Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουδοβίκος - Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της εκκλησιολογίας;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουδοβίκος - Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της εκκλησιολογίας;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

π. Ν. Λουδοβίκος Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της εκκλησιολογίας; 2

 Συνέχεια από:Tρίτη 21 Απριλίου 2026

MONO ΓΙΑ ΜΕΛΗ


π. Ν. Λουδοβίκος Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της εκκλησιολογίας; 2

Oμιλία σε  Ιερατική σύναξη Ι.Μ.Γ.Α. στην Κρήτη 21-3-2026


ΠΑΡΕΜΒΟΛΗ  (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

13. Ώστε πειρασμοί λέγονται και τα λυπηρά που επέρχονται στους ανθρώπους απ’ έξω και προσβάλλουν το σώμα, και η ίδια η προσβολή του εχθρού, αν και είναι ανεύθυνος, αφού και τον Κύριο τον πρόσβαλε πειράζοντάς τον. Πειρασμοί λέγονται και οι αμαρτίες, κατά τις οποίες, όπως λέγει ο ίδιος ο Ιάκωβος, «καθέ­νας μας πειράζεται παρασυρόμενος και δελεαζόμενος από τη δική του επιθυμία· γιατί η επιθυμία», λέγει, «όταν συλλάβει το θύμα γεννά την αμαρτία, και η αμαρτία όταν πραγματοποιηθεί γεννά τον θάνατο». Ποιόν θάνατο; Τον αιώνιο, που είναι ο εξαι­τίας της αμαρτίας χωρισμός του Θεού από την ψυχή. Αυτόν βέ­βαια τώρα από τον Αδάμ μέχρι τη συντέλεια τον ακολούθησε και ο θάνατος του σώματος, τότε όμως, στον μέλλοντα αιώνα, για εκείνους που δεν μετανόησαν εδώ θα ακολουθήσει η αφόρητη και χωρίς τέλος κόλαση της ψυχής και του σώματος, αφού κατα­δικασθούν δίκαια από εκείνον που μπορεί να καταστρέψει στη γέεννα του πυρός και ψυχή και σώμα.


14. Αυτόν τον πειρασμό ας τον αποφύγομε με όση δύναμη έχομε, αδελφοί· γιατί το να τον αποφύγομαι βρίσκεται στη δική μας εξουσία. Γι’ αυτό να λυπηθούμε, όταν δούμε τους εαυτούς μας να έχουν περιπέσει σ’ αυτόν. Εάν λυπηθούμε γι’ αυτό όσο χρειάζεται, θα προετοιμάσομε τον εαυτό μας για μετάνοια αμεταμέλητη προς σωτηρία. Αυτόν τον πειρασμό έρχομαι και εγώ τώρα να αφαιρέσω από σάς, όχι αυτόν που πρόσκαιρα μόνο ζημιώνει και βλάπτει, αλλά εκείνον που βλάπτει αιώνια. Γιατί ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, του οποίου εμείς είμαστε διάκονοι με τη χάρη του, είναι αρχιερέας των μελλοντικών αγαθών, όχι των πρόσκαιρων, και εισήλθε με το αίμα του στα αληθινά άγια, αφού πέτυχε για μας λύτρωση όχι πρόσκαιρη, αλλά αιώνια· αυτήν ερχόμαστε και εμείς να σας προσφέρομε, αν πείθεσθε, την αιώνια απολύτρωση, των ψυχικών πειρασμών, και όχι των σω­ματικών γιατί σύμφωνα με τον απόστολο, τα όπλα μας δεν είναι σαρκικά, αλλά δυνατά με τη χάρη του Θεού προς καθαίρεση οχυρωμάτων, όχι των αισθητών, αλλά των κατασκευασμένων ενα­ντίον μας από τον νοητό εχθρό.


"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."

..........Το χάρισμα του επισκόπου, λοιπόν, είναι το χάρισμα του να ποιμαίνει όλα αυτά τα χαρίσματα, να τα διδάσκει την κατά Χριστόν πορεία —που είναι αυτό το μοίρασμα— και να εκφράζει την ενότητα αυτή προς τα έξω. Να την εκφράζει, όχι με την έννοια ότι υποκαθιστά τον Χριστό ή τον αντιπροσωπεύει. Δεν έχει ανάγκη τέτοιο πράγμα ο Χριστός.
Σε Αυτόν μετέχεις και τη δική Του πραγματικότητα παρουσιάζεις.
Όλα τα χαρίσματα είναι χριστολογικά. Είναι ο Χριστός —το ξαναλέω— ο επίσκοπος, ο πρεσβύτερος, ο διάκονος, ο καντηλανάφτης, ο μοναχός, ο θεολόγος, ο γιατρός, ο σύζυγος, η σύζυγος. Είναι χαρίσματα μέσα στην Εκκλησία. Όλα.
Προσπαθούμε λοιπόν κάθε κατάσταση να γίνει σάρκα. Γιατί να γίνει σάρκα; Γιατί γίνεται σάρκα;
Υπάρχουν πολύ ανόητες απαντήσεις σε αυτό. Άλλος είπε ότι έγινε για να πληρώσει, τάχα, ο Θεός τις αμαρτίες μας —αυτή η γελοία, καταστροφική θεωρία, που έχει διώξει άπειρους ανθρώπους από την Εκκλησία— να πληρώσει τη «θεία δικαιοσύνη», δηλαδή.......

  Ο Friedrich Christoph Oetinger  και η πνευματική σωματικότης.

Το πνεύμα δηλαδή δέν μπορεί να είναι ποτέ ένα καθαρό πνεύμα, αλλά ένα ειδικό σώμα, σύμφωνα με τις Ερμητικές δοξασίες, ή ακόμη και τις θεοσοφικές, το οποίο νομιμοποιείται βιβλικά (Ιεζεκιήλ και Αποκάλυψη) κάτι που τον οδηγεί να ερευνήσει κάθε κείμενο και κάθε κουλτούρα για κάποια απόδειξε αυτής τής δομής, τής πνευματοσωματικής, τόσο τού σύμπαντος όσο και τής ιστορίας τής σωτηρίας.
Απο εδώ φτάνουμε στην διάσημη εάν όχι προφητική θέση του Oetinger, σύμφωνα με την οποία "η σωματικότης" είναι ο τελικός σκοπός των έργων (ή οδών) του Θεού. Μία πνευματική σωματικότης, εννοείται, όπου μετά την ενσάρκωση θα έπρεπε να μεταμορφωθεί ακόμη και η βάρβαρη μεταπροπατορική φύση, ενόψει μίας αποκαταστάσεως η οποία κατά κάποιο τρόπο προεικονίζεται στις επιστήμες τής φύσεως. Είναι γεγονός όμως ότι ενώ στα γραπτά τής ωριμότητός του βρίσκουμε μία αυξανόμενη αμφιβολία για τις μυστικο-θεοσοφικές προτάσεις τής νιότης του, την ιδέα τής σωματικότητος σαν σκοπού τού Θεού, στην πρώτη δημιουργία μέχρι την εσχατολογική ανανεωμένη γή, δέν την ακουμπά καμμία αμφιβολία. Ούτε οντολογική, λόγω τής επιμονής με την οποία επαναλαμβάνει ότι το πνεύμα είναι και σώμα και της θεματικής με την οποία δέν τονίζει την άρρητη υπερβατικότητα τού Θεού, αλλά την αυτογένεση και την φανέρωση του στα όρια τής μορφής και του πεπερασμένου σώματος, ούτε επιστημονική, απορρέοντας τήν βεβαιότητα όχι μόνον απο την κεντρική του ιδέα και τις Γραφές, αλλά και απο την αισθητηριακή ανάλυση πάντοτε, βασισμένη στην δομή τού σώματος, δηλαδή απο το αισθητό.
Διότι στο σώμα ο Θεός απευθύνεται στον άνθρωπο και αποφασίζει να τον σώσει. Ιδιαίτερες όσο θέλουμε, αλλά πάντοτε σωματικές είναι και οι μορφές στις οποίες φανερώνεται και το Άγιο Πνεύμα (μοναδικότης, πολλαπλότης, λεπτότης, διείσδυση κάθε πράγματος, πάναγνη καθαρότης, ευλυγισία...). Μοιάζει λοιπόν στον Oetinger εντελώς λογικό να ενδιαφερθεί πάνω απ'όλα με το Physicum και να βασίσει σε μία ανώτερη φυσική τον δικό του πρωτότυπο θρησκευτικό ρεαλισμό, εχθρικό τόσο στον εγωλογικό ρεαλισμό της μοντέρνας εποχής όσο και στον πνευματιστικό ψυχολογισμό.

Γ. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΩΝ

Ο Μ. Βασίλειος αναφέρει κατά περιστάσεις τα εν τη Κ. Διαθήκη μνημονευόμενα χαρίσματα50, χωρίς όμως κατ’ όνομα να περιορίζηται μόνον εις αυτά και να δίδη την ιδίαν έμφασιν εις πάντα. Άλλωστε και o Παύλος ανέφερε τα κυριώτερα εξ αυτών, και όχι πάντα τα χαρίσματα της αποστολικής Εκκλησίας51, αι δε ανάγκαι και τα αιτήματα της Εκκλησίας της εποχής του Μ. Βασιλείου, εποχής κατ' εξοχήν αιρέσεων, συγχύσεως εκκλησιαστικής και πολέμου, έδιδον διάφορον τόνον ως προς την αξιολόγησιν και βαρύτητα εις μερικά χαρίσματα εν συγκρίσει προς όλα τα άλλα. Κυριαρχούν ούτω τα του λόγου εν γένει, τα οργανωτικά, ποιμαντικά και διακονικά χαρίσματα, ενώ τα θαυματουργικά και εκστασιακά έρχονται εις πολύ δευτέραν μοίραν ή ουδόλως τον απασχολούν, όπως λ.χ. τα των ιάσεων και της γλωσσολαλίας52. Κατ’ ανάγκην η ακολουθούσα παρουσίασις θα είναι ανάλογος προς το προσφερόμενον υλικόν.

Είναι πολύ θυμωμένος αυτός — γιατί, λέει, κάναμε νομική παράβαση. Επειδή όμως είμαστε ασήμαντα όντα, δεν μπορεί να μας τιμωρήσει και να ευχαριστηθεί. Πρέπει να τιμωρήσει κάποιον που έχει μεγάλη αξία· στέλνει τον Υιό Του, λοιπόν. Αυτές ήταν αιρέσεις.
Και όμως, σε λίγο θα έρθει το Πάσχα και θα βγουν οι Ορθόδοξοι ιερείς να λένε τον Άνσελμο. Οι Ρωμαιοκαθολικοί τα πέρασαν αυτά, τα ξεπέρασαν. Όταν ήμουν στο Παρίσι, ο πιο σημαντικός δάσκαλός μου είχε εκδώσει τον Άνσελμο σε καμιά δεκαριά τόμους, μεταφρασμένο στα γαλλικά, και είχε γράψει και ένα βιβλίο 600 σελίδων ως εισαγωγή, το οποίο μου το έδωσε αδελφικά, για να δω πώς προσπαθούν να τον ξεπεράσουν με βάση τη θεωρία των Πατέρων.
Οι Ρωμαιοκαθολικοί τον ξεπέρασαν τον Άνσελμο· εμείς όμως τον κρατάμε ακόμη εδώ και θα ακούσουμε πάλι τα ίδια πράγματα. Δεν φταίει ο Άνσελμος — εμείς φταίμε.
Και το θέμα είναι ακριβώς αυτό, το ξαναλέω: ποιος είναι ο λόγος της σάρκωσης; Συγγνώμη, αν είναι ένας έξυπνος και «μάγκας» Θεός, να πεις: «μα, συγχωρώ όλους», όπως λέει το Κοράνι. Το Κοράνι αυτό λέει. Και μοιάζει πιο «σοφό» από το να λες ότι περίμενε χιλιάδες χρόνια για να σκοτώσει κάποιον, για να χυθεί αίμα.

Ελεεινή είναι αυτή η θεωρία.

Πατέρες, η θυσία του Χριστού είναι θυσία της κένωσης του Θεού και της αποδοχής από τον άνθρωπο, ώστε να αποκτήσει το δικαίωμα να εισέλθει στην ανθρώπινη φύση. Να μπει δηλαδή η Θεότητα μέσα στην ανθρωπότητα, να μπει το άκτιστο μέσα στο κτιστό.
Αυτό είναι η αιτία της σάρκωσης: να εισέλθει η θεία ζωή μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη.[ΚΑΜΠΑΛΑ ΠΑΝ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΜΠΑΛΑ ΠΡΟΣΚΥΝΑΝΕ ΟΙ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΙ. Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΚΗΡΥΤΤΕΙ ΑΛΛΟΝ ΘΕΟ ΕΤΕΡΟ. ΦΙΛΕΙΣΤΕ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΕΡΙ!!! ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ; ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΟΣ]


Ο Σταυρός είναι ένα επιμέρους επεισόδιο — σοβαρό, βέβαια. Γιατί; Για να διορθώσει την ανθρώπινη προαίρεση, που ήταν πεσμένη. Λέει ο Άγιος Μάξιμος: υπάρχουν δύο πτώσεις — η πτώση της προαιρέσεως και η πτώση της φύσης. Πέφτει πρώτα η προαίρεση στον Αδάμ και μετά πέφτει και η φύση, και πεθαίνουμε.

Η φύση δεν φταίει που έπεσε· εμείς τη ρίξαμε.

Τι κάνει ο Χριστός; Το αντίθετο. Διορθώνει την προαίρεση: «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ». Ως άνθρωπος. Και αποκτά έτσι το δικαίωμα να αναστήσει τη φύση.
Ο Σταυρός είναι αυτή η υπακοή μέχρι θανάτου, που ενώνει «τὰ πρὶν διεστῶτα», άνθρωπο και Θεό, με την αγάπη και την υπακοή ως άνθρωπος.
Και έτσι ανοίγεται η Ανάσταση. Αυτό που έπρεπε να κάνει ο Αδάμ και δεν το έκανε.
Και με την Ανάσταση αποκτά το δικαίωμα να επεκτείνει αυτό το γεγονός μέσα στην ιστορία: φτιάχνει την Εκκλησία, το Σώμα Του, και δίνει τα χαρίσματά Του σε εμάς.
Για εμάς, λοιπόν, η Εκκλησία είναι ο Χριστός. Δεν είναι ίδρυμα. Έχει μια δομή, αλλά είναι δομή χαρισμάτων.
Για εμάς, το κανονικό δίκαιο έπεται αυτής της πραγματικότητας.
Θυμάμαι όταν ήμουν στο Παρίσι και σπούδαζα στο μεγάλο καθολικό ίδρυμα: υπήρχε ξεχωριστή σχολή κανονικού δικαίου, τέσσερα χρόνια, δίπλα στη θεολογική. Άλλο πράγμα το ένα, άλλο το άλλο.
Σε εμάς, το κανονικό δίκαιο είναι θεολογία. Δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο. Αλλά δυστυχώς μεταφέρθηκε με δυτικό τρόπο και έγινε μια σειρά από νομικές διατάξεις — το πιο βαρετό μάθημα, τουλάχιστον για μένα.
Γιατί ισχύουν; Γιατί υπερασπίζονται ένα γεγονός: την Εκκλησία ως μετοχή στον Θεό εν Χριστώ.
Και μετά τα μυστήρια: δεν είναι απλώς συγχώρηση αμαρτιών, όπως μας είπε ο Αυγουστίνος με το προπατορικό αμάρτημα. Είναι υιοθεσία.
Το βάπτισμα δεν είναι ότι συγχωρώ κάποιον επειδή ο «παππούς» του έκανε κάτι. Είναι σαν να βγεις στον δρόμο, να βρεις ένα φτωχό, ταλαιπωρημένο πλάσμα που τρέμει από το κρύο, και να το πάρεις, να το κάνεις παιδί σου, να του δώσεις δικαιώματα στην περιουσία σου, να το βάλεις στο σπίτι σου.
Αυτό είναι υιοθεσία.
Μετά του δίνεις και το χρίσμα — ένα ιδιαίτερο χάρισμα. Και μετά έχουμε κοινό τραπέζι, την Ευχαριστία, όπου όλα τα χαρίσματα μετέχουν μαζί.
Αυτός είναι ο νέος τρόπος υπάρξεως που φέρνει το ομοούσιο μέσα στη δημιουργία.
Αν τα ξέραμε αυτά και αν τα λέγαμε έτσι στον κόσμο, θα έτρεχαν οι άνθρωποι και θα παρακαλούσαν να μπουν: «μπορώ κι εγώ να μπω;».
Αλλά εμείς δεν τα καταλαβαίνουμε και καταλήγουμε να είμαστε απλώς πρόχειροι υπηρέτες των θρησκευτικών αναγκών του λαού.
Τι πουλάει ο μπακάλης; Μαρμελάδες, τυριά, σαλάμια. Τι πουλάμε εμείς; Μυστήρια; «Αγοράστε, πουλάω μυστήρια»; Και ζω μεγάλη κατάντια; Όχι. Είμαστε μάρτυρες μιας πραγματικότητας, η οποία αποτελεί τη μεγάλη ελπίδα και τη μεγάλη απαντοχή όλης της ανθρωπότητας.
Και θα φανεί αυτό τα χρόνια που έρχονται, επειδή απογυμνωνόμαστε από όλες τις παλιές παρηγοριές και θα βρεθούμε αντιμέτωποι με πολύ σκληρές συνθήκες. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς προφήτης για να το πει αυτό — εκεί πάει, το βλέπουμε όλοι. Πρέπει να είναι τυφλός κανείς για να μην το βλέπει.
Καταρρέουν οι ανθρώπινες σχέσεις. Εγώ το ζω στο πανεπιστήμιο με δραματικό τρόπο. Έχουμε παράγει μια νέα γενιά που δεν ξέρει πού να πάει. Τα παιδιά είναι τρομαγμένα — έχουν όλες τις δυνατότητες, τα έχουν δοκιμάσει όλα, έχουν αποτύχει σε όλα και δεν εμπιστεύονται τίποτα και κανέναν.
Θα δούμε πράγματα μεγάλα. Μας έλεγε ο Άγιος Παΐσιος προφητικά —γιατί αυτός ήταν προφήτης— «κάνετε δουλειά μέσα στον εαυτό σας, γιατί από τον εαυτό σας θα έρθουν άνθρωποι τσακισμένοι για να βοηθηθούν από εσάς. Πρέπει να έχετε λόγο, πνεύμα άσκητο, να τους το δώσετε. Έρχονται πολύ δύσκολα χρόνια», έλεγε. «Θα τσακιστούν οι άνθρωποι».
Το βλέπουμε αυτό. Προχθές έγινε εκείνος ο φόνος —εκπαιδευτικός, μέσα στην τάξη. Και όταν το άκουσα, θυμήθηκα λόγια του.
Θυμάμαι, σε ένα συνέδριο στο Σπόρτινγκ, το 1983–84, μιλούσαν για το «πραγματικό παιδί». Σήκωσα το χέρι και είπα: «Συγχωρέστε με, αλλά το πραγματικό παιδί δεν είναι αυτό που νομίζετε». Η ψυχανάλυση λέει ότι το πραγματικό είναι το ασυνείδητο —ο χώρος του ενστίκτου. Το πραγματικό παιδί είναι άγριο. Θέλει παιδεία, θέλει αγωγή. Αν το αφήσεις…
Λίγο πριν κοιμηθεί ο γέροντας, είπε: «Μια μέρα θα τους ξεκοιλιάσουν τα πάθη τους». Θα βγουν όλα στην επιφάνεια.
Η Εκκλησία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ζωτική ανάγκη. Σε λίγο θα έχουμε ανάγκη την Εκκλησία για να πάρουμε μια ανάσα, να αναπνεύσουμε αυτή τη δροσιά —τη χριστολογική δροσιά των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος— τα οποία τα έχουμε όλοι, ως βαπτισμένοι, σε υπνώδη κατάσταση.
Πρέπει κανείς να παραδοθεί σε αυτά, να τα φέρει στο φως και να αρχίσει να τα ασκεί. Και όσοι το κάνουν αυτό γίνονται ευτυχείς και κάνουν και άλλους ευτυχείς.
Η δουλειά του επισκόπου δεν είναι να τα κρατά αυτά, αλλά να τα ενθαρρύνει και να συμπαρίσταται· και με το δικό του χάρισμα να τα ποιμαίνει όλα αυτά. Τι φοβερό πράγμα. Ένα «ορχηστρόνιο», όπως λέει ο Άγιος Ιγνάτιος — μια ορχήστρα. Και αν χρειάζεται ορχήστρα, χρειάζεται και μαέστρο για να παίξει.
Αυτό είναι το έργο του επισκόπου
. Δεν είναι διοικητής. Όταν ο επίσκοπος γίνεται διοικητής —σαν συνταγματάρχης ή στρατηγός— αυτό είναι έκπτωση του επισκοπικού αξιώματος. Είναι πατέρας.
Και πρέπει να ξέρει ότι ο καθένας από τους χαρισματούχους που έχει απέναντί του μετέχει ενεργητικά στην ενότητα της Εκκλησίας. Εγώ αυτή τη στιγμή ενεργώ την ενότητα της Εκκλησίας μιλώντας. Ο άλλος τη διακονεί αλλιώς. Ο άλλος αλλιώς.
Και έτσι παρουσιάζεται αυτή η υπέροχη πραγματικότητα που ήρθε να φέρει ο Θεός στον κόσμο.
Ο Θεός δεν ήρθε να φέρει ιδέες, αλλά έναν τρόπο υπάρξεως: το ομοούσιο. Το οποίο είναι η απαντοχή και η ελπίδα όλου του κόσμου.
Στον λίγο χρόνο που έχω, θέλω να σας πω δύο πραγματάκια που θα ολοκληρώσουν κάπως αυτά που είπαμε. Ο χρόνος είναι ελάχιστος και αυτά που λέω είναι συμπυκνωμένα. Παρ’ όλα αυτά, αισθάνομαι ότι πολλοί εδώ έχουν καταλάβει για τι πράγμα μιλάμε και πόσο σοβαρό είναι αυτό που λέμε.
Να προσέξουμε: ο ιερέας είναι ο πρώτος μάρτυρας αυτής της πραγματικότητας. Ένας ιερέας που είναι αποξενωμένος από τη μετοχή στο χάρισμα —και μάλιστα στο μεγάλο χάρισμα που είναι η ιεροσύνη— χάνει το νόημα. Η ιεροσύνη είναι το ιερατικό χάρισμα του Χριστού: ότι προσφέρει τον εαυτό Του.
«Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν Σοὶ προσφέρομεν» —αλλά προηγουμένως τι λέμε; Πώς αγαπά ο Θεός τον κόσμο; «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον…». Έρχεται ο Χριστός και ενεργεί την προσφορά της ανθρώπινης φύσης στον Πατέρα, εκ μέρους των ανθρώπων. Ο άνθρωπος δεν το έκανε τέλεια· η Παναγία το έκανε σε πολύ υψηλό βαθμό, αλλά ο Χριστός παίρνει αυτή την ανθρώπινη προαίρεση και την ολοκληρώνει, κάνει την απόλυτη προσφορά.
Και αυτό κάνουμε και εμείς: συμμετέχουμε σε αυτό που γίνεται μεταξύ Πατρός και Υιού. Αυτό είναι η Θεία Λειτουργία: η μεταφορά των δικών μας δώρων μέσα στην αιώνια προσφορά του Υιού προς τον Πατέρα. Ο Χριστός προσφέρεται στον Πατέρα —και εμείς παίρνουμε ψωμί και κρασί, τα δικά μας, τη ζωή μας, και τα εντάσσουμε εν Αγίῳ Πνεύματι σε αυτή τη μεγάλη προσφορά, και παίρνουμε πίσω Σώμα και Αίμα Χριστού.
Αυτό είναι η Θεία Λειτουργία.
Δεν νοείται ιερέας —κατά τη γνώμη μου, συγχωρέστε με που το λέω έτσι— που να ξεχνά τι είναι η Θεία Λειτουργία. Δεν νοείται παπάς από Κυριακή σε Κυριακή, σε μια τυπική λειτουργία. Ο ιερέας πρέπει να λειτουργεί περισσότερο.
Δεν το λέω εγώ. Αν διαβάσετε τον Συμεών Θεσσαλονίκης, αν διαβάσετε τα λειτουργικά κείμενα, τον Χρυσόστομο: ο ιερέας πρέπει να λειτουργεί τουλάχιστον δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα. Δύο είναι το ελάχιστο. Για να αγιάζεται ο κόσμος —ο αέρας, η γη, η θάλασσα, η ψυχή των ανθρώπων— με αυτή την προσφορά.
Γιατί αυτή η προσφορά έχει παγκόσμια αξία. Όταν ο ιερέας προσφέρει, όλη η ανθρωπότητα μπαίνει μέσα σε αυτά τα δώρα. Όλοι δέχονται το Άγιο Πνεύμα και γίνονται Σώμα και Αίμα Χριστού.
Πρέπει να γίνουμε μύστες αυτής της πραγματικότητας.
Και το άλλο: η προσωπική προσευχή. Έχει ξεχαστεί. Πόσοι από εμάς κάθονται το πρωί δέκα, είκοσι, τριάντα λεπτά, να σταθούν ενώπιον του Θεού χωρίς τίποτε άλλο; Να υπάρχει μόνο ο Θεός και ο άνθρωπος, χωρίς περισπασμούς;
Όποιος το κάνει αυτό, σιγά-σιγά θα καταλάβει πολλά.
Και δεύτερον: η Θεία Λειτουργία. Χαίρομαι που σε μερικές μητροπόλεις γίνεται καθημερινά —έστω μία Λειτουργία ή Προηγιασμένη. Είναι σαν να βρίσκει η Εκκλησία τον εαυτό της. Η ταυτότητα της Εκκλησίας είναι μέσα στη Θεία Λειτουργία.
Εκεί είναι όλη η οικονομία του Χριστού.
Η σωτηρία δεν την εφευρίσκουμε εμείς· είναι δεδομένη. Αυτή η νέα ζωή υπάρχει και δίδεται «ἐν τοῖς μυστηρίοις». Όπως λέει ο Μέγας Καβάσιλας: «ἡ Ἐκκλησία σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις».
Όχι ίδρυμα, όχι απλώς γεροντάδες, όχι σπηλιές ή βουνά —αν και όλα αυτά έχουν τη θέση τους— αλλά θεμελιωδώς η Εκκλησία φανερώνεται στα μυστήρια.
Και τα μυστήρια είναι τρία: βάπτισμα, χρίσμα, και κορυφή η Θεία Ευχαριστία.
Η Θεία Ευχαριστία πρέπει να είναι συχνή. Μοναστήρι χωρίς συχνή Θεία Ευχαριστία δεν προχωρεί.
Και κάτι ακόμη —ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά θα το πω: υπάρχει ένας τρόπος να ενεργοποιηθεί το βάπτισμα. Το βάπτισμα είναι σχέση, είναι υιοθεσία. Κάποιος σε υιοθετεί, σου δίνει τον εαυτό του.
Αλλά εγώ είμαι δύσκολος, έχω πάθη, αμαρτίες. Το βάπτισμα δίνει τη δυνατότητα, αλλά δεν αρκεί μόνο του.
Η εξομολόγηση είναι απαραίτητη.
Δεν είδα —το λέω με ευθύνη— κανέναν να προχωρεί πνευματικά χωρίς προσωπικό κανόνα προσευχής και χωρίς εξομολόγηση. Μπορεί να υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά εγώ δεν είδα ούτε έναν.
Και επίσης: να μην γίνεται η λειτουργία μηχανικά. Να μη λέει ο παπάς «έχω να λειτουργήσω» σαν αγγαρεία. Αν φτάσει εκεί, έχει χάσει τα πάντα —και τη ζωή του και την αιωνιότητα και το ποίμνιο.
Πρέπει να τον τραβάς και να τον σπρώχνεις για να πάει.
Αν δεν είναι έτσι, δεν πάμε καλά.
Και το δεύτερο: η εξομολόγηση. «Πού θα πάω; Στον παπα-Αγγέλη ή στον παπα-Γιάννη; Ντρέπομαι…»
Μην πας αλλού — να πας αλλού. Κάτι θα βρεις, κάτι θα σου στείλει ο Θεός.
Μια φορά είχε πάει ο Γιανναράς στο γραφείο του πατρός Επιφανίου Θεοδωροπούλου. Ήταν ο πνευματικός μου — εκεί εξομολογήθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Μεγάλη μορφή. Για μένα, πολύ μεγάλη μορφή.
Και ήταν ο Γιανναράς εκεί και έλεγε: «Δεν βρίσκω, ρε Επιφάνιε, πνευματικό». Και του λέει ο πατήρ Επιφάνιος: «Χρήστο μου, είναι πολύ απλό. Θα σου βρω εγώ πνευματικό σήμερα».
«Πώς θα το βρεις;» λέει.
«Άκου», του λέει. «Θα κάνουμε τον σταυρό μας και οι δύο μαζί. Και θα βγούμε στον δρόμο. Θα πάμε 200 μέτρα ίσια, μετά 300 μέτρα αριστερά, μετά 150 μέτρα δεξιά — και ο πρώτος που θα βρούμε, αυτόν θα τον στέλνει ο Θεός».
Ο Γιανναράς δεν μπορούσε να το πιστέψει. Και του λέει: «Πιστεύεις ότι θα σε αφήσει έτσι ο Θεός;».
Τις πνευματικές μας ανάγκες ο Θεός ποτέ δεν τις παραβλέπει. Ποτέ. Ποτέ. Αν τις παραβλέψει, την ημέρα της κρίσεως θα το πούμε: «Εγώ ζητούσα πνευματικό και δεν μου έστειλες».
Αλλά πρέπει να ενεργήσεις με πίστη.
Το λέω αυτό γιατί το ζω κι εγώ. Θυμάμαι έναν άνθρωπο, παλιό μου καθηγητή, αφυπηρετήσαντα. Λίγο πριν πεθάνει, με πήρε τηλέφωνο, τρέμοντας, και μου λέει: «Μήπως, πάτερ, μπορώ να εξομολογηθώ; Έχετε κανέναν πνευματικό;».
Λέω: «Κύριε καθηγητά, τι είναι αυτά; Εδώ μπορείτε να εξομολογηθείτε σε μένα».
«Όχι», μου λέει, «δεν μπορώ».
Δεκαετίες δεν είχε εξομολογηθεί. Και πολύ φοβάμαι ότι έφυγε έτσι — γιατί δεν βρήκε τον “τέλειο”, τον απολύτως κατάλληλο.
Αλλά η εξομολόγηση είναι μυστήριο. Είναι κάτι που έχει να κάνει με το Άγιο Πνεύμα. Αποκαθιστά —το ξαναλέω— την καθαρότητα του βαπτίσματος.
Και είναι φοβερό να υπάρχουν ιερείς και επίσκοποι που δεν εξομολογούνται. Θα θαμπώσει το μυαλό. Θα είναι σαν αυτοκίνητο που αντί για καθαρό τζάμι έχει θολά γυαλιά — δεν θα βλέπεις τίποτα.
Ξέρω ιερείς που εξομολογούν κόσμο και έχουν ξεχάσει πώς είναι να τους βάζει κάποιος πετραχήλι.
Έναν από αυτούς τον συνάντησα πριν από λίγο καιρό. Για να τον παρακινήσω, του λέω: «Θέλω να εξομολογηθώ σε σένα».
Με κοιτάει: «Εσύ σε μένα;».
«Ναι, εγώ σε σένα».
Και όντως εξομολογήθηκα. Και μόλις τελείωσα, του λέω: «Να κάνουμε τώρα και το αντίθετο».
«Όχι, όχι… ντρέπομαι», μου λέει.
Του λέω: «Για μένα ντρέπεσαι — για τον Θεό δεν ντρέπεσαι;».
Είναι απλά πράγματα — αλλά δεν είναι και τόσο απλά.
Γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να ψυχολογικοποιήσουμε τα πάντα, να τα δικαιολογήσουμε όλα μέσα μας. Εγώ, ως ψυχολόγος, μπορώ να το κάνω καλύτερα από πολλούς. Αλλά χρειάζονται όρια.
Το θέμα είναι —όπως λέει ο Μέγας Καβάσιλας— «ἡ δικαίωσις τοῦ Θεοῦ συντιθεμένων ἔχει». Δηλαδή, συνεργάζεται και ο άνθρωπος.
Και θυμηθείτε εκείνη τη φράση στη Θεία Λειτουργία: «πᾶσαν τὴν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα».
Τι ωραίο πράγμα: να προσφέρεις τη ζωή σου στον Θεό.
Έτσι είναι. Τόσο απλό.
Και απαντάει ο ίδιος: «όχι, διότι ἡ δικαίωσις τοῦ Θεοῦ συντιθεμένων ἔχει». Πρέπει να συμφωνεί και ο Θεός με αυτό που του προσφέρουμε.
Αυτό που του προσφέρω, ο τρόπος με τον οποίο τον μεταχειρίζομαι, ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύω και κατανοώ τη συμπεριφορά μου απέναντί Του —που μπορεί να φαίνεται πολύ ωραίος— συμφωνεί άραγε ο Θεός με αυτό;
Είναι λεπτό ερώτημα.
Εμείς, ως διανοούμενοι, έχουμε την τάση να δικαιώνουμε τα πάντα μέσα μας. Υπάρχουν δύο άκρα: το ένα είναι να μη δικαιώνεις τίποτα —οπότε ακυρώνεσαι ως ύπαρξη— και το άλλο να δικαιώνεις τα πάντα —οπότε πνευματικά καταστρέφεσαι.
Το ερώτημα είναι: συμφωνεί ο Θεός με αυτή τη «δικαίωσή» μου;
Γι’ αυτό υπάρχει η εξαγόρευση, η εξομολόγηση. Δεν είναι για να λέει κανείς απλώς τα προσωπικά του σε κάποιον. Είναι για να σπάσει η ιδιωτική αυτάρκεια.
Γιατί υπάρχει αυτό που λέω «ιδιωτική αλήθεια». Έχω το δικαίωμα να έχω μια ιδιωτική εικόνα του εαυτού μου —να είμαι «καλός», «σωστός», «εντάξει». Και αυτό γεννά μια ιδιωτική ηθική, μια ιδιωτική αντίληψη του κόσμου.
Και μετά από καιρό —ή το βλέπουν πρώτα οι άλλοι— ανακαλύπτω ότι έχω κλειστεί στον εαυτό μου. Εγώ που μιλάω για κοινωνία και σχέση.
Γιατί το άνοιγμα στον άλλον είναι θυσία. Έχει κόστος.
Θυμάμαι ένα περιστατικό. Ήμουν σε ένα συνέδριο στην Ιταλία. Μιλούσαμε για έναν μεγάλο θεολόγο — σπουδαίο, με λόγο για αγάπη, για σχέση, για φως. Και κάποιος είπε:
«Αν για να σωθείς πρέπει να βγάλει μια τρίχα από τα γένια του —μια τόσο μικρή θυσία— δεν θα το κάνει. Θα σε αφήσει να πεθάνεις».
Σκληρό, αλλά δείχνει το πρόβλημα: άλλο ο λόγος, άλλο η ζωή.
Θα τελειώσω με ένα περιστατικό.
Γνώρισα μια γερόντισσα, ηγουμένη σε ένα μοναστήρι στο Πήλιο. Δεν ήταν γνωστή, δεν έγραψαν γι’ αυτήν, αλλά ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που έχουν χάρισμα παρηγοριάς. Εξέπεμπε κάτι απίστευτα λεπτό — μια αγιοπνευματική ευγένεια που δεν περιγράφεται. Στον τρόπο που σε κοιτούσε.
Ήταν 95 χρονών και όμως έμοιαζε σαν νεαρό, φωτεινό πλάσμα.
Πριν φύγω, της λέω: «Πείτε μου μια συμβουλή να την κρατήσω».
Σκύβει το κεφάλι —με αληθινή ταπείνωση— και μου λέει:
«Άραγε αυτά που κάνουμε αρέσουν στον Θεό;»
Έμεινα άφωνος.
Γιατί νομίζουμε ότι κάνουμε, ότι δείχνουμε, ότι ο κόσμος μας επιβεβαιώνει. Αλλά το μεγάλο ερώτημα είναι αυτό:
Άραγε αυτά που κάνουμε αρέσουν στον Θεό;
Και δυστυχώς, μόνο ο ίδιος ο Θεός μπορεί να απαντήσει.
Αλλά αν έχουμε αυτή την ευαισθησία να θέτουμε αληθινά αυτό το ερώτημα, τότε θα γίνουμε όλοι πολύ καλύτεροι άνθρωποι.
Αυτά είχα να σας πω
.

 Γιατί ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, του οποίου εμείς είμαστε διάκονοι με τη χάρη του, είναι αρχιερέας των μελλοντικών αγαθών, όχι των πρόσκαιρων

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΟΧΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ. ΑΠΟΛΑΥΣΤΕ ΤΟΝ!

π. Ν. Λουδοβίκος Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της εκκλησιολογίας; 1

MONO ΓΙΑ ΜΕΛΗ


π. Ν. Λουδοβίκος Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της εκκλησιολογίας; 1


Oμιλία σε Ιερατική σύναξη Ι.Μ.Γ.Α. στην Κρήτη 21-3-2026


Προξενεί χαρά που είμαι ανάμεσά σας. Κυρίως χαίρομαι που συναντώ τον επίσκοπό σας· την τελευταία φορά που τον συνάντησα ήταν λαϊκός.
Στη Θεσσαλονίκη, πριν από πάρα πολλές δεκαετίες. Δηλαδή, χαίρομαι βαθιά για την ποιότητα, για τη θεολογική ανησυχία.

Υπάρχουν άνθρωποι —και αυτοί πρέπει να είναι οι επίσκοποι— οι οποίοι ζουν με τη θεολογία και κατανοούν ότι, χωρίς τη θεολογία, η ζωή της Εκκλησίας δεν μπορεί να γίνει κεντρική.
Γιατί όταν κηρύσσουμε, μιλάμε· αρδευόμαστε οι ίδιοι από τη ζωή αυτή. Αλλά η άρθρωση της ζωής χρειάζεται να έχουμε στα χέρια μας θεολογία που ξεκινάει από την Καινή Διαθήκη, την Παλαιά Διαθήκη, τη βιβλικοχριστιανική γραμματεία δηλαδή, και την πατερική θεολογία και τη νεότερη. Να τα έχουμε όχι απλώς ως γραμματειακή κατάθεση μέσα μας, αλλά να τα έχουμε σαν ζωντανή υπαρξιακή μέριμνα και φροντίδα.

Η θεολογία είναι κάτι με το οποίο ζούμε, δια του οποίου ζούμε· είναι χάρις η θεολογία, που παρηγορεί την ψυχή και παρηγορεί καταρχάς αυτόν που την ασκεί, και στη συνέχεια παρηγορεί και αυτούς στους οποίους απευθύνεται. Και όταν αυτό το πράγμα γίνει διδασκαλία θεολογική, κήρυγμα —το κήρυγμα είναι θεολογική διδασκαλία— οικοδομεί πραγματικά μια προσωπικότητα εν Χριστώ, όπως πρέπει να είμαστε όλοι, όπως μπορούμε να είμαστε, όπως μας συμφέρει να είμαστε.

Ένα βιβλίο μου που είχε βγει στα αγγλικά πριν από μερικά χρόνια μεταφράστηκε στα σερβικά και μου ζήτησαν οι Σέρβοι να εκδοθεί από το Πατριαρχείο Σερβίας —δύσκολο βιβλίο, «Αναλογικές ταυτότητες», ο πρώτος τόμος. Και μου ζήτησε ο Σέρβος μεταφραστής, ένας καθηγητής από πανεπιστήμιο της Σερβίας, να γράψω έναν πρόλογο στα σερβικά. Η πρώτη φράση του προλόγου αυτού —στα ελληνικά το έγραψα βέβαια εγώ, γιατί μεταφράστηκε στα σερβικά— ήταν: «Ο θεολόγος είναι παραγωγός ευτυχίας».
Την οποία παράγει η θεολογία. Ερμηνεύει, μετανοεί, εν Αγίω Πνεύματι μόνο. Το «μόνο» σημαίνει ότι δεν μπορούμε χωρίς αυτό. Γιατί θεολόγος ποιος είναι;

Μόνο ένας: είναι ο Θεός Λόγος. Μόνος Θεός δεν είναι; Λοιπόν, μας δανείζει τη θεολογία ο Θεός Λόγος. Θεολογία είναι Αυτός.

Μάλιστα τώρα έχω στο μυαλό μου και έναν συγκεκριμένο συγγραφέα θεολογίας που το λέει αυτό: «Θεολογία αντιδράσκει». «Σαρκούμενος ο Λόγος είναι ο μάξιμος», λέει. Λοιπόν, αλλά Αυτός είναι η θεολογία· Αυτός είναι ο Θεός Λόγος. Συμμετέχοντας ακριβώς στη δική Του παρουσία μέσα στην Εκκλησία, όπου είναι όλοι ζωηρότεροι, παράγουμε και εμείς τη θεολογία που μας τρέφει και τρέφει και τους άλλους.
Και μπαίνουμε έτσι και στο θέμα μας, το οποίο είναι το θέμα ακριβώς αυτό: «Τι είναι Εκκλησία;» Καταρχάς, να πούμε μερικά πράγματα για αυτό. Αν μπορείτε —δεν ξέρω πώς— αυτό βέβαια εγώ υποθέτω ότι θα το γράψουμε, έτσι ώστε να μπορεί να το ξανακούσει κάποιος.
Για μένα, το να μιλώ για αυτά τα θέματα είναι μια μακρά, μακρά, μακρά διαδικασία έρευνας, μελέτης και συγγραφής. Αλλά το αν θα περάσει εδώ, στην αίθουσα αυτή, ή αν θα περάσει στον νου μας και στην καρδιά μας, είναι υπόθεση ακριβώς της δεκτικότητας του καθενός και της επιθυμίας του να αντιληφθεί τα πράγματα λίγο βαθύτερα. Μας συμφέρει να το κάνουμε αυτό.
Έλεγα πριν στον αγαπητό μου Επίσκοπό σας ότι, αν πιάσεις και ξαναρωτήσεις —ας πούμε έτσι— και ρωτήσεις παπάδες ή επισκόπους για το τι είναι η Εκκλησία, οι απαντήσεις που θα πάρεις… εγώ το έκανα κάθε χρόνο με τους φοιτητές μου. Πριν ξεκινήσω το μάθημα της Εκκλησιολογίας, έλεγα: «Τώρα θα μου πείτε τι είναι η Εκκλησία». Έχουμε τους πιο πιθανούς ορισμούς, από τους πιο αστείους και χυδαίους μέχρι τους πιο ρωμαιοκαθολικά επεξεργασμένους.
Γιατί ξέρετε ότι και ο καθολικισμός και οι προτεσταντισμοί είναι τρόποι του πνεύματος· δεν είναι απλώς κάποια πράγματα που συμβαίνουν εκεί έξω.
Για να μην πω ότι τα περνάμε όλοι μας αυτά, επιθυμώντας να φτάσουμε στην αλήθεια με μεγαλύτερη ευκρίνεια. Για να το πω έτσι απλά, για να ξεκινήσω —φαντάζομαι θα μπορέσουμε να κάνουμε και έναν μικρό διάλογο, εγώ διατίθεμαι— το μεγάλο ερώτημα, στο οποίο διαφαίνεται και η λαχταρισμένη απάντησή του, ας πούμε, στις εναλλακτικές αυτές ομολογίες, είναι: ποια είναι η ουσία της Εκκλησίας;
Αν ρωτήσετε κάποιον που είναι επηρεασμένος από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησιολογία, ιδίως αν είναι και επίσκοπος, θα σας πει ότι η Εκκλησία είναι το θείον καθίδρυμα, όπως το λένε οι παλιές δογματικές μας, το οποίο ίδρυμα είναι φτιαγμένο διά της Χάριτος του Θεού, και αυτό το ίδρυμα λογαριάζει και, πώς το λένε, κάνει τη δουλειά του Χριστού όσο ο Χριστός είναι εκεί πάνω, και κάποια στιγμή θα έρθει, θα το κρίνει και θα κρίνει και όλους εμάς. Θα σας το πουν αυτό Ορθόδοξοι ιερείς και θεολόγοι. Είναι ακριβώς ο ορισμός της Πρώτης και της Δεύτερης Βατικανής Συνόδου για την Εκκλησία.
Ακριβώς αυτός είναι ο ορισμός. Είναι ένα ίδρυμα το οποίο το φτιάχνει ο Χριστός κάποια στιγμή για να μπορέσει να φύγει, και το ίδρυμα αυτό παραμένει στη θέση Του και Τον εκπροσωπεί με έναν αντιπρόσωπο επικεφαλής. Ποιος είναι ο βικάριος; Ο Χριστός Πάπας, γιατί αντιπροσωπεύει, διότι δεν είναι παρών ο Χριστός. Προσέξτε αυτό.
Μετά τον 12ο αιώνα, με τον Ισαάκ ντε Στελλέ που ήρθε στη Γαλλία, ο οποίος έλεγε αυτά που θα πούμε εμείς —μιλούσε για μια εκκλησιολογία ως γεγονός μετοχής, εκκλησία ως γεγονός μετοχής— η δυτική εκκλησιολογία στράφηκε πάρα πολύ γρήγορα προς τον δρόμο αυτό, δηλαδή στην ιδρυματική αντίληψη της Εκκλησίας, όπου η δομή είναι καθαγιασμένη από τον Θεό, τον Χριστό, ο οποίος είναι υποστατικά απών και ο οποίος θα έρθει στο τέλος για να την κρίνει. Είναι στον τόπο του Χριστού, ο οποίος είναι απών.
Γι’ αυτό και θυμάμαι, μεταξύ πολλών, όταν ήμουν στο Παρίσι και σπούδαζα με καθολική επιλογή —έκανα μεταπτυχιακές σπουδές— πάντοτε έδειχναν φοβερή αλλεργία στη δική μας φράση, στη δική μας θέση, ότι ο Χριστός είναι η Εκκλησία, η Εκκλησία είναι ο Χριστός. Παρά ταύτα, επί μισούς αιώνες, ένα ίδρυμα είναι, το οποίο με τα προσόντα του είναι στον τόπο του Χριστού. Και επειδή είναι στον τόπο του Χριστού, αυτός ο οποίος είναι η κορυφή αυτής της Εκκλησίας είναι κατ’ ανάγκην αλάθητος.
Γιατί είναι λάθος; Γιατί αλλιώς δεν εκπροσωπεί τον Χριστό. Κάποιοι τον ανάγκασαν —το Πνεύμα το Άγιο, ας πούμε— και έδωσαν υποχρεωτικές επεμβάσεις, επειδή η Εκκλησία είναι αυτή στον τόπο του Χριστού και δεν είναι κάπου αλλού. Καθώς το έκαναν αυτό, η κορυφή της είναι αλάθητη. Το αλάθητο προέρχεται από μια ιδρυματική αντίληψη.
Δηλαδή, αν υπήρχε δυνατότητα κοινωνίας ζωντανής με τον Χριστό, θα ήταν αυτή η κοινωνία που θα αποδείκνυε αν κάποιος έχει δίκιο ή άδικο. Θα το αποδείκνυε πώς; Εν συνόδω: «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν». Δηλαδή όλοι μας μετέχουμε σε αλήθεια.
Ένας ορισμός είναι αυτός. Ο άλλος ορισμός, αυτός που θά σας έδιναν άνθρωποι από αυτή την αίθουσα, οι θεολόγοι, είναι ο αντίθετος: ότι η Εκκλησία είναι μια χαρισματική πραγματικότητα αγίων, και επομένως οι άγιοι είναι η Εκκλησία. Και ποιοι είναι αυτοί οι άγιοι; Οι γέροντες, οι γεροντάδες, οι οποίοι είναι άγιοι;;;;;.
Κοιτάς τον δεσπότη τώρα —όχι αυτόν εδώ, γενικά τον επίσκοπο— ένας γραφειοκράτης που ανακατεύεται εκεί με χαρτιά και με οικονομικά, και φοράει και πολύ λαμπρά ρούχα, και επιμένει να τον θεωρούμε απαραίτητο για να αναπαράγει με την παρουσία του τις τελετές. Αλλά μην τα σκέφτεστε αυτά. Αυτά τα πράγματα δεν είναι τόσο καινούργια όσο φαίνονται· ξεκινούν από πολύ παλιά.
Και όπως λέω εγώ σ’ ένα βιβλίο μου —δεν το έχω δώσει στον δεσπότη, παλιό είναι— ξεκινούν από τον Ωριγένη. Ο Ωριγένης μιλάει για δύο είδη Εκκλησίας: είναι η εξωτερική και η εσωτερική Εκκλησία. Ο Ωριγένης είναι ένας άνθρωπος φοβερά έξυπνος, φοβερά σοφός, είναι αρκετά πλατωνικός —πάρα πολύ πλατωνικός— και αυτός ο πλατωνισμός τον έφερε μέσα στην Εκκλησία και τον κληροδότησε και στον Αυγουστίνο. Ο Αυγουστίνος στον Ωριγένη μαθητεύει. Δεν τον κατηγορούμε για όλα όσα τον κατηγορούμε, βέβαια για μερικά πράγματα, αλλά είναι μαθητής του Ωριγένη.
Στον πρώτο τόμο προσπαθώ να το αποδείξω αυτό το πράγμα σαν εκκείμενο. Ο Ωριγένης λοιπόν λέει —και έχει ένα άλλο ιδίωμα: είναι πρεσβύτερος και ως πρεσβύτερος έχει πολύ κακή σχέση με τον επίσκοπό του, διότι υπήρχε φθόνος μεταξύ επισκόπου και του Ωριγένη, που ήταν ένα λαμπρό μυαλό, φοβερός νους, ένα από τα μεγαλύτερα μυαλά που πέρασαν στον κόσμο— ότι λίγο-πολύ μιλάει για μια Εκκλησία που είναι η Εκκλησία των τελετουργιών, της δομής, της ευχαριστίας, του επισκόπου· αυτή είναι η εξωτερική Εκκλησία και η εξωτερική, λεγόμενη από αυτόν, λατρεία, που είναι για τους πολλούς.
Υπάρχει μετά η εσωτερική λατρεία, η εσωτερική Εκκλησία, το κελί, δηλαδή ο άγιος, ο γέροντας. Αυτή είναι η πραγματική Εκκλησία, λέει ο Ωριγένης.
Δηλαδή ο Χριστός τι κάνει; Να μας χωρίσει μεταξύ μας; Να φτιάξει από τη μία πλευρά ένα γεγονός μετοχής που είναι οι αρετές και η προσευχή, και να κάνει για τους πολλούς ένα καταφύγιο για γιορτές, για πανηγύρια, να πηγαίνει ο κοσμάκης να νομίζει τι κάνει, με λαμπρότητα, να κάνει παπάδες με ωραία άμφια και να νομίζει ότι αυτό έχει σημασία, να είναι, ας πούμε, η ιστορική Εκκλησία;
Αυτός ο διχασμός ταλαιπώρησε την Εκκλησία πάρα πολύ, γιατί ο Ωριγένης είναι μεγάλος λόγιος, και προσπάθησαν οι διάφοροι να το αναιρέσουν. Πρώτα προσπάθησε να το αναιρέσει ο Μακάριος ο Αιγύπτιος. Ο Μακάριος ο Αιγύπτιος προσπάθησε να ενώσει εκκλησιολογία και ασκητική ζωή. Και αν δείτε, όταν φτάσει να μιλήσει για την ασκητική ζωή των ασκητών, τη συνδέει με την εκκλησιολογία: αν κανείς βρει τον Θεό, κάνει τον εαυτό του εσωτερικά Εκκλησία, εκκλησιοποιείται.
Η ασκητική είναι εσωτερικευμένη εκκλησιολογία. Γίνεσαι εσύ ο ίδιος Εκκλησία, ενώνεις το υπαρξιακό με το δομικό.
Έπαιξαν και άλλοι που το έκαναν αυτό, και ο κορυφαίος που έκανε τη μεγαλύτερη σύνθεση είναι ο Αρεοπαγίτης, και ο κορυφαιότατος είναι ο Άγιος Μάξιμος.
Ο Αρεοπαγίτης λοιπόν θέλησε να μας πει πως τα δύο αυτά, δομή και χάρισμα, δεν ταιριάζουν στην Εκκλησία ως αντίθεση. Καταλάβατε; Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα: να καταλάβουμε την Εκκλησία ότι έχει μια δομή, αλλά η δομή αυτή είναι δομή μετοχής, είναι χαρισματική δομή. Δεν είναι αντικειμενική, νομική δομή από τη μία και χάρισμα από την άλλη. Είναι δομή που είναι χάρισμα.
Χαρισματική δομή, αυτό το πράγμα. Αυτό λοιπόν το κάνει καταρχάς ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης — ψευδο-Διονύσιος, δεν είναι λίγοι· αλλά σας βεβαιώνω ότι μόνο ψευδο- δεν είναι. Δηλαδή, όποιος και να είναι, θα έπρεπε να κρυφτεί τόσο χαρισματικά που δεν ξέρουμε ποιος είναι.
Πάντως είναι κάποιος που έχει διαβάσει νεοπλατωνισμό, τον Πρόκλο τον ξέρει πολύ καλά, και από τον Πρόκλο παίρνει τη θεωρία της πυραμίδας των όντων, από πάνω μέχρι κάτω: ενάδες, νοερά όντα και διάφορες θεότητες — πάμ, πάμ, πάμ. Παίρνει αυτή τη δομή και τη μεταμορφώνει σε αυτό που ο ίδιος ονομάζει «Ουράνια και Εκκλησιαστική Ιεραρχία». Αυτό είναι το περίφημο έργο «Περί Ουρανίου και Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας».
Δηλαδή τις ενάδες αυτές, τα ενδιάμεσα όντα που είναι θεότητες των ειδωλολατρών στον Πρόκλο, τα μεταμορφώνει σε χαρίσματα, σε ενέργειες του Θεού, που φτάνουν μέχρι εμάς και των οποίων φορείς είναι τα βαπτισμένα μέλη της Εκκλησίας. Δηλαδή ο Θεός μεταφράζει τον εαυτό Του, διά της Εκκλησίας, σε μια σειρά από χαρίσματα. Αυτό είναι το Σώμα του Χριστού: κάθε μέλος του Χριστού και ένα χάρισμα, μια ενέργεια.
Αυτά τα χαρίσματα λοιπόν εκπροσωπούνται από τους βαπτισμένους, που τα αποκτούν με το βάπτισμα και το χρίσμα αρχικά, και οι οποίοι αποτελούν την εκκλησιαστική ιεραρχία, αντανακλώντας την ουράνια. Εκεί τα χωρίζει σε τριάδες: τρία, τρία, τρία. Καταρχάς είναι οι τρεις τριάδες των αγγέλων — Χερουβείμ, Σεραφείμ κτλ. Μετά αρχίζει ξανά: επίσκοπος, πρεσβύτερος, διάκονος· κάθαρση, φωτισμός, θέωση. Από εκεί κατάγεται αυτό: τρία στάδια, τρία, τρία, τρία, που αντανακλούν την πρωταρχική Τριάδα και κατεβαίνουν προς τα κάτω με αυτόν τον τριαδικό τρόπο.
Το καινούργιο που κάνει αυτός είναι δύο πράγματα. Πρώτον, ότι μετέτρεψε αυτά τα ενδιάμεσα όντα σε χαρίσματα — πήρε το πρόκλειο νεοπλατωνικό σχήμα και το μετέβαλε σε χριστιανική εκκλησιολογία. Και δεύτερον, ότι τα χαρίσματα αυτά έχουν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που τα διακρίνει από τις ενάδες αυτές του ειδωλολατρικού φιλοσοφικού σχήματος.
Ποιο είναι αυτό; Ότι το καθένα από αυτά είναι απευθείας μετοχή στον Θεό. Ενώ στα πρόκλεια σχήματα το καθένα μετέχει μόνο στο από πάνω του, όχι στον Θεό απευθείας. Δηλαδή κατεβαίνεις σκαλί-σκαλί, δεν μπορείς να πας κατευθείαν. Εδώ όμως κάθε χάρισμα είναι άμεση μετοχή στον Θεό.
Δεύτερον χαρακτηριστικό: η ουσία του χαρίσματος έγκειται στο ότι διαμοιράζεται σε όλα τα άλλα. Χάρισμα λοιπόν σημαίνει μια ουράνια δομή, μια ουράνια πραγματικότητα, όπου κάθε χάρισμα είναι μετοχή στον Θεό απευθείας.
Πώς γίνεται αυτή η μετοχή; Διά του Χριστού. Ο Χριστός είναι το Ένα, το οποίο έχει δύο φύσεις, δύο ενέργειες, δύο θελήσεις. Κάθε ανθρώπινη ενέργεια ενώνεται με μια θεία ενέργεια στον Χριστό. Αυτό είναι το γεγονός. Τα χαρίσματα είναι αυτές οι μικρές ενώσεις, κάθε ανθρώπινης ενέργειας με μια θεία ενέργεια.
Όλα τα χαρίσματα είναι μετοχές, διά του Χριστού, απευθείας στον Λόγο του Θεού. Και επειδή ακριβώς είναι ένας ο Χριστός, διακονούν και υπηρετούν το σώμα· διανέμονται αυτόματα.
Ο κανόνας είναι: όσο πιο πολύ μοιράζεις το χάρισμα, τόσο πιο πολύ μετέχεις και σου δίνεται ακόμη περισσότερο. Έχουμε μια θεολογία των χαρισμάτων που εμφανίζεται με τον Αρεοπαγίτη, η οποία είναι η ουσία της Εκκλησίας και συνενώνει το δομικό στοιχείο με το χαρισματικό.
Υπάρχει δομή, αλλά είναι δομή χαρισμάτων. Έτσι είναι χαρισματική η δομή. Η Εκκλησία δομείται από χαρίσματα, όχι απλώς από νομικούς κανόνες. Το κανονικό δίκαιο υπάρχει για να υπερασπίζεται αυτή την πνευματική πραγματικότητα.
Δηλαδή, η Εκκλησία γίνεται ένα γεγονός μετοχής.
Με το βάπτισμά μου —να το πω τώρα, εμείς είμαστε ιερείς εδώ— με τη χειροτονία μας μετέχουμε στο χάρισμα ή, αλλιώς, στην άκτιστη ενέργεια του Θεού ως πρεσβύτεροι. Η χειροτονία μας είναι έγκυρη, δηλαδή ο Χριστός μάς έχει δώσει όλη τη χάρη Του ως χάρη πρεσβυτέρου. Εντάξει; Και εμείς τι κάνουμε; Μετέχουμε στη χάρη αυτή.
Και εδώ έρχεται ο Άγιος Μάξιμος να σηκώσει αυτό: πώς γίνεται; Χρησιμοποιεί την έννοια της μιμήσεως για μια άλλη έννοια, την έννοια του «μυστηρίου», να το πω παρακάτω. Πώς γίνεται η μετοχή; Να συνεχίσει το έργο του Αρεοπαγίτη.
Ο Άγιος Μάξιμος, με πολύ μεγάλη θεολογική ιδιοφυΐα —και αυτά είναι καινούργια πράγματα, ή μάλλον δεν είναι καινούργια, αλλά όταν άρχισα εγώ αυτή τη συζήτηση πριν από 25 χρόνια, έψαχνα κι εγώ ένα σημείο ώστε να βρω απάντηση στο ερώτημα: τι θα γίνουμε, Ρωμαιοκαθολικοί ή Προτεστάντες; Αυτό ήταν το ερώτημά μου.
Και όταν ανέλαβα τη διδασκαλία της Εκκλησιολογίας, πριν από πάνω από 25 χρόνια —και εδώ σχεδόν 30— είχα αυτόν τον λογισμό. Συνδέονται αυτά τα δύο, και η μελέτη των Πατέρων μού απέδωσε αυτόν τον καρπό. Από εκεί και πέρα δοκιμάστηκε πολλές φορές για τον εαυτό μου, με μεταφράσεις και διάφορες δημοσιεύσεις· είχα πολύ feedback και πολλή συζήτηση.

Το ξαναλέω: δομή ή χάρισμα; Η απάντηση: χαρισματική δομή.

Θα ξεπεραστεί ο Ωριγένης. Αυτό το κάνει ο Αρεοπαγίτης κυρίως, και ο Άγιος Μάξιμος. Η δομή της Εκκλησίας είναι τα χαρίσματα. Κάθε χάρισμα έχει το χαρακτηριστικό ότι μετέχει απευθείας, διά του Χριστού —είναι μια πραγματικότητα χριστολογική— στον Θεό, και ταυτόχρονα μοιράζεται και φτιάχνει ένα σώμα.
Ο Αρεοπαγίτης το δείχνει, ο Μάξιμος θα μας πει πώς γίνεται αυτό. Και για το «πώς γίνεται αυτό» χρησιμοποιεί την έννοια της μιμήσεως.
Η έννοια της μιμήσεως στον Άγιο Μάξιμο καταρχάς σημαίνει ότι ό,τι ακριβώς είναι το έργο του Θεού μέσα στον κόσμο, αυτό ακριβώς κάνει η Εκκλησία. Η Εκκλησία δηλαδή είναι ο Χριστός. Ο Θεός, δηλαδή ο Χριστός —ο ειδικός Θεός, ο Πατήρ εν Υιώ διά του Αγίου Πνεύματος— δρα μέσα στην ιστορία και τη μετατρέπει σε Εκκλησία· δρα μέσα στη δημιουργία και την κάνει Εκκλησία.

Τι σημαίνει «Εκκλησία» από αυτή την άποψη; Σημαίνει να μεταφερθεί ο τρόπος υπάρξεως του Θεού μέσα στα όντα, μέσα στη δημιουργία. Ποιος είναι ο τρόπος υπάρξεως του Θεού; Όπως είπαμε, το ομοούσιο.
Ο Άγιος Μάξιμος αφήνει αυτή τη φοβερή ιδέα ότι το ομοούσιο έχει δύο μορφές. Η μία είναι στην Τριάδα —μία ουσία, τρία πρόσωπα— αλλά υπάρχει, λέει, και το χριστολογικό ομοούσιο, δηλαδή το «ἵνα ὦσιν ἓν», όπως λέγεται στο Ευαγγέλιο, που το μεταφέρει μέσα στη δημιουργία. Και σκοπός της δημιουργίας είναι ακριβώς να γίνει φανέρωση του τρόπου υπάρξεως του Θεού, του ομοουσίου.
Σκοπός της δημιουργίας είναι να γίνει Εκκλησία.
Δεν φτιάχνει ο Θεός απλώς τα όντα· φτιάχνει την Εκκλησία. Αυτό είναι το πολύ, πολύ, πολύ σημαντικό.

Όταν λέμε να μεταφερθεί το ομοούσιο μέσα στη δημιουργία, τι εννοούμε; Εννοούμε όλα τα όντα να ενοποιηθούν μεταξύ τους σε τέτοιο βαθμό και με τέτοιο τρόπο, ώστε το καθένα να ζει μέσα από όλα τα άλλα και να διακονεί όλα τα άλλα και να διακονείται από όλα τα άλλα.

Συνδέεται τώρα αυτό με τη θεολογία των χαρισμάτων. Έχεις ένα χάρισμα. Κάθε χάρισμα, για να είναι έγκυρη πραγματικότητα, πρέπει να μιμείται ακριβώς την ενέργεια του χαρίσματος αυτού που έχεις, δηλαδή να ενοποιεί όλα τα όντα μέσα στο χάρισμα αυτό, όλα τα άλλα χαρίσματα μέσα στο ένα.

Να το πούμε με ένα παράδειγμα: ο πρεσβύτερος —είπαμε πριν, είμαστε εδώ κατά πλειοψηφία— ενώ ο επίσκοπος μόνος ελλείπει.
Τι σκοπό έχει; Να ενοποιεί όλα τα υπόλοιπα χαρίσματα μέσα στο δικό του χάρισμα και να τα διακονεί. Δηλαδή: μετοχή απευθείας και μοίρασμα. Μοιράζει η χάρη της ιερωσύνης όλα αυτά που κάνει ο πρεσβύτερος —η χάρη, στην πραγματικότητα, όλων των άλλων χαρισμάτων.
Ο επίσκοπος πρώτα απ’ όλα μετέχει σε όλα τα χαρίσματα. Ο πρεσβύτερος σε όλα. Ο διάκονος επίσης σε όλα. Ο μοναχός σε όλα.
Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε κάθε χάρισμα, με όλα τα άλλα χαρίσματα, πραγματοποιείται το ομοούσιο. Κάθε χάρισμα περιέχει όλα τα άλλα χαρίσματα. Μοιράζεται σε όλα και προσφέρεται σε όλους. Κάθε χάρισμα.

Κάθε χάρισμα είναι μίμηση της θείας ενέργειας του Θεού και πραγματοποιεί το ομοούσιο μέσα στη δημιουργία. Καθένας μας γίνεται ένας πόλος όπου ενοποιούνται όλα τα άλλα βαπτισμένα μέλη της Εκκλησίας. Δηλαδή, καθένας από εμάς ορίζεται σε απόλυτη προσφορά, αυτοπροσφορά, προς όλα τα άλλα μέλη.
Αυτό είναι η ουσία της εκκλησιαστικής μας ταυτότητας, η οποία είναι αναλογική, γιατί είναι ανάλογη με αυτό. Με τον τρόπο αυτό, η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι κάτι που επιβάλλεται από κάποιον που είναι από πάνω, όπως στον στρατό. Δεν είναι έτσι. Είναι κάτι που ενεργείται μέσα σε όλους μας.
Ο καθένας από εμάς γίνεται ένας πόλος όπου αναδύεται η ενότητα της Εκκλησίας. Όλα τα βαπτισμένα μέλη —το ξαναλέω— είναι μετοχή και μοίρασμα. Μετοχή σημαίνει μοίρασμα και κατασκευή του ομοουσίου μέσα σε κάθε έναν από εμάς.
Και σε κάθε έναν από εμάς ενοποιείται το χάρισμα ως απόλυτη διακονία, ως απόλυτη αυτοπροσφορά, ως απόλυτη ανάλωση, κυριολεκτικά. Πραγματοποιείται το μυστήριο της ενότητας.

Επομένως, στην ενότητα μετέχουμε, δεν μας επιβάλλεται από πάνω, όπως σε έναν στρατό. Δεν υπάρχει συνταγματάρχης και από κάτω λοχαγός, ταγματάρχης, λοχίας, στρατιώτης, που υποχρεωτικά υπακούει νομικά σε αυτόν που είναι από πάνω.
Έτσι είναι ο στρατός. Δεν είναι έτσι η Εκκλησία. Είναι φοβερό να βλέπουμε την Εκκλησία με στρατιωτικό τρόπο και να νομίζουμε ότι ο επίσκοπος είναι σαν συνταγματάρχης και εμείς σαν λοχαγοί ή στρατιώτες. Δεν ισχύει.
Στην Εκκλησία όλοι είμαστε ίσοι. Προσέξτε. Και όλα τα χαρίσματα —όχι μόνο του επισκόπου— είναι «εις τόπον και τύπον Χριστού». Όλα τα χαρίσματα.
Άλλος μετέχει στην άκτιστη ενέργεια που εκφράζεται με το χέρι του Χριστού, άλλος με τα μάτια —προφητεία— άλλος με το στόμα. Χαρίσματα είναι αυτά, ενέργειες, στις οποίες μετέχουμε. Και κάθε μία από αυτές, έχοντάς την, την προσφέρουμε σε όλο το σώμα και ενοποιούμε όλο το σώμα διά αυτής.
Λέει ο Άγιος Μάξιμος ακόμη: ακόμη και τα γεννητικά όργανα είναι ενέργεια. Είναι οι πατέρες που γεννούν πνευματικά άλλα πλάσματα. Είμαστε Εκκλησία, είμαστε όλοι απαραίτητοι. Είμαστε όλοι τόποι και τύποι Χριστού.

Γιατί τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκε η αντίληψη ότι μόνο ο επίσκοπος είναι «εις τόπον και τύπον Χριστού». Ο επίσκοπος είναι «εις τόπον και τύπον» της κεφαλής —και ποιο ακριβώς; Επομένως, όλα τα χαρίσματα είναι χαρίσματα μετοχής. Δεν είναι αυτοδύναμα, δεν είναι αυτόνομα.
Αυτό είναι το συγκλονιστικό: ότι ο Χριστός μάς δίνει μία από τις ιδιότητές Του, την οποία ασκούμε για να κάνουμε το έργο Του. Και σου δίνει την ιδιότητα του επισκόπου ή την ιδιότητα του καντηλανάφτη. Όπως το λέει ο Παύλος: χαρίσματα, διακονίες, ενεργήματα — «κυβερνήσεις», κτλ.
Πάνω απ’ όλα όμως είναι η αγάπη. Γιατί είναι αγάπη; Γιατί η ουσία όλων των χαρισμάτων είναι η κοινωνία. Τα χαρίσματα δεν δίνονται για ιδιωτική κατανάλωση.
Γι’ αυτό κι εμείς δεν έχουμε χαρίσματα αν δεν αποφασίζουμε την ανάλωση, την αυτοπροσφορά. Όταν αποφασίζεις την αυτοπροσφορά, το χάρισμά σου ενεργοποιείται. Αλλιώς είναι προς κατάκρισή σου.
Το χάρισμα του επισκόπου, λοιπόν, είναι το χάρισμα του να ποιμαίνει όλα αυτά τα χαρίσματα, να τα διδάσκει την κατά Χριστόν πορεία —που είναι αυτό το μοίρασμα— και να εκφράζει την ενότητα αυτή προς τα έξω. Να την εκφράζει, όχι με την έννοια ότι υποκαθιστά τον Χριστό ή τον αντιπροσωπεύει. Δεν έχει ανάγκη τέτοιο πράγμα ο Χριστός.
Σε Αυτόν μετέχεις και τη δική Του πραγματικότητα παρουσιάζεις.
Όλα τα χαρίσματα είναι χριστολογικά. Είναι ο Χριστός —το ξαναλέω— ο επίσκοπος, ο πρεσβύτερος, ο διάκονος, ο καντηλανάφτης, ο μοναχός, ο θεολόγος, ο γιατρός, ο σύζυγος, η σύζυγος. Είναι χαρίσματα μέσα στην Εκκλησία. Όλα.
Προσπαθούμε λοιπόν κάθε κατάσταση να γίνει σάρκα. Γιατί να γίνει σάρκα; Γιατί γίνεται σάρκα;
Υπάρχουν πολύ ανόητες απαντήσεις σε αυτό. Άλλος είπε ότι έγινε για να πληρώσει, τάχα, ο Θεός τις αμαρτίες μας —αυτή η γελοία, καταστροφική θεωρία, που έχει διώξει άπειρους ανθρώπους από την Εκκλησία— να πληρώσει τη «θεία δικαιοσύνη», δηλαδή.

Συνεχίζεται

ΜΙΑ ΕΣΤΩ ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. ΕΧΕΙ ΠΡΟΧΩΡΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ Σ' ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΙΔΑΝΙΚΟ ΕΑΥΤΟ ΔΙΑΤΑΖΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ.
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΓΕΡΟΝΤΑΔΕΣ ΟΙ ΑΓΙΟΙ. ΟΙ ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΤΟΥΣ ΜΙΣΟΥΝ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑΔΕΣ.ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΑ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΟΥ ΕΠΙΝΟΗΣΕ Η ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥ.
Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν.  Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. [Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ] Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ.
Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΣΤΕΡΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΚΑΙ ΚΑΝΕΙ ΠΟΛΥ ΘΟΡΥΒΟ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΚΡΥΨΕΙ.