Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Luca M. Possati - Το νόημα ως ισορροπία κατά Nash. Η Φαινομενολογία του Husserl και η θεωρία παιγνίων.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Luca M. Possati - Το νόημα ως ισορροπία κατά Nash. Η Φαινομενολογία του Husserl και η θεωρία παιγνίων.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Το νόημα ως ισορροπία κατά Nash. Η Φαινομενολογία του Husserl και η θεωρία παιγνίων α

Το νόημα ως ισορροπία κατά Nash. Η Φαινομενολογία του Husserl και η θεωρία παιγνίων α

Του Luca M. Possati (Institute of Philosophy, University of Porto, Porto, Portugal)
Philosophia (2020) 48: 1147-1170


Περίληψη

Το νόημα είναι μια από τις πιο τολμηρές και αμφιλεγόμενες έννοιες της θεωρίας της αποβλεπτικότητας κατά τον Husserl. Εισήχθη το 1912 από τον Husserl, μέσα σε κάποια χειρόγραφα, αλλά αναπτύχθηκε πλήρως στο έργο του Ideen. Στο παρόν άρθρο ισχυρίζομαι ότι το νόημα (noema) είναι μια αμφίσημη έννοια, αποτέλεσμα μιας θεωρητικής λειτουργίας, της εποχής (epoché), ο σκοπός της οποίας είναι αντιφατικός. Στην προσπάθεια να κρατηθεί ανοιχτή η εποχή, και με τον τρόπο αυτό να διατηρηθεί η απόσταση ως προς κάθε υπερβατολογικό αντικείμενο, ο Husserl είναι αναγκασμένος να πολλαπλασιάσει τα αποβλεπτικά (intentional) αντικείμενα και να περιπλέξει τις έννοιες σημασία (sense) και νόημα (noema). Τούτου δοθέντος, προτείνω να υπερβούμε τα παράδοξα του νοήματος δια της γλώσσας της θεωρίας των παιγνίων. Η θεωρία παιγνίων προσφέρει ένα πολύ γόνιμο περιγραφικό μοντέλο (descriptive model), που μας επιτρέπει να διατηρήσουμε την αυθεντική προσέγγιση του Husserl, χωρίς τις αντιφάσεις της εποχής. Για τον λόγο αυτό, προτείνω να επανερμηνεύσουμε την αποβλεπτικότητα ως κοινωνικό παιγνίδι, και το νόημα ως την ισορροπία κατά Nash. Απαντώντας σε πιθανές ενστάσεις, θα δείξω πως η προσέγγιση αυτή μας δίνει πολλά θεωρητικά πλεονεκτήματα. Ο γενικός σκοπός του άρθρου είναι η καθολική (global) επαναδιατύπωση της φαινομενολογικής μεθόδου. [ΣΩΖΕΙΝ ΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ]

1 Εισαγωγή

Η έννοια της αποβλεπτικότητας είναι ισχυρώς αμφίσημη. Η έννοια κρύβει στην καρδιά της μια άλυτη ένταση μεταξύ καρτεσιανισμού και αντί-καρτεσιανισμού, μεταξύ της θεωρίας της αναπαράστασης και της άρνησης της, μεταξύ μιας ιδεαλιστικής τάσης και μιας ρεαλιστικής τάσης. Αυτός είναι ο λόγος, που η φαινομενολογία πήρε διαφορετικά μονοπάτια, που είναι διαφορετικοί τρόποι ανταπόκρισης στην πρόκληση της ενοποίησης των τρόπων (modes) της αποβλεπτικότητας (Romano 2010, 496).

Τα λόγια του Γάλλου φαινομενολόγου Claude Romano σκιαγραφούν αποτελεσματικά την κατάσταση του προβλήματος που βρίσκεται στην καρδιά της φαινομενολογίας κατανοημένης ως πρόγραμμα μιας αυστηρής φιλοσοφικής μετά-θεωρίας.

Η υπόθεση την οποία εξετάζει το παρόν άρθρο είναι πως η θεωρία παιγνίων μπορεί να παράσχει εργαλεία για την ανταπόκριση στην πρόκληση της ενοποίησης της χουσσερλιανής αποβλεπτικότητας. Ο σκοπός είναι να θέσουμε τα εξής ερωτήματα: Τι σημαίνει «αποβλεπτικό» (intentional); Τι κάνω όταν αναφέρομαι σε «κάτι»; Πως μπορώ να γνωρίζω ότι αυτό που εννοώ λέγοντας «πραγματικότητα» το μοιράζονται και το κατανοούν τα άλλα υποκείμενα όπως εγώ;

Στα ακόλουθα θα παρουσιάσω εν συντομία τις θεμελιώδεις έννοιες της θεωρίας των παιγνίων, και ειδικά την ισορροπία κατά Nash (Κεφάλαιο 2). Ακολούθως προσεγγίζω την έννοια του νοήματος και τις εσωτερικές της αντιφάσεις, για να επεξεργαστώ μια φαινομενολογική επαναδιατύπωση μέσω της θεωρίας των παιγνίων (Κεφάλαιο 3). Αναπτύσσω την αναλογία μεταξύ νοήματος και ισορροπίας κατά Nash και απαντώ σε πιθανές ενστάσεις (Κεφάλαιο 4). Στο συμπέρασμα υποδεικνύω λόγους που δικαιολογούν την αναδιατύπωση της έννοιας του νοήματος εκ μέρους μου.

Το δοκίμιο σκοπεύει να είναι μια συμβολή στην κοινωνική και συναφειακή (contextual) φαινομενολογία. Η αποβλεπτικότητα δεν συμβαίνει μόνο μέσα στα κεφάλια μας, αλλά πρώτα μέσα στο κοινωνικό παιγνίδι. Αποβλεπτικότητα ως δίκτυο στρωματωμένων παιχνιδιών.

2 Θεωρία παιγνίων: Σκιαγραφήματα

«Η θεωρία παιγνίων είναι το όνομα που έχει δοθεί σε μια μεθοδολογία που χρησιμοποιεί μαθηματικά εργαλεία, για να δημιουργήσει μοντέλα και να αναλύσει καταστάσεις της αλληλεπιδραστικής λήψης αποφάσεων» (Mashler 2013, 8). Σε μια στρατηγική αλληλεπίδραση, ο κάθε παίχτης έχει τους δικούς του σκοπούς, μέσα και προτιμήσεις, και προσπαθεί να επιδείξει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά για να επιτύχει το πρώτο μέσω του δεύτερου, σεβόμενος το τρίτο. Αυτό γίνεται λαμβάνοντας υπ’ όψιν τι κάνουν οι άλλοι παίχτες, ποιοι θα ανταγωνιστούν και ποιοι θα συνεργαστούν μεταξύ τους. Οι εξισώσεις της θεωρίας των παιγνίων παρέχουν τη γλώσσα για τον υπολογισμό του αποτελέσματος (payoff), το οποίο προκύπτει από όλες τις δυνατές στρατηγικές επιλογές, με σκοπό την απόκτηση του καλύτερου δυνατού κέρδους. Επομένως, το εύρος των καταστάσεων στις οποίες τέτοιες εξισώσεις μπορούν να εφαρμοστούν είναι τόσο πλατύ, ώστε μια μεγάλη γκάμα τομέων μπορεί να τις χρησιμοποιήσει: οικονομικά, βιολογία, ανθρωπολογία, κβαντική φυσική, νευροεπιστήμες, νευροοικονομία, κ.ο.κ. Η θεωρία παιγνίων είναι σήμερα μια γενικής χρήσεως γλώσσα για την κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και όχι μόνο (Siegfried 2006, Camerer 2003, Lucchetti 2008).

Τέσσερις βασικές ιδέες αποτελούν τη θεωρητική δομή του παιχνιδιού. Αυτές είναι οι εξής: χρησιμότητα-ωφέλεια (utility), που «αναφέρεται σε κάποια κατάταξη, σε μια συγκεκριμένη κλίμακα, της υποκειμενικής ευημερίας (welfare) ή στην αλλαγή της υποκειμενικής ευημερίας που ένας πράκτορας (agent) αποκομίζει από ένα αντικείμενο ή γεγονός» και «λέγοντας ευημερία αναφερόμαστε σε ένα κανονιστικό δείκτη της σχετικής ευημερίας» (Ross 2014, 35). Στρατηγική, ως μέθοδος (μια συλλογή από αποφάσεις και δράσεις) για την αύξηση της χρησιμότητας. Πιθανότητα, που είναι το ποσοστό των περιπτώσεων στις οποίες ο παίκτης μπορεί να προσλάβει μια συγκεκριμένη στρατηγική που βρίσκεται στη διάθεση του. Και μια συλλογή πληροφοριών, που είναι μια συλλογή πληροφοριών και πεποιθήσεων που έχει ο παίκτης για το παιχνίδι. Το να δράσεις μέσα σε ένα παιχνίδι σημαίνει να επιλέξεις την καλύτερη δράση υπό το φως των πεποιθήσεων του παίκτη ή πληροφοριών, όπως και των επιλογών των άλλων παικτών.

Σε κάθε παίκτη, που θεωρείται ότι μπορεί να δράσει ορθολογικά, αντιστοιχεί ένας γενικός σκοπός τον οποίο μοιράζεται με τους άλλους, μια συλλογή στρατηγικών (S, strategies), συγκεκριμένη πληροφορία (Ι, information), μια συλλογή ποσοστών (Ρ, percentages) σχετιζόμενων προς τις διαθέσιμες στρατηγικές (S->P), και κάποια θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα (O, outcome), που συνδέονται με τις στρατηγικές (S->P->O). Ας σημειωθεί ότι Ο δεν είναι ο τελικός σκοπός, αλλά ο βαθμός προσέγγισης προς τον τελικό σκοπό, που αντιστοιχεί σε κάθε στρατηγική που μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Μια στρατηγική είναι μια λειτουργία (ή συνάρτηση) που συνδέει μια σειρά δράσεων με μια σειρά πιθανών περιστάσεων μέσα στο παιχνίδι. Όταν μια στρατηγική καθορίζει πλήρως τον τρόπο με τον οποίο παίζει ένας παίκτης, ονομάζεται καθαρή (pure) στρατηγική. Μια μικτή στρατηγική είναι μια άλλη έννοια: είναι μια κατανομή πιθανοτήτων ως προς τη συλλογή καθαρών στρατηγικών τις οποίες χρησιμοποιεί ο παίκτης.

Ας κάνουμε ένα πολύ βασικό παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι η Alice πρέπει να πάει στο σχολείο πριν από τον Bob. Μπορεί να επιλέξει αν θα πάει με τα πόδια (S1) ή με το αυτοκίνητο (S²), αλλά είναι μεγαλύτερη η πιθανότητα ότι θα πάει με τα πόδια (P1>P²). Η Alice πρέπει επίσης να λάβει υπόψιν τι θα κάνει ο Bob. Μπορεί επομένως, να επιλέξει μια μικτή στρατηγική (S1+S²), που σημαίνει να πάρει λεωφορείο μέχρι ένα ορισμένο σημείο και να συνεχίσει με τα πόδια, καθώς είναι πιο γρήγορη από τον Bob. Η στρατηγική υπονοεί αλληλεξάρτηση. Οι κινήσεις του παίκτη εξαρτώνται από αυτό που κάνουν οι άλλοι παίκτες ή από το τι περιμένει κανείς ότι μπορεί να κάνουν. Η Alice αξιολογεί το τι θα μπορούσε να κάνει ο Bob στην περίπτωση αυτή, από τις πληροφορίες που έχει για τον Bob και τα πιθανά αποτελέσματα των δράσεων του. Η θεωρία παιγνίων είναι εσωτερικά πλουραλιστική, κοινωνική και πιθανολογική.

Το σκάκι είναι το τέλειο παράδειγμα στρατηγικού παιχνιδιού. Κάθε παίχτης, άνθρωπος ή μηχανή, έχει ένα σκοπό: ο σκοπός συμπίπτει με την νίκη στο παιχνίδι. Η στρατηγική είναι μια συλλογή κινήσεων, και ο σκοπός της θεωρίας παιγνίων είναι να χρησιμοποιήσει τα μαθηματικά, για να καταλάβει ποια θα είναι η καλύτερη στρατηγική για να κερδίσει κανείς το παιχνίδι. Στην ειδική περίπτωση του σκακιού έχουμε παιχνίδι «μηδενικού αθροίσματος» επειδή η νίκη του ενός παίχτη συμπίπτει με την ήττα του άλλου παίχτη. Οι δυο παίχτες έχουν διαμετρικά αντίθετα συμφέροντα. Επιπλέον, το σκάκι αποκαλείται «το τέλειο παιχνίδι πληροφοριών», με την έννοια ότι η κατάσταση του παιχνιδιού και οι στρατηγικές που έχουν εφαρμοστεί βρίσκονται μπροστά στα μάτια όλων, σε κάθε στιγμή-δεν υπάρχουν μυστικά: οι συλλογές πληροφοριών είναι ταυτόσημες. Στο έργο τους Theory of Games and Economic Behaviour, οι von Neummann και Morgenstern δείχνουν ότι, υπάρχει ένας τρόπος να βρεθεί η καλύτερη στρατηγική, δηλαδή η στρατηγική που ελαχιστοποιεί την μέγιστη απώλεια, και επομένως μεγιστοποιεί το ελάχιστο κέρδος. Είναι το λεγόμενο θεώρημα minimax. Η θεωρία παιγνίων μειώνει το πρόβλημα της επιλογής στον ορισμό της βέλτιστης στρατηγικής χρησιμοποιώντας ένα πίνακα (μήτρα) που ταυτοποιεί όλες τις δυνατές στρατηγικές και τα κέρδη που αποκομίζουν. Η ισορροπία κατά Nash είναι κατά κάποιο τρόπο η εξέλιξη του θεωρήματος minimax.

Συνεχίζεται 

Σάββατο 29 Ιουνίου 2024

Το νόημα ως ισορροπία κατά Nash. Η Φαινομενολογία του Husserl και η θεωρία παιγνίων στ

 Συνέχεια από: Τετάρτη 26 Ιουνίου 2024

Το νόημα ως ισορροπία κατά Nash. Η Φαινομενολογία του Husserl και η θεωρία παιγνίων στ
4 Βασικά χαρακτηριστικά της φαινομενολογίας των παιγνίων

4.5 Ενστάσεις

4.5.1 Τα άτομα και το δίκτυο

Κάποιος που έχει μια ένσταση στα πιο πάνω, λέει: «Όταν ανοίξω το ψυγείο μου και δω ένα μήλο, εκτελώ μια αποβλεπτική πράξη (ενέργημα), δηλαδή την πράξη να βλέπω το μήλο. Δεν συμμετέχω καθόλου σε κάποιο παιχνίδι, χρησιμοποιώντας στρατηγικές ή οτιδήποτε άλλο». Αυτό είναι αλήθεια: Ανοίγω το ψυγείο, βλέπω ένα μήλο, το πιάνω και το τρώω. Οι θεωρητικοί της διάνοιας (Recanati 2012) θα έλεγαν, ότι έχω ένα φάκελο που σχετίζεται με το μήλο, και πως εμπλουτίζω τον φάκελο με νέες πληροφορίες για το μήλο και το φάγωμα του μήλου. Τά διανοητικά ενεργήματα είναι υποκειμενικά και αναφέρονται σε αντικείμενα που είναι μεμονωμένα ή γενικά. Το γεγονός αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Πρέπει όμως να καταλάβουμε, εάν η κατάσταση που μόλις περιγράψαμε πρέπει να θεωρηθεί πρωτογενής ή όχι, και εάν είναι παραδειγματική ή παράγωγη, εάν δηλαδή η κατάσταση αυτή είναι μια επίδραση σε κάτι άλλο. Το να πούμε ότι κάθε διανοητικό ενέργημα αφορά κάτι, είναι κοινοτοπία, και δεν λύνει το πρόβλημα. Απλώς αναγγέλλει το πρόβλημα, όπως λέει ο Husserl. Ο φαινομενολόγος αντιθέτως ρωτά για το νόημα του ενεργήματος: ποια είναι η σημασία (νόημα) του γεγονότος ότι τρώω το μήλο; Ποιο είναι το νόημα εν γένει; Μπορεί το νόημα αυτής τής εμπειρίας να διαχωριστεί από την ατομική μου αντίληψη, από τη λειτουργία των νευρώνων και της ψυχολογίας μου;

Η κοινωνική φαινομενολογία παραδέχεται, πως για όσο κάποιος παραμένει στον κύκλο του υποκειμένου, στο πεδίο της ενδοσκόπησης, δεν μπορεί να δοθεί μια ικανοποιητική απάντηση στις ερωτήσεις αυτές. Το νόημα του ότι τρώω το μήλο δε βρίσκεται στη μια μοναδική εμπειρία, που είναι από μόνη της χωρίς νόημα, αλλά μάλλον στο δίκτυο των αλληλεπιδράσεων με τις οποίες σχετίζεται. Η αντίληψη του μήλου εκ μέρους μου δεν είναι ένα απλό ουδέτερο ενέργημα. Αντιλαμβάνομαι το μήλο ήδη ενταγμένο σε μια κοινωνική συνάφεια, ως σύνολο τεχνικών αντικειμένων μέσα στο οποίο είναι ενταγμένο-το ψυγείο, η κουζίνα, κ.ο.κ.-ή ο δρόμος που πήρα για να το αγοράσω ή που και πως μεγάλωσε. Όλα αυτά είναι το αποτέλεσμα κοινωνικών παιγνίων.

Επιπλέον, η δική μου χειρονομία να το δω και να το φάω μπορεί να περιγραφεί ως σύνολο στρατηγικών αλληλεπιδράσεων, όπως το παιχνίδι όπου οι παίχτες είναι μέλη του σώματος μου, όπως οι νευρώνες που ενεργοποιούνται σε διάφορες περιοχές του εγκεφάλου μου, ή λειτουργία των μυών μου, και ούτω καθεξής.

4.5.2 Αποβλεπτικότητα και κόσμος

Μια άλλη πιθανή ένσταση θα μπορούσε να είναι το γεγονός, πως υπάρχει ριζική διαφορά μεταξύ αποβλεπτικότητας και θεωρίας παιγνίων: επειδή το πρώτο είναι μια σχέση του γνωσιακού συστήματος (υποκείμενο) και μη-γνωσιακού συστήματος (ο κόσμος), ενώ το δεύτερο είναι μια σχέση μεταξύ γνωσιακών συστημάτων (παίχτες). Είναι μια σημαντική ένσταση, και μου δίνει τη δυνατότητα να ξεκαθαρίσω το κεντρικό σημείο. Η ένσταση αυτή βασίζεται στην άποψη, σύμφωνα με την οποία, η αποβλεπτικότητα ορίζεται ως η συνθήκη της δυνατότητας της σχέσης μας προς τον κόσμο. Εγώ όμως δε συμφωνώ με την προσέγγιση αυτή. Έχουμε μια σχέση με τον κόσμο που προηγείται και καθορίζει την αποβλεπτικότητα μας. Είμαι μέσα στον κόσμο πριν σκεφτώ περί αυτού, πριν τον εννοιολογήσω, ή μιλήσω περί αυτού, κτλ.

Η θέση μου είναι, πως η αποβλεπτικότητα βρίσκει τη σχέση μας με την πραγματικότητα, που είναι το σύνολο των αντικειμένων (res), που μπορούμε να διακρίνουμε, να ταυτοποιήσουμε, να εννοιολογήσουμε, και να μιλήσουμε περί αυτών. Η πραγματικότητα πρέπει να είναι δημόσια, να μοιράζεται, κάτι για το οποίο διαπραγματευόμαστε, όπως σε ένα παιχνίδι.

Η σχέση μεταξύ υποκειμένου (ή υποκειμένων) και του κόσμου δεν είναι καθόλου όμοια με αυτή σε ένα διαδραστικό παιχνίδι. Αυτό που εννοώ, όταν λέω «κόσμος», είναι κάθε τι που προηγείται του παιχνιδιού: αισθήματα, αισθήσεις (φυσικά αντικείμενα), ανάγκες, επιθυμίες, φιλοδοξίες, αναπαραστάσεις, κτλ. Μερικά είναι κοινά, μερικά όχι. Αυτό το σύνολο συνιστά αυτό που αποκάλεσα συνάφεια του παιχνιδιού. Ο κόσμος είναι το φόντο από το οποίο ο κάθε παίχτης παίζει διαφορετικά παιχνίδια. Η πραγματικότητα είναι ο κόσμος φιλτραρισμένος μέσω κάποιας στρατηγικής αλληλεπίδρασης των υποκειμένων. Είναι το αποτέλεσμα των παιχνιδιών, το τελικό αποτέλεσμα μιας διαπραγμάτευσης. Βλέπω ένα βιβλίο από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, ενώ ο φίλος μου από μια άλλη: αν μπορούμε να καταλάβουμε τι είναι αυτό το βιβλίο, και να έχουμε μια κοινή αντίληψη για το βιβλίο αυτό, είναι επειδή η υπέρβαση των ατομικών μας προοπτικών είναι μια αμοιβαία προσαρμογή, ένα παιχνίδι, που σκοπό έχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα-το γεγονός ότι καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο. Ο κόσμος καθ’ εαυτόν δεν είναι παίχτης. Ένα μέρος όμως του κόσμου μπορεί να γίνει παίχτης-για παράδειγμα, στην περίπτωση του παιχνιδιού αντίληψης-με τις στρατηγικές και τους σκοπούς του.

4.5.3 Κανόνες


Αυτός που έχει ένσταση, λέει, «Ορίζεται ένα παιχνίδι από τους κανόνες του; Αν ναι, τι εννοούμε εδώ λέγοντας ‘κανόνας’; Εννοούμε μια προσταγή, μια πρόταση, ένα σταθερό άτεγκτο τύπο, που πρέπει να εφαρμόζεται κάθε φορά σε μεταβαλλόμενες συνάφειες;»

Η απάντηση μου είναι αυτή: εξαρτάται από το παιχνίδι. Υπάρχουν παιχνίδια, στα οποία οι κανόνες, που έχουν συλληφθεί ως κανονιστικές δομές, είναι ουσιαστικοί, και όσο το δυνατόν πιο σύντομοι. Υπάρχουν όμως παιχνίδια, στα οποία δεν υπάρχει μια τέτοια αναγκαιότητα, με την έννοια ότι οι κανόνες διαμορφώνονται «πάνω στο δρόμο». Είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας διαρκούς αλληλεπίδρασης, πάντα ανοικτής σε αλλαγές.

Ισχυρίζομαι ότι οι κανόνες είναι παίγνια. Οι κανόνες είναι εκείνο το μέρος των κοινωνικών παιγνίων που σταθεροποιείται. Με αυτή την έννοια δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ κανόνα και εφαρμογής του κανόνα. Το σημείο αναφοράς είναι πάντα η ανταλλαγή μεταξύ υποκειμένων/παιχτών, η ιστορία του παιχνιδιού και άλλες ισορροπίες.

4.5.4 Στρατηγικές

Αυτός που έχει ένσταση ρωτά: «Πως μπορούμε να ορίσουμε την αποβλεπτική εμπειρία ως σύνολο παιγνίων, εάν η έννοια του παιγνίου εμπλέκει ήδη την έννοια της στρατηγικής ή πληροφορίας, και επομένως ήδη μια πρόθεση, μια συνείδηση, και μια γνώση;»

Θα διατυπώσω την απάντηση μου σε τρία σημεία.

Κατά πρώτον, είναι δυνατόν να υπάρχουν και ασυνείδητες στρατηγικές ή γνώση: υπάρχει μια επικοινωνία του ασυνειδήτου, όπως στην έννοια της μεταφοράς. Μπορούμε να θεωρήσουμε την ψυχανάλυση ως ένα στρατηγικό παιχνίδι (Alper 1993).

Κατά δεύτερον, οι περισσότερες στρατηγικές και πληροφορίες επηρεάζονται από μια πρότερη καθίζηση. Ο Wittgenstein θα μιλούσε στο σημείο αυτό περί «εξάσκησης» (training). Υπάρχουν προγονικά παιχνίδια, που έθεσαν ως προϋπόθεση την αυτονομία και την αξία του παραδείγματος, που συνεχίζουμε ακόμα να παίζουμε. Η φυσική γλώσσα είναι το πιο κοινό παράδειγμα. Εξασκούμαστε από την πρώιμη παιδική ηλικία να την χρησιμοποιούμε. Αλλά και βασικές έννοιες όπως ‘ταυτότητα’. ‘πράγμα’, ‘ύπαρξη’, κτλ., μπορούν να θεωρηθούν ως προγονικά παιχνίδια. Τα πιο σημαντικά παιχνίδια είναι ασυνείδητα, με την έννοια επίσης, ότι τα παιχνίδια αυτά δεν απασχολούν καθόλου τα ανθρώπινα υποκείμενα.

Το τελευταίο σημείο, είναι μια περαιτέρω διασαφήνιση. Δεν λέω ότι κάθε διανοητική κατάσταση πρέπει να ερμηνευθεί ως στρατηγικό παιχνίδι. Το αντίθετο, οι περισσότερες διανοητικές καταστάσεις μας δεν είναι καθόλου συμβατές με το μοντέλο του παιχνιδιού. Επιπλέον, δεν είναι όλες οι διανοητικές μας καταστάσεις αποβλεπτικές. Λέω απλώς, πως αν θέλουμε να καταλάβουμε πλήρως την αποβλεπτικότητα, η θεωρία παιγνίων μπορεί να μας δώσει πολύ χρήσιμα εργαλεία γιά να τραβήξουμε τα όρια μεταξύ αυτού που είναι αποβλεπτικό και αυτού που δεν είναι. Η αποβλεπτικότητα είναι μια πολύπλοκη έννοια, που δεν μπορεί να μειωθεί στο προφανές χαρακτηριστικό της «τάσης προς ένα αντικείμενο». Η επιθυμία έχει ένα αντικείμενο, όχι επειδή είναι εκ της συστάσεως της έτσι, αλλά επειδή είναι μέρος του παιχνιδιού, μια πιο πολύπλοκη συνάφεια αποτελούμενη από αλληλεπιδράσεις, προσδοκίες, ελπίδες, πιθανότητας, και ούτω καθεξής.

5 Συμπεράσματα. Τα πλεονεκτήματα της προσέγγισης αυτής

Γιατί νομίζω ότι η αποβλεπτικότητα πρέπει να κατανοηθεί ως κοινωνικό παιχνίδι; Επειδή αυτή η υπόθεση μας εξυπηρετεί. Τι είδους θεωρητικά πλεονεκτήματα μας δίνει η προσέγγιση αυτή της φαινομενολογίας; Θα διακρίνω δυο τύπους πλεονεκτημάτων στα επόμενα. Ο πρώτος είναι πιο συγκεκριμένος και ενδιαφέρον κατά την άποψη μου. Ο δεύτερος είναι πιο γενικός επειδή αφορά βασικές θεωρητικές επιλογές. Ας δούμε τον πρώτο:

Η επανερμηνεία της φαινομενολογίας του Husserl με την θεωρία των παιγνίων προσφέρει ενδιαφέροντα εργαλεία για να εξηγηθεί τι είναι μερική αλήθεια, δηλαδή η καθημερινή εμπειρία, για την οποία μια πρόταση μπορεί να είναι μερικώς αληθής (Yablo 2014). Για παράδειγμα, μια υπόθεση είναι μια εν μέρει αληθής πρόταση, επειδή περιμένει την επιβεβαίωση της. Έτσι, από την σκοπιά μας, μια πρόταση είναι ένα σύνολο παιγνίων. Κάθε γλωσσολογικό παιχνίδι μπορεί να είναι αληθές ή ψευδές. Είναι αληθές αν είναι δυνατή μια ισορροπία κατά Nash (NE), και ψευδές στην αντίθετη περίπτωση. Οι τιμές της αλήθειας καθορίζονται από τη δυνατότητα επίτευξης των ισορροπιών κατά Nash. Ισχυρίζομαι επομένως πως μια πιθανή γλώσσα είναι μια συνάρτηση που αποδίδει (αντιστοιχίζει) σε κάθε προφορική έκφραση μέσα σε κάποιο πεπερασμένο σύνολο-κάθε πρόταση- ένα σύνολο δυο ή περισσότερων παιχνιδιών και υπό-παιχνιδιών, και πως αυτό το δεύτερο σύνολο είναι η πρόταση εκφρασμένη με αυτή την προφορική έκφραση. Επομένως, μια πρόταση μπορεί να περιέχει κάποια παίγνια που είναι αληθή (δυνατές οι ισορροπίες) και κάποια που είναι ψευδή (καμιά ισορροπία)-είναι μερικώς αληθής. Επιπλέον, όπως είπαμε, η ΝΕ είναι μια έννοια με χαρακτήρα πιθανότητας. Αυτό όμως είναι κατά την άποψη μας ένα πλεονέκτημα: ακόμα και αν είναι πιθανή (υπάρχει η θεωρητική πιθανότητα επίτευξης αυτής της κατάστασης), μια ΝΕ μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο πιθανή σε σχέση προς τις συγκεκριμένες συνθήκες του παιχνιδιού-τότε μια πρόταση μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο αληθής. Για παράδειγμα, μια υπόθεση είναι μια πρόταση στην οποία υπάρχουν κάποια παίγνια που είναι αληθή, και άλλα που είναι αβέβαια, επειδή δεν γνωρίζουμε αν μια ΝΕ μπορεί να επιτευχθεί, και έτσι υπάρχει μια συγκεκριμένη διάταξη των πιθανών κόσμων μέσα στον αντίστοιχο τόπο (topos).

Η επανερμηνεία της φαινομενολογίας του Husserl που δώσαμε, μας προσφέρει επίσης εργαλεία για να καταλάβουμε προτάσεις που περιέχουν όρους χωρίς κάποια συγκεκριμένη ή πραγματική αναφορά, όπως για παράδειγμα «Ο Πήγασος δεν υπάρχει». Στην περίπτωση αυτή, έχουμε ένα σύνολο παιγνίων στο οποίο κάποιες ΝΕ αντιστοιχούν σε εμπειρικά δεδομένα, και κάποιες όχι. Μπορούμε να πούμε «Ο Πήγασος δεν υπάρχει» επειδή φτάσαμε σε μια γενική συμφωνία για το τι είναι ο Πήγασος. Υπάρχει επομένως μια ΝΕ. Η ισορροπία όμως δεν αντιστοιχεί σε κάποια πραγματικά δεδομένα. Δεν υπάρχει κάποια απάντηση εκ μέρους του πράγματος.

Η εκ νέου ανάγνωση του Husserl εκ μέρους μας ανταποκρίνεται πολύ καλά στην ανάγκη ένταξης της αποβλεπτικότητας σε μια συνάφεια, όπως το πρότεινε ο Benoist. Ακολουθώντας μια μη μεταφυσική ρεαλιστική προσέγγιση (Benoist 2013), ο Benoist ισχυρίζεται την προτεραιότητα της αναφοράς στην αίσθηση και του αντικειμένου στην πρόθεση του αντικείμενου. (Benoist 2005, 260). Αν η εποχή δεν εξαλείφει την υπερβατολογική πραγματικότητα, αλλά κάθε «θέση της ύπαρξης» που αφορά αυτή την πραγματικότητα, έτσι το ζεύγος νόημα/νόησις εξαρτάται από κάτι άλλο, δηλαδή τη συνάφεια και την προηγούμενη σχέση προς τον κόσμοΣύμφωνα με τον Benoist, ο πραγματικός κόσμος καθορίζει το νόημα, όχι το αντίστροφο. Κάθε πρόθεση πραγματοποιείται μέσα σε μια ήδη εγκαθιδρυμένη συνάφεια. Δεν υπάρχει πρόθεση (intention), visée καθ’ εαυτώ, χωρισμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά μόνο μια πρόθεση en contexte, δηλαδή συνδεδεμένη και καθορισμένη από τις προηγούμενες αναφορές σε άλλους ανθρώπους, αισθήματα, επιθυμίες, αλληλεπιδράσεις, πιθανότητες, και ούτω καθεξής.

Ας δούμε τώρα τα πιο γενικά πλεονεκτήματα. Η επανερμηνεία του νοήματος σύμφωνα με τη θεωρία παιγνίων μας δίνει ένα πολύ δυναμικό μοντέλο, που εξαλείφει τα εξής:

Τον ιδεαλισμό και τον σολιψισμό του Husserl-η προσέγγιση μας είναι πολύ-παραγοντική

Μια υπερβολική αναφορά στην ψυχολογία των δυνατοτήτων και της εσωστρέφειας (introjection)-η προσέγγιση μας δεν είναι ανθρωποκεντρική

Τον παν-γλωσσισμό (panlingualism) που προτάθηκε από τις προτασιακές αντιλήψεις περί αποβλεπτικότητας, όπως στον Davidson, για τον οποίο «η επίγνωση είναι …απλώς μια άλλη πεποίθηση» (Davidson 2001, 142).

Τον οντολογισμό που ταυτίζει την αποβλεπτικότητα με το Είναι (Heidegger, Είναι και Χρόνος), χάνοντας έτσι την ιδιαιτερότητα της αποβλεπτικότητας, ή αραιώνοντας την στο ελάχιστο-κάθε τι είναι αποβλεπτικότητα, κάθε τι είναι σχέση, δεν υπάρχει πια όριο μεταξύ αποβλεπτικού και μη-αποβλεπτικού.

Τέλος

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2024

Το νόημα ως ισορροπία κατά Nash. Η Φαινομενολογία του Husserl και η θεωρία παιγνίων ε

 Συνέχεια από: Tετάρτη 19 Ιουνίου 2024

Το νόημα ως ισορροπία κατά Nash. Η Φαινομενολογία του Husserl και η θεωρία παιγνίων ε

4 Βασικά χαρακτηριστικά της φαινομενολογίας των παιγνίων

4.1 Αντίληψη

Η αντίληψη είναι ένα κοινωνικό παιχνίδι στο οποίο η ισορροπία των στρατηγικών συμπίπτει με το φυσικό δεδομένο, με μια ακριβή χωροχρονική ταύτιση. Παρόλα αυτά, το σταθερό σημείο μπορεί να αλλάξει: τα ίδια φυσικά δεδομένα μπορούν να αναλυθούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Σε ένα παιχνίδι αντίληψης, η στρατηγική ενός πράκτορα (agent, παράγοντας, μέσο) καθορίζεται από ένα σύνολο παραμέτρων, όπως η θέση του σώματος, τα αισθητηριακά δεδομένα, ο τύπος του προσλαμβανόμενου αντικειμένου, κ.ο.κ. Κάθε πράκτορας ξεκινά από ένα σύνολο δεδομένων που το μοιράζονται όλοι. Κάθε πράκτορας είναι ένα σώμα και ορίζει μια τροχιά μέσα στον αισθητό χώρο. Προσωπικές πεποιθήσεις, κοινωνικές γνώμες, και άλλες συναφειακές συνθήκες διαστρωματωμένες πάνω σε αυτή τη βάση. Υπάρχει ένας κοινός στόχος: το αντικείμενο προς αντίληψη ή μια σειρά αντικειμένων. Πολύ απλά παιχνίδια αντίληψης γίνονται με τον τρόπο αυτό παιχνίδια συντονισμού. Παιχνίδια μεγαλύτερης πολυπλοκότητας και παιχνίδια με συγκρούσεις προστίθενται με νέους παίχτες και παράγοντες ανεξάρτητους από τους παίχτες.

Ας υποθέσουμε ότι έχουμε δυο υποκείμενα που κοιτάζουν ένα μήλο. Τα δυο αυτά υποκείμενα είναι παίχτες στους οποίους αντιστοιχούν διαφορετικοί συνδυασμοί πράξεων. Έχουν ένα κοινό ενδιαφέρον: να παρατηρήσουν το μήλο. Οι πράξεις αντιστοιχούν σε διαφορετικές θέσεις στον χώρο-χρόνο σχετιζόμενο με το μήλο. Κάθε συνδυασμός έχει κάποιο κέρδος. Η χρησιμότητα με την οποία υπολογίζουμε το κέρδος είναι η καθαρότητα (σαφήνεια), ο βαθμός καθαρότητας με την οποία ο κάθε παίχτης βλέπει το μήλο (θέτουμε τρεις βαθμούς: από τον ελάχιστο, 0, μέχρι τον μέγιστο, 2). Είναι λοιπόν ένα πολύ απλό παιχνίδι, στο οποίο ο κάθε παίχτης συμπεριφέρεται σύμφωνα με 1) το πως δρα ο άλλος, και 2) πως ανταποκρίνεται το πράγμα, δηλαδή η ανταπόκριση στο πραγματικό.


Ας υποθέσουμε ότι ο παίχτης Ι και ο παίχτης ΙΙ (Player I, Player II στο σχήμα) έχουν την ίδια συναφειακή γνώση (ένα σύνολο εμπειρικών δεδομένων) και τις ίδιες προσδοκίες. Δεν μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Παρόλα αυτά μπορεί να επιτευχθεί μια ισορροπία. Για παράδειγμα, η πράξη 1 (Act 1) για τον παίχτη ΙΙ μπορεί να είναι να μετακινηθεί μπροστά, προσεγγίζοντας το μήλο. Για τον παίχτη Ι από την άλλη, θα μπορούσε να είναι να μετακινηθεί προς τα δεξιά, αφού έχει αποτραβηχθεί. Δεν είναι σημαντικό τι είδους πράξεις μπορούν να κάνουν οι παίχτες Ι και ΙΙ για να δουν το μήλο. Σημαντικό είναι να καταλάβουμε, ότι στην κατάσταση αυτή-που είναι ανάλογη με το δίλημμα των φυλακισμένων-υπάρχει μια ισορροπία, παρά τις υποκειμενικές προθέσεις των παιχτών ατομικά. Στον πίνακα κέρδους, η ισορροπία είναι σε κύκλο και έχει την τιμή (1,1).

Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα. Το πιο απρόβλεπτο στοιχείο του παιχνιδιού είναι προφανώς η πραγματικότητα, η απάντηση στο θέμα. Το μήλο μπορεί να είναι μια ψευδαίσθηση και εξαφανίζεται, ακόμα και αν ο παίχτης Ι και ο παίχτης ΙΙ έχουν επιτύχει την ισορροπία κατά Nash ως προς αυτό. Η πραγματικότητα είναι στην ουσία ένας άλλος παίχτης.

Αυτό είναι το μοντέλο ενός βασικού παιχνιδιού αντίληψης με δυο παίχτες:

Ι= παίχτης Ι

ΙΙ= παίχτης ΙΙ

M= matter [ύλη], (η πραγματικότητα)

-ελάχιστη μοιραζόμενη γνώση

-ούτε επικοινωνία, ούτε συνεργασία

-καμιά ανάγκη συμμόρφωσης σε συμβάσεις ή κανονισμούς

Η αντίληψη λοιπόν είναι ένα παιχνίδι, στο οποίο ο ένας παίχτης είναι η ύλη (matter), ένα απρόβλεπτο στοιχείο. Περιγράφω την ανταπόκριση στην ύλη (η ανταπόκριση ή έλλειψη ανταπόκρισης στις προσδοκίες αντίληψης των παιχτών), ως ένα υπό-παιχνίδι αντίληψης. Τα παιχνίδια αυτά δεν αποτελούν οπωσδήποτε μια ακολουθία, με την έννοια ότι ένα συμβαίνει χρονολογικά πριν από το άλλο. Η σχέση των δυο ΝΕ (έννοια και αντίληψη) είναι το αντικείμενο.


4.2 Γλώσσα

Κάθε είδος γλώσσας είναι ένα κοινωνικό παιχνίδι. Η σύνταξη και η σημαντική είναι σύνολα ισορροπιών που επιτεύχθηκαν από τους παίχτες μέσω της χρήσης και των συνηθειών. Η μεσολάβηση μεταξύ ομιλούντος και αντικειμένου δεν είναι άλλο αντικείμενο (το σημείο), αλλά η ισορροπία μεταξύ διαφορετικών στρατηγικών, με τις οποίες οι διαφορετικοί ομιλούντες προσεγγίζουν το αντικείμενο. Η αναφορά του Lewis στις γλωσσολογικές συμβάσεις είναι μια θεμελιώδης συμβολή στη συνολική ανάλυση της γλώσσας ως παιγνίου.

Γλωσσολογικές πράξεις (ονομασία, περιγραφή, κρίση…)εξαρτώνται από τη δομή των υποκείμενων παιγνίων-και επομένως από τους τόπους τους-τόσο από την οπτική γωνία της σύνταξης, όσο και της σημαντικής. Οι συνθήκες σημασίας (meaning) είναι συνθήκες της ΝΕ, είναι λοιπόν μια συγκεκριμένη τοποθέτηση των δυνατών κόσμων μέσα στον τόπο ή μέσα στους τόπους.

Ισχυρίζομαι πως η σημασία είναι μια μετά-λύση του γλωσσολογικού παιγνίου, η ισορροπία, ΝΕ, δηλαδή ένα παιχνίδι που παίζεται με γλωσσολογικά εργαλεία και κανόνες. Συνεπώς, υπάρχουν δυο πλευρές της σημασίας: η πλευρά που αφορά το περιεχόμενο (εικόνες, επιθυμίες, αισθήματα, συναισθήματα, βούληση, ασυνείδητο των παιχτών), και η πλευρά με λειτουργία επαλήθευσης (αυτή που έχει να κάνει με την αλήθεια ή το ψέμα των προτάσεων). Η αλήθεια και το ψέμα των προτάσεων έχουν να κάνουν με την πιθανότητα της ΝΕ. Η σημασία λοιπόν δεν είναι κάτι σταθερό, μοναδικό και ‘εμπεριεχόμενο’ σε μια γλωσσολογική έκφραση. Είναι λοιπόν μια ‘ελεγχόμενη’ μεταβλητή. Από την μια είναι ένα πολύπλευρο, πολυκεντρικό (περιεχόμενο). Από την άλλη υπάρχει ένα όριο στην ποικιλότητα αυτή (δυνατότητα-πιθανότητα μιας ΝΕ). Η σημασία είναι πάντα τεντωμένη μεταξύ των δυο αυτών πόλων: του περιεχομένου (ποικίλλει από υποκείμενο σε υποκείμενο) και της αλήθειας-ψεύδους των προτάσεων (μια πρόταση μπορεί να είναι αληθής ή ψευδής). Επομένως, δεν είναι κάτι απλά εσωτερικό, περιεχόμενο σε μια έκφραση, αλλά κάτι δημόσιο: δεν περιέχει, αλλά μάλλον ‘εκθέτει’.

4.3 Λογική

Η λογική αναφέρεται στη δομή του παιγνίου. Η αρχή της μη αντιφάσεως μπορεί να ερμηνευθεί ως παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Η αρχή δηλώνει ότι υπάρχουν δυο αντίθετες στρατηγικές: δεν υπάρχει συνεργασία, δεν υπάρχει συμβιβασμός. Κάθε παίχτης έχει μόνο μια στρατηγική, α ή μη-α, καμιά μεικτή στρατηγική, καμιά ΝΕ. Ο Hintikka (1983) αναπτύσσει μια λογική γλώσσα με σημαντική βασισμένη στη θεωρία παιγνίων των von Neumann και Morgenstern. Ποια είναι τότε η αλήθεια; Είναι η ικανότητα κατοχής μιας νικηφόρας στρατηγικής έναντι ενός αντιπάλου, σύμφωνα με τη σωκρατική μέθοδο της δοκιμής και εύρεσης ενός δεδομένου (μαρτυρίας). Από αυτή την άποψη, η υπολογισιμότητα, με την παραδοσιακή σημασία σύμφωνα με τους Church και Turing, είναι μια ειδική περίπτωση ικανότητας νίκης (winnability), μιας ικανότητας νίκης που περιορίζεται σε διαδραστικά προβλήματα δυο βημάτων (input/output, ερώτηση/απάντηση).

4.4 Βασικές έννοιες

Ας ορίσουμε τώρα τις βασικές έννοιες της φαινομενολογίας των παιγνίων, ξεκινώντας από το αξιοσημείωτο δεδομένο, ότι τα παίγνια μπορούν να έχουν περισσότερα από ένα σταθερά σημεία ή ΝΕ. Αυτή η πολλαπλότητα είναι σημαντική και οφείλει να συμπεριληφθεί στον ορισμό των παιγνίων. Μπορεί να υπάρχει σημαντική ‘σύγκρουση των ισορροπιών’, που επιβάλλει την επίτευξη μιας μοναδικής ‘μεγαλύτερης ισορροπίας’ ή μια διαμεσολάβηση μεταξύ ισορροπιών.

Τι είναι μια ‘έννοια’ (concept); Τι είναι σημασία (meaning);
Λέγοντας έννοια ή σημασία υποδεικνύω το σταθερό σημείο ή την ΝΕ ενός μεμονωμένου παιγνίου. Η έννοια είναι εμπειρική, μόνο, και μόνο όταν, το σταθερό σημείο συμπίπτει με την χώρο-χρονική τοποθεσία. Αυτό το ονομάζω αντίληψη (perception).

Ένα αντικείμενο είναι ένα σύνολο σταθερών σημείων μέσα σε ένα παιχνίδι (έννοιες ή αντιλήψεις) που έρχονται να συμπέσουν, δηλαδή συντίθενται μέσα σε ένα μοναδικό σημείο, σε μια πιο μεγάλη ισορροπία.

Μια θεωρία είναι ένα σύνολο ταξινομημένων αντικειμένων που όλα τους τείνουν προς μια μεγαλύτερη ισορροπία, είναι δηλαδή ιεραρχικά.

Μια ερμηνεία είναι ο τρόπος με τον οποίο σκεφτόμαστε τις σχέσεις μεταξύ θεωριών, ή αντικειμένων μέσα στις θεωρίες. Μια ερμηνευτική (hermeneutics) είναι ένα σύνολο ερμηνειών. Ένα σχήμα (scheme) είναι η τυπική δομή ενός αντικειμένου ή μιας θεωρίας. Η γραμματική ενός παιγνίου είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το παιχνίδι, και δεν είναι απαραίτητα ένα σύνολο κανόνων. Λογικό χώρο ή διάνοια (mind) αποκαλώ την ολότητα των εννοιών, αντικειμένων, θεωριών και ερμηνευτικών.

Μέσω αυτών των βασικών δομών, μπορούμε να εκθέσουμε το πρόγραμμα ολόκληρης της μοντελοποίησης της εμπειρίας μας. Ο σκοπός μιας φαινομενολογίας των παιγνίων θα είναι να αναλύσει τις συνθήκες ισορροπιών των περισσότερων βασικών παιγνίων στις ρίζες της αποβλεπτικής μας εμπειρίας.

Συνεχίζεται με 4.5 Ενστάσεις, και Συμπέρασμα

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2024

Το νόημα ως ισορροπία κατά Nash. Η Φαινομενολογία του Husserl και η θεωρία παιγνίων δ

 Συνέχεια από: Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

Το νόημα ως ισορροπία κατά Nash. Η Φαινομενολογία του Husserl και η θεωρία παιγνίων δ

3.3 Το νόημα ως ισορροπία κατά Nash

Προτίθεμαι να υπερβώ τα παράδοξα του χουσσερλιανού νοήματος χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της θεωρίας των παιγνίων. Η θεωρία παιγνίων προσφέρει πραγματικά ένα πολύ γόνιμο περιγραφικό μοντέλο, που μας επιτρέπει να διατηρήσουμε την αυθεντική προσέγγιση του Husserl χωρίς τις αντιφάσεις της εποχής. Νομίζω πως η φιλοσοφία μπορεί να χρησιμοποιήσει τα αποτελέσματα των μαθηματικών με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιεί τη λογοτεχνία, τις τέχνες, τη λογική, κ.ο.κ. Αυτό δεν σημαίνει πως κάνουμε με τον τρόπο αυτό φιλοσοφία των μαθηματικών, αλλά μάλλον φιλοσοφία δια των μαθηματικών, δηλαδή χρησιμοποιώντας μαθηματικά μοντέλα για να περιγράψουμε τις φιλοσοφικές μας εμπνεύσεις και θέματα. Θα παρουσιάσω λοιπόν στα επόμενα, από τη μια, μια επανερμηνεία των εννοιών του παιχνιδιού και της ισορροπίας κατά Nash (NE), μετατρέποντας τα σε ένα κλειδί της φαινομενολογίας, και από την άλλη, μια επανερμηνεία της έννοιας του νοήματος με όρους της θεωρίας των παιγνίων.

Ας ξεκινήσουμε δηλώνοντας, πως το πεδίο της έρευνας της φαινομενολογίας είναι μέρος της εμπειρίας, της ‘αποβλεπτικής εμπειρίας’. Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις πτυχές σε κάθε αποβλεπτική εμπειρία: i) ένα σύνολο ενεργημάτων ενός ή περισσότερων υποκειμένων (άνθρωποι ή μη-άνθρωποι) που ενεργούν ως παίχτες του παιχνιδιού ii) την μεταμόρφωση αυτού του συνόλου iii) την ΝΕ, δηλαδή την στάση που επιτυγχάνεται στο τέλος της μεταμόρφωσης.
Ας επανερμηνεύσουμε τα κύρια αξιώματα της θεωρίας των παιγνίων με τον εξής τρόπο:
α) κάθε παίκτης/υποκείμενο τείνει να κάνει την καλύτερη επιλογη
β) η καλύτερη επιλογή είναι η επιλογή που αντιστοιχεί στον ύψιστο βαθμό ωφέλειας σε κάθε δεδομένη κατάσταση
γ) η επιλογή αυτή γίνεται ανεξάρτητα από τις επιλογές των άλλων παιχτών/υποκειμένων στην ίδια κατάσταση
δ) παρόλα αυτά, κάθε επιλογή επηρεάζεται από τις άλλες.

Κάθε αποβλεπτική εμπειρία έχει την εξής δομή: (Sn, Pn , In , On). Περιέχει n στρατηγικές (S), δηλαδή μια αλληλουχία περισσότερο ή λιγότερο πιθανών (P= βαθμός πιθανότητα) ενεργημάτων που κατευθύνονται προς ένα αποτέλεσμα (O). Η αντίληψη θέλει να αντιλαμβάνεται, η επιθυμία να επιθυμεί, η κρίση να κρίνει, κ.ο.κ. κάθε ενέργημα λοιπόν κατευθύνεται προς τον προς επίτευξη σκοπό. Υπάρχει μια φαινομενολογική ωφέλεια, μια κλίμακα βαθμών σε σχέση προς τον τελικό σκοπό. Επιπλέον, κάθε στρατηγική βασίζεται σε μια γνώση, ένα σύνολο δεδομένων (I), εμπειρικών ή μη. Η αποβλεπτική εμπειρία έχει μια ιδιαίτερη διαμόρφωση σε σχέση προς τις αρχικές της συνθήκες και το αποτέλεσμα της. Είναι συναφειακή (contextual).

Ισχυρίζομαι ότι το αποβλεπτικό αντικείμενο είναι η λύση (ή η μετά-λύση) του παιχνιδιού, η ισορροπία κατά Nash. Είναι ένας τέτοιος συνδυασμός στρατηγικών, ώστε όλα τα υποκείμενα/παίχτες μαζί επιτυγχάνουν το μέγιστο αποτέλεσμα σε σχέση προς τον γενικό σκοπό και τη δεδομένη κατάσταση, συνάφεια και συγκεκριμένη εξέλιξη του παιχνιδιού. Η ισορροπία είναι το νόημα. Κάθε αποβλεπτική εμπειρία έχει ένα σταθερό σημείο που μπορεί να επιτευχθεί ή όχι (με μια συγκεκριμένη πιθανότητα). Δεδομένου του συνόλου (Sn, Pn , In , On) για n παίχτες, υπάρχει πάντα ένας συνδυασμός στρατηγικών σύμφωνα με τον οποίο, κανένας παίχτης δεν μπορεί να βελτιώσει το αποτέλεσμα του αλλάζοντας στρατηγική, δεδομένων των στρατηγικών όλων των παιχτών στο παιχνίδι. Ας θεωρήσουμε τον ορισμό αυτό ως την βασική συνθήκη-απαραίτητη, αλλά όχι επαρκή-της αποβλεπτικότητας. Θα εξετάσω την ισχύ αυτής της αναδιατύπωσης παρακάτω.

Όταν συζητούμε για παράδειγμα τη σημασία των όρων που χρησιμοποιούμε. Όταν ρωτούμε, «τι σημαίνει χ;», δεν υπάρχει ποτέ μόνο μια απάντηση. Η σημασία δεν είναι ποτέ πάγια και σταθερή για ένα δεδομένο αντικείμενο. Αντιθέτως, είναι μια ισορροπία σε ένα κοινωνικό παιχνίδι. Όταν θέτουμε την ερώτηση αυτή και προσπαθούμε να απαντήσουμε, παίζουμε αυτό το παιχνίδι. Η ερώτηση ανοίγει το παιχνίδι της σημασίας. Ίσως μοιράζομαι, ίσως όχι, την ίδια γνώση με τους άλλους παίχτες. Σε κάθε περίπτωση, συμμετέχω στο παιχνίδι ανταποκρινόμενος, και μαζί με τους άλλους παίχτες μπορώ να φτάσω στη λύση, το σημείο ισορροπίας. Ίσως υπάρχει κάποιος παίχτης που σπάει την ισορροπία και αναγκάζει τους άλλους παίχτες να βρουν μια νέα λύση για το παιχνίδι. Το μόνο σημείο αναφοράς είναι τα υποκείμενα/παίχτες και η αμοιβαία τους αλληλεπίδραση: η κοινότητα των υποκειμένων/παιχτών και τα κοινά τους συμφέροντα.

Μια θεμελιώδης βοήθεια για τη διασάφηση της πτυχής αυτής μας δίνεται από τον Lewis (1969), όπου το φαινόμενο της σύμβασης (convention) αναδιατυπώνεται δια της θεωρίας των παιγνίων. Η θέση του είναι ότι οι συμβάσεις είναι παιχνίδια συντονισμού. Πριν τον Lewis, ο Quine και άλλοι φιλόσοφοι ισχυρίστηκαν πως η σύμβαση είναι μια συμφωνία, και μια συμφωνία χρειάζεται μια γλώσσα για να οριστεί, και έτσι η φύση της γλώσσας δεν μπορεί να είναι συμβατική. Αντί αυτού, ο Lewis λέει, πως υπάρχει μια συμβατική διάσταση της γλώσσας που δεν μπορεί να εξηγηθεί μέσω της έννοιας της συμφωνίας, συμβολαίου ή κανόνος. Για τον λόγο αυτό χρειαζόμαστε τη θεωρία παιγνίων, ή μάλλον ένα κλάδο της.

Τα παιχνίδια συντονισμού είναι παιχνίδια στα οποία τα συμφέροντα των παιχτών συμπίπτουν: κάθε παίχτης επιλέγει να δράσει σε συντονισμό με αυτό που επέλεξαν οι άλλοι παίχτες (ή αυτό που μπορεί να επιλέξουν) […Ο συντονισμός μπορεί να επιτευχθεί αντιγράφοντας τις προσδοκίες των άλλων παιχτών], και τα αποτελέσματα μιας πράξης εξαρτώνται πάντοτε από τα αποτελέσματα των άλλων. Εάν για παράδειγμα εσύ και εγώ θέλουμε να συναντηθούμε πηγαίνοντας στον ίδιο τόπο, αναμένω ότι θα πας εκεί, επομένως πάω και εγώ. Αναμένω ότι έχεις λόγους και επιθυμία να πας εκεί. Ας υποθέσουμε ότι κλείνουμε ραντεβού: είναι προφανές ότι ο καθένας μας θέλει να συναντηθεί. Είναι μια συμφωνία, και έτσι εκδηλώνεται ένα σύστημα αμοιβαίων προσδοκιών. Αυτό όμως δεν αλλάζει τίποτα. Ένα παιχνίδι συντονισμού μπορεί να χρησιμοποιήσει μια συμφωνία ως σύστημα προσδοκιών, αλλά δεν βασίζεται σε μια συμφωνία ή υπόσχεση. Επιπλέον, ο Lewis ισχυρίζεται, ότι η συμφωνία δεν είναι το μόνο μέσο με το οποίο μπορεί να λυθεί το πρόβλημα του συντονισμού (Lewis 1965, 35).

Στον τύπο αυτό του παιχνιδιού η ισορροπία είναι ένας συνδυασμός δράσεων, κατά τις οποίες κανένας παίχτης δεν μπορεί να πάρει κάτι παραπάνω, ένας κάποιος (αυτός ή κάποιος άλλος) νά δράσει διαφορετικά. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως όλες οι δυνατές ισορροπίες σε ένα παιχνίδι συντονισμού είναι συντονισμένες ισορροπίες. Σε ένα παιχνίδι συντονισμού μπορούν να υπάρξουν ασυντόνιστες ισορροπίες, που αφορούν καταστάσεις σύγκρουσης. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τον Lewis, μια σύμβαση είναι παιχνίδι συντονισμού που αναδύεται από την κανονικότητα η οποία προσελήφθει στη συμπεριφορά των μελών της κοινότητας (Lewis 1969, 42, 76).

Προτείνω να ενισχύσουμε και να πλατύνουμε την προσέγγιση του Lewis. Η έννοια της ΝΕ μπορεί να εφαρμοστεί τόσο στα συνεργατικά όσο και στα μη συνεργατικά παιχνίδια. Το παιχνίδι συντονισμού είναι απλώς ένας τύπος παιχνιδιού, και η ισορροπία που επιτυγχάνεται σε αυτό είναι απλώς μια περίπτωση της ΝΕ. Η ισορροπία κατά Nash (ΝΕ) είναι η συνθήκη των συμβάσεων, όχι το αντίστροφο. Μια ΝΕ (ή, οι παίχτες έχουν ατελή πληροφορία για τους άλλους παίχτες, μια ισορροπία κατά Nash σύμφωνα με τον Bayes) είναι δυνατή ακόμα και όταν δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των παιχτών, ακόμα και όταν οι παίχτες δεν επικοινωνούν μεταξύ τους καθόλου, ή εάν βρίσκονται σε σύγκρουση. Μια ΝΕ είναι μια γενική κατασκευή της εμπειρίας που βάζει μαζί συνεργασία και σύγκρουση, συντονισμό και ανταγωνισμό. Δεν βασίζεται σε ψυχολογική ή συμπεριφορική θεωρία.

Στις «Φιλοσοφικές Διερευνήσεις», ο Wittgenstein δηλώνει πως ο χρήστης της γλώσσας έχει το δικαίωμα να πει, για παράδειγμα, πως «2+2=4», επειδή μια κοινότητα ομιλούντων αυτήν συμφωνεί με αυτόν, και του παρέχει συνεπώς μια συγκεκριμένη δυνατότητα και ικανότητα στον υπολογισμό. Η σημασία μιας δήλωσης δεν συνίσταται, όπως ο Wittgenstein δηλώνει στο Tractatus, στις αληθείς συνθήκες (πως πρέπει να είναι ο κόσμος αν η δήλωση είναι αληθής), αλλά στις συνθήκες επιβεβαίωσης, που κατοικούν στην κοινότητα των ομιλούντων και την χρήση των λέξεων. «Η κοινότητα μας μπορεί να διαβεβαιώσει για κάθε άτομο, ότι ακολουθεί τον κανόνα, εάν περάσει τις εξετάσεις για τον κανόνα που ακολουθεί, εφαρμοζόμενο σε κάθε μέλος της κοινότητας» (Kripke 1982, 110). Συνθήκες επιβεβαιωσιμότητας, συμφωνίες, και η μορφή της ζωής, είναι τρείς στενά συνδεδεμένες έννοιες: οι συνθήκες επιβεβαιωσιμότητας βασίζονται σε συμφωνίες, που είναι μέρη της μορφής ζωής, που είναι σύνολο κανονικοτήτων και πρακτικών που συνιστούν μια ομάδα.

Η θέση μου είναι μια παραλλαγή της θέσης του Wittgenstein. Οι συνθήκες επιβεβαιωσιμότητας δεν αναφέρονται στην μορφή της ζωής, αλλά στο κοινωνικό παιχνίδι και την ΝΕ (που αντιστοιχεί σε αυτό). Για να ξεκαθαρίσουμε τη χρήση και τη σημασία της γλώσσας μας, θα είναι απαραίτητο να αναλύσουμε απλούστερα παιχνίδια, και κατόπιν βαθμιαία πιο δύσκολα. Τα παιχνίδια είναι πράγματι συνδεδεμένα και στρωματωμένα. Η φαινομενολογική διάνοια παίζει περισσότερα παιχνίδια, περισσότερα διαφορετικά παιχνίδια, ταυτόχρονα και σε πολλαπλά επίπεδα.

3.4 Πιθανότητα και Ικανοποίηση. Τόπος

Κάθε στρατηγική περιλαμβάνει μια διάσταση πιθανότητας. Όπως είπα πιο πάνω, η ΝΕ είναι μια έννοια βασιζόμενη στην πιθανότητα. Ο ίδιος ο Husserl λέει, πως κάθε αποβλεπτικό ενέργημα συνοδεύεται πάντα από μια ‘αύρα εικονικότητας’. Η αποβλεπτική εμπειρία κινείται ‘μέσα στο κενό’ καθώς περιλαμβάνει δομικά n πιθανότητες, n συμβάντα που μπορεί να συμβούν ή όχι.

Πως μπορώ να καταλάβω την πιθανότητα; Δεδομένου του κλειστού εύρους των πιθανών κόσμων e, τους οποίους αποκαλώ τόπο (topos), ένα γεγονός θα είναι περισσότερο ή λιγότερο πιθανό στη βάση του πόσοι δυνατοί κόσμοι μέσα σε αυτόν τον τόπο, τον περιλαμβάνουν (το γεγονός αυτό). Αν ο αριθμός των δυνατών στους οποίους υπάρχει αυτό το γεγονός είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό αυτών στους οποίους δεν υπάρχει, το γεγονός είναι πιο πιθανό. Ένα συγκεκριμένο γεγονός μπορεί να περιέχεται σε όλους τους e κόσμους. Κάθε στρατηγική είναι ένα σύνολο γεγονότων (ή ενεργημάτων), που είναι περισσότερο ή λιγότερο πιθανά σε σχέση προς ένα ή περισσότερους τόπους.

Επιπλέον, η στρατηγική και η πιθανότητα υπονοούν μια αναφορά στο αποτέλεσμα, Ο, που είναι ο βαθμός ικανοποίησης σε σχέση προς τον γενικό στόχο του παιχνιδιού. Αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο: το αποτέλεσμα δεν είναι ο τελικός σκοπός. Σε ένα αντιληπτικό παιχνίδι, ο σκοπός μπορεί να είναι να αντιληφθείς την καρέκλα στο πίσω μέρος του δωματίου. Το αποτέλεσμα είναι το πόσο κοντά μπορώ να έρθω στην επίτευξη του  στόχου αυτού, ή το πόσο καθαρά βλέπω την καρέκλα. Μπορώ να αντιληφθώ ή να κρίνω κάτι ικανοποιητικά ή όχι, μερικώς ή εξολοκλήρου, πράγμα που εξαρτάται από τις αρχικές συνθήκες ή από την συνάφεια μέσα στην οποία λειτουργώ. Δεδομένου του κλειστού εύρους των πιθανών κόσμων, δηλώνω πως ο κόσμος e1 είναι το ύψιστο επίπεδο ικανοποίησης, ενώ το e5 το χαμηλότερο: είναι βαθμοί μιας κλίμακας. Κάθε στρατηγική αντιστοιχεί σε μια σειρά πιθανοτήτων και βαθμών ικανοποίησης σε ένα τόπο. Αν αυτό το γεγονός συμβεί, η ικανοποίηση μου θα είναι μεγαλύτερη. Αν δεν συμβεί, η ικανοποίηση μου θα είναι χαμηλότερη. Κάθε στρατηγική ακολουθεί μια τροχιά μέσα στον τόπο. Κάθε στρατηγική ακολουθεί δυο άξονες, πιθανότητα και ικανοποίηση.

Τι σημαίνει να «ακολουθεί μια τροχιά μέσα στον τόπο»; Πρέπει να ξακθαρίσουμε το σημείο αυτό. Κατ’ αρχήν πρέπει να διακρίνουμε τα ακόλουθα:
α) πράξεις
β) στρατηγική= συνδυασμός πράξεων
γ) κόσμος=συνδυασμός στρατηγικών μέσα σε μια συνάφεια (συναφειακές μεταβλητές)
δ) τόπος= σύνολο δυνατών κόσμων, δηλαδή δυνατοί συνδυασμοί στρατηγικών , που μεταβάλλονται.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάποια βασικά σημεία.
Πρώτον, δεν υπάρχει μια αναλογία αντιστοιχίας ένα-προς-ένα μεταξύ των δυνατών κόσμων μέσα στον τόπο και των συνδυασμών στρατηγικών μέσα σε ένα παιχνίδι. Ένας συνδυασμός στρατηγικών μπορεί να αντιστοιχεί σε πολλούς δυνατούς κόσμους. Οι διαφορές βρίσκονται στις συναφειακές μεταβλητές (γεγονότα που συμβαίνουν μέσα στον κόσμο αυτό) που πάνε μαζί με διαφορετικές στρατηγικές και πως μπορούν να συνδεθούν. Σε κάθε κόσμο υπάρχει μια διαφορετική παραλλαγή της ίδιας αντιστοιχίας.
Δεύτερον, ας πούμε ότι υπάρχουν πολλές δυνάμεις που περνούν μέσα από τον τόπο και τους κόσμους του:
φ) σύντηξη (fusion), με την έννοια ότι δυο ή περισσότεροι κόσμοι μπορούν να συνενωθούν σε ένα
ε) απέλαση, κατά την οποία ένας κόσμος βγαίνει από τον τόπο
ζ) πρόσθεση, κατά την οποία ένας κόσμος μπαίνει στον τόπο
ι) κλασσική επίδραση, κατά την οποία, ότι συμβαίνει στον ένα κόσμο καθορίζει αυτό που συμβαίνει σε ένα άλλο, για παράδειγμα, η επιβίωση ενός κόσμου σε μια συγκεκριμένη εξέλιξη του τόπου περιλαμβάνει μια εσωτερική και μια εξωτερική αλλαγή, σε σχέση προς ένα άλλο κόσμο.
Τρίτο, μια ΝΕ δεν είναι ένας μοναδικός κόσμος, αλλά μια σχέση μεταξύ κόσμων μέσα σε ένα τόπο. Είναι η κατάσταση του τόπου μέσα στον οποίο η ένταση όλων των δυνάμεων (φ, ε, ζ, ι) είναι μηδέν.
Τέταρτο, είναι προφανές, πως μεταξύ των κόσμων μέσα σε ένα τόπο πρέπει πάντα να υπάρχει ένα ελάχιστο επίπεδο συνέχειας, με την έννοια πως κάποια βασικά χαρακτηριστικά πρέπει να διατηρούνται. Ας σκεφτούμε το σκάκι. Στην αρχή του παιχνιδιού, κάθε παίχτης έχει ένα πεπερασμένο εύρος στρατηγικών και κινήσεων και ένα αντίστοιχο τόπο, ένα πεπερασμένο σύνολο δυνατών κόσμων. Εκτός από μικρές παραλλαγές, το εύρος των στρατηγικών και κινήσεων είναι το ίδιο και για τους δυο παίχτες: ο τόπος είναι ένας. Όταν όμως ξεκινήσει ο αγώνας, ο τόπος αλλάζει: κάθε παίχτης συνειδητοποιεί εάν η στρατηγική του μπορεί να επιτύχει ή όχι, και την αλλάζει σε σχέση προς αυτό που ο αντίπαλός του κάνει και σε σχέση προς τις προσδοκίες του ως προς αυτό. Με τον τρόπο αυτό, οι δυο παίχτες αντιμετωπίζουν τώρα δυο κόσμους.
Στο παιχνίδι του σκακιού υπάρχει μια ισχυρή συνέχεια μεταξύ των κόσμων μέσα στον τόπο. Δεν αποκλείεται όμως, πως σε άλλα, πολύ διαφορετικά και πιο περίπλοκα παιχνίδια, για παράδειγμα εκείνα, στα οποία έχουμε πολύ λίγη πληροφορία για τη συνάφεια και τις κινήσεις των άλλων παιχτών, όχι μόνο οι τόποι του κάθε παίχτη είναι διαφορετικοί από την αρχή, αλλά και οι εσωτερικοί κόσμοι των τόπων μπορεί να διαφέρουν πολύ, μέχρι σημείου να χάσουν την ομολογία τους. Πρέπει να έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά και προσβασιμότητα. Αυτό που συμβαίνει στον ένα κόσμο μπορεί να επηρεάσει αυτό που συμβαίνει σε έναν άλλο.
Πέμπτο, σε ένα παιχνίδι, ο τόπος είναι παραμορφωμένος: υφίσταται μια μεταμόρφωση (t, transformation). Ο κύριος σκοπός κάθε παιχνιδιού είναι η παραμόρφωση (deformation) του τόπου. Κατά την εξέλιξη του παιχνιδιού, μερικοί κόσμοι μέσα στον τόπο πραγματοποιούνται σταδιακά, γίνονται πραγματικοί, ενώ άλλοι παραμένουν δυνατοί. Μερικοί κόσμοι καθίστανται αδύνατοι και βγαίνουν από τον τόπο, ενώ άλλοι προστίθενται ως νέοι.
Ας σημειώσουμε, ότι ο τόπος δεν είναι απλώς ένα πεπερασμένο σύνολο δυνατών κόσμων: είναι πάνω απ’ όλα ένα πεπερασμένο σύνολο δυνατών κόσμων που αλλάζει. Ο τόπος μπορεί να αλλάξει α) επειδή τροποποιήθηκε από τις πράξεις των παιχτών, ή β) ανεξάρτητα από τους παίχτες. Σε αυτή την δεύτερη περίπτωση, ο τόπος λειτουργεί μέσα στο παιχνίδι ως ένας τρίτος παράγοντας σε σχέση με τους παίχτες. Αυτή είναι η περίπτωση του παιχνιδιού κατά Bayes, στο οποίο, πέραν των στρατηγικών των παιχτών, υπάρχει και ένας αυτόνομος παράγοντας (άγνωστος στους παίχτες) που καθιστά τα πάντα πιο πολύπλοκα και απρόβλεπτα. Ακόμα όμως και σε αυτή την περίπτωση, είναι δυνατή μια ΝΕ (ισορροπία κατά Nash).
Τέλος, ένα παιχνίδι είναι ένα σύνολο στρατηγικών που είναι περισσότερο ή λιγότερο πιθανές και περιλαμβάνουν μεγαλύτερα ή μικρότερα πλεονεκτήματα, σε σχέση προς τον σκοπό του παιχνιδιού. Τέτοιες στρατηγικές είναι ‘τροχιές’ μέσα σε ένα τόπο, ένα πεπερασμένο σύνολο δυνατών κόσμων που αλλάζει. Η λύση του παιχνιδιού, ‘η φαινομενολογική ισορροπία κατά Nash’, δεν είναι απλώς ένας συγκεκριμένος συνδυασμός στρατηγικών, αλλά και κάποια μεταμόρφωση του τόπου.

Συνεχίζεται με ‘Τα βασικά χαρακτηριστικά της φαινομενολογίας των παιγνίων’

ΟΤΑΝ ΤΟ ΕΓΩ ΔΙΝΕΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ, ΤΗΣ ΓΝΩΜΗΣ.

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

Το νόημα ως ισορροπία κατά Nash. Η Φαινομενολογία του Husserl και η θεωρία παιγνίων γ

 Συνέχεια από: Σάββατο 15 Ιουνίου 2024

Το νόημα ως ισορροπία κατά Nash. Η Φαινομενολογία του Husserl και η θεωρία παιγνίων γ

3.2 Το υπό ερώτημα νόημα

Ξεκινώντας από μια αυστηρή κριτική της ψυχολογίας, στις «Λογικές Έρευνες», ο Husserl διακρίνει τρία επίπεδα αποβλεπτικότητας: i) το ψυχικό ενέργημα (τα νοητικά δεδομένα μέσα στο υποκείμενο), ii) το αποβλεπτικό αντικείμενο, που είναι το αντικείμενο προς το οποίο στοχεύει η αποβλεπτικότητα σύμφωνα με το ενέργημα αυτό. iii) το πραγματικό αντικείμενο, το αντικειμενικά εξωτερικό στοιχείο που παραμένει πάντα ίδιο κατά τη διεξαγωγή του ενεργήματος, παρά τις μεταμορφώσεις στα προηγούμενα δυο επίπεδα, έτσι ώστε να εξασφαλίζει μια λειτουργία σύνθεσης. Ο Husserl διακρίνει λοιπόν τα αντικειμενοποιούντα (objectifying) ενεργήματα, που έχουν μια σχέση προς το αντικείμενο, από τα μη αντικειμενοποιούντα ενεργήματα, που αποκτούν μια σχέση προς το αντικείμενο μόνο χάριν των πρώτων. Τα αντικειμενοποιούντα ενεργήματα χωρίζονται σε θετικά (positional) ενεργήματα, που θεωρούν το αντικείμενο ως υπάρχον, και σε μη-θετικά (non-positional) ενεργήματα, που δεν θεωρούν ότι τό αντικείμενο υπάρχει.

Στις «Ιδέες» δεν εγκαταλείπει τη γραμμή των «Λογικών Ερευνών» (Logische Untersuchungen), αλλά επεξεργάζεται εκ νέου τη σημασία τους, ξεκινώντας από την φαινομενολογική-υπερβατολογική μείωση, την εποχή (epoché), το πέρασμα από την φυσική στην υπερβατολογική στάση. Στον πρώτο τόμο των ‘Ιδεών’ εισάγεται το ζευγάρι νόησις-νόημα.

Το νόημα είναι μια από τις πιο τολμηρές και αμφιλεγόμενες έννοιας της φαινομενολογίας του Husserl. Σχεδιάστηκε για πρώτη φορά το 1912 στα ερευνητικά του δοκίμια, αλλά αναπτύχθηκε πλήρως στις ‘Ιδέες’. Οι ‘Ιδέες’ είναι στην πραγματικότητα ένα βιβλίο στο οποίο ο Husserl εκθέτει πλήρως την φαινομενολογική υπερβατολογική μείωση. Αν το νόημα εισάγεται με ακρίβεια σε αυτή τη συνάφεια, αυτό γίνεται επειδή αποτελεί μια έννοια που δεν μπορεί να διαχωριστεί από την εποχή. Το νόημα δεν είναι ούτε ένα πραγματικό αντικείμενο που υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς, από την αντίληψη μας, ούτε απλώς διανοητικό, που σημαίνει μια ‘βιωμένη εμπειρία’ μεταξύ άλλων, αλλά είναι μάλλον ένα αποβλεπτικό αντικείμενο. Το νόημα είναι αυτό που διαμεσολαβεί τη σχέση μεταξύ νοητικού ενεργήματος και πραγματικού αντικειμένου. Είναι μια εσωτερική υπέρβαση προς το ίδιο το εσωτερικό ενέργημα. Είναι μια υπερβατολογική προβολή, με την έννοια, πως μόνο μέσα από αυτήν την προβολή μπορούμε να έρθουμε σε επαφή με το πραγματικό ‘έξω από εμάς’.

Περιορίζομαι στη σχηματική παράθεση κάποιων παραγράφων (§87-91) του πρώτου τόμου των ‘Ιδεών’, τρίτο κεφάλαιο, όπου ο Husserl αντιμετωπίζει άμεσα το πρόβλημα. Δεν υπάρχει κάποιος εξηγητικός σκοπός στην ανάγνωση μου. Θέλω απλώς να ταυτοποιήσω ένα μοναδικό πρόβλημα και να παρουσιάσω κατόπιν μια μέθοδο για να το ξανασκεφτούμε.

Η παραξενιά της αποβλεπτικής διαδικασίας, είναι όπως γράφει ο Husserl στην παράγραφο §87, πως «εύκολα αποδίδεται στην καθολικότητα της. Όλοι μας καταλαβαίνουμε την έκφραση ‘συνείδηση κάποιου πράγματος’, ιδιαίτερα σε κατά βούληση (ad libitum) παραδείγματα. Είναι πολύ πιο δύσκολο να αρπάξει κανείς καθαρά και ορθά τις φαινομενολογικές παραξενιές της ουσίας που αντιστοιχούν σε αυτήν». Αυτό είναι το θέμα. Η έκφραση «συνείδηση κάποιου πράγματος» σημαίνει μια άκρως προβληματική κοινοτοπία την οποία οι φαινομενολόγοι πρέπει να ξεκαθαρίσουν. «Το ότι ο τίτλος αυτός περιγράφει ένα μεγάλο πεδίο επίπονα επιτευχθέντων ευρημάτων, και συγκεκριμένα, τα ειδετικά (eidetic) ευρήματα, θα φαινόταν σήμερα ξένο στην πλειοψηφία των φιλοσόφων και ψυχολόγων» (Husserl 1982, 211).

Στην παράγραφο §88 ο Husserl ασχολείται με το θέμα της ανάλυσης της αποβλεπτικής ζωής και εισάγει τη διάκριση κλειδί, μεταξύ των κατάλληλων στοιχείων της αποβλεπτικής διανοητικής διαδικασίας και των συσχετισμών με αυτά. Διακρίνει δυο σημασίες της έκφρασης ‘νόημα της εμπειρίας’. Κατά πρώτον, το νόημα της εμπειρίας είναι μια ‘νοητική στιγμή’, δηλαδή μια πράξη που ερμηνεύει ένα σύνολο ψυχικών δεδομένων και τους δίνει ενότητα, μια σύνθεση. Η νόηση (noesis) είναι ένα σύνολο ‘μερών και στιγμών, που βρίσκουμε με την ανάλυση αυτού πού είναι πραγματικά έμφυτο, αναφερόμενο στις νοητικές διαδικασίες. Ασχολούμαστε βέβαια με την νοητική διαδικασία σαν να είναι αντικείμενο όπως όλα τα άλλα, διερευνώντας στα κομμάτια του ή τις μη-αυτόνομες στιγμές, το πραγματικά έμφυτο σε αυτή , που την συνιστά» (Husserl 1982, 213). Όμως, «από την άλλη, η αποβλεπτική νοητική διαδικασία είναι συνείδηση κάποιου πράγματος, και είναι τέτοια σύμφωνα με την ουσία της, δηλαδή ως μνήμη, ως κρίση, ως βούληση. Και επομένως μπορούμε να διερευνήσουμε αυτό πού είναι να οριστεί, ως ύλη ουσιώδους αναγκαιότητας ως προς την πλευρά αυτού του ‘κάποιου πράγματος’» (Husserl 1982, 213).

Η ουσία της νοήσεως υπερβαίνεται από κάτι άλλο. «Είναι μέσα στην ουσία της να περιέχει μέσα της κάτι, όπως μια ‘έννοια’ και πιθανόν μια πολλαπλή έννοια στη βάση αυτής της παραχώρησης (παραίτηση από την) της έννοιας, και σε ενότητα με αυτό, που για να οδηγήσει σε περαιτέρω παραγωγές (Leistungen) που καθίστανται ‘πλήρεις έννοιας’ ακριβώς δια της ‘παραχώρησης της έννοιας’» (Husserl 1982, 213-214). Ακολουθώντας την περιγραφή του Husserl, τέτοιες νοητικές στιγμές είναι για παράδειγμα, η κατεύθυνση της προσοχής του καθαρού εγώ προς τα αντικείμενα ‘που εννοούνται» από αυτό λόγω της παραχώρησης της έννοιας, προς το αντικείμενο που είναι ‘έμφυτο στη έννοια’ για το εγώ. Επιπλέον, αρπάζοντας αυτό το αντικείμενο, καί κρατώντας το σφιχτά[ΟΙΚΕΙΟΠΟΊΗΣΗ], ενώ η προσοχή εκτρέπεται προς άλλα αντικείμενα που εμφανίζονται στην ‘έννοια’ (Vermeinen). Παρομοίως, παραγωγές που αφορούν εξηγήσεις, συσχετίσεις, περιλαμβάνοντας πολλαπλές τοποθετήσεις για τις πεποιθήσεις, θεωρήσεις, αποτιμήσεις κ.ο.κ» (Husserl 1982, 214).

Με τον τρόπο αυτό φτάνουμε στη σημασία του όρου ‘έννοια’. Ο Husserl γράφει: «Αντιστοιχώντας σε κάθε περίπτωση στην πολλαπλότητα των δεδομένων που αναφέρονται στο πραγματικά έμφυτο νοητικό περιεχόμενο, υπάρχει μια πολλαπλότητα δεδομένων, που μπορούν να καταδειχθούν μέσα στην πραγματικά καθαρή διαίσθηση, μέσα στο συσχετιζόμενο ‘νοηματικό περιεχόμενο’, ή εν συντομία στο ‘νόημα’-όροι τους οποίους θα χρησιμοποιούμε από εδώ και πέρα» (Husserl 1982, 214). Η αντίληψη αντιστοιχεί στο «αντιληφθέν ως τέτοιο», το πράγμα ως αντιληφθέν, σύμφωνα με το ‘στυλ’, η προοπτική προσδιορισμένη από τις νοητικές στιγμές. Το νόημα είναι το αντικείμενο εντός των ορίων της νοήσεως. Είναι μέρος της ουσίας της νοήσεως. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να διαχωριστεί από την νόηση. «Η αντίληψη για παράδειγμα έχει το νόημα της, το πιο βασικό στήν αντιληπτική της έννοια, δηλαδή το αντιληφθέν ως αντιληφθέν. Παρομοίως, η περίπτωση της μνήμης (απομνημόνευσης) έχει το απομνημονευθέν ως απομνημονευθέν, μόλις απομνημονεύεται, ακριβώς όπως ‘εννοείται, ‘σκοπεύοντας προς’ μέσα στην απομνημόνευση. Και πάλι, η κρίση έχει το κριθέν ως κριθέν, η επιθυμία έχει το επιθυμητό ως επιθυμητό, κ.ο.κ» (Husserl 1982, 214). Σε κάθε περίπτωση, το ‘νοηματικά συσχετιζόμενο, που εδώ ονομάζεται ‘έννοια’ πρέπει να ληφθεί με ακρίβεια καθώς εμπεριέχεται εμμενώς στην νοητική διαδικασία της αντίληψης, της κρίσης, της επιθυμίας, κ.ο.κ. Αυτό σημαίνει, έτσι όπως μας προσφέρεται όταν διερευνούμε καθαρά αυτή την νοητική διαδικασία» (Husserl 1982, 214).

Νόημα και νόηση είναι δυο συμπληρωματικές πλευρές της ίδιας διαδικασίας. Στην πραγματικότητα, όταν προσπαθούμε να σκεφτούμε μια από αυτές μόνη της, πέφτουμε σε αντίφαση. Το νόημα α) δεν είναι ένα πραγματικό αντικείμενο έξω από μας, επειδή με την εποχή τοποθετήσαμε τον πραγματικό κόσμο της φυσικής στάσης εντός παρενθέσεων, και εμείς έχουμε τοποθετηθεί σε ένα χώρο υπερβατολογικό. όμως, β) το νόημα δεν μπορεί να διαχωριστεί πλήρως από αυτό το πραγματικό αντικείμενο επειδή το νόημα είναι αυτό το πραγματικό αντικείμενο, και όχι ένα αντίγραφο. Αν δεν διατηρήσουμε αυτή την πτυχή, χαλαρώνουμε τον ιδιαίτερο και αυθεντικά ρεαλιστικό χαρακτήρα της προσέγγισης του Husserl. Όταν εφαρμόζω την φαινομενολογική υπερβατολογική μείωση στην αντίληψη μου για ένα δέντρο που είναι στον κήπο μου, δεν κάνω τίποτε άλλο από το να απαγορεύω στον εαυτό μου να δώσει στο δέντρο αυτό οποιαδήποτε ‘θέση υπάρξεως’ ώστε να επικυρώσει την ύπαρξη αυτού του δέντρου. Παρόλα αυτά, το δέντρο εξακολουθεί να προορίζεται όπως το προόρισα εγώ πριν την εποχή. Το πραγματικό περιεχόμενο της αντίληψης μου δεν αλλάζει.

Το νόημα δεν είναι ούτε μια νοητική εικόνα, ούτε αντίγραφο, αλλά ούτε και ένα αντικείμενο. Δεν αντιλαμβάνομαι δυο δέντρα, ένα νοητικό και ένα πραγματικό, αλλά μόνο ένα δέντρο, το ίδιο δέντρο. Με τον τρόπο της φαινομενολογίας, «ο υπερβατολογικός κόσμος λαμβάνει την ‘παρένθεση’ του, εμείς εξασκούμε την εποχή σε σχέση προς την τοποθέτηση του πραγματικού της είναι» (Husserl 1982, 215). Επομένως, η πραγματική σχέση μεταξύ αντίληψης και αντιληφθέντος «αποκλείεται», λέει ο Husserl, «και παρόλα αυτά, η σχέση μεταξύ αντίληψης και αντιληφθέντος (όπως και μεταξύ επιθυμίας και επιθυμητού) παραμένει παραμερισμένη, μια σχέση που καθίσταται δεδομένη ουσιαστικά στην ‘καθαρή εμμένεια’, δηλαδή καθαρά πάνω στο έδαφος των φαινομενολογικά μειωμένων νοητικών διαδικασιών της αντίληψης και επιθυμίας, ακριβώς όπως αυτές ταιριάζουν μέσα στο υπερβατολογικό ρεύμα των νοητικών διαδικασιών’ (Husserl 1982, 215). Μέσα στην φαινομενολογική μας στάση, «το δέντρο δεν έχει χάσει την ελάχιστη χροιά όλων αυτών των στιγμών, ποιοτήτων, χαρακτηριστικών, με τα οποία εμφανιζόταν στην αντίληψη αυτή, με την οποία εμφανιζόταν ως ‘αγαπητό’, ‘ελκυστικό’ κ.ο.κ., ‘μέσα’ σε αυτή την επιθυμία (αρέσκεια)» (Husserl 1982, 216). Το ‘αποβλεπτικό δέντρο’ δεν χάνει τα χαρακτηριστικά που είχε μέσα στην φυσική στάση. Τι είναι όμως; Τι μπορεί να είναι το δέντρο χωρίς την αναφορά στο αληθινό δέντρο; Επαναλαμβάνω: η εποχή δεν συνεπάγεται την πλήρη εξαφάνιση του πραγματικού κόσμου.

Δια της εποχής ο Husserl απαλείφει το πραγματικό αντικείμενο και παραδέχεται μόνο το αποβλεπτικό αντικείμενο, το οποίο όμως δεν μπορεί να είναι διαφορετικό από το πρώτο. Πως μπορεί το νόημα να σχηματίσει την αποβλεπτική σχέση χωρίς να είναι (ή να συνδέεται) με το ίδιο το αντικείμενο;

Μπορούμε να κατανοήσουμε την αποβλεπτικότητα χωρίς να αναφερόμαστε στην έννοια του αντικειμένου;

Συμπεραίνω τα εξής:

Το αντικείμενο είναι μια εντελώς διφορούμενη έννοια. Είναι αποτέλεσμα θεωρητικής λειτουργίας, της εποχής, ο σκοπός της οποίας είναι διφορούμενος. Πως μπορεί να υπάρχει κάτι αντικειμενικό μέσα στο υποκείμενο; Πως μπορεί να υπάρχει υπερβατικότητα στην εμμένεια; Ο Husserl δεν απαντά στις ερωτήσεις αυτές. Μπορεί το νόημα να κοινοποιηθεί στα άλλα εγώ; Αν είναι έτσι, τότε μπορεί να διαχωριστεί από την νόηση, το ψυχικό ενέργημα, αλλά αυτό αντιβαίνει στην αρχική του κατάσταση. Ποιος εγγυάται, ότι κάποιο άλλο εγώ μπορεί πραγματικά να καταλάβει το ίδιο αντικείμενο προς το οποίο αποβλέπω τώρα, με τον ίδιο τρόπο που το καταλαβαίνω εγώ; Είμαστε καταδικασμένοι να πέσουμε στο κλασσικό πρόβλημα του σολιψισμού.

Εάν, ακολουθώντας τον Husserl, η αποβλεπτικότητα είναι αυτό που εγκαθιστά την σχέση μας με ένα αντικείμενο, πως μπορεί (η αποβλεπτικότητα) να προϋποθέτει το αντικείμενο ή την αντικειμενικότητα; Αν ακολουθήσουμε την αυθεντική έμπνευση του Husserl για την έννοια της αποβλεπτικότητας, θα πρέπει να συμπεράνουμε, πως η αποβλεπτική σχέση ‘δημιουργεί’ το αντικείμενο, και όχι το αντίστροφο. Δεν μπορεί να υπάρχει αντικείμενο πριν την αποβλεπτική σχέση. Από την άλλη, με την έννοια του νοήματος ως «αποβλεπτικού αντικειμένου’, ο Husserl υποβάλλει την αποβλεπτικότητα στο αντικείμενο, στην ανάγκη να διατηρήσει τον δυισμό υποκείμενο-αντικείμενο ως μια αδιαμφισβήτητη αρχή. Στην παράγραφο §128 του πρώτου τόμου των ‘Ιδεών’, γράφει: «Το νοηματικό κατέστη διακριτό ως αντικειμενικότητα ανήκοντας στη συνείδηση, και όμως είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό» (Husserl 1982, 307). Το νόημα είναι ένα αποβλεπτικό objectum που δίδεται σταθερά στη συνείδηση δια μιας διαρκούς και συνθετικής διαδικασίας. Η πεποίθηση αυτή οδηγεί τον Husserl να εισαγάγει μια επιπλέον διάκριση στο νόημα: «Κάθε νόημα έχει περιεχόμενο, δηλαδή τη σημασία/έννοια (sense) του και σχετίζεται μέσω αυτής προς το αντικείμενο του» (Husserl 1982, 314). Πρέπει επομένως να διακρίνουμε μεταξύ του ‘νοηματικού αντικειμένου simpliciter’, το πραγματικό αντικείμενο έξω από μας, που είναι το σημείο ενότητας, και ‘του αντικειμένου μέσα στο πως των καθορισμών του’ (Husserl 1982, 314). Ο Husserl γράφει κατόπιν: «Η σημασία για την οποία μιλούμε συνέχεια, είναι αυτό το νοηματικό ‘αντικείμενο μέσα στο πως’, με όλα όσα η περιγραφή χαρακτήρισε πιο πάνω, είναι ικανή να βρει μέσα της και να το εκφράσει με έννοιες» (Husserl 1982, 314). Η παράγραφος αυτή δεν είναι καθόλου σαφής. Σε μια προσπάθεια να αφήσει ανοικτή την εποχή, και επομένως να διατηρήσει την απόσταση ως προς κάθε υπερβατολογικό αντικείμενο, ο Husserl είναι αναγκασμένος να πολλαπλασιάσει τα αποβλεπτικά αντικείμενα, και να περιπλέξει τις έννοιες σημασία (sense, Sinn) και νόημα (noema). Επαναλαμβάνει την αποβλεπτική σχέση εντός του νοήματος, τόσο πολύ ώστε, στην παράγραφο §132 φαίνεται πως υπονοεί μια τρίτη πτυχή του νοήματος: «Η σημασία δεν είναι μια συγκεκριμένη ουσία μέσα στην πλήρη σύνθεση του νοήματος, αλλά ένα είδος αφηρημένης μορφής έμφυτου στο νόημα» (Husserl 1982, 316). Στα όσα ακολουθούν όμως δεν ξεκαθαρίζει καθόλου τι εννοεί λέγοντας ‘αφηρημένη μορφή’. Είναι πολύ δύσκολο να δούμε, πως μια ‘αφηρημένη μορφή’ μπορεί να σχετίζεται προς το προκείμενο πρόβλημα.

Γιατί πρέπει να διαχωρίσουμε το αποβλεπτικό αντικείμενο από το πραγματικό αντικείμενο; Γιατί υπάρχει αυτός ο πολλαπλασιασμός εντός του αποβλεπτικού αντικειμένου; Δεν είναι αυτό μια επιλογή που δημιουργείται από την αναζήτηση μιας υποτιθέμενης ‘απόλυτης θεμελίωσης’ της γνώσεως;

Συνεχίζεται

Σάββατο 15 Ιουνίου 2024

Το νόημα ως ισορροπία κατά Nash. Η Φαινομενολογία του Husserl και η θεωρία παιγνίων β

 Συνέχεια από: Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024

Το νόημα ως ισορροπία κατά Nash. Η Φαινομενολογία του Husserl και η θεωρία παιγνίων β

2.1 Ο μαθηματικός ορισμός της χρησιμότητας

 

«Ένα παιχνίδι είναι ένα μαθηματικό μοντέλο μιας κατάστασης της αλληλεπιδραστικής λήψης αποφάσεων, στο οποίο, καθένας λήπτης αποφάσεων (ή παίχτης) αγωνίζεται να κερδίσει το «καλύτερο δυνατό» αποτέλεσμα, γνωρίζοντας ότι ο καθένας από τους άλλους παίχτες αγωνίζεται να κάνει το ίδιο πράγμα» (Maschler 2013, 9). Ένας οικονομικός πράκτορας, είναι ένας πράκτορας που κατέχει προτιμήσεις και σκοπούς, δηλαδή η υποκειμενική ευημερία να διατηρηθεί ή να αναπτυχθεί. Μια από τις κύριες υποθέσεις της θεωρίας των παιγνίων είναι η δυνατότητα ποσοτικοποίησης της χρησιμότητας-ωφέλειας. Επομένως, «όλες οι καταστάσεις, κατά τις οποίες ένας τουλάχιστον παράγοντας μπορεί να δρα μόνο για να μεγιστοποιήσει την ωφέλεια του δια της πρόβλεψης (είτε συνειδητά, είτε έμμεσα μέσα στη συμπεριφορά του) των ανταποκρίσεων στις πράξεις του από ένα ή περισσότερους άλλους πράκτορες, ονομάζονται παίγνιο» (Ross 2014, 10. Binmore, 1994-1998).

Η ωφέλεια μπορεί να αναπαρασταθεί ως συνάρτηση η οποία με κάθε πράξη συνδέει ένα αριθμό που υποδεικνύει τον βαθμό προτίμησης και την πιθανότητα της πράξης, με αναφορά στον τελικό σκοπό. Αυτό είναι ένα ουσιαστικό σημείο: η θεωρία παιγνίων βασίζεται στη δυνατότητα μετάφρασης εννοιών, όπως ευημερία, προτίμηση, σκοπός, και ούτω καθεξής, σε μια μαθηματική φόρμα. Ένας οικονομικός πράκτορας τείνει να διεξάγει την πράξη, η οποία εκπληρώνει με τον καλύτερο τρόπο τον σκοπό του. Επομένως, η θεωρία παιγνίων μπορεί να κατανοηθεί ως μέρος του σώματος των μαθηματικών, που «επιλέγει με συνέπεια στοιχεία από αμοιβαία αποκλειόμενα σύνολα δράσεων, πράγμα που καταλήγει σε σχήματα επιλογών, που αφήνοντας χώρο για κάποια τυχαιότητα και θόρυβο, μπορεί να δώσει ένα στατιστικό μοντέλο, ως μεγιστοποίηση των συναρτήσεων ωφέλειας» (Ross 2014, 31. Samuelson 1938).

Οι von Neumann και Morgenstern έλυσαν το πρόβλημα του μαθηματικού ορισμού της ωφέλειας χρησιμοποιώντας το χρήμα ως την γενική μονάδα μέτρησης. Ο σκοπός των παικτών είναι πάντοτε το να κερδίσουν χρήματα: «Πρέπει λοιπόν να υποθέσουμε πως ο στόχος όλων των συμμετεχόντων σε ένα οικονομικό σύστημα, καταναλωτές και επιχειρηματίες, είναι το χρήμα, ή κάτι αντίστοιχο προς μια μονάδα χρηματικού προϊόντος» (Von Neumann and Morgenstern 2004, 16). Για κάθε παίκτη κάθε πράξη λαμβάνει ένα βαθμό προτίμησης σε σχέση προς την πιθανότητα να κερδίσει κανείς περισσότερα χρήματα. Κάθε τι μπορεί να μεταφρασθεί σε χρήμα, επειδή το χρήμα είναι το παγκόσμιο μέτρο αξίας.

Αυτό μας οδηγεί σε γενικά αξιώματα της θεωρίας παιγνίων, τα οποία θα εκφράσω με τον εξής τρόπο:

α) Κάθε παίκτης τείνει στο να κάνει την καλύτερη δυνατή επιλογή

β) Η καλύτερηρ επιλογή είναι η επιλογή που αντιστοιχεί στον ύψιστο βαθμό ωφέλειας σε κάθε δεδομένη στιγμή

γ) και αυτό είναι ανεξάρτητο από τις επιλογές των άλλων παικτών στην περίσταση αυτή

δ) παρόλα αυτά, κάθε επιλογή επηρεάζεται από τους άλλους.

2.2 Η ισορροπία κατά Nash

Τι είναι η ισορροπία κατά Nash (Nash Equilibrium, NE); Με πολύ απλά λόγια, η έννοια της ΝΕ λέει πως μέσα σε ένα παιχνίδι δεν υπάρχει μια κυρίαρχη στρατηγική. Καθώς θέλω να τονίσω τη φιλοσοφική σημασία αυτής της αντίληψης, η ανάλυση μου δε θα είναι τεχνική. Σύμφωνα με την Stanford Encyclopedia of Philosophy, μια ΝΕ «εφαρμόζεται (ή αποτυγχάνει να εφαρμοστεί, πράγμα που είναι πιθανό) σε ολόκληρα σύνολα στρατηγικών, μια για κάθε παίκτη μέσα σε ένα παίγνιο. Ενα σύνολο στρατηγικών είναι ΝΕ ακριβώς στην περίπτωση που ένας παίχτης δεν θα μπορούσε, αλλάζοντας την στρατηγική του, να βελτιώσει το payoff του, δεδομένων των στρατηγικών όλων των άλλων παικτών μέσα στο παίγνιο» (Ross 2014, 20). Το κλασσικό παράδειγμα είναι τό δίλημμα του φυλακισμένου (Prisoner`s dilemma), όπου υπάρχει μόνο ένας συνδυασμός στρατηγικών που επιτρέπει σε δυο παίκτες (που δεν συνεργάζονται, ούτε επικοινωνούν μεταξύ τους) να επιτύχουν το καλύτερο αποτέλεσμα και για τους δυο. «Σημειώστε πόσο κοντά βρίσκεται η ιδέα αυτή στην ιδέα της απόλυτης κυριαρχίας (strict dominance: καμιά στρατηγική δε θα μπορούσε να είναι ισορροπία κατά Nash αν είναι απόλυτα κυρίαρχη» (Ross 2014, 20). Αναφέρουμε εδώ και άλλα παραδείγματα: το δίλημμα ασφάλειας (Security Dilemma), τον πόλεμο των φύλων, τον ανταγωνισμό Cournot Duopoly (αφορά ανταγωνισμό ως προς τη βιομηχανική παραγωγή δυο εταιρειών) (Mashler 2013, 95-97).

Η ΝΕ είναι «η αναλυτική δομή για τη μελέτη όλων των καταστάσεων σύγκρουσης και συνεργασίας» (Myerson 1999, 80). Σε μια χημική αντίδραση, η ισορροπία επιτυγχάνεται όταν οι ποσότητες των ουσιών δεν αλλάζουν πια. Παρομοίως, σε ένα παιχνίδι με πολλούς παίκτες, η ισορροπία επιτυγχάνεται, όταν ένας παίκτης επιλέξει να μην αλλάξει στρατηγική, εάν κανένας άλλος δεν αλλάζει στρατηγική. Και έτσι η επιλογή των στρατηγικών παραμένει σταθερή. Ακριβώς όπως μια χημική αντίδραση απαιτεί όλα τα άτομα να αναζητούν μια σταθερή κατάσταση, ένα παιχνίδι απαιτεί όλοι οι παίκτες να αναζητούν μια κατάσταση, στην οποία ο καθένας μπορεί να είναι ευχαριστημένος από την στρατηγική που χρησιμοποιεί. Στην κατάσταση αυτή, καμιά άλλη στρατηγική δε θα είναι καλύτερη, δεδομένου ότι οι άλλοι παίκτες δεν αλλάζουν την στρατηγική τους. Κανέναν δεν συμφέρει να αλλάξει στρατηγική, εκτός και αν το κάνουν όλοι μαζί. Αυτό δημιουργεί μια στάση (stasis) που αντιστοιχεί στην λύση του παιχνιδιού, έστω και αν δεν είναι η καλύτερη κατάσταση για τον κάθε παίκτη ατομικά. Πάντα υπάρχει ένα (ή περισσότερα) σύνολα στρατηγικών που κάνουν το παιχνίδι σταθερό. «Μια ΝΕ αναδύεται, όταν όλοι οι παίκτες κάνουν ταυτόχρονα την καλύτερη ανταπόκριση στις στρατηγικές επιλογές των άλλων» (Binmore 2007, 14. Hodge 2013).

Ας υποθέσουμε τώρα ότι έχουμε μια ομάδα παικτών. Ο καθένας επιλέγει την στρατηγική του, για να επιτύχει το κέρδος του. Ο καθένας θέλει να κάνει το καλύτερο χωρίς να υπολογίζει τους άλλους. Ο Nash δείχνει πως μπορούμε πάντα να προσδιορίσουμε, χάρι σε μια μαθηματική προσέγγιση ακριβείας, μια σύνολοστρατηγική που σταθεροποιούν το παιχνίδι και δημιουργούν μια κατάσταση, στην οποία ο κάθε παίκτης έχει το μέγιστο δυνατό κέρδος, και αν ο παίκτης αποφασίσει να αλλάξει, τότε χάνει. Για να αποδείξει την ύπαρξη της ισορροπίας, ο Nash χρησιμοποιεί το θεώρημα σταθερού σημείου του Brouwer, που είναι κλασσικό στην τοπολογία (Nash 2002, 88). Μπορούμε να δώσουμε ένα σύντομο σκιαγράφημα αυτού του θεωρήματος: Αν πάρουμε τον χάρτη της πoλιτείας Michigan και τον τοποθετήσουμε σε οποιοδήποτε σημείο της πολιτείας, πρέπει να υπάρχει ένα σημείο πάνω στον χάρτη, που να βρίσκεται ακριβώς πάνω από το σημείο το οποίο παριστάνει ο χάρτης. Τότε λέμε πως ο χώρος αυτός έχει την τοπολογική ιδιότητα του σταθερού σημείου. Το θεώρημα του Brouwer δηλώνει ότι, σε ένα ευκλείδειο επίπεδο, κάθε συνεχής συνάρτηση, ξεκινώντας από ένα κλειστό δίσκο και φτάνοντας στον εαυτό της, έχει τουλάχιστο ένα σταθερό σημείο, δηλαδή ένα τουλάχιστο σημείο, η θέση του οποίου, μετά την μεταμόρφωση, είναι η ίδια με αυτήν που είχε αρχικά.

Έστω f: D->D είναι μια συνεχής συνάρτηση στο D. Τότε υπάρχει x στο D, τέτοιο ώστε, f(x)=x. Με άλλα λόγια, το σταθερό σημείο μιας συνεχούς συνάρτησης που στέλνει ένα σύνολο στον εαυτό της f:x->x, είναι ένα στοιχείο α του συνόλου χ τέτοιο ώστε f(α)=α, σε κάθε στάδιο της μεταμόρφωσης.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να δειχθεί η ιδιότητα του σταθερού σημείου, και απαιτούν περίπλοκα τοπολογικά εργαλεία. Το θεώρημα του Brouwer έχει δυο κύριες προεκτάσεις: αυτή του Kellog, που παρέχει την συνθήκη μοναδικότητας του σταθερού σημείου, και αυτή του Kakutami, που επεκτείνει τα αποτελέσματα του Brouwer σε πολυπαραγοντικές συναρτήσεις. Ο Nash χρησιμοποιεί αυτή την τελευταία στο έργο του για τα παίγνια (Nash 2002, 49-50).

Η ΝΕ είναι ένας συνδυασμός στρατηγικών όπου όλοι οι παίκτες μαζί επιτυγχάνουν το μέγιστο αποτέλεσμα στην κατάσταση αυτή. Με άλλα λόγια, ένα σύνολο στρατηγικών είναι μια ΝΕ εάν κανένας παίκτης δεν μπορεί να αυξήσει το κέρδος του αλλάζοντας στρατηγική, δεδομένων των στρατηγικών όλων των άλλων παικτών στο παιχνίδι. Η θεμελιώδης ιδιότητα της ΝΕ είναι η σταθερότητα: «…αυτό θα εμφανιζόταν να είναι η απαίτηση για κάθε σχέδιο λύσης: εάν πρόκειται να υπάρχει οποιοδήποτε ‘αναμενόμενο’ αποτέλεσμα (από οποιαδήποτε θεωρία που προβλέπει το αποτέλεσμα του παιχνιδιού), το αποτέλεσμα πρέπει να βρίσκεται σε ισορροπία, επειδή αλλιώς θα υπάρχει τουλάχιστο ένας παίκτης με μια απόκλιση κέρδους (προς το συμφέρον του) και το ‘αναμενόμενο’ αποτέλεσμα δε θα υλοποιηθεί». Τότε η ΝΕ «δεν είναι σχέδιο λύσης αλλά μάλλον μια μετά-λύση: η ιδιότητα της σταθερότητας, είναι μια ιδιότητα που θα θέλαμε να εκδηλώνει κάθε ‘αναμενόμενη’ ή ‘λογική’ λύση» (Mashler 2013, 101-102).

Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητες δυο επεξηγήσεις. Κατά πρώτον, ένα παιχνίδι μπορεί να έχει περισσότερες από μια ισορροπίες κατά Nash (το δίλημμα ασφάλειας για παράδειγμα έχει δυο). Παρόλα αυτά, ακόμα και στην παρουσία πολλαπλών ισορροπιών, κάθε ισορροπία του παιχνιδιού είναι σταθερή ισορροπία. Κατά δεύτερον, οι συνθήκες για τον προσδιορισμό της ισορροπίας μπορεί να λείπουν εντελώς. Πολλά παιχνίδια δεν έχουν ΝΕ (ισορροπία κατά Nash).

3 Μια επανερμηνεία της αποβλεπτικότητας του Husserl υπό το φως της θεωρίας των παιγνίων

3.1 Η αποβλεπτικότητα σύμφωνα με τον Husserl: μια επισκόπηση

H φαινομενολογική μείωση, ή εποχή, στον Husserl, καθιστά δυνατή την περιγραφή της σχέσης μεταξύ συνείδησης και αντικειμένου, κατανοημένων ως συμπληρωματικών πόλων μιας αδιάσπαστης σχέσης. Η εποχή δεν αντιστοιχεί καθόλου στην μεθοδική αμφιβολία του Καρτέσιου, που εμπεριέχει την υπόθεση της πλήρους εξαφάνισης του κόσμου, μια ακύρωση της πραγματικότητας (Descartes: Prima Meditatio). Η εποχή στον Husserl δεν περιέχει μια ριζική αμφιβολία ή άρνηση της φιλαλήθειας των εμπειριών, «αλλά μάλλον το σβήσιμο της πράξης της γενικής τοποθέτησης που χαρακτηρίζει την απλοϊκή εμπειρία» (Moran and Cohen 2012, 106). «Βάζοντας σε παρένθεση» την «γενική θέση περί της ύπαρξης του κόσμου» (Ideen §31-32), η εποχή δεν σβήνει τη σχέση μας με τον πραγματικό κόσμο. Μάλλον μεταμορφώνει εις βάθος τη σημασία της. Ο φαινομενολογικός ιδεαλισμός δεν είναι ένας υποκειμενικός ιδεαλισμός, αλλά η πιο ακραία μορφή του κριτικού ρεαλισμού. Ο Husserl δηλώνει την ετερότητα των πραγμάτων «έξω» από εμάς, αλλά όχι με μια δογματική έννοια. Η αντίληψη δεν είναι ένας απλός διπλασιασμός των πραγμάτων-όπως η φωτογραφία έχει την θέση μιας πραγματικής κατάστασης. «Είναι θεμελιωδώς λάθος να πιστεύουμε, ότι η αντίληψη (και έπειτα από τον δικό της τρόπο, κάθε άλλο είδος διαίσθησης για κάποιο φυσικό πράγμα) δεν φτάνει στο ίδιο το φυσικό πράγμα» (Husserl 1982, 92).

Ο Husserl αποκαλύπτει ένα ουσιαστικό δεδομένο δια της φαινομενολογικής μείωσης: οποιαδήποτε εκδήλωση (‘βιωμένη εμπειρία’, Erlebnis) είναι εκδήλωση ενός αντικειμένου. Αυτή είναι η αποβλεπτικότητα: «Η καθολικότητα, ανήκει στην ουσία κάθε αποβλεπτικού cogito ώστε να είναι η συνείδηση κάποιου πράγματος» (Husserl 1982, 73). Κάθε συνείδηση είναι σχέση προς ένα αντικείμενο, και αυτό το αντικείμενο, το αποβλεπτικό (intentional) αντικείμενο, δεν είναι απλώς ένα εμμενές (immanent) αντικείμενο, μια εσωτερική εμπειρία ενός υποκειμένου. Όταν βλέπω τις σελίδες του βιβλίου, το αποβλεπτικό αντικείμενο της όρασης μου είναι το πραγματικό βιβλίο που βρίσκεται εδώ πάνω στο τραπέζι, και όχι κάποια εσωτερική ιδιότητα της προσληπτικής μου πράξεως. Παρόλα αυτά, η αντίληψη μου μπορεί πάντα να με ξεγελάσει, ή να αποτύχει, και στις περιπτώσεις αυτές, το αποβλεπτικό αντικείμενο δεν αντιστοιχεί σε ένα πραγματικό δεδομένο. Όταν βλέπω ένα ξυλάκι σπασμένο μέσα στο νερό, δεν υπάρχει κάποιο σπασμένο ξυλάκι εντός ή εκτός της διάνοιας μου. Ένα τέτοιο αντικείμενο δεν είναι ούτε εκτός του κόσμου, ούτε μέσα στον χώρο του εγκεφάλου μου. Όμως βλέπω ένα σπασμένο ξυλάκι. Αυτή η ‘βιωμένη εμπειρία’ με αντικατοπτρίζει έτσι όπως την προσλαμβάνω. Σε κάθε περίπτωση, υποδεικνύει μια σχέση μεταξύ εμού και του πραγματικού κόσμου.

Ο Husserl επιμένει, πως η εφαρμογή της εποχής είναι μια απαραίτητη συνθήκη για την εξάσκηση της μεθοδολογικής μεθόδου. Η εποχή αποκαλύπτει την πιο ουσιαστική αρχή της φαινομενολογίας: η εκδήλωση του πράγματος είναι το πραγματικό πράγμα που εκδηλώνει τον εαυτό του, αλλά εκδηλώνει τον εαυτό του μέσω μιας πράξης συνειδήσεως και επομένως, σύμφωνα με τα όρια αυτής της πράξεως, σύμφωνα με μια ορισμένη προοπτική, ένα τρόπο (modality) που ανήκει στην πράξη ως τέτοια. Η αντίληψη ενός αντικειμένου είναι το ίδιο το αντικείμενο που αναπαριστά τον εαυτό του με ένα ορισμένο τρόπο. Στο σημείο αυτό βρίσκουμε τον κύριο θεωρητικό σκοπό του Husserl: τον σχηματισμό της τέλειας ισορροπίας μεταξύ ιδεαλισμού και ρεαλισμού, υποκειμενισμού και εξωτερικισμού (externalism). Όπως γράφει στις ‘Ιδέες’, «ο φαινομενολογικός ιδεαλισμός δεν απορρίπτει τήν πραγματική ύπαρξη του κόσμου (και πάνω απ’ όλα της φύσεως), …Η μόνη του δουλειά και η μόνη του λειτουργία είναι να διασαφηνίζει τη σημασία/νόημα (Sinn) αυτού του κόσμου, ακριβέστερα τη σημασία που εφαρμόζεται στον καθένα, σύμφωνα με την πραγματική νομιμοποίηση, ως πραγματικά υπάρχον». Η σημασία/νόημα αυτού του κόσμου είναι η υπερβατολογική υποκειμενικότητα κατανοημένη ως «ένα απόλυτο είναι», επειδή είναι «συσχετιζόμενη/συγγενής μόνο προς τον εαυτό της» (Husserl 1982, 13), ως πηγή κάθε είδους αποβλεπτικότητας.

Ας εστιάσουμε στις λέξεις αυτές. Από τη μια, υπάρχει το αντικείμενο, το πραγματικό πράγμα, για παράδειγμα το βιβλίο που βλέπω μπροστά μου. Το βιβλίο δεν είναι κρυμμένο από το βλέμμα μου και δεν του διαφεύγει, σαν να ήταν ένα καντιανό ‘πράγμα καθ’ εαυτώ’. Ο Husserl δεν λέει ότι ο κόσμος αποτελείται μόνο από εμφανίσεις χωρίς κάποια σχέση προς το ‘πράγμα καθ’ εαυτώ’. Από την άλλη, υπάρχει το είναι μου μπροστά από το βιβλίο, το βλέμμα μου προς αυτό, το ‘πιάσιμο του εκ μέρους μου’ με ένα συγκεκριμένο τρόπο, που σημαίνει αναπαράσταση, επιθυμία, βούληση, αντίληψη (αισθητηριακή), φαντασία και ούτω καθεξής.

Τώρα, σύμφωνα με τον Husserl, η αντίληψη του βιβλίου εκ μέρους μου, είναι το βιβλίο ‘με σάρκα και αίμα’, το ίδιο το βιβλίο. Δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ εμφανίσεων και του ‘πράγματος καθ’ εαυτώ’. Το βιβλίο που αντιλαμβάνομαι είναι το ‘βιβλίο καθ’ εαυτώ’, ιδωμένο όμως από μια συγκεκριμένη προοπτική, με ένα καθορισμένο φως, σε αυτή την τοπική και χρονική θέση, που καθορίζεται από τη θέση του σώματος μου. Οι εμφανίσεις δεν παρεμβάλλονται μεταξύ ημών και των πραγμάτων: αποκαλύπτουν τα ίδια τα πράγματα. Ο σκοπός μας ως φαινομενολόγων είναι να καταλάβουμε, πως ο πραγματικός κόσμος μπορεί να είναι δεδομένος σε μια υποκειμενική αποβλεπτική συνείδηση, σε μια σειρά υποκειμενικών πράξεων και σκιαγραφήσεων. Αυτή είναι η φιλοσοφική εργασία, την οποία ο Husserl αποκαλεί ‘σύσταση’ (Konstitution).

Για τον λόγο αυτό, η φαινομενολογία του Husserl, με την πιο αυθεντική της σημασία, δεν είναι ένας υποκειμενικός ιδεαλισμός, αλλά ειδετικός εμπειρισμός (eidetic empiricism). Ξεκινά από την εμπειρία, από την ανάλυση των εμφανίσεων, για να συλλάβει τις ουσίες που ρυθμίζουν τις αποβλεπτικές σχέσεις.

Συνεχίζεται