Γιατί η Δύση πρέπει να αγωνιστεί για την ιστορία της
Frank Furedi
Polity Press, 2024
Συνέχεια από 27. Αυγούστου 2026
Σκέψεις για την απώλεια του κύρους του παρελθόντος
Η εξασθένηση της αίσθησης του παρελθόντος είχε βαθιές συνέπειες στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι κατανοούσαν τη θέση τους μέσα στον κόσμο. Η αίσθηση που έχει μια κοινωνία για το παρελθόν της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον τρόπο με τον οποίο τα μέλη της αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Η συνείδηση που έχει η κοινωνία για την καταγωγή και τις παραδόσεις της παρέχει τα πολιτισμικά θεμέλια της κοινοτικής ζωής. Παρά τις πολυάριθμες διακηρύξεις περί του θανάτου του παρελθόντος, αυτό δεν μπορεί παρά να εξακολουθεί να διαμορφώνει τη ζωή των ανθρώπων. Το παρελθόν δεν είναι ένα φαινόμενο που μπορεί να παραμείνει εντελώς αποκομμένο από τη ζωή των ατόμων ή από την κοινότητα στην οποία αυτά ζουν. Από τη στιγμή που τα παιδιά εξανθρωπίζονται και κοινωνικοποιούνται, αποκτούν επίγνωση του γεγονότος ότι όσα προηγήθηκαν επηρεάζουν σημαντικά αυτό που τα ίδια είναι. Το παρελθόν αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης συνείδησης, και η στάση της κοινωνίας απέναντί του μεταδίδεται μέσω του τρόπου με τον οποίο αυτή προσδίδει νόημα στην εμπειρία. Όταν σήμερα το παρελθόν φαίνεται συχνά να έχει πάψει να αποτελεί αποθετήριο αξιών με νόημα, μέσω των οποίων μπορεί να επηρεαστεί και να κοινωνικοποιηθεί η νεότερη γενιά, η κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρά προβλήματα.
Από τα τέλη του 18ου αιώνα, με τη μία ή την άλλη μορφή, η ανησυχία για τις πιθανές συνέπειες της απώλειας του παρελθόντος καταδίωκε τη φαντασία φιλοσόφων και στοχαστών από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Η προσπάθεια διατήρησης του κύρους του παρελθόντος αναλήφθηκε με τον συστηματικότερο τρόπο από τους συντηρητικούς διανοουμένους, οι οποίοι ήταν περισσότερο ευαίσθητοι στην ψυχική και πολιτισμική απόσταση που χώριζε το παρόν τους από το παρελθόν. Από πολλές απόψεις, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο κλασικός συντηρητισμός εμφανίστηκε τον 19ο αιώνα για να διατηρήσει την επικαιρότητα και την ισχύ του ιδεώδους historia magistra vitae —της ιστορίας ως δασκάλας της ζωής. Ο Edmund Burke, ο πνευματικός πατέρας του σύγχρονου συντηρητισμού, τόνισε το έθιμο και την παράδοση, καθώς και την επίδραση της προκατάληψης και της εθιμικής κατοχύρωσης, ως θεμέλια για τη νομιμοποίηση της εξουσίας. Σε μια συχνά παρατιθέμενη ομιλία του στη Βουλή των Κοινοτήτων, τον Μάιο του 1782, εξέθεσε τον παραδοσιοκρατικό του προσανατολισμό:
«Το σύνταγμά μας είναι ένα σύνταγμα θεμελιωμένο στην εθιμική κατοχύρωση, του οποίου η μοναδική αυθεντία έγκειται στο γεγονός ότι υπάρχει από αμνημονεύτων χρόνων. Η κατοχύρωση μέσω της μακράς χρήσης αποτελεί τον ασφαλέστερο τίτλο όχι μόνο για την ιδιοκτησία, αλλά και για εκείνο που διασφαλίζει την ιδιοκτησία, δηλαδή για τη διακυβέρνηση. Συνοδεύεται από ένα ακόμη θεμέλιο της αυθεντίας, το οποίο βρίσκεται στην ίδια τη συγκρότηση του ανθρώπινου νου: το τεκμήριο. Υπάρχει ένα τεκμήριο υπέρ κάθε εδραιωμένου συστήματος διακυβέρνησης και εναντίον κάθε αδοκίμαστου σχεδίου, όταν ένα έθνος έχει υπάρξει και ευημερήσει επί μακρόν υπό αυτό».
Ο Burke επέμενε ότι η «σοφία» της προκατάληψης, η οποία είχε συσσωρευτεί στη διάρκεια των αιώνων, αποτελούσε πολύ πιο αξιόπιστο οδηγό από το «ιδιωτικό απόθεμα λογικής» κάθε ατόμου.⁶⁷
Ο Burke επιχείρησε να παρουσιάσει την αρχή της εξουσίας και την αρχή της ελευθερίας ως συμπληρωματικές. Η αφοσίωση των ανθρώπων στους παραδοσιακούς θεσμούς τους εξέφραζε μια ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία και στον περιορισμό. Στο έργο του Reflections on the Revolution in France (1790), υποστήριξε ότι το κύρος των καθιερωμένων θεσμών ενθάρρυνε την πιστή συγκατάθεση και ότι η «δύναμή» τους γινόταν «ήπια» χάρη σε «ευχάριστες ψευδαισθήσεις» και στην υποστήριξη των «αρχαίων αντιλήψεων και κανόνων ζωής».⁶⁸ Ο Burke αναγνώριζε, βεβαίως, ότι η άμβλυνση της δύναμης απαιτούσε μια ευαισθησία ασυμβίβαστη με τον σύγχρονο νου· γι’ αυτό ακριβώς χρησιμοποίησε τη φράση «ευχάριστες ψευδαισθήσεις». Η απερίφραστη παραδοχή του ότι οι ψευδαισθήσεις ήταν αναγκαίες μαρτυρεί τον αγώνα του να διατηρήσει το μυστήριο της παράδοσης.
Η υπεράσπιση του παρελθόντος αποτελούσε κεντρικό μέλημα των συντηρητικών στοχαστών του 19ου αιώνα, όπως του ελβετογερμανού ιστορικού Jacob Burckhardt. Εκείνος ανησυχούσε για αυτό που αντιλαμβανόταν ως υπερβολική αντίδραση απέναντι στην κληρονομιά των προηγούμενων αιώνων. Ο Burckhardt φοβόταν την «αιφνίδια επίθεση εναντίον όλων όσων είχαν κληρονομηθεί από τον Μεσαίωνα» και το «μίσος» για την ιστορική κληρονομιά της προδιαφωτιστικής εποχής.⁶⁹ Από τη δική του οπτική γωνία, η εχθρότητα απέναντι στις παραδόσεις του παρελθόντος ενθάρρυνε έναν ανιστορικό προσανατολισμό, ο οποίος συμβάδιζε με μια αφελή αισιοδοξία σχετικά με τη δυνατότητα τελειοποίησης του ανθρώπου και το αναπόφευκτο της προόδου.
Οι κλασικοί φιλελεύθεροι στοχαστές ενδιαφέρονταν επίσης να διασφαλίσουν ότι η κοινωνία θα διατηρούσε μια ισορροπημένη αίσθηση του παρελθόντος. Το 1831, ο Άγγλος φιλελεύθερος πολιτικός θεωρητικός J. S. Mill δημοσίευσε μια σειρά άρθρων με τον τίτλο The Spirit of the Age (Το πνεύμα της εποχής). Τα δοκίμια αυτά επιδίωκαν, μεταξύ άλλων, να εξετάσουν τον τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων που προκαλούσε η απώλεια του κύρους του παρελθόντος. Στο πρώτο άρθρο του εξηγούσε ότι «η εποχή κυοφορεί αλλαγές· και ότι ο 19ος αιώνας θα γίνει γνωστός στις μεταγενέστερες γενιές ως η εποχή μιας από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις των οποίων η ιστορία έχει διατηρήσει την ανάμνηση, μιας επανάστασης που συντελέστηκε μέσα στον ανθρώπινο νου και σε ολόκληρη τη συγκρότηση της ανθρώπινης κοινωνίας».⁷⁰
Ο Mill χαρακτήριζε την εποχή του «εποχή μετάβασης», κατά την οποία «η ανθρωπότητα έχει ξεπεράσει τους παλαιούς θεσμούς και τις παλαιές διδασκαλίες, χωρίς ακόμη να έχει αποκτήσει νέους». Τα παλαιά αξιώματα, υποστήριζε, είχαν καταστεί άνευ σημασίας και οι άνθρωποι είχαν πάψει να υποτάσσονται στην επιρροή τους. «Ποιος μπορεί να ελπίζει ότι θα επηρεάσει τη σκέψη του κοινού μέσω των παλαιών αξιωμάτων του δικαίου, του εμπορίου, της εξωτερικής πολιτικής ή της εκκλησιαστικής πολιτικής;» ρωτούσε. Μολονότι όμως το κύρος του παρελθόντος είχε εξαντληθεί, δεν είχαν ακόμη εμφανιστεί νέες εναλλακτικές δυνατότητες:
«Είναι πλέον αυτονόητο ότι καμία σταθερή αντίληψη δεν έχει ακόμη εδραιωθεί γενικά στη θέση εκείνων που εγκαταλείψαμε· ότι καμία νέα διδασκαλία, φιλοσοφική ή κοινωνική, δεν εξασφαλίζει ακόμη —ούτε φαίνεται πιθανό να εξασφαλίσει σύντομα— μια συγκατάθεση που να μπορεί έστω και κατά προσέγγιση να συγκριθεί, ως προς την ομοφωνία της, με εκείνη για την οποία μπορούσαν να υπερηφανεύονται οι παλαιές διδασκαλίες όσο εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε ισχύ».⁷¹
Για τον Mill, «αυτή η διανοητική αναρχία» αποτελούσε σύμπτωμα μιας σοβαρής απειλής που αντιμετώπιζε η κοινωνία: οι ελίτ της είχαν αποδιοργανωθεί —«οι διαιρέσεις μεταξύ των μορφωμένων ακυρώνουν το κύρος τους»— και, ως αποτέλεσμα, «το πλήθος έχει μείνει χωρίς οδηγό».⁷² Ο Mill επανερχόταν διαρκώς στην ανησυχία του ότι, χωρίς τη νομιμοποιητική ισχύ του παρελθόντος, τα θεμέλια της πνευματικής αυθεντίας καθίστανται εύθραυστα.
Παρά το ριζοσπαστικό του όραμα, ο Mill δεν μπορούσε να αποδεσμευτεί εντελώς από το παρελθόν. Συμβούλευε τους αναγνώστες του να μην αποκτούν εμμονή με καινούργιες μορφές αυθεντίας και, ορισμένες φορές, φαίνεται ότι δυσκολευόταν να αποφύγει τον εγκωμιασμό της σοφίας του παρελθόντος. Έγραφε ότι «η μεγάλη αυθεντία των πολιτικών διδασκαλιών» στις κυβερνήσεις του παρελθόντος ήταν «η σοφία των προγόνων: οι παλαιοί τους νόμοι, τα παλαιά τους αξιώματα, οι απόψεις των αρχαίων πολιτικών ανδρών τους». Υπενθύμιζε στο δύσπιστο, νεωτερικό ακροατήριο του 19ου αιώνα ότι «αυτό μπορεί να ακούγεται παράξενο σε εκείνους που έχουν ενστερνιστεί την ανόητη πεποίθηση ότι η αστάθεια και η αγάπη για την καινοτομία αποτελούν χαρακτηριστικά της λαϊκής διακυβέρνησης», πρόκειται όμως για «γεγονός αυθεντικά μαρτυρημένο από την ιστορία».
Υποδεικνύοντας τη Γαλλική Επανάσταση ως το σημείο κατά το οποίο η Ευρώπη «εισήλθε στην κατάσταση της μετάβασης», ο Mill προειδοποίησε για την τάση «περιφρόνησης του κύρους των προγόνων, η οποία χαρακτηρίζει μια εποχή μετάβασης».⁷³ Το γεγονός ότι ο Mill, ο οποίος δεν ήταν παραδοσιοκράτης, μπορούσε να αναλογίζεται με τόση νοσταλγία το κύρος του παρελθόντος φανερώνει πόσο σοβαρή θεωρούσε την απουσία μιας αναγνωρισμένης μορφής ηθικής αυθεντίας. Εννέα χρόνια μετά τη συγγραφή αυτού του άρθρου, στο δοκίμιό του για τον Coleridge, υποστήριξε την ανάγκη ύπαρξης μιας πηγής αδιαμφισβήτητης αυθεντίας. Έγραφε ότι σε «όλες τις πολιτικές κοινωνίες που είχαν μακρόχρονη ύπαρξη υπήρχε κάποιο σταθερό σημείο· κάτι που οι άνθρωποι συμφωνούσαν να θεωρούν ιερό». Όταν όμως αυτές οι «θεμελιώδεις αρχές» αμφισβητούνται συστηματικά, το «κράτος βρίσκεται ουσιαστικά σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου».⁷⁴
Ο Mill επέκρινε τους philosophes του 18ου αιώνα επειδή «αγνοούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη σταθερότητα της κοινωνίας» και απηύθυνε έκκληση στους μεταρρυθμιστές «να είναι ευαίσθητοι απέναντι σε όσες αξίες ενδέχεται να ενυπάρχουν στους παλαιούς θεσμούς και στις παλαιές πεποιθήσεις και να μην καταστρέφουν καθετί που θεωρείται κακό, χωρίς να είναι συγχρόνως ικανοί να το αντικαταστήσουν με κάτι άλλο».⁷⁵
Η ενασχόληση του Burke και του Mill με την αποσύνθεση του παρελθόντος ως κεντρικού στοιχείου των κανονιστικών θεμελίων της κοινωνίας προανήγγειλε τις ανησυχίες που θα διατυπώνονταν επανειλημμένα κατά τους αιώνες που ακολούθησαν. Η αυξανόμενη τάση αποκοπής της κοινωνίας από τις παραδόσεις και τους προϋπάρχοντες κανόνες της δημιούργησε μια κατάσταση στην οποία οι αξίες μετατρέπονται σε πηγή συγκρούσεων, αντί να λειτουργούν ως μέσο για την επίτευξη της ενότητας. Καθώς απουσιάζει ένα πλέγμα νοήματος θεμελιωμένο σε κοινούς κανόνες, ο φόβος της διάσπασης που καταδίωκε διαδοχικές γενιές συντηρητικών και φιλελεύθερων στοχαστών έχει πλέον γίνει πραγματικότητα.
Σήμερα, στην καθημερινή ζωή, οι άνθρωποι ενθαρρύνονται συνήθως να αποσυνδέονται από το παρελθόν. Σύμφωνα με τον αρχισυντάκτη του Archaeology Ireland:
Τις περισσότερες φορές, το παροιμιώδες παρελθόν αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα, ως ένα δοχείο που περιέχει όλα όσα πήγαιναν —και εξακολουθούν να πηγαίνουν— στραβά στον κόσμο. Όλοι έχουμε ακούσει τη φράση «ζει στο παρελθόν» να χρησιμοποιείται με εκείνον τον αναμφισβήτητα κατηγορητικό τόνο, συχνά για κάποιον που εγκωμιάζει τα πλεονεκτήματα μιας παλαιότερης μεθόδου για την εκτέλεση της μιας ή της άλλης εργασίας. Δυστυχώς, η χρήση αυτής της φράσης δεν υποδηλώνει μόνο μια συνολική καταδίκη των περασμένων εποχών και των ανθρώπων που έζησαν σε αυτές, αλλά φανερώνει επίσης έλλειψη ενδιαφέροντος για την κατανόηση της ουσίας αυτού που είμαστε και εκείνου που μας περιβάλλει.⁷⁶
Η αποκρυστάλλωση ενός κατηγορητικού τόνου απέναντι στο παρελθόν υπήρξε αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης διαδικασίας. Όπως όμως θα δούμε, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της θεώρησης του παρελθόντος από την κοινωνία του 21ου αιώνα δεν είναι η εχθρότητά της απέναντί του, αλλά ο κατά τρόπο μοναδικό παράδοξος παροντιστικός προσανατολισμός της προς αυτό.
Το παράδοξο του παρελθόντος μας είναι ότι, ενώ παρουσιάζεται ως όλο και λιγότερο σχετικό με την ύπαρξή μας, συγχρόνως θεωρείται ότι ασκεί μια κατεξοχήν αρνητική επίδραση στη σύγχρονη κοινωνία. Η επίρριψη ευθυνών στο παρελθόν και οι επιθέσεις εναντίον ιστορικών προσωπικοτήτων, οι οποίες μέχρι πρόσφατα απολάμβαναν ευρείας αναγνώρισης, σηματοδοτούν τη μετατόπιση της προσοχής από την αντιμετώπιση των σημερινών προκλήσεων στο ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το παρελθόν. Χωρίς να έχει επισήμως ονομαστεί έτσι, έχει κηρυχθεί πόλεμος κατά του παρελθόντος. Εξετάζοντας το παρελθόν, ο Lowenthal παρατήρησε ότι «εκείνο που έγινε κάποτε δεν μπορεί ποτέ να αναιρεθεί».⁷⁷ Δεν βλέπουν έτσι τα πράγματα σήμερα οι πολεμιστές του πολιτισμού που έχουν κηρύξει πόλεμο κατά του παρελθόντος. Πιστεύουν ότι μπορούν να αναστρέψουν το παρελθόν και να ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους μαζί του, ώστε να διασφαλίσουν ότι η κληρονομιά του θα καταστεί πηγή ντροπής.
Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι προϋπόθεση για τον Πόλεμο κατά του Παρελθόντος υπήρξε η βαθμιαία διάβρωση του κύρους του. Η εξασθένηση της αίσθησης του παρελθόντος οδήγησε σημαντικά τμήματα της κοινωνίας να χάσουν το ενδιαφέρον τους για την ιστορική κληρονομιά του. Μια ασθενική ιστορική συνείδηση, συνυπάρχοντας με το εμφανές κλίμα του παροντισμού, δημιούργησε ένα πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο η κυριότερη αντίδραση στην κήρυξη ενός Πολέμου κατά του Παρελθόντος είναι ο κατευνασμός και η ηττοπάθεια.
67 Speech on the Reform of the Representation of the Commons in Parliament.
68 Edmund Burke, Reflections on the Revolution in France, σσ. 42–43.
69 Παρατίθεται στο Kahan (2001), σ. 19.
70 J. S. Mill, The Spirit of the Age.
71 Στο ίδιο.
72 J. S. Mill, The Spirit of the Age.
73 J. S. Mill, The Spirit of the Age.
74 Παρατίθεται στο Ten (1969), σσ. 58–59. Αργότερα το χωρίο αυτό τροποποιήθηκε, ώστε να αποκτήσει έναν ευρύτερο και περισσότερο φιλελεύθερο τόνο, η έμφαση όμως παρέμεινε ουσιαστικά η ίδια. Το δοκίμιο είναι διαθέσιμο εδώ.
75 Παρατίθεται στο Ten (1969), σ. 60.
76 Condit (2013), σ. 3.
77 Lowenthal (2015 [1985]), σ. 1.
Συνεχίζεται με:
2
Η μακρά κυοφορία του πολέμου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου