Συνέχεια από 12. Αυγούστου 2026
Η αριστοτελική Φυσική 2
Μελέτες για τη θεμελίωση της φυσικής επιστήμης και τις γλωσσικές προϋποθέσεις της έρευνας των αρχών στον Αριστοτέλη
Göttingen: Vandenhoeck & Ruprecht, 1992, 3η έκδοση
Wolfgang Wieland
Εισαγωγή: Η έρευνα για τον Αριστοτέλη και η Φυσική
§ 1. Η κατάσταση της έρευνας
Αν και στο βιβλίο αυτό, ως προς το θέμα του, επιχειρείται μόνο η προσπάθεια να προσφερθεί, μέσω της ερμηνείας ορισμένων κεντρικών χωρίων από τον κύκλο των προβλημάτων της αριστοτελικής φιλοσοφίας της φύσεως, μια συμβολή στην ουσιαστική κατανόηση του αριστοτελικού φιλοσοφείν, εντούτοις μια τέτοια έρευνα, η οποία είναι κατά κύριο λόγο ιστορικοφιλοσοφική, αποσκοπεί συγχρόνως να αποτελέσει και προκαταρκτική εργασία για μια συστηματική συζήτηση των προβλημάτων θεμελιώσεως των ακριβών επιστημών —ιδίως της Φυσικής— που τίθενται στη σημερινή φιλοσοφία. Γιατί ακριβώς ο Αριστοτέλης, ανάμεσα στους στοχαστές του παρελθόντος, εξεταζόμενος από αυτή την άποψη, υπόσχεται ότι μπορεί να μας οδηγήσει σε σημαντικές γνώσεις, θα επιχειρήσουμε να το δείξουμε συνοπτικά.
Ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που θεμελιώνει τη Φυσική ως αυτοτελή επιστήμη, η οποία παραμένει σαφώς διακριτή από άλλες δυνατότητες επιστημονικού ερωτήματος, όπως αυτές πραγματώνονται, για παράδειγμα, στη Λογική, την Ηθική ή τα Μαθηματικά. Ο σύγχρονος φυσικός επιστήμονας, βέβαια, με μια πρώτη ματιά δύσκολα θα βρει στη Φυσική του Αριστοτέλη κάτι που να έχει κοινό αυτό το βιβλίο με τα ζητήματα που απασχολούν τη νεότερη Φυσική. Αυτό, όμως, δεν πρέπει να μας παραπλανήσει ως προς την ιστορική συνάφεια επιδράσεων που υπάρχει εδώ.
Όποιος είναι πολύ εξοικειωμένος με ένα αντικείμενο τείνει εύκολα να αποδίδει υπερβολικά μεγάλη βαρύτητα στις διαφορές μεταξύ των αντιλήψεων, ενώ θεωρεί όλα τα κοινά στοιχεία αυτονόητα, σε τέτοιο βαθμό ώστε πλέον να μη γίνεται καν λόγος γι’ αυτά. Ωστόσο, στην εξέλιξη κάθε επιστήμης εμφανίζονται κατά καιρούς καταστάσεις στις οποίες είναι αναγκαίο να τεθεί υπό ερώτηση ακόμη και εκείνο που μέχρι τότε θεωρούνταν αυτονόητο.
Ιδίως υπό αυτή την έννοια, η ενασχόληση με την αριστοτελική Φυσική είναι γόνιμη όσον αφορά τα θεμελιώδη ερωτήματα της σύγχρονης φυσικής επιστήμης: τα ερωτήματα που η σύγχρονη Φυσική —στην προσπάθειά της να διερευνήσει τα ίδια της τα θεμέλια— αναγκάζεται να συζητήσει, κατευθύνονται, μολονότι προέρχονται από μια εντελώς διαφορετική ιστορική κατάσταση, προς την ίδια κατεύθυνση με τα ερωτήματα μέσω της απαντήσεως των οποίων ο Αριστοτέλης θεμελίωσε τη Φυσική ως επιστήμη.
Δεν θα αποτελούσε αντίρρηση κατά της συστηματικής σημασίας της αριστοτελικής Φυσικής για τη σύγχρονη Φυσική, εάν αποδεικνυόταν —κάτι που εδώ, βέβαια, δεν έχει ακόμη τεθεί ως ερώτημα— ότι η θεμελιώδης αριστοτελική θέση δεν μπορεί πλέον να διατηρηθεί υπό το φως της σύγχρονης φυσικής επιστήμης. Συχνά, πράγματι, μόνον απέναντι σε έναν αντίπαλο που είναι βέβαιος για τη θέση του κατορθώνει κανείς να αποκτήσει σαφή επίγνωση της δικής του θέσεως. Στην ιστορία της σκέψεως και της επιστήμης, πάντως, ο αντίπαλος που έχει ξεπεραστεί ανήκει τουλάχιστον εξίσου στις προϋποθέσεις του δικού μας παρόντος όσο και εκείνος του οποίου τη θέση υιοθετούμε και αναπτύσσουμε περαιτέρω.
Γι’ αυτό και δεν μπορεί κανείς να εξέλθει από την ιστορία και, ως αμέτοχος θεατής, να καταστήσει τη μία μορφή της Φυσικής κριτήριο για την άλλη. Είναι πολύ εύκολο τότε να διαπράξει κανείς το σφάλμα να συγκρίνει μεταξύ τους προτάσεις οι οποίες μόνο εκ πρώτης όψεως είναι συγκρίσιμες, ενώ στην πραγματικότητα βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα αναστοχασμού ή αποσκοπούν να δώσουν απάντηση σε εντελώς διαφορετικά ερωτήματα.
Ίσως, όμως, ο αντίθετος κίνδυνος να είναι ακόμη μεγαλύτερος: συνίσταται στο ότι, εξαιτίας ενός υπερβολικού ιστορικού αναστοχασμού, ο οποίος δεν ασκεί αρκετή κριτική στον ίδιο του τον εαυτό, χάνει κανείς το ουσιαστικό ενδιαφέρον για τα ίδια τα ζητήματα που συζητούνται ή τουλάχιστον το παραμερίζει συνειδητά. Αυτό αποτελεί κίνδυνο, επειδή το ουσιαστικό ενδιαφέρον που τίθεται στο περιθώριο κατά τον ιστορικό αναστοχασμό δεν χάνει, ως τέτοιο, τίποτε από τη δραστικότητά του. Διότι στην πραγματικότητα δεν μπορεί κανείς καθόλου να παραιτηθεί από αυτό, ακόμη και αν πιστεύει ότι το επιθυμεί. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να το απωθήσει· τότε όμως γίνεται πολύ δυσκολότερο να το διακρίνει και να το κατανοήσει.
Μια ιστορική έρευνα απαλλαγμένη, ως προς το ίδιο το αντικείμενό της, από κάθε προϋπόθεση αποτελεί, όμως, αυταπάτη: οι περιεχομενικές προϋποθέσεις προέρχονται σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως από τη γενική μορφωτική συνείδηση, η οποία συνενώνει μέσα της στοιχεία ετερογενή τόσο ως προς το περιεχόμενό τους όσο και ως προς την ιστορική τους προέλευση και τα οποία υιοθετούνται χωρίς αναστοχασμό. Συχνά πρόκειται για προκαταλήψεις της εκάστοτε εποχής, οι οποίες θεωρούνται αυτονόητες αλήθειες, χωρίς να υπάρχει επίγνωση της ιστορικής τους ενδεχομενικότητας.
Διαφορετικής φύσεως είναι οι δυσκολίες που προκύπτουν, από την άποψη της ιστορικής και φιλολογικής έρευνας για τον Αριστοτέλη, κατά τη μελέτη της αριστοτελικής Φυσικής. Καταρχάς προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι τα φυσικοφιλοσοφικά συγγράμματα του Αριστοτέλη έχουν παραμεληθεί ή παρακαμφθεί με αξιοσημείωτο τρόπο από την ιστορική και φιλολογική έρευνα. Σε αυτό ασφαλώς παίζει κάποιο ρόλο και μια ορισμένη αμηχανία απέναντι στην ουσιαστική προβληματική του ίδιου του αντικειμένου.
Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί γεγονός ότι η εικόνα του Αριστοτέλη στη συνείδηση της σύγχρονης έρευνας καθορίζεται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τη Μεταφυσική και τη Λογική —στην Αγγλία, λόγω της σημαντικής πολιτικοφιλοσοφικής της παραδόσεως, κυρίως επίσης από την Ηθική και τα Πολιτικά— παρά από τον κύκλο των προβλημάτων της Φυσικής.
Ερευνητές των πλέον διαφορετικών κατευθύνσεων συμφωνούν ως προς το ότι η Μεταφυσική, ως «πρώτη φιλοσοφία», περιλαμβάνει ολόκληρο το πεδίο της θεωρητικής γνώσεως, ενώ η Φυσική, ως «δεύτερη φιλοσοφία», έχει να επεξεργαστεί μόνο ένα ιδιαίτερο τμήμα μέσα σε αυτό το πεδίο, το οποίο έχει ήδη προηγουμένως διαρθρωθεί από τη Μεταφυσική.
Αυτή η αντίληψη περί της προτεραιότητας της Μεταφυσικής θεωρούνταν ήδη σχεδόν αδιαμφισβήτητη από τους ύστερους αρχαίους σχολιαστές του Αριστοτέλη· υιοθετήθηκε εξίσου χωρίς αντιρρήσεις από τον μεσαιωνικό Αριστοτελισμό όσο και από την ιστορική έρευνα των νεότερων χρόνων.
Δεν πρέπει, βέβαια, να παραγνωριστεί ότι η αντίληψη αυτή μπορεί να στηριχθεί σε μια σειρά διατυπώσεων που κάνει ο ίδιος ο Αριστοτέλης στη Μεταφυσική. Αν εξετάσουμε το ζήτημα από τη θέση της Μεταφυσικής, τότε και η συστηματική θέση της Φυσικής, όπως συνήθως προσδιορίζεται, έχει κατ’ αρχήν προσδιοριστεί ορθά· μολονότι πρέπει να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποια «τρίτη» ή «τέταρτη» φιλοσοφία, παράλληλη προς τη Φυσική, η οποία να εξαρτάται κατά ανάλογο τρόπο από τη Μεταφυσική.
Θα μπορούσε, ωστόσο, να συμβαίνει ότι η Φυσική, εάν ξεκινήσουμε από την προβληματική που βρίσκεται στη βάση της, δεν μπορεί καθόλου να κατανοηθεί επαρκώς, εφόσον από την αρχή την εξετάζουμε αποκλειστικά μέσα σε αυτό το σχήμα που κυριαρχείται από τη Μεταφυσική. Διότι η ίδια η Μεταφυσική δεν έχει συλληφθεί μόνο —όσον αφορά το όνομά της, το οποίο δημιουργήθηκε μόλις στη μετα-αριστοτελική εποχή— αλλά κυρίως και ως προς το ίδιο το αντικείμενό της, μέσα από μια συνειδητή και ρητή οριοθέτηση απέναντι στη Φυσική και, ακριβώς γι’ αυτό, παραμένει εξαρτημένη από αυτήν.¹
Η παρούσα μελέτη εργάζεται, λοιπόν, με την υπόθεση ότι η αριστοτελική Φυσική είναι κατανοητή από μόνη της· αυτό σημαίνει εδώ ειδικότερα ότι, για την ερμηνεία της, δεν χρειάζεται σε κανένα σημείο να προσφύγει κανείς σε οποιεσδήποτε προϋποθέσεις που θα έπρεπε να του δοθούν εκ των προτέρων από τη Μεταφυσική. Αν ξεκινήσει κανείς με αυτόν τον τρόπο από τη Φυσική, προκύπτει πράγματι μια κάπως διαφορετική εικόνα της Μεταφυσικής από εκείνη που προκύπτει όταν, κατά τον συνήθη τρόπο, ξεκινά κανείς από την αυτοερμηνεία της ίδιας της Μεταφυσικής.
Εάν, λοιπόν, υπό αυτή την υπόθεση προκύπτει μια ερμηνεία απαλλαγμένη από αντιφάσεις, τότε μπορεί κανείς, υπό μια ορισμένη έννοια, να μιλήσει και για μια προτεραιότητα της Φυσικής έναντι της Μεταφυσικής, διότι η Μεταφυσική στον Αριστοτέλη δεν είναι κατανοητή αποκλειστικά από τον εαυτό της, δηλαδή χωρίς τη Φυσική. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα μπορούσε κανείς απλώς να αντιπαραθέσει τη Φυσική και τη Μεταφυσική τη μία προς την άλλη. Μπορεί, όμως, να διερευνήσει μέχρι ποιο σημείο είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μια ερμηνεία της Φυσικής, εάν εγκαταλείψει κανείς συνειδητά τη συνήθη προϋπόθεση της προτεραιότητας της Μεταφυσικής, την οποία υιοθετεί σχεδόν καθολικά η έρευνα για τον Αριστοτέλη. Αν όμως αποδειχθεί ότι μια συγκεκριμένη προϋπόθεση δεν είναι αναγκαία για την επαρκή κατανόηση του κειμένου, τότε πρέπει μάλιστα να παραιτηθούμε από αυτήν.
Το γεγονός ότι στην αριστοτελική Φυσική έβλεπαν σχεδόν πάντοτε μόνο μια ειδική επιστήμη υποταγμένη στη Μεταφυσική δεν αρκεί, ωστόσο, από μόνο του για να εξηγήσει γιατί τα ουσιαστικά προβλήματα της Φυσικής παραμένουν για τη νεότερη έρευνα περί Αριστοτέλη —με εξαίρεση τη σχολιασμένη έκδοση του Ross και σχετικά λίγες επιμέρους μελέτες— σε μεγάλο βαθμό terra incognita. Για να το κατανοήσει κανείς, πρέπει επίσης να προσέξει την επίδραση που άσκησε η ανάπτυξη της σύγχρονης φυσικής επιστήμης στη γενική συνείδηση.
Οι θεμελιωτές της σύγχρονης φυσικής επιστήμης κατανοούσαν οι ίδιοι το έργο τους μέσα από μια ρητή αντιπαράθεση προς τη μεσαιωνική αριστοτελική παράδοση. Κατά τη διαδικασία αυτή παρέμειναν στο σκοτάδι ουσιώδεις διαφορές ανάμεσα στον ίδιο τον Αριστοτέλη, όπως αυτός παρουσιάζεται στα διδακτικά του συγγράμματα, και στην παράδοση που σε πολλά σημεία επικαλούνταν αδικαιολόγητα το όνομά του. Οι απτές επιτυχίες της νέας αναλυτικο-επιχειρησιακής επιστήμης συνέβαλαν με τη σειρά τους στην εμβάθυνση αυτής της υποτιθέμενης αντιθέσεως προς τον Αριστοτέλη· έτσι, για τη γενική μορφωτική συνείδηση, παρέμεινε μέχρι σήμερα ισχυρός ο χαρακτηρισμός της σύγχρονης φυσικής επιστήμης μέσω αυτής της «αντιθέσεως προς μια φυσική των ουσιωδών μορφών που προχωρεί συλλογιστικά».
Ό,τι φανταζόταν κανείς ως αριστοτελική φιλοσοφία της φύσεως εμφανιζόταν στη μορφωτική συνείδηση της εποχής των φυσικών επιστημών ως ένας λανθασμένος δρόμος, για τον οποίο, μπροστά στις προόδους της νέας επιστήμης, σχεδόν δεν άξιζε πλέον να γίνεται λόγος. Η αυτοπεποίθηση της φυσικής επιστήμης του 19ου αιώνα —η οποία σήμερα είναι δύσκολο ακόμη και να κατανοηθεί— έκανε ακόμη και την ιστορική έρευνα να θεωρεί την αριστοτελική φιλοσοφία της φύσεως, στην καλύτερη περίπτωση, ως ένα συγγνωστό εγχείρημα, αλλά σε καμία περίπτωση ως μια θεωρία της πραγματικότητας άξια σοβαρής συζητήσεως.
Παραμένει αξιοσημείωτο ότι ακόμη και η ιστορικοφιλοσοφική έρευνα επηρεάστηκε από αυτή τη συνολική κρίση. Πρέπει, όμως, εδώ να ληφθεί υπόψη ότι κατά τον 19ο αιώνα οι φυσικές επιστήμες είχαν εκτοπίσει οριστικά, μέσα στη γενική συνείδηση, τη φιλοσοφία ως προς την αξίωσή της να προσφέρει την καθολική θεωρία της πραγματικότητας.
Εκείνο που απέμενε πλέον στη φιλοσοφία, αφού η φυσική επιστήμη της είχε αφαιρέσει το έργο να παρέχει την καθοριστική θεωρία της πραγματικότητας, ήταν μόνο το εξής: να ασχολείται με τις υποκειμενικές συλλήψεις μέσω των οποίων το άτομο συνενώνει το σύνολο όλων των πραγμάτων στην ενότητα ενός νοηματικού όλου και το αναφέρει στον εαυτό του και στη δική του κατανόηση της ζωής.
Για αυτές τις συλλήψεις, οι οποίες δεν εισέρχονταν σε ανταγωνισμό με την επιστημονική έρευνα, καθιερώθηκε σύντομα ο όρος Weltanschauung («κοσμοθεωρία»). Με τις διάφορες κοσμοθεωρίες και με τον τρόπο με τον οποίο αυτές καθίστανται ενεργές μέσα στην ιστορία επρόκειτο στο εξής να ασχολείται η φιλοσοφία, η οποία και η ίδια προσανατολιζόταν πλέον ιστορικά, εφόσον δεν ήθελε να αρκεστεί στο να νομιμοποιεί εκ των υστέρων την αξίωση αλήθειας των ακριβών επιστημών.
Η θεμελίωση αυτού του νέου καθήκοντος της φιλοσοφίας και ο διαχωρισμός της από τη φυσική επιστήμη —η οποία πλέον δεν επέτρεπε στη φιλοσοφία να αμφισβητήσει την αξίωσή της επί της πραγματικότητας— συνδέεται πρωτίστως με το έργο του Wilhelm Dilthey.
Συνεχίζεται
Σημειώσεις:
Μελέτες για τη θεμελίωση της φυσικής επιστήμης και τις γλωσσικές προϋποθέσεις της έρευνας των αρχών στον Αριστοτέλη
Göttingen: Vandenhoeck & Ruprecht, 1992, 3η έκδοση
Wolfgang Wieland
Εισαγωγή: Η έρευνα για τον Αριστοτέλη και η Φυσική
§ 1. Η κατάσταση της έρευνας
Αν και στο βιβλίο αυτό, ως προς το θέμα του, επιχειρείται μόνο η προσπάθεια να προσφερθεί, μέσω της ερμηνείας ορισμένων κεντρικών χωρίων από τον κύκλο των προβλημάτων της αριστοτελικής φιλοσοφίας της φύσεως, μια συμβολή στην ουσιαστική κατανόηση του αριστοτελικού φιλοσοφείν, εντούτοις μια τέτοια έρευνα, η οποία είναι κατά κύριο λόγο ιστορικοφιλοσοφική, αποσκοπεί συγχρόνως να αποτελέσει και προκαταρκτική εργασία για μια συστηματική συζήτηση των προβλημάτων θεμελιώσεως των ακριβών επιστημών —ιδίως της Φυσικής— που τίθενται στη σημερινή φιλοσοφία. Γιατί ακριβώς ο Αριστοτέλης, ανάμεσα στους στοχαστές του παρελθόντος, εξεταζόμενος από αυτή την άποψη, υπόσχεται ότι μπορεί να μας οδηγήσει σε σημαντικές γνώσεις, θα επιχειρήσουμε να το δείξουμε συνοπτικά.
Ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που θεμελιώνει τη Φυσική ως αυτοτελή επιστήμη, η οποία παραμένει σαφώς διακριτή από άλλες δυνατότητες επιστημονικού ερωτήματος, όπως αυτές πραγματώνονται, για παράδειγμα, στη Λογική, την Ηθική ή τα Μαθηματικά. Ο σύγχρονος φυσικός επιστήμονας, βέβαια, με μια πρώτη ματιά δύσκολα θα βρει στη Φυσική του Αριστοτέλη κάτι που να έχει κοινό αυτό το βιβλίο με τα ζητήματα που απασχολούν τη νεότερη Φυσική. Αυτό, όμως, δεν πρέπει να μας παραπλανήσει ως προς την ιστορική συνάφεια επιδράσεων που υπάρχει εδώ.
Όποιος είναι πολύ εξοικειωμένος με ένα αντικείμενο τείνει εύκολα να αποδίδει υπερβολικά μεγάλη βαρύτητα στις διαφορές μεταξύ των αντιλήψεων, ενώ θεωρεί όλα τα κοινά στοιχεία αυτονόητα, σε τέτοιο βαθμό ώστε πλέον να μη γίνεται καν λόγος γι’ αυτά. Ωστόσο, στην εξέλιξη κάθε επιστήμης εμφανίζονται κατά καιρούς καταστάσεις στις οποίες είναι αναγκαίο να τεθεί υπό ερώτηση ακόμη και εκείνο που μέχρι τότε θεωρούνταν αυτονόητο.
Ιδίως υπό αυτή την έννοια, η ενασχόληση με την αριστοτελική Φυσική είναι γόνιμη όσον αφορά τα θεμελιώδη ερωτήματα της σύγχρονης φυσικής επιστήμης: τα ερωτήματα που η σύγχρονη Φυσική —στην προσπάθειά της να διερευνήσει τα ίδια της τα θεμέλια— αναγκάζεται να συζητήσει, κατευθύνονται, μολονότι προέρχονται από μια εντελώς διαφορετική ιστορική κατάσταση, προς την ίδια κατεύθυνση με τα ερωτήματα μέσω της απαντήσεως των οποίων ο Αριστοτέλης θεμελίωσε τη Φυσική ως επιστήμη.
Δεν θα αποτελούσε αντίρρηση κατά της συστηματικής σημασίας της αριστοτελικής Φυσικής για τη σύγχρονη Φυσική, εάν αποδεικνυόταν —κάτι που εδώ, βέβαια, δεν έχει ακόμη τεθεί ως ερώτημα— ότι η θεμελιώδης αριστοτελική θέση δεν μπορεί πλέον να διατηρηθεί υπό το φως της σύγχρονης φυσικής επιστήμης. Συχνά, πράγματι, μόνον απέναντι σε έναν αντίπαλο που είναι βέβαιος για τη θέση του κατορθώνει κανείς να αποκτήσει σαφή επίγνωση της δικής του θέσεως. Στην ιστορία της σκέψεως και της επιστήμης, πάντως, ο αντίπαλος που έχει ξεπεραστεί ανήκει τουλάχιστον εξίσου στις προϋποθέσεις του δικού μας παρόντος όσο και εκείνος του οποίου τη θέση υιοθετούμε και αναπτύσσουμε περαιτέρω.
Γι’ αυτό και δεν μπορεί κανείς να εξέλθει από την ιστορία και, ως αμέτοχος θεατής, να καταστήσει τη μία μορφή της Φυσικής κριτήριο για την άλλη. Είναι πολύ εύκολο τότε να διαπράξει κανείς το σφάλμα να συγκρίνει μεταξύ τους προτάσεις οι οποίες μόνο εκ πρώτης όψεως είναι συγκρίσιμες, ενώ στην πραγματικότητα βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα αναστοχασμού ή αποσκοπούν να δώσουν απάντηση σε εντελώς διαφορετικά ερωτήματα.
Ίσως, όμως, ο αντίθετος κίνδυνος να είναι ακόμη μεγαλύτερος: συνίσταται στο ότι, εξαιτίας ενός υπερβολικού ιστορικού αναστοχασμού, ο οποίος δεν ασκεί αρκετή κριτική στον ίδιο του τον εαυτό, χάνει κανείς το ουσιαστικό ενδιαφέρον για τα ίδια τα ζητήματα που συζητούνται ή τουλάχιστον το παραμερίζει συνειδητά. Αυτό αποτελεί κίνδυνο, επειδή το ουσιαστικό ενδιαφέρον που τίθεται στο περιθώριο κατά τον ιστορικό αναστοχασμό δεν χάνει, ως τέτοιο, τίποτε από τη δραστικότητά του. Διότι στην πραγματικότητα δεν μπορεί κανείς καθόλου να παραιτηθεί από αυτό, ακόμη και αν πιστεύει ότι το επιθυμεί. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να το απωθήσει· τότε όμως γίνεται πολύ δυσκολότερο να το διακρίνει και να το κατανοήσει.
Μια ιστορική έρευνα απαλλαγμένη, ως προς το ίδιο το αντικείμενό της, από κάθε προϋπόθεση αποτελεί, όμως, αυταπάτη: οι περιεχομενικές προϋποθέσεις προέρχονται σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως από τη γενική μορφωτική συνείδηση, η οποία συνενώνει μέσα της στοιχεία ετερογενή τόσο ως προς το περιεχόμενό τους όσο και ως προς την ιστορική τους προέλευση και τα οποία υιοθετούνται χωρίς αναστοχασμό. Συχνά πρόκειται για προκαταλήψεις της εκάστοτε εποχής, οι οποίες θεωρούνται αυτονόητες αλήθειες, χωρίς να υπάρχει επίγνωση της ιστορικής τους ενδεχομενικότητας.
Διαφορετικής φύσεως είναι οι δυσκολίες που προκύπτουν, από την άποψη της ιστορικής και φιλολογικής έρευνας για τον Αριστοτέλη, κατά τη μελέτη της αριστοτελικής Φυσικής. Καταρχάς προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι τα φυσικοφιλοσοφικά συγγράμματα του Αριστοτέλη έχουν παραμεληθεί ή παρακαμφθεί με αξιοσημείωτο τρόπο από την ιστορική και φιλολογική έρευνα. Σε αυτό ασφαλώς παίζει κάποιο ρόλο και μια ορισμένη αμηχανία απέναντι στην ουσιαστική προβληματική του ίδιου του αντικειμένου.
Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί γεγονός ότι η εικόνα του Αριστοτέλη στη συνείδηση της σύγχρονης έρευνας καθορίζεται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τη Μεταφυσική και τη Λογική —στην Αγγλία, λόγω της σημαντικής πολιτικοφιλοσοφικής της παραδόσεως, κυρίως επίσης από την Ηθική και τα Πολιτικά— παρά από τον κύκλο των προβλημάτων της Φυσικής.
Ερευνητές των πλέον διαφορετικών κατευθύνσεων συμφωνούν ως προς το ότι η Μεταφυσική, ως «πρώτη φιλοσοφία», περιλαμβάνει ολόκληρο το πεδίο της θεωρητικής γνώσεως, ενώ η Φυσική, ως «δεύτερη φιλοσοφία», έχει να επεξεργαστεί μόνο ένα ιδιαίτερο τμήμα μέσα σε αυτό το πεδίο, το οποίο έχει ήδη προηγουμένως διαρθρωθεί από τη Μεταφυσική.
Αυτή η αντίληψη περί της προτεραιότητας της Μεταφυσικής θεωρούνταν ήδη σχεδόν αδιαμφισβήτητη από τους ύστερους αρχαίους σχολιαστές του Αριστοτέλη· υιοθετήθηκε εξίσου χωρίς αντιρρήσεις από τον μεσαιωνικό Αριστοτελισμό όσο και από την ιστορική έρευνα των νεότερων χρόνων.
Δεν πρέπει, βέβαια, να παραγνωριστεί ότι η αντίληψη αυτή μπορεί να στηριχθεί σε μια σειρά διατυπώσεων που κάνει ο ίδιος ο Αριστοτέλης στη Μεταφυσική. Αν εξετάσουμε το ζήτημα από τη θέση της Μεταφυσικής, τότε και η συστηματική θέση της Φυσικής, όπως συνήθως προσδιορίζεται, έχει κατ’ αρχήν προσδιοριστεί ορθά· μολονότι πρέπει να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποια «τρίτη» ή «τέταρτη» φιλοσοφία, παράλληλη προς τη Φυσική, η οποία να εξαρτάται κατά ανάλογο τρόπο από τη Μεταφυσική.
Θα μπορούσε, ωστόσο, να συμβαίνει ότι η Φυσική, εάν ξεκινήσουμε από την προβληματική που βρίσκεται στη βάση της, δεν μπορεί καθόλου να κατανοηθεί επαρκώς, εφόσον από την αρχή την εξετάζουμε αποκλειστικά μέσα σε αυτό το σχήμα που κυριαρχείται από τη Μεταφυσική. Διότι η ίδια η Μεταφυσική δεν έχει συλληφθεί μόνο —όσον αφορά το όνομά της, το οποίο δημιουργήθηκε μόλις στη μετα-αριστοτελική εποχή— αλλά κυρίως και ως προς το ίδιο το αντικείμενό της, μέσα από μια συνειδητή και ρητή οριοθέτηση απέναντι στη Φυσική και, ακριβώς γι’ αυτό, παραμένει εξαρτημένη από αυτήν.¹
Η παρούσα μελέτη εργάζεται, λοιπόν, με την υπόθεση ότι η αριστοτελική Φυσική είναι κατανοητή από μόνη της· αυτό σημαίνει εδώ ειδικότερα ότι, για την ερμηνεία της, δεν χρειάζεται σε κανένα σημείο να προσφύγει κανείς σε οποιεσδήποτε προϋποθέσεις που θα έπρεπε να του δοθούν εκ των προτέρων από τη Μεταφυσική. Αν ξεκινήσει κανείς με αυτόν τον τρόπο από τη Φυσική, προκύπτει πράγματι μια κάπως διαφορετική εικόνα της Μεταφυσικής από εκείνη που προκύπτει όταν, κατά τον συνήθη τρόπο, ξεκινά κανείς από την αυτοερμηνεία της ίδιας της Μεταφυσικής.
Εάν, λοιπόν, υπό αυτή την υπόθεση προκύπτει μια ερμηνεία απαλλαγμένη από αντιφάσεις, τότε μπορεί κανείς, υπό μια ορισμένη έννοια, να μιλήσει και για μια προτεραιότητα της Φυσικής έναντι της Μεταφυσικής, διότι η Μεταφυσική στον Αριστοτέλη δεν είναι κατανοητή αποκλειστικά από τον εαυτό της, δηλαδή χωρίς τη Φυσική. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα μπορούσε κανείς απλώς να αντιπαραθέσει τη Φυσική και τη Μεταφυσική τη μία προς την άλλη. Μπορεί, όμως, να διερευνήσει μέχρι ποιο σημείο είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μια ερμηνεία της Φυσικής, εάν εγκαταλείψει κανείς συνειδητά τη συνήθη προϋπόθεση της προτεραιότητας της Μεταφυσικής, την οποία υιοθετεί σχεδόν καθολικά η έρευνα για τον Αριστοτέλη. Αν όμως αποδειχθεί ότι μια συγκεκριμένη προϋπόθεση δεν είναι αναγκαία για την επαρκή κατανόηση του κειμένου, τότε πρέπει μάλιστα να παραιτηθούμε από αυτήν.
Το γεγονός ότι στην αριστοτελική Φυσική έβλεπαν σχεδόν πάντοτε μόνο μια ειδική επιστήμη υποταγμένη στη Μεταφυσική δεν αρκεί, ωστόσο, από μόνο του για να εξηγήσει γιατί τα ουσιαστικά προβλήματα της Φυσικής παραμένουν για τη νεότερη έρευνα περί Αριστοτέλη —με εξαίρεση τη σχολιασμένη έκδοση του Ross και σχετικά λίγες επιμέρους μελέτες— σε μεγάλο βαθμό terra incognita. Για να το κατανοήσει κανείς, πρέπει επίσης να προσέξει την επίδραση που άσκησε η ανάπτυξη της σύγχρονης φυσικής επιστήμης στη γενική συνείδηση.
Οι θεμελιωτές της σύγχρονης φυσικής επιστήμης κατανοούσαν οι ίδιοι το έργο τους μέσα από μια ρητή αντιπαράθεση προς τη μεσαιωνική αριστοτελική παράδοση. Κατά τη διαδικασία αυτή παρέμειναν στο σκοτάδι ουσιώδεις διαφορές ανάμεσα στον ίδιο τον Αριστοτέλη, όπως αυτός παρουσιάζεται στα διδακτικά του συγγράμματα, και στην παράδοση που σε πολλά σημεία επικαλούνταν αδικαιολόγητα το όνομά του. Οι απτές επιτυχίες της νέας αναλυτικο-επιχειρησιακής επιστήμης συνέβαλαν με τη σειρά τους στην εμβάθυνση αυτής της υποτιθέμενης αντιθέσεως προς τον Αριστοτέλη· έτσι, για τη γενική μορφωτική συνείδηση, παρέμεινε μέχρι σήμερα ισχυρός ο χαρακτηρισμός της σύγχρονης φυσικής επιστήμης μέσω αυτής της «αντιθέσεως προς μια φυσική των ουσιωδών μορφών που προχωρεί συλλογιστικά».
Ό,τι φανταζόταν κανείς ως αριστοτελική φιλοσοφία της φύσεως εμφανιζόταν στη μορφωτική συνείδηση της εποχής των φυσικών επιστημών ως ένας λανθασμένος δρόμος, για τον οποίο, μπροστά στις προόδους της νέας επιστήμης, σχεδόν δεν άξιζε πλέον να γίνεται λόγος. Η αυτοπεποίθηση της φυσικής επιστήμης του 19ου αιώνα —η οποία σήμερα είναι δύσκολο ακόμη και να κατανοηθεί— έκανε ακόμη και την ιστορική έρευνα να θεωρεί την αριστοτελική φιλοσοφία της φύσεως, στην καλύτερη περίπτωση, ως ένα συγγνωστό εγχείρημα, αλλά σε καμία περίπτωση ως μια θεωρία της πραγματικότητας άξια σοβαρής συζητήσεως.
Παραμένει αξιοσημείωτο ότι ακόμη και η ιστορικοφιλοσοφική έρευνα επηρεάστηκε από αυτή τη συνολική κρίση. Πρέπει, όμως, εδώ να ληφθεί υπόψη ότι κατά τον 19ο αιώνα οι φυσικές επιστήμες είχαν εκτοπίσει οριστικά, μέσα στη γενική συνείδηση, τη φιλοσοφία ως προς την αξίωσή της να προσφέρει την καθολική θεωρία της πραγματικότητας.
Εκείνο που απέμενε πλέον στη φιλοσοφία, αφού η φυσική επιστήμη της είχε αφαιρέσει το έργο να παρέχει την καθοριστική θεωρία της πραγματικότητας, ήταν μόνο το εξής: να ασχολείται με τις υποκειμενικές συλλήψεις μέσω των οποίων το άτομο συνενώνει το σύνολο όλων των πραγμάτων στην ενότητα ενός νοηματικού όλου και το αναφέρει στον εαυτό του και στη δική του κατανόηση της ζωής.
Για αυτές τις συλλήψεις, οι οποίες δεν εισέρχονταν σε ανταγωνισμό με την επιστημονική έρευνα, καθιερώθηκε σύντομα ο όρος Weltanschauung («κοσμοθεωρία»). Με τις διάφορες κοσμοθεωρίες και με τον τρόπο με τον οποίο αυτές καθίστανται ενεργές μέσα στην ιστορία επρόκειτο στο εξής να ασχολείται η φιλοσοφία, η οποία και η ίδια προσανατολιζόταν πλέον ιστορικά, εφόσον δεν ήθελε να αρκεστεί στο να νομιμοποιεί εκ των υστέρων την αξίωση αλήθειας των ακριβών επιστημών.
Η θεμελίωση αυτού του νέου καθήκοντος της φιλοσοφίας και ο διαχωρισμός της από τη φυσική επιστήμη —η οποία πλέον δεν επέτρεπε στη φιλοσοφία να αμφισβητήσει την αξίωσή της επί της πραγματικότητας— συνδέεται πρωτίστως με το έργο του Wilhelm Dilthey.
Συνεχίζεται
Σημειώσεις:
1 Ελπίζω ότι σε ένα βιβλίο που πρόκειται να δημοσιευθεί σύντομα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ φιλοσοφίας και σύγχρονης Φυσικής θα μπορέσω να δείξω πώς ακριβώς η σύγχρονη Φυσική, με τα νέα της θεμέλια, de facto προχωρεί πίσω από τον Αριστοτέλη. Διότι οι θεμελιώδεις έρευνες της αριστοτελικής Φυσικής ήταν κοινές στην αρχαία, τη μεσαιωνική και τη νεότερη «κλασική» Φυσική: η πολυσυζητημένη θεμελίωση της νεότερης Φυσικής από τον Γαλιλαίο συντελέστηκε ακόμη εξ ολοκλήρου μέσα στο πλαίσιο της αριστοτελικής αφετηρίας, της οποίας οι θεμελιώδεις προσδιορισμοί σχετικά με τη συνέχεια εξακολούθησαν να ισχύουν χωρίς να τίθενται υπό ερώτηση και, ως συνέπεια αυτού, το ίδιο συνέβη σε μεγάλο βαθμό και με τους θεμελιώδεις προσδιορισμούς του χώρου, του χρόνου και της κινήσεως.
Μολονότι ο Newton πρότεινε νέους θεμελιώδεις προσδιορισμούς του χώρου και του χρόνου, αυτοί, ως προς τα χαρακτηριστικά με τα οποία αποκλίνουν από τους αριστοτελικούς προσδιορισμούς, άσκησαν εντυπωσιακά μικρή επίδραση στην ουσιαστική περαιτέρω εξέλιξη της Φυσικής: η ισχύς της κλασικής Φυσικής, για παράδειγμα, δεν εξαρτάται από την ύπαρξη του νευτώνειου απόλυτου χώρου.
Εκείνο όμως το κοινό θεμέλιο ολόκληρης της Φυσικής, από τον Θεόφραστο έως τον Helmholtz και τον Hertz —η παραδοχή της συνέχειας και, ως συνέπεια αυτής, της κατ’ αρχήν εποπτικής παραστασιμότητας κάθε φυσικού συμβάντος— είναι ακριβώς εκείνο που εγκατέλειψε η Φυσική του αιώνα μας, χωρίς έως τώρα να μπορεί καν να εκτιμήσει τις συνέπειες αυτής της εγκαταλείψεως.
Μόνο έτσι έχει επιτευχθεί η απόσταση μέσα στην οποία ο Αριστοτέλης μπορεί, και ίσως ακόμη και πρέπει, να καταστεί συνομιλητής μιας ουσιαστικής αντιπαραθέσεως: ο δρόμος προς τον Δημόκριτο μπορεί, ακόμη και για τον σύγχρονο φιλόσοφο της φύσεως, να περάσει μόνο μέσα από τον Αριστοτέλη. Τις δικές μας προϋποθέσεις τις γνωρίζουμε συνήθως μόνον όταν δεν τις χρειαζόμαστε πλέον· αντιστρόφως, όμως, με το να αποκτήσουμε συνείδηση των προϋποθέσεών μας, έχουμε ήδη προχωρήσει πέρα από αυτές.
2 Επειδή η εξέταση της σχέσεως μεταξύ Φυσικής και Μεταφυσικής δεν ανήκει πλέον στο θέμα της παρούσας εργασίας, θα αναφέρω εδώ ακόμη μερικούς λόγους οι οποίοι, κατά τη γνώμη μου, συνηγορούν υπέρ μιας μεθοδολογικής προτεραιότητας της Φυσικής.
Στη γνωστή διαίρεση των προτάσεων σε λογικές —δηλαδή τυπικές-διαλεκτικές—, φυσικές και ηθικές προτάσεις (Τοπικά Α 14, 105b20 κ.ε.), οι φυσικές προτάσεις περιλαμβάνουν ολόκληρο το πεδίο της έγχυλης θεωρητικής γνώσεως. Από αυτή την πολύ γενική άποψη, λοιπόν, όλα όσα συνήθως κατατάσσονται στη Μεταφυσική εμπίπτουν, τρόπον τινά σε μια πρώτη προσέγγιση, στο πεδίο της Φυσικής.
Με παρόμοια έννοια, τα Ἀναλυτικὰ Ὕστερα Α 33 (89b7 κ.ε.) παραπέμπουν την περιεχομενική εξέταση εννοιών όπως νοῦς, ἐπιστήμη, σοφία κ.τ.ό. από την τυπική επιστήμη στην Ηθική και στη Φυσική —η οποία και εδώ, επομένως, αντιπροσωπεύει εκ νέου τη θεωρητική γνώση στο σύνολό της· στον Προτρεπτικό η φύσις αποτελεί τον προγραμματικό όρο για το πεδίο της θεωρητικής γνώσεως εν γένει (πρβλ. απ. 13 Ross).
Όταν ο Αριστοτέλης διαιρεί τις επιστήμες σε θεωρητικές, πρακτικές και ποιητικές, όσον αφορά τη θεωρητική επιστήμη αρχικά γίνεται λόγος μόνο για τη Φυσική (πρβλ. Μεταφυσικά Κ 7, 1064a10 κ.ε.)· το αν η Μεταφυσική ταυτίζεται με αυτήν ή αν αποτελεί αυτοτελή επιστήμη χρειάζεται ακόμη να διερευνηθεί (1064a29· πρβλ. επίσης το παράλληλο χωρίο Μεταφυσικά Ε 1).
Η Μεταφυσική, ιδίως στα πρώτα βιβλία της, παραπέμπει —τόσο ρητώς όσο και ως προς το ίδιο το αντικείμενο— στις προηγούμενες συζητήσεις της Φυσικής. Το βιβλίο α, το οποίο ως προς τον πυρήνα του είναι ασφαλώς αριστοτελικό, φαίνεται μάλιστα να αντιπροσωπεύει εκείνο το στάδιο εξελίξεως κατά το οποίο η θεωρητική επιστήμη εξακολουθεί ακόμη να ταυτίζεται με τη Φυσική.
Η φυσική θεολογία των Μεταφυσικών Λ αναπτύσσεται μόλις στο δεύτερο μισό αυτού του βιβλίου· το πρώτο μισό, το οποίο συνήθως δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη, περιέχει, ως αναγκαία προϋπόθεση γι’ αυτήν, μια συμπυκνωμένη σύνοψη των σημαντικότερων διδασκαλιών της Φυσικής.
Επιπλέον: τα Μαθηματικά και η Θεολογία, τα οποία σύμφωνα με τα Μεταφυσικά Ε 1 αποτελούν μαζί με τη Φυσική το σύνολο της θεωρητικής επιστήμης, θεμελιώνονται και τα δύο από τη Φυσική —η Θεολογία στα Φυσικά Θ, τα Μαθηματικά στα Φυσικά Β 2.
Το θέμα της Μεταφυσικής προκύπτει ως οριακό ερώτημα μιας Φυσικής που διεξάγεται με συνέπεια, η οποία, σύμφωνα με την αφετηρία της, κατανοεί αρχικά τον εαυτό της ως γενική επιστήμη των αρχών και δεν χρειάζεται να δέχεται τις προκείμενές της από κάποια ανώτερη επιστήμη.
Το ότι πρέπει να δεχθούμε ένα πρώτο Ακίνητο Κινοῦν αποτελεί αποτέλεσμα της αναλύσεως της κινήσεως, η οποία ανήκει αποκλειστικά στη Φυσική· σε ένα κατά πάσα πιθανότητα πολύ πρώιμο τμήμα του Corpus Aristotelicum, όπως τα Φυσικά Θ 3, 253a35, όλες ακόμη οι επιστήμες έχουν να κάνουν με την κίνηση. Η διαφορά, επομένως, μεταξύ Μεταφυσικής και Φυσικής εμπίπτει, κατά κάποιον τρόπο, μέσα στην ίδια τη Φυσική.
Τέλος, η αριστοτελική Φυσική παρουσιάζεται ως ένα εσωτερικά συνεκτικό πεδίο έρευνας, ενώ η Μεταφυσική συνενώνει μέσα της πολύ διαφορετικές διδασκαλίες, οι οποίες συμφωνούν μόνο ως προς το ότι όλες επιχειρούν να απαντήσουν σε οριακά ερωτήματα της Φυσικής, τα οποία όμως είναι μεταξύ τους διαφορετικού είδους:
η ανάλυση της συνοχής της κινήσεως (Φυσικά Θ) οδηγεί στη θεολογική μορφή της Μεταφυσικής (Μεταφυσικά Λ)·
η επίγνωση της ακινησίας του εἴδους μέσα σε κάθε κίνηση —η οποία, όπως δείχνει το 224b10 κ.ε., αποτελεί αποτέλεσμα αναστοχασμού της Φυσικής (πρβλ. επίσης 192b34 κ.ε., πολύ πιθανώς παρεμβολή)— οδηγεί στην οντολογική μορφή της Μεταφυσικής (Μεταφυσικά Ζ, Η)·
η διαπίστωση ότι στη Φυσική προϋποτίθεται πάντοτε ήδη η νόηση ως γεγονός —ιδιαίτερα σαφώς στα Φυσικά Δ 14— καθιστά δυνατή μια ψυχολογική μορφή της Μεταφυσικής, την οποία βέβαια ο Αριστοτέλης ανέπτυξε μόνο υπαινικτικά (περιέχεται στο De anima I 4–8· πρβλ. De partibus animalium Α 1, 641a33 κ.ε.: μόνο το γεγονός της νοήσεως αντιτίθεται στην ταύτιση της Φυσικής με τη θεωρητική επιστήμη).
Η παραδοσιακή θέση σχετικά με αυτά τα ζητήματα εκπροσωπήθηκε zuletzt από τον A. Mansion, «Philosophie première, philosophie seconde et métaphysique chez Aristote», Revue philosophique de Louvain 56 (1958), σ. 165–221.
3 Χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι επίσης ότι η Φυσική δεν έχει μεταφραστεί ξανά στα γερμανικά μετά τον Prantl (1854), αν εξαιρέσουμε την απόπειρα του Gohlke στο πλαίσιο της εξαιρετικά αμφισβητούμενης συνολικής μεταφράσεώς του (Paderborn 1956). Απουσιάζει επίσης από τις συλλογικές εκδόσεις των Langenscheidt και Meiner.
4 Για την αντίληψη του Jaeger σχετικά με τη Φυσική βλ. παρακάτω, σ. 23 κ.ε.
Μολονότι ο Newton πρότεινε νέους θεμελιώδεις προσδιορισμούς του χώρου και του χρόνου, αυτοί, ως προς τα χαρακτηριστικά με τα οποία αποκλίνουν από τους αριστοτελικούς προσδιορισμούς, άσκησαν εντυπωσιακά μικρή επίδραση στην ουσιαστική περαιτέρω εξέλιξη της Φυσικής: η ισχύς της κλασικής Φυσικής, για παράδειγμα, δεν εξαρτάται από την ύπαρξη του νευτώνειου απόλυτου χώρου.
Εκείνο όμως το κοινό θεμέλιο ολόκληρης της Φυσικής, από τον Θεόφραστο έως τον Helmholtz και τον Hertz —η παραδοχή της συνέχειας και, ως συνέπεια αυτής, της κατ’ αρχήν εποπτικής παραστασιμότητας κάθε φυσικού συμβάντος— είναι ακριβώς εκείνο που εγκατέλειψε η Φυσική του αιώνα μας, χωρίς έως τώρα να μπορεί καν να εκτιμήσει τις συνέπειες αυτής της εγκαταλείψεως.
Μόνο έτσι έχει επιτευχθεί η απόσταση μέσα στην οποία ο Αριστοτέλης μπορεί, και ίσως ακόμη και πρέπει, να καταστεί συνομιλητής μιας ουσιαστικής αντιπαραθέσεως: ο δρόμος προς τον Δημόκριτο μπορεί, ακόμη και για τον σύγχρονο φιλόσοφο της φύσεως, να περάσει μόνο μέσα από τον Αριστοτέλη. Τις δικές μας προϋποθέσεις τις γνωρίζουμε συνήθως μόνον όταν δεν τις χρειαζόμαστε πλέον· αντιστρόφως, όμως, με το να αποκτήσουμε συνείδηση των προϋποθέσεών μας, έχουμε ήδη προχωρήσει πέρα από αυτές.
2 Επειδή η εξέταση της σχέσεως μεταξύ Φυσικής και Μεταφυσικής δεν ανήκει πλέον στο θέμα της παρούσας εργασίας, θα αναφέρω εδώ ακόμη μερικούς λόγους οι οποίοι, κατά τη γνώμη μου, συνηγορούν υπέρ μιας μεθοδολογικής προτεραιότητας της Φυσικής.
Στη γνωστή διαίρεση των προτάσεων σε λογικές —δηλαδή τυπικές-διαλεκτικές—, φυσικές και ηθικές προτάσεις (Τοπικά Α 14, 105b20 κ.ε.), οι φυσικές προτάσεις περιλαμβάνουν ολόκληρο το πεδίο της έγχυλης θεωρητικής γνώσεως. Από αυτή την πολύ γενική άποψη, λοιπόν, όλα όσα συνήθως κατατάσσονται στη Μεταφυσική εμπίπτουν, τρόπον τινά σε μια πρώτη προσέγγιση, στο πεδίο της Φυσικής.
Με παρόμοια έννοια, τα Ἀναλυτικὰ Ὕστερα Α 33 (89b7 κ.ε.) παραπέμπουν την περιεχομενική εξέταση εννοιών όπως νοῦς, ἐπιστήμη, σοφία κ.τ.ό. από την τυπική επιστήμη στην Ηθική και στη Φυσική —η οποία και εδώ, επομένως, αντιπροσωπεύει εκ νέου τη θεωρητική γνώση στο σύνολό της· στον Προτρεπτικό η φύσις αποτελεί τον προγραμματικό όρο για το πεδίο της θεωρητικής γνώσεως εν γένει (πρβλ. απ. 13 Ross).
Όταν ο Αριστοτέλης διαιρεί τις επιστήμες σε θεωρητικές, πρακτικές και ποιητικές, όσον αφορά τη θεωρητική επιστήμη αρχικά γίνεται λόγος μόνο για τη Φυσική (πρβλ. Μεταφυσικά Κ 7, 1064a10 κ.ε.)· το αν η Μεταφυσική ταυτίζεται με αυτήν ή αν αποτελεί αυτοτελή επιστήμη χρειάζεται ακόμη να διερευνηθεί (1064a29· πρβλ. επίσης το παράλληλο χωρίο Μεταφυσικά Ε 1).
Η Μεταφυσική, ιδίως στα πρώτα βιβλία της, παραπέμπει —τόσο ρητώς όσο και ως προς το ίδιο το αντικείμενο— στις προηγούμενες συζητήσεις της Φυσικής. Το βιβλίο α, το οποίο ως προς τον πυρήνα του είναι ασφαλώς αριστοτελικό, φαίνεται μάλιστα να αντιπροσωπεύει εκείνο το στάδιο εξελίξεως κατά το οποίο η θεωρητική επιστήμη εξακολουθεί ακόμη να ταυτίζεται με τη Φυσική.
Η φυσική θεολογία των Μεταφυσικών Λ αναπτύσσεται μόλις στο δεύτερο μισό αυτού του βιβλίου· το πρώτο μισό, το οποίο συνήθως δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη, περιέχει, ως αναγκαία προϋπόθεση γι’ αυτήν, μια συμπυκνωμένη σύνοψη των σημαντικότερων διδασκαλιών της Φυσικής.
Επιπλέον: τα Μαθηματικά και η Θεολογία, τα οποία σύμφωνα με τα Μεταφυσικά Ε 1 αποτελούν μαζί με τη Φυσική το σύνολο της θεωρητικής επιστήμης, θεμελιώνονται και τα δύο από τη Φυσική —η Θεολογία στα Φυσικά Θ, τα Μαθηματικά στα Φυσικά Β 2.
Το θέμα της Μεταφυσικής προκύπτει ως οριακό ερώτημα μιας Φυσικής που διεξάγεται με συνέπεια, η οποία, σύμφωνα με την αφετηρία της, κατανοεί αρχικά τον εαυτό της ως γενική επιστήμη των αρχών και δεν χρειάζεται να δέχεται τις προκείμενές της από κάποια ανώτερη επιστήμη.
Το ότι πρέπει να δεχθούμε ένα πρώτο Ακίνητο Κινοῦν αποτελεί αποτέλεσμα της αναλύσεως της κινήσεως, η οποία ανήκει αποκλειστικά στη Φυσική· σε ένα κατά πάσα πιθανότητα πολύ πρώιμο τμήμα του Corpus Aristotelicum, όπως τα Φυσικά Θ 3, 253a35, όλες ακόμη οι επιστήμες έχουν να κάνουν με την κίνηση. Η διαφορά, επομένως, μεταξύ Μεταφυσικής και Φυσικής εμπίπτει, κατά κάποιον τρόπο, μέσα στην ίδια τη Φυσική.
Τέλος, η αριστοτελική Φυσική παρουσιάζεται ως ένα εσωτερικά συνεκτικό πεδίο έρευνας, ενώ η Μεταφυσική συνενώνει μέσα της πολύ διαφορετικές διδασκαλίες, οι οποίες συμφωνούν μόνο ως προς το ότι όλες επιχειρούν να απαντήσουν σε οριακά ερωτήματα της Φυσικής, τα οποία όμως είναι μεταξύ τους διαφορετικού είδους:
η ανάλυση της συνοχής της κινήσεως (Φυσικά Θ) οδηγεί στη θεολογική μορφή της Μεταφυσικής (Μεταφυσικά Λ)·
η επίγνωση της ακινησίας του εἴδους μέσα σε κάθε κίνηση —η οποία, όπως δείχνει το 224b10 κ.ε., αποτελεί αποτέλεσμα αναστοχασμού της Φυσικής (πρβλ. επίσης 192b34 κ.ε., πολύ πιθανώς παρεμβολή)— οδηγεί στην οντολογική μορφή της Μεταφυσικής (Μεταφυσικά Ζ, Η)·
η διαπίστωση ότι στη Φυσική προϋποτίθεται πάντοτε ήδη η νόηση ως γεγονός —ιδιαίτερα σαφώς στα Φυσικά Δ 14— καθιστά δυνατή μια ψυχολογική μορφή της Μεταφυσικής, την οποία βέβαια ο Αριστοτέλης ανέπτυξε μόνο υπαινικτικά (περιέχεται στο De anima I 4–8· πρβλ. De partibus animalium Α 1, 641a33 κ.ε.: μόνο το γεγονός της νοήσεως αντιτίθεται στην ταύτιση της Φυσικής με τη θεωρητική επιστήμη).
Η παραδοσιακή θέση σχετικά με αυτά τα ζητήματα εκπροσωπήθηκε zuletzt από τον A. Mansion, «Philosophie première, philosophie seconde et métaphysique chez Aristote», Revue philosophique de Louvain 56 (1958), σ. 165–221.
3 Χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι επίσης ότι η Φυσική δεν έχει μεταφραστεί ξανά στα γερμανικά μετά τον Prantl (1854), αν εξαιρέσουμε την απόπειρα του Gohlke στο πλαίσιο της εξαιρετικά αμφισβητούμενης συνολικής μεταφράσεώς του (Paderborn 1956). Απουσιάζει επίσης από τις συλλογικές εκδόσεις των Langenscheidt και Meiner.
4 Για την αντίληψη του Jaeger σχετικά με τη Φυσική βλ. παρακάτω, σ. 23 κ.ε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου