Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Giuseppe Semerari - Η φιλοσοφία της φύσης στην σκέψη του Σέλινγκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Giuseppe Semerari - Η φιλοσοφία της φύσης στην σκέψη του Σέλινγκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ (1)

     Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ 

Στην σκέψη του Σέλλινγκ.

Τού Giuseppe Semerari.

1. Από απόψεως τυπικής, η φιλοσοφία τής φύσεως, στον Σέλλινγκ είναι μόνον μία πλευρά, η πραγματική πλευρά, τού συστήματος τής φιλοσοφίας. Κινούμενος από την προϋπόθεση, ότι η γνώση σε κάθε της τροπισμό, βασίζεται στην συμφωνία δύο στοιχείων, το ένα υποκειμενικό, το άλλο αντικειμενικό και γι’αυτό είναι η “φύση η ολότης τών αντικειμενικών στοιχείων στην γνώση μας, ενώ το σύνολο όλων των υποκειμενικών στοιχείων λέγονται “εγώ” ή νόηση”, ο Σέλλινγκ αρθρώνει την φιλοσοφία σέ δύο αναγκαίες βασικές επιστήμες: τήν φιλοσοφία τής φύσεως και την υπερβατική φιλοσοφία. Η μία ασχολείται με την λύση των προβλημάτων, δεδομένου τού αντικειμένου, δηλαδή τής φύσης, πού δημιουργούνται όταν τής προστίθεται ένα υποκείμενο το οποίο συμφωνεί μ’αυτό. “Ενώ η άλλη προσπαθεί να εξηγήσει πώς, δεδομένου τού υποκειμένου, δηλαδή της νοήσεως, προστίθεται ένα αντικείμενο που συμφωνεί μαζί του! Με άλλα λόγια, στον φορμαλισμό τού συστήματος, φιλοσοφία τής φύσης και υπερβατική φιλοσοφία,  με τέλεια ισότητα, είναι η απόδειξη, πραγματοποιημένη με δύο διαφορετικούς  και αντίθετους τρόπους, τής ενότητος τής γνώσεως και τής αλήθειας, καί δεν συνίσταται σε τίποτε άλλο πέραν τής συμφωνίας τών αναπαραστάσεων με τα αντικείμενά τους.

          Ξεκινώντας από το γραπτό τού 1801, «Έκθεση τού φιλοσοφικού μου συστήματος», ο Σέλλινγκ υιοθετεί την έκφραση “φιλοσοφία τής ταυτότητος” για να υπογραμμίσει το καθαυτό φιλοσοφικό σύστημα, στην ενότητα τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας. Στην πραγματικότητα, η φιλοσοφία τής ταυτότητος δεν αντιπροσωπεύει, στην εξέλιξη τής σκέψης τού Σέλλινγκ, μία τρίτη στιγμή, η οποία συγχωνεύει στην συνέχεια τών ήδη δεδομένων στιγμών (σαν την σύνθεση τού Χέγκελ) τής φιλοσοφίας τής φύσης και τής υπερβατικής φιλοσοφίας, τίς στιγμές αυτές. Ο τελευταίος Σέλλινγκ στο ΧVI μάθημα τής “εισαγωγής στην φιλοσοφία τής μυθολογίας” θυμίζει ότι ο όρος ταυτότης χρησιμοποιήθηκε απ’ αυτόν για να διακρίνει το σύστημά του από τού Φίχτε,  “ο οποίος δεν άφηνε στην φύση καμία ανεξάρτητη ύπαρξη, αλλά την θεωρούσε ένα τυχαίο γεγονός τού ανθρώπινου Εγώ”. Αυτό σημαίνει ότι η αρχή τής ταυτότητος είναι, στην ιδιαιτερότητά της, καταγωγικώς δεμένη στην φιλοσοφία τής φύσεως και είναι ήδη παρούσα στην φιλοσοφία τής φύσεως και στην υπερβατική φιλοσοφία όπως συστάθηκαν (οικοδομήθηκαν) από τον Σέλλινγκ. Με άλλα λόγια, εάν η φιλοσοφία τής φύσεως και η υπερβατική φιλοσοφία είναι οι υλικές συνθήκες τού συστήματος τής ταυτότητος, η ιδέα τού συστήματος τής ταυτότητος, με την σειρά της, είναι η λογική συνθήκη τών δύο συστημάτων τής φιλοσοφίας του. Οφείλεται δέ στο γεγονός ότι τίθενται στην προοπτική τής ταυτότητος, τό ότι από το ένα μέρος η φιλοσοφία τής φύσης τού Σέλλινγκ διακρίνεται με ιδιαίτερα οξύ τρόπο από το πλήθος τών φιλοσοφιών τής φύσεως, με τις οποίες είναι γεμάτη η κουλτούρα τής γερμανικής φιλοσοφίας τού όψιμου Διαφωτισμού και τού Ρομαντισμού και από το άλλο, η υπερβατική φιλοσοφία, παρότι περιέχει πολλά χαρακτηριστικά κλειδιά, δεν είναι η απλή και καθαρή επανάληψη τού ιδεαλισμού τού Φίχτε. Από αυτό προέρχεται η στάση τής ίσης αποστάσεως τού συστήματος τού Σέλλινγκ απέναντι τόσο στον φυσιοκρατικό μηχανικισμό, όσο και στον ιδεαλισμό. Όπως ειπώθηκε στο μέρος των "Μαθημάτων τού Μονάχου", που είναι αφιερωμένο στην φιλοσοφία τής φύσης -αυθεντικό δοκίμιο αυτοιστοριογραφίας διανοητικής και φιλοσοφικής- το σύστημά του, από την στιγμή που εδραιώθηκε στην ανεξαρτησία του από τον Φίχτε, αντιπροσώπευσε την εναλλαγή τόσο του ιδεαλισμού του Φίχτε, ο οποίος ασκούσε βία σε κάθε φυσική αναπαράσταση όσο και στον χονδροειδή υλισμό και τόν αισθητισμό που είχαν διαδοθεί τότε σ ’όλη την Ευρώπη (εκτός της Γερμανίας) και ίδρυσε την συνειδητοποίηση, η οποία στην συνέχεια έγινε κοινό αγαθό, και στην Γερμανία, άρθρο πίστης, ότι “αυτό που σε μάς γνωρίζει είναι ταυτόν μ’αυτό που γνωρίζεται”.

          Ο Σέλλινγκ δεν λυπήθηκε τις τόσες του προσπάθειες να γίνει κατανοητό ότι η ταυτότης δεν είναι το αριθμητικό αποτέλεσμα τής άθροισης τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας, αλλά το σχήμα ή το μοντέλο τών αντίστοιχων προγραμματισμών και τής σύγκλισης τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας. Στην εισαγωγή τού κειμένου τού 1801, στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη, ο Σέλλινγκ υπογραμμίζει ότι προσπαθεί από πολλών ετών να εκθέσει την μόνη φιλοσοφία την οποία αναγνωρίζει σαν αληθινή και ότι φτάνοντας στην παρουσίαση, για πρώτη φορά, όλου του συστήματος, δεν μπορεί να μην αναφέρει ότι είναι το ίδιο που χρησίμευσε σαν βάση στα προηγούμενα γραπτά, το ίδιο σύστημα προς το οποίο κατευθύνθηκε από πάντα τόσο στην υπερβατική όσο και στην φιλοσοφία τής φύσεως. Αναλόγως στο κείμενο τού 1802, «Στην σχέση τής φιλοσοφίας τής φύσης με την φιλοσοφία γενικώς», τονίζεται ότι η καθαυτή φιλοσοφία τής φύσης, είναι ολόκληρη η φιλοσοφία,… όλη η φιλοσοφία μπορεί να ονομασθεί φιλοσοφία της φύσης, όταν υπολογίζεται από την θεωρητική πλευρά… η φιλοσοφία τής φύσης μπορεί να προέλθει μόνον από ένα σύστημα τής απολύτου ταυτότητος και μπορεί να συλληφθεί και να γνωσθεί μόνον σε ένα τέτοιο σύστημα! Τέλος στην πρόσθεση, στήν «Εισαγωγή στις ιδέες για μία φιλοσοφία τής φύσης», στην δεύτερη έκδοση τού 1803, δηλώνεται ότι η φιλοσοφία τής φύσης, εάν υπολογισθεί από την φιλοσοφική πλευρά, αντιπροσωπεύει την πληρέστερη μέχρι στιγμής προσπάθεια εκθέσεως τής θεωρίας τών ιδεών και τής ταυτότητος τής φύσεως με τον κόσμο τών ιδεών. Για να έχουμε καθαρά υπ’όψιν μας την σχέση η οποία διατρέχει ανάμεσα στην φιλοσοφία τής φύσης, την υπερβατική φιλοσοφία και την φιλοσοφία τής ταυτότητος, ας δούμε μία σειρά από συνέπειες ιστορικού και θεωρητικού χαρακτήρος.

          Κατά πρώτον, βλέπουμε πώς είναι απρόσεκτη η τάση, ορισμένων αναγνωστών και κριτικών τού Σέλινγκ, στο υπερβολικό μοίρασμα, στην περιοδικότητα του σχηματισμού και τής εξελίξεως, τής σκέψης του!

          Κατά δεύτερον, τα γραπτά, παραδοσιακώς περιεχόμενα στην φιλοσοφία τής ταυτότητος, δεν είναι, στ’ αλήθεια, παρά η εξήγηση και η σύνδεση τυπικά, τών αποτελεσμάτων μίας έρευνας η οποία έχει ήδη τεθεί και αναπτυχθεί με τα έργα τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας.

          Κατά τρίτον, είναι δυνατόν να αναγνωρίσουμε στην ίση απόσταση, που λαμβάνει το σύστημα τού Σέλλινγκ, απέναντι στον ιδεαλισμό και στον παιδαριώδη υλισμό, από το ένα μέρος, την επαναπρόσληψη τής τυπικής κριτικιστικής Καντιανής θέσεως, συνοδευόμενης όμως από τα εμπόδια και τίς αντιφάσεις τού μεταφυσικού δυαλισμού και από την άλλη, την προδιατύπωση όσων, στην "Πρώτη γλώσσα στον Φόιερμπαχ", προτείνει ο Μαρξ, απωθώντας μαζί τον λαϊκό υλισμό και τον ιδεαλισμό, παρότι στον Σέλλινγκ μένει ξένη η προβληματική τής πράξης η οποία είναι βασική στον Μαρξ, τουλάχιστον όπως την συνέλαβε ο Μαρξ.

          Και τέταρτον προκύπτει η σπουδαιότης τής φιλοσοφίας τής φύσεως για τον Σέλλινγκ, πέραν τού περιορισμού της ότι είναι μόνον μία πλευρά, η πραγματική πλευρά, τού συστήματος τής φιλοσοφίας.

Συνεχίζεται

ΕΝΑΣ ΚΑΚΟΣ ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΜΕ ΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ, ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ. ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΚΑΘΙΣΤΑ ΑΔΥΝΑΤΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ Η ΟΠΟΙΑ ΕΝΩΝΕΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑΥΣΜΑ ΣΤΗΝ ΚΩΜΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΟΥ. ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΥΤΙΣΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΦΥΣΕΩΣ.

Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

 Ν. Γ. ΑΥΓΕΛΗΣ, Θεσσαλονίκη (1972)

Φυσική επιστήμη δεν είναι για τον Αριστοτέλη αυτή που ξέρομε σήμερα : η γνώση δηλαδή των σχέσεων μεταξύ των φυσικών φαινομένων. Φυσική επιστήμη στον Αριστοτέλη είναι η φιλοσοφική γνώση του τί είναι το φύσει ον[1]. Αλλά γνώση σημαίνει εδώ τη γνώση των πρώτων αρχών και αίτιων (Φυσ. 184 a, Μετά τα Φυσ. 981 b 28-9). Για να γνωρίσωμε επομένως τη φύση στην ουσία της, πρέπει να φτάσωμε ως τις πρώτες αρχές και τα αίτια των φύσει όντων.

 Διακρίνει ο Αριστοτέλης τα ἡμῖν γνώριμα από τα τῇ φύσει γνώριμα ή ἁπλῶς γνώριμα. Αυτό που για μάς είναι πρώτο, είναι κατά την ουσία του το λιγότερο γνώριμο και φανερό. Έτσι, για μας π.χ. τα επί μέρους δέντρα, που αντιλαμβανόμαστε μέσα από τις αισθήσεις, είναι πιο γνώριμα και φανερά. Αλλά τα δεδομένα των αισθήσεων ποτέ δεν θα μας έδιναν αυτό εκεί ή εκείνο εκεί το συγκεκριμένο δέντρο, αν δεν είχαμε ήδη μπροστά στα μάτια μας το δέντρο «καθόλου». Αυτό είναι που ρίχνει το φώς εκείνο, κάτω από το οποίο βλέπομε (αντιλαμβανόμαστε) τα επί μέρους δέντρα[2]. Θα νόμιζε γι’ αυτό κανείς ότι αυτό το «δέντρο καθόλου» είναι πιο γνώριμο και φανερό σε μάς από τα συγκεκριμένα δέντρα που εμφανίζονται μέσα από τις αισθήσεις. Κι όμως το «καθόλου» είναι για μάς το λιγότερο φανερό και γνώριμο. Η φιλοσοφική έτσι σκέψη αρχίζει με τη διάκριση αύτη ανάμεσα στα καθόλου και τα καθ' ἕκαστα (184 a 18 επ.). Μπορούμε μάλιστα να πούμε, όπως διευκρινίζει ο Αριστοτέλης στο τέλος του πρώτου κεφαλαίου, ότι ο δρόμος της φιλοσοφίας οδηγεί από το «όνομα» στον «λόγο». Η φιλοσοφία προσπαθεί να συλλάβη αυτό που στο όνομα παρουσιάζεται αόριστα και γενικά, προσδιορίζοντάς το κατά τρόπο όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένο.

Ανώνυμος είπε...

Ανάλυση μέσω ΤΝ (Chat GPT)
Το κείμενο του Giuseppe Semerari παρουσιάζει με αρκετή ακρίβεια τον πυρήνα της φιλοσοφίας της φύσεως του Friedrich Wilhelm Joseph Schelling και ιδιαίτερα τη σχέση της με τη λεγόμενη «φιλοσοφία της ταυτότητος». Ωστόσο, η τελική κριτική που προστίθεται στο τέλος («κακός πλατωνισμός», ταύτιση συνειδήσεως και φύσεως κτλ.) μεταφέρει τη συζήτηση από το ιστορικοφιλοσοφικό επίπεδο σε ένα μεταφυσικό και θεολογικό επίπεδο, κυρίως αριστοτελικο-πατερικό. Για να κατανοηθεί το πρόβλημα, χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τέσσερα επίπεδα:
1. Τι προσπαθεί να κάνει ο Σέλλινγκ
Ο Σέλλινγκ ξεκινά από το θεμελιώδες πρόβλημα του γερμανικού ιδεαλισμού μετά τον Immanuel Kant:
Πώς είναι δυνατή η ενότητα υποκειμένου και αντικειμένου;
Δηλαδή:
πώς η σκέψη συναντά τον κόσμο,
πώς η γνώση δεν είναι ούτε καθαρά υποκειμενική ούτε καθαρά εξωτερική,
πώς η φύση και η συνείδηση ανήκουν σε μία ενότητα.
Αυτό είναι το σημείο εκκινήσεως.
Ο Σέλλινγκ θεωρεί ότι:
η φύση δεν μπορεί να είναι απλό «υλικό πράγμα»,
ούτε το Εγώ να δημιουργεί αυθαίρετα τον κόσμο,
αλλά πρέπει να υπάρχει μία βαθύτερη ταυτότητα που προηγείται και των δύο.

Γι’ αυτό χωρίζει τη φιλοσοφία σε:
φιλοσοφία της φύσεως
υπερβατική φιλοσοφία
Η πρώτη ξεκινά από το αντικείμενο (φύση) και δείχνει πώς προκύπτει η νόηση.
Η δεύτερη ξεκινά από το υποκείμενο (συνείδηση) και δείχνει πώς προκύπτει το αντικείμενο.
Και οι δύο πορείες συναντώνται στην «ταυτότητα».

2. Η ρήξη με τον Φίχτε

Ο Semerari σωστά τονίζει ότι ο Σέλλινγκ απομακρύνεται από τον Johann Gottlieb Fichte.
Για τον Φίχτε:
η φύση είναι προϊόν του Εγώ,
το μη-Εγώ τίθεται από το Εγώ,
άρα η φύση δεν έχει αληθινή αυτονομία.
Ο Σέλλινγκ θεωρεί αυτή τη θέση βίαιη απέναντι στη φύση.
Θέλει:
να αποδώσει στη φύση δική της εσωτερική δημιουργικότητα,
να δει τη φύση ως «ορατό πνεύμα»,
και το πνεύμα ως «αόρατη φύση».
Εδώ γεννιέται ο ρομαντικός οργανικισμός.

Η φύση δεν είναι πλέον μηχανή αλλά ζωντανή διαδικασία αυτοαποκαλύψεως.(ΜΠΑΙΜΕ)

«Το τέλος της ελληνικής φιλοσοφίας»;

Η τελευταία φράση είναι δραματική αλλά φιλοσοφικά κατανοητή.
Η ελληνική φιλοσοφία — ιδίως στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη — στηρίζεται σε διακρίσεις:
μορφής και ύλης,
νοητού και αισθητού,
ενεργείας και δυνάμεως,
νοήσεως και φύσεως.
Ο γερμανικός ιδεαλισμός επιχειρεί να υπερβεί αυτές τις διακρίσεις μέσα σε μία απόλυτη ενότητα.
Άρα:
δεν συνεχίζει απλώς την ελληνική μεταφυσική,
αλλά τη μετασχηματίζει ριζικά.
Εδώ βρίσκεται και η βαθιά αντιπαράθεση μεταξύ:
ελληνικής οντολογίας,
και νεωτερικής φιλοσοφίας της συνειδήσεως.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ (1)

     Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ 

Στην σκέψη του Σέλλινγκ.

Τού Giuseppe Semerari.

1. Από απόψεως τυπικής, η φιλοσοφία τής φύσεως, στον Σέλλινγκ είναι μόνον μία πλευρά, η πραγματική πλευρά, τού συστήματος τής φιλοσοφίας. Κινούμενος από την προϋπόθεση, ότι η γνώση σε κάθε της τροπισμό, βασίζεται στην συμφωνία δύο στοιχείων, το ένα υποκειμενικό, το άλλο αντικειμενικό και γι’αυτό είναι η “φύση η ολότης τών αντικειμενικών στοιχείων στην γνώση μας, ενώ το σύνολο όλων των υποκειμενικών στοιχείων λέγονται “εγώ” ή νόηση”, ο Σέλλινγκ αρθρώνει την φιλοσοφία σέ δύο αναγκαίες βασικές επιστήμες: τήν φιλοσοφία τής φύσεως και την υπερβατική φιλοσοφία. Η μία ασχολείται με την λύση των προβλημάτων, δεδομένου τού αντικειμένου, δηλαδή τής φύσης, πού δημιουργούνται όταν τής προστίθεται ένα υποκείμενο το οποίο συμφωνεί μ’αυτό. “Ενώ η άλλη προσπαθεί να εξηγήσει πώς, δεδομένου τού υποκειμένου, δηλαδή της νοήσεως, προστίθεται ένα αντικείμενο που συμφωνεί μαζί του! Με άλλα λόγια, στον φορμαλισμό τού συστήματος, φιλοσοφία τής φύσης και υπερβατική φιλοσοφία,  με τέλεια ισότητα, είναι η απόδειξη, πραγματοποιημένη με δύο διαφορετικούς  και αντίθετους τρόπους, τής ενότητος τής γνώσεως και τής αλήθειας, καί δεν συνίσταται σε τίποτε άλλο πέραν τής συμφωνίας τών αναπαραστάσεων με τα αντικείμενά τους.

          Ξεκινώντας από το γραπτό τού 1801, «Έκθεση τού φιλοσοφικού μου συστήματος», ο Σέλλινγκ υιοθετεί την έκφραση “φιλοσοφία τής ταυτότητος” για να υπογραμμίσει το καθαυτό φιλοσοφικό σύστημα, στην ενότητα τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας. Στην πραγματικότητα, η φιλοσοφία τής ταυτότητος δεν αντιπροσωπεύει, στην εξέλιξη τής σκέψης τού Σέλλινγκ, μία τρίτη στιγμή, η οποία συγχωνεύει στην συνέχεια τών ήδη δεδομένων στιγμών (σαν την σύνθεση τού Χέγκελ) τής φιλοσοφίας τής φύσης και τής υπερβατικής φιλοσοφίας, τίς στιγμές αυτές. Ο τελευταίος Σέλλινγκ στο ΧVI μάθημα τής “εισαγωγής στην φιλοσοφία τής μυθολογίας” θυμίζει ότι ο όρος ταυτότης χρησιμοποιήθηκε απ’ αυτόν για να διακρίνει το σύστημά του από τού Φίχτε,  “ο οποίος δεν άφηνε στην φύση καμία ανεξάρτητη ύπαρξη, αλλά την θεωρούσε ένα τυχαίο γεγονός τού ανθρώπινου Εγώ”. Αυτό σημαίνει ότι η αρχή τής ταυτότητος είναι, στην ιδιαιτερότητά της, καταγωγικώς δεμένη στην φιλοσοφία τής φύσεως και είναι ήδη παρούσα στην φιλοσοφία τής φύσεως και στην υπερβατική φιλοσοφία όπως συστάθηκαν (οικοδομήθηκαν) από τον Σέλλινγκ. Με άλλα λόγια, εάν η φιλοσοφία τής φύσεως και η υπερβατική φιλοσοφία είναι οι υλικές συνθήκες τού συστήματος τής ταυτότητος, η ιδέα τού συστήματος τής ταυτότητος, με την σειρά της, είναι η λογική συνθήκη τών δύο συστημάτων τής φιλοσοφίας του. Οφείλεται δέ στο γεγονός ότι τίθενται στην προοπτική τής ταυτότητος, τό ότι από το ένα μέρος η φιλοσοφία τής φύσης τού Σέλλινγκ διακρίνεται με ιδιαίτερα οξύ τρόπο από το πλήθος τών φιλοσοφιών τής φύσεως, με τις οποίες είναι γεμάτη η κουλτούρα τής γερμανικής φιλοσοφίας τού όψιμου Διαφωτισμού και τού Ρομαντισμού και από το άλλο, η υπερβατική φιλοσοφία, παρότι περιέχει πολλά χαρακτηριστικά κλειδιά, δεν είναι η απλή και καθαρή επανάληψη τού ιδεαλισμού τού Φίχτε. Από αυτό προέρχεται η στάση τής ίσης αποστάσεως τού συστήματος τού Σέλλινγκ απέναντι τόσο στον φυσιοκρατικό μηχανικισμό, όσο και στον ιδεαλισμό. Όπως ειπώθηκε στο μέρος των "Μαθημάτων τού Μονάχου", που είναι αφιερωμένο στην φιλοσοφία τής φύσης -αυθεντικό δοκίμιο αυτοιστοριογραφίας διανοητικής και φιλοσοφικής- το σύστημά του, από την στιγμή που εδραιώθηκε στην ανεξαρτησία του από τον Φίχτε, αντιπροσώπευσε την εναλλαγή τόσο του ιδεαλισμού του Φίχτε, ο οποίος ασκούσε βία σε κάθε φυσική αναπαράσταση όσο και στον χονδροειδή υλισμό και τόν αισθητισμό που είχαν διαδοθεί τότε σ ’όλη την Ευρώπη (εκτός της Γερμανίας) και ίδρυσε την συνειδητοποίηση, η οποία στην συνέχεια έγινε κοινό αγαθό, και στην Γερμανία, άρθρο πίστης, ότι “αυτό που σε μάς γνωρίζει είναι ταυτόν μ’αυτό που γνωρίζεται”.

          Ο Σέλλινγκ δεν λυπήθηκε τις τόσες του προσπάθειες να γίνει κατανοητό ότι η ταυτότης δεν είναι το αριθμητικό αποτέλεσμα τής άθροισης τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας, αλλά το σχήμα ή το μοντέλο τών αντίστοιχων προγραμματισμών και τής σύγκλισης τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας. Στην εισαγωγή τού κειμένου τού 1801, στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη, ο Σέλλινγκ υπογραμμίζει ότι προσπαθεί από πολλών ετών να εκθέσει την μόνη φιλοσοφία την οποία αναγνωρίζει σαν αληθινή και ότι φτάνοντας στην παρουσίαση, για πρώτη φορά, όλου του συστήματος, δεν μπορεί να μην αναφέρει ότι είναι το ίδιο που χρησίμευσε σαν βάση στα προηγούμενα γραπτά, το ίδιο σύστημα προς το οποίο κατευθύνθηκε από πάντα τόσο στην υπερβατική όσο και στην φιλοσοφία τής φύσεως. Αναλόγως στο κείμενο τού 1802, «Στην σχέση τής φιλοσοφίας τής φύσης με την φιλοσοφία γενικώς», τονίζεται ότι η καθαυτή φιλοσοφία τής φύσης, είναι ολόκληρη η φιλοσοφία,… όλη η φιλοσοφία μπορεί να ονομασθεί φιλοσοφία της φύσης, όταν υπολογίζεται από την θεωρητική πλευρά… η φιλοσοφία τής φύσης μπορεί να προέλθει μόνον από ένα σύστημα τής απολύτου ταυτότητος και μπορεί να συλληφθεί και να γνωσθεί μόνον σε ένα τέτοιο σύστημα! Τέλος στην πρόσθεση, στήν «Εισαγωγή στις ιδέες για μία φιλοσοφία τής φύσης», στην δεύτερη έκδοση τού 1803, δηλώνεται ότι η φιλοσοφία τής φύσης, εάν υπολογισθεί από την φιλοσοφική πλευρά, αντιπροσωπεύει την πληρέστερη μέχρι στιγμής προσπάθεια εκθέσεως τής θεωρίας τών ιδεών και τής ταυτότητος τής φύσεως με τον κόσμο τών ιδεών. Για να έχουμε καθαρά υπ’όψιν μας την σχέση η οποία διατρέχει ανάμεσα στην φιλοσοφία τής φύσης, την υπερβατική φιλοσοφία και την φιλοσοφία τής ταυτότητος, ας δούμε μία σειρά από συνέπειες ιστορικού και θεωρητικού χαρακτήρος.

          Κατά πρώτον, βλέπουμε πώς είναι απρόσεκτη η τάση, ορισμένων αναγνωστών και κριτικών τού Σέλινγκ, στο υπερβολικό μοίρασμα, στην περιοδικότητα του σχηματισμού και τής εξελίξεως, τής σκέψης του!

          Κατά δεύτερον, τα γραπτά, παραδοσιακώς περιεχόμενα στην φιλοσοφία τής ταυτότητος, δεν είναι, στ’ αλήθεια, παρά η εξήγηση και η σύνδεση τυπικά, τών αποτελεσμάτων μίας έρευνας η οποία έχει ήδη τεθεί και αναπτυχθεί με τα έργα τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας.

          Κατά τρίτον, είναι δυνατόν να αναγνωρίσουμε στην ίση απόσταση, που λαμβάνει το σύστημα τού Σέλλινγκ, απέναντι στον ιδεαλισμό και στον παιδαριώδη υλισμό, από το ένα μέρος, την επαναπρόσληψη τής τυπικής κριτικιστικής Καντιανής θέσεως, συνοδευόμενης όμως από τα εμπόδια και τίς αντιφάσεις τού μεταφυσικού δυαλισμού και από την άλλη, την προδιατύπωση όσων, στην "Πρώτη γλώσσα στον Φόιερμπαχ", προτείνει ο Μαρξ, απωθώντας μαζί τον λαϊκό υλισμό και τον ιδεαλισμό, παρότι στον Σέλλινγκ μένει ξένη η προβληματική τής πράξης η οποία είναι βασική στον Μαρξ, τουλάχιστον όπως την συνέλαβε ο Μαρξ.

          Και τέταρτον προκύπτει η σπουδαιότης τής φιλοσοφίας τής φύσεως για τον Σέλλινγκ, πέραν τού περιορισμού της ότι είναι μόνον μία πλευρά, η πραγματική πλευρά, τού συστήματος τής φιλοσοφίας.

Συνεχίζεται

ΕΝΑΣ ΚΑΚΟΣ ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΜΕ ΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ, ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ. ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΚΑΘΙΣΤΑ ΑΔΥΝΑΤΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ Η ΟΠΟΙΑ ΕΝΩΝΕΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑΥΣΜΑ ΣΤΗΝ ΚΩΜΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΟΥ. ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΥΤΙΣΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΦΥΣΕΩΣ.

Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

 Ν. Γ. ΑΥΓΕΛΗΣ, Θεσσαλονίκη (1972)

Φυσική επιστήμη δεν είναι για τον Αριστοτέλη αυτή που ξέρομε σήμερα : η γνώση δηλαδή των σχέσεων μεταξύ των φυσικών φαινομένων. Φυσική επιστήμη στον Αριστοτέλη είναι η φιλοσοφική γνώση του τί είναι το φύσει ον[1]. Αλλά γνώση σημαίνει εδώ τη γνώση των πρώτων αρχών και αίτιων (Φυσ. 184 a, Μετά τα Φυσ. 981 b 28-9). Για να γνωρίσωμε επομένως τη φύση στην ουσία της, πρέπει να φτάσωμε ως τις πρώτες αρχές και τα αίτια των φύσει όντων.

 Διακρίνει ο Αριστοτέλης τα ἡμῖν γνώριμα από τα τῇ φύσει γνώριμα ή ἁπλῶς γνώριμα. Αυτό που για μάς είναι πρώτο, είναι κατά την ουσία του το λιγότερο γνώριμο και φανερό. Έτσι, για μας π.χ. τα επί μέρους δέντρα, που αντιλαμβανόμαστε μέσα από τις αισθήσεις, είναι πιο γνώριμα και φανερά. Αλλά τα δεδομένα των αισθήσεων ποτέ δεν θα μας έδιναν αυτό εκεί ή εκείνο εκεί το συγκεκριμένο δέντρο, αν δεν είχαμε ήδη μπροστά στα μάτια μας το δέντρο «καθόλου». Αυτό είναι που ρίχνει το φώς εκείνο, κάτω από το οποίο βλέπομε (αντιλαμβανόμαστε) τα επί μέρους δέντρα[2]. Θα νόμιζε γι’ αυτό κανείς ότι αυτό το «δέντρο καθόλου» είναι πιο γνώριμο και φανερό σε μάς από τα συγκεκριμένα δέντρα που εμφανίζονται μέσα από τις αισθήσεις. Κι όμως το «καθόλου» είναι για μάς το λιγότερο φανερό και γνώριμο. Η φιλοσοφική έτσι σκέψη αρχίζει με τη διάκριση αύτη ανάμεσα στα καθόλου και τα καθ' ἕκαστα (184 a 18 επ.). Μπορούμε μάλιστα να πούμε, όπως διευκρινίζει ο Αριστοτέλης στο τέλος του πρώτου κεφαλαίου, ότι ο δρόμος της φιλοσοφίας οδηγεί από το «όνομα» στον «λόγο». Η φιλοσοφία προσπαθεί να συλλάβη αυτό που στο όνομα παρουσιάζεται αόριστα και γενικά, προσδιορίζοντάς το κατά τρόπο όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένο.

Ανώνυμος είπε...

Ανάλυση μέσω ΤΝ (Chat GPT)
Το κείμενο του Giuseppe Semerari παρουσιάζει με αρκετή ακρίβεια τον πυρήνα της φιλοσοφίας της φύσεως του Friedrich Wilhelm Joseph Schelling και ιδιαίτερα τη σχέση της με τη λεγόμενη «φιλοσοφία της ταυτότητος». Ωστόσο, η τελική κριτική που προστίθεται στο τέλος («κακός πλατωνισμός», ταύτιση συνειδήσεως και φύσεως κτλ.) μεταφέρει τη συζήτηση από το ιστορικοφιλοσοφικό επίπεδο σε ένα μεταφυσικό και θεολογικό επίπεδο, κυρίως αριστοτελικο-πατερικό. Για να κατανοηθεί το πρόβλημα, χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τέσσερα επίπεδα:
1. Τι προσπαθεί να κάνει ο Σέλλινγκ

Ο Σέλλινγκ ξεκινά από το θεμελιώδες πρόβλημα του γερμανικού ιδεαλισμού μετά τον Immanuel Kant:
Πώς είναι δυνατή η ενότητα υποκειμένου και αντικειμένου;

Δηλαδή:
πώς η σκέψη συναντά τον κόσμο,
πώς η γνώση δεν είναι ούτε καθαρά υποκειμενική ούτε καθαρά εξωτερική,
πώς η φύση και η συνείδηση ανήκουν σε μία ενότητα.

Αυτό είναι το σημείο εκκινήσεως.

Ο Σέλλινγκ θεωρεί ότι:

η φύση δεν μπορεί να είναι απλό «υλικό πράγμα»,
ούτε το Εγώ να δημιουργεί αυθαίρετα τον κόσμο,
αλλά πρέπει να υπάρχει μία βαθύτερη ταυτότητα που προηγείται και των δύο.

Γι’ αυτό χωρίζει τη φιλοσοφία σε:

φιλοσοφία της φύσεως
υπερβατική φιλοσοφία

Η πρώτη ξεκινά από το αντικείμενο (φύση) και δείχνει πώς προκύπτει η νόηση.
Η δεύτερη ξεκινά από το υποκείμενο (συνείδηση) και δείχνει πώς προκύπτει το αντικείμενο.

Και οι δύο πορείες συναντώνται στην «ταυτότητα».

2. Η ρήξη με τον Φίχτε

Ο Semerari σωστά τονίζει ότι ο Σέλλινγκ απομακρύνεται από τον Johann Gottlieb Fichte.
Για τον Φίχτε:
η φύση είναι προϊόν του Εγώ,
το μη-Εγώ τίθεται από το Εγώ,
άρα η φύση δεν έχει αληθινή αυτονομία.
Ο Σέλλινγκ θεωρεί αυτή τη θέση βίαιη απέναντι στη φύση.
Θέλει:
να αποδώσει στη φύση δική της εσωτερική δημιουργικότητα,
να δει τη φύση ως «ορατό πνεύμα»,
και το πνεύμα ως «αόρατη φύση».
Εδώ γεννιέται ο ρομαντικός οργανικισμός.

Η φύση δεν είναι πλέον μηχανή αλλά ζωντανή διαδικασία αυτοαποκαλύψεως.

«Το τέλος της ελληνικής φιλοσοφίας»;

Η τελευταία φράση είναι δραματική αλλά φιλοσοφικά κατανοητή.
Η ελληνική φιλοσοφία — ιδίως στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη — στηρίζεται σε διακρίσεις:
μορφής και ύλης,
νοητού και αισθητού,
ενεργείας και δυνάμεως,
νοήσεως και φύσεως.
Ο γερμανικός ιδεαλισμός επιχειρεί να υπερβεί αυτές τις διακρίσεις μέσα σε μία απόλυτη ενότητα.
Άρα:
δεν συνεχίζει απλώς την ελληνική μεταφυσική,
αλλά τη μετασχηματίζει ριζικά.
Εδώ βρίσκεται και η βαθιά αντιπαράθεση μεταξύ:
ελληνικής οντολογίας,
και νεωτερικής φιλοσοφίας της συνειδήσεως.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ (1)

     Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ 

Στην σκέψη του Σέλλινγκ.

Τού Giuseppe Semerari.

1. Από απόψεως τυπικής, η φιλοσοφία τής φύσεως, στον Σέλλινγκ είναι μόνον μία πλευρά, η πραγματική πλευρά, τού συστήματος τής φιλοσοφίας. Κινούμενος από την προϋπόθεση, ότι η γνώση σε κάθε της τροπισμό, βασίζεται στην συμφωνία δύο στοιχείων, το ένα υποκειμενικό, το άλλο αντικειμενικό και γι’αυτό είναι η “φύση η ολότης τών αντικειμενικών στοιχείων στην γνώση μας, ενώ το σύνολο όλων των υποκειμενικών στοιχείων λέγονται “εγώ” ή νόηση”, ο Σέλλινγκ αρθρώνει την φιλοσοφία σέ δύο αναγκαίες βασικές επιστήμες: τήν φιλοσοφία τής φύσεως και την υπερβατική φιλοσοφία. Η μία ασχολείται με την λύση των προβλημάτων, δεδομένου τού αντικειμένου, δηλαδή τής φύσης, πού δημιουργούνται όταν τής προστίθεται ένα υποκείμενο το οποίο συμφωνεί μ’αυτό. “Ενώ η άλλη προσπαθεί να εξηγήσει πώς, δεδομένου τού υποκειμένου, δηλαδή της νοήσεως, προστίθεται ένα αντικείμενο που συμφωνεί μαζί του! Με άλλα λόγια, στον φορμαλισμό τού συστήματος, φιλοσοφία τής φύσης και υπερβατική φιλοσοφία,  με τέλεια ισότητα, είναι η απόδειξη, πραγματοποιημένη με δύο διαφορετικούς  και αντίθετους τρόπους, τής ενότητος τής γνώσεως και τής αλήθειας, καί δεν συνίσταται σε τίποτε άλλο πέραν τής συμφωνίας τών αναπαραστάσεων με τα αντικείμενά τους.

          Ξεκινώντας από το γραπτό τού 1801, «Έκθεση τού φιλοσοφικού μου συστήματος», ο Σέλλινγκ υιοθετεί την έκφραση “φιλοσοφία τής ταυτότητος” για να υπογραμμίσει το καθαυτό φιλοσοφικό σύστημα, στην ενότητα τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας. Στην πραγματικότητα, η φιλοσοφία τής ταυτότητος δεν αντιπροσωπεύει, στην εξέλιξη τής σκέψης τού Σέλλινγκ, μία τρίτη στιγμή, η οποία συγχωνεύει στην συνέχεια τών ήδη δεδομένων στιγμών (σαν την σύνθεση τού Χέγκελ) τής φιλοσοφίας τής φύσης και τής υπερβατικής φιλοσοφίας, τίς στιγμές αυτές. Ο τελευταίος Σέλλινγκ στο ΧVI μάθημα τής “εισαγωγής στην φιλοσοφία τής μυθολογίας” θυμίζει ότι ο όρος ταυτότης χρησιμοποιήθηκε απ’ αυτόν για να διακρίνει το σύστημά του από τού Φίχτε,  “ο οποίος δεν άφηνε στην φύση καμία ανεξάρτητη ύπαρξη, αλλά την θεωρούσε ένα τυχαίο γεγονός τού ανθρώπινου Εγώ”. Αυτό σημαίνει ότι η αρχή τής ταυτότητος είναι, στην ιδιαιτερότητά της, καταγωγικώς δεμένη στην φιλοσοφία τής φύσεως και είναι ήδη παρούσα στην φιλοσοφία τής φύσεως και στην υπερβατική φιλοσοφία όπως συστάθηκαν (οικοδομήθηκαν) από τον Σέλλινγκ. Με άλλα λόγια, εάν η φιλοσοφία τής φύσεως και η υπερβατική φιλοσοφία είναι οι υλικές συνθήκες τού συστήματος τής ταυτότητος, η ιδέα τού συστήματος τής ταυτότητος, με την σειρά της, είναι η λογική συνθήκη τών δύο συστημάτων τής φιλοσοφίας του. Οφείλεται δέ στο γεγονός ότι τίθενται στην προοπτική τής ταυτότητος, τό ότι από το ένα μέρος η φιλοσοφία τής φύσης τού Σέλλινγκ διακρίνεται με ιδιαίτερα οξύ τρόπο από το πλήθος τών φιλοσοφιών τής φύσεως, με τις οποίες είναι γεμάτη η κουλτούρα τής γερμανικής φιλοσοφίας τού όψιμου Διαφωτισμού και τού Ρομαντισμού και από το άλλο, η υπερβατική φιλοσοφία, παρότι περιέχει πολλά χαρακτηριστικά κλειδιά, δεν είναι η απλή και καθαρή επανάληψη τού ιδεαλισμού τού Φίχτε. Από αυτό προέρχεται η στάση τής ίσης αποστάσεως τού συστήματος τού Σέλλινγκ απέναντι τόσο στον φυσιοκρατικό μηχανικισμό, όσο και στον ιδεαλισμό. Όπως ειπώθηκε στο μέρος των "Μαθημάτων τού Μονάχου", που είναι αφιερωμένο στην φιλοσοφία τής φύσης -αυθεντικό δοκίμιο αυτοιστοριογραφίας διανοητικής και φιλοσοφικής- το σύστημά του, από την στιγμή που εδραιώθηκε στην ανεξαρτησία του από τον Φίχτε, αντιπροσώπευσε την εναλλαγή τόσο του ιδεαλισμού του Φίχτε, ο οποίος ασκούσε βία σε κάθε φυσική αναπαράσταση όσο και στον χονδροειδή υλισμό και τόν αισθητισμό που είχαν διαδοθεί τότε σ ’όλη την Ευρώπη (εκτός της Γερμανίας) και ίδρυσε την συνειδητοποίηση, η οποία στην συνέχεια έγινε κοινό αγαθό, και στην Γερμανία, άρθρο πίστης, ότι “αυτό που σε μάς γνωρίζει είναι ταυτόν μ’αυτό που γνωρίζεται”.

          Ο Σέλλινγκ δεν λυπήθηκε τις τόσες του προσπάθειες να γίνει κατανοητό ότι η ταυτότης δεν είναι το αριθμητικό αποτέλεσμα τής άθροισης τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας, αλλά το σχήμα ή το μοντέλο τών αντίστοιχων προγραμματισμών και τής σύγκλισης τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας. Στην εισαγωγή τού κειμένου τού 1801, στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη, ο Σέλλινγκ υπογραμμίζει ότι προσπαθεί από πολλών ετών να εκθέσει την μόνη φιλοσοφία την οποία αναγνωρίζει σαν αληθινή και ότι φτάνοντας στην παρουσίαση, για πρώτη φορά, όλου του συστήματος, δεν μπορεί να μην αναφέρει ότι είναι το ίδιο που χρησίμευσε σαν βάση στα προηγούμενα γραπτά, το ίδιο σύστημα προς το οποίο κατευθύνθηκε από πάντα τόσο στην υπερβατική όσο και στην φιλοσοφία τής φύσεως. Αναλόγως στο κείμενο τού 1802, «Στην σχέση τής φιλοσοφίας τής φύσης με την φιλοσοφία γενικώς», τονίζεται ότι η καθαυτή φιλοσοφία τής φύσης, είναι ολόκληρη η φιλοσοφία,… όλη η φιλοσοφία μπορεί να ονομασθεί φιλοσοφία της φύσης, όταν υπολογίζεται από την θεωρητική πλευρά… η φιλοσοφία τής φύσης μπορεί να προέλθει μόνον από ένα σύστημα τής απολύτου ταυτότητος και μπορεί να συλληφθεί και να γνωσθεί μόνον σε ένα τέτοιο σύστημα! Τέλος στην πρόσθεση, στήν «Εισαγωγή στις ιδέες για μία φιλοσοφία τής φύσης», στην δεύτερη έκδοση τού 1803, δηλώνεται ότι η φιλοσοφία τής φύσης, εάν υπολογισθεί από την φιλοσοφική πλευρά, αντιπροσωπεύει την πληρέστερη μέχρι στιγμής προσπάθεια εκθέσεως τής θεωρίας τών ιδεών και τής ταυτότητος τής φύσεως με τον κόσμο τών ιδεών. Για να έχουμε καθαρά υπ’όψιν μας την σχέση η οποία διατρέχει ανάμεσα στην φιλοσοφία τής φύσης, την υπερβατική φιλοσοφία και την φιλοσοφία τής ταυτότητος, ας δούμε μία σειρά από συνέπειες ιστορικού και θεωρητικού χαρακτήρος.

          Κατά πρώτον, βλέπουμε πώς είναι απρόσεκτη η τάση, ορισμένων αναγνωστών και κριτικών τού Σέλινγκ, στο υπερβολικό μοίρασμα, στην περιοδικότητα του σχηματισμού και τής εξελίξεως, τής σκέψης του!

          Κατά δεύτερον, τα γραπτά, παραδοσιακώς περιεχόμενα στην φιλοσοφία τής ταυτότητος, δεν είναι, στ’ αλήθεια, παρά η εξήγηση και η σύνδεση τυπικά, τών αποτελεσμάτων μίας έρευνας η οποία έχει ήδη τεθεί και αναπτυχθεί με τα έργα τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας.

          Κατά τρίτον, είναι δυνατόν να αναγνωρίσουμε στην ίση απόσταση, που λαμβάνει το σύστημα τού Σέλλινγκ, απέναντι στον ιδεαλισμό και στον παιδαριώδη υλισμό, από το ένα μέρος, την επαναπρόσληψη τής τυπικής κριτικιστικής Καντιανής θέσεως, συνοδευόμενης όμως από τα εμπόδια και τίς αντιφάσεις τού μεταφυσικού δυαλισμού και από την άλλη, την προδιατύπωση όσων, στην "Πρώτη γλώσσα στον Φόιερμπαχ", προτείνει ο Μαρξ, απωθώντας μαζί τον λαϊκό υλισμό και τον ιδεαλισμό, παρότι στον Σέλλινγκ μένει ξένη η προβληματική τής πράξης η οποία είναι βασική στον Μαρξ, τουλάχιστον όπως την συνέλαβε ο Μαρξ.

          Και τέταρτον προκύπτει η σπουδαιότης τής φιλοσοφίας τής φύσεως για τον Σέλλινγκ, πέραν τού περιορισμού της ότι είναι μόνον μία πλευρά, η πραγματική πλευρά, τού συστήματος τής φιλοσοφίας.

Συνεχίζεται

ΕΝΑΣ ΚΑΚΟΣ ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΜΕ ΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ, ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ. ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΚΑΘΙΣΤΑ ΑΔΥΝΑΤΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ Η ΟΠΟΙΑ ΕΝΩΝΕΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑΥΣΜΑ ΣΤΗΝ ΚΩΜΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΟΥ. ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΥΤΙΣΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΦΥΣΕΩΣ.

Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

 Ν. Γ. ΑΥΓΕΛΗΣ, Θεσσαλονίκη (1972)

Φυσική επιστήμη δεν είναι για τον Αριστοτέλη αυτή που ξέρομε σήμερα : η γνώση δηλαδή των σχέσεων μεταξύ των φυσικών φαινομένων. Φυσική επιστήμη στον Αριστοτέλη είναι η φιλοσοφική γνώση του τί είναι το φύσει ον[1]. Αλλά γνώση σημαίνει εδώ τη γνώση των πρώτων αρχών και αίτιων (Φυσ. 184 a, Μετά τα Φυσ. 981 b 28-9). Για να γνωρίσωμε επομένως τη φύση στην ουσία της, πρέπει να φτάσωμε ως τις πρώτες αρχές και τα αίτια των φύσει όντων.

 Διακρίνει ο Αριστοτέλης τα ἡμῖν γνώριμα από τα τῇ φύσει γνώριμα ή ἁπλῶς γνώριμα. Αυτό που για μάς είναι πρώτο, είναι κατά την ουσία του το λιγότερο γνώριμο και φανερό. Έτσι, για μας π.χ. τα επί μέρους δέντρα, που αντιλαμβανόμαστε μέσα από τις αισθήσεις, είναι πιο γνώριμα και φανερά. Αλλά τα δεδομένα των αισθήσεων ποτέ δεν θα μας έδιναν αυτό εκεί ή εκείνο εκεί το συγκεκριμένο δέντρο, αν δεν είχαμε ήδη μπροστά στα μάτια μας το δέντρο «καθόλου». Αυτό είναι που ρίχνει το φώς εκείνο, κάτω από το οποίο βλέπομε (αντιλαμβανόμαστε) τα επί μέρους δέντρα[2]. Θα νόμιζε γι’ αυτό κανείς ότι αυτό το «δέντρο καθόλου» είναι πιο γνώριμο και φανερό σε μάς από τα συγκεκριμένα δέντρα που εμφανίζονται μέσα από τις αισθήσεις. Κι όμως το «καθόλου» είναι για μάς το λιγότερο φανερό και γνώριμο. Η φιλοσοφική έτσι σκέψη αρχίζει με τη διάκριση αύτη ανάμεσα στα καθόλου και τα καθ' ἕκαστα (184 a 18 επ.). Μπορούμε μάλιστα να πούμε, όπως διευκρινίζει ο Αριστοτέλης στο τέλος του πρώτου κεφαλαίου, ότι ο δρόμος της φιλοσοφίας οδηγεί από το «όνομα» στον «λόγο». Η φιλοσοφία προσπαθεί να συλλάβη αυτό που στο όνομα παρουσιάζεται αόριστα και γενικά, προσδιορίζοντάς το κατά τρόπο όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένο.

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2025

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ (2)

  Συνέχεια από: Σάββατο 6 Μαίου 2023

.Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ 

Στην σκέψη του Σέλλινγκ.

Τού Giuseppe Semerari.

  Ότι η φιλοσοφία τής φύσεως είναι, από μία οπτική γωνία, ουσιώδης, το χρυσό κλειδί για να ανοίξουμε τις κύριες πόρτες τού μεγαλειώδους θεωρητικού οικοδομήματος τού Σέλλινγκ, είναι κάτι που προκύπτει, χωρίς μεγάλες δυσκολίες, από μία σειρά γραπτών του. Όταν η φιλοσοφία τής φύσεως δεν είναι, με άμεσο και ευθύ τρόπο, στο παιχνίδι, κάτι που συμβαίνει στα γραπτά τα οποία προορίζονται γι’αυτή, οι λόγοι και τα νοήματα τα οποία την υποστηρίζουν παρεμβαίνουν για να διαγράψουν τον θεωρητικό ορίζοντα  μέσα στον οποίο ο Σέλινγκ ερμηνεύει τις πιο ειδικές καταστάσεις τής έρευνάς του. Είδαμε παραπάνω πώς το σύστημα τής ταυτότητος δεν θα πραγματοποιείτο χωρίς την βοήθεια τής φιλοσοφίας τής φύσης, μάλιστα αυτό χρησίμευσε ακριβώς για να αποδείξει, ενάντια στον Φίχτε, το ανέφικτο τής μειώσεως τής φύσεως σε μία απλή αναπαράσταση τού ανθρώπινου υποκειμένου. Αλλά η οπτική πού ανοίγεται από την φιλοσοφία τής φύσεως, επιτρέπει στον Σέλλινγκ να καταλήξει σε ορισμένα συμπεράσματα, στην ανάλυση για παράδειγμα των ηθικών και αισθητικών προβλημάτων και στην συνολική αξιολόγηση τής διαδρομής τής μοντέρνας φιλοσοφίας.

          Η τρίτη αρχή τής πρακτικής φιλοσοφίας τού “συστήματος τού υπερβατικού ιδεαλισμού” αφορά την σχέση ανάμεσα στήν επιθυμία και τον εξωτερικό κόσμο. Πώς συμβαίνει το πέρασμα από την επιθυμία, η οποία είναι υποκειμενική  ενέργεια τής συνειδήσεως, στον αντικειμενικό κόσμο; Χωρίς αντικειμενοποίηση η πράξη δεν είναι πραγματική και λείποντας η πραγματικότης στην πράξη, η επιθυμία παραμένει αφηρημένη απόπειρα, αδυναμία. Η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στο έδαφος τής δυαλιστικής μεταφυσικής, τής οποίας το κλασσικό μοντέλο στην σύγχρονη εποχή, δόθηκε από τον Καρτέσιο, και ισχυρίζεται τήν απόλυτη ετερογένεια της συνειδήσεως και του μοντέρνου κόσμου. Ούτε στο πλαίσιο τού ιδεαλισμού τού Φίχτε, για τον οποίο ο κόσμος, η φύση, είναι εσωτερικές αναπαραστάσεις του Εγώ. Στην πρώτη περίπτωση το πέρασμα είναι αδύνατο, στην δεύτερη λείπει η πραγματοποίηση, η υλική, τής επιθυμίας.

          Η λύση τού Σέλλινγκ, στην προϋπόθεση ότι “ένα πράγμα, για το οποίο δεν είναι δυνατόν να δοθούν γενικώς οι συνθήκες στην φύση, πρέπει να είναι απλώς αδύνατον”, προκύπτει από την νέα ανάπτυξη που ιδρύεται από την φιλοσοφία τής φύσεως, στην προοπτική τής ταυτότητος ανάμεσα στην φύση και τήν συνείδηση! Από το ένα μέρος, αλλάζει η σχέση ανάμεσα σε διαφορετικά επίπεδα τής ίδιας διαδικασίας (η φύση είναι η πιο χαμηλή δύναμη, η συνείδηση η πιο υψηλή δύναμη), αυτό που η δυαλιστική μεταφυσική κλείνει σε αμοιβαία ακαμψία ουσιών ποιοτικώς άμετρες και από το άλλο μέρος παύοντας η συνείδηση να είναι ιδεαλιστικώς το Απόλυτο, του οποίου αντιθέτως είναι μόνον η ιδανική πλευρά, γίνεται αποδεκτή η πραγματική ανεξαρτησία τής φύσεως. Η ομογένεια τής αρχής ανάμεσα στην φύση και την συνείδηση, παρά την διαφορά τών βαθμών δύναμης, καθιστά εφικτό το πέρασμα από την επιθυμία στον κόσμο και επομένως παύει να είναι ψευδαισθησιακή η επιθυμητή πράξη.

          Παραμένοντας στο επίπεδο τής θεματικής τής ηθικής βρίσκουμε επι πλέον ότι η θεωρία τού κακού, ανεπτυγμένη από τον Σέλλινγκ  στις “Φιλοσοφικές έρευνες στην ουσία τής ανθρώπινης ελευθερίας” δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνον στο φως τής διαλεκτικής Θεολογίας τών ιδίων τών Ερευνών και αυτή, από μέρους της, είναι η επανεπεξεργασία, μέσω τών αρχών τής φιλοσοφίας τής φύσεως, τής κοινής έννοιας τού Θεού. Το κακό είναι το γεγονός ότι “ο άνθρωπος, αντί να θέσει την ατομικότητά του, την βάση και το όργανο, μπορεί να την υψώσει σε κυρίαρχη αρχή και σε κλειδί κάθε επιθυμίας, προσπαθώντας να καταστήσει το καθαυτό πνευματικό, ένα μέσον”. Λόγω τής κτιστότητός του, στον άνθρωπο δρούν δύο θελήσεις, η μία ιδιαίτερη, η οποία είναι η ώθηση στον χωρισμό ώστε να αποτελέσει ένα όλον εγωϊστικά, για τον εαυτό του, η άλλη, καθολική, που είναι η αγάπη, μία θέληση διαφωτισμένη από το φως τής νοήσεως, με την οποία ενωνόμαστε με όλο το υπόλοιπο και αυτό που είναι περιφερειακό δεν απαιτεί να είναι το κέντρο. Αλλά στον άνθρωπο με την διαμάχη τών επιθυμιών του, αντικατοπτρίζεται η διαλεκτική τού Θεού, η οποία “για να μπορεί να είναι, έχει ανάγκη ενός θεμελίου, μόνο που αυτό δεν είναι έξω από αυτόν, αλλά σ’αυτόν και έχει εις εαυτόν μία φύση, και παρότι ανήκει σ’αυτόν, είναι ξεχωριστή από αυτόν”. Ο Θεός έχει εις εαυτόν ένα σκοτεινό θεμέλιο, που είναι επιθυμία να γεννήσει τον εαυτό του μέσω τής συμπαντικής, καθολικής δημιουργίας,  η οποία πραγματοποιήθηκε μέσω τής νοήσεως, τής επιθυμίας τής επιθυμίας. Έχει σημασία που ο Σέλλινγκ εικονίζει αναλογικώς την σχέση ανάμεσα στον Θεό και στην φύση Του με την σχέση “η οποία διαπερνά τήν δύναμη τής βαρύτητος και τό φως τής φύσεως. Η δύναμις τής βαρύτητος προηγείται τού φωτός σαν το αιώνιό του, σκοτεινό θεμέλιο, το οποίο δεν είναι, αυτή η ίδια ενέργεια και διαλύεται στην νύχτα, ενώ ανατέλλει ο ήλιος (το υπαρκτό). Είναι εξίσου σημαντικό ότι στο κορυφαίο σημείο τών ερευνών, ο Σέλλινγκ επικαλείται την φιλοσοφία τής φύσης όπως ανεπτύχθη στην έκθεση τού 1801, όπου η φύση ορίζεται σαν “η απόλυτη ταυτότης γενικώς, καθότι υπολογίζεται όχι σαν ουσιώδες αλλά σαν θεμέλιο του Είναι της” και έτσι ονομάζεται φύσις όλο αυτό που βρίσκεται πέραν τού απολύτου είναι τής απολύτου ταυτότητος”. Ενώ στον Θεό, οι δύο αρχές τής σκιάς και τού φωτός, τής ιδιαίτερης επιθυμίας και τής καθολικής επιθυμίας, τής φύσεως τού Θεού και του ιδίου τού Θεού είναι αδιαιρέτως ενωμένες, στον άνθρωπο μπορούν να παραμείνουν χωρισμένες. Η δυνατότης τής ενότητος και τού διαχωρισμού, βρίσκεται στον Θεό, στον Θεό όμως, στο μέτρο στο οποίο εμπλέκεται και, ας πούμε συμβιβάζεται, με την λογική τής αρχής της φύσεως.

Συνεχίζεται

Ο ΘΕΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΝΟΗΣΕΩΣ ΔΗΛ. ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΦΥΣΕΩΣ. ΕΠΕΙΔΗ ΟΜΩΣ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ ΦΥΣΙΣ ΣΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΜΑ, ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΔΗΛ. ΦΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ, ΚΑΤΑΝΟΟΥΜΕ ΕΥΚΟΛΑ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΠΟΥ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΟΝ ΝΟΥ.  ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΙΑΣ, ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕΩΣ ΔΙΟΤΙ Η ΕΡΩΤΗΣΗ Η ΙΔΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΜΟΝΟΣΗΜΑΝΤΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΟΝΟΔΙΑΣΤΑΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ.

Αμέθυστος.

Κυριακή 8 Ιουνίου 2025

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ (1)

    Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ 

Στην σκέψη του Σέλλινγκ.

Τού Giuseppe Semerari.

1. από απόψεως τυπικής, η φιλοσοφία τής φύσεως, στον Σέλλινγκ είναι μόνον μία πλευρά, η πραγματική πλευρά, τού συστήματος τής φιλοσοφίας. Κινούμενος από την προϋπόθεση, ότι η γνώση σε κάθε της τροπισμό, βασίζεται στην συμφωνία δύο στοιχείων, το ένα υποκειμενικό, το άλλο αντικειμενικό και γι’αυτό είναι η “φύση η ολότης τών αντικειμενικών στοιχείων στην γνώση μας, ενώ το σύνολο όλων των υποκειμενικών στοιχείων λέγονται “εγώ” ή νόηση”, ο Σέλλινγκ αρθρώνει την φιλοσοφία σέ δύο αναγκαίες βασικές επιστήμες: τήν φιλοσοφία τής φύσεως και την υπερβατική φιλοσοφία. Η μία ασχολείται με την λύση των προβλημάτων, δεδομένου τού αντικειμένου, δηλαδή τής φύσης, πού δημιουργούνται όταν τής προστίθεται ένα υποκείμενο το οποίο συμφωνεί μ’αυτό. “Ενώ η άλλη προσπαθεί να εξηγήσει πώς, δεδομένου τού υποκειμένου, δηλαδή της νοήσεως, προστίθεται ένα αντικείμενο που συμφωνεί μαζί του! Με άλλα λόγια, στον φορμαλισμό τού συστήματος, φιλοσοφία τής φύσης και υπερβατική φιλοσοφία,  με τέλεια ισότητα, είναι η απόδειξη, πραγματοποιημένη με δύο διαφορετικούς  και αντίθετους τρόπους, τής ενότητος τής γνώσεως και τής αλήθειας, καί δεν συνίσταται σε τίποτε άλλο πέραν τής συμφωνίας τών αναπαραστάσεων με τα αντικείμενά τους.

          Ξεκινώντας από το γραπτό τού 1801, «Έκθεση τού φιλοσοφικού μου συστήματος», ο Σέλλινγκ υιοθετεί την έκφραση “φιλοσοφία τής ταυτότητος” για να υπογραμμίσει το καθαυτό φιλοσοφικό σύστημα, στην ενότητα τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας. Στην πραγματικότητα, η φιλοσοφία τής ταυτότητος δεν αντιπροσωπεύει, στην εξέλιξη τής σκέψης τού Σέλλινγκ, μία τρίτη στιγμή, η οποία συγχωνεύει στην συνέχεια τών ήδη δεδομένων στιγμών (σαν την σύνθεση τού Χέγκελ) τής φιλοσοφίας τής φύσης και τής υπερβατικής φιλοσοφίας, τίς στιγμές αυτές. Ο τελευταίος Σέλλινγκ στο ΧVI μάθημα τής “εισαγωγής στην φιλοσοφία τής μυθολογίας” θυμίζει ότι ο όρος ταυτότης χρησιμοποιήθηκε απ’ αυτόν για να διακρίνει το σύστημά του από τού Φίχτε,  “ο οποίος δεν άφηνε στην φύση καμία ανεξάρτητη ύπαρξη, αλλά την θεωρούσε ένα τυχαίο γεγονός τού ανθρώπινου Εγώ”. Αυτό σημαίνει ότι η αρχή τής ταυτότητος είναι, στην ιδιαιτερότητά της, καταγωγικώς δεμένη στην φιλοσοφία τής φύσεως και είναι ήδη παρούσα στην φιλοσοφία τής φύσεως και στην υπερβατική φιλοσοφία όπως συστάθηκαν (οικοδομήθηκαν) από τον Σέλλινγκ. Με άλλα λόγια, εάν η φιλοσοφία τής φύσεως και η υπερβατική φιλοσοφία είναι οι υλικές συνθήκες τού συστήματος τής ταυτότητος, η ιδέα τού συστήματος τής ταυτότητος, με την σειρά της, είναι η λογική συνθήκη τών δύο συστημάτων τής φιλοσοφίας του. Οφείλεται δέ στο γεγονός ότι τίθενται στην προοπτική τής ταυτότητος, τό ότι από το ένα μέρος η φιλοσοφία τής φύσης τού Σέλλινγκ διακρίνεται με ιδιαίτερα οξύ τρόπο από το πλήθος τών φιλοσοφιών τής φύσεως, με τις οποίες είναι γεμάτη η κουλτούρα τής γερμανικής φιλοσοφίας τού όψιμου Διαφωτισμού και τού Ρομαντισμού και από το άλλο, η υπερβατική φιλοσοφία, παρότι περιέχει πολλά χαρακτηριστικά κλειδιά, δεν είναι η απλή και καθαρή επανάληψη τού ιδεαλισμού τού Φίχτε. Από αυτό προέρχεται η στάση τής ίσης αποστάσεως τού συστήματος τού Σέλλινγκ απέναντι τόσο στον φυσιοκρατικό μηχανικισμό, όσο και στον ιδεαλισμό. Όπως ειπώθηκε στο μέρος των "Μαθημάτων τού Μονάχου", που είναι αφιερωμένο στην φιλοσοφία τής φύσης -αυθεντικό δοκίμιο αυτοιστοριογραφίας διανοητικής και φιλοσοφικής- το σύστημά του, από την στιγμή που εδραιώθηκε στην ανεξαρτησία του από τον Φίχτε, αντιπροσώπευσε την εναλλαγή τόσο του ιδεαλισμού του Φίχτε, ο οποίος ασκούσε βία σε κάθε φυσική αναπαράσταση όσο και στον χονδροειδή υλισμό και τόν αισθητισμό που είχαν διαδοθεί τότε σ ’όλη την Ευρώπη (εκτός της Γερμανίας) και ίδρυσε την συνειδητοποίηση, η οποία στην συνέχεια έγινε κοινό αγαθό, και στην Γερμανία, άρθρο πίστης, ότι “αυτό που σε μάς γνωρίζει είναι ταυτόν μ’αυτό που γνωρίζεται”.

          Ο Σέλλινγκ δεν λυπήθηκε τις τόσες του προσπάθειες να γίνει κατανοητό ότι η ταυτότης δεν είναι το αριθμητικό αποτέλεσμα τής άθροισης τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας, αλλά το σχήμα ή το μοντέλο τών αντίστοιχων προγραμματισμών και τής σύγκλισης τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας. Στην εισαγωγή τού κειμένου τού 1801, στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη, ο Σέλλινγκ υπογραμμίζει ότι προσπαθεί από πολλών ετών να εκθέσει την μόνη φιλοσοφία την οποία αναγνωρίζει σαν αληθινή και ότι φτάνοντας στην παρουσίαση, για πρώτη φορά, όλου του συστήματος, δεν μπορεί να μην αναφέρει ότι είναι το ίδιο που χρησίμευσε σαν βάση στα προηγούμενα γραπτά, το ίδιο σύστημα προς το οποίο κατευθύνθηκε από πάντα τόσο στην υπερβατική όσο και στην φιλοσοφία τής φύσεως. Αναλόγως στο κείμενο τού 1802, «Στην σχέση τής φιλοσοφίας τής φύσης με την φιλοσοφία γενικώς», τονίζεται ότι η καθαυτή φιλοσοφία τής φύσης, είναι ολόκληρη η φιλοσοφία,… όλη η φιλοσοφία μπορεί να ονομασθεί φιλοσοφία της φύσης, όταν υπολογίζεται από την θεωρητική πλευρά… η φιλοσοφία τής φύσης μπορεί να προέλθει μόνον από ένα σύστημα τής απολύτου ταυτότητος και μπορεί να συλληφθεί και να γνωσθεί μόνον σε ένα τέτοιο σύστημα! Τέλος στην πρόσθεση, στήν «Εισαγωγή στις ιδέες για μία φιλοσοφία τής φύσης», στην δεύτερη έκδοση τού 1803, δηλώνεται ότι η φιλοσοφία τής φύσης, εάν υπολογισθεί από την φιλοσοφική πλευρά, αντιπροσωπεύει την πληρέστερη μέχρι στιγμής προσπάθεια εκθέσεως τής θεωρίας τών ιδεών και τής ταυτότητος τής φύσεως με τον κόσμο τών ιδεών. Για να έχουμε καθαρά υπ’όψιν μας την σχέση η οποία διατρέχει ανάμεσα στην φιλοσοφία τής φύσης, την υπερβατική φιλοσοφία και την φιλοσοφία τής ταυτότητος, ας δούμε μία σειρά από συνέπειες ιστορικού και θεωρητικού χαρακτήρος.

          Κατά πρώτον, βλέπουμε πώς είναι απρόσεκτη η τάση, ορισμένων αναγνωστών και κριτικών τού Σέλινγκ, στο υπερβολικό μοίρασμα, στην περιοδικότητα του σχηματισμού και τής εξελίξεως, τής σκέψης του!

          Κατά δεύτερον, τα γραπτά, παραδοσιακώς περιεχόμενα στην φιλοσοφία τής ταυτότητος, δεν είναι, στ’ αλήθεια, παρά η εξήγηση και η σύνδεση τυπικά, τών αποτελεσμάτων μίας έρευνας η οποία έχει ήδη τεθεί και αναπτυχθεί με τα έργα τής φιλοσοφίας τής φύσεως και τής υπερβατικής φιλοσοφίας.

          Κατά τρίτον, είναι δυνατόν να αναγνωρίσουμε στην ίση απόσταση, που λαμβάνει το σύστημα τού Σέλλινγκ, απέναντι στον ιδεαλισμό και στον παιδαριώδη υλισμό, από το ένα μέρος, την επαναπρόσληψη τής τυπικής κριτικιστικής Καντιανής θέσεως, συνοδευόμενης όμως από τα εμπόδια και τίς αντιφάσεις τού μεταφυσικού δυαλισμού και από την άλλη, την προδιατύπωση όσων, στην "Πρώτη γλώσσα στον Φόιερμπαχ", προτείνει ο Μαρξ, απωθώντας μαζί τον λαϊκό υλισμό και τον ιδεαλισμό, παρότι στον Σέλλινγκ μένει ξένη η προβληματική τής πράξης η οποία είναι βασική στον Μαρξ, τουλάχιστον όπως την συνέλαβε ο Μαρξ.

          Και τέταρτον προκύπτει η σπουδαιότης τής φιλοσοφίας τής φύσεως για τον Σέλλινγκ, πέραν τού περιορισμού της ότι είναι μόνον μία πλευρά, η πραγματική πλευρά, τού συστήματος τής φιλοσοφίας.

Συνεχίζεται

ΕΝΑΣ ΚΑΚΟΣ ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΜΕ ΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ, ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ. ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΚΑΘΙΣΤΑ ΑΔΥΝΑΤΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ Η ΟΠΟΙΑ ΕΝΩΝΕΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑΥΣΜΑ ΣΤΗΝ ΚΩΜΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΟΥ. ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΥΤΙΣΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΦΥΣΕΩΣ.

Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

 Ν. Γ. ΑΥΓΕΛΗΣ, Θεσσαλονίκη (1972)

Φυσική επιστήμη δεν είναι για τον Αριστοτέλη αυτή που ξέρομε σήμερα : η γνώση δηλαδή των σχέσεων μεταξύ των φυσικών φαινομένων. Φυσική επιστήμη στον Αριστοτέλη είναι η φιλοσοφική γνώση του τί είναι το φύσει ον[1]. Αλλά γνώση σημαίνει εδώ τη γνώση των πρώτων αρχών και αίτιων (Φυσ. 184 a, Μετά τα Φυσ. 981 b 28-9). Για να γνωρίσωμε επομένως τη φύση στην ουσία της, πρέπει να φτάσωμε ως τις πρώτες αρχές και τα αίτια των φύσει όντων.

 Διακρίνει ο Αριστοτέλης τα ἡμῖν γνώριμα από τα τῇ φύσει γνώριμα ή ἁπλῶς γνώριμα. Αυτό που για μάς είναι πρώτο, είναι κατά την ουσία του το λιγότερο γνώριμο και φανερό. Έτσι, για μας π.χ. τα επί μέρους δέντρα, που αντιλαμβανόμαστε μέσα από τις αισθήσεις, είναι πιο γνώριμα και φανερά. Αλλά τα δεδομένα των αισθήσεων ποτέ δεν θα μας έδιναν αυτό εκεί ή εκείνο εκεί το συγκεκριμένο δέντρο, αν δεν είχαμε ήδη μπροστά στα μάτια μας το δέντρο «καθόλου». Αυτό είναι που ρίχνει το φώς εκείνο, κάτω από το οποίο βλέπομε (αντιλαμβανόμαστε) τα επί μέρους δέντρα[2]. Θα νόμιζε γι’ αυτό κανείς ότι αυτό το «δέντρο καθόλου» είναι πιο γνώριμο και φανερό σε μάς από τα συγκεκριμένα δέντρα που εμφανίζονται μέσα από τις αισθήσεις. Κι όμως το «καθόλου» είναι για μάς το λιγότερο φανερό και γνώριμο. Η φιλοσοφική έτσι σκέψη αρχίζει με τη διάκριση αύτη ανάμεσα στα καθόλου και τα καθ' ἕκαστα (184 a 18 επ.). Μπορούμε μάλιστα να πούμε, όπως διευκρινίζει ο Αριστοτέλης στο τέλος του πρώτου κεφαλαίου, ότι ο δρόμος της φιλοσοφίας οδηγεί από το «όνομα» στον «λόγο». Η φιλοσοφία προσπαθεί να συλλάβη αυτό που στο όνομα παρουσιάζεται αόριστα και γενικά, προσδιορίζοντάς το κατά τρόπο όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένο.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ (2)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2025

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Στην σκέψη του Σέλλινγκ.

Τού Giuseppe Semerari.

1. από απόψεως τυπικής, η φιλοσοφία τής φύσεως, στον Σέλλινγκ είναι μόνον μία πλευρά, η πραγματική πλευρά, τού συστήματος τής φιλοσοφίας. Κινούμενος από την προϋπόθεση, ότι η γνώση σε κάθε της τροπισμό, βασίζεται στην συμφωνία δύο στοιχείων, το ένα υποκειμενικό, το άλλο αντικειμενικό και γι’αυτό είναι η “φύση η ολότης τών αντικειμενικών στοιχείων στην γνώση μας, ενώ το σύνολο όλων των υποκειμενικών στοιχείων λέγονται “εγώ” ή νόηση”, ο Σέλλινγκ αρθρώνει την φιλοσοφία σέ δύο αναγκαίες βασικές επιστήμες: τήν φιλοσοφία τής φύσεως και την υπερβατική φιλοσοφία. Η μία ασχολείται με την λύση των προβλημάτων, δεδομένου τού αντικειμένου, δηλαδή τής φύσης, πού δημιουργούνται όταν τής προστίθεται ένα υποκείμενο το οποίο συμφωνεί μ’αυτό. “Ενώ η άλλη προσπαθεί να εξηγήσει πώς, δεδομένου τού υποκειμένου, δηλαδή της νοήσεως, προστίθεται ένα αντικείμενο που συμφωνεί μαζί του! Με άλλα λόγια, στον φορμαλισμό τού συστήματος, φιλοσοφία τής φύσης και υπερβατική φιλοσοφία,  με τέλεια ισότητα, είναι η απόδειξη, πραγματοποιημένη με δύο διαφορετικούς  και αντίθετους τρόπους, τής ενότητος τής γνώσεως και τής αλήθειας, καί δεν συνίσταται σε τίποτε άλλο πέραν τής συμφωνίας τών αναπαραστάσεων με τα αντικείμενά τους.

Ότι η φιλοσοφία τής φύσεως είναι, από μία οπτική γωνία, ουσιώδης, το χρυσό κλειδί για να ανοίξουμε τις κύριες πόρτες τού μεγαλειώδους θεωρητικού οικοδομήματος τού Σέλλινγκ, είναι κάτι που προκύπτει, χωρίς μεγάλες δυσκολίες, από μία σειρά γραπτών του. Όταν η φιλοσοφία τής φύσεως δεν είναι, με άμεσο και ευθύ τρόπο, στο παιχνίδι, κάτι που συμβαίνει στα γραπτά τα οποία προορίζονται γι’αυτή, οι λόγοι και τα νοήματα τα οποία την υποστηρίζουν παρεμβαίνουν για να διαγράψουν τον θεωρητικό ορίζοντα  μέσα στον οποίο ο Σέλινγκ ερμηνεύει τις πιο ειδικές καταστάσεις τής έρευνάς του. Είδαμε παραπάνω πώς το σύστημα τής ταυτότητος δεν θα πραγματοποιείτο χωρίς την βοήθεια τής φιλοσοφίας τής φύσης, μάλιστα αυτό χρησίμευσε ακριβώς για να αποδείξει, ενάντια στον Φίχτε, το ανέφικτο τής μειώσεως τής φύσεως σε μία απλή αναπαράσταση τού ανθρώπινου υποκειμένου. Αλλά η οπτική πού ανοίγεται από την φιλοσοφία τής φύσεως, επιτρέπει στον Σέλλινγκ να καταλήξει σε ορισμένα συμπεράσματα, στην ανάλυση για παράδειγμα των ηθικών και αισθητικών προβλημάτων και στην συνολική αξιολόγηση τής διαδρομής τής μοντέρνας φιλοσοφίας.

          Η τρίτη αρχή τής πρακτικής φιλοσοφίας τού “συστήματος τού υπερβατικού ιδεαλισμού” αφορά την σχέση ανάμεσα στήν επιθυμία και τον εξωτερικό κόσμο. Πώς συμβαίνει το πέρασμα από την επιθυμία, η οποία είναι υποκειμενική  ενέργεια τής συνειδήσεως, στον αντικειμενικό κόσμο; Χωρίς αντικειμενοποίηση η πράξη δεν είναι πραγματική και λείποντας η πραγματικότης στην πράξη, η επιθυμία παραμένει αφηρημένη απόπειρα, αδυναμία. Η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στο έδαφος τής δυαλιστικής μεταφυσικής, τής οποίας το κλασσικό μοντέλο στην σύγχρονη εποχή, δόθηκε από τον Καρτέσιο, και ισχυρίζεται τήν απόλυτη ετερογένεια της συνειδήσεως και του μοντέρνου κόσμου. Ούτε στο πλαίσιο τού ιδεαλισμού τού Φίχτε, για τον οποίο ο κόσμος, η φύση, είναι εσωτερικές αναπαραστάσεις του Εγώ. Στην πρώτη περίπτωση το πέρασμα είναι αδύνατο, στην δεύτερη λείπει η πραγματοποίηση, η υλική, τής επιθυμίας.

          Η λύση τού Σέλλινγκ, στην προϋπόθεση ότι “ένα πράγμα, για το οποίο δεν είναι δυνατόν να δοθούν γενικώς οι συνθήκες στην φύση, πρέπει να είναι απλώς αδύνατον”, προκύπτει από την νέα ανάπτυξη που ιδρύεται από την φιλοσοφία τής φύσεως, στην προοπτική τής ταυτότητος ανάμεσα στην φύση και τήν συνείδηση! Από το ένα μέρος, αλλάζει η σχέση ανάμεσα σε διαφορετικά επίπεδα τής ίδιας διαδικασίας (η φύση είναι η πιο χαμηλή δύναμη, η συνείδηση η πιο υψηλή δύναμη), αυτό που η δυαλιστική μεταφυσική κλείνει σε αμοιβαία ακαμψία ουσιών ποιοτικώς άμετρες και από το άλλο μέρος παύοντας η συνείδηση να είναι ιδεαλιστικώς το Απόλυτο, του οποίου αντιθέτως είναι μόνον η ιδανική πλευρά, γίνεται αποδεκτή η πραγματική ανεξαρτησία τής φύσεως. Η ομογένεια τής αρχής ανάμεσα στην φύση και την συνείδηση, παρά την διαφορά τών βαθμών δύναμης, καθιστά εφικτό το πέρασμα από την επιθυμία στον κόσμο και επομένως παύει να είναι ψευδαισθησιακή η επιθυμητή πράξη.

          Παραμένοντας στο επίπεδο τής θεματικής τής ηθικής βρίσκουμε επι πλέον ότι η θεωρία τού κακού, ανεπτυγμένη από τον Σέλλινγκ  στις “Φιλοσοφικές έρευνες στην ουσία τής ανθρώπινης ελευθερίας” δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνον στο φως τής διαλεκτικής Θεολογίας τών ιδίων τών Ερευνών και αυτή, από μέρους της, είναι η επανεπεξεργασία, μέσω τών αρχών τής φιλοσοφίας τής φύσεως, τής κοινής έννοιας τού Θεού. Το κακό είναι το γεγονός ότι “ο άνθρωπος, αντί να θέσει την ατομικότητά του, την βάση και το όργανο, μπορεί να την υψώσει σε κυρίαρχη αρχή και σε κλειδί κάθε επιθυμίας, προσπαθώντας να καταστήσει το καθαυτό πνευματικό, ένα μέσον”. Λόγω τής κτιστότητός του, στον άνθρωπο δρούν δύο θελήσεις, η μία ιδιαίτερη, η οποία είναι η ώθηση στον χωρισμό ώστε να αποτελέσει ένα όλον εγωϊστικά, για τον εαυτό του, η άλλη, καθολική, που είναι η αγάπη, μία θέληση διαφωτισμένη από το φως τής νοήσεως, με την οποία ενωνόμαστε με όλο το υπόλοιπο και αυτό που είναι περιφερειακό δεν απαιτεί να είναι το κέντρο. Αλλά στον άνθρωπο με την διαμάχη τών επιθυμιών του, αντικατοπτρίζεται η διαλεκτική τού Θεού, η οποία “για να μπορεί να είναι, έχει ανάγκη ενός θεμελίου, μόνο που αυτό δεν είναι έξω από αυτόν, αλλά σ’αυτόν και έχει εις εαυτόν μία φύση, και παρότι ανήκει σ’αυτόν, είναι ξεχωριστή από αυτόν”. Ο Θεός έχει εις εαυτόν ένα σκοτεινό θεμέλιο, που είναι επιθυμία να γεννήσει τον εαυτό του μέσω τής συμπαντικής, καθολικής δημιουργίας,  η οποία πραγματοποιήθηκε μέσω τής νοήσεως, τής επιθυμίας τής επιθυμίας. Έχει σημασία που ο Σέλλινγκ εικονίζει αναλογικώς την σχέση ανάμεσα στον Θεό και στην φύση Του με την σχέση “η οποία διαπερνά τήν δύναμη τής βαρύτητος και τό φως τής φύσεως. Η δύναμις τής βαρύτητος προηγείται τού φωτός σαν το αιώνιό του, σκοτεινό θεμέλιο, το οποίο δεν είναι, αυτή η ίδια ενέργεια και διαλύεται στην νύχτα, ενώ ανατέλλει ο ήλιος (το υπαρκτό). Είναι εξίσου σημαντικό ότι στο κορυφαίο σημείο τών ερευνών, ο Σέλλινγκ επικαλείται την φιλοσοφία τής φύσης όπως ανεπτύχθη στην έκθεση τού 1801, όπου η φύση ορίζεται σαν “η απόλυτη ταυτότης γενικώς, καθότι υπολογίζεται όχι σαν ουσιώδες αλλά σαν θεμέλιο του Είναι της” και έτσι ονομάζεται φύσις όλο αυτό που βρίσκεται πέραν τού απολύτου είναι τής απολύτου ταυτότητος”. Ενώ στον Θεό, οι δύο αρχές τής σκιάς και τού φωτός, τής ιδιαίτερης επιθυμίας και τής καθολικής επιθυμίας, τής φύσεως τού Θεού και του ιδίου τού Θεού είναι αδιαιρέτως ενωμένες, στον άνθρωπο μπορούν να παραμείνουν χωρισμένες. Η δυνατότης τής ενότητος και τού διαχωρισμού, βρίσκεται στον Θεό, στον Θεό όμως, στο μέτρο στο οποίο εμπλέκεται και, ας πούμε συμβιβάζεται, με την λογική τής αρχής της φύσεως.

Συνεχίζεται

Ο ΘΕΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΝΟΗΣΕΩΣ ΔΗΛ. ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΦΥΣΕΩΣ. ΕΠΕΙΔΗ ΟΜΩΣ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ ΦΥΣΙΣ ΣΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ, ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΔΗΛ. ΦΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ, ΚΑΤΑΝΟΟΥΜΕ ΕΥΚΟΛΑ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΠΟΥ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΟΝ ΝΟΥ.  ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΙΑΣ, ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕΩΣ ΔΙΟΤΙ Η ΕΡΩΤΗΣΗ Η ΙΔΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΜΟΝΟΣΗΜΑΝΤΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΟΝΟΔΙΑΣΤΑΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ.

Αμέθυστος.