Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πασκάλ Μπρυκνέρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πασκάλ Μπρυκνέρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2025

Χρειαζόμαστε πραγματικούς συντηρητικούς

Μαρτσέλο Βενετσιάνι


Υπάρχει όμως ακόμα κάπου ένας πραγματικά συντηρητικός στοχαστής ή μήπως πρέπει πλέον να θυμόμαστε μόνο τους μεγάλους του παρελθόντος που δεν είναι πια μαζί μας; Μετά τον θάνατο του Ρότζερ Σκρούτον (Roger Scruton) και τον πιο πρόσφατο θάνατο του Άλασταιρ Μάκινταϊρ (Alasdair MacIntyre), που θεωρείται ο τελευταίος των Μοϊκανών, φαίνεται ότι οι συντηρητικοί, σύμφωνα με τη φύση τους, αποτελούν πλέον μόνο μια ανάμνηση του παρελθόντος. Ναι, σε πολιτικό επίπεδο υπάρχει ακόμα ένα συντηρητικό κόμμα στην Αγγλία και υπάρχει μια συντηρητική ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά αν ψάξεις για συγγραφείς αναφοράς, μια γραμμή σκέψης από την οποία αντλούν έμπνευση, θα ψάξεις στο σκοτάδι, ανάμεσα σε εφήμερα placebo (εικονικά φάρμακα) και αόριστα συνθήματα. Από τη γειτονική Γαλλία, τρία φυλλάδια συντηρητικού τύπου έχουν φτάσει τους τελευταίους μήνες, από τρεις συγγραφείς που είναι πλέον άνω των εβδομήντα και μακριά από την πολιτική δέσμευση. Η πρώτη είναι η Σαντάλ Ντελσόλ (Chantal Delsol), μια Παριζιάνικη συγγραφέας και φιλόσοφος χριστιανικής έμπνευσης, ακαδημαϊκός, συντάκτρια της Figaro, η οποία πρόσφατα δημοσίευσε στις εκδόσεις Cantagalli το Il tramonto dell'universale (Το λυκόφως του καθολικού).  Ένα δοκίμιο που επικρίνει την εκτροπή του Χριστιανισμού σε μια ανθρωπιστική θρησκεία, του ατόμου σε ξεριζωμένο ατομικισμό και της καθολικότητας σε παγκοσμιοποίηση. Σε αντίθεση με αυτή την τάση, η Ντελσόλ βλέπει τον κόσμο να διαμορφώνεται ως μια επιστροφή σε ένα ολιστικό, κοινοτικό, οργανικό όραμα, στο οποίο η αξία του συνόλου είναι ανώτερη από αυτή των μεμονωμένων ατόμων. Εν τω μεταξύ, σημειώνει, η νεωτερικότητα γερνάει άσχημα, η Ευρώπη γίνεται, όπως προέβλεψε ο Ντοστογιέφσκι, «νεκρόπολη», η Δύση βιώνει τη μέθη της διαγραφής του παρελθόντος και των ταυτοτήτων. Στη θέση των εθνών, σύντομα θα υπάρχουν μόνο οι μάρκες ορισμένων εταιρειών, η Coca Cola, η Microsoft και οι άλλοι γίγαντες του διαδικτύου, η Nike και ο Jonny Walker

Ο Πασκάλ Μπρούκνερ (Pascal Bruckner), δοκιμιογράφος και αρθρογράφος, εδώ και χρόνια πολεμά μέ το πνεύμα αυτοαπαξίωσης της μηδενιστικής και προοδευτικής Δύσης, η οποία ντρέπεται για τον πολιτισμό της και τις παραδόσεις της και καταδικάζει τον εαυτό της στο όνομα του ρατσισμού, της ισλαμοφοβίας και όλων των άλλων γνωστών φοβιών για τις οποίες κατηγορεί τον εαυτό της. Το τελευταίο του βιβλίο, "Υποφέρω, άρα υπάρχω:  Όταν τα Θύματα Είναι οι Νέοι Ήρωες" (Je souffre donc je suis. Portrait de la victime en héros) αποτελεί μια καυστική κριτική της θυματοποίησης, της νέας ιδεολογίας που έχει αντικαταστήσει τον ηδονισμό και την προοδευτική αισιοδοξία και που μεταδίδει δυσαρέσκεια/μνησικακία και πνεύμα εκδίκησης. Αρχαία κακά, που κάποτε δικαιολογούνταν από το ταξικό μίσος και σήμερα αντ' αυτού από αυτή την δακρυσμένη επαιτεία και τήν αντισταθμιστική θυματοποίηση.

Το όνομα του Bruckner στη Γαλλία συνδέεται συχνά με αυτό ενός συντηρητικού φιλοσόφου, του Alain Fienkelkraut, ενός Εβραίου πολωνικής καταγωγής και συγγραφέως πολλών δοκιμίων που αποκλίνουν από τον κυρίαρχο προοδευτισμό. Τώρα κυκλοφορεί το Pescatore di perle (Ο αλιέας μαργαριταριών), που εκδόθηκε από τον Feltrinelli, ένα ειλικρινά συντηρητικό βιβλίο, που ασκεί πολεμική ενάντια στη βαρβαρότητα του ξεριζωμού, εχθρό κάθε αριστείας και κάθε δεσμού ταυτότητας. Ο Fienkelkraut υπερασπίζεται με θάρρος έναν ξένο (outsider) που είχε διαγραφεί από την κυρίαρχη κουλτούρα, τον Renaud Camus, μέχρι χθες αναγνωρισμένο ως έναν από τους σημαντικότερους γαλλόφωνους συγγραφείς. Αλλά επειδή κατήγγειλε τον κίνδυνο της Μεγάλης Αντικατάστασης, λόγω των μεταναστευτικών ροών και της μαζικής αποπολιτισμοποίησης, θεωρείται σχεδόν ανατρεπτικός, σε κάθε περίπτωση ένας συγγραφέας που πρέπει να φιμωθεί. Ο Fienkelkraut, όπως και ο Bruckner, υπογραμμίζει, στα χνάρια της Hannah Arendt, την ασθένεια του σύγχρονου ανθρώπου: την αγανάκτηση/μίσος απέναντι στη ζωή, την πραγματικότητα, τη φύση, απέναντι σε όλα όσα μας δίνονται. Το αντίθετο ενός συντηρητικού, που αντίθετα υπερασπίζεται το είναι ως τέτοιο και καλωσορίζει το δικό του πεπρωμένο (amor fati). Κατά τη γνώμη του, το τρανς άτομο είναι η εμβληματική φιγούρα της εποχής μας, αυτό που αντικαθιστά το «είναι» με το «θέλω», που αρνείται τον «κατ' οίκον περιορισμό» σε μια ταυτότητα και θέλει να καταργήσει τη μοίρα, τη φύση, την πραγματικότητα. Ολοκληρώνει το βιβλίο του με ένα εγχειρίδιο στοχασμών ενός συντηρητικού που δεν φοβάται την κατηγορία της ρετροτοπίας (κατά Μπάουμαν) και δεν ντρέπεται να θεωρεί πολλά πράγματα του παρελθόντος καλύτερα από αυτά του παρόντος. Για παράδειγμα, μαζεύοντας λουλούδι από λουλούδι: «ο πραγματικός κόσμος ήταν καλύτερος από την οθόνη που μας κατακλύζει», «Η στολή ήταν καλύτερη από την ομοιομορφία», «Οι αγελάδες, τα κοτόπουλα και τα γουρούνια ζούσαν καλύτερα από ό,τι στις μονάδες εντατική εκτροφής», «τα τοπία ήταν ομορφότερα πριν από τις ανεμογεννήτριες», «Το παρελθόν ήταν καλύτερο όταν μελετήθηκε και δεν ενοχοποιήθηκε», «Το παρόν ήταν καλύτερο όταν δεν μιλούσε από μόνο του», «Η πρόοδος ήταν καλύτερη όταν δεν ήταν μια αυτόματη διαδικασία», «Το πανεπιστήμιο ήταν καλύτερο πριν ξυπνήσει ο φανατισμός του woke, πριν την υστερία του “woke”», «Η νοσταλγία ήταν καλύτερη πριν από την ποινικοποίησή της», «Το πένθος ήταν καλύτερο από την επεξεργασία του πένθους», «Η οικειότητα ήταν καλύτερη πριν ξεχυθεί στο Facebook ή το Instagram», «Οι πόλεις, τα θέατρα, τα μουσεία, οι χώροι λατρείας ήταν καλύτερα πριν από την παγκόσμια ομογενοποίηση τύπου McDonald's», «Τα μάτια έβλεπαν καλύτερα όταν υπήρχαν ποιητές». Και το τελευταίο απόσπασμα του Χόλντερλιν: «Αλλά πολλά πρέπει να διατηρηθούν. Η πίστη είναι απαραίτητη». Το οποίο συμβαδίζει με ένα αρχικό απόσπασμα του Μίλαν Κούντερα: «Ευρωπαίος: κάποιος που νοσταλγεί την Ευρώπη». Σαν να λέει ότι η ΕΕ δεν είναι η Ευρώπη, αλλά η καρικατούρα της πού άδειασε από νόημα. Τέλος, η εξομολόγηση ενός παλιομοδίτικου ανθρώπου: «ζώντας στον κόσμο του παρελθόντος, έγραφα με το χέρι». Και στον οικολόγο που ρωτάει: «Τι είδους κόσμο θα αφήσουμε στα παιδιά μας;», απαντά με μια άλλη ερώτηση: «Σε ποια παιδιά θα αφήσουμε τον κόσμο;».

Θα πείτε ότι αυτά είναι καλοδιατυπωμένα παράπονα ενός ηλικιωμένου που ζει πια μόνο με τις αναμνήσεις και τους καημούς του. Είναι αυτή η ουσία του συντηρητικού; Όχι, αν μη τι άλλο, αυτή είναι η φύση, η εσωτερική τάση του χαρακτήρα του, ειδικά όταν η ζωή του βρίσκεται στην τελική φάση. Αλλά όταν σκέφτεται, ο συντηρητικός ασκεί την πολύτιμη τέχνη της σύγκρισης και της αντιστάθμισης και το κάνει με διαυγή ρεαλισμό και όχι με λύπη (με καθαρή ματιά, όχι απλώς με νοσταλγία): συγκρίνει τις εποχές, σημειώνει τις διαφορές και αφού αφαιρέσει το παρελθόν από την υποχρέωση να συμμορφώνεται με το παρόν, αφαιρεί το μέλλον από την υποχρέωση να προσαρμόζεται στο παρόν. Για να υπερασπιστεί το παρελθόν από τα νύχια του παρόντος, καταλήγει να υπερασπίζεται το μέλλον από την κατάρα των αυτόματα συνεχιζόμενων τάσεων του παρόντος.
Φυσικά, μια ισορροπημένη κοινωνία χρειάζεται τόσο υγιείς συντηρητικές αρχές όσο και υγιείς καινοτόμες αρχές. Αν το ευγενές ρήμα του συντηρητικού είναι να σώζει, το ευγενές ρήμα του προοδευτικού είναι το βελτιώνω. Χρειαζόμαστε και τα δύο. Αντίθετα, η ασθένεια του πρώτου είναι ο φόβος για το μέλλον και το άγνωστο, ενώ η ασθένεια του άλλου είναι το μίσος για το παρελθόν και για ό,τι προϋπάρχει. Σήμερα οι δύο ασθένειες έχουν ενωθεί και συγχωνευθεί, έτσι ώστε η κυρίαρχη στάση να είναι ο φόβος του μέλλοντος σε συνδυασμό με το μίσος για το παρελθόν. Έχουμε σταματήσει να χαιρόμαστε τόσο για ό,τι γεννιέται όσο και για ό,τι διαρκεί. 

Ωστόσο, σε μια αρμονική κοινωνία, η ένταση προς το παρελθόν και προς το μέλλον είναι σαν τη συστολή και τη διαστολή της καρδιάς, το ένα αντλεί δύναμη από το άλλο. Αυτός που συντηρεί καλά μπορεί να προοδεύσει καλά και αντίστροφα. Αν η ιδέα της προόδου έχει καθιζήσει στην εποχή μας που φοβάται το μέλλον με αγωνία, η συντηρητική ιδέα καταδικάζεται ως μια ασυγχώρητη νωθρότητα όσων ζουν με τον καθρέφτη του οπισθοδρομικού προσανατολισμού. Και αντίθετα, σε μια εποχή που έχει κουραστεί από την ταχύτητα, την ακύρωση και τον ξεριζωμό, χρειαζόμαστε μια συντηρητική ευαισθησία. Ένας συγγραφέας που δεν ήταν συντηρητικός, ο Αλμπέρ Καμύ, είπε ότι κάθε γενιά πιστεύει ότι είναι προορισμένη να ξαναφτιάξει τον κόσμο. Αλλά έχουμε ένα μεγαλύτερο καθήκον: «να εμποδίσουμε τον κόσμο να αυτοκαταστραφεί». Να σωθεί, η αποστολή του συντηρητικού.

Σάββατο 11 Μαΐου 2024

Πασκάλ Μπρυκνέρ: Πώς κατέληξε ο «λευκός» άνδρας ο αποδιοπομπαίος τράγος της εποχής μας;


Ο διάσημος Γάλλος διανοητής Πασκάλ Μπρυκνέρ στο νέο του βιβλίο «Ένας σχεδόν τέλειος ένοχος», που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά, εξηγεί πώς η νέα Αριστερά, έχοντας μετατοπίσει το κέντρο βάρους της από την πάλη των τάξεων στην πολιτική ταυτοτήτων, μετατρέπει ρατσιστικά τον λευκό ετεροφυλόφιλο άνδρα σε ένοχο για τα πάντα, οδηγώντας λαϊκιστικά τον δυτικό πολιτισμό σε ένα πολύ επικίνδυνο δρόμο.

Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ, στο πολυσυζητημένο νέο δοκίμιο του «Ένας σχεδόν τέλειος ένοχος: Κατασκευάζοντας τον λευκό ως αποδιοπομπαίο τράγο» (μτφρ. Ανδρέας Παππάς, εκδ. Πατάκη), που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά, εξηγεί το μηχανισμό με τον οποίο η Αριστερά και οι δικαιωματιστές, υιοθετώντας μια νέα επιθετική πολιτική ταυτοτήτων και βαφτίζοντας εκ των προτέρων κάθε αντίλογο ως ρατσισμό, πατριαρχική βία και φασισμό, κατασκευάζουν έναν νέο αποδιοπομπαίο τράγο που ενοχοποιείται για όλα. Ο διάσημος Γάλλος διανοητής κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για μια νέα πολιτισμική μάστιγα που γεννήθηκε στα πανεπιστήμια των ΗΠΑ και έχει εξαπλωθεί στην Ευρώπη με μεγάλη ταχύτητα, δημιουργώντας ένα νέο, επικίνδυνο φυλετισμό

Πώς ο αντι-ρατσισμός έχει γίνει ένας αντεστραμμένος ρατσισμός που αυτή τη φορά στοχοποιεί τον λευκό ετεροφυλόφιλο άνδρα; Πως η θυματοποίηση διαφόρων μειονοτήτων έχει γίνει πολιτικό εργαλείο στα χέρια της Αριστεράς; Πώς ο «προοδευτικός φεμινισμός έγινε εισαγγελικός φεμινισμός» και από δυναμικό κίνημα που απελευθέρωσε τις γυναίκες αλλά και τους άντρες, κατέληξε να είναι μια δύναμη οπισθοδρόμησης που χτυπά ρατσιστικά τους λευκούς άνδρες, αντιμετωπίζοντάς τους συλλήβδην ως επικίνδυνους βίαιους φαλλοκράτες; Πώς η Ευρώπη διολισθαίνει, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, «από τον προοδευτισµό του τριπτύχου “φεµινισµός – αποαποικιοποίηση – αντιρατσισµός” της παραδοσιακής αριστεράς στον σκοταδισµό που εκπροσωπεί η κακοχωνεµένη made in USA εκδοχή του»; Ο Μπρυκνέρ με το γνωστό του μοντέρνο ύφος και όχι με μια στείρα ακατανόητη ακαδημαϊκή γλώσσα, δίνει απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα, με επιχειρήματα που βασίζονται σε ενδελεχή έρευνα. Ο διαυγής και ψύχραιμος λόγος του -τολμηρός για την εποχή της ψηφιακής υστερίας- βάζει τα πράγματα στη θέση τους, απαντώντας στις ιστορικές ανακρίβειες, τον εύθικτο δικαιωματισμό, την δυστοπική πολιτική ορθότητα που έχει ξεσηκώσει ένα απίστευτο κύμα λογοκρισίας, μετατρέποντας τα κοινωνικά δίκτυα σε λαϊκά δικαστήρια, τα οποία δικάζουν χωρίς στοιχεία και καταδικάζουν με συνοπτικές διαδικασίες όποιον στοχοποιήσουν, θυμίζοντας στρατοδικείο δικτατορίας φασιστικού ή κομμουνιστικού τύπου. 

Βρήκαμε νέο σατανά: Ο λευκός άνδρας φταίει για όλα

«Υπάρχει πάντα η δυνατότητα να συσπειρωθεί μια μεγάλη μάζα ανθρώπων, υπό τον όρο να μείνουν κάποιοι απέξω, ώστε να δέχονται τα χτυπήματά της». Όταν ο Ζίγκμουντ Φρόυντ είχε γράψει τη συγκεκριμένη φράση το 1930, στο έργο του «Η δυσφορία μέσα στον πολιτισμό», μιλούσε για τον αντισημιτισμό. Χρησιμοποιώντας αυτή τη φράση ο Πασκάλ Μπρυκνέρ, στο νέο του δοκίμιο, καταγγέλλει μια τρομακτική επιστροφή στον φυλετισμό, στον κοινωνικό δηλαδή διαχωρισμό των ανθρώπων βάσει χρώματος και φυλής. Ο αριστερός δικαιωματισμός, αξιοποιώντας την οργή που φουντώνει εύκολα και ταχύτατα στα σόσιαλ μίντια, υιοθετεί ένα νέο αφήγημα που στοχοποιεί οποιονδήποτε άνδρα έχει γεννηθεί λευκός και ετεροφυλόφιλος, ως ένοχο για τα εγκλήματα της αποικιοκρατίας, τη βία κατά των γυναικών, τα σκλαβοπάζαρα περασμένων αιώνων, την παιδική εργασία, τους κατακτητικούς πόλεμους, την οικονομική εκμετάλλευση, βάζοντάς τα όλα και όλους άκριτα στο ίδιο τσουβάλι της πατριαρχίας. Ο λευκός ετεροφυλόφιλος άνδρας, σύμφωνα με το εν λόγω αφήγημα, είναι ένοχος γιατί εκπροσωπεί την πατριαρχία, είναι βιαστής και εν δυνάμει γυναικοκτόνος, αφού, όπως λένε οι σκληροπυρηνικές φεμινίστριες, ακόμα κι όταν απλώς φλερτάρει επιθυμεί ύπουλα και συγκαλυμμένα να κυριαρχήσει στις γυναίκες, επιβάλλοντας τους τον πατριαρχικό ζυγό. 

Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ εξηγεί πώς ο αριστερός δικαιωματισμός μετατρέπει τον δυτικό λευκό ετεροφυλόφιλο άνδρα σε αποδιοπομπαίο τράγο.

Αριστερά: Από την πάλη των τάξεων, στην εργαλειοποίηση των μειονοτήτων

Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ εξηγεί πώς γεννήθηκε όλο αυτό το κύμα απαξίωσης του λευκού άνδρα ως εκπροσώπου της πατριαρχίας. «Αντίθετα με τις προσδοκίες που γεννήθηκαν το 1989, την πτώση του Τείχους του Βερολίνου δεν την ακολούθησε η κυριαρχία της λογικής, και ακόμα λιγότερο βέβαια της μετριοπάθειας. Μια άλλη ιδεολογία αντικατέστησε τις σωτηριολογικές υποσχέσεις που έδινε ο υπαρκτός σοσιαλισμός, βασισμένη αυτή τη φορά στη φυλή, στο γένος, στην ταυτότητα. Για τρεις θεωρίες, τη νεοφεμινιστική, την αντιρατσιστική και την αποαποικιακή, ο ένοχος είναι πλέον ο λευκός. Υποβιβασμένος σε απλό φορέα του χρώματος του δέρματός του, είναι πλέον ο απεχθής, ο δαχτυλοδεικτούμενος, ο υπεύθυνος για όλα τα δεινά. Τίποτα δεν εξυπηρετεί καλύτερα αυτές τις τρεις ρητορικές από τη μορφή του Καταραμένου, του λευκού ετεροφυλόφιλου αρσενικού, ο οποίος θεωρείται ό,τι πιο απεχθές». Η πολιτική των ταυτοτήτων, σύμφωνα με τον Γάλλο διανοητή, έρχεται ως από μηχανής θεός για να δώσει νόημα ύπαρξης στην Αριστερά. «Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς σύγχυσης της ευρωπαϊκής Αριστεράς, διαμελισμένης μεταξύ ενός κομμουνισμού με το ένα πόδι στον τάφο και μιας σοσιαλδημοκρατίας σε απόγνωση, η ιδεολογία της ταυτότητας, ο ταυτοτισμός, με προέλευση από το Νέο Κόσμο, χρησιμεύει σαν σανίδα σωτηρίας». 

Ο φυλετισμός δίνει το σύνθημα για μια γενικότερη -αναχρονιστική- στοχοποίηση του λευκού άνδρα και η επίθεση έχει τρία μέτωπα: το φεμινισμό, το ρατσισμό και την επίκληση της αποικιοκρατίας. Στις ΗΠΑ και στη δυτική Ευρώπη το φαινόμενο είναι πολύ πιο έντονο, κατά τον Μπρυκνέρ, και έχει αρχίσει να γίνεται ασφυκτικό, μονοπωλώντας και καλύπτοντας τα πάντα στο δημόσιο βίο. Πώς όμως φτάσαμε στο σημείο «η βιολογία να καθορίζει ξανά τα άτομα, αναπαράγοντας αξιώματα του “επιστημονικού” ρατσισμού του 19ου αιώνα», ενδεδυμένα αυτή τη φορά με έναν αντιρατιστικό μανδύα; Βρισκόμαστε στο 2022 και οι λέξεις «λευκός» και «μαύρος», οι φυλετικοί διαχωρισμοί βάσει χρώματος, τίθενται ξανά ως αντιρατσιστικό αφήγημα που τελικά κάνει αυτό που καταγγέλλει: επιβάλλει έναν ρατσιστικό λόγο, ένα νέου τύπου φυλετισμό που αντιστρέφει τους όρους, βάζοντας δηλαδή, αυτή τη φορά, τον λευκό στο ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου.

Πώς ο αντιρατσισμός έγινε ο νέος ρατσισμός 

Η ρίζα του κακού, κατά τον Μπρυκνέρ, βρίσκεται στην Αμερική. «Μια εκτεταμένη καμπάνια επανεκπαίδευσης έχει ξεκινήσει στα πανεπιστήμια και στα ΜΜΕ, ζητώντας από αυτούς που αποκαλούμε γενικώς ως “λευκούς” να απαρνηθούν τον εαυτό τους» εξηγεί στο νέο βιβλίο του ο σπουδαίος διανοητής. «Πριν από τριάντα χρόνια, υπήρχε ακόμη αρκετή λογική, δεξιά και αριστερά, ώστε να χλευάζονται αυτές οι ανοησίες. Η τελευταία φορά που είχαμε υποστεί την προπαγάνδα για τη φυλή ήταν με τον φασισμό και τον a priori αποκλεισμό ενός μέρους του πληθυσμού κατά τη δεκαετία του 1930. Νομίζαμε ότι είχαμε τελειώσει με αυτές τις θεωρίες. Να όμως που επανέρχονται, από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού αυτήν τη φορά, με τη μορφή του αντίθετού τους, του αντιρατσισμού, και με νέους πρωταγωνιστές, βρίσκοντας απήχηση ακόμα και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι κήρυκες της ντροπής, νεοφεμινιστές, αποαποικιστές, ιθαγενιστές, θέλουν οπωσδήποτε να μας αποδείξουν πως ο τρόπος ζωής μας βασίζεται στη φριχτή εκμετάλλευση άλλων λαών και πως πρέπει να δείξουμε μεταμέλεια. Ξαφνικά ένα μέρος του Δυτικού κόσμου φαίνεται απεχθές στα μάτια ορισμένων μειονοτήτων. Όπως ο κύριος Ζουρνταίν, στον Αρχοντοχωριάτη του Μολιέρου, ήταν πεζογράφος εν αγνοία του, εμείς είμαστε εγκληματίες χωρίς να το ξέρουμε, από το γεγονός και μόνο ότι ζούμε σε αυτόν τον κόσμο. Για να υπάρξουμε, πρέπει πρώτα να επανορθώσουμε». 

Εκείνες οι ΗΠΑ που κάποτε ενσάρκωναν το ιδανικό της ελευθερίας, δεν υπάρχουν πια, σύμφωνα με τον Πασκάλ Mπρυκνέρ. Διαβρωμένη από τον εθνικισμό και με μια διάθεση απομονωτισμού, η αμερικανική κοινωνία βιώνει στο εσωτερικό της έναν βαθύ μετασχηματισμό, που ξεκίνησε με τις κοινωνικές εξεγέρσεις της δεκαετίας του 1960. Τα γεγονότα εκείνης της εποχής και οι φυλετικές συγκρούσεις που ξέσπασαν, προκάλεσαν μια σειρά από αλυσιδωτά γεγονότα: Οι συντηρητικές δυνάμεις αντέδρασαν και αυτή η «ενίοτε βάναυση συντηρητική αντεπανάσταση», όπως την αποκαλεί ο Μπρυκνέρ, «έφερε μια βίαιη αντίδραση στο αριστερό άκρο του πολιτικού φάσματος: στο κίνημα των γυναικών και των μειονοτήτων που εκφράζεται με τον εξτρεμισμό του φύλου, με υπερευαισθησία απέναντι στις διακρίσεις, με ακραία ρητορική. Η Αμερική εναντιώνεται στον ρατσισμό με όρους ρατσισμού, “ανάγοντας” τον καθένα στο χρώμα του δέρματός του, αψηφώντας κάθε κοινωνική ανάλυση. Μάχεται το κακό επιδεινώνοντάς το. Το αποτέλεσμα είναι ένας απεριόριστος κατακερματισμός. Αυτή η χώρα τείνει να τρελαθεί, παγιδευμένη ανάμεσα στη σφύρα των οπαδών του Τραμπ και στον άκμονα των φανατικών της “φυλής”».

Πώς η κλασική αριστερά διολίσθησε στα άκρα; 

Ο Μπρυκνέρ, ακτινογραφώντας την γαλλική κοινωνία που γνωρίζει καλά, εξηγεί πώς η στροφή της Αριστεράς στην πολιτική των ταυτοτήτων, μετατρέποντας τον λευκό ετεροφυλόφιλο άνδρα σε αποδιοπομπαίο τράγο της εποχής, ευνοεί την ανάδυση της άκρας δεξιάς, αλλά και λαϊκιστικών κινημάτων οργής όπως τα Κίτρινα Γιλέκα. 

«Στη Γαλλία», εξηγεί ο Μπρυκνέρ, «διατηρούμε τον παραπλανητικό πλέον όρο “λαϊκές συνοικίες” μόνο για τα υποβαθμισμένα προάστια όπου κατοικούν παιδιά ή εγγόνια μεταναστών. Πρόκειται για μια συναισθηματική και τριτοκοσμική θεώρηση του λαού. Τραγικό λάθος που εξηγεί, μεταξύ άλλων, τη στροφή της εργατικής τάξης προς την άκρα Δεξιά, την παραμέληση των μη προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων, αγροτών, υπαλλήλων, μικρών προλεταριοποιημένων επιχειρηματιών, των “ταπεινών λευκών της επαρχίας”, που αποτέλεσαν την καρδιά του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων. Όλα αυτά απορρέουν από την πρόταση που έγινε στους Σοσιαλιστές, το 2010, από το Ίδρυμα Terra Nova, να εγκαταλείψουν τις παραδοσιακές αναφορές στο “λαό”, επιδιώκοντας πρωτίστως τη συμμαχία με τους κοσμοπολίτες αστούς των πόλεων και με τα προάστια. Η επικράτηση του φυλετικού επί του κοινωνικού, του εθνοτικού επί του πολιτικού, του μειονοτικού επί της νόρμας, της μνήμης επί της Ιστορίας, εξηγεί την κατάρρευση της κλασικής Αριστεράς και την ανάδυση μιας Άκρας Αριστεράς που δίνει έμφαση στην υπεράσπιση των εθνικών ταυτοτήτων. Αντί να αγωνίζονται υπέρ της προόδου και να υπερασπίζονται την ισότητα απέναντι στο νόμο, οι σοσιαλδημοκράτες εγκλωβίζονται σε ένα αμφιλεγόμενο φλερτ με ρεύματα που δίνουν έμφαση στις νατιβιστικές προσεγγίσεις και στην αποαποικιοποίηση, ιδεολογικούς μεταπράτες αμερικανικών αντιλήψεων – και μάλιστα, για την ακρίβεια, ενός τμήματος της αμερικανικής κοινωνίας».

Η στοχοποίηση του κυρίαρχου λευκού: «Είναι όλοι οι άνδρες βιαστές;»

Ο φεμινισμός ή για την ακρίβεια ο νεοφεμινισμός ήταν η κερκόπορτα για να εισέλθει η άκρα Αριστερά στον φυλετισμό, μετατρέποντας την πολιτική των ταυτοτήτων στο νέο της πυρήνα. 

Ο αριστερός δικαιωματισμός για να μπορέσει να καταφέρει να συσπειρώσει τον κόσμο στα κοινωνικά δίκτυα, αφού ο παραδοσιακός του λόγος μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού έδειχνε ξεπερασμένος και παλιακός, έπρεπε να βρει έναν σχεδόν τέλειο ένοχο. Βρήκε τον αποδιοοπομπαίο τράγο που έψαχνε στις φεμινιστικές θεωρίες, τον στοχοποίησε με έναν αντι-ρατσιστικό λόγο, του φόρτωσε τα κρίματα ολόκληρης της ανθρωπότητας και τον σταύρωσε για το έγκλημα της πατριαρχίας. Ο λευκός ετεροφυλόφιλος άντρας έγινε, χωρίς εξαιρέσεις, δυνάστης των γυναικών, βιαστής, γυναικοκτόνος, εργοδότης-σάτυρος, βίαιος πατέρας, καταπιεστικός σύντροφος, φορέας της αποκαλούμενης τοξικής αρρενωπότητας, της χολέρας των καιρών μας. 

Η κουλτούρα της πατριαρχίας έγινε μια κουλτούρα βιασμού. Όποιος τόλμησε να το αμφισβητήσει αυτό έγινε στόχος, διασύρθηκε ως φαλλοκράτης ή, αν επρόκειτο για γυναίκα, ως πατριαρχική κότα που στηρίζει την πατριαρχία (θυμίζουμε την περίπτωση της Κατρίν Ντενέβ που κανιβαλίστηκε, επειδή δήλωσε ότι ένας επιθετικός φεμινισμός τύπου #MeToo με διαδικτυακές καταγγελίες χωρίς στοιχεία κινδυνεύει να ενοχοποιήσει τον ίδιο τον έρωτα). 

Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ, στο ίδιο πλαίσιο, αλλά με μια άρτια και δομημένη επιχειρηματολογία, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη δυστοπική μετατροπή του έρωτα και της σεξουαλικής απόλαυσης σε πεδίο κοινωνικής αντιπαλότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών, ενός εμφυλίου μεταξύ των φύλων. Ο Γάλλος φιλόσοφος, μιλώντας για τις γυναικτονίες, λέει ότι «πρόκειται για μια μάχη που πρέπει να δίνεται ακατάπαυστα, καθημερινά. Παρά την ψήφιση καινοτόμων νόμων, οι προσβολές, η σωματική κακοποίηση, οι φόνοι εξακολουθούν να βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Στη Γαλλία, κάθε τρεις μέρες, μια γυναίκα χάνει τη ζωή της από ξυλοδαρμό που προέρχεται από τον σύζυγο ή τον σύντροφό της (αντίστοιχη βία υπάρχει και στα ζευγάρια των γκέι ή των λεσβιών). Οι πρόεδροι των δικαστηρίων το επαναλαμβάνουν διαρκώς: τα εγκλήματα μεταξύ συζύγων γίνονται συχνότερα την Κυριακή, τότε που η στενή επαφή προκαλεί αλλεργία».

Όμως πόσο βοηθά τις γυναίκες το να αντιμετωπίζονται όλοι οι άνδρες ως βιαστές ή γυναικοκτόνοι; Αυτή η γενίκευση που επιχειρεί ο νέος φεμινισμός μήπως λειτουργεί αντίστροφα, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά, οδηγώντας τους άνδρες και τις γυναίκες σε ένα επικίνδυνο εμφυλιακό κλίμα, μετατρέποντας τις σχέσεις σε μια μια μπαρουταποθήκη έτοιμη να εκραγεί;

Μιλώντας για την «πατριαρχική κουλτούρα του βιασμού», ο νέος εισαγγελικός φεμινισμός, όπως τον αποκαλεί ο Μπρυκνέρ, δεν δίνει μια μάχη υπέρ των γυναικών, αντιθέτως ξεπλένει με μια πολιτικοποίηση της βίας τον εγκληματία, τον βιαστή, τον κακοποιητικό βίαιο άνδρα, αφού τα εγκλήματά του δεν είναι ατομικές πράξεις, αλλά προϊόν μιας κουλτούρας που τον γαλούχησε. Ο Μπρυκνέρ αναρωτιέται: Μήπως τελικά αντί να καταδικάζουν έναν βιαστή εγκληματία, τον αντιμετωπίζουν ως άβουλο έρμαιο που έπεσε θύμα της πατριαρχικής πλεκτάνης; Μήπως μιλώντας γενικά για «πατριαρχική κουλτούρα του βιασμού» ξεπλένουμε εγκληματίες, ενοχοποιώντας την κοινωνία που τους έκανε βιαστές; «Οι θεωρητικοί της “κουλτούρας του βιασμού” ως συστήματος είναι οι χειρότεροι εχθροί της ίδιας τους της άποψης· η υπερβολή των προτάσεών τους τις υποβαθμίζει, ήδη από τη στιγμή οπότε διατυπώνονται. Όσο κατάπτυστο είναι να αρνείται κανείς την τραγωδία του βιασμού, τόσο ύποπτο είναι να την επεκτείνει σε κάθε ερωτική πράξη. Είναι και αυτός ένας άλλος τρόπος να την υποβιβάζει» λέει ο Μπρυκνέρ. 

Με το σαρωτικό όρο «τοξική αρρενωπότητα» που τσουβαλιάζει άπαντες, αθωώνουμε τον συγκεκριμένο εγκληματία και ενοχοποιούμε τον άνδρα γενικά, εξηγεί ο Γάλλος διανοητής. Ή μάλλον όχι γενικά τον άνδρα, αλλά όπως τονίζει, τον λευκό ετεροφυλόφιλο άνδρα, αφού ο νέος φεμινιστικός ακτιβισμός δίνει ελαφρυντικά στις άλλες φυλές ως θύματα της δυτικής αποικιοκρατίας. 

Ο Μπρυκνέρ αναγνωρίζει τις κατακτήσεις του φεμινιστικού κινήματος που τους 19ο και 20ό αιώνα απελευθέρωσαν τις γυναίκες, προσφέροντάς τους με σημαντικούς αγώνες από το δικαίωμα ψήφου και την αποποινικοποίηση των αμβλώσεων μέχρι το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του σώματός τους και την μισθολογική ισότητα στο χώρο εργασίας. Αναγνωρίζει ότι το #ΜeToo άνοιξε έναν σημαντικό δρόμο για τη γυναικεία χειραφέτηση, ωστόσο διαβλέπει επίσης τα σκοτεινά του σημεία: τη συχνά λάθος χρήση της δυναμικής του, τους μηχανισμούς με τους οποίους στοχοποιούνται οι άνδρες γενικά, τους κινδύνους για τον έρωτα, την απόλαυση του σεξ και τις σχέσεις μεταξύ γυναικών/ανδρών από τον αυτοματισμό να αντιμετωπίζεις κάθε ερωτικό κάλεσμα ως έγκλημα, κάθε αυθορμητισμό ως ύπουλη πατριαρχική βία και κάθε λευκό ετεροφυλόφιλο άνδρα ως φαλλοκρατικό γουρούνι ή εν δυνάμει γυναικοκτόνο. «Το #MeToo έβαλε τέλος, θα λέγαμε, σε δεκαετίες ατιμωρησίας. Είναι μια πρόοδος, δίχως καμία αμφιβολία. Δεν απαγορεύεται, ωστόσο, να βλέπουμε τα όριά του ή τους κινδύνους που εγκυμονεί». Είναι πραγματικά απελευθερωτικό για την κοινωνία όταν σπάει ένα απόστημα σιωπής ή όταν διαρραγεί με τόλμη ο πέπλος της συγκάλυψης σε ένα έγκλημα ή σε μια σωρεία εγκλημάτων. Πού αρχίζει όμως και πού τελειώνει όλο αυτό; Πώς μπορούμε να ξεχωρίσουμε την αληθινή καταγγελία από μια απόπειρα σπίλωσης ενός ανθρώπου για εκδικητικούς ή άλλους λόγους; Πόσο συνετό είναι να μετατρέπονται τα κοινωνικά δίκτυα σε λαϊκά δικαστήρια και αρένες ψηφιακού λιντσαρίσματος, καταπατώντας το τεκμήριο αθωότητας -έναν από τους βασικότερους πυλώνες στο δυτικό κράτος δικαίου; «Αυτό είναι το πρόβλημα του #MeToo: ορισμένες ακτιβίστριες θεωρούν ότι είναι υπερμοντέρνες, ενώ συχνά είναι τρομερά οπισθοδρομικές, συγχέοντας τη δικαιοσύνη με το λιντσάρισμα», λέει ο Μπρυκνέρ. «Περιφρονούν την αλήθεια, θέλουν μόνο την απλότητα ενός κόσμου κομμένου στα δύο: ο άνδρας, λευκός κατά προτίμηση, πάντα ένοχος· η γυναίκα πάντα θύμα». 

Tα λαϊκά ψηφιακά δικαστήρια της cancel culture

Το έχουμε δει και σε μικρότερης σημασίας πράγματα, όπως για παράδειγμα μια ατυχής δήλωση ενός προσώπου που τον μετατρέπει σε στόχο ψηφιακού λιθοβολισμού. Αυτή η πρακτική στα social media σιγά σιγά έγινε ολόκληρη κουλτούρα, η λεγόμενη Cancel Culture (Η κουλτούρα της ακύρωσης). «Ζητάμε από την κοινή γνώμη να αποφανθεί επιτόπου για θέματα που αγνοεί στο σύνολό τους, συμπεριλαμβανομένων ενίοτε ακόμα και των ονομάτων των πρωταγωνιστών» λέει ο Μπρυκνέρ. «Καλείται ο καθένας να διαλέξει στρατόπεδο, ειδάλλως θα κατηγορηθεί για συνενοχή με επαίσχυντα άτομα. Μπορεί και η επίσημη δικαιοσύνη να κάνει λάθη ή συχνά να μεροληπτεί, αλλά αυτά τα νέα λαϊκά δικαστήρια καταδικάζουν με συνοπτικές διαδικασίες, χωρίς ενδοιασμούς και αναστολές. Τα στρατόπεδα διαμορφώνονται στο κοινό πεδίο της άγνοιας των γεγονότων. Άλλωστε, ο σχηματισμός δικογραφίας, η συγκέντρωση αποδείξεων, η εξέταση μαρτύρων, η διασταύρωση των επιχειρημάτων κατηγορίας και υπεράσπισης, απαιτούν χρόνο. [...] Ενώ η δημοκρατική δικαιοσύνη ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο σκοπέλους, να αφήσει ένα έγκλημα ατιμώρητο ή να τιμωρήσει έναν αθώο, η “ψηφιακή” δικαιοσύνη ασκείται στη στιγμή. Θέλει να πλήξει τον υποτιθέμενο ένοχο, έστω και αν καταστραφούν ζωές και καριέρες. Όλα συγχέονται: καθημερινές κουβέντες, αδέξιες προτάσεις, ανάρμοστες χειρονομίες. Ένα απλό σχόλιο αρκεί για να σε αποκαλούν εφ΄ όρου ζωής γουρούνι. Δεν χρειάζεται να έχεις “περάσει στην πράξη”, έχεις ήδη στιγματιστεί. Το διαδίκτυο είναι, από αυτή την άποψη, ένα ανελέητο λάσο, που σε πιάνει όπου κι αν βρίσκεσαι, ακόμα και μισόν αιώνα αργότερα. [...] Χωρίς καν ο κατηγορούμενος να προλάβει να απολογηθεί ορισμένοι ανώνυμοι μπορούν να κατασπαράξουν τον οποιονδήποτε με βάση κάποιους ισχυρισμούς και μόνο. Τα επιχειρήματα συνθλίβονται από την αγανάκτηση». 

Αναθεωρητισμός της ιστορίας 

Αυτό το «ανελέητο λάσο του διαδικτύου που σε πιάνει όπου κι αν βρίσκεσαι, ακόμα και μισόν αιώνα αργότερα», έχει πολλά πεδία εφαρμογής. Το βλέπουμε με τη μορφή της πολιτικής ορθότητας να πέφτει με λύσσα μεσαιωνικού ιεροκήρυκα στην Τέχνη, εξοστρακίζοντας σπουδαία βιβλία κλασικής λογοτεχνίας ως ύποπτα έργα που προάγουν πατριαρχικά πρότυπα ή ακυρώνοντας συγγραφείς, καλλιτέχνες, δημιουργούς, ακόμα και του μεγέθους ενός Ομήρου ή ενός Σαίξπηρ, ως ρατσιστές. Ο αμερικανικός ακαδημαϊκός χώρος, από τον οποίο εκπορεύθηκαν όλες αυτές οι υστερίες, έχει «καταπιεί» τα κινηματογραφικά στούντιο, τη διαφήμιση, τις πλατφόρμες τύπου Νetflix, τη μουσική βιομηχανία, το Instagram, πολιτιστικούς θεσμούς όπως τα Όσκαρ κ.ά. Η πολιτική ορθότητα απαιτεί να ξαγραφτεί η Ιστορία υπό το δικό της φίλτρο. Απαιτεί να πετάξουμε έργα όπως το «Όσα παίρνει ο άνεμος» στον σκουπιδοντενεκέ γιατί απεικονίζει τη δουλεία χωρίς να την καταγγέλλει. Απαιτεί να υπάρχει σε κάθε σήριαλ ένα κάστινγκ μαύρων ηθοποιών απεικoνίζοντας ακόμα και ιστορικά λευκά πρόσωπα ως μαύρους. Απαιτεί να υπάρχει μια γκέι ή λεσβιακή σκηνή ακόμα κι αν το σενάριο δεν το χρειάζεται, έτσι για τη συμπερίληψη. Το κάστινγκ δεν αναζητά πια τους ιδανικούς ηθοποιούς για να ερμηνεύσουν τους ρόλους ενός έργου, αλλά είναι ένα παζλ συμπερίληψης, όπου τα ποσοστά των λευκών πρέπει να είναι ίδια με των μαύρων, οι διάφορες μειονότητες να εκπροσωπούνται σωστά και πάει λέγοντας. «Η επιβολή ποσοστών, εθνοτικών ή “φύλου”, στην τέχνη είναι διαστροφή», λέει ο Μπρυκνέρ. «Αν ένα έργο πρέπει να εκπροσωπεί μόνον ένα μέρος του πληθυσμού, δεν είναι πια δημιουργία, αλλά κάτι σαν εκλογές με απλή αναλογική! Κάθε ταινία, βιβλίο, όπερα θα έπρεπε να περιλαμβάνει αυτόματα ένα σταθερό ποσοστό εκπροσώπων των μειονοτήτων. Συγχέουμε επιπλέον δύο πράγματα: τις καλές προσθέσεις και το ταλέντο, το οποίο δεν έχει καμία σχέση με τις ποσοστώσεις και τη “δίκαιη κατανομή”»

Η πολιτική ορθότητα αφού δυσκολεύεται να επιβάλλει στην επιστήμη της Ιστορίας το αναθεωρητικό της φίλτρο, λέει να ξαναγράψει την ιστορία μέσω των τηλεοπτικών σειρών. Άλλωστε πόσοι διαβάζουν Ιστορία και πόσοι βλέπουν Netflix; Τι να την κάνεις την αντικειμενική Ιστορία που ταχταρίζει τους δεινόσαυρους της πατριαρχίας όταν έχεις τα τρολ του διαδικτύου και τους ανώνυμους ετοιμοπόλεμους κανίβαλους του Twitter; 

«Μετεθέτουμε την πολιτική διαμάχη στη γλώσσα» λέει ο Μπρυκνέρ. Και στη μικρή οθόνη και στη μουσική και στα Όσκαρ και πάει λέγοντας. «Το κίνημα No Platform (απαγόρευσης της δημόσιας διατύπωσης άποψης), η cancel culture στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά και στο Ηνωμένο Βασίλειο (η απόλυτη απαξίωση οποιουδήποτε είχε εκφράσει κατά το παρελθόν ιδέες που κρίνονται σήμερα σεξιστικές ή ρατσιστικές) περιορίζουν πολύ αυστηρά την ελευθερία του λόγου, φιμώνουν. Η λογοκρισία δικαιολογείται· αρκετές εφημερίδες την εφαρμόζουν προληπτικά, όπως για παράδειγμα οι New York Times, σύμβολο και προπύργιο του πολιτικώς ορθού, από φόβο μήπως κατηγορηθούν για υποστήριξη μιας ετερόδοξης άποψης. Η διαφωνία δεν επιτρέπεται πια. [...] Δεν αρκεί να επιβληθεί σιωπή σε όσους δεν σκέφτονται “σωστά”. Πρέπει επίσης να υπάρξει αναδρομική εκκαθάριση του λεγόμενου Μεγάλου Πολιτισμού, που δεν είναι παρά ο ταμιευτήρας των χειρότερων ρατσιστικών και φαλλοκρατικών αντιλήψεων [...] Με λίγα λόγια, το μεγαλείο ή η ομορφιά ενός έργου δεν έγκειται στο εξής στη μορφολογική του περιπλοκότητα ή στην εφευρετικότητά του, αλλά στη συμμόρφωσή του με το ηθικό δόγμα της εποχής μας [...] Επανεφευρίσκουμε την κόλαση, αυτόν τον καταραμένο τόπο των μεγάλων βιβλιοθηκών όπου θα κλειδώνονται τα ερωτικά ή άσεμνα έργα, στο όνομα του αγώνα ενάντια στην πατριαρχική κουλτούρα [...] Δεν είμαστε πλέον απλώς κάποιοι που απολαμβάνουν το σινεμά ή τη λογοτεχνία, αλλά αυστηροί κριτές που οφείλουν να εξετάζουν τα βιβλία, τις ταινίες, τους πίνακες αποκλειστικά από την οπτική γωνία της ηθικής. Δεν υπάρχουν πια αριστουργήματα, παρά μόνο έργα των ευνοούμενων της προπαγάνδας της Δύσης, απαίσιων αποικιοκρατών, φαλλοκρατών και ρατσιστών, από τον Θερβάντες έως τον Φόκνερ, αυτών των DWEM (Dead White European Males – Νεκροί Λευκοί Ευρωπαίοι Άνδρες). Τα σπουδαία κείμενα μέσω των οποίων σφυρηλατήθηκαν η κριτική σκέψη και η χειραφέτηση του σύγχρονου ανθρώπου, ακόμα και ο αναστοχασμός του ευρωπαϊκού πολιτισμού, απορρίπτονται», καταλήγει ο Γάλλος διανοητής. 

To παθαίνει αυτό η ανθρωπότητα κατά καιρούς. Εργαλειοποιεί για λόγους πολιτικής τον πολιτισμό και περνάει από «ιερά εξέταση» τα έργα τέχνης, τις προσωπικότητες, τους καλλιτέχνες, ρίχνοντας στον Καιάδα οτιδήποτε δεν θεωρεί ηθικό υπό το φίλτρο της εποχής της. Από τις απαγορεύσεις των έργων του Αριστοτέλη στα πανεπιστήμια του 12ου αιώνα μέχρι το Index των Ιεροεξεταστών, κι από τον Μακαρθισμό στις ΗΠΑ μέχρι το νέο αναθεωρητισμό της πολιτικής ορθότητας που βιώνουμε στις μέρες μας, η φλόγα της πυράς παραμένει αναμμένη. «Όπως η ηθική και η θρησκευτική τάξη πραγμάτων ποινικοποιούσε κάποτε στην Ευρώπη την ομοφυλοφιλία, ιδίως μεταξύ ανδρών, και τη θεωρούσε έργο του διαβόλου, έτσι και η δαιμονοποίηση της ετεροφυλοφιλίας αποπνέει το ίδιο δογματισμό, απλώς ανεστραμμένο αυτή τη φορά» λέει ο Μπρυκνέρ. 

«Η ίδια η ερωτική πράξη απαξιώνεται, κατηγορείται ότι διαιωνίζει την υποταγή με πρόσχημα την απόλαυση», ο λευκός ετεροφυλόφιλος άνδρας είναι ένοχος εκ γενετής και όπως, αναφέρει σε tweet της το 2020 η Καναδή φεμινίστρια Γκαμπριέλ Μπουσάρ, η οποία υπήρξε η πρώτη διεμφυλική γυναίκα που υπηρέτησε ως πρόεδρος της Ομοσπονδίας γυναικών του Κεμπέκ, «οι ετεροφυλόφιλες σχέσεις θα έπρεπε να απαγορευτούν ή να καταργηθούν προκειμένου να μπει ένα τέλος στις γυναικοκτονίες». Παρά το γεγονός ότι η φεμινίστρια Μπουσάρ αναγκάστηκε μετά από κοινωνική κατακραυγή να ανακαλέσει τη δυστοπική της πρόταση, «ο τόνος», όπως λέει ο Μπρυκνέρ, «είχε δοθεί: εκεί θα οδηγηθούμε μια μέρα. Στην πραγματικότητα, η ίδια η ύπαρξη του αρσενικού είναι σκάνδαλο. Κάθε αρσενικό δίποδο θα έπρεπε να εξαφανιστεί κάποτε από προσώπου Γης!». 

Πηγή


Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2021

Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ εξηγεί πώς ο αριστερός δικαιωματισμός μετατρέπει τον δυτικό λευκό ετεροφυλόφιλο άνδρα σε αποδιοπομπαίο τράγο.

Επιστροφή στις φυλετικές εμμονές και τις προκαταλήψεις της άκρας δεξιάς της δεκαετίας του 1930 με το πρόσχημα του αντι-ρατσισμού βλέπει ο Πασκάλ Μπρυκνέρ, καταγγέλλοντας τους αριστερούς «αντιφά» ότι κολλούν την ταμπέλα του «φασισμού» σε οτιδήποτε με το οποίο διαφωνούν.

O Μπρυκνέρ ήταν από τους πρώτους που κατήγγειλαν τον αριστερό ισλαμο-φασισμό στη Γαλλία, που επιδιώκει να ωθήσει «τις δημοκρατικές κοινωνίες προς τον αυταρχισμό και τη διάβρωση του κράτους δικαίου», παίζοντας έτσι «ανοικτά το παιχνίδι ανόδου στην εξουσία αντιευρωπαϊκών και αυταρχικών δυνάμεων, ώστε, πέρα από την πνευματική αποσταθεροποίηση, να ενισχυθεί και η δική τους αυταρχική αντίληψη περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που με πρώτα αυτά των γυναικών, γράφουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους».

Τώρα, στο βιβλίο του με τίτλο «Un coupable presque parfait - La construction du bouc emissaire blanc» («Ένας σχεδόν τέλειος ένοχος - Η δημιουργία του λευκού αποδιοπομπαίου τράγου»), που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στην Ιταλία και προκαλεί πολλές συζητήσεις, ο εμβληματικός Γάλλος φιλόσοφος και μυθιστοριογράφος υποστηρίζει ότι στην εποχή μας η Αριστερά έχει αντικαταστήσει την πάλη των τάξεων (που φαίνεται να έχει γίνει προνόμιο της Δεξιάς) με την αδιάκοπη υπεράσπιση των μειονοτήτων, κολλώντας τη ρετσινιά του «φασιστικού» σε οτιδήποτε δηλώνει άμεσα ή έμμεσα μια πρόσδεση με τις παραδόσεις και με τον τρόπο αυτό έχει εντοπίσει έναν νέο πολέμιο, στον οποίο στρέφει τα βέλη της: όχι πλέον τον καπιταλισμό, αλλά «τον ετεροφυλόφιλο λευκό άνδρα».

«Δεν εμπιστεύομαι τους ''αντιφά'', διότι φέρουν στα σπλάχνα τους εκείνο που ισχυρίζονται ότι καταγγέλλουν», λέει.

Κατά τον Μπρυκνέρ, τον διασημότερο ίσως σύγχρονο φιλόσοφο της Γαλλίας, η Ευρώπη επηρεάζεται ανεξήγητα από οτιδήποτε προέρχεται από τον αγγλοσαξονικό κόσμο. Όχι μόνον από τις τάσεις στη μόδα και τα διάφορα καταναλωτικά αγαθά, αλλά πρωτίστως από τα γεννημένα στις αμερικανικές πανεπιστημιουπόλεις ρεύματα σκέψης (σε αυτήν την περίπτωση σήμερα τα νεο-φεμινιστικά, αντιρατσιστικά και αντι-αποικιοκρατικά) που έχουν εντοπίσει στον λευκό άνδρα έναν αποδιοπομπαίο τράγο. Ανεξάρτητα από το ποια είναι τα πραγματικά του λάθη, ο «λευκός ετεροφυλόφιλος» είναι ένοχος ως τέτοιος.

Πρόκειται για έναν αντιρατσισμό, που είναι στην ουσία ρατσισμός από την ανάποδη. «Όταν μας λένε, π.χ., ακτιβιστές ότι ένας λευκός είναι εκ φύσεως ρατσιστής, διότι αυτό είναι εγγενές με αυτόν τον ίδιο και απορρέει από αυτόν ως μία ακούσια έκφανσή του, βρισκόμαστε ήδη στην εικονογράφηση ενός ρατσισμού εκ της ουσίας της ίδιας, αποδίδουμε ένα χαρακτηριστικό σε ένα άτομο εξαιτίας της βιολογικής και γενετικής του ουσίας. Και παρά ταύτα, τα άτομα αυτά ισχυρίζονται ότι είναι με την πλευρά της αλήθειας».

Στις ΗΠΑ, καθώς και στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία, οι θεωρίες αυτές δημιουργούν παράλογη συμπεριφορά, λέει ο Μπρυκνέρ, αναφέροντας το παράδειγμα Αμερικανών επιχειρηματιών που αρνούνται να καθίσουν στο αεροπλάνο δίπλα σε μια γυναίκα υπάλληλό τους και στα ξενοδοχεία ζητούν δωμάτια σε διαφορετικούς ορόφους για να αποφύγουν τις κατηγορίες παρενόχλησης, ενώ στα πανεπιστήμια συνιστάται η σύνταξη γραπτών συμφωνιών πριν από τη σεξουαλική επαφή. Καταγγέλλει τις «απλώς γελοίες πρωτοβουλίες», όπως αυτή που καλεί τις γυναίκες να σταματήσουν να έχουν σεξουαλικές σχέσεις με τα αρσενικά (το αρσενικό είναι πάντα «βίαιο αρπακτικό», ακόμη και όταν το σεξ είναι συναινετικό), ή εκείνη που απαιτεί χρωματιστά τσιρότα για τους μη λευκούς.

Ο Μπρυκνέρ δεν αρνείται διόλου την ανάγκη προάσπισης των πολιτικών δικαιωμάτων και παραδέχεται τα πολλά ελαττώματα της λευκής Δύσης. Ωστόσο, όπως σημειώνει, αναπτύσσεται ένας «ρατσιστικός αντι-ρατσισμός», όπως τον αποκαλεί, που καθίζει μόνο λευκούς ετεροφυλόφιλους στο εδώλιο και συχνά το κάνει βάσει εντελώς εσφαλμένων πεποιθήσεων (όπως το επιχείρημα ότι οι «γενοκτονίες» διαπράχθηκαν μόνο από λευκούς· θα αρκούσε να σκεφτούμε τι συνέβη στο Μπουρούντι και τη Ρουάντα και τους δύο εκατομμύρια θανάτους που προκλήθηκαν από συγκρούσεις μεταξύ εθνοτικών ομάδων, ή το γεγονός ότι η κλιματική αλλαγή προκλήθηκε από τις αποικιακές δραστηριότητες των λευκών...

Πρόκειται, σχολιάζουν ιταλικά ΜΜΕ, για ένα βιβλίο στο οποίο ο Μπρυκνέρ παραθέτει τεκμηριωμένες απόψεις και θέτει ενοχλητικά ερωτήματα σχετικά με το τι μπορεί να μας επιφυλάσσει ένα μέλλον όπου θα κυριαρχεί το «πολιτικά ορθό» και οι απόψεις υστερικών ιδεολογικών μειονοτήτων, που ισχυρίζονται ότι είναι με την πλευρά της αλήθειας.

iefimerida.gr/

ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΟΥΝ ΟΤΙ ΠΛΗΣΙΑΖΟΥΜΕ ΤΑΧΥΤΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

Πασκάλ Μπρυκνέρ: Ο αποκεφαλισμός ενός καθηγητή συνιστά κήρυξη πολέμου που πρέπει να αντιμετωπιστεί ανάλογα

                                          

Η τρομοκρατική επίθεση στον 47χρονο καθηγητή Ιστορίας και Γεωγραφίας, Σαμιέλ Πατί, έξω από το σχολείο όπου δίδασκε επειδή είχε δείξει στους μαθητές του σατιρικά σκίτσα του Μωάμεθ, είναι «πράξη που υπερβαίνει τα όρια του φρικτού», δήλωσε ο Μπρυκνέρ σε συνέντευξη στη Le Figaro.

«Επιτιθόμαστε στο πιο ιερό προπύργιο της Γαλλικής Δημοκρατίας: το σχολείο και τον καθηγητή. […] Οι γονείς των μαθητών φέρεται να διαμαρτυρήθηκαν. Το θύμα φέρεται να δέχθηκε απειλές για τη ζωή του. Τι θα κάνουν άλλοι καθηγητές όταν θα πρέπει να εγείρουν τόσο ευαίσθητα θέματα;», διερωτάται.

«Ο μακελάρης του Conflans-Saint-Honorine είναι ένας τζιχαντιστής που έστειλε το μήνυμα με τη μορφή μιας μακάβριας τελετής. Αυτό είναι μια προειδοποίηση προς όλους τους δασκάλους πως θα πρέπει να κλείσουν το στόμα τους ή να πεθάνουν. Δεν είναι μια πράξη αυτονομισμού, είναι μια κήρυξη πολέμου», εκτιμά ο Μπρυκνέρ.

«Η παραμικρή διακωμώδηση ιερών κειμένων είναι τιμωρητέα με τη θανατική καταδίκη», σημειώνει ο Γάλλος συγγραφέας, προσθέτοντας πως ήδη η έκθεση Obin το 2004 είχε ενημερώσει για τα ανησυχητικά φαινόμενα ριζοσπαστικοποίησης σε γαλλικά σχολεία. «Καθίσταται αδύνατη η διδασκαλία για το Ολοκαύτωμα και το Εβραϊκό ζήτημα, τον Βολταίρο που χλεύαζε τον Προφήτη, την ηρωίδα της Μαντάμ ντε Μποβαρί από το βιβλίο του Γκυστάβ Φλωμπέρ.

«Η διδασκαλία», σημειώνει ο Μπρυκνέρ,«γίνεται πλέον τόσο επικίνδυνο επάγγελμα όσο εκείνο των στρατιωτών στα πεδία των μαχών… Στα σχολεία γίνεται προτεραιότητα μια ατομική αυτολογοκρισία», λέει τονίζοντας ότι «θα πρέπει αμέσως να αναπαράγουμε μαζικά όλες τις καρικατούρες του Charlie Hebdo, να τις βάλουμε σε όλους τους τοίχους μας για να σιωπήσουμε τους δολοφόνους. Μπορούν να σκοτώσουν ένα άτομο, δεν θα μας σκοτώσουν όλους».

Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ σημειώνει επίσης ότι η επίθεση σε βάρος του καθηγητή έγινε ενώ είναι σε εξέλιξη η δίκη για το μακελειό στο Charlie Hebdo και μερικές εβδομάδες μετά την επίθεση με μπαλτά στα πρώην γραφεία του σατιρικού περιοδικού. «Σημαίνει αυτό ότι δεν έχουμε σημειώσει καμία πρόοδο την τελευταία πενταετία; Χάνουμε τη μάχη κατά του Ισλαμισμού για την ελευθερία της έκφρασης;», θέτει το ρητορικό ερώτημα.

«Από την στιγμή που οι τρομοκράτες δεν έχουν πλέον τα μέσα να οργανώσουν ομάδες κρούσης, εργάζονται μεμονωμένα με πρωτόγονα εργαλεία σαν serial killers, διασπείροντας τον φόβο σε ολόκληρη τη χώρα», προσθέτει ο ίδιος. «Ωστόσο η δίκη έχει ένα διπλό και παράδοξο αποτέλεσμα για δυο λόγους: Όποιος παρακολουθεί τις καταθέσεις των κατηγορουμένων βλέπει την κοινοτοπία του κακού. Κακόμοιροι τύποι, που τους έχουν κάνει πλύση εγκεφάλου και συχνά ενθαρρύνονται από τις οικογένειες ή τα αγαπημένα τους πρόσωπα, πιστεύουν ότι έχουν μια θεϊκή αποστολή και πρέπει να σκοτώσουν αδίστακτα τον άπιστο για να κερδίσουν τον παράδεισο και να πάρουν εκδίκηση για τον Προφήτη», σχολιάζει ο Μπρυκνέρ.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Γάλλο συγγραφέα, «οι εκπρόσωποι του Ισλάμ στη Γαλλία με αξιοσημείωτη αξιοπρέπεια και θάρρος καταδικάζουν απερίφραστα αυτές τις επονείδιστες πράξεις». «Σήμερα ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ένας ισλαμοφασίστας, πρέπει να είναι χαρούμενος», καταλήγει ο Πασκάλ Μπρυκνέρ, σχολιάζοντας την πολιτική του Τούρου προέδρου.

«Ας συλλογιστούμε επίσης τους δημοσιογράφους του Charlie Hebdo που ζουν υπό αστυνομική προστασία από το 2006. Εκείνους που μάχονται για την ελευθερία μας και στερούνται οι ίδιοι βασικές ελευθερίες τους», τονίζει.

ΠΗΓΗ: Lifo.gr
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Π. Μπρύκνερ: «Ο κορωνοϊός είναι το τέλος του γερμανικού δεσποτισμού στην Ευρώπη»

                                 Π. Μπρύκνερ: «Ο κορωνοϊός είναι το τέλος του γερμανικού δεσποτισμού στην Ευρώπη»
Σύμφωνα με τον Γάλλο φιλόσοφο Πασκάλ Μπρύκνερ ο κορωνοϊός σηματοδοτεί το τέλος του γερμανικού δεσποτισμού στην Ευρώπη του Μάαστριχτ. Ενώ σύγκρινε την τωρινή κατάσταση με το βιβλίο του Αλμπέρ Καμύ, «Η Πανούκλα».

Όπως αναφέρει ο διάσημος Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας σε συνέντευξή του στη βελγική εφημερίδα Le Soir, αρχικά αντιμετώπισε με δυσπιστία -«μεταξύ σκεπτικισμού και έκπληξης»- την εμφάνιση της πανδημίας του κορωνοϊού.

«Στην αρχή δεν το πίστευα κι έπειτα άρχισα να το παίρνω στα σοβαρά: οι άνθρωποι σταμάτησαν να αγκαλιάζονται, σταμάτησαν τις χειραψίες, δεν βγαίνουν έξω για δείπνο, τα καταστήματα είναι άδεια. Στην πραγματικότητα το βιώνουμε με καθυστέρηση: λέμε “δεν είναι δυνατόν, είναι ένας εφιάλτης, ένα κακό όνειρο”, αλλά γνωρίζουμε άτομα γύρω μας που πέφτουν ο ένας μετά τον άλλο».

O Μπρυκνέρ θυμάται ότι έχει ξαναζήσει με τους γονείς του τέτοιες καταστάσεις με διάχυτο το φόβο στην κοινωνία στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ή στη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας (1954-1962 μεταξύ της Γαλλίας και των αλγερινών κινημάτων ανεξαρτησίας), όταν έτρεχε ο κόσμος σε καταστήματα από το φόβο μιας μεγάλης καταστροφής. Και θεωρεί ότι «το βιβλίο που περιγράφει καλύτερα τη σημερινή κατάσταση» με την πανδημία του κορωνοϊού είναι «Η Πανούκλα» (1947) του Αλμπέρ Καμύ: «η ζωή του ανθρώπου απειλείται από έναν βάκιλο, που φεύγει στο τέλος, αλλά θα επανέλθει»…

Μπρικνέρ: Αντιδρούμε με ακομπλεξάριστο αυταρχισμό όπως οι Κινέζοι

Απαντώντας στο σχόλιο της Βελγικής εφημερίδας ότι «δεν χάνουμε τον ύπνο μας που πεθαίνουν άνθρωποι από ενδημικές ασθένειες σε άλλα μέρη του κόσμου» ο Μπρυκνέρ αναφέρει ότι «για να σε αγγίξει ο πόνος του άλλου πρέπει να αγγίξει και εσένα. Αλλά αυτός ο εγωισμός, που είναι αναπόσπαστο στοιχείο του καθενός μας υποχωρεί καθώς οι ασθένειες μεταναστεύουν με τη σειρά τους. Η ελονοσία βρίσκεται προ των πυλών της Ιταλίας και της νότιας Γαλλίας λόγω της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Ο κορωνοϊός προέρχεται από την Κίνα και αντιδρούμε όπως οι Κινέζοι μ’ έναν αποενοχοποιημένο, ακομπλεξάριστο αυταρχισμό. Διάβασα ότι Κινέζοι ειδικοί πήγαν στην Ιταλία για να παράσχουν στους Ιταλούς την τεχνογνωσία που τους λείπει… Έχουμε περάσει σ’ έναν άλλο κόσμο...»

«Αυτό που βιώνουμε είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε για την παγκοσμιοποίηση, αλλά ίσχυε και άλλοτε. Οι μεγάλοι λοιμοί έφθαναν με τα καράβια. Το φαινόμενο επιταχύνθηκε με την “συμπύκνωση” της ανθρωπότητας: τα σημεία επαφής πολλαπλασιάζονται και μαζί τους και τα σημεία μολύνσεων. Τα ταξίδια δέχονται σήμερα [με την πανδημία] πλήγμα, αφού ο καθένας κλείνεται σπίτι του. Αλλά όλος ο κόσμος βιάζεται να ξαναρχίσει το μεγάλο όργιο των μετακινήσεων. [Νιώθουμε ότι] το να είσαι περιορισμένος στο σπίτι του, είναι σαν να είσαι ανάπηρος ή πολύ ηλικιωμένος, που περιμένει το τέλος της ζωής του»…, σχολιάζει σαρκαστικά.

«Η Αμερική οικοδομήθηκε ενάντια στην Ευρώπη»

Σχολιάζοντας την πρόσφατα απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να κλείσει τα σύνορα των ΗΠΑ στους Ευρωπαίους ο Πασκάλ Μπρυκνέρ σχολιάζει ότι «είναι ένας τρόπος να περάσει το μήνυμα ότι όλοι οι ξένοι θεωρούνται ως ιοί. Κατά βάθος πρόκειται για μια πολύ αμερικάνικη αντίδραση. Ήδη στους ιδρυτές των ΗΠΑ ήταν ορατή αυτή η επιθυμία να ξεφύγουν από την μισαλλοδοξία των ακάθαρτων Ευρωπαίων. Η Αμερική οικοδομήθηκε ενάντια στην Ευρώπη. Κατ’ εμέ η στάση του Τραμπ είναι κατ’ αρχάς εκείνη ενός πανικόβλητου ανθρώπου που υποτίμησε στην αρχή το φαινόμενο και τώρα συνειδητοποιεί ότι μπορεί να του στοιχίσει την επανεκλογή του αν πολλαπλασιαστούν οι νεκροί».

«Ο κορωνοϊός φέρνει το τέλος του γερμανικού δόγματος των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών»

Ο Γάλλος φιλόσοφος θεωρεί ότι βιώνουμε τώρα μια περίοδο πτώσης, όπως επιθυμούν ορισμένοι εξτρεμιστές οικολόγοι: «Θα ανατραπούν όλα αυτά με το τέλος της επιδημίας ή θα βρουν τη νομιμοποίησή τους ορισμένες καταστροφικές ιδέες από τα γεγονός ότι εξαφανίστηκε εδώ και δύο μήνες το νέφος της ρύπανσης πάνω από την Κίνα; Θα δούμε. Αν επιβεβαιωθεί ότι οι Κινέζοι έχουν ήδη βγει από την κρίση, αυτό θα πει ότι όσο εύθραυστες κι είναι οι κοινωνίες μας, έχουν τα μέσα για να ανακάμψουν…»

Και καταλήγει: «Εκείνο που μου έκανε εντύπωση στο [πρόσφατα] διάγγελμα του Εμανουέλ Μακρόν είναι η ιδέα ότι πρόκειται να βασιστούμε στην κατάρρευση της οικονομίας για να ξεκινήσουμε από νέα βάση. Δηλαδή χρησιμοποιώντας το όπλο του χρέους. Δεν είναι διόλου παράλογο: πολλοί οικονομολόγοι έχουν υποστηρίξει εδώ και καιρό την ιδέα της αναθέρμανσης της οικονομίας με χρέη. Χωρίς δισταγμούς ο Μακρόν έκανε το βήμα για χρέη εκατοντάδων δισεκατομμυρίων. Κι αυτό είναι νέο! Ο κανόνας του 3% (σχέση χρέους προς ΑΕΠ) που είχε θεσπίσει η Γερμανία έχει παρέλθει. Είναι το τέλος του γερμανικού δεσποτισμού στην Ευρώπη του Μάαστριχτ. Καθώς η Γερμανία βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση κι επιπλέον σημειώνεται εκεί μια αναβίωση του ναζισμού, η Φράου Μέρκελ δεν εισακούγεται πλέον ως Μαντείο»…

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

Η τυραννία της παρακμής

«Όταν οι Γάλλοι καλούν σε ξεσηκωμό, θα πρέπει να το δούμε σαν ένα εγκώμιο προς την κατεστημένη τάξη, σαν μίσος για οποιαδήποτε αλλαγή. Και αφού από το 1945 η αριστερά ασκεί πάνω στη χώρα την πολιτισμική της εξουσία, εκδίδει τις σημειολογικές της παρατηρήσεις και επιβάλλει τον τρόπο σκέψης, οποιοσδήποτε θέλει να διατυπώσει μια διαφορετική άποψη πρέπει να δηλώσει πίστη στις αξίες της. Δηλώστε αριστερός και θα σας επιτραπούν τα πάντα. Δηλώστε δεξιός και δεν θα σας παραχωρηθεί τίποτε.»

Ο Γάλλος διανοούμενος Πασκάλ Μπρυκνέρ, στο τελευταίο του βιβλίο «Η τυραννία της μεταμέλειας», δεν μασάει τα λόγια του για την παρακμή της χώρας του. «Όλοι οι οπαδοί της στασιμότητας στη Γαλλία, που αγωνίζονται αποκλειστικά και μόνο για τη διατήρηση των κεκτημένων, οφείλουν να υιοθετήσουν τον λόγο του κινήματος σε σημείο που ο αριστερισμός έγινε η γεροντική ασθένεια του σοσιαλισμού», γράφει. «Αυτή η καινούργια παρελθοντολατρία, η τυλιγμένη στην γλώσσα των αβράκωτων, είναι αρκετά αποπροσανατολιστική σε πρώτη προσέγγιση, αφού ανακατεύει επαναστατικά συνθήματα με συντεχνιακές διεκδικήσεις. Κυρίως εκδηλώνει τον ίδιο τρόμο απέναντι στην πορεία του χρόνου και στις μεταμορφώσεις του κόσμου». (...)

«Ετσι βλέπουμε γέρους απόμαχους του Μάη του '68, καταπονημένους αυλοκόλακες, που έχουν κάνει όλων των ειδών τους συμβιβασμούς, όλων των ειδών τις χαμέρπειες, να αναλαμβάνουν πάλι υπηρεσία και να ξαναβυθίζονται στον αντικαπιταλισμό της νιότης τους: ριζοσπαστισμός της ανδρανάπαυσης. Παντού, σε όλες τις μεσαίες τάξεις, ευδοκιμεί ο "μπολσεβικισμός του γλυκού νερού". Δεν υπάρχει καλλιτέχνης, δημοσιογράφος, ηθοποιός που να μην θέλει να είναι ανατρεπτικός, ιδιαίτερα όταν επιδοτείται από το κράτος. (...) Ένα ολόκληρο τμήμα της διανόησης διακρίνεται για την άρνηση της προόδου, το μίσος για τη νεωτερικότητα, τις πεσιμιστικές προβλέψεις. Η ιερεμιάδα έχει γίνει κοινός παρονομαστής των ελίτ.» (...)

«Η Γαλλία εισέρχεται στον παγκόσμιο καπιταλισμό μονάχα κάτω από το πρίσμα της αρνητικότητας, μέσα από μια πληθώρα αναθεμάτων. (...) Κάθε νεωτερισμός, οι γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί, τα βλαστοκύτταρα, οι νανοτεχνολογίες, γίνεται δεκτός με καχυποψία λες και φέρνει κάποιο διαβολικό αποτύπωμα. Οι διαδηλώσεις ενάντια στις συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις το 2003, ή ενάντια στο Συμβόλαιο Πρώτης Πρόσληψης, το 2006, απέδειξαν πως εκείνοι που σήμερα αποτελούν την εμπροσθοφυλακή του κόμματος του φόβου είναι οι νέοι, οι φοιτητές: μια ολόκληρη γενιά θα ήθελε να αρχίσει τη ζωή της με εξασφαλισμένο ένα επάγγελμα και μια σύνταξη! Οι Γάλλοι φοβούνται τον κόσμο, φοβούνται τους άλλους, κι ακόμη περισσότερο φοβούνται τον φόβο τους. (...)

Ενστικτώδης "καταστροφισμός": ένα πιθανό κακό θεωρείται αυτομάτως σαν αναπόφευκτο και συνεπώς σχεδόν τετελεσμένο. Σήμερα μας σκανδαλίζουν τα ζεστά καλοκαίρια και οι κρύοι χειμώνες. Ο ουρανός μας χρωστάει ομαλές κλιματολογικές συνθήκες». (...)

«Το κυρίαρχο φάντασμα στην αρένα της πολιτικής και της διανόησης είναι το φάντασμα της συνομωσίας: ένας κοινός σε όλους τρόπος σκέψης καταγγέλλει τους δράστες της σκευωρίας ενάντια στη Γαλλία. Μια λέξη εκφράζει αυτό το συναίσθημα του τρόμου, μια λέξη που έχει γίνει αισχρή όπως ο φασισμός και η παιδοφιλία: η λέξη φιλελευθερισμός. Το τι εννοούμε με αυτόν τον όρο είναι πολύ μυστηριώδες. (...)

Αν υπάρχει μια γενική θέση στη Γαλλία, μια κοινή γλώσσα, αυτή είναι ο τρόπος μες τον οποίο όλα ανεξαιρέτως τα στρατόπεδα, ακόμη και ο αρχηγός του κράτους καθυβρίζουν αυτή τη θεωρία. (...) Αυτό οδηγεί την άκρα Αριστερά, ως προς το θέμα του κοινωνικού προβλήματος, στο να ζητά περισσότερο την τιμωρία των προνομιούχων παρά τη βελτίωση της μοίρας των πάντων. Πρέπει να τιμωρήσουμε τους πλούσιους: οι φτωχοί θα κερδίσουν από αυτό μια συμβολική ικανοποίηση.»

«Αυτή η αλλεργία απέναντι στον φιλελευθερισμό στρέφεται στη συνέχεια κατά των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτός είναι ο εχθρός μας, εννοείται συμβολικά, έστω κι αν τα δύο μας έθνη δεν πολέμησαν ποτέ μεταξύ τους.»

Το χειρότερο, κατά τον Πασκάλ Μπρυκνέρ, είναι ότι η Γαλλία εθίζεται σ' αυτή την παρακμή. «Είναι αλήθεια», γράφει, «πως πουθενά αλλού δεν ζει καλύτερα απ' όσο σε χώρες που βρίσκονται σε κατάσταση παρακμής, όταν η στομωμένη ζωτικότητα ενός λαού διπλασιάζει τη γλυκύτητα των παραδόσεών του. (...) Αν πρέπει να περιγράψουμε με δύο λόγια τη γαλλική ασθένεια, θα έλεγα πως την χαρακτηρίζει ένας μοναδικός συνδυασμός αλαζονείας και μίσους κατά του εαυτού». Ομως «εξαιτίας αυτής της νοοτροπίας χάνουμε μονίμως και στα δύο ταμπλό: η έπαρση μας εμποδίζει να εμπλουτισθούμε από την πείρα των άλλων, η αμφιβολία μας παραλύει.»

Μας θυμίζουν τίποτε όλα αυτά; Αν βγάζαμε τη λέξη Γαλλία και βάζαμε τη λέξη Ελλάδα, δεν θα είχαμε μια εξαιρετική αποτύπωση της πραγματικότητας που ζούμε; Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής διανόησης έχει θητεύσει στα γαλλικά πανεπιστήμια εξηγεί την άρνηση των ελίτ για κάθε σύγχρονη εξέλιξη. Από την άλλη, η ισχυρή παρέμβαση του γαλλικού και ελληνικού κράτους στην οικονομία εξηγεί την ενστικτώδη αντίδραση ενάντια σε κάθε μεταρρύθμιση που αγγίζει τα κεκτημένα.

Η μεταμέλεια της Ευρώπης
Οι εκπληκτικές ομοιότητες που παρουσιάζει η Γαλλία με την Ελλάδα μάς οδηγεί να αδικήσουμε, ίσως, το υπόλοιπο βιβλίο που είναι μια φλογερή υπεράσπιση της Δύσης και του πολιτισμού της. Κυρίως αποτελεί ένα σκληρό κατηγορώ σε όλα τα ιδεολογικά ρεύματα της Ευρώπης, τα οποία υπερτονίζουν τα αρνητικά του δυτικού πολιτισμού και αποσιωπούν τα θετικά του: «Από τον υπαρξισμό ώς τον αποδομισμό», γράφει ο Μπρυκνέρ, «ολόκληρη η νεωτερική σκέψη αναλώνεται στη μηχανική καταγγελία της Δύσης, υπογραμμίζοντας την υποκρισία, τη βιαιότητα και την ατιμία της. (...) Από το 1945 και μετά η ήπειρός μας κατατρύχεται από το μαρτύριο της μεταμέλειας. (...) Το να γεννιέσαι Ευρωπαίος σημαίνει να κουβαλάς ένα ολόκληρο φορτίο από διαστροφές και ασχήμιες που σε σημαδεύουν σαν στίγματα. Σημαίνει πως αναγνωρίζεις ότι ο λευκός άνθρωπος έσπειρε την καταστροφή και τον θάνατο όπου πάτησε το πόδι του. Για τον Ευρωπαίο "υπάρχω" σημαίνει κατ' αρχάς "ζητώ συγγνώμη".»

Ο Γάλλος στοχαστής δεν αποσιωπά τις αρνητικές εκφράσεις του δυτικού πολιτισμού, αλλά τονίζει ότι και τα φάρμακα γι' αυτές τις ασθένειες πάλι ευρωπαϊκά ήταν. Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι στο παρελθόν της Ευρώπης δεν υπάρχουν μόνο «ποτάμια αίματος και λάσπης», υπάρχει επίσης η πρόοδος του δικαίου και της δημοκρατίας.

«Η Ευρώπη», γράφει, «έχει γεννήσει τέρατα: ταυτόχρονα γέννησε και τις θεωρίες που μας βοηθούν να σκεφτόμαστε και να καταστρέφουμε τα τέρατα. (...) Παίρνοντας την σκυτάλη από τους Αραβες και τους Αφρικανούς, εγκαθίδρυσε το υπερατλαντικό δουλεμπόριο, αλλά πρωτοστάτησε και στην κατάργηση της δουλείας και έδωσε τέλος στο δουλοκτητικό σύστημα πριν από τα άλλα έθνη. (...) Οι θρησκευτικοί πόλεμοι της Ευρώπης θα ευνοήσουν την κοσμική ιδέα, οι εθνικοί ανταγωνισμοί την ελπίδα για μια υπερεθνική κοινότητα, οι υπερπόντιες κατακτήσεις θα δημιουργήσουν το κίνημα κατά της αποικιοκρατίας, οι επαναστάσεις του 20ού αιώνα το κίνημα κατά του απολυταρχισμού. (...) Η Ευρώπη είναι το Ολοκαύτωμα συν η καταστροφή του ναζισμού, είναι το γκουλάκ συν η πτώση του Τείχους, οι αποικίες συν η κατάλυση της αποικιοκρατίας, η δουλεία και η κατάργησή της. Κάθε φορά που έχουμε μη συγκεκριμένη βιαιότητα όχι μόνο ξεπερνιέται, αλλά καθίσταται και παράνομη».

- Πασκάλ Μπρυκνέρ, «Η τυραννία της μεταμέλειας. Δοκίμιο πάνω στον δυτικό πολιτισμό», εκδ. Αστάρτη.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 13.1.2008