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή. Το νόημα του αιτήματος είναι το εξής: εκείνο που απαιτείται είναι η παρουσία, δηλαδή εκείνη η δυνατή παρουσία για την πραγματικότητα της οποίας μπορούμε να εγγυηθούμε, όταν από την πράγματι και επί του παρόντος παρούσα αίσθηση προχωρούμε, από αίσθηση σε αίσθηση, έως αυτήν —δηλαδή έως εκείνη τη δυνατή παρουσία— χωρίς να εγκαταλείπουμε ούτε για μία στιγμή, έστω και ιδεατή, το νήμα της αισθητής συνδέσεως.
Με άλλα λόγια, εκείνο που απαιτεί αυτό το αίτημα —για να συνεχίσουμε με τα ίδια τα λόγια του Kant— δεν είναι «η άμεση συνείδηση του αντικειμένου του οποίου πρέπει να γνωσθεί η ύπαρξη, αλλά η σύνδεσή του με μια πραγματική [ενεργό ή παρούσα] αντίληψη».²¹
«Το ότι μπορεί να υπάρχουν κάτοικοι στη Σελήνη, μολονότι κανένας άνθρωπος δεν τους έχει ποτέ αντιληφθεί, πρέπει ασφαλώς να γίνει δεκτό· αυτό όμως δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι, κατά τη δυνατή πρόοδο της εμπειρίας [δηλαδή καθώς προχωρούμε από αντίληψη σε αντίληψη, ξεκινώντας από την παρούσα αντίληψη], θα μπορούσαμε να συναντήσουμε αυτούς [= την αντίληψή τους], διότι πραγματικό είναι καθετί που βρίσκεται σε συνάφεια με μια αντίληψη σύμφωνα με τους νόμους της εμπειρικής προόδου».
«Κατά τον ίδιο τρόπο, τα πραγματικά πράγματα του παρελθόντος […] δεν είναι αντικείμενα και δεν είναι πραγματικά μέσα στον παρελθόντα χρόνο παρά μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο παρασταίνω ότι μια αναδρομική σειρά δυνατών αντιλήψεων —είτε ακολουθώντας το νήμα της ιστορίας είτε τα ίχνη των αιτίων και των αποτελεσμάτων—, σύμφωνα με εμπειρικούς νόμους, με μία λέξη, η πορεία του κόσμου, οδηγεί σε μια σειρά χρόνου που έχει παρέλθει ως όρο του παρόντος χρόνου· […] έτσι ώστε όλα τα γεγονότα που συνέβησαν από αμνημονεύτων χρόνων πριν από την ύπαρξή μου δεν σημαίνουν τίποτε άλλο παρά τη δυνατότητα παρατάσεως της αλυσίδας της εμπειρίας, από την “παρούσα” αντίληψη προς τα πίσω, έως τους όρους που προσδιορίζουν αυτή την αντίληψη μέσα στον χρόνο».²³
Επομένως, μόνο ξεκινώντας από την παρούσα αίσθηση ή αντίληψη και ακολουθώντας την αδιάκοπη αλληλουχία αυτής της αισθήσεως μπορεί κανείς να συλλάβει ότι φθάνει, μέσα στην εμπειρική τους πραγματικότητα, σε αντικείμενα απομακρυσμένα στον χρόνο ή στον χώρο· και αυτά, όταν πλέον προσεγγισθούν μέσω της αισθητής προόδου, αποκαλύπτονται ακριβώς διά της αισθήσεως.
Έτσι, όταν μιλώ για «άστρα που βρίσκονται εκατό φορές μακρύτερα από τα απώτατα άστρα που βλέπω», μπορώ να πω: «πιθανότατα υπάρχουν τέτοια άστρα στον χώρο του σύμπαντος, μολονότι κανένας άνθρωπος δεν τα έχει ποτέ αντιληφθεί ούτε πρόκειται να τα αντιληφθεί»· και μπορώ να το πω αυτό, επειδή σημαίνει: «μπορώ, κατά την εμπειρική πρόοδο μέσα στον χώρο, να συναντήσω [αυτά] τα άστρα».²⁴
Με άλλα λόγια, το να ισχυριζόμαστε ότι υπάρχουν νέα αντικείμενα τα οποία σήμερα δεν γίνονται αντιληπτά —δεν γίνονται αισθητά— σημαίνει ότι είναι τέτοια ώστε θα μπορούσαν κάποια ημέρα να γίνουν αντιληπτά —να γίνουν αισθητά—, όταν, προχωρώντας εμπειρικά, δηλαδή ακριβώς αισθητά, από την παρούσα ενεργό αίσθηση προς μια άλλη αίσθηση συνδεδεμένη με αυτήν, και από εκεί προς μια ακόμη αίσθηση συνδεδεμένη με την προηγούμενη —και ούτω καθεξής, χωρίς ποτέ να διακόπτεται το νήμα της συνδέσεως των αισθήσεων—, φθάσουμε τελικά στις αισθήσεις αυτών των νέων αντικειμένων, οι οποίες τότε θα είναι παρούσες.
«Διότι σε αυτή την περίπτωση η ύπαρξη του πράγματος συνδέεται με τις αντιλήψεις μας μέσα σε μια δυνατή εμπειρία· και εμείς μπορούμε, ξεκινώντας από μια πραγματική μας αντίληψη και ακολουθώντας το καθοδηγητικό νήμα εκείνων των αναλογιών [= την αδιάκοπη συνέχεια του ιστού των αισθήσεων μέσα στη δομή της αισθητής εμπειρίας], να φθάσουμε στο πράγμα μέσα στη σειρά των δυνατών αντιλήψεων».
Σε αυτά τα παραδείγματα αντικειμένων απομακρυσμένων στον χρόνο και αντικειμένων απομακρυσμένων στον χώρο, τα οποία μπορούν να προσεγγισθούν μόνο αν ξεκινήσουμε από μια παρούσα αίσθηση, χωρίς να διακόψουμε το νήμα της εμπειρικής συνδέσεως και ακολουθώντας επιπλέον τη δομή ή τους νόμους της εμπειρίας, ο Kant προσθέτει ένα ακόμη παράδειγμα.
Αυτό αναφέρεται σε ένα τμήμα της παρούσας πραγματικότητας, μέσα στο οποίο υπάρχει κάτι που σήμερα δεν μπορούμε να διακρίνουμε, εξαιτίας της ελλείψεως κατάλληλων μέσων· κάτι που έχει μια ιδιαίτερα λεπτή και μικροσκοπική υφή, αόρατη σήμερα, αλλά το οποίο θα μπορούσε κάποια ημέρα, με την τελειοποίηση των οργάνων —δηλαδή καθιστώντας τις αισθήσεις μας περισσότερο ευαίσθητες και λεπτές—, να προσεγγισθεί.
«Αναγνωρίζουμε την ύπαρξη μιας μαγνητικής ύλης που διαπερνά όλα τα σώματα, από την αντίληψη των ρινισμάτων σιδήρου που έλκονται· μολονότι, εξαιτίας της κατασκευής των οργάνων μας, είναι [σήμερα] αδύνατη για εμάς η άμεση αντίληψη αυτής της ύλης. Πράγματι, σύμφωνα με τους νόμους της αισθητικότητας και τη συνάφεια των αντιλήψεών μας, θα μπορούσαμε μέσα σε μια εμπειρία να συναντήσουμε ακόμη και την άμεση εμπειρική εποπτεία [εκείνης της ύλης], εάν τα όργανά μας ήταν λεπτότερα, ενώ η χονδροειδής κατασκευή τους κ.λπ.».²⁶
Εάν, καθώς διαβάζουμε για αυτή τη δυνατότητα προσεγγίσεως —ξεκινώντας από παρούσες αντιλήψεις και ακολουθώντας πάντοτε το νήμα της αισθητικότητας και της δομής της εμπειρίας— ενός πράγματος που παραμένει απρόσιτο με ακατάλληλα και αδρά μέσα, αντικαταστήσουμε το καντιανό παράδειγμα με ένα σύγχρονο, λόγου χάρη με την προσπάθεια των σημερινών φυσικών να αναχθούν από τις καθαρά ορατές φασματικές γραμμές στις εσωτερικές συμπεριφορές των ατόμων —άλματα ηλεκτρονίων, ενεργειακές στάθμες ή διαφορές ενεργειακών σταθμών, σπιν κ.λπ.— οι οποίες προσδιορίζουν εκείνες τις γραμμές, ο καντιανός συλλογισμός διατηρεί ακέραιη την ισχύ του.
«Επομένως», καταλήγει ο Kant, «έως εκεί όπου φθάνει η αντίληψη και ό,τι εξαρτάται από αυτήν σύμφωνα με εμπειρικούς νόμους, φθάνει επίσης και η γνώση μας για την ύπαρξη των πραγμάτων. Εάν όμως δεν ξεκινούμε από την εμπειρία ή εάν δεν προχωρούμε σύμφωνα με τους νόμους της εμπειρικής συνδέσεως των φαινομένων, μάταια επιδεικνύουμε την αξίωση ότι μπορούμε να μαντεύσουμε και να ερευνήσουμε την ύπαρξη οποιουδήποτε πράγματος».
Αυτή η εκκίνηση από την εμπειρία και την αίσθηση, αυτή η πορεία σύμφωνα με τους νόμους της εμπειρικής συνδέσεως των φαινομένων, προκειμένου να παραμείνουμε μέσα στον κόσμο της εμπειρίας και της πραγματικότητας —διότι «κανείς δεν μπορεί να έχει μια εποπτεία που να αντιστοιχεί στην έννοια της πραγματικότητας παρά μόνο από την εμπειρία· και ποτέ δεν θα μετάσχει σε αυτήν a priori, αφ’ εαυτού και πριν από την εμπειρική συνείδησή της»²⁸—, ανακαλεί την εικόνα με την οποία ο Kant ολοκληρώνει, στην πρώτη έκδοση της Κριτικής, την εξέταση των παραλογισμών του καθαρού λόγου:
«Μόνο η ψυχρότητα μιας αυστηρής αλλά δίκαιης κριτικής […] μπορεί να περιορίσει όλες τις θεωρησιακές αξιώσεις μας αποκλειστικά στο πεδίο της δυνατής εμπειρίας […] μέσω του προσδιορισμού των ορίων της [των ορίων του λόγου], ο οποίος πραγματοποιείται με την καθοδήγηση ασφαλών αρχών· ενός προσδιορισμού που χαράσσει με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα το nihil ulterius του επάνω στις Ηράκλειες Στήλες, τις οποίες η ίδια η φύση έχει τοποθετήσει, ώστε το ταξίδι του λόγου μας να συνεχίζεται έως εκεί όπου εκτείνονται αδιάκοπα οι ακτές της εμπειρίας. Αυτές δεν μπορούμε να τις εγκαταλείψουμε χωρίς να αποτολμήσουμε την είσοδο σε έναν απέραντο ωκεανό χωρίς ακτές, ο οποίος, μέσα από διαρκώς απατηλές οπτασίες, θα μας υποχρέωνε τελικά να εγκαταλείψουμε όλες τις επίπονες και μακροχρόνιες προσπάθειές μας ως μάταιες».
Και σε τι διαφέρει αυτό το ταξίδι, το οποίο ακολουθεί πάντοτε τις «ακτές της εμπειρίας», εκείνες τις «συνεχείς» ακτές τις οποίες δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείψουμε, από το κριτήριο που βρίσκεται στη βάση της σχολής ενός Planck, ενός Bohr ή ενός Heisenberg; Πρόκειται για το κριτήριο που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το άρρητο σύνθημα τόσο της αντιλήψεώς τους για τη φυσική επιστήμη όσο και της πραγματικής τους δραστηριότητας ως επιστημόνων: να μην εγκαταλείπουν ποτέ τα δεδομένα που προσφέρουν οι πειραματικές παρατηρήσεις και να μην επεξεργάζονται μια θεωρία η οποία, γενικεύοντας αυτά τα δεδομένα, θα τα καθιστούσε έγκυρα πέρα από τα όρια εκείνης της εμπειρίας μέσα στην οποία γεννήθηκαν.
Εάν σταθούμε και αναλογιστούμε το σχεδόν ανεπαίσθητο σημείο στο οποίο αρχίζει η διακλάδωση ανάμεσα στο φαινόμενο όπως μας δίνεται μέσα στην εμπειρία και σε ό,τι είμαστε υποχρεωμένοι να αφαιρέσουμε ιδεατά από αυτήν, ακριβώς για να αποκτήσουμε εμπειρία —δηλαδή για να ανακαλύψουμε τον νόμο που διέπει το φαινόμενο—, όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση των γαλιλαϊκών σφαιρών, το χρώμα, την τραχύτητα του επιπέδου, την αντίσταση του αέρα κ.λπ., πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα να μη συμπεριλάβουμε ανάμεσα σε όλα αυτά που πρέπει να εξαλειφθούν και εκείνο του οποίου η εξάλειψη καταργεί το ίδιο το προς εξέταση αντικείμενο, δηλαδή καταργεί την εμπειρία.
Διότι, εάν εξαλειφθεί εκείνο που είναι απαραίτητο για την πραγματική εμπειρία και εισέλθουμε σε έναν κόσμο καθαρών νοητικών οντοτήτων, οι νόμοι που θα μπορέσουμε να ανακαλύψουμε δεν θα είναι νόμοι του φυσικού φαινομένου, αλλά νόμοι αυτών των νοητικών οντοτήτων· για παράδειγμα, γεωμετρικών οντοτήτων.
Το εξαιρετικά λεπτό σημείο, η βελόνα που ανεπαίσθητα κατευθύνει προς δύο αποκλίνοντες σιδηροδρομικούς κλάδους, είναι εκείνο που, στον έναν κλάδο, οδηγεί προς τις ευθύγραμμες γενικεύσεις της κλασικής φυσικής —οι οποίες, μολονότι γεννήθηκαν μέσα στην εμπειρία, συνεχίζουν κατόπιν σε μια πορεία όπου ούτε καν η ιδεατά δυνατή εμπειρία δεν μπορεί πλέον να τις ακολουθήσει—, ενώ στον άλλο κλάδο οδηγεί προς μια οδό που κινείται πάντοτε μέσα στην περιοχή μιας ιδεατά δυνατής εμπειρίας.
Μέσα σε αυτήν, δύο σημεία έχουν καταστεί θεμελιώδη: η εννοιολογικά πραγματική παρουσία του παρατηρητή, δηλαδή η αναπόφευκτη παρέμβασή του, μέσω της παρουσίας του, στη διαμόρφωση όλων των γεγονότων της εμπειρίας· και το αυστηρά πραγματικό, αναπαλλοτρίωτο και πάντοτε παρόν μέγεθος ή ποσότητα της αισθήσεως.
Εάν αυτό το μέγεθος αναχθεί στο μηδέν, μας επιτρέπεται βέβαια να ακολουθήσουμε την οδό της γενικεύσεως· η οδός αυτή όμως μετατρέπεται στο άλμα της παρεκβολής, κατά το οποίο έχει εξαφανιστεί εκείνο που συμβάλλει στη διαμόρφωση του εσωτερικού ιστού του υπό μελέτη φαινομένου και, εξαφανιζόμενο, έχει συμπαρασύρει στο μηδέν την πραγματικότητα του φαινομένου που επρόκειτο να μελετηθεί.
Οι συνέπειες όμως της αναγωγής στο μηδέν του μεγέθους ή της ποσότητας του βαθμού θα εξεταστούν ειδικά στην § 5 αυτού του κεφαλαίου.
III. Η ΑΧΩΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΙΣΘΗΣΕΩΣ
ΜΙΑ ΤΕΡΑΤΩΔΗΣ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΝΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΜΕΙΝΕ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ, ΙΚΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ, ΣΤΟΝ ΘΕΟ. ΜΙΑ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ Ή ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΑΥΤΙΑ. Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΣΤΗ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ. Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΧΕΙ ΑΛΛΟ ΔΕΔΟΜΕΝΟ.ΤΟΝ ΥΠΟΔΟΧΕΑ.
ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ:Η εικόνα και η ομοίωση του Θεού, σύμφωνα με τα οποία δημιουργήθηκαν οι πρωτόπλαστοι, εκφράζονταν πλήρως σε αυτούς, πριν από την πτώση. Η αμαρτία διέφθειρε και το ένα και το άλλο, αν και δεν τα στέρησε τελείως από τον άνθρωπο.
Στον άνθρωπο έμεινε ο νους και όλα τα άλλα, τα οποία ήταν εικόνα του Θεού. Για να τα αναπτύξουμε, όμως, πρέπει να καταβάλλουμε μεγάλες προσπάθειες, με τις οποίες αποκαθίσταται σε πολύ μικρό βαθμό αυτό που διέθεταν με πληρότητα οι προπάτορές μας. Στον άνθρωπο έμεινε, ως ένα βαθμό, η τάση του να φτάσει στο καθ΄ ομοίωση του Θεού, αν και μερικές φορές πέφτει τόσο που να μην μπορείς να τον αναγνωρίσεις.
Ψυχή Αγέννητος- Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής.
“Πεύσεις και αποκρίσεις”, τόμος 14Α, εκδόσεις Μερετάκη, Ερώτησις 104, Απόκρισις:
«Η ψυχή, νους υπάρχουσα κατά την δύναμιν αυτής, έχει ως αγέννητον εαυτήν, εαυτώ γεννώντα γεννητώς, ως είναι τον λόγον τον εν τω νω και εκ του νου γεννώμενον άλλον αυτώ εκείνο τον γεννώντα νουν μετά της κατά την γέννησιν ιδιότητος της μηδαμώς δεχομένης αντιστροφήν.
Διότι άφετον και απλούν κατά την ουσίαν η μόνον το Θείον, τα δε άλλα πάντα, όσα μετά Θεόν και εκ Θεού το είναι έχει, εξ ουσίας και ποιότητος ήτουν δυνάμεως είναι, τουτέστιν εξ ουσίας και συμβεβηκότος.
Αυτός ουν ο λόγος ο ούτω και ων και γεννώμενος, της υπουργού φύσεως την φωνήν λαμβάνων, προφέρεται και γεννά λόγον εν άλλω νοί, διά της του δεχομένου ακοής τω νω παραπεμπόμενος.»
ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΑΣΧΟΥΜΕ ΑΠΟ ΕΝΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΜΗΤΡΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ. ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟ ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ.
ΠΡΟΣ ΚΑΘΕ ΛΑΚΑΝΟΝΤΟΛΜΑ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΝΟΜΙΖΕΙ ΟΤΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
Σημειώσεις:
12 Κριτική, σ. 176 (Β 144).
13 Στο ίδιο, σ. 288 (Β 189).
14 Στο ίδιο, σ. 165 (Β 135).
15 Κριτική, σ. 144 (Β 117). «Επομένως, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για τον εμπειρικό ρεαλισμό· δηλαδή, στις εξωτερικές μας εποπτείες αντιστοιχεί κάτι πραγματικό μέσα στον χώρο». Και τέσσερις ή πέντε σειρές προηγουμένως: «Ό,τι δίνεται μέσα σε αυτόν [στον χώρο] […] είναι επίσης πραγματικό μέσα σε αυτόν· διότι, εάν δεν ήταν πραγματικό μέσα σε αυτόν, δηλαδή εάν δεν δινόταν άμεσα μέσω εμπειρικής εποπτείας, δεν θα μπορούσε ούτε καν να παρασταθεί με τη φαντασία, επειδή το πραγματικό των εποπτειών δεν μπορεί να επινοηθεί a priori» [Κριτική, σ. 685 (Α 235)]. Τα χωρία αυτά βρίσκονται στους Παραλογισμούς της πρώτης εκδόσεως, οι οποίοι αναδιατυπώθηκαν και συντομεύθηκαν σημαντικά στη δεύτερη. Η έννοια αυτή όμως δεν τροποποιήθηκε ποτέ ούτε στο ελάχιστο. [Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι αυτή η επιμονή στην αναγκαιότητα της υπάρξεως κάποιου «πραγματικού πράγματος μέσα στον χώρο» συναντάται ακριβώς στην πρώτη εκείνη έκδοση, η οποία φάνηκε ότι περιείχε μια υποκειμενιστική θεωρία κατά τον Berkeley — εσφαλμένη εντύπωση, την οποία ο Kant προσπάθησε, παρ’ όλα αυτά, να εξαλείψει στη δεύτερη έκδοση].
16 Κριτική, σ. 144 (Β 117).
17 Στο ίδιο, σσ. 176–177 (Β 144–145).
18 Στο ίδιο, σ. 227 (Β 188).
19 Κριτική, σ. 224 (Β 185).
20 Στο ίδιο, σ. 228 (Β 189). Οι λέξεις «Πραγματικότητα» και «Αντίληψη» έχουν αραιωμένη γραφή από τον Kant.
21 Στο ίδιο, σ. 228 (Β 189).
22 Στο ίδιο, σ. 404 (Β 340).
23 Κριτική, σ. 405 (Β 341).
24 Στο ίδιο, σ. 406 (Β 342).
25 Κριτική, σ. 229 (Β 190).
26 Στο ίδιο, σ. 229 (Β 190).
27 Κριτική, σ. 229 (Β 190).
28 Στο ίδιο, σ. 549 (Β 470).
29 Στο ίδιο, σ. 698 (Α 247).
30 Κριτική, σ. 185 (Β 152).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου