Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Η ασκητική και θεολογική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά 1 Βασίλειος Κριβοσέιν



Η ασκητική και θεολογική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά 1

Βασίλειος Κριβοσέιν

Ο Βασίλειος Κριβοσέιν (ρωσ. Василий Кривошеин, κατά κόσμον Всеволод Александрович Кривошеин / Βσεβολόντ Αλεξάντροβιτς Κριβοσέιν, 1900–1985) ήταν Ρώσος ορθόδοξος μοναχός, θεολόγος και αργότερα Αρχιεπίσκοπος Βρυξελλών και Βελγίου του Πατριαρχείου Μόσχας.

Έζησε για πολλά χρόνια στο Άγιον Όρος, στη ρωσική μονή του Αγίου Παντελεήμονος, όπου ασχολήθηκε εντατικά με την πατερική θεολογία και ιδιαίτερα με τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά. Η μελέτη «Аскетическое и богословское учение св. Григория Паламы» (Η ασκητική και θεολογική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά), που δημοσιεύθηκε το 1936, υπήρξε η πρώτη μεγάλη επιστημονική του εργασία και μία από τις σημαντικές πρώιμες συμβολές στη σύγχρονη αναβίωση των παλαμικών σπουδών.

Η «Ασκητική και θεολογική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά» είναι μία από τις σημαντικές πρώιμες μελέτες του Βασιλείου Κριβοσέιν για τον παλαμισμό. Δημοσιεύθηκε αρχικά στα ρωσικά στο Seminarium Kondakovianum, τ. VIII, Πράγα 1936, και συνέβαλε ουσιαστικά στη νεότερη ανανέωση του ενδιαφέροντος για τη θεολογία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά.

Περιεχόμενα

Κεφάλαιο I. Η ασκητικο-γνωσιολογική βάση της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά
Κεφάλαιο II. «Ουσία και Ενέργεια». Η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά για τον Τριαδικό Θεό στην «κρυμμένη υπερουσιότητά» Του και στις «άκτιστες ενέργειές» Του
Κεφάλαιο III. Το άκτιστο Θείο Φως
Κεφάλαιο IV. Συμπέρασμα. Η σημασία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά στην ορθόδοξη θεολογία
Κεφάλαιο I. Η ασκητικο-γνωσιολογική βάση της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά


Η θρησκευτική ζωή, είτε την εννοούμε ως κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό είτε ως γνώση του Θεού από τον άνθρωπο, μπορεί πάντοτε να ορισθεί ως μια αμοιβαία και αμφίδρομη σχέση και ενέργεια του Θεού και του ανθρώπου, του Δημιουργού και του κτίσματος. Γι’ αυτό, προκειμένου να κατανοήσουμε ορθά τη διδασκαλία οποιουδήποτε πνευματικού συγγραφέα —στην προκειμένη περίπτωση του αγίου Γρηγορίου Παλαμά (1296–14 Νοεμβρίου 1359)— είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε προηγουμένως με ποιον τρόπο νοεί τη δυνατότητα της αμοιβαίας κοινωνίας Θεού και ανθρώπου και τι πιστεύει για τις οδούς της θεογνωσίας και για τη δική μας ικανότητα να φθάσουμε σε αυτήν. Αυτό θα αποτελέσει, αν επιτρέπεται η έκφραση, την ασκητικο-γνωσιολογική βάση του θεολογικού συστήματος που μας ενδιαφέρει. Θα προσπαθήσουμε, λοιπόν, να παρουσιάσουμε στα ουσιωδέστερα σημεία της αυτή την πλευρά της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, προτού περάσουμε στις καθαυτό θεολογικές του ιδέες.

Το ζήτημα της δυνατότητας της θεογνωσίας και των οδών που οδηγούν σε αυτήν κατέχει σχετικά σημαντική θέση στα έργα του αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί εξαρχής ότι αφετηρία ολόκληρης της διδασκαλίας του αποτελεί η κατηγορηματική διαβεβαίωσή του περί της πλήρους ακαταληψίας του Θεού από τον λόγο και της αδυναμίας εκφράσεώς Του με τον λόγο. Η σκέψη αυτή περί της ακαταληψίας του Θεού από τον λόγο συνδέεται στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά με ολόκληρη τη διδασκαλία του περί της φύσεως της Θεότητος· εδώ όμως θα περιοριστούμε μόνο στη γνωσιολογική πλευρά του ζητήματος.

Δεν υπάρχει, πάντως, τίποτε το νέο σε αυτή τη διακήρυξη της ορθολογικής ακαταληψίας της Θεότητος. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς βρίσκεται εδώ στο έδαφος της αποφατικής θεολογίας, τόσο χαρακτηριστικής της ανατολικής Ορθοδοξίας, συνεχίζοντας τη θεολογική παράδοση του αγίου Γρηγορίου Νύσσης και του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Μαζί με αυτούς αγαπά να υπογραμμίζει την πλήρη αδυναμία εκφράσεως του Θεού με οποιοδήποτε όνομα και την απόλυτη αδυναμία ορισμού Του.

Έτσι, αφού ονομάσει τον Θεό «άβυσσο αγαθότητος», αμέσως διορθώνει τον εαυτό του και λέει: «Ή μάλλον, Εκείνον που περιλαμβάνει και αυτή την άβυσσο, ως υπερβαίνοντα κάθε όνομα που μπορεί να ονομασθεί και κάθε πράγμα που μπορεί να νοηθεί».

Γι’ αυτό η αληθινή γνώση του Θεού δεν μπορεί να επιτευχθεί ούτε μέσω της μελέτης του ορατού κτιστού κόσμου ούτε μέσω της διανοητικής δραστηριότητας του ανθρωπίνου νου. Ακόμη και η λεπτότερη και περισσότερο αφηρημένη από κάθε υλικό στοιχείο θεολογική και φιλοσοφική σκέψη δεν μπορεί να προσφέρει αληθινή θέα του Θεού και κοινωνία μαζί Του.

«Ακόμη κι αν θεολογούμε», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «και φιλοσοφούμε για τα τέλεια πράγματα, τα χωρισμένα από την ύλη, αυτό μπορεί βέβαια να πλησιάζει την αλήθεια, απέχει όμως πολύ από τη θέα του Θεού και διαφέρει τόσο πολύ από την κοινωνία μαζί Του όσο διαφέρει η κατοχή από τη γνώση. Το να μιλά κανείς για τον Θεό και το να κοινωνεί με Αυτόν δεν είναι το ίδιο πράγμα».

Σε συνάφεια με αυτό γίνεται κατανοητή η στάση του αγίου Γρηγορίου Παλαμά απέναντι στους επιμέρους επιστημονικούς κλάδους, λογικούς ή εμπειρικούς· αναγνωρίζει τη σχετική χρησιμότητά τους στη μελέτη του κτιστού κόσμου και δικαιολογεί, μέσα σε αυτό το πεδίο, τις μεθόδους γνώσεως που τους προσιδιάζουν —τους συλλογισμούς, τις λογικές αποδείξεις, τα παραδείγματα από τον ορατό κόσμο. Στο έργο όμως της γνώσεως του Θεού διακηρύσσει την ανεπάρκειά τους και φθάνει ακόμη και να μιλά για το ανάρμοστο της χρησιμοποιήσεώς τους.

Η αδυναμία του λόγου να γνωρίσει τον Θεό δεν οδηγεί, ωστόσο, τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά στο συμπέρασμα ότι ο Θεός είναι ολοκληρωτικά ακατάληπτος και απρόσιτος στον άνθρωπο. Τη δυνατότητα της θείας κοινωνίας τη θεμελιώνει στις ιδιότητες της ανθρώπινης φύσεως και στη θέση του ανθρώπου μέσα στη δημιουργία.

Ας σταθούμε, λοιπόν, κάπως περισσότερο στη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά για τον άνθρωπο.


Η θεμελιώδης σκέψη του, την οποία εκφράζει επανειλημμένα σε διάφορα σημεία των έργων του, είναι η δημιουργία του ανθρώπου από τον Θεό κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν Του και η κεντρική θέση του ανθρώπου μέσα σε ολόκληρο το σύμπαν.

Ο άνθρωπος, δημιουργημένος κατ’ εικόνα Θεού και συνενώνοντας μέσα του, ως αποτελούμενος από ψυχή και σώμα, τον υλικό και τον άυλο κόσμο, αποτελεί, κατά τη σκέψη του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, έναν μικρό κόσμο, έναν μικρόκοσμο, ο οποίος αντανακλά μέσα του ολόκληρη τη δημιουργία και την συνενώνει διά του εαυτού του σε ένα ενιαίο όλον.

«Ο άνθρωπος», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «αυτός ο μεγαλύτερος κόσμος που περικλείεται μέσα στον μικρό, είναι η εις εν συγκέντρωση όλων των όντων, η ανακεφαλαίωση των δημιουργημάτων του Θεού· γι’ αυτό και δημιουργήθηκε ύστερα από όλα, όπως ακριβώς εμείς καταλήγουμε σε συμπέρασμα ύστερα από τα λόγια μας· διότι θα μπορούσε κανείς να ονομάσει ολόκληρο αυτό το σύμπαν συγγραφή του Αυθυπόστατου Λόγου».

Η διδασκαλία αυτή για τον άνθρωπο, η οποία ως προς τη βάση της συναντάται ήδη στον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, αναπτύσσεται με ιδιαίτερο τρόπο από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά σε σχέση με το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ του αγγελικού και του ανθρωπίνου κόσμου και με τη σημασία του ανθρωπίνου σώματος.

Σε αντίθεση προς αρκετά διαδεδομένες αντιλήψεις περί υπεροχής του αγγέλου, ως καθαρού πνεύματος, έναντι του ανθρώπου, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς διδάσκει σαφώς ότι ο άνθρωπος είναι σε μεγαλύτερο βαθμό από τον άγγελο προικισμένος με την εικόνα του Θεού.

«Μολονότι [οι άγγελοι]», γράφει, «μας υπερβαίνουν σε πολλά, κατά μία όμως άποψη είναι κατώτεροι από εμάς [...] [για παράδειγμα] ως προς την ύπαρξη κατ’ εικόνα Εκείνου που τους δημιούργησε· υπό αυτή την έννοια εμείς, περισσότερο από αυτούς, δημιουργηθήκαμε κατ’ εικόνα Θεού».

Η μεγαλύτερη αυτή μετοχή του ανθρώπου στην εικόνα του Θεού φανερώνεται πρωτίστως στο ότι, ενώ οι άγγελοι είναι απλοί εκτελεστές των προσταγών του Θεού, ο άνθρωπος, ακριβώς ως γήινο ψυχοσωματικό ον, δημιουργήθηκε για να κυριαρχεί και να εξουσιάζει ολόκληρη την κτίση.

«Ενώ οι άγγελοι», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «έχουν ορισθεί να υπηρετούν τον Δημιουργό και έχουν ως μοναδικό τους κλήρο να βρίσκονται υπό εξουσία, χωρίς να τους έχει δοθεί να κυριαρχούν πάνω στα κατώτερα από αυτούς δημιουργήματα, εκτός αν αποσταλούν προς τούτο από Εκείνον που συνέχει τα πάντα [...] ο άνθρωπος προορίσθηκε όχι μόνο να βρίσκεται υπό εξουσία, αλλά και να εξουσιάζει όλα όσα βρίσκονται επάνω στη γη».

Η σκέψη αυτή περί της κατεξοχήν κατοχής της εικόνας του Θεού από τον άνθρωπο αναπτύσσεται περαιτέρω στη διδασκαλία για το ανθρώπινο σώμα και τη σημασία του στην πνευματική ζωή του ανθρώπου.


Πρέπει να σημειωθεί ότι ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς υπήρξε αποφασιστικός αντίπαλος της απόψεως ότι το σώμα, ως τέτοιο, αποτελεί κακή αρχή και πηγή της αμαρτίας στον άνθρωπο. Μια τέτοια αντίληψη του φαινόταν ως συκοφαντία εναντίον του Θεού —του Δημιουργού του σώματος— και ως μανιχαϊκή-δυαλιστική απόρριψη της ύλης.

Στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά ανήκει μάλιστα ένας ιδιαίτερα ενδιαφέρων και λαμπρός ως προς τη γλώσσα διάλογος, αφιερωμένος στην αναίρεση του μονομερούς μανιχαϊκού πνευματισμού, σύμφωνα με τον οποίο η ψυχή παρασύρεται στην αμαρτία από το σώμα και η σύνδεσή της με αυτό αποτελεί την αιτία της αμαρτωλότητάς της.

Με μεγάλη δύναμη διακηρύσσεται εκεί ότι το σώμα, όπως και η ψυχή, είναι δημιούργημα του Θεού και ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ψυχή αλλά ένωση ψυχής και σώματος.

«Δεν ονομάζεται άνθρωπος μόνον η ψυχή ούτε μόνον το σώμα», διαβάζουμε σε αυτόν τον διάλογο, «αλλά και τα δύο μαζί, δημιουργημένα κατ’ εικόνα Θεού».

Η σκέψη αυτή, ότι η εικόνα του Θεού εκφράζεται όχι μόνο στην ψυχική αλλά και στη σωματική σύσταση του ανθρώπου, συναντάται αρκετά συχνά στα έργα του αγίου Γρηγορίου Παλαμά και συνδέεται από αυτόν με τη διαβεβαίωση ότι ο άνθρωπος, ακριβώς χάρη στη σωματικότητά του, είναι περισσότερο σφραγισμένος με την εικόνα του Θεού από ό,τι τα καθαρά πνεύματα, οι άγγελοι, και ότι βρίσκεται πλησιέστερα από αυτούς προς τον Θεό —ως δημιούργημα, ως θεία σύλληψη—, μολονότι μετά την πτώση απώλεσε την ομοίωσή του προς Αυτόν και, υπό αυτή την έννοια, κατέστη κατώτερος από τους αγγέλους.

Και αυτή ακόμη η κατοχή σώματος προσφέρει συχνά στον άνθρωπο τη δυνατότητα μιας τέτοιας κοινωνίας με τον Θεό η οποία είναι απρόσιτη στους αγγέλους.

«Ποιος από τους αγγέλους», ερωτά ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «θα μπορούσε να μιμηθεί το πάθος του Θεού και τον θάνατό Του, όπως μπόρεσε ο άνθρωπος;»


«Η νοερή και λογική φύση των αγγέλων», γράφει σε άλλο σημείο, «κατέχει και νου και λόγο που προέρχεται από τον νου [...] και θα μπορούσε να ονομασθεί πνεύμα [...]· αλλά αυτό το πνεύμα δεν είναι ζωοποιό, διότι δεν έλαβε από τον Θεό σώμα από τη γη συνδεδεμένο μαζί του, ώστε να αποκτήσει χάρη σε αυτό και ζωοποιό και συνεκτική δύναμη. Η νοερή και λογική φύση της ψυχής όμως, επειδή δημιουργήθηκε μαζί με το γήινο σώμα, έλαβε από τον Θεό και ζωοποιό πνεύμα [...]· μόνον αυτή κατέχει και νου και λόγο και ζωοποιό πνεύμα· μόνον αυτή, και μάλιστα περισσότερο από τους αγγέλους, δημιουργήθηκε από τον Θεό κατ’ εικόνα Του».

Βεβαίως, η εικόνα του Θεού δεν εντοπίζεται εδώ στην ίδια τη σωματικότητα, αλλά στο ζωοποιό πνεύμα που προσιδιάζει στον άνθρωπο· η σωματικότητα όμως όχι μόνο δεν αποτελεί εμπόδιο για αυτό, αλλά, αντιθέτως, γίνεται αφορμή για την εκδήλωσή του· ενώ οι άγγελοι, ως ασώματοι, στερούνται του ζωοποιού πνεύματος.

Και αυτή η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο δεν χάθηκε ούτε μετά την πτώση:
«Μετά το προπατορικό αμάρτημα [...] αφού χάσαμε τη ζωή κατά τη θεία ομοίωση, δεν χάσαμε τη ζωή κατ’ εικόνα Του».

Γενικότερα, «στους αιρετικούς αρμόζει» να βλέπουν στο σώμα μια κακή αρχή —στους αιρετικούς «οι οποίοι ονομάζουν το σώμα κακό και δημιούργημα του κακού»—· για τους Ορθοδόξους όμως το σώμα είναι «ναός του Αγίου Πνεύματος» και «κατοικητήριο του Θεού».

Από εδώ γίνεται κατανοητό ότι, σύμφωνα με τη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, το σώμα είναι ικανό, υπό την επίδραση της ψυχής, να βιώνει ορισμένες «πνευματικές διαθέσεις», ενώ η ίδια η απάθεια δεν είναι απλώς νέκρωση των παθών του σώματος, αλλά μια νέα και ανώτερη ενέργειά του· και γενικότερα, το σώμα μπορεί όχι μόνο στον μέλλοντα αιώνα αλλά ήδη από τώρα να συμμετέχει στη χαριτωμένη ζωή του πνεύματος.

«Διότι», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «εάν τότε το σώμα θα συμμετάσχει μαζί με την ψυχή στα ανέκφραστα αγαθά, είναι αναμφίβολο ότι και τώρα θα συμμετέχει σε αυτά κατά το δυνατόν [...] και αυτό θα γευθεί τα θεία, αφού η παθητική δύναμη της ψυχής μεταβληθεί σύμφωνα με αυτό και αγιασθεί, χωρίς όμως να νεκρωθεί».

Συνεχίζεται

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΛΟΓΗΣ ΕΠΙΜΟΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΝΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: