Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Erich Neumann - Σχόλια στον Μύθο της Ψυχής και του Έρωτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Erich Neumann - Σχόλια στον Μύθο της Ψυχής και του Έρωτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ Στον Μύθο της Ψυχής και του Έρωτα(1)

   E R I C H   N E U M A Ν N 

Η ΨΥΧΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΘΗΛΥΚΟΥ

Η ιστορία του Έρωτα και της Ψυχής χωρίζεται σε πέντε μέρη – την εισαγωγή, τον γάμο θανάτου, την πράξη της ψυχής, τους τέσσερις άθλους, και το ευτυχισμένο τέλος – και θα ακολουθήσουμε αυτήν την διαίρεση στην ερμηνεία μας. Η ψυχή, η εκπληκτικά όμορφη πριγκίπισσα, λατρεύεται σαν μια θεά. Οι άνθρωποι παραμελούν την λατρεία της Αφροδίτης και έρχονται για να προσκυνήσουν την Ψυχή. Αυτό ξεσηκώνει την άγρια ζήλια της Αφροδίτης, που διατάζει τον γιο της Έρωτα να την εκδικηθή και να καταστρέψη την Ψυχή, κάνοντάς την να ερωτευθή «τον πιο αχρείο από τους ανθρώπους».

Με όλη την ομορφιά της, η Ψυχή παραμένει ανέραστη. Για να της βρη έναν σύζυγο, ο πατέρας της συμβουλεύεται το μαντείο, και παίρνει αυτόν τον τρομερό χρησμό:

Σ’ ένα βράχο 
ψηλό, βασιλιά, βάλε την κόρη,
Με όλη την παράταξη της επικήδειας πομπής.
Μην ελπίζης για γαμπρό από θνητή γενιά,
Αλλά ανήμερο και άγριο και από δράκου σπέρμα.
Ορμάει και τα πάντα κατακτά, πετάει με γρήγορες φτερούγες,
Με φωτιά και σπαθί κάνει τον θερισμό του˙
Μπροστά του τρέμει ο Δίας, που τον τρέμουν οι θεοί,
Αυτός ταράζει το σκοτεινό ποτάμι των νεκρών.


Υπακούοντας στην εντολή του χρησμού, οι δυστυχισμένοι γονείς εγκαταλείπουν την Ψυχή στον γάμο θανάτου με το τέρας. Περιέργως η ψυχή δεν θανατώνεται˙ μεταφέρεται από τον Ζέφυρο μακριά και αρχίζει μια παραδεισιακή ζωή με τον αόρατο άνδρα της, τον Έρωτα, που την έχει διαλέξει για γυναίκα του. Αλλά οι ζηλιάρες αδελφές της εισβάλλουν σε αυτό το ειδύλλιο της Ψυχής και του Έρωτα. Παρά τις προειδοποιήσεις του Έρωτα, η ψυχή ακούει τις αδελφές της και αποφασίζει να αιφνιδιάση το τέρας (γιατί έτσι της περιέγραψαν τον άνδρα της οι αδελφές της) την νύχτα, και να το σκοτώση. Στο επόμενο τμήμα, η Ψυχή, παρακούοντας την εντολή του Έρωτα τον κοιτάζει στο φως του λυχναριού. Αναγνωρίζει τον έρωτα σαν ένα θεό, αλλά μια καυτή σταγόνα από λάδι τον ξυπνάει, και έτσι, όπως ακριβώς την είχε προειδοποιήσει, η Ψυχή τον χάνει την ίδια στιγμή. Ακολουθούν η αναζήτηση από την Ψυχή του χαμένου της εραστή, η πάλη της με την οργή της Αφροδίτης, και η εκτέλεση των έργων που της επιβάλλει η θεά. Ο αγώνας τελειώνει με την ήττα της Ψυχής, που ανοίγει το κουτί της Περσεφόνης και πέφτει σε έναν βαθύ ύπνο. Στο τελευταίο κεφάλαιο, η Ψυχή σώζεται από τον Έρωτα, και γίνεται επάνω τον Όλυμπο η αθάνατη σύζυγός του.

Η ιστορία αρχίζει με την σύγκρουση ανάμεσα στην Ψυχή και την Αφροδίτη. Η ομορφιά της Ψυχής είναι τόσο μεγάλη, ώστε λατρεύεται σαν θεά. Λέγεται ανάμεσα στους θνητούς ότι η θεά «που αναδύθηκε από τον βυθό της γαλάζιας θάλασσας, και γεννήθηκε από τα αφρισμένα κύματα, είχε καταδεχθή να δείξη την θεότητά της σε όλο τον κόσμο, και κατοικούσε ανάμεσα σε θνητούς ανθρώπους»Αλλά ακόμη πιο προσβλητική για την Αφροδίτη είναι η βαθειά συμβολική αντίληψη ότι «ο ουρανός είχε βρέξει καινούργια δημιουργική δροσιά, και ότι η γη, όχι η θάλασσα, είχε γεννήσει σαν ένα λουλούδι μια δεύτερη Αφροδίτη, σε όλη την δόξα της παρθενικότητάς της». Σύμφωνα με αυτήν την παράξενη αντίληψη, η Ψυχή δεν ήταν πια μια ενσάρκωση της Αφροδίτης, μια ιδέα που η θεά θα μπορούσε συγκαταβατικά να την είχε ανεχθή˙ αλλά ήταν «μια δεύτερη Αφροδίτη», μια νεογέννητη καινούργια θεά. Χωρίς αμφιβολία, αυτή η «νέα αντίληψη» περιέχει έναν υπαινιγμό για την γέννηση της Αφροδίτης, η οποία σύμφωνα με τον μύθο, γεννήθηκε από τον κομμένο φαλό του Ουρανού, που είχε πέσει στην θάλασσα. Η Ψυχή, αντίθετα η «νέα Αφροδίτη», θεωρείται ότι γεννήθηκε από την γη, που την γονιμοποίησε μια σταγόνα από την δημιουργική δροσιά του ουρανού.
Θα γίνη φανερό στην ανάπτυξη του θέματός μας ότι αυτή η «νέα αντίληψη» δεν είναι προϊόν κάποιας αυθαίρετης ερμηνείας εκ μέρους μας, αλλά αγγίζει τον βαθύτερο πυρήνα του μύθου. Η διαμάχη ανάμεσα στην Αφροδίτη και την Ψυχή ήδη από την αρχή της ιστορίας, δείχνει ότι αυτό είναι το κεντρικό μοτίβο.

Η γέννηση της Ψυχής είναι ένα κρίσιμο γεγονός για την ανθρώπινη ιστορία, όπως φαίνεται από την ριζική μεταβολή της σχέσης των ανθρώπων με την Αφροδίτη. Αντιστοιχεί ακριβώς στην κραυγή «Ο μεγάλος Πάνας είναι νεκρός!» που αντήχησε στο τέλος της αρχαιότητας. «Και τώρα πολλοί θνητοί ταξίδευαν από μακριά και έπλεαν πάνω από τα μεγάλα βάθη του ωκεανού, συρρέοντας για να δουν το θαύμα και τη δόξα της εποχής τους. Τώρα κανείς δεν ταξίδευε στην Πάφο ή στην Κνίδο, ή ακόμη και στα Κύθηρα, για να μπορέσουν να δουν την θεά Αφροδίτη˙ οι τελετές της παραμελήθηκαν, τα ιερά της ερειπώθηκαν, τα ιερά της κρεβάτια έμειναν αφρόντιστα, οι γιορτές της ξεχάστηκαν, τα αγάλματά της ήταν αστεφάνωτα, οι βωμοί της έρημοι και βρώμικοι, γεμάτοι νεκρές στάχτες. Οι άνθρωποι τώρα προσεύχονταν σε ένα κορίτσι…»

Αντιδρώντας σε όλα αυτά, η Αφροδίτη, σαν μια θεά που αντιπροσωπεύει την «ταξική συνείδηση», οργίζεται τρομερά. Αυτή, «η πρώτη γεννήτρια όλων των δημιουργημάτων, η αρχική πηγή όλων των στοιχείων» να έχη αυτήν την μεταχείριση! Το όνομά της «που κατοικεί στους ουρανούς», έχει «συρθή μέσα στην γήινη λάσπη». Η ματαιοδοξία της πληγώνεται, γίνεται μια ζηλιάρα γυναίκα που διψά για εκδίκηση, και μάλιστα για την πιο κακόβουλη, ύπουλη εκδίκηση που μπορεί να σκεφθή. Αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τον γιό της Έρωτα σαν όργανο καταστροφής. Για αυτήν, το ζήτημα είναι κυρίως μια αντιζηλία ομορφιάς.

Η ζωντανή, περίτεχνη μεταχείριση αυτού του θέματος δεν θα πρέπη να μας παρασύρη ώστε να το δούμε σαν μια σκηνή της καθημερινής ζωής. Κάτι πολύ βαθύτερο υπάρχει μέσα σ’ αυτό. Η Αφροδίτη και ο γιος της ο Έρωτας, που παρακαλεί, προβάλλοντας τον δεσμό της μητρικής αγάπης, φιλώντας τον «με σφιγμένα χείλη… με μακρά και θερμά φιλιά», είναι παντοδύναμος, φοβερός θεός. Με την ελεύθερη, εντελώς αιθαίρετη θέληση των θεϊκών δυνάμεων, για τις οποίες ο θνητός άνθρωπος είναι «η βρώμικη λάσπη της γης», η Μεγάλη Μητέρα και ο θεϊκός γιός-εραστής της ξεκινούν για να τιμωρήσουν την ανθρώπινη ύβρη. Η ιστορία της Ψυχής αρχίζει μέ την κρυστάλλωση της αρχαιοελληνικής τραγωδίας.

Η ακτινοβόλα, μοχθηρή ομορφιά αυτού του αθάνατου ζευγαριού ασκεί μια γοητεία, από την οποία κανένας αναγνώστης της ιστορίας δεν μπορεί να ξεφύγη. Ο Έρωτας – το ξεροκέφαλο πραγματικά «κακό παιδί», που τα βέλη του απειλούν ακόμη και την μητέρα του και τον πατέρα του – την Αφροδίτη και τον Δία- καλείται να καταστρέψη την Ψυχή με το όπλο της Αφροδίτης και του Έρωτα, με την αγάπη. Η πριγκίπισσα πρέπει «να λειώση από τον πόθο για τον πιο αχρείο από τους ανθρώπους… έναν τόσο άθλιο, που η δυστυχία του δεν θα έχη σε όλον τον κόσμο το όμοιό της». Η παντοδύναμη θεά, η Μεγάλη Μητέρα, που η αρχέγονη εικόνα της περιβάλλεται από μια ατμόσφαιρα μαγείας και μαγγανείας, όπως την δύναμη να μετατρέπη τους ανθρώπους σε ζώα, δείχνει την θανάσιμη ερωτική μαγική της δύναμη με την απαστράπτουσα αδιαντροπιά μιας θεϊκά ανέλεγκτης και πραγματικά άκαρδης γυναίκας. Η θεία της ομορφιά, η τρομερή ματαιοδοξία και το άμετρο πάθος συμμαχούν με την τυφλή, παιχνιδιάρικη θανατερή δύναμη του έρωτα, που ρίχνει τους ανθρώπους μέσα σε τόσο απερίγραπτη δυστυχία. Έπειτα, αφού η Αφροδίτη εκφράζει την επιθυμία της να δη αυτό το όμορφο, παρθενικό λουλούδι να μαραζώνη από απελπισμένη αγάπη για ένα φρικτό απάνθρωπο τέρας, πηγαίνει «στην κοντινή ακροθαλασσιά, όπου η θάλασσα φουσκώνει και ρηχαίνει, και περπατώντας με τριανταφυλλένια πόδια στην κορυφή του αφρού, βυθίζεται στον βαθύ στεγνό πυθμένα. Οι θαλασσινοί θεοί δεν άργησαν να έρθουν να την υπηρετήσουν. Ήταν σαν να τους είχε καλέσει από πολλή ώρα, αν και είχε απλώς εκφράσει αυτή την επιθυμία». Και ακολουθεί μια μαγευτική, γεμάτη χρώματα εικόνα της Αφροδίτης που διασχίζει την θάλασσα, ενώ περιβάλλεται από Νηρηίδες που τραγουδούν ένα μελωδικό τραγούδι, και Τρίτωνες, που ένας τους σφυρίζει απαλά σε ένα κοχύλι, ένας άλλος την προστατεύει από τον ήλιο με μια μεταξωτή ομπρέλλα, και ένας τρίτος κρατάει έναν καθρέφτη μπροστά στα μάτια της. 
Αυτός είναι ο πρόλογος, που διαδραματίζεται στον ουρανό.

Συνεχίζεται

Ο Ερικ Νόϋμαν γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1905, σπούδασε ψυχίατρος και το 1934 και 1936 διέτριψε κοντά στο Καρλ Γιουγκ, στην Ζυρίχη. Αργότερα εργάστηκε στο Τέλ Αβίβ όπου και πέθανε το 1960, αφήνοντας πίσω του ένα μεγάλο κενό στην Αναλυτική Ψυχολογία. Υπήρξε πολυγράφος και μερικοί από τους τίτλους των βιβλίων του είναι: «Η τέχνη και το Δημιουργικό Ασυνείδητο», «Η Μεγάλη Μητέρα», «Έρως και ψυχή», «Ο Αρχέτυπος κόσμος του Χένρυ Μούρ», «Η ψυχολογία του βάθους και μια Νέα Ηθική».


Αμέθυστος

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ Στον Μύθο της Ψυχής και του Έρωτα

  E R I C H N E U M A Ν N 

Η ΨΥΧΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΘΗΛΥΚΟΥ

Η ιστορία του Έρωτα και της Ψυχής χωρίζεται σε πέντε μέρη – την εισαγωγή, τον γάμο θανάτου, την πράξη της ψυχής, τους τέσσερις άθλους, και το ευτυχισμένο τέλος – και θα ακολουθήσουμε αυτήν την διαίρεση στην ερμηνεία μας. Η ψυχή, η εκπληκτικά όμορφη πριγκίπισσα, λατρεύεται σαν μια θεά. Οι άνθρωποι παραμελούν την λατρεία της Αφροδίτης και έρχονται για να προσκυνήσουν την Ψυχή. Αυτό ξεσηκώνει την άγρια ζήλια της Αφροδίτης, που διατάζει τον γιο της Έρωτα να την εκδικηθή και να καταστρέψη την Ψυχή, κάνοντάς την να ερωτευθή «τον πιο αχρείο από τους ανθρώπους».

Με όλη την ομορφιά της, η Ψυχή παραμένει ανέραστη. Για να της βρη έναν σύζυγο, ο πατέρας της συμβουλεύεται το μαντείο, και παίρνει αυτόν τον τρομερό χρησμό:

Σ’ ένα βράχο 
ψηλό, βασιλιά, βάλε την κόρη,
Με όλη την παράταξη της επικήδειας πομπής.
Μην ελπίζης για γαμπρό από θνητή γενιά,
Αλλά ανήμερο και άγριο και από δράκου σπέρμα.
Ορμάει και τα πάντα κατακτά, πετάει με γρήγορες φτερούγες,
Με φωτιά και σπαθί κάνει τον θερισμό του˙
Μπροστά του τρέμει ο Δίας, που τον τρέμουν οι θεοί,
Αυτός ταράζει το σκοτεινό ποτάμι των νεκρών.


Υπακούοντας στην εντολή του χρησμού, οι δυστυχισμένοι γονείς εγκαταλείπουν την Ψυχή στον γάμο θανάτου με το τέρας. Περιέργως η ψυχή δεν θανατώνεται˙ μεταφέρεται από τον Ζέφυρο μακριά και αρχίζει μια παραδεισιακή ζωή με τον αόρατο άνδρα της, τον Έρωτα, που την έχει διαλέξει για γυναίκα του. Αλλά οι ζηλιάρες αδελφές της εισβάλλουν σε αυτό το ειδύλλιο της Ψυχής και του Έρωτα. Παρά τις προειδοποιήσεις του Έρωτα, η ψυχή ακούει τις αδελφές της και αποφασίζει να αιφνιδιάση το τέρας (γιατί έτσι της περιέγραψαν τον άνδρα της οι αδελφές της) την νύχτα, και να το σκοτώση. Στο επόμενο τμήμα, η Ψυχή, παρακούοντας την εντολή του Έρωτα τον κοιτάζει στο φως του λυχναριού. Αναγνωρίζει τον έρωτα σαν ένα θεό, αλλά μια καυτή σταγόνα από λάδι τον ξυπνάει, και έτσι, όπως ακριβώς την είχε προειδοποιήσει, η Ψυχή τον χάνει την ίδια στιγμή. Ακολουθούν η αναζήτηση από την Ψυχή του χαμένου της εραστή, η πάλη της με την οργή της Αφροδίτης, και η εκτέλεση των έργων που της επιβάλλει η θεά. Ο αγώνας τελειώνει με την ήττα της Ψυχής, που ανοίγει το κουτί της Περσεφόνης και πέφτει σε έναν βαθύ ύπνο. Στο τελευταίο κεφάλαιο, η Ψυχή σώζεται από τον Έρωτα, και γίνεται επάνω τον Όλυμπο η αθάνατη σύζυγός του.

Η ιστορία αρχίζει με την σύγκρουση ανάμεσα στην Ψυχή και την Αφροδίτη. Η ομορφιά της Ψυχής είναι τόσο μεγάλη, ώστε λατρεύεται σαν θεά. Λέγεται ανάμεσα στους θνητούς ότι η θεά «που αναδύθηκε από τον βυθό της γαλάζιας θάλασσας, και γεννήθηκε από τα αφρισμένα κύματα, είχε καταδεχθή να δείξη την θεότητά της σε όλο τον κόσμο, και κατοικούσε ανάμεσα σε θνητούς ανθρώπους». Αλλά ακόμη πιο προσβλητική για την Αφροδίτη είναι η βαθειά συμβολική αντίληψη ότι «ο ουρανός είχε βρέξει καινούργια δημιουργική δροσιά, και ότι η γη, όχι η θάλασσα, είχε γεννήσει σαν ένα λουλούδι μια δεύτερη Αφροδίτη, σε όλη την δόξα της παρθενικότητάς της». Σύμφωνα με αυτήν την παράξενη αντίληψη, η Ψυχή δεν ήταν πια μια ενσάρκωση της Αφροδίτης, μια ιδέα που η θεά θα μπορούσε συγκαταβατικά να την είχε ανεχθή˙ αλλά ήταν «μια δεύτερη Αφροδίτη», μια νεογέννητη καινούργια θεά. Χωρίς αμφιβολία, αυτή η «νέα αντίληψη» περιέχει έναν υπαινιγμό για την γέννηση της Αφροδίτης, η οποία σύμφωνα με τον μύθο, γεννήθηκε από τον κομμένο φαλό του Ουρανού, που είχε πέσει στην θάλασσα. Η Ψυχή, αντίθετα η «νέα Αφροδίτη», θεωρείται ότι γεννήθηκε από την γη, που την γονιμοποίησε μια σταγόνα από την δημιουργική δροσιά του ουρανού.
Θα γίνη φανερό στην ανάπτυξη του θέματός μας ότι αυτή η «νέα αντίληψη» δεν είναι προϊόν κάποιας αυθαίρετης ερμηνείας εκ μέρους μας, αλλά αγγίζει τον βαθύτερο πυρήνα του μύθου. Η διαμάχη ανάμεσα στην Αφροδίτη και την Ψυχή ήδη από την αρχή της ιστορίας, δείχνει ότι αυτό είναι το κεντρικό μοτίβο.

Η γέννηση της Ψυχής είναι ένα κρίσιμο γεγονός για την ανθρώπινη ιστορία, όπως φαίνεται από την ριζική μεταβολή της σχέσης των ανθρώπων με την Αφροδίτη. Αντιστοιχεί ακριβώς στην κραυγή «Ο μεγάλος Πάνας είναι νεκρός!» που αντήχησε στο τέλος της αρχαιότητας. «Και τώρα πολλοί θνητοί ταξίδευαν από μακριά και έπλεαν πάνω από τα μεγάλα βάθη του ωκεανού, συρρέοντας για να δουν το θαύμα και τη δόξα της εποχής τους. Τώρα κανείς δεν ταξίδευε στην Πάφο ή στην Κνίδο, ή ακόμη και στα Κύθηρα, για να μπορέσουν να δουν την θεά Αφροδίτη˙ οι τελετές της παραμελήθηκαν, τα ιερά της ερειπώθηκαν, τα ιερά της κρεβάτια έμειναν αφρόντιστα, οι γιορτές της ξεχάστηκαν, τα αγάλματά της ήταν αστεφάνωτα, οι βωμοί της έρημοι και βρώμικοι, γεμάτοι νεκρές στάχτες. Οι άνθρωποι τώρα προσεύχονταν σε ένα κορίτσι…»

Αντιδρώντας σε όλα αυτά, η Αφροδίτη, σαν μια θεά που αντιπροσωπεύει την «ταξική συνείδηση», οργίζεται τρομερά. Αυτή, «η πρώτη γεννήτρια όλων των δημιουργημάτων, η αρχική πηγή όλων των στοιχείων» να έχη αυτήν την μεταχείριση! Το όνομά της «που κατοικεί στους ουρανούς», έχει «συρθή μέσα στην γήινη λάσπη». Η ματαιοδοξία της πληγώνεται, γίνεται μια ζηλιάρα γυναίκα που διψά για εκδίκηση, και μάλιστα για την πιο κακόβουλη, ύπουλη εκδίκηση που μπορεί να σκεφθή. Αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τον γιό της Έρωτα σαν όργανο καταστροφής. Για αυτήν, το ζήτημα είναι κυρίως μια αντιζηλία ομορφιάς.

Η ζωντανή, περίτεχνη μεταχείριση αυτού του θέματος δεν θα πρέπη να μας παρασύρη ώστε να το δούμε σαν μια σκηνή της καθημερινής ζωής. Κάτι πολύ βαθύτερο υπάρχει μέσα σ’ αυτό. Η Αφροδίτη και ο γιος της ο Έρωτας, που παρακαλεί, προβάλλοντας τον δεσμό της μητρικής αγάπης, φιλώντας τον «με σφιγμένα χείλη… με μακρά και θερμά φιλιά», είναι παντοδύναμος, φοβερός θεός. Με την ελεύθερη, εντελώς αιθαίρετη θέληση των θεϊκών δυνάμεων, για τις οποίες ο θνητός άνθρωπος είναι «η βρώμικη λάσπη της γης», η Μεγάλη Μητέρα και ο θεϊκός γιός-εραστής της ξεκινούν για να τιμωρήσουν την ανθρώπινη ύβρη. Η ιστορία της Ψυχής αρχίζει μέ την κρυστάλλωση της αρχαιοελληνικής τραγωδίας.

Η ακτινοβόλα, μοχθηρή ομορφιά αυτού του αθάνατου ζευγαριού ασκεί μια γοητεία, από την οποία κανένας αναγνώστης της ιστορίας δεν μπορεί να ξεφύγη. Ο Έρωτας – το ξεροκέφαλο πραγματικά «κακό παιδί», που τα βέλη του απειλούν ακόμη και την μητέρα του και τον πατέρα του – την Αφροδίτη και τον Δία- καλείται να καταστρέψη την Ψυχή με το όπλο της Αφροδίτης και του Έρωτα, με την αγάπη. Η πριγκίπισσα πρέπει «να λειώση από τον πόθο για τον πιο αχρείο από τους ανθρώπους… έναν τόσο άθλιο, που η δυστυχία του δεν θα έχη σε όλον τον κόσμο το όμοιό της». Η παντοδύναμη θεά, η Μεγάλη Μητέρα, που η αρχέγονη εικόνα της περιβάλλεται από μια ατμόσφαιρα μαγείας και μαγγανείας, όπως την δύναμη να μετατρέπη τους ανθρώπους σε ζώα, δείχνει την θανάσιμη ερωτική μαγική της δύναμη με την απαστράπτουσα αδιαντροπιά μιας θεϊκά ανέλεγκτης και πραγματικά άκαρδης γυναίκας. Η θεία της ομορφιά, η τρομερή ματαιοδοξία και το άμετρο πάθος συμμαχούν με την τυφλή, παιχνιδιάρικη θανατερή δύναμη του έρωτα, που ρίχνει τους ανθρώπους μέσα σε τόσο απερίγραπτη δυστυχία. Έπειτα, αφού η Αφροδίτη εκφράζει την επιθυμία της να δη αυτό το όμορφο, παρθενικό λουλούδι να μαραζώνη από απελπισμένη αγάπη για ένα φρικτό απάνθρωπο τέρας, πηγαίνει «στην κοντινή ακροθαλασσιά, όπου η θάλασσα φουσκώνει και ρηχαίνει, και περπατώντας με τριανταφυλλένια πόδια στην κορυφή του αφρού, βυθίζεται στον βαθύ στεγνό πυθμένα. Οι θαλασσινοί θεοί δεν άργησαν να έρθουν να την υπηρετήσουν. Ήταν σαν να τους είχε καλέσει από πολλή ώρα, αν και είχε απλώς εκφράσει αυτή την επιθυμία». Και ακολουθεί μια μαγευτική, γεμάτη χρώματα εικόνα της Αφροδίτης που διασχίζει την θάλασσα, ενώ περιβάλλεται από Νηρηίδες που τραγουδούν ένα μελωδικό τραγούδι, και Τρίτωνες, που ένας τους σφυρίζει απαλά σε ένα κοχύλι, ένας άλλος την προστατεύει από τον ήλιο με μια μεταξωτή ομπρέλλα, και ένας τρίτος κρατάει έναν καθρέφτη μπροστά στα μάτια της. Αυτός είναι ο πρόλογος, που διαδραματίζεται στον ουρανό.

Συνεχίζεται

Ο Ερικ Νόϋμαν γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1905, σπούδασε ψυχίατρος και το 1934 και 1936 διέτριψε κοντά στο Καρλ Γιουγκ, στην Ζυρίχη. Αργότερα εργάστηκε στο Τέλ Αβίβ όπου και πέθανε το 1960, αφήνοντας πίσω του ένα μεγάλο κενό στην Αναλυτική Ψυχολογία. Υπήρξε πολυγράφος και μερικοί από τους τίτλους των βιβλίων του είναι: «Η τέχνη και το Δημιουργικό Ασυνείδητο», «Η Μεγάλη Μητέρα», «Έρως και ψυχή», «Ο Αρχέτυπος κόσμος του Χένρυ Μούρ», «Η ψυχολογία του βάθους και μια Νέα Ηθική».


Αμέθυστος

ΕΔΩ ΙΣΩΣ ΕΝΤΟΠΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ Η ΟΠΟΙΑ ΘΕΛΕΙ ΝΑ  ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ.
ΠΩΣ ΕΡΩΤΕΥΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΙΣΤΟΣ; ΕΑΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΨΥΧΗ; 
ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΦΥΤΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ Η ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ. ΑΝΑΓΚΑΙΩΣ ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΤΑΡΓΟΥΝ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ.
ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ. ΜΙΑ ΗΔΗ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2025

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ Στον Μύθο της Ψυχής και του Έρωτα(1)

  E R I C H   N E U M A Ν N 

Η ΨΥΧΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΘΗΛΥΚΟΥ

Η ιστορία του Έρωτα και της Ψυχής χωρίζεται σε πέντε μέρη – την εισαγωγή, τον γάμο θανάτου, την πράξη της ψυχής, τους τέσσερις άθλους, και το ευτυχισμένο τέλος – και θα ακολουθήσουμε αυτήν την διαίρεση στην ερμηνεία μας. Η ψυχή, η εκπληκτικά όμορφη πριγκίπισσα, λατρεύεται σαν μια θεά. Οι άνθρωποι παραμελούν την λατρεία της Αφροδίτης και έρχονται για να προσκυνήσουν την Ψυχή. Αυτό ξεσηκώνει την άγρια ζήλια της Αφροδίτης, που διατάζει τον γιο της Έρωτα να την εκδικηθή και να καταστρέψη την Ψυχή, κάνοντάς την να ερωτευθή «τον πιο αχρείο από τους ανθρώπους».

Με όλη την ομορφιά της, η Ψυχή παραμένει ανέραστη. Για να της βρη έναν σύζυγο, ο πατέρας της συμβουλεύεται το μαντείο, και παίρνει αυτόν τον τρομερό χρησμό:

Σ’ ένα βράχο 
ψηλό, βασιλιά, βάλε την κόρη,
Με όλη την παράταξη της επικήδειας πομπής.
Μην ελπίζης για γαμπρό από θνητή γενιά,
Αλλά ανήμερο και άγριο και από δράκου σπέρμα.
Ορμάει και τα πάντα κατακτά, πετάει με γρήγορες φτερούγες,
Με φωτιά και σπαθί κάνει τον θερισμό του˙
Μπροστά του τρέμει ο Δίας, που τον τρέμουν οι θεοί,
Αυτός ταράζει το σκοτεινό ποτάμι των νεκρών.


Υπακούοντας στην εντολή του χρησμού, οι δυστυχισμένοι γονείς εγκαταλείπουν την Ψυχή στον γάμο θανάτου με το τέρας. Περιέργως η ψυχή δεν θανατώνεται˙ μεταφέρεται από τον Ζέφυρο μακριά και αρχίζει μια παραδεισιακή ζωή με τον αόρατο άνδρα της, τον Έρωτα, που την έχει διαλέξει για γυναίκα του. Αλλά οι ζηλιάρες αδελφές της εισβάλλουν σε αυτό το ειδύλλιο της Ψυχής και του Έρωτα. Παρά τις προειδοποιήσεις του Έρωτα, η ψυχή ακούει τις αδελφές της και αποφασίζει να αιφνιδιάση το τέρας (γιατί έτσι της περιέγραψαν τον άνδρα της οι αδελφές της) την νύχτα, και να το σκοτώση. Στο επόμενο τμήμα, η Ψυχή, παρακούοντας την εντολή του Έρωτα τον κοιτάζει στο φως του λυχναριού. Αναγνωρίζει τον έρωτα σαν ένα θεό, αλλά μια καυτή σταγόνα από λάδι τον ξυπνάει, και έτσι, όπως ακριβώς την είχε προειδοποιήσει, η Ψυχή τον χάνει την ίδια στιγμή. Ακολουθούν η αναζήτηση από την Ψυχή του χαμένου της εραστή, η πάλη της με την οργή της Αφροδίτης, και η εκτέλεση των έργων που της επιβάλλει η θεά. Ο αγώνας τελειώνει με την ήττα της Ψυχής, που ανοίγει το κουτί της Περσεφόνης και πέφτει σε έναν βαθύ ύπνο. Στο τελευταίο κεφάλαιο, η Ψυχή σώζεται από τον Έρωτα, και γίνεται επάνω τον Όλυμπο η αθάνατη σύζυγός του.

Η ιστορία αρχίζει με την σύγκρουση ανάμεσα στην Ψυχή και την Αφροδίτη. Η ομορφιά της Ψυχής είναι τόσο μεγάλη, ώστε λατρεύεται σαν θεά. Λέγεται ανάμεσα στους θνητούς ότι η θεά «που αναδύθηκε από τον βυθό της γαλάζιας θάλασσας, και γεννήθηκε από τα αφρισμένα κύματα, είχε καταδεχθή να δείξη την θεότητά της σε όλο τον κόσμο, και κατοικούσε ανάμεσα σε θνητούς ανθρώπους»Αλλά ακόμη πιο προσβλητική για την Αφροδίτη είναι η βαθειά συμβολική αντίληψη ότι «ο ουρανός είχε βρέξει καινούργια δημιουργική δροσιά, και ότι η γη, όχι η θάλασσα, είχε γεννήσει σαν ένα λουλούδι μια δεύτερη Αφροδίτη, σε όλη την δόξα της παρθενικότητάς της». Σύμφωνα με αυτήν την παράξενη αντίληψη, η Ψυχή δεν ήταν πια μια ενσάρκωση της Αφροδίτης, μια ιδέα που η θεά θα μπορούσε συγκαταβατικά να την είχε ανεχθή˙ αλλά ήταν «μια δεύτερη Αφροδίτη», μια νεογέννητη καινούργια θεά. Χωρίς αμφιβολία, αυτή η «νέα αντίληψη» περιέχει έναν υπαινιγμό για την γέννηση της Αφροδίτης, η οποία σύμφωνα με τον μύθο, γεννήθηκε από τον κομμένο φαλό του Ουρανού, που είχε πέσει στην θάλασσα. Η Ψυχή, αντίθετα η «νέα Αφροδίτη», θεωρείται ότι γεννήθηκε από την γη, που την γονιμοποίησε μια σταγόνα από την δημιουργική δροσιά του ουρανού.
Θα γίνη φανερό στην ανάπτυξη του θέματός μας ότι αυτή η «νέα αντίληψη» δεν είναι προϊόν κάποιας αυθαίρετης ερμηνείας εκ μέρους μας, αλλά αγγίζει τον βαθύτερο πυρήνα του μύθου. Η διαμάχη ανάμεσα στην Αφροδίτη και την Ψυχή ήδη από την αρχή της ιστορίας, δείχνει ότι αυτό είναι το κεντρικό μοτίβο.

Η γέννηση της Ψυχής είναι ένα κρίσιμο γεγονός για την ανθρώπινη ιστορία, όπως φαίνεται από την ριζική μεταβολή της σχέσης των ανθρώπων με την Αφροδίτη. Αντιστοιχεί ακριβώς στην κραυγή «Ο μεγάλος Πάνας είναι νεκρός!» που αντήχησε στο τέλος της αρχαιότητας. «Και τώρα πολλοί θνητοί ταξίδευαν από μακριά και έπλεαν πάνω από τα μεγάλα βάθη του ωκεανού, συρρέοντας για να δουν το θαύμα και τη δόξα της εποχής τους. Τώρα κανείς δεν ταξίδευε στην Πάφο ή στην Κνίδο, ή ακόμη και στα Κύθηρα, για να μπορέσουν να δουν την θεά Αφροδίτη˙ οι τελετές της παραμελήθηκαν, τα ιερά της ερειπώθηκαν, τα ιερά της κρεβάτια έμειναν αφρόντιστα, οι γιορτές της ξεχάστηκαν, τα αγάλματά της ήταν αστεφάνωτα, οι βωμοί της έρημοι και βρώμικοι, γεμάτοι νεκρές στάχτες. Οι άνθρωποι τώρα προσεύχονταν σε ένα κορίτσι…»

Αντιδρώντας σε όλα αυτά, η Αφροδίτη, σαν μια θεά που αντιπροσωπεύει την «ταξική συνείδηση», οργίζεται τρομερά. Αυτή, «η πρώτη γεννήτρια όλων των δημιουργημάτων, η αρχική πηγή όλων των στοιχείων» να έχη αυτήν την μεταχείριση! Το όνομά της «που κατοικεί στους ουρανούς», έχει «συρθή μέσα στην γήινη λάσπη». Η ματαιοδοξία της πληγώνεται, γίνεται μια ζηλιάρα γυναίκα που διψά για εκδίκηση, και μάλιστα για την πιο κακόβουλη, ύπουλη εκδίκηση που μπορεί να σκεφθή. Αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τον γιό της Έρωτα σαν όργανο καταστροφής. Για αυτήν, το ζήτημα είναι κυρίως μια αντιζηλία ομορφιάς.

Η ζωντανή, περίτεχνη μεταχείριση αυτού του θέματος δεν θα πρέπη να μας παρασύρη ώστε να το δούμε σαν μια σκηνή της καθημερινής ζωής. Κάτι πολύ βαθύτερο υπάρχει μέσα σ’ αυτό. Η Αφροδίτη και ο γιος της ο Έρωτας, που παρακαλεί, προβάλλοντας τον δεσμό της μητρικής αγάπης, φιλώντας τον «με σφιγμένα χείλη… με μακρά και θερμά φιλιά», είναι παντοδύναμος, φοβερός θεός. Με την ελεύθερη, εντελώς αιθαίρετη θέληση των θεϊκών δυνάμεων, για τις οποίες ο θνητός άνθρωπος είναι «η βρώμικη λάσπη της γης», η Μεγάλη Μητέρα και ο θεϊκός γιός-εραστής της ξεκινούν για να τιμωρήσουν την ανθρώπινη ύβρη. Η ιστορία της Ψυχής αρχίζει μέ την κρυστάλλωση της αρχαιοελληνικής τραγωδίας.

Η ακτινοβόλα, μοχθηρή ομορφιά αυτού του αθάνατου ζευγαριού ασκεί μια γοητεία, από την οποία κανένας αναγνώστης της ιστορίας δεν μπορεί να ξεφύγη. Ο Έρωτας – το ξεροκέφαλο πραγματικά «κακό παιδί», που τα βέλη του απειλούν ακόμη και την μητέρα του και τον πατέρα του – την Αφροδίτη και τον Δία- καλείται να καταστρέψη την Ψυχή με το όπλο της Αφροδίτης και του Έρωτα, με την αγάπη. Η πριγκίπισσα πρέπει «να λειώση από τον πόθο για τον πιο αχρείο από τους ανθρώπους… έναν τόσο άθλιο, που η δυστυχία του δεν θα έχη σε όλον τον κόσμο το όμοιό της». Η παντοδύναμη θεά, η Μεγάλη Μητέρα, που η αρχέγονη εικόνα της περιβάλλεται από μια ατμόσφαιρα μαγείας και μαγγανείας, όπως την δύναμη να μετατρέπη τους ανθρώπους σε ζώα, δείχνει την θανάσιμη ερωτική μαγική της δύναμη με την απαστράπτουσα αδιαντροπιά μιας θεϊκά ανέλεγκτης και πραγματικά άκαρδης γυναίκας. Η θεία της ομορφιά, η τρομερή ματαιοδοξία και το άμετρο πάθος συμμαχούν με την τυφλή, παιχνιδιάρικη θανατερή δύναμη του έρωτα, που ρίχνει τους ανθρώπους μέσα σε τόσο απερίγραπτη δυστυχία. Έπειτα, αφού η Αφροδίτη εκφράζει την επιθυμία της να δη αυτό το όμορφο, παρθενικό λουλούδι να μαραζώνη από απελπισμένη αγάπη για ένα φρικτό απάνθρωπο τέρας, πηγαίνει «στην κοντινή ακροθαλασσιά, όπου η θάλασσα φουσκώνει και ρηχαίνει, και περπατώντας με τριανταφυλλένια πόδια στην κορυφή του αφρού, βυθίζεται στον βαθύ στεγνό πυθμένα. Οι θαλασσινοί θεοί δεν άργησαν να έρθουν να την υπηρετήσουν. Ήταν σαν να τους είχε καλέσει από πολλή ώρα, αν και είχε απλώς εκφράσει αυτή την επιθυμία». Και ακολουθεί μια μαγευτική, γεμάτη χρώματα εικόνα της Αφροδίτης που διασχίζει την θάλασσα, ενώ περιβάλλεται από Νηρηίδες που τραγουδούν ένα μελωδικό τραγούδι, και Τρίτωνες, που ένας τους σφυρίζει απαλά σε ένα κοχύλι, ένας άλλος την προστατεύει από τον ήλιο με μια μεταξωτή ομπρέλλα, και ένας τρίτος κρατάει έναν καθρέφτη μπροστά στα μάτια της. 
Αυτός είναι ο πρόλογος, που διαδραματίζεται στον ουρανό.

Συνεχίζεται

Ο Ερικ Νόϋμαν γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1905, σπούδασε ψυχίατρος και το 1934 και 1936 διέτριψε κοντά στο Καρλ Γιουγκ, στην Ζυρίχη. Αργότερα εργάστηκε στο Τέλ Αβίβ όπου και πέθανε το 1960, αφήνοντας πίσω του ένα μεγάλο κενό στην Αναλυτική Ψυχολογία. Υπήρξε πολυγράφος και μερικοί από τους τίτλους των βιβλίων του είναι: «Η τέχνη και το Δημιουργικό Ασυνείδητο», «Η Μεγάλη Μητέρα», «Έρως και ψυχή», «Ο Αρχέτυπος κόσμος του Χένρυ Μούρ», «Η ψυχολογία του βάθους και μια Νέα Ηθική».


Αμέθυστος

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2025

Τά σχόλια στόν Μύθο της Ψυχής και του Έρωτα (4)

Συνέχεια από: Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2025

 E R I C H   N E U M A Ν N

Η ΨΥΧΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΘΗΛΥΚΟΥ

Η Ψυχή τρυπιέται με ένα από τα βέλη του Έρωτα και ματώνει. «Έτσι εντελώς άθελά της, αλλά με δική της ενέργεια, η Ψυχή ερωτεύθηκε τον Έρωτα». Η αρχή της αγάπης της ήταν ένας γάμος θανάτου σαν θάνατος, βιασμός και αρπαγή· αυτό που βιώνει τώρα η ψυχή μπορεί να λεχθή ότι είναι μια δεύτερη «απάνθηση», η αληθινή, ενεργητική, εκούσια απάνθηση, που την ολοκληρώνει μέσα της. Δεν είναι πια ένα θύμα, αλλά μια γυναίκα που αγαπά ενεργητικά. Είναι ερωτευμένη, μαγεμένη από τον Έρωτα που την έχει καταλάβει σαν μια δύναμη από το εσωτερικό, όχι πια σαν ένας άνδρας από τα έξω. Γιατί σαν ένας εξωτερικός άνδρας κοιμάται, και δεν ξέρει τίποτε από αυτά που κάνει η Ψυχή και από αυτά που συμβαίνουν μέσα της. Και εδώ η διήγηση αρχίζει να δείχνει μια ψυχολογική οξυδέρκεια χωρίς προηγούμενο.

Η πράξη αγάπης της Ψυχής, με την οποία παραδίνεται εθελοντικά στην αγάπη, στον Έρωτα, είναι αμέσως μια θυσία και ένα χάσιμο. Δεν αποκηρύσσει το μητριαρχικό επίπεδο της θηλυκότητάς της· ο παράδοξος πυρήνας της κατάστασης είναι ότι μέσα και μέσω της πράξης της αγάπης της εξυψώνει το μητριαρχικό επίπεδο στην αυθεντική του ύπαρξη, και το ανεβάζει στο Αμαζόνειο στάδιο.

Η Ψυχή που γνωρίζει, που βλέπει τον Έρωτα στη λάμψη του φωτός και έχει σπάσει το ταμπού τής αορατότητάς του, δεν είναι πια απλοϊκή και παιδιάστικη στην στάση της προς το αρσενικό· δεν αιχμαλωτίζει πια απλά ούτε αιχμαλωτίζεται, αλλά έχει τόσο ολοκληρωτικά αλλάξει στην νέα γυναικεία της φύση, ώστε χάνει, και πραγματικά πρέπει να χάση τον εραστή της· σε αυτήν την κατάσταση αγάπης, στην οποία η γυναίκα αποκτά συνείδηση μέσω της συνάντησης, η γνώση και ο πόνος και η θυσία είναι ταυτόσημα. Με την αγάπη της Ψυχής που ξεπήδησε μόλις «είδε τον Έρωτα», έρχεται στο φως μέσα της ένας Έρωτας που δεν ταυτίζεται με τον κοιμισμένο Έρωτα έξω από αυτήν. Αυτός ο εσωτερικός Έρωτας που είναι η εικόνα της αγάπης της, είναι στην πραγματικότητα μια υψηλότερη και αόρατη μορφή του Έρωτα που βρίσκεται ξαπλωμένος μπροστά της. Είναι ο ενήλικος Έρωτας που αντιστοιχεί στην συνειδητή ψυχή, την Ψυχή που δεν είναι πια παιδί. Αυτός ο μεγαλύτερος, αόρατος Έρωτας μέσα στην Ψυχή πρέπει αναγκαστικά να έρθη σε σύγκρουση με την μικρή, ορατή του ενσάρκωση που αποκαλύπτεται από το φως του λυχναριού της και καίγεται από την σταγόνα του λαδιού. Ο Έρωτας που ήταν κρυμμένος στο σκοτάδι μπορούσε πάντα να είναι μια ενσάρκωση κάθε εικόνας του Έρωτα που ζούσε μέσα στην Ψυχή, αλλά ο Έρωτας που έχει γίνει ορατός είναι η πραγματικότητα τής θεϊκής μορφής του αγοριού που είναι ο γυιός τής Αφροδίτης. (Σημ. Αλλά για την Ψυχή είναι ουσιαστικό να ενοποιήση την δυαδική δομή του Έρωτα, η οποία φαίνεται επίσης στις αντιτιθέμενες μορφές του Έρωτα και του Αντέρωτα, και να μεταμορφώση τον κατώτερο στον ανώτερο Έρωτα. Εδώ είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι ο διπλός Έρως της Αφροδίτης και ο Έρως της Ψυχής, «τ η ς Α φ ρ ο δ ί τ η ς κ α ι τ η ς Ψ υ χ ή ς Έ ρ ω τ α», (ΣτΜ. ελληνικά στο κείμενο), ήδη αναφέρεται στον αιγυπτιακό μαγικό πάπυρο. (Βλέπε: Reitzenstein: Ο μύθος του Έρωτα και της Ψυχής στον Απουλήιο, σ. 80).

Και δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως ο ίδιος ο Έρωτας δεν ήθελε μια τέτοια ψυχή! Την απειλούσε, την ικέτευε θερμά να παραμείνη στο παραδεισιακό σκοτάδι, την προειδοποιούσε ότι θα τον έχανε για πάντα με την πράξη της. Η ασυνείδητη τάση προς την συνειδητότητα (εδώ προς την συνειδητότητα στην ερωτική σχέση) ήταν ισχυρότερη στην Ψυχή από ο,τιδήποτε άλλο, ακόμη και από την αγάπη της για τον Έρωτα ή τουλάχιστον έτσι θα έλεγε ο αρσενικός Έρωτας. Αλλά αυτό θα ήταν λανθασμένο, γιατί αν η Ψυχή του παραδεισιακού σταδίου ήταν υπόδουλη στον Έρωτα και είχε υποκύψει σ’ αυτόν στο σκοτάδι, δεν θα τον είχε αγαπήσει, Κάτι μέσα της, που μπορεί να ορισθή αρνητικά σαν μητριαρχική επιθετικότητα, ή θετικά σαν μια τάση προς την συνειδητότητα, και μια εκπλήρωση ακριβώς της θηλυκής της φύσης, την ωθούσε επιτακτικά να αναδυθή από το σκοτάδι. Ακριβώς στο φως της γνώσης της, της γνώσης του Έρωτα, αρχίζει να αγαπάη.

Η απώλεια του εραστή της αυτήν ακριβώς την στιγμή είναι ανάμεσα στις βαθύτερες αλήθειες αυτού του μύθου· αυτή είναι η τραγική στιγμή, στην οποία κάθε θηλυκή ψυχή μπαίνει στο ίδιο το πεπρωμένο της. Ο Έρωτας πληγώνεται από την πράξη της Ψυχής. Η σταγόνα το λάδι που τον καίει, τον ξυπνάει και τον διώχνει, είναι από κάθε άποψη μια πηγή πόνου. Γι’ αυτόν, τον αρσενικό θεό, η Ψυχή ήταν αρκετά επιθυμητή όταν βρισκόταν στο σκοτάδι και την κατείχε στο σκοτάδι, όταν ήταν η απλή συντροφιά στις νύχτες του, απομονωμένη από τον κόσμο. Ζώντας μόνο γι’ αυτόν, χωρίς μερίδιο στην ημερήσια ύπαρξή του, στην πραγματικότητά του και την θεϊκότητά του. Η δουλεία της γινόταν ακόμη βαθύτερη με την επιμονή του στην θεϊκή του ανωνυμία: «καταβροχθιζόταν» έτσι ακόμη περισσότερο απ’ αυτόν. Αυτό το μικρό κορίτσι, αυτή η «απλή και ευγενική ψυχή» (μια αρσενική παρεξήγηση για το αν ποτέ υπήρξε ένα τέτοιο κορίτσι !), τον πλησιάζει κοιμισμένο, με ένα μαχαίρι και ένα λυχνάρι για να τον σκοτώση. Αναπόφευκτα, η προθυμία της να τον χάση θα πρέπη να καίη και να πληγώνη τον αρσενικό Έρωτα πολύ οδυνηρά.

Η Ψυχή βγαίνει από το σκοτάδι και μπαίνει στο πεπρωμένο της σαν ερωτευμένη γυναίκα, γιατί είναι η Ψυχή, δηλαδή η ουσία της είναι ψυχική, και μια ύπαρξη σε παραδεισιακό στάδιο δεν μπορεί να την ικανοποιήση. (Σημ. Αυτή είναι μια επανάληψη σε διαφορετικό επίπεδο της μητριαρχικής πράξης της Αμαζόνας, που θυσιάζει την γυναικεία της φύση, τα στήθη της, όχι μόνο για να μπορέση να πολεμήση σαν άνδρας στην μάχη της με το αρσενικό για ανεξαρτησία, αλλά επίσης για να ενισχύση την Μεγάλη Θεά της μητριαρχίας. Η Εφέσια Άρτεμη φοράει έναν μανδύα από μαστούς, που είναι τα σύμβολα των μαστών που θυσιάστηκαν σε αυτήν από τις Αμαζόνες, αν όχι αυτοί οι ίδιοι οι μαστοί. Βλέπε: Picard: «Η Έφεσος της Ανατολής» …1938.) Μόνο τότε που η ψυχή βιώνει τον Έρωτα σαν κάτι περισσότερο απ’ αυτόν που παγιδεύει στο σκοτάδι, μόνο τότε που τον βλέπει (α υ τ ό ς στο κάτω-κάτω πάντα την έβλεπε), τον συναντάει πραγματικά. Και αυτήν ακριβώς την στιγμή του χαμού και της αποξένωσης, τον αγαπάει, και συνειδητά αναγνωρίζει τον Έρωτα.

Με αυτό εκτελεί την μητριαρχική θυσία του εραστή σε ένα ανώτερο επίπεδο, και με την πλήρη δικαίωση του ανθρώπινου αιτήματός της για συνειδητότητα. Ελευθερώνοντας τον εαυτό της απ’ αυτόν με το μαχαίρι και το φως, που το κρατάει στην θέση του δαυλού της Εκάτης και των άλλων μητριαρχικών θεοτήτων, και ξεπερνώντας τον έτσι καθώς και την δουλεία της σ’ αυτόν, στερεί τον Έρωτα από την θεϊκή του δύναμη επάνω της. Η Ψυχή και ο Έρωτας βρίσκονται τώρα ο ένας απέναντι στον άλλον σαν ίσοι. Αλλά η αντιμετώπιση υπονοεί χωρισμό. Η ουροβορική αρχέγονη ενότητα (Σημ. Ουροβόρος είναι το κυκλικό φίδι που δαγκώνει την ουρά του, σύμβολο του ενός και των πάντων) του εναγκαλισμού στο σκοτάδι έχει υπερβαθή, και με την ηρωϊκή πράξη της Ψυχής, ο πόνος, η ενοχή και η μοναξιά έχουν έρθει στον κόσμο. Γιατί η πράξη της Ψυχής είναι ανάλογη με την πράξη του ήρωα που διαχώρισε τους κοσμικούς γονείς για να φέρη το φως της συνειδητότητας· σε αυτήν την περίπτωση, η Ψυχή και ο Έρωτας, κατά την διάρκεια της παραμονής τους στον σκοτεινό παράδεισο, είναι οι αρχικοί γονείς.

Αλλά η πράξη της Ψυχής μόνο επιφανειακά είναι μια «αρσενική» πράξη που μοιάζει με αυτήν του ήρωα. Γιατί υπάρχει ένας βασικά και θεμελιακά διαφορετικός παράγοντας: αν και η πράξη της ψυχής αντιστοιχεί στην αναγκαία ανάπτυξη συνειδητότητας, δεν είναι μια φονική πράξη, αντίθετα είναι ακριβώς η πράξη που κάνει να γεννηθή ο έρωτας της Ψυχής. Και ενώ το αρσενικό μετά την πράξη του της ηρωϊκής σφαγής ξεκινάει να κατακτήση τον κόσμο, ενώ ο ι ε ρ ό ς γ ά μ ο ς του με την μορφή της anima που έχει κερδίσει συνιστά μόνο ένα μέρος της νίκης του (Σημ. Βλέπε στο έργο μου: Καταγωγή και ιστορία του ανθρώπινου συνειδητού, σελ. 195 κ. ε.), η επακόλουθη ανάπτυξη της Ψυχής δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσπάθεια να ξεπεράση, μέσα από τα βάσανα και την πάλη, τον χωρισμό που έφερε η πράξη της. Σε ένα καινούργιο επίπεδο, δηλαδή με αγάπη και πλήρη συνειδητότητα, προσπαθεί να ξαναενωθή με αυτόν που χωρίσθηκε από αυτήν, και να ξανακάνη ολόκληρο μέσα από μια νέα ένωση αυτό που η ανάγκη την είχε υποχρεώσει να θυσιάση. Ετσι, η πράξη της Ψυχής είναι η αρχή μιας ανάπτυξης που αγκαλιάζει όχι μόνο την Ψυχή, αλλά επηρεάζει επίσης και τον Έρωτα.

Ο Έρωτας, όπως αφηγείται ο ίδιος, πληγώθηκε από την αρχή με το βέλος του, δηλαδή αγάπησε την Ψυχή από το ξεκίνημα της ιστορίας, ενώ η Ψυχή που πληγώνεται εκτελώντας την πράξη της, ερωτεύεται τον Έρωτα μόλις αυτήν την στιγμή. Αλλά αυτό που ο Έρωτας ονομάζει «αγάπη του» και ο τρόπος με τον οποίο θέλει να αγαπά συγκρούονται με την Ψυχή και την πράξη της. Με την θαρραλέα της προθυμία να ξεκινήσει για την ανεξάρτητη ανάπτυξή της, να τον θυσιάση για να τον γνωρίση, η Ψυχή οδηγεί τον Έρωτα και τον εαυτό της έξω από τον παράδεισο της ουροβορικής ασυνειδητότητας. Μέσω της πράξης τής Ψυχής ο Έρωτας για πρώτη φορά υποφέρει τις συνέπειες του βέλους της αγάπης που (εκείνη) έστρεψε εναντίον του.(Σημ. Δεν χρειάζεται να μας απασχολήση το ότι αυτό είναι μια λογική μορφή εξέλιξης για την μυθική μορφή του Έρωτα, που ήταν αρχικά κάτι λιγότερο και κάτι περισσότερο από έναν πραγματικό θεό).

Εδώ θα έπρεπε να λεχθή κάτι για τον συμβολισμό του ζεματιστού λαδιού που καίει τον Έρωτα. «Αχ, θρασύ, παράτολμο λυχνάρι», λέει η ιστορία μας, «εσύ έκαψες τον κύριο της φωτιάς!» Ο φορέας του πόνου δεν είναι ένα αιχμηρό όπλο, σαν το βέλος, αλλά η ουσία που τρέφει το λυχνάρι, που είναι η αρχή του φωτός και της γνώσης. Το λάδι σαν ουσία του φυτικού κόσμου, μια ουσία της γης, που γι’ αυτό χρησιμοποιείται για να χρίση τον κύριο της γης, τον βασιλιά, είναι ένα πλατειά διαδεδομένο σύμβολο. Σε αυτήν την περίπτωση έχει την σημασία της βάσης του φωτός, και για να δώση φως πρέπει να ανάψη και να καή. Με όμοιο τρόπο στην ψυχική ζωή, η ζέστη, η φωτιά του πάθους, η φλόγα και η θέρμη του συναισθήματος είναι που δίνουν την βάση του φωτισμού, δηλαδή μιας φωτισμένη συνειδητότητας, που προέρχεται από την καύση της θεμελιακής ουσίας και την εξυψώνει.

Μέσω της πράξης της η Ψυχή αποκτά συνείδηση του Έρωτα και της αγάπης της, αλλά ο Έρωτας απλώς πληγώνεται και δεν φωτίζεται καθόλου από την πράξη αγάπης και χωρισμού της Ψυχής. Σε αυτόν μόνο ένα μέρος της αναγκαίας διαδικασίας εκπληρώνεται, η βασική ουσία ανάβει, και αυτός καίγεται απ’ αυτήν. Νοιώθει έντονο πόνο, και μέσω της πράξης της Ψυχής μεταφέρεται από την μέθη της μακάριας ένωσης στην οδύνη της δοκιμασίας. Αλλά η μεταμόρφωση είναι αθέλητη, και την βιώνει παθητικά.

Όταν οι θεοί αγαπούν θνητούς δοκιμάζουν μόνο πόθο και ευχαρίστηση. Ο πόνος είχε πάντα αφεθεί για το θνητό μέρος, τον άνθρωπο, που συνήθως καταστρεφόταν από την συνάντηση, ενώ ο θεϊκός σύντροφος προχωρούσε χαμογελαστός σε νέες περιπέτειες. Εξίσου καταστροφικές για τον ανθρώπινο γένος. Αλλά εδώ συμβαίνει κάτι διαφορετικό: η Ψυχή, με την ατομικότητά της σαν σύμβολο θνητής γυναικείας ψυχής, παίρνει ένα ενεργό μέρος .

Ο Έρωτας, όπως είδαμε στην αρχή, ήταν ένα αγόρι, ένας νεαρός, ο γιος-εραστής της μεγάλης του μητέρας. Παρέβη την διαταγή της Αφροδίτης και αγάπησε την Ψυχή αντί να την κάνη δυστυχισμένη – αλλά παρέβη στ’ αλήθεια την εντολή της, δεν την έκανε δυστυχισμένη τελικά, δεν την ανάγκασε να παντρευτή ένα τέρας, «τον πιο αχρείο από τους ανθρώπους»; Πάντως δεν έχει απελευθερωθεί από την Μητέρα-θεά, αλλά απλώς την έχει εξαπατήσει πίσω από την πλάτη της..Γιατί το σχέδιό του ήταν όλα να γίνουν στο σκοτάδι με μυστικότητα, κρυφά από τα μάτια της θεάς. Η «περιπέτειά» του με την Ψυχή σχεδιάστηκε σαν μια από τις πολλές «παρεκκλίσεις» των αρχαίων θεών, μακριά από το φως της κοινής γνώμης, που αντιπροσωπεύεται χαρακτηριστικά από τις γυναικείες θεότητες.

Αυτή η κατάσταση, με όλα τα πλεονεκτήματά της για τον Έρωτα, διαταράσσεται από την Ψυχή. Η Ψυχή διαλύει την p a r t i c i p a t i o n m y s t i q u e (μυστική συμμετοχή) με τον σύντροφό της, και ρίχνει τον εαυτό της και αυτόν στο πεπρωμένο του χωρισμού, που σημαίνει τη συνειδητοποίηση. Η αγάπη σαν μια έκφραση θηλυκής ολότητας δεν είναι δυνατή στο σκοτάδι, σαν μια απλά ασυνείδητη διαδικασία· μια πραγματική συνάντηση με τον άλλον απαιτεί συνειδητότητα, και γι’ αυτό και την πλευρά του πόνου και του χωρισμού.

Η πράξη της Ψυχής οδηγεί, λοιπόν, σε όλον τον πόνο της εξατομίκευσης, στην οποία μια προσωπικότητα βιώνει τον εαυτό της σε σχέση με έναν σύντροφο σαν κάτι άλλο, δηλαδή όχι μόνο σαν σύνδεση με τον σύντροφο.. Η Ψυχή πληγώνει τον εαυτό της και τον Έρωτα, και μέσω των συγγενικών πληγών τους ο αρχικός, ασυνείδητος δεσμός τους διαλύεται. Αλλά αυτό ακριβώς το διπλό πλήγωμα γεννάει για πρώτη φορά τον έρωτα, ο οποίος αγωνίζεται να ξαναενώση αυτά που χωρίσθηκαν. Αυτό το πλήγωμα δημιουργεί την δυνατότητα μιας συνάντησης, που είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την αγάπη μεταξύ δύο ατόμων. Στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα, η διαίρεση του Ενός και η επιθυμία για επανένωση αυτών που έχουν διαχωρισθή παριστάνεται σαν η μυστική αρχή του έρωτα· εδώ επαναλαμβάνεται η ίδια ιδέα στο επίπεδο του ατόμου.

Ο Bachofen γράφει: «Η δύναμη που οδηγεί ξανά στην ένωση αυτά που έχουν αποκοπή μεταξύ τους είναι ο αυτογέννητος θεός, που οι Ορφικές διδασκαλίες τον ονομάζουν Μήτι, Φάνη, Ερικοπαίο, Πρωτόγονο, Ηρακλή, Θρόνο και Έρωτα, οι Λέσβιοι Ενορίδη, οι Αιγύπτιοι Όσιρι (Bachofen: « Έρευνα πάνω στην συμβολική των επιταφίων επιγραφών στην αρχαιότητα, σ. 93 κ.ε.). Εκεί το θηλυκό είναι πάντα το αυγό και ο υποδοχέας, ενώ το αρσενικό είναι αυτό που γεννιέται, και αυτό που διαχωρίζει την αρχέγονη ενότητα· στην περίπτωσή μας ισχύει όμως το ακριβώς αντίθετο. Ο Έρως, ό Έρως της Αφροδίτης κρατάει την Ψυχή αιχμάλωτη, φυλακισμένη στο σκοτεινό αυγό, και η Ψυχή με μαχαίρι και με φως, διαχωρίζει αυτήν την τέλεια αρχική ύπαρξη· με τις πράξεις και τα βάσανά της αποκαθιστά την αρχέγονη ενότητα σε ένα ουράνιο επίπεδο.

Η πράξη της Ψυχής δίνει τέλος στην μυθική περίοδο στον αρχετυπικό κόσμο, την περίοδο στην οποία η σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα εξαρτιόταν αποκλειστικά από την δύναμη των θεών, που κρατούσαν τους ανθρώπους κάτω από την εξουσία τους. Τώρα αρχίζει η εποχή της ανθρώπινης αγάπης, στην οποία η ανθρώπινη ψυχή συνειδητά παίρνει την μοιραία απόφαση για τον εαυτό της. Και αυτό μας γυρίζει πίσω στην αρχή του μύθου μας, δηλαδή στην σύγκρουση ανάμεσα στην Ψυχή, την «νέα Αφροδίτη», και την Αφροδίτη σαν την Μεγάλη Μητέρα.

Η αντιζηλία ξεκίνησε όταν οι άνθρωποι, βλέποντας την ομορφιά της Ψυχής, παραμέλησαν την λατρεία και τους ναούς της Αφροδίτης, Αυτή η απλή ενατένιση της ομορφιάς είναι καθ’ εαυτή αντίθετη με την αρχή που αντιπροσωπεύεται από την Αφροδίτη. Και η Αφροδίτη, επίσης, είναι όμορφη και αντιπροσωπεύει την ομορφιά, αλλά η ομορφιά της είναι μόνο ένα μέσο για κάποιον σκοπό. Ο σκοπός φαίνεται να είναι η επιθυμία και η σεξουαλική απόλαυση, στην πραγματικότητα είναι η γονιμότητα. Η Αφροδίτη είναι η Μεγάλη Μητέρα, «η αρχική πηγή των πέντε στοιχείων». Όταν, όπως η βαβυλώνια Ιστάρ και η ελληνική Δήμητρα, κρύβεται θυμωμένη, ο κόσμος γίνεται στείρος. «Από τότε που η Δέσποινα Ιστάρ κατέβηκε στον Άδη, ο ταύρος δεν βατεύει πια την αγελάδα, ο αρσενικός γάιδαρος δεν σκύβει πια πάνω από τον θηλυκό, και ο άνδρας δεν σκύβει πια πάνω από την γυναίκα στον δρόμο = ο άνδρας κοιμάται στην θέση του, και η γυναίκα κοιμάται μόνη». («Το ταξίδι στον Κάτω Κόσμο της Ιστάρ», στο βιβλίο του Ungnad: «Η θρησκεία των Βαβυλωνίων και των Ασσυρίων»).

Όταν ο Kerényi λέει: «Η Αφροδίτη δεν είναι θεά της γονιμότητας περισσότερο από την Δήμητρα ή την Ήρα» (Kerényi: « Η κόρη του ήλιου», σελ. 165), εισάγει αρνητικά τον όρο «θεά της γονιμότητας» για να τον απορρίψη. Αλλά και οι τρεις, σαν «αρχική πηγή όλων των στοιχείων», είναι μορφές της Μεγάλης Μητέρας, της μητριαρχικής δημιουργού της ζωής και της γονιμότητας των ζωντανών πλασμάτων. Και είναι αυτή η όψη, και αυτή μόνη, που έδινε στη Μεγάλη Μητέρα το αρχέγονο κύρος της, την βασιλική της αξία, μέσω της οποίας έντυνε τον βασιλιά με την δύναμή του. Επομένως, αν και η Αφροδίτη σαν θεά αντιπροσωπεύει μιαν αιώνια σφαίρα της ύπαρξης, είναι μόνο μια πλευρά του αρχέτυπου της Μεγάλης Μητέρας. Η ομορφιά, η γοητεία και η δωρεά της απόλαυσης είναι όπλα σε ένα ουράνιο παιχνίδι όπως το χρώμα του λουλουδιού, το οποίο, φθάνοντας πέρα από την ομορφιά και την γοητεία του ,εξυπηρετεί τον αρχέγονο-μητριαρχικό σκοπό του είδους του.

Αλλά η συμμαχία που αντιπροσωπεύεται από την Αφροδίτη και τον Έρωτα αγκαλιάζει επίσης την ομορφιά και την γοητεία των ανθρώπινων σχέσεων, όπως φαίνεται από τα λόγια του θαλασσινού πουλιού, που λέει ότι ο κόσμος έχει αρρωστήσει επειδή ο Έρωτας έχει κατεβεί σε ένα βουνό «για να γλεντήση με μια πόρνη», και ότι η Αφροδίτη η ίδια άφησε τα θεϊκά της έργα και έχει φύγει για θαλασσινές διακοπές. «Και έτσι δεν υπάρχει απόλαυση, ούτε χαρά, ούτε ευχαρίστηση πουθενά, αλλά όλα τα πράγματα κείτονται άξεστα, αφρόντιστα και παραμελημένα· ο γάμος και η αληθινή φιλία και η αγάπη των γονιών για τα παιδιά τους έχουν εξαφανισθή από την γη· υπάρχει μια απέραντη αταξία, ένα άσπονδο μίσος και μια πρωτοφανής περιφρόνηση όλων των δεσμών της αγάπης».

Όταν η Αφροδίτη ξεσπάει αγανακτισμένη για την αγάπη του Έρωτα, η Ήρα και η Δήμητρα μιλάνε ακόμη πιο καθαρά: «ποιος ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους θα σου επιτρέψη να σπέρνης πάθη μέσα στους λαούς της γης, ενώ απαγορεύεις στον ίδιο σου τον γυιο τις χαρές της αγάπης, και τον εμποδίζεις από την απόλαυση της γυναικείας φύσης, μιαν απόλαυση που είναι ανοιχτή σε όλο τον κόσμο;» Η σπορά των «παθών» και η βασιλεία πάνω στην «γυναικεία φύση» είναι Αφροδίσια χαρακτηριστικά της Μεγάλης Μητέρας, και ο υψηλός βαθμός στον οποίο η «παλιά» Αφροδίτη ακόμη αντιπροσωπεύει αυτήν την πλευρά γίνεται φανερός από την σύγκρουσή της με την Ψυχή.

Η οργή της Αφροδίτης ξεσπάει όταν στο βασίλειο των ανθρώπων, που από τη φύση του έπρεπε να την υπηρετούν, να τιμούν τη δύναμη της και να κάνουν το θέλημά της, όταν σε αυτό το βασίλειο της «γήινης λάσπης» κάτι παράλογο συμβαίνει, όταν η «νέα Αφροδίτη» λατρεύεται με καθαρή ενατένιση. Η Ελένη ήταν ακόμη πραγματική υπηρέτρια της Αφροδίτης, γιατί ξεσήκωνε την επιθυμία και προκαλούσε τον πόλεμο, την μοιραία κίνηση του ανθρώπινου ηρωϊσμού που η Αφροδίτη αγαπούσε στον Άρη.. Γιατί η φαλλική δύναμη του Άρη συνδέεται με την λαγνεία του αίματος, που πάντα έχει στενή σχέση με την σεξουαλική επιθυμία. Η Ελένη, σαν την Αφροδίτη, δεν σταματούσε ποτέ να ανανεώνη το καταστροφικό μείγμα της έκστασης, της μαγείας και της καταστροφής, που δημιουργούν την γοητεία της Μεγάλης Μητέρας, η οποία είναι επίσης μια μητέρα της μοίρας και του θανάτου. Αλλά τί είναι η Ψυχή, αυτή η «νέα Αφροδίτη», που είναι όμορφη, αλλά όχι επιθυμητή από τους ανθρώπους, αλλά που εντούτοις, αν και είναι άνθρωπος, λατρεύεται με ενατένιση σαν μια θεά και, το χειρότερο απ’ όλα, την επιθυμεί ο θεϊκός Έρωτας;

Η ψυχή μπαίνει στη σφαίρα των θεών και δημιουργεί έναν καινούργιο κόσμο. Με την πράξη της, το θηλυκό σαν μια ανθρώπινη ψυχική δύναμη έρχεται σε σύγκρουση με την Μεγάλη Μητέρα και την φοβερή της πλευρά, στην οποία η μητριαρχική ύπαρξη του θηλυκού ήταν υποδουλωμένη. Και η Ψυχή δεν στρέφεται μόνο ενάντια στην Μεγάλη Μητέρα, ενάντια στην Αφροδίτη, την παντοδύναμη κυρίαρχο της θηλυκής ύπαρξης, αλλά και ενάντια στον αρσενικό εραστή της, τον Έρωτα. Πόσο αδύναμη είναι η θέση της ανθρώπινης Ψυχής σε αυτήν την πάλη με τους θεούς και τις δυνάμεις τους! Πόσο ανέλπιδη φαίνεται η κατάστασή της, η κατάσταση της θηλυκής-ανθρώπινης αρχής της ζωής που τολμάει να έρθη σε αντιπαράθεση με ένα θεϊκό αρχέτυπο!

Με την αυτοθυσία τής πράξης της παραιτείται από τα πάντα και μπαίνει στην μοναχικότητα μιας αγάπης, στην οποία, την ίδια στιγμή συνειδητά και ασυνείδητα, απαρνείται την έλξη της ομορφιάς της που οδηγεί στο σεξ και την γονιμότητα. Από την στιγμή που βλέπει τον Έρωτα στο φως, η Ψυχή βάζει την ερωτική αρχή της συνάντησης και της εξατομίκευσης δίπλα στην αρχή της γοητευτικής έλξης και της γονιμότητας του είδους.

Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να κατανοήσουμε τις μυθολογικές «γενεαλογίες», σύμφωνα με τις οποίες η Αφροδίτη γεννιέται από την ένωση ανάμεσα στον γονιμοποιό ουρανό και την θάλασσα, ενώ η ψυχή, «η νέα Αφροδίτη», είναι το αποτέλεσμα της ένωσης του ουρανού και της γης. Γιατί η θάλασσα διατηρεί όλη την ανωνυμία που είναι χαρακτηριστική για το συλλογικό ασυνείδητο, ενώ η γη συμβολίζει την υψηλότερη, «γήινη» μορφή. Η Αφροδίτη αντιπροσωπεύει την ένωση των ανώνυμων δυνάμεων του Επάνω και του Κάτω· ενώνοντας το αρσενικό και το θηλυκό, λειτουργεί σαν μια παγκόσμια και ανώνυμη δύναμη. Με την Ψυχή, μια γήινη, ανθρώπινη υλοποίηση της ίδιας Αφροδίσιας αρχής έχει έρθει στο φως σε ένα ανώτερο επίπεδο. Αλλά γήινο και ανθρώπινο σημαίνει μοναδικό, σύμφωνα με την αρχή της ατομικότητας και – τελικά – της εξατομίκευσης. Πάνω από την υλική-ψυχική ερωτική αρχή της Αφροδίτης σαν θεάς της αμοιβαίας έλξης ανάμεσα στα αντίθετα, αναδύεται η αγαπητική σχέση της Ψυχής, η οποία με αυτήν την έλξη συνδέει την γνώση, την αύξηση της συνειδητότητας και την ψυχική ανάπτυξη. Με την Ψυχή, επομένως, εμφανίζεται μια καινούργια ερωτική αρχή, στην οποία η συνάντηση ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό φανερώνεται σαν η βάση της εξατομίκευσης. Από την άποψη της Αφροδίτης σαν φυσικής αρχής, η ένωση του θηλυκού με το αρσενικό δεν είναι ουσιαστικά διαφορετική στον άνθρωπο και στα ζώα, από τα φίδια και τους λύκους μέχρι τα περιστέρια. Αλλά από την στιγμή που η σχέση ανάμεσα στην Ψυχή και τον Έρωτα έχει υπερβή αυτό το στάδιο μέσω της πράξης της Ψυχής, αντιπροσωπεύει μια ψυχολογία συνάντησης· κάποιος που αγαπάει μοναδικά ολοκληρώνει την ύπαρξή του μέσω αυτής της αγάπης, που αγκαλιάζει τον πόνο και τον χωρισμό.

Για πρώτη φορά η ατομική αγάπη της Ψυχής ανυψώνεται σε μια μυθολογική επανάσταση ενάντια στην συλλογική αρχή της αισθησιακής μέθης που αντιπροσωπεύει η Αφροδίτη. Αν και φαίνεται παράδοξο, η φτωχή Ψυχή θα πρέπει ακόμα να κατακτήση την πραγματικότητα, να αναπτύξη τον εραστή της. Ο γυιος-αγαπημένος της Αφροδίτης πρέπει να γίνη ένας ανθρώπινος εραστής, ο Έρωτας πρέπει να σωθή από την υπερπροσωπική σφαίρα της Μεγάλης Μητέρας, και να μεταφερθή στην προσωπική σφαίρα της Ψυχής. Απομένει να δούμε αν η Ψυχή θα φανή ισχυρότερη από την Αφροδίτη, εάν θα καταφέρη να κερδίση τον Έρωτα.

Σε αυτήν την κατάσταση η Αφροδίτη ξαναγυρίζει πίσω στην μορφή της κακής μητέρας, της μητριάς και της μάγισσας των παραμυθιών. «Ποδοπατάς τις εντολές της μητέρας σου», φωνάζει στον Έρωτα, «αντί να βασανίζεις την εχθρά μου με χυδαία πάθη!». Συμπεριφέρεται σαν μια «τρομερή μητέρα», τόσο παράλογα όσο μπορούμε να δούμε να περιγράφουν τα εγχειρίδια της ψυχολογίας. Τα λόγια της ηχούν στο μοτίβο της πληγωμένης μητέρας, που φοβάται ότι η Ψυχή θα της πάρη μακριά τον γυιο της, που μέχρι τότε κρατιόταν αιχμάλωτος σε μιαν αιμομικτική σχέση, και το λέει αυτό σε όλους τους δυνατούς τόνους. «Άθλιε μητροκτόνε!» φωνάζει στον Έρωτα στην κορώνα του λόγου της, και εδώ πρέπει να θυμηθούμε ότι, όταν για πρώτη φορά ξεκίνησε για να καταστρέψη την Ψυχή, είχε ικετέψει τον γυιο της «σε όλους τους δεσμούς της αγάπης που μας ενώνουν», και «με ανοιγμένα χείλη έδωσε στον γυιο της μακριά και θερμά φιλιά». Και φυσικά τονίζει ότι αυτός ο γυιος χρωστάει τα πάντα σ’ αυτήν και μόνο σ’ αυτήν, και ορκίζεται να αποκτήση έναν άλλον γυιο. Πόσο πολύ γήινα και οικεία φαίνονται στον ψυχολόγο τα λόγια της: « Αληθινά, είμαι πολύ ευλογημένη που θα ονομαστώ γιαγιά στο άνθος της ηλικίας μου, και που ο γυιος μιας πρόστυχης υπηρέτριας θα ονομασθή εγγονός της Αφροδίτης !».

Αλλά γιατί, θα μπορούσε κάποιος να ρωτήση δικαιολογημένα, η Αφροδίτη επανέρχεται στην μορφή της Κακής Μητέρας και όχι σε αυτήν της Μεγάλης Μητέρας; Γιατί εμφανίζονται σ’ αυτήν όλα τα περσοναλιστικά χαρακτηριστικά της οικογενειακής ζωής, και όχι τα μυθολογικά χαρακτηριστικά της Μεγάλης Μητέρας, όπως θα μπορούσαμε να περιμένουμε;

Σε όλην αυτήν την ιστορία, η αρχή της «δευτερογενούς προσωποποίησης» κυριαρχεί. Με την αυξανόμενη συνειδητότητα, τα υπερπροσωπικά και αρχετυπικά φαινόμενα αποκτούν προσωπική μορφή και παίρνουν την θέση τους στο πλαίσιο μιας ατομικής ιστορίας, μιας κατάστασης τής ανθρώπινης ζωής. Η ανθρώπινη ψυχή είναι ένα ενεργητικό εγώ, που τολμάει να τα βάλη με τις υπερπροσωπικές δυνάμεις, και μάλιστα επιτυχημένα. Η συνέπεια αυτής της εξυψωμένης θέσης, της ανθρώπινης, εδώ της θηλυκής προσωπικότητας, είναι να εξασθενίση αυτό που προηγουμένως ήταν παντοδύναμο. Η ιστορία της Ψυχής τελειώνει με την θεοποίηση της ανθρώπινης Ψυχής. Με αντίστοιχο τρόπο ή θεϊκή Αφροδίτη γίνεται ανθρώπινη, και το ίδιο και ο Έρωτας, που μέσα από το πάθος προετοιμάζει τον δρόμο για την ένωση με την ανθρώπινη Ψυχή. (Σημ. βλ. το έργο μου «Καταγωγή και ιστορία του ανθρώπινου συνειδητού»)

Όταν γίνεται φανερό στην Αφροδίτη ότι το αρσενικό της γέννημα, που πάντα ήταν ο πειθήνιος σκλάβος της, έχει ξεπεράσει την λειτουργία του γιού-εραστή, οργάνου και βοηθού, και έγινε ανεξάρτητος σαν εραστής, ξεσπάει μια διαμάχη μέσα στην θηλυκή περιοχή, και μια νέα φάση αρχίζει στην ανάπτυξη του Έρωτα. Η Ψυχή, η ανθρώπινη γυναίκα, αντιπαρατίθεται στην Μεγάλη Μητέρα, που μέχρι τότε, σε συμμαχία με τον γιό της, είχαν προδιαγράψει το πεπρωμένο του ανθρώπινου έρωτα. Καθιερώνοντας μια ανεξάρτητη θηλυκή συνειδητότητα αγάπης μέσα από την ελεύθερη συνάντηση, η ψυχή απορρίπτει τον σκοτεινό, ανώνυμο έρωτα που αποτελούνταν μόνο από τη μέθη του πάθους και την γονιμότητα, τον υπερπροσωπικό έρωτα, που μέχρι τότε κυβερνούσε τα πάντα στην ζωή. Και απορρίπτοντας την Αφροδίτη, απορρίπτει επίσης έναν Έρωτα που φοβάται την εξουσία της Αφροδίτης, και στην καλύτερη περίπτωση την παρακούει στα κρυφά, ενώ δεν τολμάει να σταθή ανεξάρτητα στο πλάι της αγαπημένης του.. Απορρίπτοντας και την Αφροδίτη και τον Έρωτα, η Ψυχή, εντελώς ασυναίσθητα και ακούσια, μπαίνει σε έναν ηρωικό αγώνα του θηλυκού, που εισάγει μια νέα ανθρώπινη εποχή.

(συνεχίζεται)

ΠΕΡΙΤΕΧΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ. ΑΛΛΑ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΟΛΟ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ. ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΙΣΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΔΙΑΚΡΙΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ, ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΟΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΗ ΑΡΧΕΤΥΠΙΚΗ ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΣΕ ΑΝΤΟΨΙΑ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΔΟΜΥΧΗ ΣΤΟ ΣΩΜΑ, ΤΗΝ ΓΝΩΣΤΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΟΣ  
ΠΕΡΙΤΕΧΝΑ ΕΠΙΣΗΣ ΟΙ ΡΩΣΟΙ ΕΜΙΓΚΡΕΔΕΣ ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΑΝ ΤΟ ΨΥΧΙΚΟ ΕΠΟΣ ΣΕ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΓΕΝΝΗΣΑΝ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΠΟΥ ΚΑΤΕΚΤΗΣΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΘΕΙΣΜΟ.

Aμέθυστος

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2025

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ Στον Μύθο της Ψυχής και του Έρωτα (3)

 Συνέχεια από :  Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

E R I C H   N E U M A Ν N
Η ΨΥΧΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΘΗΛΥΚΟΥ

Έτσι, το αρχετυπικό υπόβαθρο του γάμου – θανάτου της κόρης εκτείνεται από την μητριαρχική προϊστορία, περνώντας μέσα από την τελετουργική θυσία της κόρης και την τελετουργική ολοκλήρωση του γάμου, μέχρι τους μοντέρνους καιρούς. Και ο γάμος θανάτου καταλαμβάνει επίσης μια κεντρική θέση στην ιστορία της Ψυχής, παρόλο που στην αρχή φαίνεται να παριστάνη απλώς την εκδίκηση της Αφροδίτης.
Κατά αρκετά περίεργο τρόπο και χωρίς εξήγηση, αν πάρουμε υπ’ όψη μας μόνο την «αφέλεια» της Ψυχής, η απάντησή της στην καταδίκη της, που ξεπηδάει από το ασυνείδητό της, βρίσκεται σε τέλεια συμφωνία με το μυστήριο του θηλυκού που αντιμετωπίζει αυτή την κατάσταση του θανάτου.. Δεν αντιδρά με μάχη, διαμαρτυρία, ανυπακοή, αντίσταση, όπως θα έκανε ένα αρσενικό εγώ σε μια παρόμοια κατάσταση, αλλά ακριβώς το αντίθετο, με αποδοχή της μοίρας της. Με σίγουρη διαίσθηση διακρίνει το νόημα που υπάρχει πίσω από ό,τι συμβαίνει, και αυτό είναι το μόνο σημείο στην ιστορία που γίνεται υπαινιγμός πως αυτό το νόημα είναι γνωστό στα ανθρώπινα όντα. Απαντάει: «Όταν έθνη και λαοί μού έδιναν θεϊκές τιμές, όταν με μια φωνή με χαιρετούσαν σαν μια νέα Αφροδίτη, τότε έπρεπε να λυπηθείτε, να κλάψετε και να με θρηνήσετε σαν νεκρή». Παίρνοντας την ύβρη (του ανθρώπινου γένους …, και όχι του προσώπου της, του εγώ της) και την τιμωρία της σαν κάτι απολύτως δεδομένο, δηλώνει την προθυμία της να θυσιαστή: «Βιάζομαι να συναντήσω αυτήν την ευλογημένη ένωση, βιάζομαι να δω τον ευγενικό σύζυγο που με περιμένει. Γιατί να αναβάλλω και να αποφεύγω τον ερχομό του; Δεν είναι αυτός που γεννήθηκε για να καταστρέψη όλον τον κόσμο;» Και με αυτά τα λόγια η ψυχή, αφημένη στον έρημο βράχο, απομακρύνεται αμέσως από την σφαίρα του πλήθους που θρηνεί, και από τους γονείς της επίσης.
Έπειτα έρχεται η αντιστροφή, η έκπληξη, το επεισόδιο που εκ πρώτης όψεως δίνει την πιο έντονη εντύπωση παραμυθιού. Είναι η τρίτη φάση: Η Ψυχή στον παράδεισο του Έρωτα.
Ο γάμος, που παρουσιάζεται με την μεγάλη μυθική λαμπρότητα ενός γάμου θανάτου, ολοκληρώνεται μέσα σε ένα σκηνικό που μας είναι γνώριμο από τις πολύ μεταγενέστερες «Χίλιες και μία νύχτες». Υπάρχει ένα ελαφρό χρώμα σχεδόν rococo στην σκηνή. «Τώρα, όταν η νύχτα προχωρή για καλά, ένας απαλός ήχος ήρθε στα αυτιά της. Φοβήθηκε για την τιμή της βλέποντας ότι ήταν ολομόναχη· έτρεμε από τον φόβο, και ο τρόμος του αγνώστου ξεπερνούσε κατά πολύ οποιονδήποτε άλλον είχε ποτέ δοκιμάσει. Στο τέλος ήρθε ο άγνωστος άνδρας της και ανέβηκε στο κρεβάτι, έκανε την Ψυχή γυναίκα του, και έφυγε βιαστικά πριν έρθη η αυγή».
Σύντομα «αυτό που φαινόταν ξένο στην αρχή, με την δύναμη της συνεχιζόμενης συνήθειας έγινε χαρά, και ο ήχος των φωνών έσπαζε την μοναξιά και την αμηχανία της». Λίγο αργότερα, η Ψυχή θα πη: «Καλύτερα να πεθάνω εκατό φορές παρά να στερηθώ την γλυκειά σου αγάπη. Γιατί όποιος και αν είσαι, σε αγαπάω και σε λατρεύω με πάθος. Σε αγαπάω όπως την ίδια την ζωή. Μπροστά σου και ο Έρωτας θα φαινόταν σαν ένα τίποτε». Αλλά αυτή η έκσταση, μέσα στην οποία ψιθυρίζει «άνδρα γλυκέ σαν το μέλι» και «ζωή και αγάπη της Ψυχής», είναι μια έκσταση σκοταδιού. Είναι μια κατάσταση μη γνώσης και μη όρασης, γιατί τον αγαπημένο της μπορεί μόνο να τον αγγίξη και να τον ακούση, αλλά η Ψυχή είναι ικανοποιημένη, ότι τουλάχιστον φαίνεται, και ζη μέσα σε παραδεισιακή ευτυχία.
Αλλά κάθε παράδεισος έχει το ερπετό του, και η νυχτερινή ευδαιμονία της Ψυχής δεν μπορεί κα κρατήση για πάντα. Ο εισβολέας, το φίδι αυτού του παραδείσου αντιπροσωπεύεται από τις αδελφές της Ψυχής, που ο ερχομός τους φέρνει την καταστροφή, που και εδώ είναι η έξωση από τον παράδεισο. Εδώ θα φαινόταν πως έχουμε το απλό και συνηθισμένο στα παραμύθια μοτίβο των αδελφών που ζηλεύουν. Αλλά η ψυχανάλυση δείχνει πως τα παραμυθιακά μοτίβα είναι κάθε άλλο παρά απλά, ότι στην πραγματικότητα απειλούνται από πολλά διαφορετικά στρώματα, και έχουν εξαιρετικά μεγάλη σημασία.
Παρά την έντονη προειδοποίηση του Έρωτα, η Ψυχή συναντά τις αδελφές της· λυώνοντας από ζήλια αυτές σχεδιάζουν να καταστρέψουν την ευτυχία της. Ο τρόπος που διαλέγουν βρίσκεται πάλι σε συμφωνία με ένα παγκόσμιο μοτίβο, γιατί το ουσιαστικό δεν είναι η δολοφονία του άνδρα της Ψυχής, αλλά το ότι η Ψυχή θα πρέπη να πεισθή να σπάση το ταμπού, να ρίξη φως στο κρυμμένο μυστικό: σε αυτήν την περίπτωση, να κοιτάξη τον άνδρα της. Γιατί αυτή είναι η απαγόρευση που ο αόρατος άνδρας της Ψυχής τής επέβαλε· είναι το «μη με ρωτάς», που επανέρχεται συνέχεια, η διαταγή τής μη εισόδου στο «κλειστό δωμάτιο», που η παραβίασή της θα φέρη την καταστροφή της Ψυχής.
Ποιος είναι ο χαρακτήρας αυτών των αδελφών, και ποια είναι η σημασία τους για την εξέλιξη της ιστορίας της Ψυχής; Ας αφήσουμε τα επιφανειακά. προσωπικά, παραμυθιακά στοιχεία και ας προσπαθήσουμε να διακρίνουμε το νόημα που κρύβεται πίσω από αυτά.
Εξωτερικά φαίνεται πως οι αδελφές είναι ευτυχισμένες με τον γάμο τους, αλλά στην πραγματικότητα μισούν τους άνδρες τους από τα κατάβαθα της ψυχής τους, αν μπορούμε να μιλήσουμε για ψυχή σε σχέση με αυτές τις στρίγγλες· είναι έτοιμες να τους αφήσουν αμέσως και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Οι γάμοι τους είναι ένα σύμβολο πατριαρχικής σκλαβιάς, τυπικά παραδείγματα αυτού που ονομάζουμε «η σκλαβιά του θηλυκού στον πατριαρχικό κόσμο». Δόθηκαν «σε ξένους βασιλιάδες για να είναι υπηρέτριές τους»· η μία περιγράφει τον άνδρα της σαν πιο γέρο και από τον πατέρα της, «φαλακρό σαν κολοκύθι και αδύναμο σαν μικρό παιδί». Έτσι θα πρέπη να παίξη τον ρόλο της κόρης γι’ αυτόν από κάθε άποψη, ενώ η αδελφή της έχει την όχι πιο ευχάριστη ζωή μιας νοσοκόμας. Και οι δύο αδελφές είναι φανατικές στο μίσος τους για τους άνδρες, και αναπαριστούν, όπως μπορούμε να πούμε από πριν, μια τυπική στάση της μητριαρχίας.
Αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι δύσκολο να θεμελιωθή. Δεν πρέπει να πάρουμε το φανερό στοιχείο της ζήλιας σαν το κυριώτερο χαρακτηριστικό των αδελφών, αν και έχει και αυτό τη θέση του στην όλη κατάσταση. Το καθαρώτερο σύμπτωμα της μητριαρχικής στάσης μίσους των αδελφών απέναντι στους άνδρες, είναι η περιγραφή που κάνουν για τον άνδρα της Ψυχής.
Όταν οι αδελφές μιλάνε για «τα αγκαλιάσματα ενός βρωμερού και φαρμακερού φιδιού», όταν λένε ότι το τέρας θα καταβροχθίση την Ψυχή και το παιδί της – γιατί η Ψυχή στο μεταξύ έχει γίνει έγκυος – εκφράζουν κάτι περισσότερο από τη ζήλεια των ανικανοποίητων γυναικών. Η συκοφαντία τους – γιατί λένε την αλήθεια σε έναν τόνο συκοφαντικής παρεξήγησης – προέρχεται από την σεξουαλική αηδία μιας βιασμένης και ταπεινωμένης μητριαρχικής ψυχήςΟι αδελφές πετυχαίνουν να ξυπνήσουν το εχθρικό προς τους άνδρες μητριαρχικό στρώμα μέσα στην ίδια την Ψυχή. Βρίσκεται μέσα σε μια σύγκρουση, που εκφράζεται με αυτά τα απλά λόγια: «την ίδια στιγμή μισούσε το τέρας και αγαπούσε τον σύζυγο». Αυτή η ήδη διαφανής σχέση με την μητριαρχία και τις ανδροφόνες Δαναΐδες γίνεται πιο έντονη όταν οι αδελφές συμβουλεύουν την Ψυχή όχι να το σκάση από τον άγνωστο άνδρα της, αλλά να τον σκοτώση και να κόψη το κεφάλι του με ένα μαχαίρι, ένα αρχαίο σύμβολο ευνουχισμού, εξυψωμένου στην πνευματική σφαίρα. Το εχθρικό αρσενικό, η γυναίκα σαν θύμα του άνδρα – τέρατος, η δολοφονία του άνδρα και ο ευνουχισμός σαν μητριαρχικά σύμβολα αυτοάμυνας ή κυριαρχίας – τί σχέση έχουν αυτά με την Ψυχή, τί νόημα και σκοπό έχουν στον μύθο της ανάπτυξης της Ψυχής;
Η δράση των μητριαρχικών γυναικών που μισούν τους άνδρες έρχεται σε οξεία αντίθεση με την ευγενική αφοσίωση και την αυταπάρνηση τής Ψυχής, που έχει ολοκληρωτικά παραδοθή στην σεξουαλική δουλεία – γιατί περί αυτού πρόκειται – του Έρωτα. Η εμφάνιση των αδελφών φέρνει την πρώτη κίνηση στον παράδεισο της αισθησιακής απόλαυσης που ο Απουλήιος ζωγραφίζει με τέτοιο πλούτο χρωμάτων. Στην ερμηνεία μας οι μορφές των αδελφών αντιπροσωπεύουν προβολές των καταπιεσμένων ή εντελώς ασυνείδητων μητριαρχικών τάσεων της ίδιας της Ψυχής, που η εμφάνισή τους προκαλεί μια σύγκρουση μέσα της. Μιλώντας ψυχολογικά, οι αδελφές είναι η «σκιώδης» πλευρά της Ψυχής, αλλά η πολλαπλότητά τους δείχνει ότι εισχωρούν σε διαπροσωπικά στρώματα.
Η εμφάνιση των αδελφών δίνει για πρώτη φορά στην Ψυχή κάποια ανεξαρτησία. Ξαφνικά βλέπει την συμβίωσή της με τον Έρωτα σαν μια «πολυτελή φυλακή», και λαχταράει την ανθρώπινη συντροφιά. Μέχρι τώρα παρασυρόταν στο ρεύμα μιας ασυνείδητης έκστασης, αλλά τώρα βλέπει την φασματική μη-πραγματικότητα του αισθησιακού της παραδείσου, και αρχίζει, σε επαφή με τον αγαπημένο της, να αποκτά συνείδηση της γυναικείας της φύσης. Κάνει «σκηνές» και παγιδεύει τον παγιδευτή με «παθιασμένα μουρμουρίσματα».
Πρέπει να παραβλέψουμε εντελώς την επιφανειακή πλοκή εάν θέλουμε να καταλάβουμε την πραγματική λειτουργία και το νόημα αυτής της εισόδου των αδελφών-σκιάς. Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, οι αδελφές παριστάνουν μια πλευρά της γυναικείας συνειδητότητας που είναι αποφασιστική για ολόκληρη την επακόλουθη ανάπτυξη της Ψυχής, και χωρίς την οποία δεν θα ήταν αυτό που είναι, δηλαδή η θηλυκή ψυχή. Παρά την αρνητική μορφή της, η αντι-αρσενική εγκληματική αναταραχή που φέρνουν οι αδελφές υλοποιεί μια πραγματική αντίσταση της γυναικείας φύσης ενάντια στην κατάσταση και την στάση της Ψυχής, την αρχή μιας ανώτερης γυναικείας συνειδητότητας. Όχι ότι οι αδελφές αντιπροσωπεύουν αυτήν την συνειδητότητα, είναι μόνο ο σκιώδης, δηλαδή ο αρνητικός, πρόδρομός τους. Αλλά εάν η Ψυχή καταφέρη να φθάση σε αυτό το ανώτερο επίπεδο, είναι μόνο γιατί ξεκινάει υπακούοντας στην αρνητική συμβουλή των αδελφών της. Μόνο σπάζοντας το ταμπού που ο Έρωτας τής έχει επιβάλει, με το να ανταποκριθή στις οδηγίες των αδελφών της, έρχεται σε σύγκρουση με τον Έρωτα, που όπως θα δείξουμε, είναι το θεμέλιο της ανάπτυξής της. Όπως και στην βιβλική ιστορία, η υπακοή στο φίδι οδηγεί στην εξορία από τον παράδεισο και σε μιαν ανώτερη συνειδητότητα.
Γιατί, με όλη την μαγεία της, αυτή η ύπαρξη στον αισθησιακό παράδεισο του Έρωτα, είναι μια ανάξια ύπαρξη; Γιατί είναι μια κατάσταση τυφλής, παθιασμένης σκλαβιάς, ενάντια στην οποία μια θηλυκή εγωτική συνείδηση – και τέτοια είναι η μητριαρχική στάση του θηλυκού – πρέπει να διαμαρτυρηθή, ενάντια στην οποία πρέπει να προβάλη όλα τα επιχειρήματα που αναφέρουν οι αδελφές της Ψυχής; Η ύπαρξη της Ψυχής είναι μια ανυπαρξία, μια ύπαρξη στο σκοτάδι, μια απόλαυση σεξουαλικού αισθησιασμού που μπορεί ταιριαστά να χαρακτηρισθή σαν καταβρόχθιση από έναν δαίμονα, ένα τέρας. Ο Έρως σαν μια αόρατη γοητεία είναι όλα όσα ο χρησμός του Απόλλωνα, που επαναλαμβάνεται από τις αδελφές της, έχει πη γι’ αυτόν, και η Ψυχή είναι στην πραγματικότητα το θύμα του. (Σημ: Η ύπαρξη της Ψυχής μέσα στον σκοτεινό παράδεισο του Έρωτα είναι μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή της καταβρόχθισης του ήρωα από την φάλαινα – δράκοντα – τέρας. Εδώ ο περιορισμός και η αιχμαλωσία στο σκοτάδι φορτίζονται από την ιδιότητα της ευχαρίστησης, αλλά και αυτή η κατάσταση είναι αρχετυπική και όχι κάτι ατομικό. Ο κίνδυνος της καταβρόχθισης συχνά μεταμφιέζεται κάτω από την γοητεία ενός (χαμένου) παραδείσου, ο οποίος, όπως το σπίτι του μελόψωμου στην ιστορία του Hänsel και της Gretel, κρύβει ένα τέρας που καταβροχθίζει. Εδώ ο καταβροχθιστής είναι ο δράκοντας Έρως, στο παραμύθι είναι η μάγισσα. Όπως και στο νυχτερινό θαλασσινό ταξίδι ο αρσενικός ηλιακός ήρωας ανάβει το φως στην κοιλιά του θηρίου και σφάζοντάς το απελευθερώνεται από το σκοτάδι, έτσι και η Ψυχή κατά την απελευθέρωσή της από την σκοτεινή φυλακή είναι οπλισμένη ως και με μαχαίρι. Αλλά στον μύθο με την αρσενική ηλιακή μορφή η εχθρική φονική πράξη του ήρωα κρατάει την πρώτη θέση· ακόμη και όταν πρόκειται για την γνώση, σκοτώνει και «κομματιάζει» το αντικείμενό της, τον δράκοντα. Στην θηλυκή μορφή αυτή η ανάγκη για γνώση παραμένει δεμένη με την μεγαλύτερη ανάγκη της αγάπης.Ακόμη και εκεί που η Ψυχή αναγκάζεται να πληγώση, διατηρεί τον δεσμό της με τον αγαπημένο της, και ποτέ δεν σταματάει να προσπαθή να συμφιλιωθή μαζί του μεταμορφώνοντάς τον.)
Ο βασικός νόμος της μητριαρχίας απαγορεύει τις ατομικές σχέσεις με τον άνδρα, και αναγνωρίζει το αρσενικό μόνο σαν μια ανώνυμη δύναμη, που αντιπροσωπεύει τον θεό. Γιά την Ψυχή, αυτή η ανωνυμία εφαρμόζεται, αλλά την ίδια στιγμή προκαλεί στον εαυτό της την βαθειά, ανεξάλειπτη ντροπή της υποταγής σ’ αυτόν τον άνδρα, της πτώσης κάτω από την δύναμή του. Από την άποψη της μητριαρχίας, υπάρχει μόνο μια απάντηση σ’ αυτήν την ντροπή: ο φόνος και ο ευνουχισμός του αρσενικού, κι αυτό είναι που ζητούν από την Ψυχή οι αδελφές της. Αλλά δεν ενσαρκώνουν μόνο την επαναγωγή σε αρχαιότερα στάδια ύπαρξης· μια ανώτερη θηλυκή αρχή βρίσκεται επίσης σε λειτουργία, όπως φαίνεται από τον συμβολισμό, με τον οποίο ο μύθος κυριολεκτικά «φωτίζει» την ασυνείδητη κατάσταση της Ψυχής.
Στην σύγκρουσή της με τον Έρωτα, η Ψυχή επανειλημμένα αποκρούει την εντολή του να διακόψη τις σχέσεις της με τις αδελφές της και με μια παράξενη επιμονή, που φαίνεται να έρχεται σε αντίφαση με την φαινομενική ηπιότητά της, διατηρεί τον δεσμό της μαζί τους ακόμη και μπροστά στην πιο έντονη προειδοποίηση. Κατά την πορεία αυτής της σύγκρουσης, η Ψυχή προφέρει τα αποκαλυπτικά λόγια που είναι το κλειδί για την εσωτερική της κατάσταση: «Δεν ζητάω πια να δω το πρόσωπό σου· ούτε και το σκοτάδι της νύχτας μπορεί να είναι εμπόδιο στη χαρά μου, γιατί σε κρατάω στα χέρια μου, φως της ζωής μου».
Αλλά την στιγμή ακριβώς που η Ψυχή φαίνεται να αποδέχεται το σκοτάδι, δηλαδή την ασυνειδητότητα της κατάστασής της, και ενώ σε φαινομενικά τέλεια απάρνηση της ατομικής της συνειδητότητας απευθύνεται στον άγνωστο και αόρατο εραστή της σαν «φως της ζωής της», ένα συναίσθημα μέχρι τότε απαρατήρητο βγαίνει στην επιφάνεια. Η Ψυχή μιλάει αρνητικά για το αντιπαθητικό σκοτάδι και για την επιθυμία της να γνωρίση τον αγαπημένο της. Προσπαθεί να διώξη τον φόβο της για ό,τι πρόκειται να έρθη, και αποκαλύπτει την ασυνείδητη γνώση της αυτού που συμβαίνει. Ήταν φυλακισμένη στο σκοτάδι, αλλά τώρα ο αγώνας της για φως και γνώση έχει γίνει επιτακτικός· την ίδια στιγμή καταλαβαίνει ότι ένας μεγάλος κίνδυνος την απειλεί. Γι’ αυτό είναι τόσο συγκινητικό όταν προσπαθή να εξορκίση την πραγματικότητα του σκοταδιού αποκαλώντας τον Έρωτα «φως της ζωής μου». Γιατί, αν και είναι αλήθεια κατά μια βαθύτερη έννοια ότι ο Έρωτας είναι το φως που λάμπει μπροστά της, δείχνοντάς της τον δρόμο μέσα απ’ όλους τους κινδύνους, αυτός ο Έρωτας που της δείχνει τον δρόμο δεν είναι ο νεαρός που την αγκαλιάζει στο σκοτάδι, και ζητάει με κάθε δυνατό τρόπο να την εμποδίση από το να ταράξη τον παράδεισο της αγάπης τους.
Η Ψυχή – όπως δείχνει με έμφαση η συνέχεια της ιστορίας – είναι κάθε άλλο παρά απλώς «καλή» και «απλοϊκή»· αντίθετα, η στάση των αδελφών, η διαμαρτυρία και η εχθρότητά τους αντιστοιχούν σε ένα ρεύμα που υπάρχει μέσα στην ίδια την Ψυχή. Η μητριαρχική αντίδραση που ορθώνεται μέσα της ενάντια στο ανυπόφορο της κατάστασης να κρατιέται αιχμάλωτη από τον Έρωτά της έρχεται από έξω, από τις αδελφές της, και την ωθεί σε δράση. Αυτή ακριβώς η κατάσταση κάνει δυνατή τη σύγκρουση στο εσωτερικό της Ψυχής: «Μέσα στο ίδιο σώμα μισούσε το τέρας και αγαπούσε τον σύζυγο»· και αυτή και μόνο η κατάσταση είναι που δίνει την δυνατότητα στις αδελφές της Ψυχής να την παρασύρουν. Η Ψυχή δεν ξέρει πώς είναι η μορφή του Έρωτα, του αγαπημένου της. Μέχρι στιγμής η αντίθεση: κτήνος και εραστής, ήταν παρούσα στο ασυνείδητό της, αλλά δεν είχε ακόμη αναδυθή στην συνείδησή της. Είναι οι αδελφές που την κάνουν να συνειδητοποιήση την τερατώδη – κτηνώδη πλευρά. Τώρα η Ψυχή έρχεται σε ανοιχτή σύγκρουση με την συνειδητή της σχέση αγάπης, στην οποία ο Έρωτας ήταν μόνο ο «σύζυγός» της. Δεν μπορεί πια να διατηρήση την παλιά ασυνείδητη κατάσταση. Πρέπει να δη την αληθινή μορφή του συντρόφου της, και έτσι η αντίφαση, η σύγκρουση ανάμεσα σε μια ψυχή που μισεί το τέρας και μια ψυχή που αγαπάει τον σύζυγο, προβάλλεται εξωτερικά και οδηγεί στην ενέργεια της Ψυχής.
Οπλισμένη με μαχαίρι και λυχνάρι, η Ψυχή πλησιάζει τον άγνωστο αγαπημένο της, και στο φως τον αναγνωρίζει σαν τον Έρωτα. Πρώτα επιχειρεί να σκοτωθή με το μαχαίρι που κρατούσε έτοιμο για το «τέρας», αλλά αποτυγχάνει. Έπειτα, κοιτάζοντας τον αγαπημένο της στο φως, τρυπάει το δάχτυλό της με ένα από τα βέλη του· φλογισμένη από την επιθυμία γι’ αυτόν, σκύβει να τον φιλήση, και μια σταγόνα από καυτό λάδι πετάγεται από το λυχνάρι, καίγοντας και πληγώνοντας τον Έρωτα, που ξυπνάει. Βλέποντας ότι η Ψυχή παράκουσε την εντολή του, πετάει μακριά και εξαφανίζεται.
Τί δοκιμάζει η Ψυχή όταν, οδηγούμενη από τις εχθρικές στους άνδρες μητριαρχικές δυνάμεις, πλησιάζει το κρεβάτι για να σκοτώση το υποτιθέμενο τέρας και βλέπει τον Έρωτα; Εάν επανασυνθέσουμε την μυθική μεγαλοπρέπεια της σκηνής, που η λεπτεπίλεπτη μικροτεχνία του Απουλήιου μικραίνει και σχεδόν παραμορφώνει, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα δράμα μεγάλου βάθους και δύναμης, μια ψυχική μεταμόρφωση μοναδικής σημασίας. Είναι το ξύπνημα της Ψυχής σαν ψυχής, η μοιραία στιγμή στην ζωή του θηλυκού, στην οποία για πρώτη φορά η γυναίκα αναδύεται από το σκοτάδι του ασυνειδήτου της και την σκληρότητα τής μητριαρχικής της σκλαβιάς και, σε μιαν ατομική συνάντηση με το αρσενικό, αγαπάει, δηλαδή αναγνωρίζει, τον Έρωτα. Αυτή η αγάπη τής Ψυχής είναι μιας πολύ ιδιαίτερης μορφής, και μόνο εάν συλλάβουμε αυτό που είναι καινούργιο σ’ αυτήν την αγάπη θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε τί σημαίνει για την ανάπτυξη του θηλυκού, όπως αντιπροσωπεύεται από την Ψυχή.
Η Ψυχή που πλησιάζει στο κρεβάτι όπου είναι ξαπλωμένος ο Έρωτας δεν είναι πια το παγιδευμένο από το πάθος πλάσμα, το μαγεμένο από τις αισθήσεις του, που ζούσε στον σκοτεινό παράδεισο της σεξουαλικότητας και του πόθου. Αφυπνισμένη από τον ερχομό των αδελφών της, αισθανόμενη τον κίνδυνο που την απειλεί, αναλαμβάνει την σκληρή επιθετικότητα της μητριαρχίας καθώς πλησιάζει στο κρεβάτι για να σκοτώση το τέρας, το αρσενικό κτήνος που την απέσπασε από τον επάνω κόσμο σε έναν γάμο θανάτου, και την έφερε μέσα στο σκοτάδι. Αλλά στη λάμψη του καινούργιου φωτός, με το ποίο φωτίζει το ασυνείδητο σκοτάδι της προηγούμενης ύπαρξής της, αναγνωρίζει τον Έρωτα. Α γ α π ά ει.
Στο φως της νέας της συνειδητότητας δοκιμάζει μια μοιραία μεταμόρφωση, στην οποία ανακαλύπτει ότι ο χωρισμός ανάμεσα στο κτήνος και στον άνδρα δεν ίσχύει. Καθώς ο κεραυνός της αγάπης την χτυπάει, στρέφει το μαχαίρι εναντίον της ή (με άλλους όρους) πληγώνεται με το βέλος του Έρωτα. Με αυτό, φεύγει από την παιδική, ασυνείδητη πλευρά της πραγματικότητάς της και από την μητριαρχική αντι-αρσενική πλευρά επίσης. Μόνο σε μια θαμπή, σκοτεινή ύπαρξη μπορεί η Ψυχή να πάρη τον αγαπημένο της για ένα τέρας, έναν βιαστή, έναν δράκοντα, και μόνο σαν ένα κορίτσι με παιδιάστικη άγνοια (αλλά και αυτό είναι μια σκοτεινή πλευρά) μπορεί να υποθέση ότι είναι ερωτευμένη με έναν «ανώτερο σύζυγο», ξεχωριστό από τον κατώτερο δράκοντα. Στο φως της αναμμένης αγάπης η Ψυχή αναγνωρίζει τον Έρωτα σαν έναν θεό, που είναι το ανώτερο και το κατώτερο ενωμένα, και που συνδέει και τα δύο.


( συνεχίζεται )

Η ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ ΣΤΑ ΑΡΧΕΤΥΠΑ ΤΟΥ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ, ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ, ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΤΑΥΤΙΣΕΩΣ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ, ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΓΩ, ΤΗΣ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗΣ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΕΠΙΣΗΣ ΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ, ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΤΗΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΟΛΟΤΗΤΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΝΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΤΙΣ ΑΡΕΤΕΣ, ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ ΠΟΥ ΔΙΔΑΞΕ Η ΑΡΧΑΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΕ Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΘΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ. 
ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ ΕΙΝΑΙ Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΕΛΑΒΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ.
"τις αρετές, τη σοφία για παράδειγμα, τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη, την ανδρεία, τη φρόνηση" Ερμηνεία του Άσματος Ασμάτων (3)

Αμέθυστος

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ, ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ. Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΧΑΝΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ, ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ. Ο ΝΕΟΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΥΡΑΜΙΔΩΝ, ΑΠΟ ΟΠΟΥ ΜΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕ Ο ΜΩΥΣΗΣ. ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ Η ΑΛΧΗΜΕΙΑ, Ο ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ. Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕ ΝΑ ΣΩΣΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΤΗΣ, ΤΟΝ ΝΟΥ.  ΜΑΤΑΙΑ ΒΕΒΑΙΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ.  ΣΤΟ ΕΞΗΣ ΘΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΦΑΝΕΡΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΝΕΟ ΓΟΡΔΙΟ ΔΕΣΜΟ ΠΟΥ ΦΥΛΑΚΙΖΕΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΙΣ ΜΟΥΜΙΕΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΕΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ Η ΔΥΣΗ. ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΜΕΙΣ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΥΠΗΚΟΟΙ. ΤΗΣ Β ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ. ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ, ΣΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ Στον Μύθο της Ψυχής και του Έρωτα (2)

 Συνέχεια από : Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2025

E R I C H   N E U M A Ν N

Η ΨΥΧΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΘΗΛΥΚΟΥ

Εν τω μεταξύ, στην γη, η Ψυχή «παρ’ όλη την εκπληκτική ομορφιά της, δεν είχε καμμιά χαρά που ήταν τόσο αξιαγάπητη». Μόνη, χωρίς αγαπημένο ή σύζυγο, άρχισε να μισή «την ομορφιά που μάγεψε τόσους λαούς». Και ο πατέρας της, παρακαλώντας στο μαντείο του Απόλλωνα να της στείλει έναν σύζυγο, παίρνει την φοβερή απάντηση που ξέρουμε.
Εδώ αρχίζει ένα κεφάλαιο με ιδιαίτερα βαθύ νόημα. Αν και για τον «γάμο θανάτου» γίνονται απλώς υπαινιγμοί στον πρόλογο του δράματος, είναι ουσιαστικό στοιχείο για το βασικό μυθολογικό θέμα της ιστορίας. Η πομπή που σχηματίζεται για τον φοβερό γάμο, οι δαυλοί που μισοκαίνε «καλυμμένοι με καπνιά και στάχτη», οι «σκοποί του αυλού που από γαμήλιοι μετατράπηκαν στον μελαγχολικό λύδιο τρόπο» - αυτή είναι η μητριαρχική τελετουργία του γάμου του θανάτου που προηγείται από το θρήνο για τον Άδωνι. Είναι ένα υπόλειμμα της παλιάς μυθικής εποχής, που ξαναεμφανίζεται στον μεταγενέστερο παραμυθιακό κόσμο της αλεξανδρινής Αφροδίτης.
Το παλιό, αρχέγονο μοτίβο της νύφης που είναι αφιερωμένη στον θάνατο, το μοτίβο «του θανάτου και της κόρης» ηχεί εδώ. Και στο σημείο αυτό διακρίνουμε ένα κεντρικό φαινόμενο θηλυκής – μητριαρχικής ψυχολογίας.
Ιδωμένος από την οπτική γωνία του μητριαρχικού κόσμου, κάθε γάμος είναι μια αρπαγή της κόρης, του παρθενικού άνθους, από τον Άδη, την αρπακτική γήινη πλευρά του εχθρικού αρσενικού. Από αυτήν την άποψη, κάθε γάμος είναι μια έκθεση στην κορυφή του βουνού, μέσα σε θανάσιμη μοναξιά, και η αναμονή του αρσενικού τέρατος, στο οποίο παραδίδεται η νύφη. Το πέπλο της νύφης είναι πάντοτε το πέπλο του μυστηρίου, και ο γάμος σαν γάμος θανάτου είναι ένα κεντρικό αρχέτυπο των γυναικείων μυστηρίων.
Σύμφωνα με την βαθειά εμπειρία του θηλυκού, ο γάμος του θανάτου που αφηγούνται αμέτρητοι μύθοι και ιστορίες, στον οποίο η κόρη θυσιάζεται σε ένα τέρας, δράκοντα, μάγο ή κακό πνεύμα, είναι επίσης ένας ι ε ρ ό ς γ ά μ ο ς. Ο χαρακτήρας του βιασμού που παίρνει το γεγονός για την γυναίκα εκφράζει την προβολή – χαρακτηριστική της μητριαρχικής φάσης – του εχθρικού στοιχείου στον άνδρα. Είναι ανεπαρκές, για παράδειγμα, να ερμηνεύσουμε το έγκλημα των Δαναϊδων, που όλες – εκτός από μια – σκότωσαν τους άνδρες τους την νύχτα του γάμου, σαν την αντίσταση των γυναικών στον γάμο και την πατριαρχική κυριαρχία του αρσενικού. Χωρίς αμφιβολία αυτή η ερμηνεία είναι σωστή, αλλά βρίσκει εφαρμογή μόνο για την τελευταία φάση μιας εξέλιξης που φθάνει πολύ μακρύτερα στο παρελθόν.
Η θεμελιακή στάση του θηλυκού, όπως έχουμε δείξει αλλού, είναι η αρχέγονη σχέση ταυτότητας ανάμεσα σε μητέρα και κόρη. Γι’ αυτόν τον λόγο, η προσέγγιση του αρσενικού πάντα και σε κάθε περίπτωση σημαίνει χωρισμό. Ο γάμος είναι πάντα ένα μυστήριο, αλλά επίσης ένα μυστήριο θανάτου. Για τον άνδρα – και αυτό είναι εγγενές στην θεμελιακή αντίθεση ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό – ο γάμος, όπως αναγνωρίζει η μητριαρχία, είναι αρχικά μια αρπαγή, μια κατάκτηση – ένας βιασμός.
Όταν μελετάμε αυτό το βαθύ μυθολογικό και ψυχολογικό στρώμα, πρέπει να ξεχάσουμε την πολιτιστική εξέλιξη και τις πολιτιστικές μορφές που έχει πάρει η σχέση ανάμεσα στον άνδρα και την γυναίκα, και να ανατρέξουμε στο πρωταρχικό φαινόμενο της σεξουαλικής αντιπαράθεσης μεταξύ τους. Δεν είναι δύσκολο να δούμε ότι η σημασία αυτής της αντιπαράθεσης είναι και πρέπει να είναι πολύ διαφορετική για τον άνδρα από ό,τι για την γυναίκα. Αυτό που για το αρσενικό είναι επίθεση, νίκη, αρπαγή και η ικανοποίηση της επιθυμίας – αρκεί μόνο να ρίξουμε μια ματιά στον κόσμο των ζώων και να έχουμε το κουράγιο να αναγνωρίσουμε αυτό το στρώμα και για τον άνθρωπο – είναι για το θηλυκό πεπρωμένο, μεταμόρφωση, και το βαθύτερο μυστήριο της ζωής.
Δεν είναι τυχαίο ότι το κύριο σύμβολο της παρθενικότητας είναι το λουλούδι ,που γοητεύει τον άνθρωπο με την φυσική του ομορφιά, και είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι η ολοκλήρωση του γάμου, η καταστροφή της παρθενίας, παρουσιάζεται σαν «ξελουλούδιασμα»-(deflowering). Στην ερμηνεία του για την Περσεφόνη, ο Kerényi (Σημ: στο έργο «Οι ψυχολογικές μορφές της Κόρης», που βρίσκεται στο βιβλίο των Jung και Kerényi: «Δοκίμια για μια επιστήμη της μυθολογίας») υπογράμμισε τον θάνατο της παρθένας Κόρης και το ρευστό όριο ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία στις πύλες του Άδη. Σκοπός μας είναι να διευκρινίσουμε ψυχολογικά αυτό το μυθολογικό δεδομένο. Για το θηλυκό, η πράξη της «απάνθισης» (defloration) παριστάνει έναν πραγματικό μυστηριώδη δεσμό ανάμεσα στο τέλος και την αρχή, ανάμεσα στο σταμάτημα της ύπαρξης και την είσοδο στην πραγματική ζωή. Το να βιώνη την παρθενικότητα, την γυναικεία φύση και την …..μητρότητα την ίδια στιγμή, και με αυτήν την μεταμόρφωση να φθάνη στα βάθη της ίδιας της τής ύπαρξης, αυτό δίνεται μόνο στην γυναίκα, και μόνο όσο η διαδικασία παραμένει ανοιχτή στο αρχετυπικό υπέδαφος της ζωής. Πολύ δικαιολογημένα, αυτή η πράξη αρχικά εντυπωσίασε το αρσενικό σαν θεϊκή και απόλυτα μυστηριώδης. Σε πολλούς τόπους και σε όλες τις εποχές, επομένως, αποσπάσθηκε από το πλαίσιο της ιδιωτικής ζωής και θεσπίσθηκε σαν ιεροτελεστία.
Φαίνεται ιδιαίτερα καθαρά πόσο αποφασιστική θα πρέπη να είναι η μετάβαση από το παρθενικό λουλούδι στον μητρικό καρπό για την ζωή του θηλυκού, όταν σκεφθούμε πόσο γρήγορα γερνούν οι γυναίκες κάτω από τις πρωτόγονες συνθήκες, πόσο γρήγορα η δύναμη της γόνιμης μητέρας εξαντλείται από την σκληρή εργασία. Η μετάβαση από την κατάσταση του κοριτσιού σε αυτή της γυναίκας γίνεται πάντα αισθητή πιο έντονα εκεί όπου, όπως συμβαίνει τόσο συχνά, μια ανέμελη νιότη ακολουθείται από τον περιορισμό και την μονοτονία της ενηλικίωσης και του γάμου.
Εδώ μπορεί κανείς να πη το επιχείρημα ότι στην πρωτόγονη κοινωνία συχνά δεν υπάρχει ζήτημα απάνθισης, επειδή μια ανεμπόδιστη και ατόνιστη σεξουαλικότητα μπαίνει ήδη στα παιχνίδια της παιδικής ηλικίας, και ότι, επομένως, η έμφαση που φαίνεται να δίνεται στον παράγοντα του «γάμου» είναι πάντα πολύ υπερβολική ή και τελείως εκτός τόπου. Αλλά όπως ήδη δείξαμε, όταν μιλάμε για «γάμο», έχουμε κατά νου ένα αρχέτυπο ή μια αρχετυπική εμπειρία, και όχι απλώς ένα φυσικό γεγονός. Η εμπειρία της αρχέγονης κατάστασης του γάμου – θανάτου μπορεί να συμπίπτη με την πρώτη πραγματική ολοκλήρωση του γάμου, το «ξελουλούδιασμα», αλλά όχι αναγκαστικά, όπως και η αρχέγονη κατάσταση της γέννησης του παιδιού δεν είναι ανάγκη να συμπίπτει με τον πραγματικό τοκετό. Είναι αλήθεια ότι αναρίθμητες γυναίκες μετέχουν στην ολοκλήρωση του γάμου ή εκτελούν την πράξη του τοκετού χωρίς να περνούν μέσα από την αντίστοιχη «εμπειρία», όπως, με έκπληξη, παρατηρούμε συχνά να συμβαίνει στις σύγχρονες γυναίκες – αλλά αυτό δεν μειώνει την κατάσταση του γάμου σαν μια αρχετυπική και κεντρική μορφή της ψυχικής πραγματικότητας της γυναίκας. Ο μύθος είναι πάντα η ασυνείδητη αναπαράσταση τέτοιων θεμελιακών καταστάσεων της ζωής, και ένας από τους λόγους που οι μύθοι είναι τόσο σημαντικοί για εμάς είναι το ότι μπορούμε να διαβάσουμε σ’ αυτούς τις πραγματικές εμπειρίες του ανθρώπινου γένους σε αυτές τις εξομολογήσεις, που δεν θαμπώνουν από τη συνείδηση.
Η ποίηση, που στην υψηλότερη μορφή της εμψυχώνεται από τις ίδιες αρχέγονες εικόνες όπως και ο μύθος, μπορεί να φανερώση μοτίβα και διατυπώσεις, που ανακεφαλαιώνουν τις μυθικές παραστάσεις, και οι μυθολογικές μας ερμηνείες επιβεβαιώνονται ευχάριστα όταν σε ένα ποίημα ηχεί η ίδια αρχέγονη νότα που αντηχεί και στον μύθο. Ακριβώς αυτό συμβαίνει στο ποίημα του Rilke «Άλκηστις», στο οποίο ο ποιητής, διεισδύοντας πολύ βαθύτερα από το μοτίβο της συζυγικές αγάπης, φθάνει στο αρχέγονο στρώμα του γάμου – θανάτου.
Σύμφωνα με τη γνωστή ιστορία, οι θεοί έδωσαν στον Άδμητο το προνόμιο να εξαγοράση τον δικό του θάνατο με τον θάνατο ενός άλλου. Όταν ήρθε η ώρα του θανάτου του, η μητέρα, ο πατέρας και ο φίλος του φάνηκαν απρόθυμοι να δώσουν τη ζωή τους γι’ αυτόν, αλλά η γυναίκα του η Άλκηστη, που ο Όμηρος την ονομάζει «θεία μεταξύ των γυναικών», αυτή η γυναίκα που ήταν φημισμένη για την συζυγική της αγάπη, πρόθυμα δέχεται τον θάνατο. Σαν την αιγυπτιακή Ίσιδα που θρηνεί για τον Όσιρι, η Άλκηστη της κλασσικής πατριαρχικής Ελλάδας ήταν η «καλή σύζυγος», και ο θάνατός της, που ρίχνει ένα όχι και τόσο ευνοϊκό φως στον πατριαρχικό σύζυγό της, ο οποίος ζήτησε και δέχθηκε αυτόν τον θάνατο, γίνεται κατανοητός μόνο όταν πάρουμε υπ’ όψη ότι ακόμη και ο Ευριπίδης θεωρούσε τη ζωή ενός άνδρα σαν άπειρα πιο πολύτιμη από αυτήν μιας γυναίκας. (Βλ. Εγχειρίδιο Ελληνικής Μυθολογίας, σ. 141)
Αλλά στο ποίημα του Rilke κάτι διαφορετικό συμβαίνει, ακριβώς επειδή η μυθολογική ενόραση του ποιητή μετατοπίζει το επεισόδιο στην ημέρα του γάμου:

…και νά που παρουσιάσθηκε αυτή,
λίγο μικρότερη τώρα από ό,τι την είχε σκεφθή,
λεπτή και θλιμμένη στο ωχρό νυφικό της,
οι άλλοι δεν είναι παρά ένας διάδρομος,
μέσα απ’ τον οποίο έρχεται και έρχεται- (γρήγορα θα είναι εκεί,
θα την κρατάει στα χέρια του, που θα τα ανοίξη διάπλατα με λύπη).
Αλλά καθώς περιμένει, αυτή μιλάει· όχι στον Άδμητο,
αλλά στον θεό που ακούει τα λόγια της·
οι άλλοι τα ακούνε μόνο μέσω του θεού.
«Κανείς δεν μπορεί να πάρη τη θέση του· κανείς εκτός από μένα,
εγώ είμαι (γυναίκα) του. Γιατί κανείς δεν βρίσκεται κοντά στο τέλος του
περισσότερο από εμένα εδώ. Τί είμαι τώρα από αυτό που κάποτε ήμουν;
Τίποτε, παρά μόνο υπάρχει ο θάνατος.
Δεν σου είπε αυτή όταν σου έδωσε την εντολή τότε –
πως το νυφικό κρεββάτι που μας περιμένει μέσα
είναι του κάτω κόσμου; Είπα αντίο,
αντίο και πάλι αντίο.
Καμμιά ψυχή που πεθαίνει δεν δίνει πιο βέβαιους αποχαιρετισμούς.
Παντρεύτηκα,
έτσι που όλα που βρίσκονται θαμμένα κάτω από τον άνδρα μου
να τρέξουν, να λυθούν, να καθαρίσουν –
πάρτε με μακριά, γιατί θα πεθάνω γι’ αυτόν».

(Μετάφραση: Emily Chisholm – αδημοσίευτη).

Αρχικά η ερμηνεία του Rilke θα μπορούσε να φανή πως είναι αυθαίρετη, ποιητική αδεία, αλλά αν την εξετάσουμε καλύτερα, θα βρούμε ότι και εδώ η ποίηση έχει βαθείς νόμους και αισθητικές ρίζες, και ότι η ελευθερία της είναι κάθε άλλο παρά αυθαίρετη. Οι σύγχρονοι λόγιοι μάς λένε ότι η Άλκηστη λατρευόταν σε διάφορα μέρη, και ήταν αρχικά μια θεά. (Philippson, «Θεσσαλική Μυθολογία», σελ.88). Η τέλεια εναρμόνιση του σύγχρονου ποιήματος με το μοτίβο της νύφης του θανάτου στον μύθο γίνεται φανερή όταν μαθαίνουμε ότι αυτή η θεά Άλκηστις ήταν μια Κόρη – Περσεφόνη, μια θεά του θανάτου και του Κάτω Κόσμου, που ο άνδρας της Άδμητος ήταν αρχικά ο ίδιος ο αδάμαστος Άδης (ο.π., 6-8) και ότι αυτή ανήκε στην ομάδα των μεγάλων μητριαρχικώς θεοτήτων των Φερών, (Σ.τ.Μ.: της πατρίδας του Άδμητου – άδμητος =αδάμαστος, που ήταν μια από τις επωνυμίες του Άδη: ονομαζόταν Αδάμαστος, Κρατερός, Στυγερός, Πελώριος, Περίκλυτος, Κλυμένος, Πολυδέγμων κλπ.) που λατρευόταν αρχικά στην Ελλάδα. Μόνο κατά την πορεία της ιστορικής εξέλιξης η θεά Άλκηστις έγινε η «ηρωϊδα», και ο θεϊκός της σύζυγος έγινε ο θνητός βασιλιάς Άδμητος, ένα τυπικο παράδειγμα δευτερογενούς προσωποποίησης, κατά την οποία αρχετυπικά στοιχεία κατεβαίνουν στο προσωπικό επίπεδο.
O Rilke χωρίς αμφιβολία γνώρισε τον μύθο στην προσωποποιημένη του μορφή. Αλλά τί έκανε με αυτόν τον μύθο, ή μάλλον τί του συνέβη; Γι’ αυτόν η Άλκηστις μεταμορφώθηκε σε μια νύμφη. Επιπλέον έγινε η νύφη του θανάτου, η Κόρη – Περσεφόνη, και το δράμα που εκτυλισσόταν μέσα της ξεπέρασε την προσωπική σφαίρα, ξεπέρασε τον άνδρα της, τον βασιλιά Άδμητο. Έγινε ένας διάλογος ανάμεσα σε αυτήν και τον θεό – τον θεό του θανάτου, δηλαδή τον Άδμητο του Κάτω Κόσμου, τον αρχικό της σύζυγο. Η μυθολογική κρυστάλλωση, που έχει ξεχαστεί με την αλλαγή των καιρών, ξαναβρίσκεται στην ποίηση. Η εικόνα στην ψυχή του ποιητή τινάζει τη μεταμφίεση που της επιβλήθηκε από τον χρόνο και την ανθρώπινη ιστορία, και αναδύεται πάλι στην αρχική της μορφή από την αρχέγονη κολυμπήθρα του μύθου.
Στους στίχους του για την Ευρυδίκη, ο Rilke παίζει πάνω στο μοτίβο του θανάτου και της κόρης, αλλά με άλλες νότες. Η Ευριδίκη έρχεται από τον θάνατο· ο Ορφέας ζητάει να την ξανακερδίση για τον επάνω κόσμο και την ζωή, αλλά στην αυθεντική της μορφή, στο «μπουμπούκιασμά» της, όπως λέει ο Kerényi, δηλαδή στην απαραβίαστη «ταυτότητα με τον εαυτό της», ήδη ανήκει στην τελειότητα του θανάτου.
Κρυμμένη στον εαυτό της βάδιζε. Και το ότι ήταν νεκρή
την γέμιζε ως την πληρότητα.
Γεμάτη σαν ένας καρπός με γλύκα και με σκοτάδι
ήταν πλημμυρισμένη απ’ την μεγαλωσύνη του θανάτου της,
που ήταν τόσο νέος,
ώστε για την ώρα δεν καταλάβαινε τίποτε.
Είχε αποκτήσει μια νέα παρθενιά
που ήταν άφθαρτη· το φύλο της είχε κλείσει
όπως ένα νεαρό λουλούδι κλείνει στο δειλινό,
και τα χλωμά της χέρια είχαν αποξενωθή
τόσο απ’ τις συνήθειες του γάμου, ώστε και του λεπτού θεού
η άπειρα απαλή επαφή καθώς την οδηγούσε
την αηδίαζε σαν μια μεγάλη οικειότητα.

(«Ορφέας, Ευρυδίκη, Ερμής». Μετάφραση: Leishman, σελ. 43).


( συνεχίζεται )

Aμέθυστος