Συνέχεια από: Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026
Οι Πατέρες και οι αιρετικοίΔΙΑΛΕΞΗ IΙ
ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ: Ή, ΠΙΣΤΗ ΣΕ ΘΕΙΟ ΣΩΤΗΡΑ
Του George Prestige
Τίτλος πρωτοτύπου:
Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940
Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977
Ο George Prestige (1889–1955) ήταν Άγγλος αγγλικανός θεολόγος και πατρολόγος, γνωστός κυρίως για τη συμβολή του στη μελέτη της πατερικής θεολογίας και ειδικότερα της τριαδολογίας.
Διετέλεσε καθηγητής Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και συνδύασε φιλολογική ακρίβεια με συστηματικό θεολογικό στοχασμό. Το σημαντικότερο έργο του είναι το God in Patristic Thought (1936), όπου ανέλυσε πώς οι Έλληνες Πατέρες διαμόρφωσαν τη χριστιανική κατανόηση του Θεού, αποφεύγοντας τόσο τον δογματικό αναχρονισμό όσο και τη φιλοσοφική απλοποίηση.
Ο Prestige ξεχωρίζει για τη νηφάλια, ιστορικά ευαίσθητη προσέγγισή του. Για τον λόγο αυτό θεωρείται ακόμη και σήμερα σημείο αναφοράς στη σύγχρονη πατρολογική έρευνα.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΔΙΑΛΕΞΗ I
ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Ή, ΤΟ ΓΡΑΦΙΚΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ: ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΔΙΑΛΕΞΗ II
ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ: Ή, ΠΙΣΤΗ ΣΕ ΘΕΙΟ ΣΩΤΗΡΑ
ΔΙΑΛΕΞΗ III
ΩΡΙΓΕΝΗΣ: Ή, ΟΙ ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ
ΔΙΑΛΕΞΗ IV
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ: Ή, Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΔΙΑΛΕΞΗ V
ΑΠΟΛΛΙΝΑΡΙΟΣ: Ή, ΘΕΙΑ ΕΙΣΒΟΛΗ
ΔΙΑΛΕΞΗ VI
ΝΕΣΤΟΡΙΟΣ: Ή, ΛΥΤΡΩΜΕΝΗ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ
ΔΙΑΛΕΞΗ VII
ΚΥΡΙΛΛΟΣ: Ή, ΕΝΑΣ ΚΥΡΙΟΣ, ΜΙΑ ΠΙΣΤΗ, ΕΝΑ ΒΑΠΤΙΣΜΑ
ΔΙΑΛΕΞΗ VIII
ΕΡΩΣ: Ή, ΑΦΟΣΙΩΣΗ ΣΤΗΝ ΙΕΡΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΤΗΤΑ: ΕΠΙΛΟΓΟΣ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ
Διάλεξη 2
Κάλλιστος: ή, η πίστη σε ένα Θεϊκό Σωτήρα
Οι τέσσερις αναρτήσεις του blog αποτελούν διαδοχικά τμήματα της 2ης διάλεξης, με τίτλο «Κάλλιστος: ή, η πίστη σε ένα Θεϊκό Σωτήρα».
Η σύνοψή τους περιλαμβάνει τα εξής κεντρικά σημεία:
1. «Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 4» — Κάλλιστος και το πρόβλημα της θεότητας του Χριστού
Η τέταρτη ανάρτηση αρχίζει με τον Κάλλιστο, επίσκοπο Ρώμης στις αρχές του 3ου αιώνα, και χρησιμοποιεί την πολυτάραχη ζωή του ως αφετηρία για να παρουσιάσει το θεολογικό περιβάλλον της πρώιμης Ρωμαϊκής Εκκλησίας.
Ο Prestige παρουσιάζει αρχικά την εντυπωσιακή —και σε μεγάλο βαθμό εχθρικά παραμορφωμένη από τον Ιππόλυτο— βιογραφία του Κάλλιστου: δούλος, οικονομικά αποτυχημένος, κατάδικος στα μεταλλεία της Σαρδηνίας, αργότερα κληρικός, υπεύθυνος του χριστιανικού κοιμητηρίου της Ρώμης και τελικά επίσκοπος. Η ιστορία αυτή έχει για τον Prestige σημασία όχι τόσο ως βιογραφική λεπτομέρεια όσο επειδή δείχνει τη δυναμική και κοινωνικά ανομοιογενή Εκκλησία της Ρώμης.
Στη συνέχεια περιγράφεται η Ρωμαϊκή Εκκλησία του 2ου αιώνα ως ένας χώρος όπου συνυπάρχουν πολλές διαφορετικές «σχολές» και θεολόγοι: Μαρκίων, Βαλεντίνος, Ιουστίνος, Πολύκαρπος, Θεόδοτος, Νοητός, Πραξέας, Σαβέλλιος, Ειρηναίος, Ωριγένης, Ιππόλυτος κ.ά. Η εικόνα που δίνει ο Prestige είναι σχεδόν πανεπιστημιακή: διαφορετικοί διδάσκαλοι προσελκύουν μαθητές και δημιουργούν κύκλους επιρροής, οι οποίοι μπορούν ακόμη και να εξελιχθούν σε σχίσματα.
Το κεντρικό θεολογικό πρόβλημα εμφανίζεται τότε καθαρά:
Αν ο Χριστός είναι ο Σωτήρας, και η σωτηρία είναι έργο του ίδιου του Θεού, τότε ο Χριστός πρέπει να είναι πραγματικά Θεός.
Αυτό όμως δημιουργεί το πρόβλημα του χριστιανικού μονοθεϊσμού: πώς μπορεί ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα να είναι πραγματικά θεία Πρόσωπα χωρίς ο Χριστιανισμός να καταλήξει σε πολυθεϊσμό;
Ο Prestige παρουσιάζει δύο ακραίες λύσεις:
- να καταργηθούν οι πραγματικές διακρίσεις των Προσώπων, οπότε ο ένας Θεός απλώς εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους·
- να διατηρηθούν οι διακρίσεις αλλά να υποβιβαστούν ο Υιός και το Πνεύμα, ώστε μόνο ο Πατήρ να είναι πλήρως Θεός.
Και οι δύο λύσεις, κατά τον Prestige, αποτυγχάνουν. Η πρώτη οδηγεί προς τον τροπικισμό/σαβελλιανισμό, η δεύτερη προς τον υιοθετισμό ή υποταγή του Υιού.
Η ανάρτηση κλείνει με τον Βαλεντίνο: ο Γνωστικός προσπαθεί να λύσει το χάσμα Θεού και κόσμου μέσω μιας αλυσίδας τριάντα θεϊκών εκπορεύσεων. Όμως, για τον Prestige, η λύση αυτή απλώς πολλαπλασιάζει τα προβλήματα χωρίς να γεφυρώνει πραγματικά το χάσμα.
Κεντρική ιδέα της ανάρτησης 4:
Η πίστη στον Χριστό ως πραγματικό Σωτήρα οδηγεί αναπόφευκτα στο ερώτημα ποιος είναι ο Χριστός σε σχέση με τον Θεό Πατέρα. Οι πρώτες αιρέσεις είναι διαφορετικές προσπάθειες να λυθεί αυτό το πρόβλημα.
2. «Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 5» — Βαλεντίνος, Θεόδοτος, Σαβέλλιος και η διαμάχη για την Τριάδα
Η πέμπτη ανάρτηση συνεχίζει ακριβώς από τον Βαλεντίνο.
Ο Prestige παρουσιάζει τρεις βασικές εσφαλμένες λύσεις στο πρόβλημα:
α. Ο Βαλεντίνος
Ο Γνωστικισμός προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα με διαδοχικές εκπορεύσεις από τον ύψιστο Θεό. Όμως ο Χριστός, σύμφωνα με το σύστημα του Βαλεντίνου, βρίσκεται κάτω από αυτές τις εκπορεύσεις και επομένως δεν είναι ο ίδιος ο απόλυτος Θεός. Για τον Prestige, αυτό είναι ασύμβατο με τη χριστιανική εμπειρία της σωτηρίας.
β. Ο Θεόδοτος
Εδώ γίνεται το αντίθετο: ο Χριστός ξεκινά ως άνθρωπος, ο οποίος μέσω του Αγίου Πνεύματος «υιοθετείται» από τον Θεό. Δηλαδή ο Ιησούς δεν είναι εκ φύσεως ο αιώνιος Υιός, αλλά ένας εξαιρετικός άνθρωπος που ανυψώνεται στη θεότητα.
Ο Prestige θεωρεί ότι και αυτή η λύση καταστρέφει το θεμέλιο της χριστιανικής σωτηριολογίας: αν ο Σωτήρας είναι τελικά άνθρωπος που έγινε Θεός, τότε ο άνθρωπος γίνεται κατά κάποιον τρόπο ο φορέας του έργου της σωτηρίας.
γ. Πραξέας, Νοητός και Σαβέλλιος
Εδώ εμφανίζεται η αντίθετη λύση: Πατήρ και Υιός δεν είναι πραγματικά δύο Πρόσωπα. Είναι ο ίδιος Θεός που εμφανίζεται άλλοτε ως Πατήρ και άλλοτε ως Υιός.
Το πλεονέκτημα αυτής της θέσης είναι ότι διατηρεί ακέραιη τη θεότητα του Χριστού και συνεπώς τη θεία προέλευση της σωτηρίας. Το πρόβλημα είναι ότι καταργεί την πραγματική σχέση Πατρός και Υιού που μαρτυρεί η Καινή Διαθήκη.
Εδώ εμφανίζεται ένα από τα σημαντικότερα σημεία της ανάλυσης του Prestige: οι αιρέσεις δεν είναι απλώς «παράλογες ιδέες». Καθεμία προσπαθεί να διασώσει κάτι πραγματικά σημαντικό από τη χριστιανική πίστη, αλλά το κάνει θυσιάζοντας κάποια άλλη εξίσου θεμελιώδη αλήθεια.
Στο δεύτερο μέρος της ανάρτησης περνάμε από τη χριστολογία στη σωτηριολογία και την εκκλησιαστική πειθαρχία. Ο Κάλλιστος χαλαρώνει το εξαιρετικά αυστηρό σύστημα μετανοίας και επιτρέπει ακόμη και σε μοιχούς και πόρνους, μετά από ειλικρινή μετάνοια, να επανέλθουν στην Εκκλησία μία φορά. Ο Ιππόλυτος αντιδρά έντονα και τον θεωρεί υπερβολικά επιεική.
Ο Prestige ερμηνεύει θετικά τη στάση του Καλλίστου: η Εκκλησία δεν υπάρχει για να διακηρύσσει απλώς την ιδανική ηθική καθαρότητα, αλλά για να ενεργοποιεί τη χάρη και να οδηγεί τον αμαρτωλό στη μετάνοια.
Κεντρική ιδέα της ανάρτησης 5:
Οι αιρέσεις προσπαθούν να λύσουν το πρόβλημα της σχέσης Πατρός–Υιού, αλλά αποτυγχάνουν επειδή θυσιάζουν είτε την πλήρη θεότητα του Χριστού είτε την πραγματική διάκριση Πατρός και Υιού. Παράλληλα, ο Κάλλιστος εφαρμόζει στην ποιμαντική πράξη την ίδια βασική αρχή: η χάρη πρέπει πραγματικά να σώζει τον αμαρτωλό.
3. «Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 6» — Ειρηναίος και η θετική χριστιανική αντίληψη της σωτηρίας
Η έκτη ανάρτηση είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί ο Prestige αφήνει προσωρινά τις αντιπαραθέσεις και παρουσιάζει την θετική χριστιανική διδασκαλία περί σωτηρίας, κυρίως μέσα από τον Ειρηναίο.
Κεντρικό κείμενο είναι η «Απόδειξις τοῦ Ἀποστολικοῦ Κηρύγματος» του Ειρηναίου.
Η σωτηρία παρουσιάζεται όχι ως απελευθέρωση της ψυχής από το σώμα, αλλά ως αποκατάσταση και ανακεφαλαίωση ολόκληρου του ανθρώπου.
Ο Λόγος γίνεται άνθρωπος και εισέρχεται ακριβώς μέσα στην κατάσταση όπου ο άνθρωπος έχει πέσει:
- στην αμαρτία,
- στον θάνατο,
- στη φθορά.
Ο Χριστός, ως νέος Αδάμ, αναιρεί μέσα στην ανθρώπινη φύση αυτό που είχε συμβεί μέσω του παλαιού Αδάμ. Η Ενσάρκωση επομένως δεν είναι απλώς μια «εμφάνιση» του Θεού στον κόσμο. Είναι η είσοδος του Θεού στην ίδια την ανθρώπινη ιστορία για την αναδημιουργία του ανθρώπου.
Έτσι ο Χριστός:
γεννιέται → πάσχει → πεθαίνει → ανασταίνεται → ανυψώνει την ανθρώπινη φύση προς τον Πατέρα.
Και η σωτηρία δεν αναβάλλεται αποκλειστικά για τη μετά θάνατον ζωή. Οι καρποί της αρχίζουν ήδη μέσα στον παρόντα κόσμο, μέσω της πίστης, της αγάπης, της αγιότητας και της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος.
Στη συνέχεια ο Prestige συγκρίνει τη χριστιανική σωτηριολογία με τον Γνωστικισμό και τον ελληνιστικό κόσμο.
Για τον Γνωστικισμό το βασικό πρόβλημα είναι η κοσμολογία: πώς μπορεί ένας τέλειος Θεός να δημιούργησε έναν ατελή υλικό κόσμο; Έτσι ο Γνωστικός πολλαπλασιάζει ενδιάμεσες θεότητες και εκπορεύσεις.
Ο Χριστιανισμός όμως λέει κάτι πολύ διαφορετικό:
ο ίδιος ο Θεός που δημιούργησε τον κόσμο είναι ο Θεός που τον σώζει.
Επομένως δεν υπάρχει ανάγκη να θεωρηθεί η ύλη κακή ή ο κόσμος θεϊκό λάθος.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο σημαντικά σημεία του Prestige: η χριστιανική σωτηρία είναι θετική, όχι αρνητική.
Για τον ελληνιστικό μυστικισμό η σωτηρία τείνει να σημαίνει απελευθέρωση από το σώμα. Για τον Χριστιανισμό σημαίνει τελείωση του ανθρώπου ως ψυχοσωματικής υπάρξεως και τελική ανάσταση.
Κεντρική ιδέα της ανάρτησης 6:
Ο Ειρηναίος προσφέρει το θετικό αντίβαρο στις αιρέσεις: ο Χριστός σώζει επειδή προσλαμβάνει πραγματικά την ανθρώπινη φύση, ανακεφαλαιώνει την ανθρώπινη ιστορία και οδηγεί τον άνθρωπο στην ανάσταση.
4. «Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 7» — Ο ιστορικός και θείος Σωτήρας
Η έβδομη ανάρτηση αποτελεί ουσιαστικά το θεολογικό συμπέρασμα της διάλεξης για τον Κάλλιστο.
Ο Prestige αντιπαραθέτει δύο διαφορετικές αντιλήψεις της θρησκείας:
Γνωστικισμός / ελληνιστικός κόσμος:
φαντασιακές κοσμολογίες, εκπορεύσεις, μυθολογικές μορφές και σωτήρες που δεν ανήκουν πραγματικά στην ιστορία.
Χριστιανισμός:
ένας Θεός, ένας Δημιουργός, ένας Υιός, μία ιστορία και ένας συγκεκριμένος άνθρωπος — ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ.
Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό επιχείρημα ολόκληρης της ενότητας:
Ο Χριστιανισμός δεν κατασκευάζει έναν σωτήρα μέσα από τη θρησκευτική φαντασία. Αναγνωρίζει ως Σωτήρα ένα ιστορικό πρόσωπο.
Ο Prestige αντιπαραθέτει αυτή την ιστορικότητα προς τις μυστηριακές και γνωστικές θρησκείες της ύστερης αρχαιότητας, οι οποίες πρόσφεραν στους ανθρώπους πνευματικές εμπειρίες και ελπίδες για μετά θάνατον ζωή, αλλά χωρίς έναν πραγματικό ιστορικό Σωτήρα.
Εδώ εμφανίζεται και η πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση για τον Αριστοτέλη και τους αρχαίους Έλληνες. Κατά τον Prestige, η κλασική φιλοσοφία αναζητούσε την αλήθεια και τη δύναμη της διάνοιας, αλλά δεν είχε αναπτύξει την ανάγκη για έναν προσωπικό Σωτήρα. Αργότερα, καθώς ο ελληνιστικός κόσμος αισθάνεται την «κάμψη του θάρρους», στρέφεται περισσότερο προς την εσωτερικότητα, τα μυστήρια και την προσωπική σωτηρία.
Και τότε έρχεται η μεγάλη χριστιανική καινοτομία:
ο Σωτήρας δεν είναι ούτε μια αφηρημένη θεότητα ούτε μια εσωτερική δύναμη της ψυχής ούτε μια μυθολογική μορφή.
Είναι ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος έζησε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε μέσα στην ιστορία, ενώ ταυτόχρονα είναι ο θείος Σωτήρας.
Το περίφημο γκράφιτι του Alexamenos χρησιμοποιείται ακριβώς για να δείξει πόσο σκανδαλώδης ήταν αυτή η χριστιανική πίστη για τον αρχαίο κόσμο: οι Χριστιανοί λάτρευαν ως Θεό έναν άνθρωπο που είχε πεθάνει με τον πιο ατιμωτικό τρόπο, πάνω στον σταυρό.
Και εδώ ο Prestige καταλήγει στο παράδοξο:
οι Χριστιανοί δεν θεοποίησαν έναν ισχυρό άνθρωπο. Θεοποίησαν έναν σταυρωμένο και φαινομενικά αποτυχημένο άνθρωπο.
Αυτό, κατά τον συγγραφέα, κάνει ακόμη πιο εντυπωσιακή την πίστη τους: ο Χριστός δεν τους υπόσχεται πλούτο, ασφάλεια ή απαλλαγή από τον θάνατο. Τους σώζει από την αμαρτία, την πνευματική νέκρωση και την απώλεια της σχέσης με τον Θεό.
Η ανάρτηση ολοκληρώνεται με τη διαπίστωση ότι η θεολογική διατύπωση της θεότητας του Χριστού χρειάστηκε χρόνο, όμως η βασική πίστη ήταν εξαρχής παρούσα: ο ιστορικός Ιησούς είναι ο θείος Σωτήρας.
Η συνολική λογική των τεσσάρων αναρτήσεων
Αν τις διαβάσουμε ως μία ενιαία ενότητα, η πορεία του Prestige είναι πολύ καθαρή:
4 → Το πρόβλημα
Πώς μπορεί ο Χριστός να είναι Θεός χωρίς να καταργείται ο μονοθεϊσμός;
5 → Οι λανθασμένες λύσεις
Γνωστικισμός, υιοθετισμός, τροπικισμός/σαβελλιανισμός: κάθε λύση σώζει ένα στοιχείο της πίστης αλλά καταστρέφει ένα άλλο.
6 → Η θετική σωτηριολογία
Ο Ειρηναίος δείχνει ότι ο Χριστός σώζει επειδή είναι ο αληθινός Θεός που έγινε πραγματικός άνθρωπος και ανακεφαλαιώνει την ανθρώπινη φύση.
7 → Το θεμελιώδες χριστιανικό παράδοξο
Ο Σωτήρας είναι ταυτόχρονα ιστορικός και θείος. Δεν είναι μυθολογική κατασκευή, ούτε αφηρημένη θεϊκή αρχή, ούτε εσωτερική δύναμη της ψυχής.
Και υπάρχει ένα πολύ σημαντικό νήμα που διαπερνά και τις τέσσερις αναρτήσεις:
Ο Prestige αντιλαμβάνεται την πατερική θεολογία ως διαφύλαξη μιας προϋπάρχουσας εκκλησιαστικής εμπειρίας και όχι ως αυθαίρετη φιλοσοφική κατασκευή.
Γι' αυτό και στο τέλος της 7ης ανάρτησης τονίζει ότι ο Χριστιανισμός μπορούσε να δεχθεί ελληνιστικές και φιλοσοφικές επιρροές, αλλά τις αφομοίωνε χωρίς να αφήνει αυτές να μεταβάλουν τον «σκληρό πυρήνα» της πίστης.
Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι και το κλειδί για να καταλάβουμε τι προσπαθεί πραγματικά να κάνει ο Prestige: δεν γράφει απλώς ιστορία των αιρέσεων. Χρησιμοποιεί τις αιρέσεις για να δείξει τι ακριβώς θεωρεί ότι πρέπει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτο στον χριστιανισμό: ο ένας Δημιουργός Θεός, η πραγματική διάκριση Πατρός και Υιού, η πλήρης θεότητα του Χριστού, η πραγματική Ενσάρκωση, η ιστορικότητα της σωτηρίας και η ενεργός χάρη που μεταμορφώνει τον άνθρωπο.
Η χριστιανική πίστη δεν μπορεί να θυσιάσει ούτε τη θεότητα του Χριστού ούτε την πραγματική σχέση Του με τον Πατέρα ούτε τη σωτηριολογική σημασία της Ενσάρκωσης.
Συνολικά το κείμενο των αναρτήσεων παρουσιάζεται παρακάτω:
Διάλεξη 2 Κάλλιστος: ή, η πίστη σε ένα Θεϊκό Σωτήρα α
Η δεύτερη αυτή διάλεξη έλαβε τον τίτλο Κάλλιστος, από έναν πρώιμο Πάπα της Ρώμης, για τον οποίο είναι μεν βέβαιο ότι γνωρίζουμε ελάχιστα στοιχεία, ο οποίος όμως προσφέρεται εξαιρετικά ως εμβληματική μορφή για τον σκοπό μας — όχι μόνο εξαιτίας, αλλά και παρά το γεγονός ότι το ιστορικό του αρχείο είναι ελλιπές. Διότι όσα είναι γνωστά γι’ αυτόν έχουν τεράστια σημασία για τη θρησκεία. Ο Κάλλιστος όχι μόνο υπερασπίστηκε την πίστη στον Χριστό απέναντι στον παγανισμό, εν μέσω διωγμών· ενεπλάκη επίσης σε δύο σοβαρές διαμάχες με ομοπίστους χριστιανούς. Το αν ο ίδιος χειρίστηκε αυτές τις αντιπαραθέσεις με οξύτητα είναι αδύνατον να διαπιστωθεί. Όμως η σημασία τους μπορεί εύκολα να εκτιμηθεί από τη σφοδρότητα με την οποία οι αντίπαλοί του επιτέθηκαν στον Κάλλιστο, ακόμη κι αν δεν γνωρίζαμε ήδη ότι τα αντικείμενα της διαμάχης ήταν η θεότητα του Χριστού και η σωστική δύναμη της χάριτός Του στη συγχώρηση των αμαρτιών.
Η αφήγηση για τον Πάπα Κάλλιστο που έχει φθάσει έως εμάς συντάχθηκε από τον αντίπαπα Ιππόλυτο, ο οποίος δεν ήταν μόνο εκκλησιαστικός του αντίπαλος και δηλωμένος εχθρός των θεολογικών και ποιμαντικών του αρχών, αλλά και πικρός προσωπικός του εχθρός. Ένα σημαντικό μέρος της διήγησης είναι ύποπτο, και ορισμένα τμήματά της αποδεικνύονται αναμφίβολα ψευδή. Δεν είναι εδώ ο τόπος να επιχειρήσουμε να διαχωρίσουμε την ήρα από το σιτάρι που φυτρώνουν μαζί σε αυτό το ιδιαιτέρως όξινο χωράφι. Ωστόσο, η αφήγηση όπως έχει διασωθεί προσφέρει μια τόσο ζωντανή εικόνα της εποχής και ένα τόσο εντυπωσιακό πορτρέτο του ανθρώπου, ώστε αξίζει να συνοψιστεί. Ακόμη και μια καρικατούρα, αν η λαμπρότητά της ισοδυναμεί με τη σκληρότητά της, μπορεί να μας πει πολλά για το πρόσωπο που απεικονίζει.
Ο Κάλλιστος, λοιπόν, άρχισε τη σταδιοδρομία του ως οικιακός δούλος του Καρποφόρου, ενός απελεύθερου χριστιανού στη Ρώμη. Πρέπει να επέδειξε οξυδέρκεια και ικανότητα, διότι του ανατέθηκε από τον κύριό του — και αργότερα από έναν αριθμό άλλων χριστιανών — η διαχείριση σημαντικών χρηματικών ποσών για επένδυση σε τραπεζική επιχείρηση. Ο άτυχος Κάλλιστος έχασε τα χρήματα, είτε λόγω κακής τύχης, είτε λόγω απερίσκεπτων κερδοσκοπικών κινήσεων, είτε — όπως ισχυρίζεται ο Ιππόλυτος — λόγω υπεξαίρεσης. Ο κύριός του απαίτησε λογαριασμό· και ο χρεοκοπημένος δραπέτευσε. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, αν ληφθεί υπόψη ο χαρακτήρας που επέδειξε ο Καρποφόρος σε όλη την υπόθεση. Ο Κάλλιστος έφθασε στο Πόρτους και επιβιβάστηκε σε πλοίο· καταδιώχθηκε· ρίχτηκε στη θάλασσα σε απόπειρα αυτοκτονίας· διασώθηκε· υπέστη τον εξευτελισμό της επανασύλληψης από τον κύριό του· και στάλθηκε στον χειρόμυλο. Στη συνέχεια, οι λοιποί πιστωτές έπεισαν τον απρόθυμο Καρποφόρο να τον απολύσει, πράγμα που εκείνος έκανε με δυσάρεστα ευσεβοφανή δάκρυα. Ο Κάλλιστος κατόπιν φαίνεται ότι προσπάθησε να εισπράξει οφειλές προς τον ίδιο, αλλά απερίσκεπτα προσέγγισε Ιουδαίους τραπεζίτες στη συναγωγή τους το Σάββατο. Ακολούθησε ταραχή, και οι Ιουδαίοι τον κατήγγειλαν ως χριστιανό. Ο Καρποφόρος, μη θέλοντας να χάσει έναν πολύτιμο δούλο, ισχυρίστηκε ενώπιον του άρχοντα ότι ο Κάλλιστος δεν ήταν καθόλου χριστιανός — πράγμα που ήταν ψευδές. Ωστόσο, ο κρατούμενος καταδικάστηκε κανονικά για χριστιανός, μαστιγώθηκε και καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα στα φρικτά και ανθυγιεινά μεταλλεία της Σαρδηνίας, ένα είδος Νησιού του Διαβόλου, όπου χριστιανοί κατάδικοι απελαύνονταν συστηματικά. Εκεί παρέμεινε για περίοδο που ίσως έφθασε έως και τα πέντε έτη.
Το αργότερο το έτος 193, ο αυτοκράτορας Κόμμοδος, γιος του Μάρκου Αυρηλίου, αποδέχθηκε το αίτημα της Μαρκίας, της χριστιανής παλλακίδας του, να δοθεί χάρη στους ομολογητές που βρίσκονταν στα μεταλλεία. Συντάχθηκε κατάλογος από τον Πάπα, στον οποίο το όνομα του Κάλλιστου δεν περιλαμβανόταν. Ο Κάλλιστος, ωστόσο, κατόρθωσε να συγκινήσει τόσο τους αξιωματούχους της Σαρδηνίας ώστε εκείνοι συναίνεσαν να τον απολύσουν χωρίς εξουσιοδότηση, μαζί με τους υπόλοιπους. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός είναι εντελώς απίθανος. Όποιες κι αν ήταν όμως οι πραγματικές περιστάσεις, ο Κάλλιστος επέστρεψε στη Ρώμη. Εκεί η Εκκλησία του χορήγησε ένα μικρό μηνιαίο επίδομα και τον έστειλε στο παραθαλάσσιο θέρετρο του Αντίου· πιθανότατα οι δυνάμεις του είχαν πράγματι ανάγκη αποκατάστασης μετά τα μεταλλεία, αν και ο Ιππόλυτος ισχυρίζεται ότι το μέτρο ελήφθη απλώς για να τον απομακρύνουν.
Μακριά από το να αποτελέσει αυτή η απομάκρυνση το τέλος της ιστορίας, αποδείχθηκε απλώς το προοίμιο ενδοξότερων επιτευγμάτων, των οποίων τα γεγονότα είναι αναμφισβήτητα, έστω κι αν η εχθρική αφήγηση για τον χαρακτήρα και τα κίνητρα του Κάλλιστου συνεχίζει να τρέφεται από κομπόστ μίσους και περιφρόνησης. Ο πρώην δούλος χειροτονήθηκε. Ένας νέος Πάπας, ο Ζεφυρίνος, τον επανέφερε στη Ρώμη, τον έθεσε επικεφαλής του τοπικού κλήρου και του ανέθεσε τη φροντίδα του κοιμητηρίου — προφανώς του πρώτου δημόσιου χριστιανικού χώρου ταφής, σε διάκριση από τα διάφορα ιδιωτικά κοιμητήρια που έως τότε συνδέονταν με τις περιουσίες επιφανών χριστιανών. Το κοιμητήριο αυτό πρέπει να είχε καταχωριστεί στις κοσμικές αρχές, και η επιτυχής του ίδρυση θα έπρεπε μάλλον να εκληφθεί ως συγκεκριμένη μαρτυρία της διοικητικής και οργανωτικής ικανότητας του Κάλλιστου, παρά ως ένδειξη πανουργίας. Σε κάθε περίπτωση, έγινε αποδεκτός από τον Πάπα — τον οποίο ο Ιππόλυτος αποκαλεί ανόητο γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο — ως έμπιστος σύμβουλός του, και η θέση που κατείχε αντιστοιχεί σε εκείνη του αρχιδιακόνου της Ρώμης. Με τον θάνατο του Πάπα, το 217, ο ολισθηρός και χαριεντιζόμενος Κάλλιστος εξασφάλισε την εκλογή του στο αξίωμα (Ιππ., Ref. 9.11–12· ό.π. 10.27).
Η γραφική και ιδιόρρυθμη αυτή αφήγηση έχει αξία, διότι, μέσα από την παράδοξη αλληλουχία των γεγονότων της, αποτυπώνει αυτό που αποτελούσε το κανονικό υπόβαθρο της χριστιανικής πίστης και ζωής στη Ρώμη γύρω στα τέλη του δεύτερου αιώνα, όταν το να είναι κανείς απλώς χριστιανός ήταν μια επικίνδυνη και συναρπαστική περιπέτεια. Το έντονα χρωματισμένο μωσαϊκό του Κάλλιστου συντίθεται από τις συνηθισμένες ψηφίδες των καθημερινών συμβάντων. Αφαιρέστε την κακοβουλία του αφηγητή· υπογραμμίστε τα στοιχεία του ρομαντισμού· και τι θαυμάσια ιστορία θα προέκυπτε για ένα «χριστιανικό Χόλυγουντ»! Σκεφθείτε μόνο πόσο εντυπωσιακά θα διαβαζόταν η είδηση υπό τους τίτλους που θα συνέτασσε κάθε ικανός δημοσιογράφος. Ένα παιδί χωρίς φίλους, άτυχος και διωκόμενος, είχε κατορθώσει, χάρη στην καθαρή δύναμη του χαρακτήρα και των ικανοτήτων του, να φθάσει στο ανώτατο επισκοπικό αξίωμα της Χριστιανοσύνης — ή, μάλλον, χάρη στη χάρη του Χριστού είχε σωθεί, ίσως, από μια σταδιοδρομία απάτης, και τα χαρίσματά του είχαν αφιερωθεί στην υπηρεσία του Θεού. Έκλεισε τον βίο του κατακτώντας τη δόξα του μαρτυρίου πέντε χρόνια αργότερα.
Κάτι ακόμη πρέπει να προστεθεί προτού ολοκληρωθεί το εκκλησιαστικό υπόβαθρο. Το σώμα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, πάνω στο οποίο προήδρευε ο Κάλλιστος, δεν ήταν οργανωμένο όπως κανένα θρησκευτικό σώμα που γνωρίζουμε σήμερα· μια πιο διδακτική αναλογία θα μπορούσε να αντληθεί από τις πρώιμες εξελίξεις του μεσαιωνικού Πανεπιστημίου των Παρισίων. Το ίδιο το Πανεπιστήμιο συγκροτούσε μια εξαιρετικά εξειδικευμένη κοινότητα μέσα στη γενική κοινωνική τάξη, όπως ακριβώς οι χριστιανοί σε μια αρχαία παγανιστική πόλη. Οι διδάσκαλοί του ήταν οργανωμένοι σε «έθνη», καθένα με τα δικά του έθιμα και εορτές, με ανθρώπους κοινής καταγωγής να μοιράζονται κοινές κοινωνικές και πολιτικές δραστηριότητες· αναμφίβολα το παράδειγμά τους ακολουθούνταν, με λιγότερο τυπικούς τρόπους, και από τα νεότερα μέλη του Πανεπιστημίου. Κατά παρόμοιο τρόπο, υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύουμε ότι οι χριστιανοί της Ρώμης είχαν την τάση να οργανώνονται σε διακριτές εθνοτικές ομάδες. Οι κατώτερες τάξεις, στις οποίες ανήκε η μεγάλη πλειονότητα των πρώτων Ρωμαίων χριστιανών, προέρχονταν σχεδόν από κάθε έθνος της οικουμένης, και λίγοι από αυτούς μιλούσαν συνήθως λατινικά· τι θα ήταν πιο φυσικό από το να συσπειρώνονται οι μετανάστες κάθε εθνότητας γύρω από κληρικούς της ίδιας τους γλώσσας; Έχει μάλιστα διατυπωθεί με μεγάλη πιθανότητα ότι ο λόγος για τον οποίο η Ρωμαϊκή Εκκλησία επέδειξε τόσο έντονο ενδιαφέρον για την τεσσαρεσκαιδεκατιτική έριδα, που ταλάνισε τον δεύτερο αιώνα σχετικά με την ημερομηνία και τον τρόπο εορτασμού του Πάσχα, ήταν το γεγονός ότι μια ομάδα Ασιατών χριστιανών, εγκατεστημένων στη Ρώμη, ενδέχεται να εμπλεκόταν και να αντιδρούσε σε κάθε προσπάθεια να στερηθεί τα πατροπαράδοτα έθιμά της. Και πάλι, μπορεί κανείς να διακρίνει μια ομοιότητα με τη ρωμαϊκή εκκλησιαστική οργάνωση στα οικήματα και τα κολέγια που προσφέρονταν από ευεργέτες για τη στέγαση των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο. Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές, τόσο από τις αναφορές του αποστόλου Παύλου στο τέλος της επιστολής του προς Ρωμαίους όσο και από τα στοιχεία που παρέχουν τα ιδιωτικά κοιμητήρια, ότι οι χριστιανοί στη Ρώμη, όπως και αλλού, συχνά εξαρτώνταν από ορισμένες οικογένειες και οικίες ή συνδέονταν με αυτές. Η επιβίωση μιας τέτοιας διάταξης δεν θα μπορούσε παρά να ενισχύεται από τον σεβασμό προς την οικογένεια και τον επικεφαλής της, που κατείχε τόσο εξέχουσα θέση στη ρωμαϊκή νομική και κοινωνική παράδοση.
Η πιο χαρακτηριστική, ωστόσο, αναλογία βρίσκεται στον τομέα της διδασκαλίας. Στο μεσαιωνικό Πανεπιστήμιο, κάθε διδάσκαλος των ελευθέριων τεχνών είχε το δικαίωμα να ιδρύσει τη δική του σχολή και να διδάσκει όσους μαθητές μπορούσε να προσελκύσει. Αν διέθετε λαμπρά χαρίσματα, σύντομα αποκτούσε μεγάλη φήμη και ασκούσε ευρεία επιρροή. Ο κεντρικός έλεγχος ήταν ασθενής. Ανυπότακτοι διδάσκαλοι μπορούσαν πάντοτε να ηγηθούν μιας ακαδημαϊκής απεργίας και να παρασύρουν τους οπαδούς τους μακριά από τη δικαιοδοσία του Πανεπιστημίου — μια δυνατότητα που είχε ήδη καταδείξει ο Αβελάρδος στο Παρίσι, προτού ακόμη ιδρυθεί το Πανεπιστήμιο. Κατά τον δεύτερο αιώνα, όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στη Ρώμη. Στα ογδόντα περίπου χρόνια που μεσολάβησαν μεταξύ του 140 μ.Χ. και της επισκοπίας του Κάλλιστου, είναι γνωστό ότι τη Ρώμη επισκέφθηκε μια μακρά διαδοχή ξένων θεολόγων, πέρα από τους εγχώριους διδασκάλους της: ο Μαρκίων, πολέμιος της Παλαιάς Διαθήκης· ο Βαλεντίνος, πατέρας του Γνωστικισμού· ο Ιουστίνος ο απολογητής· ο Πολύκαρπος, ο ηλικιωμένος επίσκοπος Σμύρνης· ο Θεόδοτος, που αρνιόταν τη θεότητα του Χριστού· ο Νοητός, ο Πραξέας και ο Σαβέλλιος, που συγχέουν το Πρόσωπο του Χριστού με εκείνο του Θεού Πατρός· ο Ειρηναίος, ο ευαγγελικός διδάσκαλος από τη Λυών· και ο Ωριγένης. Όλοι αυτοί, εκτός από τον Πολύκαρπο, τον Ειρηναίο και τον Ωριγένη, ήλθαν για να εγκατασταθούν και παρέμειναν επί μακρόν, διδάσκοντας στις επιμέρους σχολές τους. Και το εγχώριο ταλέντο, όπως εκείνο του Ιππολύτου, διέθετε επίσης τις δικές του σχολές και τους δικούς του μαθητές· σύμφωνα με τον Ιερώνυμο, ο Ωριγένης παρακολούθησε κάποτε μία από τις ομιλίες του Ιππολύτου, που εκφωνήθηκε σε εκκλησία, και ο Ιππόλυτος έκανε μια τιμητική αναφορά στην παρουσία του ήδη διάσημου νεαρού συγχρόνου του.
Ο Ιππόλυτος χρησιμοποιεί ρητά τον ακαδημαϊκό όρο «σχολή» για να δηλώσει ένα τέτοιο κέντρο επιρροής. Αφού ήλθε σε ρήξη με τον Κάλλιστο τόσο για θεολογικά όσο και για πειθαρχικά ζητήματα, και αφού ο ίδιος συγκρότησε ένα σχισματικό σώμα που επέζησε για αρκετά χρόνια, κατηγορεί τον Κάλλιστο ότι «ίδρυσε σχολή εναντίον της Εκκλησίας» και παραπονείται ότι «η σχολή του εξακολουθεί να υφίσταται, διατηρώντας τα έθιμα και την παράδοσή του, χωρίς να διακρίνει με ποιους οφείλει να βρίσκεται σε κοινωνία, αλλά προσφέροντας κοινωνία αδιακρίτως σε όλους». Μπορούμε να σημειώσουμε την αυστηρή και πικρόχολη διάθεση του συγγραφέα στην αναφορά του στους όρους της εκκλησιαστικής κοινωνίας, δεδομένου ότι ο ίδιος είχε αφορισθεί. Η σεκταριστική του απογοήτευση διαφαίνεται επίσης στο γκρινιάρικο παράπονό του ότι πλήθη μαθητών εξέφραζαν τον ενθουσιασμό τους για τη διδασκαλία του Κάλλιστου συρρέοντας στη σχολή του. Περιγράφει την κατάσταση ακριβώς όπως θα την περιέγραφε, αν η εν λόγω σχολή βρισκόταν στο Παρίσι του δωδέκατου ή δέκατου τρίτου αιώνα και οι δύο πρωταγωνιστές ήταν αντίπαλοι διδάσκαλοι των ελευθέριων τεχνών που ανταγωνίζονταν για τη δημοφιλία του αμφιθεάτρου (Ιππ., Ref. 9.12.20· ό.π. 26.23). Αν και η σύγκριση δεν πρέπει να πιεστεί υπερβολικά, και δεν πρέπει να παραγνωριστεί η ύπαρξη ενός συμπαγούς πυρήνα εκκλησιαστικής ζωής υπό τον άμεσο έλεγχο του επισκόπου, εντούτοις είναι σαφές ότι, από ορισμένες απόψεις, η Ρωμαϊκή Εκκλησία έμοιαζε λιγότερο με σύστημα ενοριών και περισσότερο με σύμπλεγμα αιθουσών διδασκαλίας. Η αναλογία γίνεται ακόμη πιο ζωντανή αν θυμηθούμε ότι ο ίδιος ο Ιππόλυτος — για αιώνες ο μόνος γηγενής Ρωμαίος θεολόγος πρωταρχικής σημασίας — μαζί με όλους πλην τεσσάρων από τους δέκα ξένους διδασκάλους που απαριθμήθηκαν παραπάνω, και με όλους πλην ενός από τους επτά που διέμειναν επί μακρόν στη Ρώμη, μετέτρεψαν, ύστερα από ποικίλες περιόδους δραστηριότητας, τις αίθουσες διδασκαλίας τους σε σχισματικές εκκλησίες. Οι φιλοδοξίες τους ήταν τόσο προσωπικές όσο και οι αντιπαλότητές τους, και το έργο τους είχε, στις ευρύτερες συνέπειές του, περισσότερο ακαδημαϊκό παρά ποιμαντικό χαρακτήρα.
Η πρώτη από τις δύο μεγάλες διαμάχες στις οποίες ενεπλάκη ο Κάλλιστος αφορούσε το Πρόσωπο του Χριστού. Οι πρώτες γενεές των χριστιανών σκέπτονταν τον Ιησού Χριστό ως Υιό του Θεού, ως τον μονογενή Του, ή ως τον Λόγο Του. Όμως ήταν αδύνατον η γλώσσα τόσο της ευσέβειας όσο και της σκέψης να αρκεστεί σε τέτοιες εκφράσεις. Ένα βέβαιο ένστικτο δίδασκε τους οπαδούς του Χριστού ότι η σωτηρία τους προερχόταν από τον Θεό και ότι, όταν κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να τους βοηθήσει, ο ίδιος ο Κύριος είχε εκτείνει τον βραχίονά Του για να τους σώσει· από την αρχή θεωρήθηκε ως θεμελιώδης αρχή του χριστιανισμού ότι ένα τόσο μέγα έργο όσο η λύτρωση μπορούσε να επιτελεσθεί μόνο από τον Θεό. Ούτε μπορούσε ο χριστιανικός νους και η συνείδηση να θεωρήσουν τον Ιησού Χριστό ως κατώτερο συνεργό σε αυτό το έργο. Αντιθέτως, προς το Πρόσωπό Του κατευθυνόταν κάθε χριστιανική ελπίδα, και από τη δράση Του εξαρτιόταν κάθε πνευματική βεβαιότητα· επικρατούσε η απόλυτη πεποίθηση ότι ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν μόνο ο άμεσος δημιουργός της σωτηρίας, αλλά και ο κεντρικός άξονας του κτιστού σύμπαντος και το σημείο καμπής της ανθρώπινης ιστορίας. Κατά συνέπεια, ήδη από τις αρχές του δεύτερου αιώνα, όταν αρχίζει να αναπτύσσεται η εξωβιβλική χριστιανική γραμματεία, η γλώσσα της ευσέβειας περιγράφει χωρίς δισταγμό τον Χριστό ως τον Θεό των χριστιανών (Prestige, God in Patristic Thought, σσ. 76 κ.ε.).
Στο λεξιλόγιο, όμως, της διανοητικής επεξεργασίας, η απόδοση της θεότητας σε δύο φαινομενικά διακριτά όντα, τον Θεό Πατέρα και τον Ιησού Χριστό τον Υιό Του, έθετε προβλήματα που δεν θα μπορούσαν παρά να γίνουν οξέως αισθητά από μονοθεϊστές τόσο αποφασισμένους όσο οι πρώτοι χριστιανοί. Οι επιθέσεις τους κατά του τότε παγανιστικού πολυθεϊσμού ήταν με πάθος διατυπωμένες· η περιφρονητική τους απόρριψη κάθε φιλοσοφικής απόπειρας συμβιβασμού ανάμεσα στην πολλαπλότητα των θεών και σε κάποια ενιαία θεία αρχή που θα τους περιελάμβανε όλους, προσέλκυσε πάνω στην Εκκλησία τους περισσότερους από τους διωγμούς που υπέστη. Δεν ήταν εύκολο έργο για αυτούς να διατυπώσουν έναν πλουραλιστικό μονοθεϊσμό.
Λίγο αργότερα, κατά τον δεύτερο αιώνα, μια αντίστοιχη απόδοση μάλλον διακριτής προσωπικότητας άρχισε να εφαρμόζεται και στο Άγιο Πνεύμα, ως τον φορέα της θείας παρουσίας στις καρδιές των πιστών. Εκείνο αποτελούσε τον δεσμό ανάμεσα στον αναληφθέντα Χριστό στους ουρανούς και στους ακολούθους Του επί της γης, καταργώντας έτσι τη σωματική απόσταση· ήταν επίσης το θείο κανάλι της χάριτος ανάμεσα στον Σταυρό και την Ανάσταση, ιστορικά τοποθετημένα στις αρχές του πρώτου αιώνα, και στη σύγχρονη ζωή και λατρεία των τότε μαθητών, καταλύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα εμπόδια του χρόνου.
Η αρχαιότερη σκέψη περί του Αγίου Πνεύματος συνδεόταν κυρίως με δύο όψεις της εμπειρίας: την έμπνευση της προφητικής αναζωπύρωσης, που συνόδευσε τις πρώτες δεκαετίες του χριστιανικού ενθουσιασμού, και την έμπνευση των Γραφών, τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης. Επειδή η επίδρασή Του βιωνόταν με τρόπο υποκειμενικό και εσωτερικό στον νου του πιστού, ή ήταν κρυμμένη κάτω από τις σελίδες ενός χειρογράφου, οι αναφορές στο Άγιο Πνεύμα στην πρώιμη χριστιανική γραμματεία συχνά αφήνουν ανοιχτό το ερώτημα αν θεωρούνταν ως προσωπικό ον ή αν αντιπροσώπευε μια αφηρημένη πνευματική δύναμη, ένα άυλο γνώρισμα κάποιου άλλου θείου προσώπου.
Ωστόσο, η μοντανιστική αίρεση, που εκδηλώθηκε στα μέσα του δεύτερου αιώνα, παρέχει την πληρέστερη μαρτυρία ότι στην πραγματικότητα η ενέργεια του Παρακλήτου νοούνταν ως προσωπική, θεία επέμβαση, και υπάρχουν λόγοι να πιστεύει κανείς ότι σε ορισμένους υιοθετιστικούς (Adoptionism) κύκλους η προσωπικότητα του Αγίου Πνεύματος συλλαμβανόταν με μεγαλύτερη σαφήνεια και διατυπωνόταν πιο επαρκώς απ’ ό,τι εκείνη του Υιού του Θεού. Ούτε σε καμία από τις κριτικές που διατυπώθηκαν για την αναίρεση αυτών των αιρέσεων απαντάται το παραμικρό ίχνος ότι η ορθόδοξη θεολογία σκανδαλίστηκε ή αιφνιδιάστηκε από την πλέον απόλυτη έκφραση της προσωπικής ύπαρξης του Θεού του Αγίου Πνεύματος.
Πράγματι, από την αρχή είχε χαραχθεί στην πράξη η αυστηρότερη δυνατή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα τρία Πρόσωπα της Θεότητας και σε κάθε κτίσμα, και στο Άγιο Πνεύμα, ιδίως, αποδιδόταν η επιτέλεση ενεργειών που θεωρούνταν κατ’ ουσίαν έργο μιας προσωπικής θεότητας· πριν από το τέλος του δεύτερου αιώνα είχε αναγνωρισθεί πλήρως ως ο φορέας και χορηγός της χάριτος, και είχε παγιωθεί οριστικά, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, η πρακτική να αναφέρονται τα τρία Πρόσωπα ως «ἡ ἁγία τριάς» (όπ. παρ., σσ. 80 κ.ε.).
Μια αυστηρά μονοθεϊστική θρησκεία, όπως ήταν ο χριστιανισμός, όφειλε προφανώς να βρει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάποιον τρόπο να συμφιλιώσει την έμπρακτη πίστη της σε μια αγία τριάδα με τις μονοθεϊστικές της διακηρύξεις. Θεωρητικά, μια λύση θα μπορούσε να αναζητηθεί προς μία από δύο κατευθύνσεις. Είτε θα διατηρούνταν η πλήρης απόδοση της θεότητας σε καθένα από τα τρία ονόματα, ενώ θα παραγνωρίζονταν οι προσωπικές διακρίσεις· το αποτέλεσμα τότε θα ήταν να παρασταθεί ο Θεός ως ένα ενιαίο ον που αποκαλύπτει τον εαυτό Του σε διαδοχικές εκδηλώσεις, υπό διαφορετικούς τίτλους, παραμένοντας όμως απολύτως ο ίδιος πίσω από κάθε μεταβολή της εξωτερικής εμφάνισης.
Εναλλακτικά, θα μπορούσαν να ληφθούν μέτρα ώστε, διατηρώντας τρεις διακριτές ατομικότητες, η δεύτερη και η τρίτη να υποβιβαστούν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, σε υποδεέστερους παράγοντες ή εξαρτημένες λειτουργίες του Θεού Πατρός, του μόνου αληθινά θείου όντος. Η πρώτη λύση ήταν μοιραία ασύμβατη με την Αγία Γραφή, και η διδασκαλία της περί διαδοχικών εμφανίσεων, υπό διαφορετικά προσωπεία, θύμιζε έντονα τα θεολογικά τεχνάσματα του φιλοσοφικού παγανισμού, ο οποίος αντιμετώπιζε όλους τους θεούς ως τοπικές και μερικές ενσαρκώσεις του ύστατου υπέρτατου όντος. Η δεύτερη λύση ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την ιστορική παράδοση και με το χριστιανικό ένστικτο και έφερνε τη γλώσσα της θεολογίας σε ανοιχτή σύγκρουση με τη γλώσσα της ευσέβειας.
Τελικά, η θεολογία διαπίστωσε ότι είχε κάτι να διδαχθεί και από τις δύο πλευρές. Η δικαίωση του ισχυρισμού ότι το καθολικό δόγμα της Τριάδας προσφέρει λύση στο πρόβλημα της θείας προσωπικότητας, ικανοποιητική τόσο για τον ανθρώπινο νου όσο και για την ευαγγελική ιστορία και τη χριστιανική καρδιά, έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι, ενώ αντιτίθεται σε ό,τι ήταν ψευδές και στις δύο εναλλακτικές ερμηνευτικές μεθόδους, αγκαλιάζει και ερμηνεύει τις ουσιαστικές δυσκολίες που οι αιρέσεις επιχείρησαν ανεπιτυχώς να αντιμετωπίσουν. Ωστόσο, το δόγμα της Τριάδας, αν και η τελική του διατύπωση είχε σε μεγάλο βαθμό προαναγγελθεί από τη μετεωρική διαύγεια του νου του Τερτυλλιανού, δεν έλαβε την πλήρη και οριστική του μορφή παρά μόνον κατά το δεύτερο μισό του τέταρτου αιώνα. Ο Κάλλιστος βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα πολύ προγενέστερο στάδιο της διαμάχης.
Λίγο μετά τα μέσα του δεύτερου αιώνα εμφανίστηκε στη Ρώμη ένας καλλιεργημένος Αιγύπτιος ονόματι Βαλεντίνος, ο οποίος δίδασκε ένα σύστημα που συνδύαζε σημαντικά χριστιανικά στοιχεία με έναν αριθμό ανεξάρτητων χαρακτηριστικών, αντλημένων από τη σύγχρονη φιλοσοφική και θεοσοφική σκέψη, και επεξεργασμένων με εξαιρετική δεξιοτεχνία και πρωτοτυπία. Ο κεντρικός στόχος αυτής της διανοητικής κατασκευής ήταν η δημιουργία μιας ηθικής και μεταφυσικής γέφυρας ανάμεσα στην άπειρη τελειότητα και τη πεπερασμένη φθορά. Ο Βαλεντίνος, επομένως, παρεμβάλλει ανάμεσα στην απόλυτη θεότητα και τον κτιστό κόσμο μια σειρά τριάντα εκπορεύσεων, προοδευτικά λιγότερο θείων και στενότερα συνδεδεμένων με την εγκόσμια ύπαρξη. Παραδόξως αγνόησε το γεγονός ότι, μολονότι κάθε απομάκρυνση από την τέλεια αγαθότητα και δύναμη περιοριζόταν έτσι σε ένα σχετικά μικρό διάστημα, εντούτοις, στο σύνολό τους, το χάσμα ανάμεσα στον Θεό και τον υπαρκτό αισθητό κόσμο παρέμενε το ίδιο. Τριάντα διαδοχικά χάσματα, έστω και μικρά και διατεταγμένα σε βαθμιδωτη κλίμακα, δεν βοηθούν τον νου να κατανοήσει ευκολότερα την αλληλεπίδραση δύο τόσο ετερόκλητων παραγόντων όσο το άπειρο πνεύμα και η αισθητή ύπαρξη, περισσότερο απ’ ό,τι ένα και μόνο τεράστιο χάσμα. Ο Βαλεντίνος τοποθέτησε τον Σωτήρα, τον οποίο η Εκκλησία λάτρευε ως Θεό της, κάτω από τις τριάντα θείες εκπορεύσεις του. Η Εκκλησία, επομένως, δεν είχε καμία δυσκολία να τον απορρίψει, μαζί με τη λύση που πρότεινε στο πρόβλημα.
......Λίγο μετά τα μέσα του δεύτερου αιώνα εμφανίστηκε στη Ρώμη ένας καλλιεργημένος Αιγύπτιος ονόματι Βαλεντίνος, ο οποίος δίδασκε ένα σύστημα που συνδύαζε σημαντικά χριστιανικά στοιχεία με έναν αριθμό ανεξάρτητων χαρακτηριστικών, αντλημένων από τη σύγχρονη φιλοσοφική και θεοσοφική σκέψη, και επεξεργασμένων με εξαιρετική δεξιοτεχνία και πρωτοτυπία. Ο κεντρικός στόχος αυτής της διανοητικής κατασκευής ήταν η δημιουργία μιας ηθικής και μεταφυσικής γέφυρας ανάμεσα στην άπειρη τελειότητα και τη πεπερασμένη φθορά. Ο Βαλεντίνος, επομένως, παρεμβάλλει ανάμεσα στην απόλυτη θεότητα και τον κτιστό κόσμο μια σειρά τριάντα εκπορεύσεων, προοδευτικά λιγότερο θείων και στενότερα συνδεδεμένων με την εγκόσμια ύπαρξη. Παραδόξως αγνόησε το γεγονός ότι, μολονότι κάθε απομάκρυνση από την τέλεια αγαθότητα και δύναμη περιοριζόταν έτσι σε ένα σχετικά μικρό διάστημα, εντούτοις, στο σύνολό τους, το χάσμα ανάμεσα στον Θεό και τον υπαρκτό αισθητό κόσμο παρέμενε το ίδιο. Τριάντα διαδοχικά χάσματα, έστω και μικρά και διατεταγμένα σε βαθμιδωτη κλίμακα, δεν βοηθούν τον νου να κατανοήσει ευκολότερα την αλληλεπίδραση δύο τόσο ετερόκλητων παραγόντων όσο το άπειρο πνεύμα και η αισθητή ύπαρξη, περισσότερο απ’ ό,τι ένα και μόνο τεράστιο χάσμα. Ο Βαλεντίνος τοποθέτησε τον Σωτήρα, τον οποίο η Εκκλησία λάτρευε ως Θεό της, κάτω από τις τριάντα θείες εκπορεύσεις του. Η Εκκλησία, επομένως, δεν είχε καμία δυσκολία να τον απορρίψει, μαζί με τη λύση που πρότεινε στο πρόβλημα..............
Ένα κίνημα προς την αντίθετη κατεύθυνση εγκαθιδρύθηκε στη Ρώμη περίπου την ίδια εποχή από άλλους ξένους διδασκάλους, ονομαζόμενους Πραξέα και Νοητό. Οι λύσεις που αυτοί υποστήριζαν βασίζονταν στην ταύτιση του Πατρός και του Υιού. Ο Θεός, υπονοούσαν, ήταν απόλυτος στην αποκάλυψή Του ως Πατήρ, αλλά γινόταν πεπερασμένος και υποκείμενος σε φυσικούς περιορισμούς στην αποκάλυψή Του ως Υιός· τα ενδύματα και τα εξωτερικά γνωρίσματα ήταν διαφορετικά, αλλά ο ίδιος Δρων υποδυόταν και τους δύο ρόλους διαδοχικά. Αυτή ήταν μια πολύ πιο επιτηδευμένη μορφή αίρεσης. Το πλεονέκτημά της ήταν ότι αναγνώριζε τη λύτρωση ως έργο του Θεού, αντί να αφήνει τον άνθρωπο —έστω και εμμέσως— να επιτελέσει το υπεράνθρωπο έργο της σωτηρίας της αμαρτωλής ψυχής του. Διατηρούσε έναν αυθεντικό απόηχο ευαγγελικής αλήθειας. Επέτρεπε στους χριστιανούς να διατηρούν την πλήρη πίστη τους στον Ιησού Χριστό. Όμως, ενώ τόνιζε την αλήθεια της ρήσης του Κυρίου μας στο Τέταρτο Ευαγγέλιο ότι «ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμεν», αποτύγχανε πλήρως να εξηγήσει πώς ο Πατήρ και ο Υιός υπήρξαν ποτέ, με οποιαδήποτε έννοια, κάτι άλλο πέρα από ένα, όπως η Καινή Διαθήκη τους παρουσιάζει σταθερά. Προσέκρουσε στον ακίνητο βράχο της ιστορικής μαρτυρίας, και η ρηχή και εύκολη φιλοσοφία της θείας ενότητας δεν μπόρεσε να αντέξει αυτό το πλήγμα.
Ένας τρίτος πρωταγωνιστής αυτής της σχολής, ο Σαβέλλιος, που έμελλε να δώσει το όνομά του στην ιστορία ως ο κατεξοχήν εκπρόσωπος αυτού του τύπου σκέψης, προωθούσε πράγματι τις διδασκαλίες του στη Ρώμη κατά τη διάρκεια της επισκοπής του Ζεφυρίνου. Ο Ιππόλυτος έγραψε κάποια στιγμή μια πραγματεία εναντίον του Νοητού. Ο Τερτυλλιανός στην Αφρική επρόκειτο σύντομα να καταβάλει τον Πραξέα. Όμως για ένα διάστημα, προς φρίκη και αγανάκτησή του, ο Ιππόλυτος διαπίστωσε ότι ο Ζεφυρίνος, ενεργώντας υπό την επιρροή του απεχθούς Καλλίστου, ήταν διατεθειμένος να ανεχθεί τα σφάλματα του Σαβελλίου.
Η ίδια η λύση του Ιππολύτου στο πρόβλημα, αν και διατυπωμένη λιγότερο επαρκώς από εκείνη που παρείχε η βαθιά διορατικότητα και ο θεολογικός ρεαλισμός του Τερτυλλιανού, κινείτο στις ίδιες γραμμές και παρείχε το θεμέλιο πάνω στο οποίο, στις επόμενες γενεές, θα αναζητούνταν και θα ευρισκόταν η αληθινή εξήγηση. Αντιλαμβανόταν τη θεότητα ως μια οργανική ενότητα, της οποίας ολόκληρη η ουσία «κατανέμεται» μεταξύ των διαφόρων Προσώπων χωρίς μεταβολή ή ελάττωση του περιεχομένου της. Η ίδια θεότητα, δίδασκε, φανερώνεται πρώτα στον Πατέρα· έπειτα στον Λόγο Του, δηλαδή στην αιώνια αυτοέκφρασή Του· και τέλος —αν και εδώ η σκέψη του είναι λιγότερο σαφής— στο θείο Πνεύμα της χάριτος. Η διδασκαλία αυτή απαιτούσε ένα ορισμένο μέτρο φιλοσοφικής κατανόησης, και ο Ιππόλυτος εξαγριωνόταν όταν ο Καλλίστος, που δεν ήταν φιλόσοφος αλλά εκκλησιαστικός πολιτικός, δεν αναγνώριζε αμέσως την ανωτερότητά της έναντι των χονδροειδών θεωριών του Σαβελλίου.
Αναμφίβολα, πράγματι, ο Καλλίστος ανησυχούσε απολύτως δικαιολογημένα να αποφύγει τη δημιουργία σχίσματος ανάμεσα στις αντιμαχόμενες «σχολές διδασκαλίας» με τις οποίες ήταν εφοδιασμένη η Εκκλησία της Ρώμης. Δεν ήταν παρά καθήκον του να ρίξει όλο το βάρος της επιρροής του στην προσπάθεια διαφύλαξης της ενότητας, όχι μόνο του Θεού στον ουρανό, αλλά και της Εκκλησίας επί της γης. Όσο του ήταν δυνατό να ανεχθεί τον Σαβέλλιο, αγωνιζόταν να διατηρήσει τις υπηρεσίες ενός τόσο ισχυρού ηγέτη για την Εκκλησία της Ρώμης. Εξόργισε τον Ιππόλυτο λέγοντάς του ότι η δική του διδασκαλία περί Θεού Πατρός και Θεού Λόγου έμοιαζε με διακήρυξη δύο θεών. Έπεισε τον Ζεφυρίνο να διατυπώσει έναν συμβιβαστικό όρο, ο οποίος άφηνε στον Σαβέλλιο ένα πρόσκαιρα ασφαλές έρεισμα για τις θεωρητικές του εικασίες. Από τους όρους των πηγών φαίνεται βέβαιο ότι το ίδιο το κίνητρο του Καλλίστου, χειριζόμενου με αυτόν τον τρόπο και τους δύο πρωταγωνιστές, ήταν να επιμείνει στην πλήρη και απόλυτη θεότητα του Ιησού Χριστού και έτσι να διατηρήσει την ισχυρότερη δυνατή εγγύηση για το δόγμα της σωτηρίας. Η μόνη απάντηση στην οποία οδηγήθηκε ο Ιππόλυτος ήταν να εξαπολύσει εναντίον του Καλλίστου την απερίσκεπτη κατηγορία ότι ενθάρρυνε και συμμεριζόταν τις συγκεκριμένες απόψεις του Σαβελλίου.
Η έκβαση αυτών των συγκρούσεων ήταν ότι ο Ιππόλυτος κατέστη Μοντανιστής. Και στη δεύτερη διαμάχη που διεξήγαγε ο Ιππόλυτος με τον εχθρό του Καλλίστο, επιτέθηκε εκ νέου σε μια θέση την οποία ο Τερτυλλιανός πολεμούσε με εξίσου σφοδρό τρόπο· και μολονότι ο Τερτυλλιανός, στην πραγματεία που έγραψε επί του θέματος, δεν αναφέρει τον Καλλίστο ονομαστικά, είναι φυσικό συμπέρασμα, τόσο από τη γλώσσα της κριτικής του όσο και από τις περιστάσεις της υπόθεσης, ότι ο Καλλίστος ήταν ο αντίπαλος εναντίον του οποίου και εκείνος εξαπέλυε τα πυρά του. Ως Μοντανιστής, όχι λιγότερο απ’ ό,τι λόγω της ίδιας του της ασκητικής ιδιοσυγκρασίας, ο Τερτυλλιανός είχε ταχθεί υπέρ της υπόθεσης τής ηθικής αυστηρότητος. Ο Ιππόλυτος, χωρίς να χρειάζεται να προσχωρήσει στην αίρεση του Τερτυλλιανού, διέθετε έναν νου τόσο αδιάλλακτα σκληρό ώστε να εξασφαλίζει την προσχώρησή του στην ίδια υπόθεση.
Η αφορμή αυτής της σύγκρουσης ήταν η έκδοση από τον Καλλίστο ενός διατάγματος με το οποίο χαλαρώνονταν, σε έναν συγκεκριμένο τομέα, τα πρωτοχριστιανικά πρότυπα ηθικής πειθαρχίας, τα οποία, σε μια Εκκλησία που κατά τον τρίτο αιώνα επεκτεινόταν σταθερά, είχαν αποδειχθεί ανεφάρμοστα ως υπερβολικά αυστηρά. Ο Καλλίστος αποφάσισε να ανοίξει τον επώδυνο δρόμο της δημόσιας μετάνοιας και την ελπίδα της άφεσης στους χριστιανούς που είχαν περιπέσει σε σαρκικά αμαρτήματα. Ο Ιππόλυτος προτιμούσε τέτοιοι αμαρτωλοί να αποκλείονται για πάντα από τη χάρη της άφεσης, όσο δύσκολα κι αν αυτή αποκτάται, παρά να παραδεχθεί ότι οποιοδήποτε μέτρο επίγειας μετάνοιας θα μπορούσε να τους επαναφέρει στην κοινωνία των εκλεκτών.
Όπως αναφέρεται στο Book of Common Prayer, η πρωτοχριστιανική Εκκλησία τηρούσε «μια ευσεβή πειθαρχία», σύμφωνα με την οποία οι χριστιανοί που είχαν καταδικαστεί για βαριά αμαρτήματα υποβάλλονταν σε δημόσια μετάνοια. Αφού εξομολογούνταν την αμαρτία τους στον επίσκοπο, εγγράφονταν επίσημα στην τάξη των μετανοούντων για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα, που συχνά εκτεινόταν σε πολλά χρόνια. Αποκλεισμένοι από τη θεία κοινωνία και απομακρυσμένοι από τη κοινή λατρεία, υποβάλλονταν σε επισκοπικές νουθεσίες και ηθική επίπληξη και επιζητούσαν το όφελος των προσευχών του επισκόπου και της επιθέσεως των χειρών του. Φορούσαν σάκκο και κάθονταν στη στάχτη· έχυναν δάκρυα και απηύθυναν ικεσίες για έλεος· και μολονότι η εξομολόγησή τους ήταν ιδιωτική, η μετάνοιά τους ήταν όσο πιο δημόσια μπορούσε να είναι. Κι όμως, η δημόσια ταπείνωσή τους δεν ήταν εντονότερη από τη θέρμη που απαιτούνταν από αυτούς στις ιδιωτικές ασκήσεις. Νήστευαν, έδιναν ελεημοσύνες· αν ήταν άγαμοι, γίνονταν εγκρατείς, αν ήταν έγγαμοι, χωρίζονταν από τις συζύγους τους. Υποχρεώνονταν να απέχουν από τις περισσότερες μορφές δημόσιας δραστηριότητας και να ζουν μια ζωή αυστηρής ασκητικότητας.
Με τον καιρό, οι ικεσίες τους εισακούονταν ευμενώς και η μετάνοιά τους γινόταν δεκτή. Αποκαθίσταντο με επίσημο και τελετουργικό τρόπο στην ιδιότητα του μέλους και στην κοινωνία της Εκκλησίας. Όμως ούτε τότε έπαυαν οι περιορισμοί που τους βάραιναν. Παρέμεναν υποκείμενοι σε ειδική ασκητική πειθαρχία για το υπόλοιπο της ζωής τους· δεν μπορούσαν ούτε να συνάψουν γάμο ούτε να χειροτονηθούν. Και όποιος είχε κάποτε γίνει δεκτός στη μετάνοια και είχε λάβει άφεση, αν στη συνέχεια υποτροπίαζε, δεν μπορούσε ποτέ να υποβληθεί σε μετάνοια για δεύτερη φορά. Μπορούσε να του συστηθεί να ζήσει μια ζωή σκληρή και δακρύβρεχτη, με την ελπίδα ότι ίσως ο Θεός να τον συγχωρήσει μετά θάνατον· όμως η Εκκλησία επί της γης αρνιόταν να αναλάβει οτιδήποτε περισσότερο εκ μέρους του· δεύτερη άφεση δεν ήταν δυνατή.
Όσο οι χριστιανοί κατείχαν τη θέση ηρωικών λεγεωνάριων, που αγωνίζονταν για τη ζωή τους με ανεπαρκή προστασία κάτω από καυτούς ουρανούς, απέναντι σε έναν κόσμο άγριων αντιπάλων, η αντίθεση ανάμεσα στην Εκκλησία και την κοσμική κοινωνία ήταν τόσο απόλυτη ώστε μια πράξη ηθικής προδοσίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί χωρίς τον έσχατο τρόμο. Το να μπορούσε ένας γνήσιος στρατιώτης του Χριστού να διαπράξει μια τέτοια πράξη προδοσίας δύο φορές ήταν απολύτως αδιανόητο.
Ωστόσο, για τρεις κατηγορίες πνευματικής προδοσίας δεν μπορούσε να χορηγηθεί ούτε καν μία άφεση. Το σύστημα της μετάνοιας δεν επεκτεινόταν κατά τον δεύτερο αιώνα στη συμφιλίωση όσων διέπρατταν το αμάρτημα της αποστασίας από τον Χριστό, του φόνου ή της αισχρότητας. Ούτε καν η τρομακτική αυστηρότητα της δημόσιας πειθαρχίας, εθελοντικά και ειλικρινά αποδεκτής, δεν επαρκούσε για να εξιλεώσει αυτά τα αμαρτήματα ή να εξασφαλίσει γι’ αυτά τη χάρη της άφεσης.
Όμως, κατά την εποχή του Καλλίστου, η Εκκλησία της Ρώμης και αλλού δεν έμοιαζε πλέον με ένα μικροσκοπικό φυλάκιο στην έρημο. Οι διωγμοί ήταν διαλείποντες και, στα μεσοδιαστήματά τους, οι χριστιανοί απολάμβαναν περιόδους σχετικής ηρεμίας και προστασίας. Υπήρχαν βεβαίως ακόμη εφόδοι και μονομάχοι της πίστεως, αλλά πλάι τους και πίσω τους υπήρχαν και άλλοι: χριστιανοί επαρκώς καλοί σε περιόδους δημόσιας ή πνευματικής ειρήνης, αλλά όχι ακόμη δοκιμασμένοι σε ηρωικό βαθμό. Η Εκκλησία εξοικειώθηκε έτσι με το θέαμα μελών για τα οποία ο χριστιανισμός σήμαινε, προς το παρόν, όχι τόσο θριαμβευτικό καταπάτημα του δράκοντα της αμαρτίας, όσο απελπισμένη πάλη μέσα στα σπειρώματά του.
Κατά συνέπεια, ο Καλλίστος, μόλις έγινε επίσκοπος, τροποποίησε σε κάποιο βαθμό το σύστημα της μετάνοιας, ώστε να επιτρέπει σε μοιχούς και πόρνους να γίνονται δεκτοί στα ευεργετήματά του μία φορά —και μία μόνο φορά. Ως αληθινός ποιμένας ενδιαφερόταν να σκέφτεται όχι μόνο την καθαρότητα των χριστιανικών ιδανικών, αλλά και την πρακτική εφαρμογή του θησαυρού της χάριτος. Προφανώς, αυτή ακριβώς η τελευταία και αποκορυφωτική αυτή υπερβολή, όσο και οι ίδιες οι ματαιωμένες φιλοδοξίες του για θεολογική ηγεσία, ώθησαν τον πουριτανικά διακείμενο Ιππόλυτο να ιδρύσει μια συνάθροιση σε αντιπαράθεση προς τον νέο του επίσκοπο.
Ωστόσο, κανένας σύγχρονος χριστιανός στοχαστής δεν μπορεί να αμφιβάλει ούτε για μια στιγμή ότι ο Καλλίστος είχε δίκιο, τόσο επιμένοντας σε ένα δόγμα περί Χριστού που καθιστούσε το κήρυγμα της σωτηρίας πραγματικότητα, όσο και τροποποιώντας ένα υπερβολικά αυστηρό σύστημα πειθαρχίας, ώστε να ενθαρρύνει και όχι να αποθαρρύνει τη μετάνοια, και έτσι να αναπτύσσει και όχι να αναστέλλει την ενέργεια της χάριτος.
Το θρησκευτικό υπόβαθρο του λατινικού χριστιανισμού στην εποχή του Καλλίστου δεν πρέπει, ωστόσο, να εκτιμάται μόνο με βάση τις θεολογικές έριδες. Στην άλλη διαμάχη που διεξήγαγε ο Ιππόλυτος με τον εχθρό του Καλλίστο, επιτίθετο και πάλι σε μια θέση την οποία ο Τερτυλλιανός πολεμούσε με εξίσου μεγάλη σφοδρότητα· και μολονότι ο Τερτυλλιανός, στην πραγματεία που έγραψε επί του ζητήματος, δεν αναφέρει τον Καλλίστο ονομαστικά, είναι φυσικό συμπέρασμα, τόσο από τη γλώσσα της κριτικής του όσο και από τις περιστάσεις της υπόθεσης, ότι ο Καλλίστος ήταν ο αντίπαλος εναντίον του οποίου και εκείνος εξαπέλυε τα πυρά του. Ως Μοντανιστής, όχι λιγότερο απ’ ό,τι λόγω της ίδιας του της ασκητικής ιδιοσυγκρασίας, ο Τερτυλλιανός είχε ταχθεί υπέρ της υπόθεσης του ηθικού αυστηρισμού. Ο Ιππόλυτος, χωρίς να χρειάζεται να προσχωρήσει στην αίρεση του Τερτυλλιανού, διέθετε έναν νου τόσο αδιάλλακτα σκληρό ώστε να εξασφαλίζει την προσχώρησή του στην ίδια υπόθεση.
Η αφορμή αυτής της σύγκρουσης ήταν η έκδοση από τον Καλλίστο ενός διατάγματος με το οποίο χαλαρώνονταν, σε έναν συγκεκριμένο τομέα, τα πρωτοχριστιανικά πρότυπα ηθικής πειθαρχίας, τα οποία, σε μια Εκκλησία που κατά τον τρίτο αιώνα επεκτεινόταν σταθερά, είχαν αποδειχθεί ανεφάρμοστα λόγω της υπερβολικής τους αυστηρότητας. Ο Καλλίστος αποφάσισε να ανοίξει τον επώδυνο δρόμο της δημόσιας μετάνοιας και την ελπίδα της άφεσης στους χριστιανούς που είχαν περιπέσει σε σαρκικά αμαρτήματα. Ο Ιππόλυτος προτιμούσε τέτοιοι αμαρτωλοί να αποκλείονται για πάντα από τη χάρη της άφεσης, όσο δύσκολα κι αν αυτή αποκτάται, παρά να παραδεχθεί ότι οποιοδήποτε μέτρο επίγειας μετάνοιας θα μπορούσε να τους επαναφέρει στην κοινωνία των εκλεκτών.
… Όσο οι χριστιανοί κατείχαν τη θέση ηρωικών λεγεωνάριων, που αγωνίζονταν για τη ζωή τους με ανεπαρκή προστασία κάτω από καυτούς ουρανούς, απέναντι σε έναν κόσμο άγριων αντιπάλων, η αντίθεση ανάμεσα στην Εκκλησία και την κοσμική κοινωνία ήταν τόσο απόλυτη ώστε μια πράξη ηθικής προδοσίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί χωρίς τον έσχατο τρόμο. Το να μπορούσε ένας γνήσιος στρατιώτης του Χριστού να διαπράξει μια τέτοια πράξη προδοσίας δύο φορές ήταν απολύτως αδιανόητο.
Ωστόσο, για τρεις κατηγορίες πνευματικής προδοσίας δεν μπορούσε να απονεμηθεί ούτε μία άφεση. Το μετανοητικό σύστημα δεν επεκτάθηκε, κατά τον δεύτερο αιώνα, στη συμφιλίωση όσων θα μπορούσαν να διαπράξουν το αμάρτημα της αποστασίας από τον Χριστό, του φόνου ή της σαρκικότητας. Ούτε καν η τρομακτική αυστηρότητα της δημόσιας εκκλησιαστικής πειθαρχίας, εκούσια και ειλικρινά αποδεκτής, δεν επαρκούσε για να εξιλεώσει αυτά τα αμαρτήματα ή να εξασφαλίσει γι’ αυτά συγχωρητική χάρη.
Αλλά ως την εποχή του Καλλίστου η Εκκλησία στη Ρώμη και αλλού δεν έμοιαζε πλέον με ένα μικροσκοπικό φυλάκιο μέσα στην έρημο. Οι διωγμοί ήταν διαλείποντες, και ανάμεσά τους οι Χριστιανοί απολάμβαναν περιόδους σχετικής γαλήνης και προστασίας. Υπήρχαν ακόμη, βέβαια, στρατιώτες εφόδου και μονομάχοι της πίστεως, αλλά πλάι τους και πίσω τους υπήρχαν και άλλοι — αρκετά καλοί Χριστιανοί σε καιρούς δημόσιας ή πνευματικής ειρήνης, όχι όμως ακόμη ασκημένοι στον ηρωικό τόνο. Η Εκκλησία εξοικειώθηκε με το θέαμα μελών για τα οποία ο Χριστιανισμός σήμαινε προς το παρόν όχι τόσο τον θριαμβευτικό καταπατημό του δράκοντος της αμαρτίας, όσο την απελπισμένη πάλη μέσα στους σπειροειδείς του εναγκαλισμούς.
Κατά συνέπεια, ο Κάλλιστος, όταν έγινε επίσκοπος, τροποποίησε σε τέτοιο βαθμό το μετανοητικό σύστημα ώστε να δέχεται μοιχούς και πόρνους μία φορά — και μόνο μία — στα ευεργετήματά του. Ως αληθινός ποιμένας ενδιαφερόταν να σκεφθεί όχι μόνο την καθαρότητα των χριστιανικών ιδανικών αλλά και την πρακτική εφαρμογή του θησαυρού της χάριτος. Φαίνεται ότι τόσο αυτή η τελευταία και κορυφαία «υπερβολή» όσο και οι δικές του απογοητευμένες φιλοδοξίες θεολογικής ηγεσίας ώθησαν τον πουριτανικώς σκεπτόμενο Ιππόλυτο να ιδρύσει αντιπολιτευόμενο συναθροισμό εναντίον του νέου του επισκόπου.
Κι όμως, κανένας σύγχρονος χριστιανός στοχαστής δεν μπορεί να αμφιβάλει ούτε στιγμή ότι ο Κάλλιστος είχε δίκιο — τόσο επιμένοντας σε μια διδασκαλία περί Χριστού που καθιστούσε το κήρυγμα της σωτηρίας πραγματικότητα, όσο και μετριάζοντας ένα υπερβολικά αυστηρό σύστημα πειθαρχίας, ώστε να ενθαρρύνει και όχι να απωθεί τη μετάνοια, και έτσι να αναπτύσσει μάλλον παρά να αναστέλλει την ενέργεια της χάριτος.
Το θρησκευτικό υπόβαθρο του λατινικού Χριστιανισμού στη γενεά του Καλλίστου δεν πρέπει, ωστόσο, να εκτιμηθεί μόνο από τις θεολογικές του διαμάχες και τους απεγνωσμένους ηθικούς του αγώνες. Αυτά ήταν περιστασιακά και συμπτωματικά. Υπήρχε επίσης μια πολύ πιο ισόρροπη και στερεή πλευρά, που μπορεί κάλλιστα να εικονογραφηθεί από τη διδασκαλία του Ειρηναίου περί απολυτρώσεως. Μέσα σε ένα τέτοιο πνευματικό κλίμα — όπως εκείνο που διέδιδε — θα είχε ανατραφεί ένας Ρωμαίος Χριστιανός όπως ο Καλλίστος.
Η «Απόδειξις τοῦ Ἀποστολικοῦ Κηρύγματος», που γράφτηκε από τον Ειρηναίο προς το τέλος του δευτέρου αιώνα ως δογματικό εγχειρίδιο για μορφωμένους Χριστιανούς, χάθηκε από τη δυτική θέαση επί ενάμιση χιλιετία· μόνον το 1904 ανακαλύφθηκε εκ νέου, σε αρμενική μετάφραση. Ακολουθεί σύνοψη μέρους του περιεχομένου της.
Ο Λόγος έγινε σάρκα ώστε η αμαρτία να στερηθεί την εξουσία της επάνω μας μέσω της ίδιας της σάρκας την οποία είχε εξουσιάσει και κυριαρχήσει· ο Κύριος «ενίκησε δια του Αδάμ εκείνο που δια του Αδάμ μας είχε καταβάλει» (31). Το παράπτωμα που ήλθε μέσω του δένδρου της γνώσεως στον κήπο της Εδέμ αναιρέθηκε από το δένδρο της υπακοής στον Γολγοθά, στο οποίο ο Υιός του Ανθρώπου καρφώθηκε, καταργώντας έτσι τη γνώση του κακού και θεμελιώνοντας τη γνώση του αγαθού (34). Έτσι ο Χριστός επέτυχε ενδόξως την απολύτρωσή μας.
Ο Υιός του Θεού έγινε Υιός του Δαβίδ και Υιός του Αβραάμ, τελειοποιώντας και ανακεφαλαιώνοντας την ανθρώπινη φύση μέσα Του, ώστε να μας καταστήσει μετόχους της ζωής. Διότι ήμασταν φυλακισμένοι από την αμαρτία, γεννημένοι μέσα στην αμαρτωλότητα και ζώντας υπό τον θάνατο. Αλλά ο Θεός Πατήρ ήταν πλήρης ελέους. Έστειλε τον δημιουργικό Του Λόγο, ο οποίος όχι μόνο ήλθε να μας ελευθερώσει αλλά ήλθε στον ίδιο τον τόπο όπου είχαμε χάσει τη ζωή και έσπασε τα δεσμά των αλύσεών μας.
Το φως Του εμφανίστηκε και έκανε να εξαφανιστεί το σκοτάδι της φυλακής· αγίασε τη γέννησή μας και κατέστρεψε τον θάνατο, λύνοντας τα δεσμά στα οποία ήμασταν δεμένοι. Φανέρωσε την ανάσταση, ο Ίδιος γινόμενος πρωτότοκος εκ των νεκρών, και μέσα Του ανήγειρε τον πεσμένο άνθρωπο, υψώνοντάς τον πολύ πάνω από τους ουρανούς, στα δεξιά της δόξας του Πατρός. Αυτά τα εκπλήρωσε αληθινά ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, όταν επέτυχε ενδόξως την απολύτρωσή μας, ώστε να μας αναστήσει αληθινά και να μας ελευθερώσει προς τον Πατέρα (37, 38).
Επέλεξε τους αποστόλους ως μάρτυρες όλων των αγαθών έργων Του, της διδασκαλίας Του, των παθημάτων, του θανάτου, της αναστάσεως και της αναλήψεώς Του· και τους απέστειλε σε όλο τον κόσμο, δείχνοντας στην ανθρωπότητα την οδό της ζωής, για να την αποστρέψουν από τα είδωλα (δεισιδαιμονία), την πορνεία (σαρκικότητα) και την πλεονεξία (εγωισμό), καθαρίζοντας ψυχές και σώματα με το βάπτισμα του ύδατος και του Αγίου Πνεύματος. Με την πίστη και την αγάπη και την ελπίδα θεμελίωσαν όσα είχαν προαναγγείλει οι προφήτες, την κλήση των εθνών σύμφωνα με το έλεος που ο Θεός τους επέκτεινε. Τους προέτρεπαν με τον λόγο της αληθείας να διατηρούν τη σάρκα τους αμόλυντη έως την ανάσταση και την ψυχή τους ακηλίδωτη. «Διότι τέτοια είναι η κατάσταση εκείνων που έχουν πιστεύσει, αφού μέσα τους κατοικεί διαρκώς το Άγιο Πνεύμα, το οποίο δόθηκε από [τον Χριστό] στο βάπτισμα και διατηρείται από τον δεχόμενο, εάν βαδίζει μέσα στην αλήθεια και την αγιότητα και τη δικαιοσύνη και την υπομονετική καρτερία» (41, 42).
Ο Χριστιανισμός οδηγεί προς και ανυψώνει σε μια τελική ανάσταση στον μέλλοντα κόσμο, αλλά είναι απολύτως σαφές ότι οι καρποί της αναστάσεως αρχίζουν ήδη να παράγονται από τα δένδρα της θείας φυτείας μέσα σε αυτόν τον παρόντα κόσμο. Έτσι μπορεί να συναχθεί μια ευγενής αντίθεση ανάμεσα στον Νόμο του Μωυσή και στη ζωή της χριστιανικής αγάπης. Οι Χριστιανοί δεν χρειάζονται πλέον τον Νόμο για να τους παιδαγωγεί. Στέκονται ενώπιον του Πατρός, έχοντας γίνει ισχυροί σε κάθε δικαιοσύνη και σωφροσύνη. Δεν έχουν πια καμία επιθυμία να παραβούν τις εντολές, ούτε παίρνοντας τη γυναίκα άλλου, ούτε ενδίδοντας σε οργή και έχθρα· δεν επιθυμούν τα αγαθά των άλλων, διότι δεν φροντίζουν καθόλου για τα επίγεια αλλά αποταμιεύουν ουράνιους καρπούς· δεν θεωρούν κανέναν εχθρό αλλά όλους πλησίον· δεν έχουν ανάγκη να τηρούν το σάββατο με αργία, διότι κάθε ημέρα υπηρετούν τον Θεό με τα σώματά τους, που είναι ναός Του, και σε κάθε ώρα εργάζονται τη δικαιοσύνη (96).
Αυτό ήταν το είδος της καταστάσεως σωτηρίας που κατανοούσε ο πρώιμος Χριστιανός· το ιδεώδες του ήταν γι’ αυτόν μια βαθιά πραγματικότητα, και από πολλές απόψεις ζούσε εκπληκτικά κοντά στην πραγμάτωσή του. Μπορούσε να ελπίζει να το επιτύχει μόνο με τη δύναμη της θείας χάριτος, και αυτό ο Ειρηναίος το γνώριζε πολύ καλά.
«Με την επίκληση του ονόματος του Ιησού Χριστού, που σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου, επέρχεται διαχωρισμός και διάκριση μεταξύ των ανθρώπων· και όπου κι αν κάποιος από εκείνους που πιστεύουν σε Αυτόν Τον επικαλεστεί και Τον προσκαλέσει και πράξει το θέλημά Του, Εκείνος είναι πλησίον και παρών, εκπληρώνοντας τα αιτήματα εκείνων που με καθαρές καρδιές Τον επικαλούνται. Έτσι, λαμβάνοντας τη σωτηρία, αποδίδουμε διαρκώς ευχαριστία στον Θεό, ο οποίος με τη μεγάλη, ανεξιχνίαστη και ανερεύνητη σοφία Του μας λύτρωσε και ανήγγειλε από τον ουρανό τη σωτηρία» (97).
Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε αυτή την πρακτική και αισιόδοξη χριστιανική αντίληψη της σωτηρίας και στις ιδέες περί σωτηρίας που επικρατούσαν στους ειδωλολατρικούς ελληνιστικούς κύκλους. Η κυρίαρχη ελληνιστική σκέψη απείχε πολύ από το να είναι άθρησκη. Είχε αντλήσει έναν παθιασμένο πόθο για γνώση από τις μεγάλες ελληνικές σχολές, αλλά ο διανοητισμός της Ελλάδας είχε βαθιά μεταβληθεί, όχι μόνο μέσω των πιο λαϊκών επιδιώξεων των απλών ψυχών, αλλά και μέσω της συνεχούς διείσδυσης της ανατολικής μυστικιστικής παράδοσης.
Τα προκύψαντα ρεύματα, εν μέρει φιλοσοφικά και εν μέρει μυστικιστικά, έλαβαν ποικίλες μορφές, στις οποίες το κοινό στοιχείο ήταν η πίστη σε μια βεβαιότητα αθανασίας που αποκτάται μέσω του φωτός μιας προσωπικής ελλάμψεως — αυτό που έχει ονομαστεί «σωτηρία διά της γνώσεως» (Dr. C. H. Dodd, The Study of Theology, σ. 236). Στο ένα άκρο της κλίμακας, μια τέτοια γνώση μπορούσε να μην περιλαμβάνει τίποτε περισσότερο από εξοικείωση με τα κατάλληλα τελετουργικά και ξόρκια μιας απροκάλυπτης μαγείας.
Στο άλλο άκρο, σήμαινε προσωπική κοινωνία με τον Θεό, βιούμενη σε ορισμένο μέτρο εδώ στη γη, αλλά με τελική κατάληξη μια κατάσταση απελευθέρωσης και — ή τουλάχιστον — μια μυστική απορρόφηση μέσα στη θεία ύπαρξη. Η σωτηρία που εξασφαλιζόταν έτσι δεν ήταν, όπως στο χριστιανικό Ευαγγέλιο, μια πνευματική κατάσταση προγεύσεως ήδη από την παρούσα ζωή, αλλά μάλλον μια εκπλήρωση για την ψυχή μετά τον θάνατο, όταν θα είχε απελευθερωθεί από τις δοκιμασίες και τα βάρη της σάρκας.
Μια τέτοια αντίληψη βρισκόταν στη ρίζα της διδασκαλίας του Βαλεντίνου, καθώς και όλων των γνωστικών συστημάτων. Η δύναμή της, ωστόσο, συσκοτιζόταν σε όλα αυτά, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, από την ενασχόλησή τους όχι μόνο με τη σωτηρία αλλά και με το πρόβλημα της δημιουργίας. Συνολικά δεν είναι άδικο να ειπωθεί ότι όλοι οι Γνωστικοί ενδιαφέρονταν τόσο βαθιά για την κοσμολογία όσο και για τη σωτηριολογία, και για τους περισσότερους το πρώτο ενδιαφέρον ήταν μακράν το πιο απορροφητικό.
Ο Χριστιανισμός συμφωνούσε με τις υψηλότερες ειδωλολατρικές πίστεις στο ότι απαιτούσε μια θέση στη θρησκευτική πράξη όχι μόνο για τη νόηση αλλά και για το συναίσθημα, στο ότι υποστήριζε την επιθυμία του απλού ανθρώπου για μελλοντική ζωή, στο ότι του πρόσφερε σωτηρία από τα πάθη αλλά και από την αμαρτία — σημείο στο οποίο η ελληνιστική θρησκεία ήταν κάπως ελλιπής — και στο ότι τον δίδασκε, αν και με ασύγκριτα σαφέστερη έμφαση, να λατρεύει έναν Θεό, ο οποίος ήταν το έσχατο θεμέλιο κάθε υπάρξεως, τον Παντοκράτορα Πατέρα και Δημιουργό του ουρανού και της γης.
Οι διαφορές όμως ανάμεσα στις αντίπαλες πίστεις δεν ήταν λιγότερο εκτεταμένες. Το χριστιανικό συναίσθημα κατευθυνόταν προς το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού Χριστού, αληθινού Θεού και αληθινού ανθρώπου. Η έκφρασή του ελεγχόταν αυστηρά με αναφορά στις ιστορικές αφηγήσεις, συγχρόνως τρυφερές και συγκρατημένες, των τεσσάρων Ευαγγελίων. Υπερβολές, όπως εκείνες στις οποίες επιδίδονταν οι Φρύγες ιερείς και οι οπαδοί τους, αποδοκιμάζονταν αυστηρά. Ούτε καν στις χειρότερες εκτροπές τους οι χριστιανοί ασκητές δεν καταξεσχίζονταν με μαχαίρια· το μόνο αίμα για το οποίο καυχώνταν ήταν το πολύτιμο αίμα του Χριστού, που χύθηκε άπαξ διά παντός, και το αίμα του μαρτυρίου, το οποίο οι Χριστιανοί απαγορευόταν αυστηρά από την Εκκλησία να επιδιώκουν με εκούσια αυτοπροβολή· και οι τυπικές χριστιανικές αρετές δεν ήταν η έκσταση και ο πνευματικός ή σαρκικός ενθουσιασμός, αλλά οι ειρηνικοί καρποί μιας τακτοποιημένης και πειθαρχημένης ζωής.
Όσον αφορά τη μελλοντική επιβίωση, η ειδωλολατρία θεμελίωνε όλες τις προσδοκίες της για αιωνιότητα στην απαξίωση της επίγειας υπάρξεως. Ο κόσμος των αισθήσεων — και όχι το κακό μέσα σε αυτόν — ήταν ο εχθρός. Οι παγανιστές μυστικιστές, ως επί το πλείστον, είχαν ελάχιστη ιδέα περί εξυψώσεως αυτής της θνητής ζωής ή περί χαλιναγωγήσεώς της μέσα σε πνευματικό ζυγό. Προσεύχονταν να ελευθερωθούν από τη σάρκα μάλλον παρά από την αμαρτία. Το σώμα ήταν φυλακή ή τάφος, από τον οποίο η αποδέσμευση αποτελούσε τη μοναδική ελπίδα της ψυχής. Η σωτηρία, συνεπώς, σήμαινε ανακούφιση, αν ήταν δυνατόν, από τα βάσανα της παρούσας ζωής και απελευθέρωση από την ατίμωση και τον περιορισμό του σώματος στη μέλλουσα.
Οι Χριστιανοί, αντίθετα, θεωρούσαν το σώμα ως υπηρέτη και όχημα της ψυχής, ως όργανο μιας πλήρους προσωπικότητας. Η σωτηρία για αυτούς σήμαινε χαρμόσυνη υπομονή απέναντι στα αναπόφευκτα βάσανα της γης και, στο μέλλον, όχι απελευθέρωση από τη σωματική συνθήκη της ανθρώπινης προσωπικότητας, αλλά διεύρυνση και τελείωσή της. Η αρνητική ιδέα της σωτηρίας που δεχόταν η ειδωλολατρία αντικαταστάθηκε από μια χριστιανική θετική.
Τέλος, οι αναρίθμητες εκδηλώσεις της θεότητας, τις οποίες ανεχόταν η ειδωλολατρία, υπηρετούσαν να συσκοτίζουν τουλάχιστον όσο και να αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα και τη δράση της μίας υπάρξεως, απομακρυσμένης πίσω από όλες, την οποία ακόμη και οι καλύτεροι παγανιστές ψηλαφούσαν μάλλον αμυδρά. Επιπλέον, παρήγαγαν τόσο ισχυρή αίσθηση της απομακρύνσεως του αληθινού Θεού, ώστε κατέστη αδιανόητο να φανταστεί κανείς ότι Εκείνος ενδιαφερόταν βαθιά για τη βοή και τη μοχθηρή καθημερινότητα της ανθρώπινης μυρμηγκοφωλιάς.
Υπήρξε τεράστια διάδοση μοιρολατρίας, βασισμένης στις αδιάσειστες δεισιδαιμονίες της αστρολογίας. Και αν ο φυσικός κόσμος, θεμελιωμένος στην ύλη, ήταν πράγματι δημιούργημα μιας θείας υπάρξεως και όχι το αυθυπόστατο όργανο μιας μηχανικής μοίρας, ο παγανιστικός νους δίσταζε να αποδώσει μια τόσο ατελή κατασκευή στο δημιουργικό χέρι της τελειότητας· θα πρέπει να είχε δημιουργηθεί είτε από κάποιον κατώτερο άγγελο, πολύ απομακρυσμένο από τον Παντοκράτορα Πατέρα, είτε από τον διαβολικό εχθρό· ο κόσμος ήταν είτε σφάλμα είτε προσβολή.
Σε αντίθεση με όλες αυτές τις εικασίες, το χριστιανικό Ευαγγέλιο πρόσφερε ένα μήνυμα σωτηρίας από τον έναν Θεό και Πατέρα της ανθρωπότητας, ο οποίος, παρά την άρνηση του Μαρκίωνα, ήταν ο άμεσος Δημιουργός του σύμπαντος και ο οποίος, αντί για πολυάριθμες εκφυλισμένες εκπορεύσεις ή για πολλαπλότητα ελαττωματικών τοπικών θεών και θεαινών, είχε έναν και μόνο θείο Υιό ή Εικόνα ως πλήρη έκφραση της υπάρξεώς Του μέσα στην αιωνιότητα και ως πλήρη αποκάλυψη της θεότητάς Του με όρους ανθρώπινης ζωής.
Αυτή ήταν μια εντελώς διαφορετική ιδέα περί Θεού από οτιδήποτε είχε προταθεί στις εικασίες της ανώτερης ειδωλολατρίας. Ήταν σαφής και καθορισμένη εκεί όπου εκείνες ήταν αόριστες· ήταν ριζωμένη στην ιστορία, ενώ εκείνες αιωρούνταν μέσα σε φαντασιακή αφαίρεση. Ενώ εκείνες απέρριπταν τον κόσμο, αυτή αποδεχόταν τον κόσμο και προέβλεπε την εκπλήρωση του σκοπού του ακόμη και μέσα στην πράξη της μεταμορφώσεώς του σε «καινούς ουρανούς και καινή γη».
… Σε αντίθεση με όλες αυτές τις εικασίες, το χριστιανικό Ευαγγέλιο πρόσφερε ένα μήνυμα σωτηρίας από τον έναν Θεό και Πατέρα της ανθρωπότητας, ο οποίος, παρά την άρνηση του Μαρκίωνα, ήταν ο άμεσος Δημιουργός του σύμπαντος και ο οποίος, αντί για πολυάριθμες εκφυλισμένες εκπορεύσεις ή για πολλαπλότητα ελαττωματικών τοπικών θεών και θεαινών, είχε έναν και μόνο θείο Υιό ή Εικόνα ως πλήρη έκφραση της υπάρξεώς Του μέσα στην αιωνιότητα και ως πλήρη αποκάλυψη της θεότητάς Του με όρους ανθρώπινης ζωής.
Αυτή ήταν μια εντελώς διαφορετική ιδέα περί Θεού από οτιδήποτε είχε προταθεί στις εικασίες της ανώτερης ειδωλολατρίας. Ήταν σαφής και καθορισμένη εκεί όπου εκείνες ήταν αόριστες· ήταν ριζωμένη στην ιστορία, ενώ εκείνες αιωρούνταν μέσα σε φαντασιακή αφαίρεση. Ενώ εκείνες απέρριπταν τον κόσμο, αυτή αποδεχόταν τον κόσμο και προέβλεπε την εκπλήρωση του σκοπού του ακόμη και μέσα στην πράξη της μεταμορφώσεώς του σε «καινούς ουρανούς και καινή γη».
Τόσα μπορούν να λεχθούν χωρίς να επιχειρείται να αποκρυβεί το γεγονός ότι στις επόμενες γενεές ελληνιστικές, και ιδίως νεοπλατωνικές, ιδέες άσκησαν πολύ ισχυρή επιρροή στη σκέψη της Εκκλησίας, πάνω απ’ όλα στις διανοητικές και μυστικές σχολές της Αλεξάνδρειας και της Συρίας. Όμως ένα από τα πλέον αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά του Χριστιανισμού, που τον διέκρινε από όλα τα συνήθη εκλεκτικά συστήματα της αρχαιότητας, ήταν η ικανότητά του να απορροφά ξένες επιρροές και να τις εφαρμόζει προς στήριξη και υπεράσπιση της δικής του πίστεως. Τις προσλάμβανε, τις δοκίμαζε, τις αποσυναρμολογούσε, τις έκοβε, τις πελεκούσε και τις αναδιαμόρφωνε. Ακόμη και όταν φαινόταν ότι πρόσκαιρα είχε επικαλυφθεί από αυτές, ουδέποτε μετασχηματίσθηκε από αυτές. Στο τέλος, ο στιβαρός σκελετός του Χριστιανισμού διαμόρφωνε το σχήμα όλων των ενδυμάτων που τον περιέβαλλαν.
Υπήρξε πάντοτε μέσα στον Χριστιανισμό μια θεμελιώδης συνοχή και μια δύναμη αυτομεταρρυθμίσεως, βασισμένη στη διατήρηση ενός σκληρού πυρήνα κεντρικών πεποιθήσεων, που του επέτρεψαν όχι μόνο να επιτρέψει την είσοδο νέας σκέψεως, αλλά, μακροπρόθεσμα, να αφομοιώσει το νέο και να του αποδώσει τη δέουσα θέση στο γενικό σχήμα. Ο Κλήμης και ο Ωριγένης μπορεί, κατά τη γνώμη ορισμένων, να ενασχολήθηκαν υπέρ το δέον με την ιδέα του ηθικού και πνευματικού φωτισμού. Όμως ο Αθανάσιος, χωρίς να εγκαταλείψει αυτή την ιδέα, την εμβαθύνει, καθιστώντας την έκφραση μιας βαθύτερα θρησκευτικής συνειδήσεως της σχέσεως Θεού και ανθρώπου και της δυνάμεως της χάριτος. Μπόρεσε να το πράξει αυτό διότι στηριζόταν όχι μόνο στη νεότερη θεολογική εξέλιξη των άμεσων προκατόχων του, αλλά σε ολόκληρη την θρησκευτική παρακαταθήκη που μεταβιβάσθηκε δια μέσου των διαδοχικών αιώνων και η οποία, όσο κι αν ερμηνεύθηκε ποικιλοτρόπως από διαφορετικούς διδασκάλους, διέθετε οριστική καταγραφή και κριτήριο στη Βίβλο. Η ύψιστη αξία του έργου που επιτελέσθηκε από έναν άνθρωπο όπως ο Κάλλιστος οφειλόταν στο ότι στάθηκε ακλόνητος, εν μέσω του κυματισμού των θεωρητικών εικασιών και των ασφυκτικών εμπλοκών των πουριτανών αυστηριστών, στο απρόσβλητο έδαφος μιας ευαγγελικής πίστεως.
Ο δρ. Burkitt, ο οποίος έφθασε όσο κανείς πρόσφατος κριτικός σε μια συμπαθητική κατανόηση — από αυστηρά χριστιανική σκοπιά — του Βαλεντίνου και των άλλων Γνωστικών, επισημαίνει μια ζωηρή αντίθεση μεταξύ της χριστιανικής και της κατεξοχήν γνωστικής οπτικής. Στον Γνωστικισμό, που ήταν ουσιαστικά προϊόν ελληνιστικό, «έχουμε τελικώς να κάνουμε με προϊόντα της ανθρώπινης φαντασίας, με έναν φαντασιακό κόσμο, διαμορφωμένο σύμφωνα με την επιθυμία της καρδιάς, όπου η θρησκευτική φαντασία δεν ήταν δεσμευμένη από ιστορικά γεγονότα διαφυλαγμένα σε ένα αυθεντικό Βιβλίο. Στις ημέρες μας τολμώ να σκεφθώ ότι συχνά δεν είμαστε αρκετά ευγνώμονες προς τους ορθοδόξους καθολικούς θεολόγους που προσκολλήθηκαν τόσο πεισματικά στην κυριολεκτική αλήθεια των Γραφών…. Η εναλλακτική στη Βίβλο ήταν απλώς μια φανταστική εικόνα του κόσμου στον οποίο ζούμε, ενώ η Βίβλος, τελικά, παρείχε υλικά για την οικοδόμηση της ακολουθίας των γεγονότων που οδήγησαν στη ιουδαϊκή θρησκεία και στις θρησκευτικές ιδέες που αποτέλεσαν την πνευματική ατμόσφαιρα του κόσμου μέσα στον οποίο κινήθηκαν ο Χριστός και οι Απόστολοι» (Church and Gnosis, σ. 63 κ.ε.).
Η πραγματικά σημαντική αντίθεση δεν είναι μεταξύ της επιστημονικής γνώσεως του ηλιακού συστήματος ή της γεωλογίας, ή των λαμπρών ιστορικών οριζόντων που αποκαλύφθηκαν από τις ανασκαφές στην Κοιλάδα των Βασιλέων ή στην Ουρ των Χαλδαίων, και των περιορισμένων ιδεών των Πατέρων της Εκκλησίας· αλλά μεταξύ εκείνων των ιδεών, οι οποίες, παρά τους περιορισμούς τους, προέρχονταν από την ιστορία, και της αυθαίρετης ανακατασκευής της πραγματικότητας που αναδυόταν σαν παραμυθένιο παλάτι, νεφελοστεφές αλλά ασύστατο, από τη φαντασία της ελληνιστικής μυθολογίας. Η αντίθεση μεταξύ των χριστιανικών και των ελληνιστικών ιδεών περί σωτηρίας δεν είναι λιγότερο βαθιά από εκείνη μεταξύ των αντιστοίχων αντιλήψεών τους περί Σωτήρος. Οι κλασικοί Έλληνες φιλόσοφοι, στο σύνολό τους, είχαν παραμείνει ευτυχώς ασυνείδητοι της ανάγκης τους για έναν τέτοιο.
Ήταν ικανοποιημένοι να παραμελούν την κραυγή της καρδιάς για μεταστροφή και να αφιερώνουν τις δυνάμεις τους στην αναζήτηση της διανοίας για την αλήθεια. Ιδίως ο Αριστοτέλης απολάμβανε μια αυτάρκη εμπιστοσύνη στη νηφαλιότητα αυτής της παρούσας ζωής και επέδειξε μια μάλλον αυτάρεσκη πίστη στην αβοήθητη δύναμη της ανθρώπινης προσπάθειας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι οι αρχαίοι Έλληνες ούτε αγαπούσαν ούτε φοβούνταν τους θεούς του Ολύμπου. Δύσκολα θα μπορούσαν να είναι γεμάτοι δέος· αλλά δεν φαίνεται καν να καταλαμβάνονταν από θαυμασμό μπροστά στην εκπληκτικά αστική συμπεριφορά των θεοτήτων τις οποίες ονομαστικά λάτρευαν.
Όταν όμως ο κόσμος τους γέρασε, βίωσαν εκείνο που ο δρ. Gilbert Murray περιέγραψε ως «κάμψη του θάρρους» (failure of nerve) (Five Stages of Greek Religion, κεφ. IV), η οποία ώθησε τους ύστερους Έλληνες να στραφούν προς τις ίδιες τους τις ψυχές, «προς την επιδίωξη της προσωπικής αγιότητας, προς τα συναισθήματα, τα μυστήρια και τις αποκαλύψεις, προς τη συγκριτική παραμέληση αυτού του παροδικού και ατελούς κόσμου χάριν κάποιου ονειρικού κόσμου μακρινού, που θα υφίσταται χωρίς αμαρτία ή φθορά» (ό.π., κεφ. I).
Αυτό το αίσθημα για μια δύναμη έξω από τους ίδιους και ανώτερη από την ανθρώπινη καρδιά ήταν κοινό τόσο στις ύστερες σχολές των Στωικών και των Επικουρείων όσο και στις αιρέσεις που είχαν περιέλθει, άμεσα ή έμμεσα, υπό σημιτικές επιρροές. Όμως το είδος του σωτήρα του οποίου ζητούσαν τη βοηθητική χείρα ήταν πολύ διαφορετικό από τον υπερβατικό Κύριο Θεό της Εβραϊκής Βίβλου. Ελλείψει καλύτερου, αναζητούσαν σωτήρα στη θεότητα που βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο. Οι «νηφαλιότεροι φιλόσοφοι», συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Αριστοτέλη, είχαν αναγνωρίσει ένα θείο στοιχείο στην ανθρώπινη ψυχή. Ο απλός λαός εξέφραζε την ίδια ιδέα όταν περιέβαλλε άνδρες μεγάλων επιτευγμάτων — ιδρυτές πόλεων ή νομικών θεσμών ή φιλοσοφικών σχολών — με μια εξευγενισμένη αύρα θεότητας και τους απέδιδε εξασθενημένη λατρεία υπό τον τίτλο των «ηρώων».
Όταν το λαμπρό πνεύμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου έλαμψε σαν κατακτητικός κομήτης στον ανατολικό κόσμο, για να σβήσει πρόωρα σαν εξαντλημένος μετεωρίτης στο σκοτεινό άγνωστο από όπου είχε αναδυθεί, ένα φυσικό ένστικτο — ιδίως μεταξύ των ανατολικών υπηκόων του — οδήγησε την ανθρωπότητα να θεωρήσει την πορεία του ως θεϊκή εισβολή μέσα στα πιο κοινότοπα γεγονότα της ιστορίας. Οι διάδοχοί του στα βασίλεια που ίδρυσε έτειναν όλο και περισσότερο να διεκδικούν τίτλους και να απαιτούν τη λατρεία που αρμόζει σε θεότητα. Στην αφελή Ανατολή, η πρωτόγονη αντίληψη των βασιλέων ως ενσαρκώσεων των θείων κυβερνητών του έθνους είχε από παλιά διατηρήσει ισχυρή επιρροή στις μεγάλες αυτοκρατορίες που ο Αλέξανδρος ανέτρεψε. Οι απόλυτες εξουσίες που ασκούσαν — και ασκούσαν αποτελεσματικά — οι αρχαίοι ανατολικοί, όπως και οι νεότεροι γερμανικοί, μονάρχες οδηγούσαν φυσικά στην πρακτική θεοποίησή τους από προληπτικά πνεύματα που εξαρτώνταν από αυτούς για τα πάντα.
Όταν οι Ρωμαίοι ήλθαν και κατέλαβαν τη θέση των Πτολεμαίων και των Σελευκιδών, ακόμη και η συγκρατημένη φαντασία των δυτικών χωρών οδηγήθηκε να αναγνωρίσει την επίδραση μιας θείας προνοίας στην τύχη της αυτοκρατορικής Ρώμης και την παρουσία μιας θείας ιδιοφυΐας στο πρόσωπο του Καίσαρα. Είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς τον Βιργίλιο να θεωρεί σοβαρά τον Αύγουστο θεό· πάντως πίστευε ότι μέσω του Αυγούστου η ειρήνη είχε θεϊκά φερθεί σε έναν ταραγμένο κόσμο και ήλπιζε ότι, μέσω της συνεχιζόμενης δράσης του εκλεκτού τους, «όποιοι θεοί κι αν υπάρχουν» θα εγγυώνταν τη μελλοντική ασφάλεια του πολιτισμού.
Σωτήρες όπως αυτοί είχαν πράγματι επιτελέσει μεγάλα έργα, τέτοια που ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε εύλογα να αναμένει να συμβούν χωρίς βοήθεια και καθοδήγηση από τον ουρανό. Είχαν επίσης το πλεονέκτημα ότι ήταν αυστηρά ιστορικοί· ήταν τόσο πραγματικά όντα όσο και τα οφέλη που προσέφεραν ήταν ουσιαστικά. Ωστόσο το ανθρώπινο πνεύμα συνέχιζε να στοιχειώνεται από την αίσθηση ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνο με άρτο, ότι πρέπει να βρεθεί μια πνευματική βάση για τον πολιτισμό.
Έτσι οι άνθρωποι στράφηκαν στα ανατολικά μυστήρια και στις γνωστικές λατρείες, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ικανοποιήσουν τις ψυχές τους. Η Ρώμη και ο Καίσαρας τους είχαν προσφέρει υλική σωτηρία· για τη σωτηρία της επιστημονικής τους διανοίας είχαν σχεδόν πάψει να ενδιαφέρονται· αλλά εξακολουθούσαν να έχουν ψυχές προς σωτηρία. Και εδώ οι ανατολικές μυστηριακές θρησκείες έφεραν κάποια ανακούφιση, έστω μερική και προσωρινή. Προσέφεραν τροφή στη φαντασία και στα συναισθήματα των μυημένων τους. Αλλά η μόνη ελπίδα σωτηρίας τους βρισκόταν σε ένα αβέβαιο μέλλον μετά θάνατον, και στο βάθος οι μόνοι σωτήρες των οποίων μπορούσαν να εξασφαλίσουν το ενδιαφέρον και την εύνοια ήταν μη πραγματικότητες.
Σε αντίθεση με τους δημιουργούς του πολιτισμού, αυτοί οι πνευματικοί σωτήρες ήταν ανιστορικοί, προϊόν όχι θεολογίας αλλά μυθολογίας. Δεν είχαν πραγματική ίαση να προσφέρουν σε ασθενείς ψυχές που χρειάζονταν θετική και άμεση αποκατάσταση. Υπήρχε κάποια ανακούφιση πνεύματος για τον δεισιδαίμονα λαό, αλλά ο Μάρκος Αυρήλιος απελπιζόταν για την επιβίωση της ανθρώπινης προσωπικότητας, ο Βεσπασιανός πέθανε εκφέροντας ένα πικρά κυνικό αστείο για την επικείμενη θεοποίησή του, και ο Αδριανός με έναν ωραίο, σκεπτικιστικό, μελαγχολικό στίχο προς την αναχωρούσα ψυχή του:
«Φτωχή ψυχή, μικρή περιπλανώμενη, τρυφερότατη,
Σύντροφε και φιλοξενούμενη του σώματός μου,
Σε ποια χώρα τώρα θα κατευθυνθείς,
Ω χλωμή, γυμνή και άκαμπτη μικρή ψυχή,
Χωρίς πια να παίζεις, χωρίς πια να αστειεύεσαι!»
Ύστερα ήλθε ο Χριστιανισμός. Ο Θεός του είχε βαδίσει ενσαρκωμένος στους λόφους και στους δρόμους της Παλαιστίνης. Άφησε πίσω Του εκατοντάδες που Τον είχαν δει και αγγίξει, που Τον είχαν μελετήσει και πίστευαν ότι είχαν φθάσει να Τον κατανοήσουν. Κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την ιστορικότητά Του. Από Αυτόν οι ακόλουθοί Του είχαν μάθει να υπερνικούν το κακό, τον πόνο και την απογοήτευση όχι αγνοώντας τα, αλλά υψωνόμενοι πάνω από αυτά. Το μυστικό της δύναμής τους ήταν ότι είχαν γνωρίσει τον Ιησού και συνέχιζαν, μετά την απόσυρσή Του από την επίγεια σκηνή, σε μια πνευματική και ακόμη πιο οικεία κοινωνία μαζί Του.
Το αίμα Του ήταν προσφορά ζωντανής και ενεργού θυσίας — ζωντανής, επειδή Αυτός ήταν η πηγή κάθε αληθινής ζωής· ενεργού, επειδή λύτρωνε τους μαθητές Του από την κυριαρχία δευτερευόντων αντικειμένων και αφιέρωνε αυτούς και όλες τις δυνάμεις τους στην υπηρεσία του επουρανίου Πατέρα και Δημιουργού τους· θυσίας, επειδή αυτό το αίμα, και όσοι οι ψυχές τους λούστηκαν μέσα σε αυτό και τράφηκαν από αυτό, ήταν συνειδητά αφιερωμένοι στον Θεό. Στον Ιησού Χριστό βρήκαν έναν Σωτήρα που ήταν ταυτόχρονα ιστορικός και θείος.
Υπάρχει ένα περίφημο γκράφιτι, στο οποίο είχε επιστήσει την προσοχή ο δρ. Liddon στις Bampton Lectures του 1866, όπου απεικονίζεται μια ανθρώπινη μορφή με κεφάλι όνου επάνω σε σταυρό. Στη μία πλευρά στέκεται μια άλλη μορφή, κάνοντας με υψωμένο το χέρι μια χειρονομία ευλαβικής προσκύνησης. Από κάτω αναγράφεται η επιγραφή: «Ο Αλεξάμενος λατρεύει τον θεό του». Η εικόνα φαίνεται να παριστάνει τον χλευασμό, από κάποιον ειδωλολάτρη δούλο, της θρησκείας ενός χριστιανού συντρόφου. Αλλά το κεντρί της γελοιογραφίας έγκειται στην υπόθεση όχι μόνο ότι ο θεός, αλλά και ο λατρευτής του, ήταν όνος.
Ο σταυρός, που για τον Ιουδαίο ήταν σκάνδαλο, για τον ελληνορωμαϊκό εθνικό ήταν απλή μωρία. Σε μια εποχή εύκολης θεοποίησης, όπου η πλειονότητα των ανθρώπων ήταν υπερβολικά πρόθυμη να ανυψώσει στα θυσιαστήριά της τους κατόχους πλούτου και εξουσίας, οι Χριστιανοί επιτέλεσαν το δυσκολότερο και τολμηρότερο έργο: να θεοποιήσουν έναν που, σύμφωνα με όλα τα υλικά και χρονικά κριτήρια, υπήρξε αποτυχημένος. Αυτό ήταν έργο ούτε ελαφρά αναληφθέν ούτε εύκολα πραγματοποιηθέν.
Αν και οι Χριστιανοί Τον αποκαλούσαν εξαρχής με το θείο όνομα του Κυρίου, χρειάστηκε χρόνος ώσπου το ένστικτο της ευλάβειας — που αναγνώριζε στον Χριστό τη Σοφία του Θεού και τη Δύναμη του Θεού, τον Πρωτότοκο της κτίσεως και τον επουράνιο Αρχιερέα — να συμφιλιώσει τον θεμελιώδη μονοθεϊσμό των μαθητών Του με το σκίρτημα των καρδιών τους που τους καλούσε να Τον προσφωνούν ως Θεό τους. Ακόμη περισσότερος χρόνος χρειάστηκε ώσπου η θεολογία να κατορθώσει να διατυπώσει λογικά όλες τις συνεπαγωγές της θεότητάς Του· ορισμένες πλευρές αυτού του έργου αναμένουν ακόμη ικανοποιητική εκπλήρωση. Αλλά ότι η ιστορική μορφή του Ιησού από τη Ναζαρέτ, αν και σταυρωμένη, ήταν ο Σωτήρας τους από τον ουρανό, κανένας Χριστιανός δεν διανοήθηκε ποτέ να το αμφισβητήσει.
Είναι λοιπόν ακόμη πιο αξιοσημείωτο ότι, όταν ο «βάκιλλος της θεοποίησης», όπως έχει ονομαστεί, μόλυνε τη σκέψη των πρώτων χριστιανών ευσεβών, τόσο λίγα συμπτώματα πνευματικού πυρετού συνόδευσαν την προσεκτική πρόοδο της «νόσου», και ότι ο Σωτήρας που επέλεξαν να θεοποιήσουν ήταν τόσο ανόμοιος προς τις λοιπές σύγχρονες θεότητές τους. Ήταν κάποιος που δεν προσποιήθηκε ότι θα έσωζε τις περιουσίες ή τις ανέσεις τους — λίγοι από αυτούς διέθεταν τέτοιες· ούτε τις ζωές τους — διότι ήταν υπερήφανοι να τις καταθέτουν στο μαρτύριο για χάρη Του. Εκείνο που έσωζε ήταν η ηθική τους ακεραιότητα, η θρησκευτική τους πεποίθηση, η πνευματική τους ζωτικότητα.
Ήταν ένας Σωτήρας εντελώς διαφορετικός από όλους τους άλλους· αλλά ακόμη και μέσα στη φτώχεια και στα παθήματά Του, οι ακόλουθοί Του ασφαλώς Τον θεωρούσαν περισσότερο θεοειδή. Με τον πολύτιμο θάνατό Του και διά της πίστεως στο αίμα Του, είθε όλοι όσοι τώρα με ακούν να βρουν τη δική τους σωτηρία. Και δι’ Αυτού, προς τον Θεό Πατέρα, μαζί με το Άγιο Πνεύμα, ας είναι κάθε δόξα και προσκύνηση, τώρα και εις τους αιώνας των αιώνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου