Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ - Edith Stein. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ - Edith Stein. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 9

Συνέχεια από Δευτέρα 18. Μαΐου 2026


Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 9
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]


§ 5. Τα δημιουργημένα καθαρά πνεύματα

2. Η διδασκαλία του Αρεοπαγίτη περί αγγέλων

5. Πραγματικότητα και δυνατότητα. Potentia oboedientialis. 

Φύση, ελευθερία και χάρη. Το κακό β

.....Ο φυσικός νους αντιστέκεται στο να δεχθεί το κακό ως έλλειψη ή αδυναμία, επειδή αισθάνεται καθαρά ότι στο κακό βρίσκεται απέναντί του μια ενεργός δύναμη. Αυτή η δύναμη είναι η δύναμη του ελεύθερου πνευματικού προσώπου. Το κτιστό πνεύμα δεν έχει αυτή τη δύναμη από τον εαυτό του. Γι’ αυτό η ελεύθερη βούληση, ακόμη και εκείνη του ανώτατου όλων των αγγέλων, δεν είναι αυτοτελής, έσχατη αρχή του είναι δίπλα στον Θεό. Και δεν μπορεί να παραγάγει από τον εαυτό της κανένα ον· της ανήκει η μηδαμινότητα κάθε κτιστού σε σύγκριση με τον Δημιουργό. Μπορεί όμως να δώσει στην πράξη της κατεύθυνση, ακόμη και μια κατεύθυνση αντίθετη προς τη θεία βούληση. Και ακριβώς μια τέτοια εκτέλεση κτιστής βούλησης, αντίθετη προς τη θεία βούληση, είναι αυτό που ονομάζουμε «κακό»...............

Ως πράξη βούλησης είναι κάτι που υπάρχει, μάλιστα ανήκει στα ύψιστα πράγματα που υπάρχουν στην περιοχή του κτιστού είναι. Αλλά μέσω της κατεύθυνσής της είναι «αρνητική», αντίθετη προς το ον. Την κτιστή βούληση που εξεγείρεται εναντίον της θείας βούλησης θα μπορούσε κανείς ίσως να την ονομάσει το «πρωταρχικό κακό»· πρέπει μόνο να παραμένει πάντοτε σαφές ότι δεν είναι πρωταρχικό ον. Η κτιστή ελευθερία είναι η προϋπόθεση της δυνατότητας του κακού· και αν όλες οι φυσικές ελλείψεις, όλα όσα συνοψίζονται υπό το όνομα του «φυσικού κακού», πρέπει να νοηθούν ως κακά της τιμωρίας, τότε αυτή είναι συγχρόνως εκείνο στο οποίο πρέπει να αναχθεί κάθε κακό. Η δυνατότητα του κακού, όπως και η δυνατότητα της κτιστής χάρης, ριζώνει στην ελευθερία των κτιστών πνευμάτων.

Η χάρη είναι ανύψωση του κτιστού Είναι μέσω της ένωσης με τον Θεό και της μετάδοσης του θείου Είναι. Το κακό, ως διαστροφή της κτιστής βούλησης, είναι φραγμός απέναντι στην εισροή της χάρης και, επομένως, άρση της χαριτωμένης ανύψωσης του είναι. Είναι όμως και ένα είναι αντίθετο προς την ίδια την αρχική φύση και κατεύθυνση του είναι· ένα, με κυριολεκτική έννοια, «διεστραμμένο» είναι. Η φύση ή η ουσία δεν αίρεται έτσι, αλλά και αυτή «διαστρέφεται», μετατρέπεται στο αρνητικό της αντίτυπο. Η θεολογία ονομάζει αυτή τη μεταβολή «σκλήρυνση στο κακό» ή «πώρωση».

Στους ανθρώπους, αντίστοιχα προς τη χρονική τους πορεία γίγνεσθαι ή την ανάπτυξή τους, υπάρχει μια βαθμιαία «εξοικείωση» προς το αγαθό και προς το κακό. Και στην ασταθή κατάσταση ανάμεσα στο αγαθό και στο κακό αντιστοιχεί η δυνατότητα μιας μεταστροφής, μιας αποκατάστασης της αρχικής φύσης και της κατεύθυνσης του είναι μετά την «πτώση», αλλά και μιας επανειλημμένης πτώσης. Στην «ολοκληρωμένη» φύση των καθαρών πνευμάτων αντιστοιχεί το ότι η πτώση τους είναι η ριζική διαστροφή μέσα σε μία και μόνη στιγμή απόφασης και δεν αφήνει ανοιχτή καμία δυνατότητα μεταστροφής.

Η μετάβαση από την ουσιώδη δυνατότητα στην πραγματική ύπαρξη μέσω της δημιουργίας, η διαστροφή τού είναι μέσω της εξέγερσης της βούλησης και η ανύψωση τού είναι μέσω της χάρης μάς δείχνουν ότι, με διαφορετική έννοια κάθε φορά, η αντίθεση πραγματικότητας και δυνατότητας λαμβάνεται υπόψη στους αγγέλους. Η άνοδος από μια προβαθμίδα του πραγματικού είναι στην πλήρη πραγματικότητα, όπως συντελείται στους ανθρώπους και στα κατώτερα έμβια όντα μέσω της «διαμόρφωσης» των καταβολών, δεν αφορά τους αγγέλους.

Πρέπει όμως να εξεταστεί και μια άλλη αντίθεση. Όταν ο άνθρωπος έχει μάθει να περπατά, να μιλά, να παίζει βιολί, τότε έχει αναπτύξει τις αντίστοιχες απλές «ικανότητες» σε «δεξιότητες», τις οποίες μπορεί να διαθέτει ελεύθερα — μπορεί, αλλά δεν είναι αναγκασμένος. Δεν υπάρχει γι’ αυτόν καμία ανάγκη να χρησιμοποιεί διαρκώς όλες τις δεξιότητές του· μάλιστα δεν έχει ούτε καν τη δυνατότητα —και ως προς αυτό τίθενται όρια στην ελεύθερη διάθεσή του—, επειδή ορισμένες δραστηριότητες αποκλείουν η μία την άλλη και επειδή και η περιορισμένη του δύναμη δεν είναι ικανή να εκτελεί τα πάντα συγχρόνως. Έτσι δεν έχει και ολόκληρο τον θησαυρό γνώσεων που απέκτησε κατά τη διάρκεια της ζωής του διαρκώς παρόντα.

Υπάρχει άραγε αυτή η ενδιάμεση βαθμίδα ανάμεσα στην ικανότητα —δύναμη— και στη δραστηριότητα —ενέργεια—, δηλαδή η δεξιότητα ή η διαθέσιμη κατοχή —habitus— στους αγγέλους; Αν έπρεπε να δεχθούμε κάτι αντίστοιχο σε αυτούς, τότε πάντως όχι ως ενδιάμεση βαθμίδα. Διότι σε αυτούς δεν υπάρχουν αδιαμόρφωτες ικανότητες και γι’ αυτό δεν υπάρχει αντίθεση ανάμεσα σε ικανότητα και δεξιότητα —δύναμη και habitus. Πρέπει λοιπόν μόνο να ρωτήσουμε αν οι πάντοτε διαθέσιμες ικανότητές τους μπορούν να νοηθούν ως κατά καιρούς αδρανείς.

Η ενότητα της αδιαίρετης δύναμής τους, που δεν υπόκειται σε φυσικές διακυμάνσεις, μιλά εναντίον αυτού, όπως επίσης απαγορεύει γενικά να μιλούμε σε αυτούς για χωριστές ικανότητες —με την κυριολεκτική έννοια. Η ουσία τους, με την πληρότητα της πνευματικής δύναμης που της είναι ίδια, ενεργείται σταθερά σε πλήρως ζωντανή γνώση, σε αγάπη και σε υπηρεσία. Ωστόσο η ζωή τους δεν πρέπει να θεωρείται εντελώς αμετάβλητη. Η ανύψωση του είναι μέσω της χάρης, για την οποία είναι ικανοί, σημαίνει μια ανύψωση και έναν εμπλουτισμό ολόκληρης της ζωής τους. Και ακόμη και μέσα στο φυσικό τους είναι φαίνεται δυνατή μια αύξηση της γνώσης και μια μεταβολή της δραστηριότητας, αφού δεν είναι, όπως ο Θεός, από τη φύση τους παντογνώστες, παντοδύναμοι και πανταχού παρόντες· από την άλλη πλευρά όμως δεν είναι τόσο κλεισμένοι και καθορισμένοι, ώστε να μην είναι δυνατή καμία πρόσληψη κάποιου πράγματος που δεν τους ήταν ήδη από την αρχή οικείο κατά φύσιν, ούτε καμία ελεύθερη κίνηση προς κάτι που δεν βρισκόταν μέσα στην αρχική τους σφαίρα ενέργειας.

Φυσικά, η «πρόσληψη» και η «κίνηση» πρέπει εδώ να νοηθούν πνευματικά. Ο Αυγουστίνος και ο Θωμάς μιλούν για μια αμοιβαία επικοινωνία των αγγέλων, την οποία ονομάζουν «λόγο»: δεν χρειάζεται εξωτερικά μέσα, αλλά συνίσταται στο ότι στρέφονται ο ένας προς τον άλλον και ανοίγονται ο ένας για τον άλλον. Έτσι δίνουν ο ένας στον άλλον μερίδιο στη δική τους προσωπική ζωή, και αυτό είναι και από τις δύο πλευρές μια κίνηση και, για τους κατώτερους, ένας εμπλουτισμός. Παρόμοια πρέπει μάλλον να νοηθεί και η επικοινωνία των φύλακων αγγέλων με τους ανθρώπους που έχουν ανατεθεί στη μέριμνά τους. Αν δεν γνωρίζουν από τη φύση τους τα μυστικά της ανθρώπινης καρδιάς, τότε η ακρόαση μιας κραυγής βοήθειας μπορεί να τους αποκαλύψει κάτι νέο. Από την άλλη πλευρά, η παροχή βοήθειάς τους είναι μια κίνηση που πρέπει να νοηθεί ως αρχόμενη και παροδική, όχι ως κάτι που προβλέφθηκε και διατάχθηκε από αυτούς από την αρχή του είναι τους, όπως πρέπει να νοούμε την ενέργεια της θείας πρόνοιας.

Η εικόνα βέβαια μετατοπίζεται, όταν, πλάι στη φυσική γνώση των αγγέλων, λάβουμε υπόψη την υπερφυσική, και μάλιστα εκείνη που τους επιτρέπει να βλέπουν τα κτιστά πράγματα μέσα στον Θεό —ο Θωμάς, ακολουθώντας τον Αυγουστίνο, την ονομάζει «πρωινή». Με αυτόν τον τρόπο τους γίνεται προσιτό πολύ από ό,τι δεν γνωρίζουν από τη φύση τους, χωρίς να χρειάζεται πλέον φυσική μετάδοση από την πλευρά των κτισμάτων. Εδώ όμως έπρεπε μόνο να διευκρινιστεί ποιες δυνατότητες υπάρχουν κατά φύσιν. Ότι κάθε υπερφυσική ανύψωση του είναι υψώνει και εμπλουτίζει τη ζωή έχει ήδη αναφερθεί. Έτσι, με φυσικό και υπερφυσικό τρόπο, μπορούν να νοηθούν μεταβολή και εναλλαγή στη ζωή των αγγέλων. Πάντοτε όμως το είναι τους είναι ζωή· δεν υπάρχει μέσα τους τίποτε άζωο, κανένα είναι που να μην είναι πνευματική ζωή. Αυτό ανήκει στην υπεροχή των καθαρών πνευμάτων απέναντι σε εκείνα που είναι μορφή ενός σώματος δεμένου με χώρο και ύλη.

Στην καθαρή πνευματικότητα αντιστοιχεί μια πιο ανεμπόδιστη ελευθερία και μια πιο απεριόριστη προσωπική ύπαρξη από την ανθρώπινη. Δεν είναι απολύτως ελεύθεροι με την έννοια ότι το είναι τους και η καθορισμένα οριοθετημένη φύση τους τους έχουν δωρηθεί· τα όρια που δίνονται μαζί με αυτά δεν μπορούν να τα διαρρήξουν από μόνοι τους. Όμως ολόκληρο το είναι τους τους έχει δοθεί στα χέρια, για να το διαθέσουν ελεύθερα και να το χρησιμοποιήσουν ολοκληρωτικά στη ζωή για την οποία δημιουργήθηκαν. Εδώ δεν υπάρχει «φυσικό συμβαίνειν» σύμφωνα με άκαμπτη νομοτέλεια, όπως στον σωματικό κόσμο, χωρίς περιθώριο για ελεύθερη πράξη. Ολόκληρη η ζωή είναι ελεύθερη πράξη και υπόθεση προσωπικής απόφασης. Έτσι υπάρχει γι’ αυτούς μόνο ένα «υπέρ ή κατά του Θεού», όχι μια διολίσθηση σε μια απομάκρυνση από τον Θεό που δεν είναι κυρίως θελημένη. Και από εδώ πέφτει πάλι φως στη μοναδική και αμετάκλητη απόφαση των αγγέλων για την αιώνια μοίρα τους.


6. Μορφή και ύλη, ουσία και φορέας της ουσίας στα καθαρά πνεύματα

Με την ιδιοτυπία του προσωπικού είναι των αγγέλων συνδέεται το ότι αυτοί χαρακτηρίζονται από τον άγιο Θωμά ως «υφεστώσες μορφές». Με αυτό εννοείται ότι δεν έχουν ως βάση του Είναι τους μια ύλη που πληροί τον χώρο, ότι δεν είναι «μέσα σε ένα άλλο», αλλά «μέσα στον εαυτό τους» ή ότι «φέρουν τον εαυτό τους». Εδώ όμως πρέπει να υπενθυμιστεί ότι και εκεί όπου μια ύλη που πληροί τον χώρο αποτελεί ουσιώδες συστατικό ενός πράγματος, διακρίναμε ανάμεσα στη «βάση» και στον «φορέα» με την κυριολεκτική έννοια, και θεωρήσαμε ως φορέα την κενή μορφή του αντικειμένου. Η «πρόσωπο», πάλι, ίσχυε για εμάς ως φορέας με εξέχουσα έννοια, διότι δεν έχει και δεν περιλαμβάνει απλώς την ουσία της, αλλά την «κατέχει» με εντελώς ιδιάζουσα έννοια, δηλαδή είναι κυρία του εαυτού της και μπορεί να διαθέτει ελεύθερα τον εαυτό της. Και το προσωπικό είναι των καθαρών πνευμάτων είναι μια καθαρότερη εκπλήρωση της ιδέας του προσώπου, διότι στο Είναι τους δεν υπάρχει τίποτε που να αφαιρείται από αυτή τη δυνατότητα ελεύθερης διάθεσης.

Αν όμως κάνουμε διάκριση ανάμεσα στην ουσία και στον φορέα της ουσίας, μπορούμε τότε ακόμη να μιλούμε για μια «μορφή που φέρει τον εαυτό της»; Πριν από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα, θα είναι καλό να διευκρινιστεί ακόμη ένα άλλο ερώτημα. Κατά τον Αριστοτέλη και τον Θωμά, εκεί όπου δεν υπάρχει ύλη που πληροί τον χώρο, «μορφή» και «ουσία» συμπίπτουν. Εμείς όμως βρήκαμε και στην περιοχή του καθαρά πνευματικού κάτι που μπορεί με μια ορισμένη έννοια να διεκδικήσει τον χαρακτήρα της «ύλης»· όχι με την έννοια του πληρούντος τον χώρο, αλλά με την έννοια της προσδιορίσιμης απροσδιοριστίας. Όποιος είναι εξοικειωμένος με τη θεωρία του Είναι του Duns Scotus θα σκεφθεί εδώ ότι ο Doctor Subtilis υποστηρίζει για τους αγγέλους, όπως και για κάθε πεπερασμένο ον εν γένει, τη σύνθεση από μορφή και ύλη, και την θεμελιώνει και την υπερασπίζεται με την θαυμαστή οξυδέρκεια που τον χαρακτηρίζει. Δεν του περνά από τον νου να αμφισβητήσει την ασώματη φύση των καθαρών πνευμάτων. Η materia primo prima, η οποία είναι κοινή σε αυτά μαζί με κάθε πεπερασμένο ον, δεν είναι ύλη που πληροί τον χώρο, αλλά κάτι που εξειδικεύεται στον σωματικό κόσμο και στον κόσμο των πνευμάτων σύμφωνα με τις διαφορετικές μορφές. Η ύλη του κόσμου των πνευμάτων είναι λοιπόν γενικά διαφορετική από εκείνη του σωματικού κόσμου.

Η materia primo prima, κατά τον Duns Scotus, είναι η κατώτατη βαθμίδα του όντος. Είναι δημιουργημένη από τον Θεό ως ένα ον με δικό του Είναι, ως διακεκριμένη από τη μορφή, αλλά όχι χωρισμένη από τη μορφή· αντιθέτως βρίσκεται μέσα στο όλο που είναι δομημένο από μορφή και ύλη. Είναι ισοδύναμη με την potentia passiva: δηλαδή, αφενός, με τη δυνατότητα του μη-είναι και γι’ αυτό της εκμηδένισης, η οποία ανήκει σε κάθε κτιστό ως τέτοιο· αφετέρου, με την ετοιμότητα υποδοχής και την ικανότητα μορφοποίησης.

Δεν είναι δυνατόν να παρακολουθήσουμε και να συζητήσουμε εδώ τη σκωτιστική θεωρία της ύλης σε όλες της τις λεπτομέρειες. Θα επιχειρηθεί μόνο να συσχετισθεί εκείνο που διεκδικούμε ως «δύναμη» ή «πληρότητα ζωής» των αγγέλων με την ύλη που ο Duns Scotus αποδίδει στους αγγέλους. Εκείνο που έχουμε υπ’ όψιν ανήκει, κατά την άποψή μας, στο πνεύμα ως τέτοιο, άρα και στο θείο Πνεύμα. Γι’ αυτό δεν μπορεί να εξισωθεί με παθητική δύναμη, με τη δυνατότητα του μη-είναι. Πρέπει εδώ να σκεφθούμε εκείνο από το οποίο ξεκίνησε ολόκληρη η έρευνά μας περί του Είναι: την πληρότητα της δύναμης του Θεού —την potentia Dei—, στην οποία δεν υπάρχει τίποτε από ανεκπλήρωτη δυνατότητα, αλλά η οποία είναι μάλλον πλήρως πραγματικό και πλήρως ενεργό Είναι· την άπειρη πληρότητα δύναμης, η οποία είναι συγχρόνως άπειρη πληρότητα Είναι, και τα δύο αχώριστα ένα.

Σε κάθε πεπερασμένο πραγματικό ον αναμιγνύεται στη δύναμη κάτι από αδυναμία, στο Είναι κάτι από μη-είναι, και το Είναι και η δύναμη δεν είναι αδιάλυτα ένα. Κάθε πεπερασμένο πραγματικό ον έχει ενεργητική και παθητική δύναμη, τη δυνατότητα να ενεργεί και να πάσχει. Τη δυνατότητα να ενεργεί την ονομάζουμε «εξουσία» ή «δύναμη» και την αποδίδουμε στη μορφή: διότι αυτή είναι εκείνο που ενεργεί τη μορφοποίηση. Η δυνατότητα να πάσχει είναι εκείνο που καθιστά δυνατή την αποδοχή μιας μορφής. Η αποδοχή μιας μορφής προϋποθέτει κάτι που είτε δεν έχει ακόμη καθόλου μορφοποιηθεί είτε δεν έχει διαμορφωθεί πλήρως είτε μπορεί να χωρισθεί από τη μορφή του. Η materia primo prima νοείται ως το απολύτως άμορφο. Αυτό δεν είναι η δύναμη των αγγέλων. Αυτή έχει τη σφραγίδα του πνεύματος στο οποίο ανήκει· είναι νοηματική και είναι ενεργός μέσα στη ζωή στην οποία φανερώνεται. Και η ατομική ουσία του αγγέλου, στην οποία νόημα και δύναμη αλληλοδιεισδύουν, δεν είναι διαλύσιμη· νόημα και δύναμη δεν είναι «συστατικά μέρη» που μπορούν να χωρισθούν μεταξύ τους· γι’ αυτό δεν μπορεί να νοηθεί καμία «αναμόρφωση» της δύναμης με τον τρόπο που αναμορφώνεται ένα κομμάτι κερί.

Εντούτοις είδαμε ότι τα πεπερασμένα πνεύματα δεν είναι πλήρως καθορισμένα μέχρι τέλους. Είναι δεκτικά μιας νέας πληρότητας δύναμης και Είναι που εισρέει σε αυτά. Και ανήκει στην ουσία του προσωπικού πνεύματος να είναι δεκτικό ξένης πληρότητας δύναμης και Είναι, εφόσον δεν περιέχει ήδη εξαρχής μέσα του κάθε πληρότητα —όπως το θείο Πνεύμα. Αυτή η δεκτικότητα είναι «παθητική δύναμη»: εξαρτάται από ξένη ενεργητικότητα. Πρέπει όμως η «ενεργητική» και η «παθητική δύναμη» να έχουν κάτι κοινό. Σε αυτό παραπέμπει ήδη το κοινό όνομα «δύναμη», και μπορεί επίσης να δειχθεί αντικειμενικά. Εκείνο που δέχεται και εκείνο που γίνεται δεκτό αλληλοδιεισδύουν πράγματι μέσα στην αποδοχή, γίνονται ένα, και αυτό είναι δυνατό μόνο όπου υπάρχει κοινότητα ουσίας. Άρα εκείνο που ένας άγγελος μεταδίδει στον άλλον δυνάμει της ενεργού του δύναμης είναι συγγενές προς εκείνο μέσα στο οποίο βρίσκει αποδοχή. Και επιπλέον, στον δεχόμενο άγγελο η μορφοποιημένη και ενεργός δύναμη δεν μπορεί να χωρισθεί από τη δύναμη που είναι έτοιμη για μορφοποίηση και αποδοχή. Διότι είναι η ίδια η μορφοποιημένη και ενεργός δύναμη που, μέσα στην αποδοχή, ανυψώνεται σε ανώτερη και πλουσιότερη ενεργητικότητα.

Εκείνο λοιπόν που χαρακτηρίζουμε ως «δύναμη» των αγγέλων είναι συγχρόνως «ενεργητική» και «παθητική δύναμη». Την ενεργητική τη λογαριάζουμε —όπως και ο Duns Scotus— στη μορφή. Αν θέλουμε —μαζί του— να χαρακτηρίσουμε την παθητική δύναμη ως ύλη, τότε μορφή και ύλη σχηματίζουν εδώ ένα αχώριστο όλο. Αν τον κατανοώ σωστά, αυτή είναι και η γνώμη του Doctor Subtilis, διότι λέει ότι μορφή και ύλη είναι στον ύψιστο βαθμό ένα στους αγγέλους: «Όσο πιο ενεργεία είναι η μορφή, τόσο περισσότερο διεισδύει στο εσώτατο της ύλης και την ενώνει με τον εαυτό της· οι μορφές των αγγέλων και της λογικής ψυχής είναι οι πιο ενεργειακές, γι’ αυτό ενώνουν πλήρως την ύλη με τον εαυτό τους, και δυνάμει της ενοποιητικής τους δύναμης δεν υπόκεινται στην έκταση και δεν έχουν σωματική μορφή...»

Σύμφωνα με αυτά θα μπορούσαμε μαζί με τον άγιο Θωμά να χαρακτηρίσουμε τους αγγέλους ως καθαρά —δηλαδή ασώματα— πνεύματα, αλλά όχι ως καθαρές μορφές, διότι στη συγκρότησή τους ανήκει κάτι που υπόκειται στη μορφοποίηση.

Με την έννοια των προηγούμενων αναπτύξεων, διακρίνουμε ανάμεσα σε εκείνο που είναι η έσχατη βάση της μορφοποίησης και στον φορέα της ουσίας. Η ουσία, ως το όλο από μορφή και ύλη, στέκεται στον εαυτό της· και σε αυτή την ουσία που στέκεται στον εαυτό της —την αριστοτελική πρώτη οὐσία, την οποία σήμερα αρέσκονται να ονομάζουν «αυθύπαρκτη ουσία»— πρέπει να αναδειχθεί κάτι που «φέρει» όλη την πληρότητα της ουσίας, μορφή και ύλη. Τα πνευματικά όντα, εφόσον φέρουν την ουσία τους, τα ονομάζουμε πρόσωπα. Μορφή και ύλη, ενέργεια και αποδοχή έχουν εδώ την ιδιάζουσα διαμόρφωση του προσωπικού Είναι.


Συνεχίζεται με: 7. Το βασίλειο των ουράνιων πνευμάτων και η μεσιτεία τους

ΕΊΝΑΙ ΈΝΑ ΕΥΧΆΡΙΣΤΟ ΑΝΆΓΝΩΣΜΑ, ΈΝΑ ΠΑΡΑΜΎΘΙ ΛΟΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ. Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΜΦΑΝΗΣ. ΟΛΟ ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΤΙΣΤΗ ΧΑΡΙΣ.

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 8

 Συνέχεια από Σάββατο 16 Μαΐου 2026


Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 8
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]


§ 5. Τα δημιουργημένα καθαρά πνεύματα

2. Η διδασκαλία του Αρεοπαγίτη περί αγγέλων

5. Πραγματικότητα και δυνατότητα. Potentia oboedientialis. 

Φύση, ελευθερία και χάρη. Το κακό α

Ο άγιος Θωμάς πραγματεύθηκε το ερώτημα αν στα καθαρά πνεύματα εξακολουθεί γενικά να υπάρχει η διάκριση ανάμεσα σε πραγματικότητα και δυνατότητα, και απάντησε καταφατικά: πρώτον, επειδή δημιουργούνται, και κατά τη δημιουργία τους η «δυνατή» ουσία γίνεται πραγματική.

Υπάρχει όμως σε αυτά η αντίθεση πραγματικότητας και δυνατότητας και με άλλη έννοια: τίθενται βέβαια στην ύπαρξη με μια «ολοκληρωμένη» φύση· όχι με μια φύση ικανή και έχουσα ανάγκη ανάπτυξης, όπως ο άνθρωπος· δεν πρέπει πρώτα να «γίνουν» αυτό που οφείλουν να είναι, δεν έχουν αδιαμόρφωτες φυσικές ικανότητες. Παρ’ όλα αυτά, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι ικανά για μια ανύψωση του είναι, και μάλιστα μέσω της χάρης και της δόξας.

Έχουν, όπως και οι άνθρωποι, την potentia oboedientialis, δηλαδή τη δεκτικότητα υπακοής / την υπακούουσα δυνατότητα, την ετοιμότητα υποδοχής του θείου Είναι. Ο άγιος Θωμάς λέει γι’ αυτήν ότι μέσω αυτής «στο κτίσμα μπορεί να συμβεί οτιδήποτε θέλει ο Δημιουργός να συμβεί μέσα του».

Η χάρη είναι εκείνο που ενώνει τον Θεό και το κτίσμα σε ένα. Αν τη θεωρήσουμε ως αυτό που είναι μέσα στον Θεό, τότε είναι η θεία αγάπη ή το θείο Είναι ως bonum effusivum sui, ως αγαθό που εκχέεται και μεταδίδει τον εαυτό του —διατηρώντας όμως συγχρόνως τον εαυτό του αμείωτο. Αν λάβουμε τη χάρη ως αυτό που είναι μέσα στο κτίσμα, τότε είναι εκείνο που αυτό δέχεται μέσα του ως μεταδιδόμενο θείο Είναι, «μια μεταδιδόμενη ομοιότητα της θείας φύσης», κάτι περιορισμένο και κτιστό, αλλά απεριόριστα αυξήσιμο από την ανεξάντλητη πηγή του άπειρου θείου Είναι.

Μερικά από όσα ειπώθηκαν μπορεί να ακούγονται σαν να ήταν η χάρη μια «δεύτερη φύση» ή ακόμη σαν να μην διακρινόταν καθόλου από τη φύση. Στην πραγματικότητα υπάρχουν βαθύτατες διαφορές. Η φύση, μολονότι δημιουργημένη και δοσμένη από τον Θεό, χωρίζει από τον Θεό —αν και όχι με την έννοια με την οποία το κακό χωρίζει από τον Θεό, και γι’ αυτό η πεπτωκυία φύση είναι χωρισμένη από τον Θεό—: το «φυσικό πράγμα» είναι εκείνο που έχει τεθεί έξω από τον Θεό —έστω κι αν, από την άλλη πλευρά, παραμένει «μέσα Του», επειδή δεν υπάρχει κανένα «έξω από Αυτόν»— και έχει τεθεί πάνω στον εαυτό του: η ουσία ή πρώτη οὐσία, που φέρει μέσα της το δικό της είναι και την ουσία της.

Η χάρη ενώνει με τον Θεό: καταβυθίζεται μέσα στο κτίσμα, χωρίς οι ρίζες της να αποσπώνται από τον Θεό, και το καθιστά «κλήμα στην άμπελο». Αυτό είναι δυνατό με πλήρη έννοια μόνο στα κτίσματα που είναι ελεύθερα. Τα άψυχα πράγματα μπορούν να γίνουν όργανα της θείας ενέργειας και με αυτή την έννοια να «περιέχουν» μέσα τους χάρη —όπως τα μυστήρια—, αλλά δεν μπορούν ποτέ να «πληρωθούν από χάρη» και να γίνουν «φορείς» της, όπως ένα πρόσωπο.

Οι χαριτωμένοι άνθρωποι και οι άγγελοι είναι προσωπικοί φορείς της χάρης, χωρίς ο Θεός να παύει, ως ο ζωντανός χορηγός, να είναι και ο ίδιος φορέας της χάρης. Η χάρη θέλει να γίνει δεκτή «προσωπικά». Είναι κλήση του Θεού και κρούση στην πόρτα· το καλούμενο πρόσωπο πρέπει να ακούσει και να ανοίξει: να ανοίξει τον εαυτό του στον Θεό, ο οποίος θέλει να εισέλθει σε αυτό. Γι’ αυτό η δεκτικότητα, η potentia oboedientiae με τη στενότερη και κυριολεκτική έννοια, είναι μια ικανότητα υπακοής, ακρόασης του Θεού και ελεύθερης παράδοσης του εαυτού σε Αυτόν.

Αυτό είναι μια συμπεριφορά από πρόσωπο σε πρόσωπο και καθιστά δυνατή εκείνη την ενότητα που είναι δυνατή μόνο ανάμεσα σε πρόσωπα: την ενότητα της σύνδεσης διά της χάριτος. Έτσι η χάρη προϋποθέτει ελευθερία και προϋποθέτει «φύση», αφού πρέπει να υπάρχουν ελεύθερα κτίσματα για να μπορέσει να αρχίσει η ενέργεια της χάρης. Η φύση όμως δεν προϋποθέτει με τη σειρά της ελευθερία και δεν γίνεται δεκτή «προσωπικά». Τα κτίσματα βρίσκουν τον εαυτό τους μέσα στην ύπαρξη με τη φύση τους και δεν μπορούν να την «αποδεχθούν» ή να την «απορρίψουν» όπως τη χάρη. Αυτό ισχύει και για τους αγγέλους. Και αυτοί τίθενται στην ύπαρξη με τη φύση τους, και δεν τους ανήκει καμία απόφαση σχετικά με αυτήν. Μάλιστα γι’ αυτούς υπάρχουν ακόμη λιγότερες δυνατότητες μιας ελεύθερης στάσης απέναντι στη φύση τους, επειδή δεν έχουν φυσικές δυνατότητες ανάπτυξης που να μπορούν να επηρεαστούν από την ελεύθερη συμπεριφορά.

Έτσι κάθε φύση σημαίνει δεσμό. Κανένα κτίσμα δεν είναι απολύτως ελεύθερο. Απολύτως ελεύθερος —επειδή είναι από τον εαυτό Του— είναι μόνο ο Δημιουργός. Υπάρχει όμως στα ελεύθερα κτίσματα, στους αγγέλους και στους ανθρώπους, και ένα ναι ή ένα όχι προς την ίδια τους τη φύση, που ισοδυναμεί με ένα ναι ή όχι απέναντι στον Δημιουργό. Το non serviam του Εωσφόρου, η αποδοχή από τους πρώτους ανθρώπους του eritis sicut Deus του όφεως, είναι εξεγέρσεις εναντίον της ίδιας της κτιστής τους φύσης και επομένως εναντίον του Δημιουργού.

Ποιο μπορεί να είναι το νόημα και το αποτέλεσμα μιας τέτοιας στάσης; Ο στόχος να καταστεί ένα κτίσμα ίσο με τον Θεό είναι άλογος και αδύνατος. Δεν είναι μόνο απρόσιτος για την αδυναμία του κτίσματος, αλλά αδύνατος ακόμη και για τον Δημιουργό, επειδή είναι άλογος. Τώρα η άλλη πλευρά: η απόρριψη της δέσμευσης και της υποταγής της κτιστής φύσης. Υπάρχει για το κτίσμα ένας δρόμος να ελευθερωθεί από αυτήν —αν όχι μέσω αυτοΰψωσης, τότε μέσω αυτοεκμηδένισης;

Ο άγγελος, ως ασώματο ον, δεν έχει τη δυνατότητα να καταστρέψει το σώμα του και να θέσει αυθαίρετα τέλος στη σωματική ζωή, όπως μπορεί ο άνθρωπος. Η ζωή του είναι καθαρά πνευματική· συνίσταται —όπως είπαμε— σε γνώση, αγάπη και υπηρεσία. Σε όλα αυτά ανήκει η ελευθερία, και γι’ αυτό, κατά κάποιον τρόπο, και η δυνατότητα να αρνηθεί κανείς τον εαυτό του και να τα αναστείλει.

Η γνώση —με την ευρύτερη έννοια της λέξης— είναι απόκτηση ή κατοχή γνώσης. Στα κτίσματα ανήκει σε αυτήν ένα δέχεσθαι —που δεν βρίσκεται στη δύναμή τους, επειδή προϋποθέτει το «δεδομένο» και τελικά τον Δότη— και μια αποδοχή, η οποία είναι υπόθεση της ελευθερίας τους. Μπορεί κανείς εδώ να σκεφθεί διάφορα πράγματα που αποτελούν ελεύθερη πράξη του γνωρίζοντος.

Στην αισθητηριακή αντίληψη του ανθρώπου, τα πράγματα και τα γεγονότα του εξωτερικού κόσμου είναι το «δεδομένο» που πρέπει να γίνει δεκτό. Από αυτόν εξαρτάται αν θέλει να στραφεί προς αυτά, να τα πλησιάσει περισσότερο και να κάνει άλλα πράγματα που μπορούν να τον βοηθήσουν να αποκτήσει ακριβέστερη γνώση. Περισσότερο όμως από αυτές τις προσπάθειες, όταν ακούει κανείς τη λέξη «αποδοχή», θα σκεφθεί μάλλον αυτό που συνήθως δηλώνεται με τη λέξη συγκατάθεση ή πίστη —με την ευρύτερη, όχι θρησκευτική, έννοια της λέξης, την οποία έχει το αγγλικό belief—: πρέπει να δώσω πίστη και σε αυτό που βλέπω ή ακούω.

Μπροστά στην σχεδόν ακατανίκητη επιμονή με την οποία παρουσιάζονται τα πράγματα του άμεσου περιβάλλοντος, φαίνεται σχεδόν αδύνατο να αρνηθεί κανείς την αποδοχή σε μια τέτοια «δεδομενότητα». Υπάρχουν όμως περιπτώσεις στις οποίες δεν εμπιστεύεται κανείς τα ίδια του τα μάτια και αυτιά. Έχει καταλάβει τα λόγια απολύτως καθαρά, αλλά νομίζει ότι παράκουσε. Βλέπει κάτι χειροπιαστό μπροστά του, αλλά έχει την τάση να το θεωρήσει αισθητηριακή πλάνη.

Σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως υπάρχουν «λόγοι» —περισσότερο ή λιγότερο εύλογοι— για να αρνηθεί κανείς τη συγκατάθεση της πίστης. Αλλά αυτοί οι λόγοι είναι κίνητρα: κινούν τη βούληση, δεν την εξαναγκάζουν. Και υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει κανένας εύλογος λόγος για αμφιβολία, και όμως αρνείται κανείς την πίστη σε αυτό που είναι αξιόπιστο ή πιστεύει το απίστευτο.

Η συμμετοχή της ελευθερίας στη γνώση γίνεται τόσο μεγαλύτερη όσο περισσότερο αυτή γίνεται υπόθεση του νου, της κρίνουσας και συλλογιστικής σκέψης: τότε απαιτείται περισσότερη προσωπική προσπάθεια για την απόκτηση γνώσης· και ο αριθμός των λόγων και των αντεπιχειρημάτων για τη συγκατάθεση αυξάνει, γίνεται δυσκολότερα εποπτεύσιμος και αφήνει περισσότερο χώρο στην ελεύθερη απόφαση. Ακόμη κι αν δεν θα έπρεπε να είναι έτσι, στη πνευματική ζωή παίζει πάντως μεγάλο ρόλο το stat pro ratione voluntas· και σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι μάλιστα καν «παράλογο», αλλά δεν υπάρχει για εμάς άλλη λύση.


Αν στους αγγέλους υπάρχει μια αρχική κατοχή γνώσης, η οποία δεν αποκτάται πρώτα κατά την πορεία της ζωής τους, αλλά ανήκει στο ίδιο τους το είναι, αυτή όμως έχει ληφθεί συγχρόνως με το είναι τους. Σε αυτή την περίπτωση, η άρνηση της «αποδοχής» γίνεται αντίσταση προς το ίδιο το αληθινό τους είναι. Μια τέτοια στάση υπάρχει εκεί όπου το κτίσμα απαιτεί να είναι ίσο με τον Θεό. Ο Εωσφόρος γνωρίζει την απόσταση ανάμεσα στο δικό του είναι και στο θείο. Αλλά «δεν θέλει να την παραδεχθεί». Έτσι γίνεται «πατέρας του ψεύδους».

Το ψεύδος δεν είναι —όπως η πλάνη— μια παραγνώριση της αλήθειας ή μια υποτιθέμενη γνώση, αλλά η προσπάθεια να καταστραφεί η αλήθεια. Είναι μια ανίσχυρη προσπάθεια: το ψεύδος συντρίβεται πάνω στην αλήθεια. Τι σημαίνει όμως αυτό; Αν φανταστούμε ένα κτιστό πνεύμα του οποίου ολόκληρο το είναι θα συνίστατο στη γνώση, τότε η προσπάθειά του να αρνηθεί την αλήθεια σε όλη την έκταση της γνώσης του θα έπρεπε να οδηγήσει στην πλήρη εκμηδένισή του, αν η γνώση εξαρτιόταν αποκλειστικά από την ελευθερία του. Αυτό όμως δεν ισχύει. Δεν έδωσε το ίδιο στον εαυτό του το είναι και τη γνώση, και δεν μπορεί να τα αφαιρέσει από τον εαυτό του. Εκείνο που αρνείται στέκεται ωστόσο διαρκώς μπροστά στα μάτια του. Διατηρείται στο είναι ως απρόθυμος μάρτυρας της δύναμης την οποία αμφισβητεί: της δύναμης που μόνη θα ήταν ικανή να το εκμηδενίσει, όπως μόνη μπόρεσε να το δημιουργήσει. Είναι όμως ένα είναι που είναι ολοκληρωτικά αντίσταση και εξέγερση εναντίον ολόκληρης της θείας τάξης του είναι και συνεπώς εναντίον του ίδιου του αληθινού του είναι· ένα είναι που κατατρώγει διαρκώς τον εαυτό του και, με αυτή την έννοια, ένα μηδαμινό είναι.

Η υπόθεση όμως ενός πνεύματος του οποίου το είναι θα εξαντλούνταν στη γνώση δεν μπορεί να σταθεί. Επειδή στη γνώση ανήκει η ελευθερία, το πνεύμα ως γνωρίζον είναι αναγκαστικά και βουλόμενο. Απέναντι σε μια αρχική κατοχή δεν χρειάζεται βέβαια πλέον καμία προσπάθεια απόκτησης: η τελείωση της γνώσης συνίσταται εδώ στο εσωτερικό «ναι» προς αυτήν, στο «ναι» προς τον Θεό, προς καθετί κτιστό, και επομένως και προς το ίδιο το είναι του. Αυτή η συμφωνία είναι αγάπη, χαρά και ετοιμότητα υπηρεσίας. Όλα αυτά πρέπει, μέσα στην αντίσταση προς το είναι, να αντιστραφούν στο αντίθετό τους. Η άρνηση του είναι πρέπει συγχρόνως να είναι μίσος —αυτομίσος και μίσος προς τον Θεό και μίσος προς καθετί που υπάρχει— και διαρκής, ανίσχυρος αγώνας εκμηδένισης εναντίον κάθε όντος. Με αυτό δεν λέγεται ότι ο διάβολος δεν θα ήθελε ο ίδιος να είναι: δεν θέλει να είναι έτσι όπως είναι αληθινά· θέλει να είναι όπως ο Θεός, και με αυτό ακόμη και μέσα στον αγώνα εναντίον του καταφάσκει το θείο είναι.

Ο συγγραφέας των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων, όπως και ο άγιος Θωμάς, προσπάθησαν στη διδασκαλία τους περί του κακού να αναδείξουν με όλη την αυστηρότητα ότι κάθε ον, ως τέτοιο, είναι αγαθό. Το κακό δεν θα μπορούσε τότε να είναι τίποτε άλλο παρά μια έλλειψη του είναι· ακόμη και τα «κακά» πνεύματα είναι ακόμη αγαθά, καθόσον υπάρχουν και έχουν διατηρήσει την ουσία τους: είναι άλλωστε ακόμη καθαρά πνεύματα, έχουν ακόμη οξύτητα νοήσεως, δύναμη θελήσεως και πληρότητα δυνάμεως, που τους δίνουν υπεροχή απέναντι στους ανθρώπους. Και αυτά τα φυσικά χαρίσματα είναι αγαθά· μόνο η παράλογη χρήση που κάνουν από αυτά είναι κακή. Σε αυτό προστίθεται, ως κακό της τιμωρίας, η απώλεια των υπερφυσικών χαρισμάτων, προπάντων η άρση της χαριτωμένης ένωσης με τον Θεό.

Η διδασκαλία περί του κακού που αποδόθηκε παραπάνω οικοδομήθηκε στον αγώνα εναντίον δύο διαφορετικών πλανών: εναντίον του μανιχαϊκού δυϊσμού, ο οποίος δέχεται δύο αυτοτελείς πρωταρχικές αρχές όλων των όντων, ένα πρωταρχικό αγαθό και ένα πρωταρχικό κακό· και εναντίον μιας αντίληψης η οποία αναγνωρίζει μεν τον Θεό ως τη μοναδική πρωταρχική αρχή όλων των όντων, αλλά ακριβώς γι’ αυτό θα ήθελε να αναγάγει και το κακό σε Αυτόν. Αν το κακό δεν είναι ον, τότε αποφεύγονται και οι δύο αυτοί σκόπελοι. Και γι’ αυτό οι χριστιανοί θεολόγοι επιστράτευσαν όλη τους την οξύνοια για να αποδείξουν ότι το κακό δεν είναι ούτε αυτοτελές ον ούτε κάτι μέσα σε ένα ον ούτε έχει οποιονδήποτε τρόπο του είναι.

Μου φαίνεται όμως ότι σε αυτές τις προσπάθειες δεν αναδείχθηκε επαρκώς η διαφορά ανάμεσα σε μια απλώς φυσική έλλειψη —π.χ. μια έμφυτη αδυναμία της διάνοιας— και στο κακό με την κυρίως έννοια —π.χ. την κατάχρηση της «αγαθής» διάνοιας για κακούς σκοπούς. Η θεολογική διάκριση ανάμεσα στην αμαρτία και στο κακό της τιμωρίας λαμβάνει αυτό υπόψη, αλλά στη μεταφυσική πραγμάτευση η αντίθεση συγχέεται, όταν και τα δύο είδη κακών συνοψίζονται υπό το όνομα του μη όντος.

Η γερμανική γλώσσα εκφράζει τη διαφορά του είναι, για την οποία εδώ πρόκειται, μέσω της διαφοράς σημασίας των λέξεων schlecht και böse, που και οι δύο αντιστοιχούν στο λατινικό malum. Μιλούμε για κακά πνεύματα, όχι για ελαττωματικά· από την άλλη πλευρά, για κακές ή ελαττωματικές προδιαθέσεις, όχι για πονηρές. «Κακό» με την αυστηρή και κυρίως έννοια είναι μόνο κάτι που πηγάζει από την ελεύθερη βούληση. Ο διάβολος δεν έχει ελαττωματική φύση, αλλά μετέστρεψε την αγαθή του φύση στο κακό μέσω της παρά φύσιν χρήσης της.

Ο φυσικός νους αντιστέκεται στο να δεχθεί το κακό ως έλλειψη ή αδυναμία, επειδή αισθάνεται καθαρά ότι στο κακό βρίσκεται απέναντί του μια ενεργός δύναμη. Αυτή η δύναμη είναι η δύναμη του ελεύθερου πνευματικού προσώπου. Το κτιστό πνεύμα δεν έχει αυτή τη δύναμη από τον εαυτό του. Γι’ αυτό η ελεύθερη βούληση, ακόμη και εκείνη του ανώτατου όλων των αγγέλων, δεν είναι αυτοτελής έσχατη αρχή του είναι δίπλα στον Θεό. Και δεν μπορεί να παραγάγει από τον εαυτό της κανένα ον· της ανήκει η μηδαμινότητα κάθε κτιστού σε σύγκριση με τον Δημιουργό. Μπορεί όμως να δώσει στην πράξη της κατεύθυνση, ακόμη και μια κατεύθυνση αντίθετη προς τη θεία βούληση. Και ακριβώς μια τέτοια εκτέλεση κτιστής βούλησης, αντίθετη προς τη θεία βούληση, είναι αυτό που ονομάζουμε «κακό».

Συνεχίζεται

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 7 EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]

Συνέχεια από Tρίτη 5 Μαίου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 7
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]

§ 5. Τα δημιουργημένα καθαρά πνεύματα

2. Η διδασκαλία του Αρεοπαγίτη περί αγγέλων

3. Η δυνατότητα (ύπαρξης) καθαρών πνευμάτων

Η καθαρή πνευματικότητα των αγγέλων σημαίνει ασώματη ύπαρξη: δεν είναι, όπως οι ανθρώπινες ψυχές, μορφές ενός υλικού σώματος που διαμορφώνεται από αυτές. Οι αισθητές μορφές, με τις οποίες κάποτε εμφανίζονται στους ανθρώπους, παράγονται από αυτούς κατά τον τρόπο ενός έργου, ώστε μέσω αυτών να καταστήσουν τον εαυτό τους κατανοητό σε κτίσματα των οποίων η γνώση είναι δεμένη με τις αισθήσεις.

Αυτή την αντίληψη του Αρεοπαγίτη την υιοθέτησε ο άγιος Θωμάς και την ανέπτυξε περαιτέρω στην αντιπαράθεσή του με αντίθετες απόψεις της εποχής του. Και για εκείνον, όμως, δεν πρόκειται μόνο για το καθαρά θεολογικό ερώτημα αν οι άγγελοι είναι πράγματι έτσι ή αλλιώς συγκροτημένοι, αλλά για την ουσιώδη δυνατότητα «καθαρών μορφών».

Αρχικά δεν ακολουθούμε τους συλλογισμούς του, αλλά αναζητούμε μια πρόσβαση ξεκινώντας από την εμπειρία του εαυτού μας. Η δική μας πνευματική ζωή είναι με πολλούς τρόπους δεμένη με το σώμα. Αντλούμε τη γνώση μας για τον εξωτερικό κόσμο από την αισθητή αντίληψη, η οποία εξαρτάται από σωματικά όργανα. Και ολόκληρη η πορεία της πνευματικής μας ζωής βρίσκεται σε άμεσα βιωμένη εξάρτηση από την κατάσταση του σώματος, από την εναλλαγή υγείας και ασθένειας, φρεσκάδας και κόπωσης.

Αλλά αυτή η σχέση εξάρτησης δεν είναι η ίδια σε διαφορετικούς ανθρώπους ούτε και στον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικές στιγμές. Βιώνουμε μέσα μας τη δύναμη του πνεύματος να καθιστά τον εαυτό του σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητο από τέτοιες σωματικές επιδράσεις· και μπορούμε να σκεφτούμε αυτή την ελευθερία αυξημένη μέχρι το ιδεατό όριο μιας πλήρους αποδέσμευσης από τη σωματική δέσμευση.

Και αυτό το «να σκεφτόμαστε κάτι ως αυξημένο», η διαδικασία κατά την οποία το πνεύμα, μέσα σε ελεύθερους στοχασμούς περί δυνατοτήτων, υψώνεται πάνω από τη βάση της εμπειρίας, είναι για εμάς ένα παράδειγμα τρόπων γνώσης που υπερβαίνουν τα όρια εκείνου που συλλαμβάνεται και μπορεί να συλληφθεί αισθητά. Από εδώ φωτίζεται και πάλι η δυνατότητα μιας γνώσης που δεν έχει πλέον ανάγκη από αισθητές οδούς πρόσβασης.


4. Η δυνατότητα ανώτερων —δηλαδή υπερανθρώπινων— πνευμάτων

Έτσι, ήδη η ασώματη ύπαρξη μας οδηγεί στη δυνατότητα μιας ανώτερης πνευματικότητας από τη δική μας. Βιώνουμε μέσα μας τη δεσμευτικότητα του σώματος ως έναν δεσμό που εμποδίζει την άνοδο του πνεύματος. Ελεύθερο από μια τέτοια δέσμευση, το πνεύμα θα είναι ικανό για υψηλότερα πράγματα από όσα είναι ικανό το ανθρώπινο πνεύμα.

Πρέπει βέβαια να υπενθυμίσουμε ότι δεν ανήκει ουσιωδώς στο σώμα ως τέτοιο να είναι εμπόδιο του πνεύματος. Αυτό του ανήκει μάλλον μόνο στην «πεπτωκυία» κατάσταση. Είναι νοητός ένας τρόπος σωματικότητας που δεν βαραίνει το πνεύμα, αλλά είναι γι’ αυτό απολύτως υπάκουο όργανο και μέσο έκφρασης. Έτσι φανταζόμαστε την κατάσταση των πρώτων ανθρώπων πριν από την πτώση και των μακαρίων μετά την ανάσταση.

Επομένως, τα καθαρά πνεύματα δεν οφείλουν την υπεροχή της πνευματικής τους ζωής στην ασώματη ύπαρξη ως τέτοια, αλλά στην ελευθερία από μια σωματικότητα όπως είναι πραγματικά η δική μας. Από την άλλη πλευρά, όμως, η καθαρή πνευματική ζωή δεν απαιτεί σωματικότητα ως μέσο της πραγματοποίησής της. Η δυνατότητα σωματικά διαμορφωμένων όντων με ανώτερη πνευματικότητα από τη δική μας ανθρώπινη δεν αποκλείει λοιπόν τη δυνατότητα καθαρών πνευμάτων.

Πώς πρέπει τώρα να σκεφτούμε αυτή την πνευματική ζωή που υπερέχει της δικής μας; Μας αποκαλύπτεται και πάλι μέσω μιας ελεύθερης νοητικής παραλλαγής και ενίσχυσης της δικής μας, κατά τον τρόπο ενός ιδεατού ορίου: παρόμοια με το πώς «βλέπουμε μέσα» από τις μορφές των φυσικών σωμάτων τις καθαρές γεωμετρικές μορφές.

Πρόκειται πράγματι για μια πνευματική θέαση: όχι για μια «κενή» σκέψη, αλλά για μια «πληρωμένη» σκέψη, για μια ενορατική σύλληψη ουσιωδών δυνατοτήτων. Ωστόσο αυτή η πλήρωση δεν είναι η έσχατη: όταν μπορούμε «να σκεφτούμε» μια πνευματική ζωή ανώτερη από τη δική μας, αυτή η σκέψη απαιτεί ως έσχατη πλήρωσή της την πραγματική επιτέλεση μιας τέτοιας πνευματικής ζωής. Και σε αυτό δεν φτάνουμε κατά την επίγεια ζωή μας.


α) Ανώτερη γνώση


Η δική μας γνώση είναι μια γνώση που προχωρεί βήμα προς βήμα: από εκείνο που μας είναι άμεσα προσιτό, προχωρούμε σταδιακά προς κάτι άλλο, το οποίο δεν το συλλαμβάνουμε άμεσα, μέσω της εννοιολογικής σκέψης, της κρίσης και του συλλογισμού.
Έτσι, μέσα σε συνεχή κίνηση, συγκεντρώνουμε έναν ολοένα αυξανόμενο θησαυρό γνώσεων, παρά τις πολλές παρεκκλίσεις και παρακάμψεις που προκαλούνται από απατηλές εντυπώσεις και πλάνες. Αλλά η κίνηση αυτή κατευθύνεται προς έναν σκοπό και προς μια ανάπαυση στον σκοπό. Αυτός ο σκοπός είναι η θέαση του όντος.
Στο πεδίο της αισθητής γνώσης, είναι η αισθητή αντίληψη, όχι όμως ως απλώς αισθητή «εντύπωση», αλλά ως πνευματικά πληρωμένη, κατανοούσα θέαση. Στο πεδίο της συλλογιστικής σκέψης, είναι η ενόραση μιας αντικειμενικής κατάστασης.
Για όλη την πολλαπλότητα των διαφόρων γνωστικών προσπαθειών, οι οποίες αντιστοιχούν στα διαφορετικά γένη του όντος, θα μπορούσε να δειχθεί αναλυτικά σε ποιο είδος πληρούσας θέασης αποβλέπουν.
Όταν έχουμε φτάσει σε έναν τέτοιο σκοπό, υπάρχει για εμάς μια στιγμή ανάπαυσης, η οποία έχει κάτι το μακαριστό. Αλλά δεν διαρκεί ποτέ πολύ, επειδή κάθε φορά φτάνουμε μόνο σε έναν επιμέρους σκοπό, ο οποίος δείχνει πέρα από τον εαυτό του και μας θέτει νέα καθήκοντα.
Παρ’ όλα αυτά, η πληρούσα θέαση, μέσα στην οποία μπορούμε να αναπαυθούμε, είναι η γνώση με την κυρίως έννοια· κάθε νοητική προσπάθεια είναι μόνο μέσο και οδός προς αυτήν.
Και από την εμπειρία της ανάπαυσης στον σκοπό, την οποία έχουμε, φτάνουμε στην ιδέα ενός πνεύματος που έχει απαλλαγεί από τον κόπο της οδού, επειδή ήδη από την αρχή αναπαύεται εκεί όπου για εμάς βρίσκεται ο σκοπός: στη θέαση της πληρότητας του όντος.
Αρχικά και με τρόπο που περιλαμβάνει απολύτως όλο το ον, αυτή η κατοχή μπορεί να υπάρχει μόνο στο Πνεύμα που είναι το ίδιο η πληρότητα του Είναι και δίνει το είναι σε όλα τα όντα: στον Θεό.
Αλλά είναι νοητά περατά πνεύματα τα οποία είναι έτσι συγκροτημένα, ώστε το πλήρες μέτρο της γνώσης, για το οποίο είναι από τη φύση τους ικανά, να τους ανήκει από την αρχή της ύπαρξής τους· ελεύθερα από απατηλές εντυπώσεις και πλάνες, μέσα στην κλειστή ενότητα μιας ζωής πλήρως πληρωμένης, χωρίς εξασθένηση και χαλάρωση.
Αύξηση της γνώσης θα μπορούσε να υπάρξει γι’ αυτά μόνο αν υψώνονταν πέρα από τη δική τους φύση, αν ο Θεός τούς μετέδιδε κάτι από την άπειρη και ανεξάντλητη πληρότητα του Είναι του. Μια τέτοια μετάδοση την ονομάζουμε χάρη. Ο Διονύσιος την ονομάζει φωτισμό.
Προς το παρόν, μένουμε στη φυσική γνώση των αγγέλων. Αυτό λοιπόν είναι το πλεονέκτημά της έναντι της ανθρώπινης γνώσης: είναι ανάπαυση στον σκοπό, πνευματική θέαση του όντος στην πληρότητά του.
Αυτό συνδέεται με ένα άλλο ουσιώδες γνώρισμα των καθαρών πνευμάτων, για το οποίο θα πρέπει ακόμη να μιλήσουμε: ότι αυτά δεν «αναπτύσσονται» καθόλου, αλλά εισέρχονται στην ύπαρξη «ολοκληρωμένα». Πρέπει όμως να μείνουμε ακόμη λίγο στην πνευματική τους ζωή.


β) Ενότητα της ζωής


Η γνώση μας είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο παίρνουμε θέση απέναντι στο ον και ενεργούμε μέσα στον κόσμο. Το να γνωρίζουμε τα πράγματα σημαίνει και το εξής: να τα συλλαμβάνουμε ως προς τη σημασία τους για εμάς και μεταξύ τους.
Αυτή η σημασία γίνεται αισθητή μέσα μας με μια ζωντανή σύλληψη της αξίας, η οποία, ως απάντηση που αναβλύζει από το εσωτερικό, απαιτεί αντικειμενικά ορισμένες στάσεις του συναισθήματος και της βούλησης και ωθεί σε αντίστοιχη ενεργητική προσέγγιση και δράση.
Σε εμάς, η γνώση, το αίσθημα, η βούληση και η πράξη δεν είναι βέβαια εντελώς χωρισμένα και ανεξάρτητα μεταξύ τους· αντιθέτως, καθορίζονται αμοιβαία μέσα σε σχέσεις αλληλεξάρτησης. Αλλά ούτε είναι αδιάσπαστα ένα. Μπορούν να διακριθούν μεταξύ τους ως αυτοτελείς κινήσεις, και οι αντικειμενικά ορθές συνδέσεις δεν πραγματώνονται καθόλου πάντοτε καθαρά.
Υπάρχει μια τυφλότητα απέναντι στην αξία, ενώ συγχρόνως υπάρχει οξεία ματιά για την απλή πραγματική σύσταση των πραγμάτων. Υπάρχει μια «νεκρή» σύλληψη της αξίας, η οποία αποδίδει με τον νου δικαιοσύνη στη σημασία των πραγμάτων, χωρίς όμως να κινείται εσωτερικά τίποτε. Υπάρχει, ενώ η σύλληψη της αξίας είναι ζωντανή, αποτυχία στη βούληση και στην πράξη, εξαιτίας αδυναμίας, νωθρότητας, αναποφασιστικότητας ή απιστίας.
Όλα αυτά είναι πολύ διαφορετικά στους διάφορους ανθρώπους και στον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικούς χρόνους. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ολόκληρη η πνευματική μας δύναμη αφυπνίζεται σε πλήρη ζωή και αυτή η ζωή φαίνεται συγκεντρωμένη σε τέλεια ενότητα: γνώση, αγάπη και πράξη αδιάσπαστα ένα.
Και αυτές οι κορυφώσεις μάς ανοίγουν και πάλι τη θέα προς μια πνευματική ζωή που διατηρείται αμετάβλητα, χωρίς καμία διακύμανση, σε ένα τέτοιο ύψος. Έτσι πρέπει να σκεφτούμε τη ζωή των αγγέλων.


γ) Ενότητα της δύναμης

Στον Διονύσιο συναντήσαμε την παρατήρηση ότι στους αγγέλους πρέπει να διακρίνουμε την ουσία, τη δύναμη και την ενέργεια. Στα κτίσματα που γνωρίζουμε από τη φυσική εμπειρία, η ενέργεια είναι ενεργοποίηση μιας δύναμης, η οποία προηγουμένως ήταν απλή δυνατότητα —δύναμις, potentia— και τώρα, μέσα στην ενέργεια, γίνεται «πραγματική».
Στην πολλαπλότητα των ενεργειών ενός αυτοτελούς πραγματικού όντος —μιας οὐσίας—, οι οποίες διαφέρουν ως προς τον σκοπό και το περιεχόμενό τους, αντιστοιχούν πολλαπλές δυνάμεις ή δυνατότητες, στις οποίες διασπάται η μία φυσική δύναμη· δηλαδή η δύναμη που ανήκει στη φύση ή στην ουσία ενός πραγματικού όντος.
Τον όρο «ουσία» τον χρησιμοποιήσαμε με διπλή σημασία: για τον γενικά συλληπτό ειδολογικό προσδιορισμό και για εκείνο που κάνει το άτομο να είναι αυτό που είναι. Σύμφωνα με την αντίληψη του αγίου Θωμά, στους αγγέλους αυτή η διάκριση δεν τίθεται, διότι στα καθαρά πνεύματα κάθε επιμέρους ον ενσαρκώνει ένα ιδιαίτερο είδος.
Δεν χρειάζεται προς το παρόν να εισέλθουμε σε αυτό το ερώτημα, διότι ακόμη και εκεί όπου ο ειδολογικός προσδιορισμός συμπληρώνεται ως προς το περιεχόμενο από τον ατομικό προσδιορισμό, η «πραγματική ουσία» περιέχει εντός της και τα δύο, ενωμένα σε ένα ατομικό όλο.

Εκείνο που μας ενδιαφέρει τώρα είναι πώς σχετίζονται μεταξύ τους η ουσία, η δύναμη και οι δυνάμεις. Στην ουσία του ανθρώπου ανήκει το να έχει ορισμένες δυνάμεις —π.χ. νου και θέληση. Στην ουσία αυτού του ανθρώπου ανήκει το ότι ο νους του είναι καθαρός, η θέλησή του αποφασιστική. Κάθε ενέργεια του νου και της θέλησης είναι μια «επίδοση δύναμης»· σε καθεμία από αυτές η ζωντανή πνευματική δύναμη μορφοποιείται με έναν ορισμένο τρόπο.
Έχουμε ήδη καταστήσει σαφές ότι «πνεύμα», με την πλήρη σημασία της λέξης, είναι νόημα και ζωή, και ότι αυτά τα δύο σχετίζονται μεταξύ τους όπως η μορφή και η ύλη, εφόσον το νόημα δίνει περιεχομενικό προσδιορισμό στην απροσδιόριστη πληρότητα της ζωής. Όμως, χρησιμοποιώντας τον όρο «ύλη», επισημάναμε ότι σε αυτό το πλαίσιο δεν πρόκειται για ύλη που καταλαμβάνει χώρο.
Πρέπει επίσης να σκεφτούμε ότι εκείνο που στο πεδίο των υλικών χωρικών μορφωμάτων ονομάζουμε «μορφή» είναι συγχρόνως νόημα και δύναμη· και ότι η δύναμη είναι εκείνο που στην πραγματικότητα «επιτελεί» τη μορφοποίηση, ενώ το νόημα καθορίζει το είδος της μορφοποίησης.
Η διάκριση ανάμεσα στο νόημα και τη δύναμη ή πληρότητα της ζωής πρέπει να γίνεται τόσο στην επιμέρους πνευματική «επίδοση» όσο και στη «δυνατότητα» που βρίσκεται στη βάση της. Η πολλαπλότητα του νοηματικού προσδιορισμού διαμορφώνει τη μία πνευματική δύναμη, που ανήκει στον άνθρωπο, σε μια πολλαπλότητα δυνάμεων.
Η ενότητα, παρά αυτή την πολλαπλή διαμόρφωση, φαίνεται στο ότι σε έναν άνθρωπο μεγάλης πνευματικής δύναμης όλες οι επιδόσεις είναι ισχυρές. Από την άλλη πλευρά, φαίνεται και στο ότι μια έντονη απασχόληση αυτής της δύναμης προς μια ορισμένη κατεύθυνση εμποδίζει την εκδήλωσή της προς άλλη κατεύθυνση.
Στην ουσία αυτού του ανθρώπου ανήκει ένα ορισμένο μέτρο δύναμης, που είναι χαρακτηριστικό της ιδιοσυγκρασίας του, και επίσης η προνομιακή κατεύθυνση της δραστηριοποίησης που του ανήκει από τη φύση. Το μέτρο της δύναμης όμως δεν πρέπει να το φανταζόμαστε ως ένα αμετάβλητα καθορισμένο μέγεθος.
Η πνευματική δύναμη, όπως και ολόκληρη η ουσία του ανθρώπου, υπόκειται στον νόμο της ανάπτυξης· φτάνει μόνο σταδιακά και υπό τις κατάλληλες συνθήκες στο ύψος και στη διαμόρφωση που μπορεί να επιτύχει. Όμως οι δυνατές γραμμές ανάπτυξης είναι προχαραγμένες στην ουσιώδη μορφή και διαφέρουν από άτομο σε άτομο.
Τι πρέπει να κρατήσουμε από αυτές τις σχέσεις για τα καθαρά πνεύματα και τι πρέπει να σκεφτούμε μετασχηματισμένο; Αν στην πνευματική πραγματικότητα ως τέτοια ανήκουν το νόημα και η πληρότητα της ζωής, τότε και τα δύο πρέπει να βρίσκονται και στους αγγέλους. Σε σύγκριση με την ανθρώπινη πνευματικότητα, στην ανώτερη πνευματικότητά τους ανήκει μια πολύ μεγαλύτερη πνευματική πληρότητα. Σε αυτό παραπέμπει το όνομα Δυνάμεις.
Είναι αυτή η πληρότητα και σε αυτούς κάτι απροσδιόριστο και προσδιορίσιμο, που δέχεται διαφορετική διαμόρφωση μέσω μιας πολλαπλότητας του είναι, άρα ένα είδος πνευματικής «ύλης» —η οποία δεν θα έθιγε την ασώματη ύπαρξή τους; Σε κάθε περίπτωση, αυτή η διαμόρφωση δεν πρέπει να νοείται σε αυτούς ως χρονική διαδικασία ανάπτυξης. Είναι αυτό που πρέπει να είναι σύμφωνα με τη φύση τους από την αρχή της ύπαρξής τους, και βρίσκονται επίσης αμέσως στο ύψος της δύναμής τους.
Αυτή η δύναμη, και σε αυτούς, δεν υπόκειται, όπως στους ανθρώπους, σε ποικίλες διακυμάνσεις εξαιτίας μεταβαλλόμενων εξωτερικών συνθηκών. Δεν καταναλώνεται στις επιδόσεις της, δεν υφίσταται μεταβολή. Μπορεί όμως να αυξηθεί υπερφυσικά μέσω χαρισματικών επιδράσεων.
Πρέπει να τη σκεφτούμε ως διαμορφωμένη σε πολλαπλότητα διαφορετικών δυνάμεων; Τα ονόματα των αγγέλων φαίνεται να υπαινίσσονται κάτι τέτοιο: όταν οι Σεραφείμ ονομάζονται από τη φλόγα της αγάπης τους, οι Χερουβείμ από τη φωτισμένη γνώση τους, αυτό φαίνεται να υποδηλώνει ότι στους μεν κυριαρχεί και τους χαρακτηρίζει μια άλλη δύναμη απ’ ό,τι στους δε.

Όμως στους αγγέλους αυτό έχει διαφορετικό νόημα απ’ ό,τι στους ανθρώπους. Η «δύναμη» σε αυτούς δεν σημαίνει «απλή δυνατότητα», η οποία άλλοτε βρίσκεται σε ενέργεια και άλλοτε επιστρέφει στην κατάσταση της απλής δυνατότητας· η οποία μπορεί να αναπτυχθεί, αλλά υπό δυσμενείς συνθήκες μπορεί και να παραμείνει πάντοτε ανενεργή. Η δύναμή τους είναι πάντοτε ζωντανή και ενεργός· και μάλιστα πάντοτε προς κάθε κατεύθυνση που τους είναι δυνατή και στο ανώτατο μέτρο που μπορούν να φτάσουν.
Γι’ αυτό είναι καταλληλότερο, στην περίπτωσή τους, να μη μιλούμε για «δυνάμεις», αλλά για μία δύναμη πολλαπλά μορφοποιημένη και ενεργό. Διακρίνονται μεταξύ τους από το μέτρο της δύναμης που ανήκει στον καθένα από τη φύση του και από την υποδηλωμένη διαφορά στη μορφοποίηση της δύναμής τους.
Στην ενότητα της δύναμης αντιστοιχεί η κλειστή και συγκεντρωμένη ενότητα της ζωής τους, για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως: η αδιάσπαστη ενότητα γνώσης, αγάπης και διακονίας.


Συνεχίζεται με:

5. Πραγματικότητα και δυνατότητα. Potentia oboedientialis. Φύση, ελευθερία και χάρη. Το κακό

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 6 EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]

Συνέχεια από Τρίτη 28. Απριλίου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 6
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]

§ 5. Τα δημιουργημένα καθαρά πνεύματα

2. Η διδασκαλία του Αρεοπαγίτη περί αγγέλων

...........Εάν ο Δημιουργός είναι το Αρχέτυπο της Δημιουργίας, δεν θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στην δημιουργία μία εικόνα, έστω και μακρυνή, της Τριαδικής ενότητος του Πρωταρχικού Είναι; Και δεν θα ήταν δυνατόν, ξεκινώντας από αυτό να φτάσουμε σε μία βαθύτερη κατανόηση του πεπερασμένου Είναι;
Είναι δυνατόν να αποδειχθεί Ιστορικά, πως η προσπάθεια να ερμηνευθεί λογικά το δόγμα της αποκεκαλυμμένης Αγίας Τριάδος οδήγησε στην μορφοποίηση των φιλοσοφικών εννοιών τής υποστάσεως και του προσώπου. Με αυτές τις έννοιες φτάσαμε σε κάτι ουσιώδες, όχι μόνον στην κατανόηση του Τριαδικού Θεού, αλλά επίσης και του ανθρωπίνου Είναι και του κόσμου τής πραγματικότητος. Ξεκινώντας από αυτό το σημείο, προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε την Αποκάλυψη για να γνωρίσουμε το πεπερασμένο Είναι.
Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙ ΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ. ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΑΥΤΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΤΕΛΕΙΑ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ.
π. Γεώργιος Καψάνης  [Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕΙ ΤΟ ΚΑΤΈΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΝΑ ΜΑΣ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ]

Ο Albertus Magnus, στον πρόλογο στην Ουράνια Ιεραρχία, φώτισε λαμπρά τη βασική ιδέα των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων και, μαζί με αυτήν, το γενικό περίγραμμα της κοσμοεικόνας τους με ένα σύντομο χωρίο της Γραφής: Ad locum, unde exeunt flumina, revertuntur, ut iterum fluant — «Στον τόπο απ’ όπου πηγάζουν οι ποταμοί, εκεί επιστρέφουν, για να ρεύσουν πάλι» (Εκκλ. 1, 7). Ο Θεός είναι ο τόπος από τον οποίο εκπορεύεται κάθε ον: όλα τα φυσικά πλάσματα, όπως και όλα τα χαρίσματα της χάρης και της δόξας που εκχέονται επάνω τους.

Όλα όσα υπάρχουν τα δημιούργησε η θεία αγαθότητα, για να τους δώσει μετοχή στο θείο είναι. Αυτό συμβαίνει μέσω μιας ακτίνας φωτισμού, η οποία εκπορεύεται από τον Θεό και διαπερνά ολόκληρη την κτίση, για να τη στρέψει προς τον Θεό και να την ενώσει μαζί του· αλλά συντελείται βαθμιαία. Τα ανώτατα πλάσματα, εκείνα που στέκονται πλησιέστερα στον Θεό, δέχονται πρώτα τον φωτισμό, διαποτίζονται από αυτόν και στρέφονται προς τον Θεό· συγχρόνως όμως κλίνουν και προς τα κατώτερα, για να αφήσουν να υπερχειλίσει επάνω τους, από την πληρότητα που έλαβαν, ό,τι αυτά μπορούν να χωρέσουν.

Αυτά τα πλάσματα που στέκονται πλησιέστερα στον Θεό είναι οι άγγελοι. Και αυτοί, με τη σειρά τους, σχηματίζουν μια «ιεραρχία», δηλαδή μια κλιμακωτή τάξη ανώτερων, μέσων και κατώτερων πνευματικών όντων. Το σύγγραμμα περί της Ουράνιας Ιεραρχίας ασχολείται κυρίως με την παρουσίαση των διαφορών των εννέα αγγελικών χορών και της μεταξύ τους σχέσης. Εμάς όμως μας ενδιαφέρει κυρίως τι χαρακτηρίζει τα ουράνια πνεύματα ως τέτοια. Πρέπει λοιπόν αυτός ο γενικός χαρακτηρισμός να εξαχθεί μέσα από το όλο.

Η Αγία Γραφή μιλά για τα καθαρά πνεύματα, όπως και για τον ίδιο τον Θεό, με εικόνες που λαμβάνονται από τον αισθητό κόσμο. Αυτές οι εικόνες πρέπει να κατανοηθούν σύμφωνα με τον θεμελιώδη νόμο ότι κάθε αισθητό μάς παριστάνει κάτι πνευματικό. Υπάρχει κάτι κοινό που καθιστά δυνατή αυτή την παράσταση, αλλά ποτέ ισότητα ανάμεσα στην εικόνα και σε αυτό που παριστάνεται· υπάρχει πάντοτε μόνο μια ομοιότητα, στην οποία αντιστοιχεί μια μεγαλύτερη ανομοιότητα. Αυτό που εννοείται μπορεί να συλληφθεί μόνο μέσω εικόνων, αλλά πάντοτε ως κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο μέσω του οποίου γίνεται για εμάς συλληπτό.

Αυτό ισχύει ακόμη και όταν το γήινο, που μας είναι οικείο από την εμπειρία και μέσω του οποίου προσπαθούμε να προσεγγίσουμε το υπεργήινο, είναι κάτι ψυχικό ή πνευματικό. Έτσι, η «οργή» στα άλογα πλάσματα είναι άλογη διέγερση, ενώ στα πνευματικά όντα είναι η ανδρεία δύναμη του λόγου τους, η αμετάβλητη στάση τους μέσα στις θείες, ακίνητες κατοικίες. Η «επιθυμία» στα άλογα όντα είναι απερίσκεπτη, στραμμένη σε κάτι υλικό και μεταβλητό· είναι μια κατάσταση που προκαλείται, χωρίς δική τους εξουσία, βάσει φυσικής κλίσης ή συνήθειας· είναι άλογη κυριαρχία της σωματικής τάσης, η οποία έλκει ολόκληρο το ζωντανό ον προς το αισθητά επιθυμητό.

Στα καθαρά πνεύματα, όμως, με αυτό εννοείται η θεία αγάπη, με την οποία αγαπούν το ανώτερο πνευματικό με τρόπο νοητικό και λογικό, καθώς και η σταθερή λαχτάρα για την καθαρή, απαθή θεωρία και ένωση με την ύψιστη και καθαρότατη Αγάπη.


Αυτά τα παραδείγματα δείχνουν τον θεμελιώδη νόμο σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να διαβάζεται η Αγία Γραφή και να θεωρείται ο φυσικός κόσμος. Είναι ο νόμος της αναλογίας, κατά τον οποίο κάθε γήινο δείχνει πέρα από τον εαυτό του προς το υπεργήινο. Τον έχουμε ήδη συναντήσει στη σχέση του πεπερασμένου προς το αιώνιο είναι. Είναι όμως και η πύλη προς το βασίλειο των πεπερασμένων καθαρών πνευμάτων.

Έτσι, η επίγεια ιεραρχία παραπέμπει στην ουράνια, την οποία αναπαριστά και με την οποία συγχρόνως σχηματίζει μια ενότητα τάξης και ενέργειας. Τι σημαίνει «ιεραρχία»; Ο Διονύσιος εννοεί με αυτήν μια ιερή τάξη, μια γνώση και ενέργεια που, με βάση τον εγχυμένο θεϊκό φωτισμό, προσπαθεί να αναπαραστήσει, όσο είναι δυνατόν, τη θεία γνώση και ενέργεια. Σκοπός της είναι η κατά το δυνατόν ομοίωση και ένωση με τον Θεό, ο οποίος είναι ο οδηγός της σε κάθε γνώση και ενέργεια. Θεωρώντας αδιάκοπα τη θεία ομορφιά Του, την αναπαριστά όσο είναι δυνατόν και καθιστά όσους ανήκουν σε αυτήν καθαρούς, αμόλυντους καθρέφτες, που δέχονται την ακτίνα του αρχέγονου φωτός και της ύψιστης Θεότητας. Γεμάτοι από αυτήν, την αφήνουν, σύμφωνα με τον θείο νόμο, να υπερχειλίζει χωρίς φθόνο προς όσους ακολουθούν μετά από αυτούς.

Καθένας που ανήκει στην ιεραρχία έχει το θείο προνόμιο να είναι συνεργός του Θεού και να αφήνει την ενέργειά Του να λάμπει μέσα του. Σε αυτή την ιερή τάξη αντιστοιχεί το ότι ορισμένοι καθαίρουν, άλλοι καθαίρονται· ορισμένοι φωτίζουν, άλλοι φωτίζονται· ορισμένοι τελειοποιούν, άλλοι τελειοποιούνται. Κάθαρση σημαίνει εδώ την απελευθέρωση από όλα όσα είναι ανόμοια προς τον Θεό και εμποδίζουν την ένωση μαζί Του. Φωτισμός είναι η πλήρωση με θείο φως. Τελείωση είναι η απελευθέρωση από την ατέλεια, ο εξοπλισμός με την τελειοποιητική γνώση των αγίων. Όλα αυτά συνδέονται στενότατα μεταξύ τους: είναι διαφορετικές επιδράσεις της μίας ακτίνας της θείας ζωής.

Η ουράνια ιεραρχία είναι λοιπόν η τάξη που περιλαμβάνει όλα τα ουράνια πνεύματα. Αυτά στέκονται πλησιέστερα στον Θεό, επειδή έχουν την πολλαπλότερη μετοχή στο θείο είναι. Υπερέχουν των άψυχων πραγμάτων, των άλογων ζωντανών όντων και ακόμη και εκείνων που είναι προικισμένα μόνο με ανθρώπινο λόγο, επειδή έχουν μετοχή στη θεία ηγεμονική θέση. Μέσα στην καθαρή πνευματικότητά τους είναι σταθερά και τείνουν επίμονα προς την αμετάβλητη θεία αγάπη. Έτσι δέχονται τους πρώτους φωτισμούς με άυλο και καθαρό τρόπο, διαμορφώνονται σύμφωνα με αυτούς και έχουν ένα εντελώς πνευματικό είναι. Ο φωτισμός από το απλό θείο φως είναι γι’ αυτά τροφή, αναψυχή, μακαριότητα.

Ονομάζονται άγγελοι —δηλαδή αγγελιαφόροι— επειδή πρώτοι φωτίζονται από τον Θεό και μας μεταβιβάζουν τις αποκαλύψεις που μας δίνονται. Επειδή αυτό το αγγελικό λειτούργημα είναι κοινό σε όλα τα ουράνια πνεύματα, το όνομα «άγγελοι» χρησιμοποιείται για όλα, παρόλο που ειδικά είναι η ονομασία της κατώτατης τάξης.

Είναι ιδίωμα των ανώτατων πνευμάτων ότι, μέσα στην καθαρότατη αγάπη, σε μια καθαρά πνευματική, αμετάβλητη κίνηση, περιστρέφονται γύρω από τον Θεό, και ότι γι’ αυτά δεν υπάρχει μεταβολή προς το χειρότερο. Η γνώση τους για τον Θεό δεν συντελείται ούτε μέσω αισθητών ούτε μέσω πνευματικών εικόνων, ούτε επίσης μέσω μιας ανόδου όπως εκείνη που καθίσταται δυνατή για εμάς μέσω της Αγίας Γραφής· αλλά είναι γεμάτα από ανώτερο φως μέσα σε μια απλή, περιεκτική γνώση. Σε αυτήν περιλαμβάνεται και μια υψηλή γνώση των θείων έργων· δεν τα γνωρίζουν και δεν τα κατανοούν μέσω συλλογιστικής σκέψης. Ο φωτισμός τους φανερώνεται σε αιώνιους ύμνους δοξολογίας προς τιμήν του Θεού.

Το κλειδί για τη γνώση των αγγέλων είναι τα ονόματά τους, καθένα από τα οποία αποκαλύπτει μια ουσιώδη ιδιότητα. Από τη διαφορά της ονομασίας των επιμέρους χορών ο Διονύσιος διαβάζει τι είναι χαρακτηριστικό για τον καθένα. Αλλά, κατά κάποιον τρόπο, μπορούμε ίσως να διεκδικήσουμε για όλα τα ονόματα όσα είπε για το όνομα «άγγελος»: ότι κάτι από αυτό που εκφράζουν ανήκει σε όλα τα ουράνια πνεύματα, αν και όχι σε όλα στον ίδιο βαθμό, και μόνο σε έναν χορό ως το ιδιαίτερα διακριτικό του γνώρισμα.


Όταν το «Σεραφείμ» ερμηνεύεται ως «εκείνος που ανάβει» ή «εκείνος που θερμαίνει», ως έκφραση της φλογερής θέρμης της αγάπης του Θεού σε εκείνα τα πνεύματα που ανήκουν στην ανώτατη τάξη και της ικανότητάς τους να ανάβουν στα υποταγμένα σε αυτά πνεύματα παρόμοια θέρμη· όταν τα «Χερουβείμ» ονομάζονται έτσι σύμφωνα με την ικανότητά τους να δέχονται το εισρέον θείο φως, σύμφωνα με το χάρισμα να θεωρούν την ομορφιά του Θεού και να μεταδίδουν σε άλλους από τη σοφία που τα πληροί: τότε ακριβώς αυτή η υπερχείλιση προς τις κατώτερες τάξεις συνεπάγεται ότι όλα φτάνουν σε κάποια μετοχή σε αυτή τη θέρμη της αγάπης και στην πληρότητα της σοφίας. Και ακόμη και στα κατώτατα είναι ιδιάζουσα η δύναμη να μεταδίδουν από την πληρότητά τους: δηλαδή στους ανθρώπους. Από αυτό άλλωστε έχουν το όνομα που τους αποδίδεται ειδικότερα: «άγγελοι».

Όταν οι «Θρόνοι» δηλώνουν την ανύψωση πάνω από κάθε κατώτερο, την ανεμπόδιστη ανύψωση προς το θείο και τον ζήλο που προσκολλάται αμετάβλητα και σταθερά με όλες τις δυνάμεις στον Ύψιστο, κατανοούμε βέβαια ότι αυτό μπορεί να είναι το διακριτικό όνομα για τα ανώτατα από τα ουράνια πνεύματα. Αλλά σε σχέση με όλα τα άλλα πλάσματα, αυτό το θρονιασμένο ύψος ανήκει και πάλι σε όλα τα ουράνια πνεύματα.

Το όνομα «Κυριότητες» δηλώνει μια απόλυτη μετάβαση προς το ουράνιο, ελεύθερη από κάθε γήινη χρησιμότητα, και μια αυστηρή κυριαρχία που δεν μειώνεται από καμία τυραννική παραμόρφωση, μέσα σε μεγαλόψυχη ελευθερία· υψωμένη πάνω από κάθε αξιοκαταφρόνητη δουλεία, μακριά από κάθε ταπείνωση και κάθε παραμόρφωση, γεμάτη διαρκή πόθο για την αληθινή κυριαρχία και για την αρχή κάθε κυριαρχίας, σύμφωνα με την οποία αυτά τα πνεύματα διαμορφώνουν τον εαυτό τους και όλα όσα είναι υποταγμένα σε αυτά.

«Δυνάμεις» ονομάζονται τα ουράνια πνεύματα εξαιτίας της ανδρείας και ακλόνητης αρρενωπότητάς τους, η οποία υπερχειλίζει σε όλες τις πράξεις τους και δεν επιτρέπει τίποτε που θα μπορούσε να μειώσει τους φωτισμούς που τους έχουν δοθεί από τον Θεό. Τείνει με όλη της τη δύναμη προς την αναπαράσταση του Θεού, δεν μένει πίσω από δειλή αδυναμία απέναντι σε ό,τι απαιτεί η θεία κίνηση, αλλά θεωρεί διαρκώς την υπερούσια, δημιουργό δύναμης Δύναμη και είναι, όσο είναι δυνατόν, εικόνα αυτής της Δύναμης· στρέφεται δυναμικά προς αυτή την αρχέγονη Δύναμη και υπερχειλίζει, προσφέροντας δύναμη, προς όσα είναι υποταγμένα σε αυτήν.

Το όνομα «Εξουσίες» παραπέμπει σε μια υπεργήινη εξουσία που χορηγείται από την ύψιστη, αρχέγονη Εξουσία. Δεν χρησιμοποιείται ποτέ από τους αγγέλους τυραννικά για το κακό, αλλά χρησιμοποιείται για να στραφούν οι ίδιοι, με αήττητο πνεύμα, με τον ορθό τρόπο προς τον Θεό και να προαγάγουν με αγαθότητα τα υποταγμένα πνεύματα· για να πλησιάσουν οι ίδιοι, όσο είναι δυνατόν, στο αρχέτυπο κάθε εξουσίας και να το αποκαλύψουν, όσο μπορούν οι άγγελοι, μέσω των λαμπρότερων έργων της πανίσχυρης δύναμής τους.

«Αρχές» δηλώνει την εξουσία να οδηγούν και να κατευθύνουν με τρόπο όμοιο προς τον Θεό, να στρέφονται προς το αρχέτυπο κάθε καθοδήγησης και να οδηγούν άλλους στο να αναπαραστήσουν μέσα τους τη θεία καθοδήγηση και έτσι, όσο είναι δυνατόν, να την αποκαλύψουν. Για το όνομα «άγγελοι» έγινε ήδη λόγος. Αν θέλαμε να αντλήσουμε κάτι για το σύνολο των ουράνιων πνευμάτων και από την ονομασία των αρχαγγέλων —οι οποίοι, στην κατώτατη τάξη των ουράνιων πνευμάτων, καταλαμβάνουν τη θέση ανάμεσα στις Αρχές και στους Αγγέλους—, αυτό θα ήταν η ενδιάμεση θέση που κατέχουν: όπως αυτοί εγκαθιδρύουν τη σύνδεση ανάμεσα στις Αρχές και στους Αγγέλους, έτσι και οι Άγγελοι εγκαθιδρύουν τη σύνδεση ανάμεσα στα δημιουργημένα καθαρά πνεύματα και στους ανθρώπους· οι ανώτατοι χοροί τη σύνδεση ανάμεσα στον Θεό και στους κατώτερους· και το σύνολο των δημιουργημένων καθαρών πνευμάτων τη σύνδεση ανάμεσα στον Θεό και στα υπόλοιπα πλάσματα.

Όταν όλα τα ουράνια πνεύματα ονομάζονται «Δυνάμεις», αυτό έχει και έναν ιδιαίτερο λόγο: επειδή σε κάθε πνευματικό δημιούργημα πρέπει να διακρίνονται ουσία, δύναμη και ενέργεια, όλα μπορούν να ονομαστούν ουράνιες ουσίες ή ουράνιες δυνάμεις.

Όλα όσα χρησιμοποιεί η Αγία Γραφή ως σωματικές μορφές, για να μας φέρει κοντά στην ουσία των αγγέλων, πρέπει να κατανοούνται συμβολικά. Προτιμά την εικόνα της φωτιάς —ποταμοί φωτιάς, πύρινοι τροχοί, πύρινοι άνδρες—, επειδή, με την ιδιαιτερότητά της, είναι κατάλληλη για να παραστήσει τη θεία ουσία και γι’ αυτό και τη θεοειδία των ουράνιων πνευμάτων: «η αισθητή φωτιά, πράγματι, είναι κατά κάποιον τρόπο μέσα σε όλα, περνά καθαρά μέσα από όλα και γίνεται δεκτή από όλα· και παρότι είναι ολόλαμπρη, είναι συγχρόνως κρυμμένη και παραμένει άγνωστη καθαυτήν χωρίς μια ύλη μέσα στην οποία να φανερώνει τη δύναμή της· είναι αμέτρητη και αόρατη, κυριαρχεί πάνω σε όλα και οδηγεί όλα όσα βρίσκονται μέσα της στο να επιτελέσουν τη δική τους ενέργεια…, είναι δραστική, ισχυρή, αόρατα παρούσα σε όλα…, και όσο κι αν μεταδίδει φωτεινά τον εαυτό της, δεν μειώνεται».

Όταν συνηθίζεται να παριστάνονται οι άγγελοι με ανθρώπινη μορφή, ελεύθερα όρθιοι, με αυτό θέλει κανείς να δηλώσει την πνευματική τους προίκιση και την κλήση τους να άρχουν, κοινές σε αυτούς και στους ανθρώπους σε αντίθεση προς τα ζώα. Τους δίνεται κατά προτίμηση νεανική και δυναμική όψη, για να υποδηλωθεί η αιωνίως ανθισμένη ζωή τους. Τα φτερά σημαίνουν την ταχύτητα της ανόδου τους προς τα ύψη· η ελαφρότητα των φτερών, το εντελώς μη γήινο, αυτό που φέρεται προς τα άνω χωρίς καμία πρόσμειξη γήινου βάρους.

Όταν ο Ησαΐας είδε τα ουράνια όντα με έξι φτερά, με πολλά πόδια και πρόσωπα, αυτό έπρεπε να του καταστήσει σαφή την πολύμορφη και πολυθεωρητική δύναμη των ανώτατων πνευμάτων· και, με την κάλυψη των ποδιών και των προσώπων από τα φτερά, την ιερή τους συστολή μπροστά σε μια θρασεία, παράτολμη και αδύνατη διερεύνηση των βαθύτερων μυστηρίων. Το φτερούγισμα των φτερών, όμως, του έδινε να καταλάβει την αδιάκοπη, υψηλόπτητη, διαρκή κίνηση της θεομιμητικής τους ενέργειας. Έτσι κάθε μέρος των ορατών μορφών αποκαλύπτει κάτι από την πνευματική ουσία των αγγέλων. Η γυμνότητα και η ανυποδησία των ποδιών δηλώνει την αποδεσμευμένη, ανεμπόδιστη δύναμη, ελεύθερη από κάθε εξωτερικό πρόσθετο, η οποία προσαρμόζεται, όσο είναι δυνατόν, στη θεία απλότητα. Και έτσι πρέπει να κατανοείται συμβολικά και καθετί που η Αγία Γραφή τούς αποδίδει ως ένδυμα και ως όργανα.

«Άνεμοι» ονομάζονται οι άγγελοι λόγω της ταχύτητας με την οποία ολοκληρώνουν τα πάντα, διεισδύουν παντού χωρίς καθυστέρηση, και λόγω της ικανότητάς τους να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν, μέσω της οποίας οι κατώτεροι ανέρχονται σε μεγαλύτερο ύψος, ενώ οι ανώτεροι φτάνουν στο να μεταδίδουν προνοητικά τον εαυτό τους στους κατώτερους και να εισέρχονται σε αυτούς. Το όνομα «άνεμος» —ventus, ἄνεμος— είναι άλλωστε πολύ στενά συγγενικό ως προς τη σημασία με την «πνοή» —spiritus, πνεῦμα—, την έκφραση που χρησιμοποιείται γενικά για το πνεύμα ως τέτοιο και θυμίζει την αντιστοιχία του πνευματικού με το αεριώδες.

Συνοψίζοντας σύντομα, μπορούμε βάσει της αρεοπαγιτικής διδασκαλίας περί αγγέλων να πούμε: οι άγγελοι είναι καθαρά πνεύματα· η πνευματικότητά τους είναι ανώτερη από την ανθρώπινη· είναι προσωπικά ελεύθερα, διακονούντα πνεύματα και βρίσκονται μεταξύ τους, καθώς και με όλα τα άλλα πνευματικά-προσωπικά όντα, σε κοινωνία, μέσα σε ένα βασίλειο αγάπης που δωρίζει και δέχεται, του οποίου αρχή και τέλος είναι η τριαδική Θεότητα.

Έτσι μας έχει σκιαγραφηθεί η εικόνα τους. Τώρα πρέπει να ρωτήσουμε αν αναγνωρίζουμε σε αυτήν μια ουσιώδη δυνατότητα στην οποία έχουμε πρόσβαση από τη δική μας ανθρώπινη πνευματικότητα.

3. Η δυνατότητα (ύπαρξης) καθαρών πνευμάτων

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 5 EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]

Συνέχεια από Σάββατο 25. Απριλίου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 5
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]

§ 4. Περαιτέρω διευκρίνιση της έννοιας του πνεύματος: το πνεύμα ως είναι και ζωή (ιδέα και δύναμη)

...........Εάν ο Δημιουργός είναι το Αρχέτυπο της Δημιουργίας, δεν θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στην δημιουργία μία εικόνα, έστω και μακρυνή, της Τριαδικής ενότητος του Πρωταρχικού Είναι; Και δεν θα ήταν δυνατόν, ξεκινώντας από αυτό να φτάσουμε σε μία βαθύτερη κατανόηση του πεπερασμένου Είναι;
Είναι δυνατόν να αποδειχθεί Ιστορικά, πως η προσπάθεια να ερμηνευθεί λογικά το δόγμα της αποκεκαλυμμένης Αγίας Τριάδος οδήγησε στην μορφοποίηση των φιλοσοφικών εννοιών τής υποστάσεως και του προσώπου. Με αυτές τις έννοιες φτάσαμε σε κάτι ουσιώδες, όχι μόνον στην κατανόηση του Τριαδικού Θεού, αλλά επίσης και του ανθρωπίνου Είναι και του κόσμου τής πραγματικότητος. Ξεκινώντας από αυτό το σημείο, προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε την Αποκάλυψη για να γνωρίσουμε το πεπερασμένο Είναι.
Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙ ΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ. ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΑΥΤΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΤΕΛΕΙΑ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ.
π. Γεώργιος Καψάνης  [Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕΙ ΤΟ ΚΑΤΈΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΝΑ ΜΑΣ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ]

Όταν εξετάσαμε το πνευματικό είναι ως ελεύθερη, συνειδητή προσωπική ζωή, προσθέσαμε ήδη ότι αυτή είναι η «πρωταρχικότερη μορφή» του πνευματικού είναι. Μας είναι άλλωστε απολύτως οικείο να μιλούμε για «πνεύμα» και σε απρόσωπα μορφώματα. Ονομάζουμε ένα βιβλίο «πνευματώδες», και έχει καθιερωθεί να διαιρούμε τις επιστήμες σε φυσικές και ανθρωπιστικές. Και ως αντικείμενο των ανθρωπιστικών επιστημών θεωρούμε όχι μόνο τα πρόσωπα και την προσωπική ζωή, αλλά και όλα όσα έχει δημιουργήσει το ανθρώπινο πνεύμα. Πρέπει λοιπόν να εξεταστεί με ποια έννοια και με ποιο δικαίωμα συμβαίνει αυτό. Και πρέπει να διερευνηθεί αν ό,τι ισχύει για τα ανθρώπινα έργα μπορεί να αποδοθεί και στα έργα του δημιουργικού Πνεύματος. Πρέπει ακόμη να ληφθεί υπόψη ότι το πνευματικό, αφενός, το διακρίναμε ως ιδιαίτερη περιοχή της πραγματικότητας από το υλικό, αφετέρου όμως το γνωρίσαμε και ως μια θεμελιώδη μορφή του είναι που επανεμφανίζεται σε διάφορες περιοχές της πραγματικότητας.

Μια μελωδία, για παράδειγμα, δεν είναι για εμάς μια απλή διαδοχή ήχων που αντιλαμβανόμαστε αισθητηριακά. Μέσα από αυτήν «τραγουδά» μια ανθρώπινη ψυχή — χαρούμενη ή θλιμμένη, τρυφερή ή οργισμένη. Κατανοούμε τη «γλώσσα» της· αγγίζει την ψυχή και την θέτει σε κίνηση. Πρόκειται για μια συνάντηση με μια ζωή συγγενή προς εμάς. Δεν σημαίνει ότι στον τραγουδιστή ή στον εκτελεστή συμβαίνει αυτό που εκφράζει το τραγούδι ή η εκτέλεση. Ούτε καν ο δημιουργός καλλιτέχνης είναι απαραίτητο να εκφράζει προσωπικά βιώματα. Μπορούν να «εισέλθουν» σε κάτι που ζητεί έκφραση και να το εκφράσουν· και αυτό το «κάτι» το κατανοούμε χωρίς να χρειάζεται να προσέξουμε τον καλλιτέχνη που μας παρέχει την πρόσβαση. Όπως ακριβώς μπορούμε να κατανοήσουμε το νόημα ενός ποιήματος και να το απολαύσουμε χωρίς να δώσουμε προσοχή στο χειρόγραφο στο οποίο είναι γραμμένο ή στα προσωπικά στοιχεία που εκφράζονται μέσω αυτού.

Αυτό που εκφράζει η διάταξη των λέξεων του ποιήματος ή η διαδοχή των ήχων της μελωδίας (και που κατά την εκτέλεση υποστηρίζεται από «κατάλληλους» ήχους) είναι ένα ιδιαίτερο νοηματικό μόρφωμα: επιδιώκει να αποκτήσει ζωή μέσα σε μια ψυχή, και η ψυχή τόσο του καλλιτέχνη όσο και του ακροατή συμβάλλει σε αυτήν την «πραγμάτωση». Η σύντομη αυτή σκέψη δείχνει και πάλι κάτι που ήδη έγινε σαφές σε άλλο πλαίσιο: ότι τα νοηματικά μορφώματα δεν δημιουργούνται από τον άνθρωπο, αλλά μόνο αναπαράγονται. Διαθέτουν το δικό τους «ιδεατό» ή «ουσιαστικό» είναι, και αντιστοιχεί σε αυτά μια «ύλη» που μορφοποιείται από αυτά και μέσω της οποίας «πραγματώνονται».

Ωστόσο, η «ύλη» και η «πραγμάτωση» έχουν εδώ πολλαπλές σημασίες: το νόημα της μελωδίας είναι καταρχάς εκείνο που μορφοποιεί μια σειρά ήχων σε μια ενιαία «ηχητική μορφή». Οι απαραίτητοι ήχοι αποτελούν μια πρώτη «ύλη» που της αντιστοιχεί, αλλά όχι χωρική: καθένας είναι και ο ίδιος ένα νοηματικό μόρφωμα, που έχει τη δυνατότητα να ενταχθεί σε μια ανώτερη νοηματική ενότητα. Η διαδοχή των ήχων μπορεί, στη συνέχεια, να πραγματωθεί ως κάτι που ηχεί στον χώρο και στον χρόνο μέσω των δονήσεων της ανθρώπινης φωνής ή των μουσικών οργάνων· αυτό αποτελεί ένταξη στη φυσική πραγματικότητα και σε μια χωρική ύλη. Η κατεξοχήν όμως πραγμάτωση είναι η ένταξη ως «περιεχόμενο» σε μια «βιωματική πραγματικότητα». Και η «ύλη» που προσφέρεται για αυτό είναι η ζωή της ψυχής: η πνευματική της ζωή.

Το πνεύμα είναι νόημα και ζωή — σε πλήρη πραγματικότητα: ζωή εμποτισμένη με νόημα. Απόλυτη ενότητα αυτών των δύο υπάρχει μόνο στον Θεό. Στα δημιουργήματα πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στην πληρότητα της ζωής που διαμορφώνεται από το νόημα και στο νόημα που πραγματώνεται μέσα σε αυτή την πληρότητα της ζωής. Η «ύλη», με την έννοια της πληρότητας της ζωής, δεν είναι κάτι άπνευμα, αλλά ανήκει στο ίδιο το πνεύμα. Η αδιαμόρφωτη πληρότητα ζωής είναι δύναμη προς πνευματικό είναι (δυνατότητα), που πρέπει ακόμη να οδηγηθεί στην τελείωση του είναι. Το νόημα χωρίς πληρότητα ζωής είναι ιδέα, η οποία γίνεται πραγματική μόνο μέσα σε ένα ζωντανό ον. Ούτε το νόημα ούτε η πληρότητα ζωής που ανήκει στο πνεύμα έχουν σχέση με χωρική υλικότητα. Για αυτή τη μη χωρική «υλικότητα» θα γίνει εκτενέστερος λόγος αργότερα. Η ζωή όμως που είναι γεμάτη νόημα είναι ζωή που υπερχειλίζει και ακτινοβολεί: έχει τη μορφή του είναι που ονομάζουμε «πνευματική».


Το πώς διαμορφώνεται η σχέση μεταξύ νοήματος και δύναμης στα απρόσωπα μορφώματα που θεωρούνται πνευματικά, μπορεί να διευκρινιστεί μόνο αν εξεταστούν αυτά τα μορφώματα στη σχέση τους με τα πνευματικά πρόσωπα. Μόνο έτσι μπορεί να καταστεί κατανοητό το είναι τους, εφόσον εξαρτάται και παραπέμπει στο προσωπικό είναι ως πρωταρχικό. Ωστόσο, στον χώρο αυτού του πρωταρχικού πνευματικού είναι μας λείπει ακόμη μια σημαντική μορφή διαμόρφωσης: εκείνη των δημιουργημένων «καθαρών πνευμάτων».

§ 5. Τα δημιουργημένα καθαρά πνεύματα


1. Η δυνατότητα μιας φιλοσοφικής προσέγγισης της αγγελολογίας

Η εξέταση του πεπερασμένου είναι μάς οδήγησε στο αιώνιο Είναι ως το πρωταρχικό και θεμελιώδες, από το οποίο εξαρτάται κάθε άλλο. Γνωρίσαμε αυτό το πρωταρχικό Είναι ως προσωπικό και, ξεκινώντας από αυτό, επιστρέψαμε στο ανθρώπινο είναι ως το πιο οικείο σε εμάς, στο οποίο μπορούμε ευκολότερα να κατανοήσουμε το νόημα του προσωπικού είναι. Ποια σημασία μπορεί όμως να έχει, στην προσπάθεια κατανόησης του νοήματος του είναι, η ενασχόληση με τα λεγόμενα «καθαρά πνεύματα»;

Όποιος δεν θέλει να απομακρυνθεί από το έδαφος της εμπειρίας ως βάση κάθε φυσικής γνώσης, ίσως να είναι ακόμη πρόθυμος να δώσει χώρο σε σκέψεις για τον Θεό μέσα σε μια φιλοσοφική έρευνα, διότι οφείλει να παραδεχθεί ότι τα πράγματα της εμπειρίας, στην εξαρτημένη τους ύπαρξη, προϋποθέτουν ένα απόλυτο. Δεν θα είναι όμως διατεθειμένος να ασχοληθεί με αγγέλους και δαίμονες. Τέτοιες επιφυλάξεις ήταν άγνωστες στους μεσαιωνικούς φιλοσόφους. Όταν επεδίωκαν να κατανοήσουν το σύνολο του όντος, δεν μπορούσαν να παραλείψουν τα αγαθά και τα κακά πνεύματα, των οποίων η ύπαρξη πιστοποιούνταν ως βέβαιη πραγματικότητα από πλήθος μαρτυριών της Αγίας Γραφής, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, και των οποίων τη στοργική βοήθεια και τις επικίνδυνες επιθέσεις θεωρούσαν ότι συναντούν σε κάθε τους βήμα.

Επειδή οι αποκαλυπτικές αλήθειες αποτελούν το σημείο εκκίνησης των στοχασμών τους για τους αγγέλους, υπάρχει η τάση να θεωρούνται όλες αυτές οι έρευνες καθαρά θεολογικές και χωρίς φιλοσοφική σημασία. Ακόμη και οι νεότεροι μελετητές της αγγελολογίας του αγίου Θωμά τονίζουν τον κυρίως θεολογικό χαρακτήρα αυτών των πραγματειών. Είναι πράγματι αυτονόητο ότι στη Summa Theologica η καθοδηγητική πρόθεση είναι θεολογική: οι άγγελοι εξετάζονται ως εκείνο το μέρος της δημιουργίας στο οποίο έχουμε μπροστά μας την καθαρότερη εικόνα του Θεού. Ωστόσο, ο Θωμάς δεν παύει ούτε εδώ να είναι φιλόσοφος, ο οποίος επιδιώκει να ερευνήσει το ον σε όλες τις μορφές του. Και υποδηλώνει ότι υπάρχει πρόσβαση σε αυτά τα δημιουργήματα —που διαφεύγουν της άμεσης εμπειρίας μας— και μέσω της καθαρά φυσικής γνώσης.

«Ήδη το γεγονός και μόνο ότι ο νους υπερέχει της αισθητηριακής αντίληψης καθιστά φανερό για τη λογική ότι πρέπει να υπάρχουν κάποια ασώματα όντα, τα οποία είναι προσπελάσιμα μόνο από τον νου». Αυτό σημαίνει αρχικά μόνο ότι υπάρχει κάτι πνευματικό και όχι μόνο σωματικό· δεν αποδεικνύει ακόμη την ύπαρξη καθαρών πνευμάτων. Ο Θωμάς, όμως, επιχείρησε να καταστήσει και αυτή την ιδέα προσιτή στη φυσική λογική, αν όχι να την αποδείξει αυστηρά. Από την άποψη της τελειότητας του κόσμου, θα υπήρχε ένα κενό στην ιεραρχική διάταξη των δημιουργημένων όντων, αν, πέρα από τα απλώς σωματικά και τα σωματοπνευματικά όντα, δεν υπήρχαν και τα καθαρά πνευματικά. Συγκέντρωσε τα επιχειρήματα για την ύπαρξη των καθαρών πνευμάτων στη φιλοσοφική του σύνθεση και έτσι έδειξε ότι, κατά την άποψή του, το ζήτημα αυτό δεν είναι μόνο θεολογικό αλλά και φιλοσοφικό.

Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε τους λόγους για την ύπαρξη των αγγέλων, διότι δεν μας απασχολεί καθόλου το ερώτημα αν πράγματι υπάρχουν άγγελοι, αλλά το τι είναι ουσιωδώς τα καθαρά πνεύματα και πώς το είναι τους σχετίζεται με το θείο. Μια τέτοια έρευνα πρέπει να διεξαχθεί ως καθαρή θεώρηση δυνατότητας. Έχουμε εμπειρία πνευματικών δημιουργημάτων, δηλαδή του δικού μας πνεύματος και του πνεύματος άλλων ανθρώπων. Στη στάση της φυσικής ζωής και της εμπειρικής επιστήμης –όπως, για παράδειγμα, της ιστορίας– επιδιώκουμε να γνωρίσουμε την πνευματική ιδιαιτερότητα αυτού ή εκείνου του ανθρώπου ή και ολόκληρων ομάδων ανθρώπων, όπως πράγματι είναι.

Στη στάση της ουσίας, που αποτελεί την κατεξοχήν φιλοσοφική διάθεση, προσανατολιζόμαστε προς το τι είναι το πνεύμα καθαυτό και ποιες μορφές πνευματικών δημιουργημάτων είναι δυνατές. Για μια τέτοια εξέταση των δυνατοτήτων και των αναγκαιοτήτων της ουσίας απαιτείται μια εμπειρική βάση. Πάνω όμως σε αυτή τη βάση είναι δυνατή, διότι κάθε εμπειρία εμπεριέχει μια γνώση της ουσίας ως αναπόσπαστο και ταυτόχρονα διακριτό στοιχείο: κρυμμένη και ασαφής, αλλά ικανή να ανασυρθεί στο φως και να διασαφηνιστεί. Καμία εμπειρία του πνευματικού δεν θα ήταν δυνατή, αν δεν περιείχε ήδη μια ορισμένη κατανόηση του τι είναι γενικά το πνεύμα.

Έτσι μπορούμε να εξετάσουμε το ανθρώπινο πνεύμα ως προς ό,τι ανήκει αναγκαία στο πνεύμα ως τέτοιο. Και μπορούμε να διακρίνουμε ό,τι είναι απλώς ανθρώπινη ιδιαιτερότητα και θα μπορούσε να είναι διαφορετικό σε άλλα πνεύματα. Η δυνατότητα να διακρίνουμε, μέσα σε ό,τι μας δίνεται εμπειρικά, το αναγκαίο από το τυχαίο –τυχαίο από την άποψη της γενικής ουσίας– μας ανοίγει τον ορίζοντα για άλλες δυνατότητες ουσίας πέρα από την πραγματικά δοσμένη. Και διαθέτουμε μια πνευματική δύναμη που μας επιτρέπει να «στοχαζόμαστε ελεύθερα» τέτοιες δυνατότητες ουσίας: τη φαντασία ή τη δημιουργική δύναμη της παράστασης. Η «ελευθερία» της δεν είναι αυθαιρεσία· είναι δεσμευμένη από τους νόμους της ουσίας και έχει ως έργο να αναδεικνύει δυνατότητες ουσίας, όχι αδυνατότητες.

Διάφορα πνευματικά όντα που αποκλίνουν από την ανθρώπινη φύση μας είναι γνωστά από τα παραμύθια και τους μύθους: τα στοιχειακά πνεύματα –πνεύματα της φωτιάς, νύμφες των νερών, ξωτικά, καλικάντζαροι–, καθώς και οι καλές και κακές νεράιδες. Θα μπορούσαμε να εξετάσουμε αυτά τα δημιουργήματα της ελεύθερης φαντασίας ως προς το αν συνιστούν αυθεντικές δυνατότητες ουσίας, με ποιον τρόπο διαφέρουν από το ανθρώπινο πνεύμα και αν η αντιπαραβολή τους ίσως συμβάλλει στην κατανόηση του ανθρώπινου πνεύματος. Όμως πολύ σημαντικότερα από αυτά τα μυθικά όντα είναι για εμάς εκείνα τα πνεύματα των οποίων η πραγματικότητα μαρτυρείται από την Αγία Γραφή, τη διδασκαλία της πίστης και τη ζωή της πίστης, και των οποίων η ενέργεια παρεμβαίνει δυναμικά στη δική μας ζωή.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας κατέβαλαν προσπάθεια να ανασυνθέσουν τη μορφή αυτών των πνευματικών όντων από την πληθώρα των χωρίων της Γραφής που αναφέρονται στους αγγέλους. Το πιο ολοκληρωμένο ίσως σχήμα το βρίσκουμε στα έργα του Αρεοπαγίτη· αυτά αποτέλεσαν τη βάση για την αγγελολογία της Σχολαστικής. Ο άγιος Θωμάς αξιοποίησε σε μέγιστο βαθμό τα αρεοπαγιτικά κείμενα. Δεν είναι εδώ ο τόπος να καθοριστεί η σχέση των δύο· κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό μόνο με τη βοήθεια μιας συνολικής παρουσίασης της κοσμοεικόνας μέσα στην οποία εντάσσεται η αγγελολογία και στις δύο περιπτώσεις.

Η πρόθεση του Διονυσίου (ή Ψευδο-Διονυσίου), σύμφωνα με τη δική του δήλωση, είναι καθαρά θεολογική, ακόμη και ερμηνευτική: επιδιώκει να αναδείξει ό,τι έχει αποκαλυφθεί στην Αγία Γραφή για τους αγγέλους. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα έργα του στερούνται φιλοσοφικών στοιχείων. Κάθε ερμηνεία της Γραφής εξαρτάται από την πνευματική ιδιοσυγκρασία εκείνου που την επιχειρεί. Και είναι φανερό ότι ο συγγραφέας των αρεοπαγιτικών κειμένων χειρίζεται τον εννοιολογικό κόσμο της ελληνικής φιλοσοφίας ως φυσικό όργανο του πνεύματός του. Όμως τον χρησιμοποιεί ως εργαλείο για τις θεολογικές του έρευνες· δεν ενεργεί ως φιλόσοφος.

Όπως χρησιμοποιούμε μια ταξιδιωτική περιγραφή για να ενημερωθούμε για μια άγνωστη χώρα, έτσι θέλουμε να αφήσουμε αυτή την αγγελολογία, αντλημένη από την Αγία Γραφή, να μας εισαγάγει σε μια περιοχή του πνευματικού είναι, στην οποία η εμπειρία δεν μας δίνει πρόσβαση, και κατόπιν να εξετάσουμε τι γνώση της ουσίας του πνεύματος προκύπτει από αυτή την εικόνα. (Μάλλον δεν χρειάζεται να τονιστεί ότι δεν τοποθετούμε την αποκάλυψη στο ίδιο επίπεδο με τη φυσική εμπειρία, η οποία –ως εμπειρία άλλων– μας παρέχεται μέσω μιας ταξιδιωτικής περιγραφής ως πηγή γνώσης στη θέση της άμεσης εμπειρίας. Εφόσον εδώ δεν μας απασχολούν εμπειρικές-επιστημονικές διαπιστώσεις, δεν έχει σημασία από ποια πηγή προέρχεται η περιγραφόμενη εικόνα, αρκεί να εκφράζει μια γνήσια δυνατότητα ουσίας.)


2. Η αγγελολογία του Αρεοπαγίτη

Ο Αλβέρτος ο Μέγας, στον πρόλογο της «Ουράνιας Ιεραρχίας», φωτίζει με ένα σύντομο χωρίο της Γραφής τη βασική ιδέα των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων και, μαζί με αυτήν, το περίγραμμα της κοσμοθεωρίας τους: Ad locum, unde exeunt flumina, revertuntur, ut iterum fluant (Εκκλ. 1, 7). Ο Θεός είναι ο τόπος από τον οποίο εκπορεύεται κάθε ον: όλα τα φυσικά δημιουργήματα, καθώς και όλα τα χαρίσματα της χάριτος και της δόξας που εκχύνονται πάνω τους. Ό,τι υπάρχει το έχει δημιουργήσει η θεία αγαθότητα, για να του δώσει μετοχή στο θείο είναι.

Αυτό πραγματοποιείται μέσω μιας ακτίνας φωτισμού που εκπορεύεται από τον Θεό και διαπερνά όλη τη δημιουργία, ώστε να τη στρέψει προς τον Θεό και να την ενώσει μαζί Του· αλλά αυτό συντελείται βαθμιαία: τα ανώτερα δημιουργήματα, που βρίσκονται πλησιέστερα στον Θεό, δέχονται πρώτα τον φωτισμό, διαποτίζονται από αυτόν και στρέφονται προς τον Θεό· ταυτόχρονα όμως στρέφονται προς τα κατώτερα, για να μεταδώσουν από την πληρότητα που έλαβαν ό,τι εκείνα μπορούν να δεχθούν. Αυτά τα πλησιέστερα στον Θεό δημιουργήματα είναι οι άγγελοι. Και αυτοί σχηματίζουν με τη σειρά τους μια «ιεραρχία», δηλαδή μια βαθμιδωτή τάξη ανώτερων, μεσαίων και κατώτερων πνευματικών όντων.

Το έργο για την Ουράνια Ιεραρχία ασχολείται κυρίως με την παρουσίαση των διαφορών των εννέα αγγελικών τάξεων και των μεταξύ τους σχέσεων. Εμάς όμως μας ενδιαφέρει κυρίως τι χαρακτηρίζει τα ουράνια πνεύματα ως τέτοια. Πρέπει λοιπόν αυτό το γενικό γνώρισμα να εξαχθεί από το σύνολο.


Η Αγία Γραφή μιλά για τα καθαρά πνεύματα, όπως και για τον ίδιο τον Θεό, με εικόνες που προέρχονται από τον αισθητό κόσμο. Αυτές οι εικόνες πρέπει να κατανοούνται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι κάθε αισθητό πράγμα εκφράζει κάτι πνευματικό. Υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που καθιστά δυνατή αυτή την έκφραση, αλλά ποτέ δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ εικόνας και εικονιζόμενου, παρά μόνο ομοιότητα, η οποία συνοδεύεται πάντοτε από μια ακόμη μεγαλύτερη ανομοιότητα. Αυτό που εννοείται είναι προσληπτό μόνο μέσω εικόνων, αλλά πάντοτε ως κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο μέσω του οποίου καθίσταται προσληπτό.

Αυτό ισχύει ακόμη και όταν το οικείο σε εμάς γήινο στοιχείο, μέσω του οποίου προσπαθούμε να κατανοήσουμε το υπερβατικό, είναι κάτι ψυχικό ή πνευματικό. Έτσι, η «οργή» στα άλογα όντα είναι μια άλογη διέγερση, ενώ στα πνευματικά όντα είναι η ανδρική δύναμη του λόγου τους, η αμετακίνητη σταθερότητά τους στις θείες, αμετάβλητες κατοικίες. Η «επιθυμία» στα άλογα όντα είναι απερίσκεπτη, στραμμένη προς κάτι υλικό και μεταβαλλόμενο, μια κατάσταση που προκαλείται χωρίς αυτοκυριαρχία από φυσική ροπή ή συνήθεια, μια άλογη κυριαρχία της σωματικής ορμής που παρασύρει ολόκληρο το ζωντανό ον προς το αισθητό αντικείμενο της επιθυμίας.

Στα καθαρά πνεύματα, όμως, με τον όρο αυτόν εννοείται η θεία αγάπη, με την οποία αγαπούν το ανώτερο πνευματικό με τρόπο κατανοητικό και λογικό, καθώς και η διαρκής επιθυμία για την καθαρή, απαλλαγμένη από πάθος θεωρία και ένωση με την ύψιστη και καθαρότερη αγάπη…

Συνεχίζεται

Η  EDITH STEIN  ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ ΧΩΡΙΣ ΑΛΛΟ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ. ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ. 
ΟΜΩΣ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ, ΖΗΖΙΟΥΛΑ, ΡΩΜΑΝΙΔΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ, ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΔΙΔΑΣΚΟΥΝ ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΑΝΥΠΟΨΙΑΣΤΟ;;; ΟΤΙ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΠΛΕΟΝ ΔΙ' ΕΥΧΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ.

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 4 EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]

 Συνέχεια από Σάββατο 21. Μαρτίου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 4
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]

3. Σώμα, ψυχή, πνεύμα. «Το κάστρο της ψυχής»

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΟΛΙΚΗΣ ΕΚΛΕΙΨΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΕΓΑ ΕΣΤΙ. ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΗΡΩΙΚΗΣ ΜΑΘΗΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΑΝΟΙΞΟΥΜΕ ΜΙΑ ΔΙΕΞΟΔΟ. 
ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΛΙΓΗ ΥΠΟΜΟΝΗ. 

...........Εάν ο Δημιουργός είναι το Αρχέτυπο της Δημιουργίας, δεν θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στην δημιουργία μία εικόνα, έστω και μακρυνή, της Τριαδικής ενότητος του Πρωταρχικού Είναι; Και δεν θα ήταν δυνατόν, ξεκινώντας από αυτό να φτάσουμε σε μία βαθύτερη κατανόηση του πεπερασμένου Είναι;
Είναι δυνατόν να αποδειχθεί Ιστορικά, πως η προσπάθεια να ερμηνευθεί λογικά το δόγμα της αποκεκαλυμμένης Αγίας Τριάδος οδήγησε στην μορφοποίηση των φιλοσοφικών εννοιών τής υποστάσεως και του προσώπου. Με αυτές τις έννοιες φτάσαμε σε κάτι ουσιώδες, όχι μόνον στην κατανόηση του Τριαδικού Θεού, αλλά επίσης και του ανθρωπίνου Είναι και του κόσμου τής πραγματικότητος. Ξεκινώντας από αυτό το σημείο, προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε την Αποκάλυψη για να γνωρίσουμε το πεπερασμένο Είναι.
Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙ ΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ. ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΑΥΤΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΤΕΛΕΙΑ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ.
π. Γεώργιος Καψάνης  [Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕΙ ΤΟ ΚΑΤΈΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΝΑ ΜΑΣ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ]

.......Ωστόσο, δεν θα ήταν σωστό να θεωρήσουμε την ψυχή του ζώου απλώς ως μια «διάταξη» στην υπηρεσία του σώματος, ως κάτι υποταγμένο σε αυτό. Εδώ επικρατεί μια ισορροπία μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού, ενώ στο φυτό υπερισχύει πλήρως το εξωτερικό, και στον άνθρωπο η ψυχή έχει μια ζωή που μπορεί να αποσπαστεί από το σώμα και έχει δικό της νόημα.
Το ζώο είναι μια ενότητα σωματοψυχικής μορφής· η ιδιαιτερότητά του εκδηλώνεται διττά, σε σωματικές και ψυχικές ιδιότητες, και φανερώνεται σε σωματική και ψυχική συμπεριφορά. Στέκεται ως αυτό το όλο μέσα στο περιβάλλον του και σχετίζεται με αυτό με τον δικό του τρόπο ως σύνολο. Σχετίζεται από το εσώτατο σημείο της ύπαρξής του, όπου συντελείται η μετάβαση από τα εξωτερικά ερεθίσματα στην ανταποκριτική συμπεριφορά.
Πρόκειται για ένα ζωντανό κέντρο, στο οποίο όλα συγκλίνουν και από το οποίο όλα εκπορεύονται: το παιχνίδι του «ερεθισμού» και της αντίδρασης είναι ζωή του εγώ. Αλλά δεν είναι συνειδητή εμπειρία ούτε ελεύθερη στάση: αυτό το εγώ είναι παραδομένο στη «μηχανική» της ζωής του, δεν στέκεται ως πρόσωπο πίσω και πάνω από αυτήν......

Στην ανθρώπινη ψυχή έχει πραγματοποιηθεί αυτή η ανόρθωση. Η εσωτερική ζωή εδώ είναι συνειδητή ύπαρξη, το «εγώ» ένα άγρυπνο, του οποίου το ανοιχτό πνευματικό μάτι κοιτάζει προς τα έξω και προς τα μέσα: μπορεί να δεχθεί κατανοώντας ό,τι το πλησιάζει και, με προσωπική ελευθερία, να απαντήσει έτσι ή αλλιώς σε αυτό. Αυτό μπορεί να το κάνει, και επειδή μπορεί να το κάνει, ο άνθρωπος είναι πνευματικό πρόσωπο, φορέας της ζωής του με την ιδιαίτερη έννοια του προσωπικού «το έχει στα χέρια του». Ωστόσο, δεν κάνει πλήρη χρήση της ελευθερίας του, αλλά σε μεγάλο βαθμό αφήνεται στο «γίγνεσθαι» ή στην «ώθηση» όπως ένα αισθητηριακό ον. Και πράγματι είναι αισθητηριακό ον και καθόλου ικανός να διαμορφώσει ολόκληρη τη ζωή του ως ελεύθερη πράξη.

Το κτιστό καθαρό πνεύμα περιορίζεται στην ελευθερία του μόνο από το γεγονός ότι δεν έχει την ύπαρξή του από τον εαυτό του, αλλά τη λαμβάνει και τη λαμβάνει ως διαρκώς νέα δωρεά καθ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του. Κάθε κτιστή ελευθερία είναι υπό όρους ελευθερία. Παρ’ όλα αυτά, η ύπαρξη του καθαρού πνεύματος είναι στο πλήρες εύρος της προσωπική ζωή, ελεύθερη αυτοδέσμευση του εαυτού του. Η γνώση του, η αγάπη του και η υπηρεσία του – και η μακάρια χαρά στη γνώση, στην αγάπη και στην υπηρεσία – όλα αυτά είναι ταυτόχρονα λήψη και αποδοχή, ελεύθερη προσφορά του εαυτού μέσα σε αυτή τη δωρημένη ζωή.

Για τον άνθρωπο υπάρχει μόνο ένας τομέας ελευθερίας που δεν συμπίπτει με το πλήρες εύρος της ύπαρξής του. Και εδώ η ψυχή είναι «μέσο» με μια νέα έννοια: η διαμεσολάβηση μεταξύ πνευματικότητας και σωματικής-αισθητηριακής ύπαρξης. Ωστόσο, η παραδοσιακή τριμερής διάκριση σώμα-ψυχή-πνεύμα δεν πρέπει να κατανοείται σαν η ψυχή του ανθρώπου να είναι ένα τρίτο βασίλειο ανάμεσα σε δύο που υπάρχουν ήδη χωρίς αυτήν και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο: μέσα στην ίδια συναντώνται η πνευματικότητα και η αισθητηριακότητα και είναι αλληλένδετες. Ακριβώς αυτό διαφοροποιεί τον ιδιαίτερο τρόπο ύπαρξης της πνευματικής ψυχής από εκείνον της αισθητηριακής ψυχής και του καθαρού πνεύματος.

Ο άνθρωπος δεν είναι ούτε ζώο ούτε άγγελος, επειδή είναι και τα δύο μαζί σε ένα. Η σωματική-αισθητηριακή του φύση είναι διαφορετική από εκείνη του ζώου, και η πνευματικότητά του διαφορετική από εκείνη του αγγέλου. Έχει ήδη γίνει λόγος γι’ αυτό περιστασιακά. Αισθάνεται ή αντιλαμβάνεται ό,τι συμβαίνει μέσα και με το σώμα, αλλά αυτή η αίσθηση είναι συνειδητή αντίληψη και κατευθύνεται προς το να μεταβεί στη νοητική κατανόηση του σώματος και των σωματικών διεργασιών, καθώς και στην αντίληψη εκείνου που «πέφτει στις αισθήσεις», δηλαδή του εξωτερικού κόσμου. Η αντίληψη είναι ήδη γνώση, πνευματική ενέργεια.

Σε αυτήν, το υποκείμενο που γνωρίζει τίθεται απέναντι από το γνωριζόμενο· το ίδιο το σώμα – όχι μόνο ο εξωτερικός κόσμος – γίνεται «αντικείμενο», έστω και αντικείμενο ιδιαίτερου είδους. Το εγώ αποσπάται κατά κάποιον τρόπο από το σώμα και ανυψώνεται, με προσωπική ελευθερία, πάνω από τη σωματικότητά του και την αισθητηριακότητά του. «Κατά κάποιον τρόπο», γιατί ωστόσο παραμένει δεμένο με αυτήν. Η πνευματική ζωή αναδύεται διαρκώς εκ νέου από την αισθητηριακή και δεν στέκεται σε δικό της θεμέλιο· όμως το εγώ έχει τη δυνατότητα να λάβει τη θέση του στο «ανώτερο» είναι του και, από εκεί, να αναλάβει ελεύθερα το «κατώτερο». Μπορεί, για παράδειγμα, να θέσει ως στόχο να διερευνήσει γνωστικά το ίδιο του το σώμα και τη δική του αισθητηριακή ζωή.


Μαθαίνει τις δυνατότητες να χρησιμοποιεί το σώμα και τις αισθήσεις ως εργαλεία της γνώσης και της δράσης του, να τα ασκεί για ορισμένους σκοπούς και έτσι να τα διαμορφώνει σε ολοένα τελειότερα εργαλεία. Έχει επίσης τη δυνατότητα να καταστέλλει αισθητηριακές παρορμήσεις, να αποσύρεται σε μεγάλο βαθμό από τη σωματική-αισθητηριακή ζωή και, αντίθετα, να εδραιώνεται πιο σταθερά στην πνευματική. Η πνευματική ζωή είναι το κατεξοχήν πεδίο της ελευθερίας: εδώ το εγώ μπορεί πράγματι να παράγει κάτι από τον εαυτό του.
Αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερες πράξεις» – μια απόφαση, η εκούσια ανάληψη μιας πράξης, η ρητή στροφή προς μια «αναδυόμενη» σκέψη, η συνειδητή διακοπή μιας αλληλουχίας σκέψης, ένα ερώτημα, μια αίτηση, μια παραχώρηση, μια υπόσχεση, μια εντολή, μια υπακοή – όλα αυτά είναι «πράξεις» του εγώ, ποικίλες ως προς το νόημα και την εσωτερική τους δομή, αλλά ενωμένες στο ότι το εγώ, μέσω αυτών, καθορίζει το περιεχόμενο και την κατεύθυνση της ύπαρξής του και, καθώς τοποθετεί τον εαυτό του σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση και αφιερώνεται σε ένα επιλεγμένο βιωματικό περιεχόμενο, με μια ορισμένη έννοια «παράγει» τη δική του ζωή.
Έτσι δεν γίνεται ο ίδιος ο δημιουργός του εαυτού του ούτε απολύτως ελεύθερος: η ελευθερία για αυτοκαθορισμό του έχει δοθεί, και η «ζωτικότητα» που αναπτύσσει προς μια επιλεγμένη κατεύθυνση του έχει δοθεί, και κάθε πράξη είναι απάντηση σε ένα ερέθισμα και πρόσληψη ενός προσφερόμενου. Παρ’ όλα αυτά, οι ελεύθερες πράξεις διατηρούν το ιδιαίτερο γνώρισμα της αυτοτοποθέτησης, που αποτελεί την κατεξοχήν μορφή της προσωπικής ζωής.

Κάθε βουλητική επίδραση πάνω στο σώμα και κάθε διαμορφωτική παρέμβαση στον εξωτερικό κόσμο, που χρησιμοποιεί το σώμα ως εργαλείο, βασίζεται στο ότι η ελευθερία δεν περιορίζεται στο καθαρά πνευματικό πεδίο και ότι αυτό δεν είναι μια περιοχή κλειστή στον εαυτό της. Το υπόβαθρο πάνω στο οποίο ανυψώνεται η πνευματική ζωή και η ελεύθερη δράση και στο οποίο παραμένει δεμένη, δίνεται στο ίδιο ως «ύλη» για να το διαφωτίσει, να το διαμορφώσει και να το χρησιμοποιήσει.
Έτσι, η σωματική-αισθητηριακή ζωή του ανθρώπου γίνεται και αυτή προσωπικά διαμορφωμένη και μέρος της προσωπικότητας. Δεν παύει όμως ποτέ να είναι «σκοτεινό υπόβαθρο». Το να το διαφωτίζει όλο και περισσότερο και να το μορφοποιεί ολοένα πιο έντονα προσωπικά αποτελεί έργο ολόκληρης ζωής της ελεύθερης πνευματικότητας.
Με αυτά, όμως, δεν έχει ακόμη αποδοθεί το ψυχικό στο έσχατο νόημά του. Η ψυχή είναι ο «χώρος» στο μέσον του σωματικο-ψυχο-πνευματικού όλου· ως αισθητηριακή ψυχή κατοικεί στο σώμα, σε όλα τα μέλη και τα μέρη του, δέχεται από αυτό και ενεργεί διαμορφωτικά και συντηρητικά πάνω του· ως πνευματική ψυχή υπερβαίνει τον εαυτό της, στρέφει το βλέμμα της σε έναν κόσμο πέρα από το ίδιο της το εγώ – έναν κόσμο πραγμάτων, προσώπων, γεγονότων – έρχεται σε κατανοητική σχέση μαζί του και δέχεται από αυτόν· ως ψυχή με την κυριότερη έννοια, όμως, κατοικεί μέσα στον εαυτό της: σε αυτήν είναι το προσωπικό εγώ στο σπίτι του.
Εδώ συγκεντρώνεται ό,τι εισέρχεται από τον αισθητηριακό και από τον πνευματικό κόσμο· εδώ πραγματοποιείται η εσωτερική επεξεργασία τους, από εδώ λαμβάνεται στάση απέναντί τους, και εδώ αντλείται εκείνο που γίνεται το πιο προσωπικό κτήμα, συστατικό του ίδιου του εαυτού – αυτό που (μεταφορικά) «γίνεται σάρκα και αίμα».
Η ψυχή ως «εσωτερικό κάστρο», όπως την περιέγραψε η αγία μητέρα Τερέζα, δεν είναι σημειακή όπως το «καθαρό εγώ», αλλά ένας «χώρος» – μάλιστα ένα «κάστρο» με πολλές κατοικίες – μέσα στον οποίο το εγώ μπορεί να κινείται ελεύθερα, άλλοτε προς τα έξω, άλλοτε αποσυρόμενο περισσότερο προς το εσωτερικό.
Και δεν είναι «κενός χώρος», παρόλο που μια πληθώρα μπορεί να εισχωρήσει σε αυτόν και να γίνει δεκτή – και μάλιστα πρέπει να γίνει δεκτή, αν πρόκειται να αναπτύξει τη δική της ιδιάζουσα ζωή. Η ψυχή δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να δέχεται· τρέφεται από τα περιεχόμενα που προσλαμβάνει πνευματικά μέσω της εμπειρίας, όπως το σώμα από τα δομικά στοιχεία που επεξεργάζεται. Αυτή η εικόνα δείχνει πιο καθαρά από εκείνη του «χώρου» ότι δεν πρόκειται απλώς για πλήρωση ενός κενού, αλλά ότι εκείνο που δέχεται είναι ένα ον με δική του ουσία (μία οὐσία), το οποίο δέχεται με τον δικό του τρόπο και ενσωματώνει μέσα του ό,τι προσλαμβάνει.

Είναι η ουσία της ψυχής, με τις ιδιότητες και τις ικανότητες που ριζώνουν σε αυτήν, που αποκαλύπτεται μέσα στην εμπειρία και έτσι προσλαμβάνει ό,τι χρειάζεται για να γίνει αυτό που οφείλει να είναι. Αυτή η ουσία, με την ιδιομορφία της, δίνει στο σώμα όπως και σε κάθε προσωπική πνευματική πράξη το ιδιαίτερο αποτύπωμά της και επιπλέον εκχέεται από αυτήν με ασυνείδητο και αθέλητο τρόπο.

4. Εγώ, ψυχή, πνεύμα, πρόσωπο

Το εγώ, η ψυχή, το πνεύμα, το πρόσωπο – όλα αυτά συνδέονται φανερά με τον πιο εσωτερικό τρόπο, και όμως καθεμία από αυτές τις λέξεις έχει μια ιδιαίτερη σημασία που δεν ταυτίζεται πλήρως με των άλλων. Με τον όρο «εγώ» εννοούμε το ον του οποίου η ύπαρξη είναι ζωή (και μάλιστα όχι ζωή με την έννοια της υλικής διαμόρφωσης, αλλά ως ανάπτυξη του εγώ μέσα σε μια ύπαρξη που αναβλύζει από το ίδιο) και το οποίο, μέσα σε αυτήν την ύπαρξη, έχει επίγνωση του εαυτού του (είτε στη χαμηλότερη μορφή της αμβλείας αισθητηριακής αίσθησης είτε στην ανώτερη του άγρυπνου συνειδητού). Δεν είναι ταυτόσημο με την ψυχή, όπως δεν είναι ταυτόσημο ούτε με το σώμα.
Το «εγώ» «κατοικεί» στο σώμα και στην ψυχή – είναι παρόν σε κάθε σημείο όπου αισθάνεται κάτι ζωντανό και παρόν, ακόμη κι αν έχει την κατεξοχήν «έδρα» του σε ένα συγκεκριμένο σημείο του σωματικού οργανισμού και σε έναν συγκεκριμένο «τόπο» της ψυχής· και επειδή το σώμα και η ψυχή «του» ανήκουν, γι’ αυτό συχνά μεταφέρεται το όνομα «εγώ» σε ολόκληρο τον άνθρωπο. Δεν είναι όλη η σωματική ζωή ζωή του εγώ – η ανάπτυξη και οι διαδικασίες θρέψης, για παράδειγμα, συντελούνται σε μεγάλο βαθμό χωρίς να τις αντιλαμβανόμαστε, παρόλο που αντιλαμβανόμαστε κάποια πράγματα που σχετίζονται με αυτές ή συνδέονται με αυτές.

Ούτε και η ζωή της ψυχής είναι καθ’ ολοκληρίαν καθαρή ζωή του εγώ. Η ανάπτυξη και η διαμόρφωση της ψυχής συντελούνται σε μεγάλο βαθμό χωρίς να φτάνει κάτι από αυτά στη συνείδησή μου. Μπορεί να θεωρώ ότι έχω «ξεπεράσει» μια οδυνηρή εμπειρία και για πολύ καιρό να μη σκέφτομαι πια αυτήν. Όμως, ξαφνικά, μια νέα εμπειρία μπορεί να μου τη φέρει πάλι στη μνήμη, και η εντύπωση που μου προκαλεί τότε, οι σκέψεις που γεννά, με κάνουν να καταλάβω ότι όλο αυτό το διάστημα δρούσε μέσα μου, μάλιστα ότι χωρίς αυτήν δεν θα ήμουν αυτό που είμαι σήμερα.

«Μέσα μου» – δηλαδή στην ψυχή μου, σε ένα βάθος που συνήθως παραμένει κρυφό και μόνο κατά καιρούς ανοίγεται. Η άγρυπνη και συνειδητή ζωή του εγώ είναι η οδός πρόσβασης προς την ψυχή και την κρυφή της ζωή, όπως η αισθητηριακή ζωή είναι η οδός πρόσβασης προς το σώμα και τη δική του κρυφή ζωή. Είναι οδός πρόσβασης, επειδή αποτελεί έκφραση αυτού που συμβαίνει στην ψυχή και αποτέλεσμα της ουσίας της.
Όλα όσα βιώνω προέρχονται από την ψυχή μου· είναι συνάντηση της ψυχής με κάτι που της προκαλεί «εντύπωση». Το σημείο εκκίνησης ή αφετηρίας τους μέσα στην ψυχή μπορεί να βρίσκεται περισσότερο στην επιφάνεια ή στο βάθος. Το «από πού» προέρχονται και αυτή η διαστρωμάτωση της ίδιας της ψυχής αποκαλύπτονται μέσα από το βίωμα που αναδύεται από αυτά και μέσα σε αυτό, επειδή μέσα σε αυτό ανοίγονται και φτάνουν στην «ενεργό», παρόντως ζωντανή ύπαρξή τους.
Αυτό συμβαίνει ήδη στην πρωταρχική κατεύθυνση του βιώματος, πριν ακόμη μια εκ των υστέρων στραμμένη ματιά (μια «αναστοχαστική πράξη» ή «αναστοχασμός») – που προσέχει, παρατηρεί, εξετάζει ή αναλύει – στραφεί προς το βίωμα, όπως και η πιο πρωταρχική μορφή της «συνείδησης» συνοδεύει τη ζωή του εγώ χωρίς να αποσπάται από αυτήν ως ιδιαίτερη «αντίληψη» και να στρέφεται προς αυτήν.

Γι’ αυτό κάθε άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του ήδη μέσα από την απλή άγρυπνη ζωή του, χωρίς να καθιστά τον εαυτό του αντικείμενο και χωρίς να καταβάλλει προσπάθεια μέσω αυτοπαρατήρησης, αυτοανάλυσης και αυτογνωσίας.
Μέ την «αυτοαντίληψη» ή «εσωτερική αντίληψη» (τα δύο δεν ταυτίζονται, γιατί στην αυτοαντίληψη ανήκει και η αντίληψη του σώματος και γιατί υπάρχει πρόσβαση στο σώμα και μέσω της εξωτερικής αντίληψης, ενώ μέσω του σώματος – μέσα από τις σωματικές εκφράσεις – υπάρχει επίσης από έξω πρόσβαση και προς την ψυχή), η αρχική συνείδηση γίνεται τέτοια μόνο όταν το εγώ απομακρύνεται από το πρωταρχικό βίωμα και το καθιστά αντικείμενο. Τότε η ψυχή του εμφανίζεται ως κάτι «πραγματοειδές», «ουσιώδες», με μόνιμες ιδιότητες, με ικανότητες που μπορούν και χρειάζονται ανάπτυξη και ενίσχυση, με μεταβαλλόμενες καταστάσεις και δραστηριότητες. Έτσι όμως συναντά και τον ίδιο του τον εαυτό, γιατί σε αυτό που είναι «φορέας» του βιώματος, που επιτελεί τις ενέργειες και υφίσταται τις εντυπώσεις, αναγνωρίζει τον εαυτό του.
Το εγώ, από το οποίο αναβλύζει κάθε ζωή του εγώ και το οποίο μέσα σε αυτήν έχει επίγνωση του εαυτού του, είναι το ίδιο εκείνο στο οποίο ανήκουν το σώμα και η ψυχή, που τα περιλαμβάνει και τα περικλείει πνευματικά. Αυτό που στο «νεκρό» πράγμα επιτελεί η κενή μορφή του αντικειμένου, εδώ είναι έργο του ζωντανού, πνευματικού, προσωπικού εγώ. Με τον όρο «πρόσωπο» εννοήσαμε το συνειδητό και ελεύθερο εγώ. «Ελεύθερο» είναι, γιατί είναι «κύριος των πράξεών του», επειδή καθορίζει τη ζωή του από τον εαυτό του – με τη μορφή «ελεύθερων πράξεων».

Οι ελεύθερες πράξεις είναι το πρώτο πεδίο κυριαρχίας του προσώπου. Επειδή όμως με τη δράση του ασκεί διαμορφωτική επίδραση στο σώμα και στην ψυχή, ολόκληρη η δική του «ανθρώπινη φύση» ανήκει στο πεδίο της κυριαρχίας του· και επειδή μέσω της ψυχοσωματικής του δράσης μπορεί να επεμβαίνει και στον περιβάλλοντα κόσμο, έχει και εκεί έναν χώρο δύναμης, τον οποίο μπορεί να ονομάσει «δικό του». Ό,τι επιτελεί ελεύθερα και συνειδητά είναι ζωή του εγώ, αλλά το αντλεί από βάθος – άλλοτε μεγαλύτερο και άλλοτε μικρότερο: για παράδειγμα, η απόφαση για έναν περίπατο προέρχεται από πολύ πιο επιφανειακό στρώμα από ό,τι η απόφαση για το επάγγελμα της ζωής. Και αυτό το βάθος είναι το βάθος της ψυχής, που «ζωντανεύει» και φωτίζεται μέσα στη ζωή του εγώ, ενώ πριν ήταν κρυμμένο και παραμένει μυστηριώδες ακόμη και μετά από αυτή τη φώτιση.
Το τι «μπορεί» ο άνθρωπος ως ελεύθερο πρόσωπο το μαθαίνει μόνο όταν το πράττει, ή κατά κάποιον τρόπο προκαταβολικά, όταν αυτό εμφανίζεται μπροστά του ως «απαίτηση». Οι σχέσεις μεταξύ εγώ, προσώπου και ψυχής γίνονται τώρα σαφέστερες. Αν το «καθαρό εγώ» θεωρηθεί ως το «σημείο» από το οποίο αναλαμβάνεται κάθε ελεύθερη πράξη και στο οποίο κάθε πρόσληψη γίνεται αισθητή και φτάνει στη συνείδηση, τότε μια τέτοια θεώρηση είναι δυνατή. Όμως παραβλέπει τη ριζωμένη προέλευση της ζωής του εγώ από το θεμέλιο από το οποίο αυτή αναδύεται.
Το εγώ είναι, τρόπον τινά, το σημείο διάβασης από το σκοτεινό βάθος προς τη φωτεινή διαύγεια της συνειδητής ζωής και συγχρόνως από τη «δυνατότητα» ή «προ-πραγματικότητα» προς την πλήρη παρούσα πραγματικότητα (από τη δύναμη στην ενέργεια). Μέσα στην εμπειρία του «μπορώ», το εγώ αποκτά συνείδηση των «δυνάμεων» που «κοιμούνται» στην ψυχή του και από τις οποίες ζει· και η ζωή του εγώ είναι η πραγμάτωση, η ενεργοποίηση αυτών των δυνάμεων, μέσω της οποίας γίνονται ορατές.
Το πρόσωπο, ως το εγώ που περιλαμβάνει σώμα και ψυχή, τα διαφωτίζει γνωστικά και τα κυριαρχεί βουλητικά, το κατανοήσαμε ως τον φορέα που υψώνεται πίσω και πάνω από το σύνολο σώματος και ψυχής ή ως τη μορφή που συνοψίζει το πλήθος. Όπως όμως ειπώθηκε γενικά ότι η κενή μορφή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς περιεχόμενο, ούτε το περιεχόμενο χωρίς μορφή, έτσι αυτό φαίνεται εδώ ιδιαίτερα καθαρά. Ως «καθαρό εγώ» το πρόσωπο δεν θα μπορούσε να ζήσει. Ζει από τον πλούτο της ουσίας που φωτίζεται μέσα στην άγρυπνη ζωή, χωρίς ποτέ να μπορεί να διαφωτιστεί ή να κυριαρχηθεί πλήρως.
Το πρόσωπο φέρει αυτόν τον πλούτο και συγχρόνως φέρεται από αυτόν ως από το σκοτεινό του θεμέλιο. Εδώ αποκαλύπτεται η ιδιαιτερότητα του ανθρώπινου προσώπου: αυτό που έχει κοινό με το πρόσωπο του Θεού και των καθαρών πνευμάτων και αυτό που το διαφοροποιεί από αυτά. Ως ον που ζει συνειδητά και ελεύθερα, που περιλαμβάνει και φέρει τον πλούτο της ουσίας του, μοιάζει με τα καθαρά πνεύματα· ως ον που αναδύεται από ένα σκοτεινό θεμέλιο και στηρίζεται σε αυτό, ως ανίκανο να διαμορφώσει, να φωτίσει και να κυριαρχήσει πλήρως όλο το «είναι» του προσωπικά, υπολείπεται αυτών· αλλά, από την άλλη πλευρά, έχει έναν ορισμένο υπεροχικό τρόπο ύπαρξης έναντι των κτιστών καθαρών πνευμάτων, λόγω του ιδιαίτερου «βάθους» του και, συνεπώς, μια διαφορετική από τη δική τους ομοιότητα προς τον Θεό. Να αναδειχθεί η σχέση πνεύματος και ψυχής. Η ανθρώπινη ψυχή χαρακτηρίζεται ως πνευματικό δημιούργημα, και αν θέλει κανείς να διαιρέσει κάθε πραγματικότητα σε πνεύμα και ύλη, τότε δεν απομένει καμία άλλη δυνατότητα, αφού δεν είναι χωρικά εκτεινόμενη και αισθητά αντιληπτή όπως καθετί χωρικό-υλικό. Ωστόσο – και αυτό την διαφοροποιεί ουσιαστικά από τα καθαρά πνεύματα – είναι εκ φύσεως δεσμευμένη με την ύλη. Αυτό εκφράζεται καθαρά στο ότι είναι μορφή του σώματος. Δεν είναι αυτό μόνο μέσω των κατώτερων ικανοτήτων της, που μοιράζεται με την φυτική και ζωική ψυχή, αλλά μέσω ολόκληρης της ενιαίας της ουσίας, μέσα στην οποία ριζώνουν και οι ανώτερες, εκείνες που την διακρίνουν και την φέρνουν πλησιέστερα στα καθαρά πνεύματα.
«Το πνεύμα ως ψυχή οικοδομεί από στιγμή σε στιγμή, μέσα στην ύλη και στον χώρο, τον άνθρωπο ως ένα πάντοτε κινούμενο και μεταβαλλόμενο ον, έτσι ώστε το εξωτερικό να καθορίζεται και να διαμορφώνεται πράγματι πάντοτε από το εσωτερικό και το εσώτατο …». Το «εσωτερικό και εσώτατο» – αυτό είναι όμως το «πνευματικότερο», εκείνο που είναι πιο απομακρυσμένο από την υλικότητα, αυτό που κινεί την ψυχή στο βάθος της. Αν αυτό μας φαίνεται θαυμαστό, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε το ακόμη μεγαλύτερο «θαύμα» (στο οποίο αυτό εντάσσεται): ότι κάθε υλικό συγκροτείται από το πνεύμα.
Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι ολόκληρος ο υλικός κόσμος έχει δημιουργηθεί από το θείο πνεύμα, αλλά ότι κάθε υλική μορφή είναι εμποτισμένη από πνεύμα. Καθετί φέρει είτε, ως φυσικό πράγμα, τη μορφή του μέσα του, η οποία το διαμορφώνει εκ των έσω, είτε, ως ανθρώπινο έργο, έχει διαμορφωθεί απ’ έξω και, μέσω της μορφής του, έχει καταστεί φορέας νοήματος. Η μορφή που διαμορφώνει την ύλη δεν είναι η ίδια ύλη. Για να κατανοήσουμε τη σχέση της με το πνεύμα, πρέπει να λάβουμε υπόψη μια διευρυμένη σημασία της λέξης «πνεύμα».


Συνεχίζεται με:

§ 4. Περαιτέρω διευκρίνιση της έννοιας του πνεύματος: πνεύμα ως ύπαρξη και ζωή (ιδέα και δύναμη)

ΠΟΛΥΤΙΜΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΤΑΛΛΑΞΕ ΤΟ ΝΟΥ ΜΕ ΤΟ ΕΓΩ.