Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2022

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Ερμηνεία του Άσματος Ασμάτων (3)

 Συνέχεια από: Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2022


    ΛΟΓΟΣ A'

    (Άσμα Ασμάτων 1,1-4)

Η ΝΥΦΗ:

«Ας με φιλήσει με φιλήματα από το στόμα του·

είναι τα στήθη σου (οι αγαθοί μαστοί σου) καλύτερα από το κρασί

και η οσμή των μύρων σου πάνω απ’ όλα τ’ αρώματα,

μύρο που χύθηκε είναι τ’ όνομά σου.

Γι’ αυτό σ’ αγάπησαν οι κοπέλες, σε τράβηξαν κοντά τους,

θα τρέξουμε πίσω από το άρωμα του μύρου σου.

Ο βασιλιάς με εισήγαγε στο ταμείο του.

ΟΙ ΚΟΠΕΛΕΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΥΦΗ:

Ας χαρούμε κι ας ευφρανθούμε μαζί σου, ας αγαπήσουμε τα στήθη σου (τους μαστούς σου) περισσότερο από το κρασί· η ευθύτητα σ’αγάπησε».

Θα επαναλάβω πάλι το λόγο τού προοιμίου. Κανένας γεμάτος πάθη και σαρκικός ακόμη, που αποπνέει την νεκρική δυσωδία τού παλαιού ανθρώπου, ας μην κατεβάζει στις κτηνωδίες των αλόγων τις έννοιες των θείων νοημάτων και λόγων. Ας βγει καθένας έξω από τον εαυτό του και, αφού ξεφύγει από τον υλικό κόσμο και επανέλθει κατά κάποιο τρόπο με την απάθεια στον παράδεισο και γίνει με την καθαρότητα όμοιος με το Θεό, έτσι πια ας προχωρήσει στα άδυτα των μυστηρίων που μας προβάλλει το βιβλίο αυτό. Αν η ψυχή μερικών είναι απροετοίμαστη για την ακρόαση αυτή, ας ακούσουν το Μωϋσή που νομοθετεί να μην αποτολμήσουμε την ανάβαση στο πνευματικό όρος, προτού πλύνουμε τα φορέματα των καρδιών μας κι εξαγνίσουμε τις ψυχές μας με τους κατάλληλους ραντισμούς των λογισμών. Ώστε τώρα όσον καιρό ασχολούμαστε με την ανάλυση αυτή να λησμονήσουμε τις έννοιες του γάμου σύμφωνα με το παράγγελμα του Μωυσή που νομοθέτησε την καθαρότητα από τη γαμήλια συνεύρεση όποιων εισάγονται στα μυστήρια. Και πρέπει νομίζω σ’ όλα ν’ αποδεχτούμε τα παραγγέλματα του νομοθέτη, τώρα που πρόκειται να πλησιάσουμε στο πνευματικό όρος της θεογνωσίας, όπου το θηλυκό γένος των λογισμών μαζί με τις υλικές αποσκευές εγκαταλείπεται στην επίγεια ζωή. Κι οποιαδήποτε άλογη έννοια φανεί στο όρος αυτό, καταφονεύεται από τους ισχυρούς λογισμούς σαν από κάποια λιθάρια. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να καταλάβουμε τη φωνή αυτής της σάλπιγγας με το δυνατό και τρομαχτικό ήχο πάνω από την αντοχή όσων τον δέχονται. Φωνή που τη βγάζει ο ίδιος ο γνόφος της ασάφειας, όπου βρίσκεται ο Θεός που καταφλέγει με τη φωτιά του κάθε υλικό που υπάρχει σ’ αυτό το όρος.

Ας μπούμε τώρα στα ίδια τα Άγια των αγίων, που είναι το Άσμα των Ασμάτων. Όπως δηλαδή στην περίπτωση του Αγίου των αγίων μ’ αυτήν την υπερθετική διατύπωση διδασκόμαστε τον πλεονασμό και την επίταση της αγιότητας, έτσι και με την έκφραση “Άσμα των Ασμάτων”, o υψηλός λόγος μας βεβαιώνει ότι θα μας διδάξει μυστήρια μυστηρίων. Κατά τη θεόπνευστη διδασκαλία υπάρχουν πολλά άσματα, που μ’ αυτά μας διδάσκουν τις μεγάλες έννοιες περί Θεού και ο μεγάλος Δαβίδ και ο Ησαΐας και ο Μωυσής και άλλοι πολλοί, αλλά η επιγραφή αυτή μας διδάσκει τούτο· ότι όσο απέχουν τα άσματα των αγίων από τα άσματα της έξω σοφίας, τόσο είναι πιο πάνω από τα άγια άσματα το μυστήριο που περικλείει το Άσμα των ’Ασμάτων, που το περισσότερο μέρος του ούτε να το βρει ούτε να το χωρέσει μπορεί η ανθρώπινη φύση. Και γι’ αυτό πρόταξε κατά τρόπο αινιγματικό τη σφοδρότατη από τις ηδονές (εννοώ το ερωτικό πάθος) στην διδασκαλία των δογμάτων. Θέλει μ’ αυτό να μάθουμε, ότι πρέπει η ψυχή, ατενίζοντας προς το απρόσιτο κάλλος της θείας φύσης, να εραστεί εκείνον σε τέτοιο βαθμό, όσο ακριβώς είναι δεμένο το σώμα προς το συγγενικό κι ομόφυλό του, μεταβάλλοντας το πάθος σε απάθεια, ώστε, αφού σβήσει κάθε σωματική διάθεση, να καίει μέσα μας ερωτικά κατά το πνεύμα μόνο η διάνοιά μας πού θα ανάβει με τη φωτιά εκείνη, που ήρθε για να βάλει ο Κύριος στη γη.

Αλλά αυτά, πως δηλαδή πρέπει να διατίθεται η ψυχή ακούοντας τους μυστικούς λόγους, νομίζω ότι είναι αρκετά. Είναι καιρός τώρα να προσθέσουμε στην ανάλυσή μας και τα ίδια τα θεία λόγια του Άσματος των Ασμάτων. Πρώτα ας προσπαθήσομε να καταλάβουμε το νόημα της επιγραφής. Γιατί βέβαια δε νομίζω ότι το βιβλίο αποδίδεται στο Σολομώντα από την επιγραφή χωρίς λόγο, αλλά για να σκεφτούν όσοι το διαβάζουν ότι περιέχει στα λεγόμενά του κάτι μεγάλο και θεϊκό. Επειδή είναι κατά τη μαρτυρία γι’ αυτόν ανυπέρβλητο από τον καθένα το θαύμα της σοφίας του, γι’ αυτό ευθύς από το προοίμιο γίνεται η αναφορά του ονόματος του, ώστε να γεννηθεί η ελπίδα για κάτι μεγάλο κι αντάξιο της δόξας του με το βιβλίο αυτό για τους αναγνώστες του. Κι όπως στην τέχνη της ζωγραφικής, υπάρχει βέβαια κάποιο στοιχείο στα διάφορα χρώματα που πραγματοποιεί τη μίμηση του ζώου, όποιος όμως παρατηρεί την εικόνα που σχηματίστηκε από την τέχνη με τα χρώματα δεν μένει να παρατηρεί τα χρώματα που αποτέθηκαν στον πίνακα, αλλά αποβλέπει μονάχα στη μορφή που με τα χρώματά του παρουσίασε ο τεχνίτης της, έτσι πρέπει και στη συγγραφή αυτή να μην προσέχομε την ύλη των χρωμάτων που υπάρχει στις λέξεις, αλλά να προσέχουμε σ' αυτές σαν προς κάποιο είδος βασιλικής μορφής που αποτυπώνεται με νοήματα καθαρά. Οι λέξεις αυτές στην πρόχειρη σημασία τους είναι χρώμα ή λευκό ή ώχρα ή μαύρο, ή κόκκινο, ή κυανό ή κάποιο άλλο, όπως και στόμα και φίλημα και μύρον (άρωμα) και κρασί και τα ονόματα των μελών τού σώματος και κρεβάτι και νέες και τα όμοια. Αλλά η μορφή που μ’ αυτά σχηματίζεται είναι η μακαριότητα και η απάθεια και η ένωση με το Θεό και η αλλοτρίωση από τα κακά και η εξομοίωση με το αληθινά ωραίο και αγαθό.

Αυτά είναι τα νοήματα που γίνονται μάρτυρες της σοφίας εκείνης του Σολομώντα που ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης σοφίας. Τί πιο παράδοξο από αυτό θα μπορούσε να υπάρξει, από το να χρησιμοποιήσεις δηλαδή ως εξαγνιστικό (φάρμακο) των ιδίων σου παθών την ίδια την ανθρώπινη φύση σου, νομοθετώντας και διδάσκοντας την απάθεια με τις λέξεις που θεωρούμε εμπαθείς; Δε μάς λέει ότι πρέπει ν’ απαλλαγούμε από τις σαρκικές ορμές, να νεκρώσουμε τα μέλη μας τα γήινα και να έχουμε καθαρό το στόμα μας από εμπαθείς λέξεις, αλλ’ έφερε την ψυχή μας στην κατάσταση να βλέπει την καθαρότητα διαμέσου εκείνων που νομίζομε ότι την αρνούνται, ερμηνεύοντας το αθάνατο νόημα με λέξεις εμπαθείς. Αυτό λοιπόν ας μας διδάξει ο λόγος με το προοίμιό του, ότι δεν είναι πια άνθρωποι όσοι εισάγονται στα άδυτα των μυστηρίων του βιβλίου αυτού, αλλά η φύση τους έχει μεταβληθεί προς το θεϊκότερο μέσω της μαθητείας τους στον Κύριο, καθώς μαρτυρεί ο Λόγος για τους μαθητές του, ότι ήταν ανώτεροι από άνθρωπο, που τους ξεχώριζε από τους ανθρώπους η διαστολή που κάνει προς αυτούς ο Κύριος όταν τους ερωτά· «Ποιός λένε οι άνθρωποι ότι είμαι; Και ποιός λέτε εσείς ότι είμαι;». Γιατί στ’ αλήθεια όποιος με τις λέξεις αυτές, που η πρώτη σημασία τους σημαίνει τη σαρκώδη ηδυπάθεια, δεν κατολισθαίνει στην ακάθαρτη σκέψη αλλά στη φιλοσοφία των θείων μυστηρίων, οδηγούμενος με τους λόγους αυτούς στα καθαρά νοήματα, δείχνει ότι δεν είναι πια άνθρωπος ούτε η φύση του είναι ανάμικτη από σάρκα και αίμα, αλλά παρουσιάζει τη ζωή των αγίων, όπως την ελπίζουμε κατά την ανάσταση, αφού έγινε με την απάθεια ίσος με τους αγγέλους.

Όπως δηλαδή έπειτα από την ανάσταση το σώμα μεταστοιχειωμένο σε άφθαρτο συμπλέκεται με την ψυχή του ανθρώπου, και τα πάθη που μας ενοχλούν τώρα στη σάρκα δεν συνανασταίνονται με εκείνα τα σώματα, αλλά θα δεχτεί τη ζωή μας μια κατάσταση ειρήνης, κατά την οποία το σαρκικό φρόνημα δε θα επαναστατεί πια κατά της ψυχής, ούτε με τον εμφύλιο πόλεμο των εμπαθών ορμών θ’ αντιστρατεύεται στο νόμο τού νου κι ούτε θα παραδώσει σαν αιχμάλωτη στην αμαρτία την ηττημένη ψυχή. Αλλά από όλα αυτά θα είναι καθαρή τότε ή φύση μας και θα είναι κοινό το φρόνημα και στα δύο (στη σάρκα εννοώ και το πνεύμα), αφού θα εξαφανιστεί κάθε σωματική διάθεση από τη φύση μας. Ανάλογα μ’ αυτά παραγγέλλει ο λόγος του Θεού και με το βιβλίο αυτό σ’ όσους το μελετούν, κι αν ακόμα ζούμε στη σάρκα ούτε καν να τη φέρνομε στο νου μας, αλλά να προσέχουμε μόνο την ψυχή και ν’ αποδίδουμε τις ερωτικές (αγαπητικές) σημασίες των λέξεων καθαρές κι αμόλυντες στο Αγαθό που ξεπερνά κάθε νου, που είναι το μόνο αληθινά γλυκύ και επιθυμητό κι αγαπητό, και η απόλαυση του, που γίνεται πάντοτε αφορμή για μεγαλύτερη επιθυμία, πραγματοποιείται με τη μετουσία (μέθεξη) των αγαθών, επιτείνοντας μαζί και τον πόθο τους.

Έτσι ο Μωυσής, δηλαδή η νύφη, αγαπούσε το νυμφίο όπως η κόρη (παρθένος) του Άσματος που λέει, «ας μου δείξει την αγάπη του με φιλήματα από το στόμα του», ο οποίος με την ένωση με το Θεό στόμα με στόμα, όπως μαρτυρεί η Γραφή, αποχτά ακόμη μεγαλύτερη επιθυμία για τα φιλήματα αυτά, έπειτα από τόσες εμφανίσεις του Θεού σ’ αυτόν αξιώνοντάς τον να δει εκείνον που ποθούσε σα να μην τον είχε αντικρύσει ακόμα· έτσι και όλοι οι άλλοι, σ’ όποιους υπήρχε στο βάθος της ψυχής τους ο θείος πόθος, πουθενά δεν έβαζαν τέλος στην επιθυμία τους να δεχτούν ως ξύλα, φρύγανα και προσάναμμα για σφοδρότερη επιθυμία ό,τι τους έστελνε ο Θεός για ν’ απολαύσουν ό,τι ποθούσαν. Έτσι και τώρα λοιπόν· η ψυχή που ενώνεται με το Θεό είναι ακόρεστη γι’ απόλαυση, όσο πλουσιότερα γεμίζει από την ομορφιά, τόσο σφοδρότερα ο πόθος της ακμάζει και φουντώνει. Επειδή δηλαδή οι λόγοι του νυμφίου είναι πνεύμα και είναι ζωή και καθένας πού προσκολλάται στο πνεύμα γίνεται πνεύμα κι όποιος ενώνεται με τη ζωή μεταβαίνει από το θάνατο στη ζωή, κατά το λόγο του Κυρίου, γι’ αυτό η κόρη (παρθένος) ψυχή ποθεί να προσεγγίσει στην πηγή της πνευματικής ζωής. Και η πηγή είναι το στόμα του νυμφίου, από όπου αναβλύζουν οι λόγοι της αιώνιας ζωής και γεμίζουν το στόμα που τους προσελκύει, όπως έκανε ο προφήτης έλκοντας το πνεύμα με το στόμα.

Επειδή λοιπόν όποιος πίνει νερό από την πηγή πρέπει να πλησιάσει το στόμα του στο στόμα της πηγής, (πηγή είναι ο Κύριος που είπε «αν διψά κάποιος ας έρχεται προς έμενα κι ας πίνει»), γι’ αυτό η ψυχή που διψά θέλει να πλησιάσει το στόμα της στο στόμα που πηγάζει τη ζωή λέγοντας «ας μου δείξει την αγάπη του με φιλήματα από το στόμα του». Κι αυτός που αναβλύζει τη ζωή για όλους και θέλει τη σωτηρία όλων δε θέλει κανένας από όσους σώζονται να μείνει χωρίς να δοκιμάσει αυτό το φίλημα. Γιατί το φίλημα αυτό καθαρίζει από κάθε ρύπο. Γι’ αυτό νομίζω ότι ο Κύριος ονειδίζοντας τον λεπρό Σίμωνα του απευθύνει τη φράση «δε μου έδωσες φίλημα», θα είχες καθαριστεί από την ασθένειά σου αποσπώντας με το στόμα την καθαρότητα. Αλλ’ εκείνος εύλογα δεν δοκίμασε την αγάπη του, επειδή εξαιτίας της ασθένειας πρόσεχε περισσότερο τη σάρκα του και έμενε εξαιτίας του πάθους του αδιάφορος για τη θεία επιθυμία· ενώ η καθαρμένη ψυχή, επειδή δεν μπαίνει εμπόδιο μπροστά της καμιά λέπρα της σάρκας, βλέπει το θησαυρό των αγαθών. Και το όνομα του θησαυρού είναι η καρδιά, από όπου χορηγείται στους μαστούς το θείο γάλα, με το οποίο τρέφεται η ψυχή έλκοντας προς τον εαυτό της τη χάριν κατά την αναλογία της πίστης της. Γι’ αυτό λέει «είναι τα στήθη σου καλύτερα από το κρασί», υποδηλώνοντας την καρδιά από τη θέση των μαστών στο σώμα. Αλλ’ οπωσδήποτε αν εννοήσει κάποιος ως καρδιά την κρυμμένη και απόρρητη δύναμη της θεότητας δε θα κάνει λάθος. Και δικαιολογημένα μπορεί να θεωρήσει ως μαστούς τις αγαθές για χάρη μας ενέργειες της θείας δύναμης, με τις οποίες σαν τροφός προστατεύει ο Θεός τη ζωή του καθένα μας, χαρίζοντας την τροφή σ’ όποιον τη δέχεται.

Προχωρώντας μαθαίνομε κι άλλο δίδαγμα από τη φιλοσοφία του βιβλίου αυτού, ότι έχομε κάποια διπλή αίσθηση η μια είναι σωματική και η άλλη θεϊκότερη, όπως λένε κάπου οι Παροιμίες «θα βρεις αίσθηση θεία». Γιατί υπάρχει κάποια αντιστοιχία ανάμεσα στα ψυχικά ενεργήματα και στα αισθητήρια του σώματος, και αυτό το μαθαίνουμε από τους λόγους αυτούς. Το κρασί δηλαδή και το γάλα διακρίνονται από τη γεύση κι όταν αυτά είναι νοητά, νοερή οπωσδήποτε θα είναι και η δύναμη της ψυχής που τα αντιλαμβάνεται. Το φίλημα όμως γίνεται αντιληπτό με την αίσθηση της αφής· γιατί κατά το φίλημα ακουμπούν τα χείλη του ενός με του άλλου. Υπάρχει όμως και μια αφή της ψυχής που αγγίζει το λόγο ενεργούμενη από μια ασώματη και νοερή επαφή, όπως λέει εκείνος που μιλάει για το λόγο της ζωής, «τα χέρια μας τον ψηλάφησαν». Και η οσμή επίσης των θείων μύρων δεν είναι οσμή με τη μύτη, αλλά με κάποια νοητή και άϋλη δύναμη που με την εισπνοή του πνεύματος έλκει μαζί και την ευωδία του Χρίστου.

Έτσι λοιπόν συνεχίζεται η προσευχή της κόρης (η παρθενική ευχή) στο προοίμιο· «τα στήθη σου είναι καλύτερα από το κρασί και η ευωδιά των μύρων (αρωμάτων) σου πάνω από όλα τα αρώματα». Μ’ αυτά δηλώνεται, κατά τη γνώμη μου, ένα όχι μικρό κι ευκαταφρόνητο νόημα. Βάζοντας δηλαδή στη σύγκριση πιο πάνω το γάλα των θείων μαστών από την ευχαρίστηση που δοκιμάζουμε από το κρασί πληροφορούμαστε ότι κάθε ανθρώπινη σοφία και γνώση (επιστήμη) των όντων και κάθε δύναμη διανοητική (θεωρητική) και αντιληπτική φαντασία βρίσκεται σε αδυναμία να σταθεί συγκρινόμενη δίπλα στην απλούστερη τροφή των θείων διδασκαλιών (μαθημάτων). Το γάλα δηλαδή προέρχεται από τους μαστούς και είναι τροφή των νηπίων, ενώ το κρασί το απολαμβάνουν οι ωριμότεροι για τόνωση και θερμότητα. Αλλ’ όμως το τέλειο της εξωτερικής σοφίας είναι ευτελέστερο από τη διδασκαλία του θείου λόγου για τα νήπια. Γι' αυτό είναι καλύτεροι οι θείοι μαστοί από το κρασί των ανθρώπων.

Η ευωδία πάλι των θείων μύρων είναι καλύτερη από κάθε άλλη ευωδία αρωμάτων. Αυτό νομίζω οδηγεί στο εξής τον νου. Αρώματα θεωρούμε τις αρετές, τη σοφία για παράδειγμα, τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη, την ανδρεία, τη φρόνηση και τις άλλες, με τις οποίες επαλειφόμαστε καθένας ανάλογα με τη δύναμη και την προαίρεσή του κι αποδίδουμε το διαφορετικό άρωμά μας. Άλλος δίνει άρωμα από τη σωφροσύνη ή τη σοφία, άλλος από τη δικαιοσύνη ή την ανδρεία ή από κάποια άλλη αρετή, ενώ κάποιος άλλος μπορεί να έχει μια ευωδία που να είναι κράμα από όλα αυτά τα αρώματα. Ωστόσο όλα αυτά δε μπορούν να σταθούν στη σύγκριση με την παντέλεια εκείνη αρετή που πληροί τους ουρανούς, όπως λέει ο προφήτης Αββακούμ, «η αρετή του σκέπασε τους ουρανούς» και η αρετή αυτή είναι αυτοσοφία και αυτοδικαιοσύνη και αυτοαλήθεια και όλα τα άλλα καθ’ έκαστον. Η ευωδία λοιπόν των δικών σου μύρων, λέει, έχει χάρη ασύγκριτη προς τα άλλα αρώματα πού γνωρίζουμε εμείς.

Στη συνέχεια καταπιάνεται πάλι με φιλοσοφία υψηλότερη η ψυχή, η νύμφη, φανερώνοντας πόσο απρόσιτη και αχώρητη είναι στους ανθρώπινους λογισμούς η θεία δύναμη, με τους λόγους «μύρο χυμένο είναι το όνομά σου». Με αυτό νομίζω ότι σημαίνει το έξης· ότι δηλαδή δεν είναι δυνατό να περιληφθεί με ακρίβεια στη σημασία ενός ονόματος η απεριόριστη φύση. Αλλ’ όποια δύναμη των νοημάτων και όποια σημασία λέξεων και ονομάτων, ακόμα κι αν νομίζουμε πώς έχουν κάτι μεγάλο και αρμόδιο στο Θεό, δεν είναι φυσικό του ν’ αγγίζει την φύσιν αυτού του όντος. Αλλά κατά κάποιο τρόπο η λογική μας στοχάζεται το άδηλο από κάποια ίχνη και κάποιες αναλαμπές, εικάζοντας τα ακατάληπτα κατά κάποια αναλογία από όσα καταλαβαίνομε. Γιατί λέει, όποιο όνομα κι αν επινοήσουμε, με το οποίο να γίνεται γνωστό το μύρο της θεότητας, δε φανερώνουμε το ίδιο το μύρο με τη σημασία των λόγων· με τα θεολογικά ονόματα ενδείκνυται ένα ελάχιστο απομεινάρι (λείψανον ατμού) από την πνοή της θείας ευωδίας. Όπως δηλαδή στη περίπτωση των μυροδοχείων πού άδειασαν από το μύρο τους· το μύρο που άδειασε από το αγγείο είναι άγνωστο τι ήταν στη φύση του· από ένα αμυδρό όμως άρωμα πού απόμεινε στο μυροδοχείο από τούς ατμούς κάνουμε μια υπόθεση (κάποιον στοχασμό) για το μύρο που χύθηκε.

Αυτό λοιπόν είναι που μαθαίνουμε με όσα ειπώθηκαν· το μύρο της θεότητας δεν ξέρουμε τί είναι στην ουσία του, είναι πάνω από κάθε όνομα και νόημα. Τα θαυμάσια όμως που παρατηρούμε μέσα στο σύμπαν δίνουν το υλικό για τα θεολογικά ονόματα, με τα οποία ονομάζουμε το θεό σοφό, δυνατό, αγαθό, άγιο, μακάριο κι αΐδιο και κριτή και σωτήρα και τα σχετικά. Όλα αυτά φανερώνουν μια μικρή ευωδία του θείου μύρου, που η φύση ολόκληρη με τα θαυμάσια που νοούμε σ’ αυτήν συγκρότησε όμοια με δοχείο μυροπώλη. Γι’ αυτό λέει «οι νέες κοπέλες σ’ αγάπησαν και σε προσέλκυσαν». Είπε την αίτια της επαινετής επιθυμίας και της αγαπητικής διάθεσης. Ποιός μπορεί να μείνει χωρίς να ερωτευτεί τέτοια ομορφιά, φτάνει μονάχα να διαθέτει μάτια που μπορούν ν’ ατενίσουν το κάλλος εκείνου που είναι πολλή βέβαια η ομορφιά που βλέπουμε και απειροπλάσια εκείνη που φανταζόμαστε; Αλλ’ όπως ο υλικός έρως δεν αγγίζει όσους είναι ακόμα νήπια (η νηπιακή ηλικία δε νιώθει το πάθος αυτό) ούτε μπορείς να δεις σε τέτοια κατάσταση όσους έχουν εξαντληθεί από έσχατα γηρατειά, έτσι και στο θείο κάλλος τόσο ο νήπιος ακόμα που κλυδωνίζεται και παραπατάει από κάθε άνεμο της διδασκαλίας, όσο κι ο παλαιός και γηρασμένος που πλησιάζει τον αφανισμό, μένουν ολότελα αδιάφοροι στην επιθυμία αυτή. Δεν αγγίζει τέτοιους ανθρώπους η αόρατη ομορφιά και μόνο η ψυχή που πέρασε τη νηπιακή κατάσταση κι έφτασε στην ακμή της πνευματικής ηλικίας και που δεν έχει δεχτεί κάποιο ψεγάδι ή ρυτίδα ή κάτι τέτοιο, που ούτε η νηπιότητα την κάνει να μην αισθάνεται ούτε τα γηρατειά ν’ αδρανεί, που ο λόγος την ονομάζει νέα κοπέλα (κόρη), αυτή υπακούει στη μεγάλη και πρώτη εντολή του νόμου κι αγαπά με όλη την καρδιά της κι όλη τη δύναμή της το κάλλος εκείνο, που η ανθρώπινη διάνοια δε βρίσκει περιγραφή της και παράδειγμα και ερμηνεία.

Αυτές λοιπόν οι κόρες, που αυξήθηκαν με την άσκηση των αρετών κι έφτασαν πια με την ωριμότητα τους στο θείο θάλαμο των μυστηρίων αγαπούν το κάλλος του νυμφίου και με την αγάπη τους τον στρέφουν προς τον εαυτό τους. Γιατί ο νυμφίος είναι τέτοιος• αντιπροσφέρει τον πόθο του σ’ όσους τον αγαπούν, μιλώντας ως σοφία «εγώ αγαπώ όσους μ’ άγαπούν», και «θα μοιράσω ζωή (ύπαρξιν) σ’ όσους μ’ άγαπούν» (ζωή είναι αυτός ο ίδιος), και «τις αποθήκες τους θα τις γεμίσω με άγαθά». Αποσπούν λοιπόν οι ψυχές προς τον εαυτό τους τον πόθο του άφθαρτου νυμφίου, όπως έχει γραφτεί, ακολουθώντας τον Κύριο το Θεό. Κι αίτια της αγάπης τους γίνεται η ευωδία του μύρου προς την οποία τρέχουν αδιάκοπα προχωρώντας στα εμπρός και ξεχνώντας ό,τι έχει περάσει. «Πίσω σου», λέει, «θα τρέξουμε, ακολουθώντας την ευωδία των μύρων σου». Αλλ’ οι ψυχές που δεν έχουν ακόμα την τελειότητα της αρετής και είναι ακόμα νέες στην ηλικία υπόσχονται με βεβαιότητα ότι θα τρέξουν στην κατεύθυνση που υποδεικνύει η ευωδία των μύρων (γιατί λένε, «θα τρέξουν προς την ευωδία των μύρων»), η τελειότερη όμως ψυχή προχωρώντας ορμητικότερα πλέον προς τα εμπρός πετυχαίνει το σκοπό της, για τον όποιο τρέχει και γίνεται άξια για τούς θησαυρούς που έχουν οι αποθήκες. Γιατί λέει, «με οδήγησε ο βασιλιάς στο ταμείο του». Αυτή που πόθησε με την άκρη των χειλιών της ν’ αγγίξει το αγαθό κι άγγιξε τόσο μόνο το κάλλος, όσο δείχνει η δύναμη της ευχής (ευχήθηκε ν’ αξιωθεί ένα είδος φιλήματος με την λάμψη του Λόγου), αυτή λοιπόν με όσα πέτυχε και εισδύοντας με το λογισμό της βαθύτερα στα απόρρητα κραυγάζει ότι δε φτάνει ο δρόμος ως τα πρόθυρα μόνο των αγαθών, αλλά με την απαρχή του Πνεύματος, που αξιώθηκε σαν από κάποιο φίλημα με την πρώτη χάρη, διερευνά τα βάθη του Θεού και φτάνοντας στα άδυτα του παραδείσου, κατά το μεγάλο Παύλο, λέει ότι «βλέπει τα αθέατα και ακούει τους αλάλητους λόγους».

Ο επόμενος λόγος αποκαλύπτει με ό,τι λέει την εκκλησιαστική οικονομία. Οι πρώτοι δηλαδή που παιδεύτηκαν με τη χάρη κι έγιναν αυτόπτες του Λόγου δεν περιόρισαν το αγαθό μέσα στον εαυτό τους, αλλά μετέδωσαν την ίδια χάριν στους έπειτα από αυτούς. Γι’ αυτό οι κοπέλες λένε στη νύφη, την πρώτη που γέμισε αγαθά, κι έγινε άξια για τα κρυμμένα μυστήρια, επειδή ένωσε τα χείλη της με τον Λόγο· «γέμισέ μας αγαλλίαση και ευφροσύνη» (γιατί ή αγαλλίαση σου είναι και δική μας χαρά) και ότι όπως εσύ αγαπάς περισσότερο από το κρασί τους μαστούς τού Λόγου, έτσι κι εμείς ας μιμηθούμε εσένα και τους μαστούς σου, που από αυτούς ποτίζεις γάλα όσους νηπιάζουν στην πίστη στο Χριστό, ας αγαπήσουμε περισσότερο από το ανθρώπινο κρασί. Και για να κάνει κανένας σαφέστερο το νόημα, αυτό πού λέγεται σημαίνει το έξης. Αγάπησε τους μαστούς του Λόγου ο Ιωάννης που έπεσε στο στήθος του Κυρίου και, παραθέτοντας την καρδιά του σαν ένα σφουγγάρι στην πηγή της ζωής και πλημμυριζόμενος με μια άρρητη μετάδοση από τα μυστήρια που βρίσκονται στην καρδιά τού Κυρίου, προτεί-νει και σε εμάς τη γεμάτη από το Λόγο θηλή και μας πλημμυρίζει από τα εντεθέντα αγαθά από την πηγή κηρύσσοντας μεγαλόφωνα το Λόγο που υπάρχει αιώνια.

Γι’ αυτό κι εμείς θα πούμε εύλογα σ’ αυτόν «θ’ αγαπήσομε τους μαστούς σου περισσότερο από το κρασί», αν γίνουμε τέτοιοι, να είμαστε δηλαδή σαν τις νέες και ούτε να έχουμε φρόνημα νηπιακό εξαιτίας της ενωμένης με τη ματαιότητα νεότητας, ούτε ν’ αποχτούμε τις ρυτίδες της αμαρτίας από τα γηρατειά που καταλήγουν στον άφανισμό. Γι’ αυτό αγαπούμε τη ροή των διδαγμάτων σου, επειδή «σε αγάπησε η ευθύτητα». Γιατί αυτός είναι ο μαθητής που αγαπούσε ο Ιησούς. Και ο Ιησούς είναι η ευθύτητα. Επιτυχέστερα και με πιο πρέποντα τρόπο στο Θεό, από ό,τι ο προφήτης Δαβίδ, ονομάζει ο λόγος αυτός τον Κύριο. Ο Δαβίδ λέει «είναι ευθύς ο Κύριος ο Θεός», ενώ αυτός ο λόγος τον ονομάζει «ευθύτητα» με την οποία κάθε στραβό αποκαθίσταται στο ορθό και ευθύ. Αλλά ας γίνει και για εμάς κάθε στραβό ευθύ και τα ανώμαλα ας γίνουν δρόμοι ομαλοί με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Το πρωτότυπο κείμενο

Φιλησάτω με ἀπὸ φιλημάτων στόματος αὐτοῦ,
ὅτι ἀγαθοὶ μαστοί σου ὑπὲρ οἶνον,
Καὶ ὀσμὴ μύρων σου ὑπὲρ πάντα τὰ ἀρώματα,
μύρον ἐκκενωθὲν ὄνομά σοι.
διὰ τοῦτο νεάνιδες ἠγάπησάν σε,
Εἵλκυσάν σε,
ὀπίσω σου εἰς ὀσμὴν μύρων σου δραμούμεθα.
εἰσήγαγέ με ὁ βασιλεὺς εἰς τὸ ταμιεῖον αὐτοῦ.
ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν σοί,
ἀγαπήσωμεν μαστούς σου ὑπὲρ οἶνον·
εὐθύτης ἠγάπησέ σε.

Πάλιν τοίνυν τὸν ἐν τοῖς προοιμίοις ἐπαναλήψομαι λόγον· μή τις ἐμπαθὴς καὶ σαρκώδης ἔτι τῆς νεκρᾶς τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου δυσωδίας ἀπόζων πρὸς τὰς κτηνώδεις ἀλογίας κατασυρέτω τὰς τῶν θεοπνεύστων νοημάτων τε καὶ ῥημάτων ἐμφάσεις, ἀλλ' ἐκβὰς ἕκαστος αὐτὸς ἑαυτοῦ καὶ ἔξω τοῦ ὑλικοῦ κόσμου γενόμενος καὶ ἐπανελθὼν τρόπον τινὰ δι' ἀπαθείας εἰς τὸν παράδεισον καὶ διὰ καθαρότητος ὁμοιωθεὶς τῷ θεῷ οὕτως ἐπὶ τὸ ἄδυτον τῶν προφαινομένων ἡμῖν διὰ τοῦ βιβλίου τούτου μυστηρίων χωρείτω. εἰ δέ τισιν ἀπαρασκεύαστός ἐστιν ἡ ψυχὴ πρὸς τὴν τοιαύτην ἀκρόασιν, ἀκουσάτωσαν τοῦ Μωυσέως νομοθετοῦντος μὴ κατατολμῆσαι τῆς ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ πνευματικὸν ἀναβάσεως, πρὶν πλῦναι τῶν καρδιῶν ἡμῶν τὰ ἱμάτια καὶ τοῖς καθήκουσι τῶν λογισμῶν περιρραντηρίοις τὰς ψυχὰς ἀφαγνίσασθαι. ὥστε νῦν ἐν ᾧ χρόνῳ προσεδρεύομεν τῇ θεωρίᾳ ταύτῃ, λήθην τῶν γαμικῶν νοημάτων ποιήσασθαι κατὰ τὸ παράγγελμα τοῦ Μωυσέως τοῦ καθαρεύειν ἀπὸ τῶν γάμων τοῖς μυσταγωγουμένοις νομοθετήσαντος καὶ διὰ πάντων ἀναλαβεῖν οἶμαι δεῖν ἡμᾶς τὰ τοῦ νομοθέτου προστάγματα μέλλοντας προσβαίνειν τῷ πνευματικῷ τῆς θεογνωσίας ὄρει, ἐν ᾧ τὸ θῆλυ γένος τῶν λογισμῶν μετὰ τῆς ὑλικῆς ἀποσκευῆς τῷ κάτω καταλείπεται βίῳ. πᾶν δὲ ἄλογον νόημα εἰ περὶ τὸ τοιοῦτον ὄρος ὀφθείη, τοῖς στερροτέροις λογισμοῖς οἷόν τισι λίθοις καταφονεύεται. μόγις γὰρ ἂν οὕτω χωρήσαιμεν τὴν φωνὴν τῆς σάλπιγγος ταύτης μέγα τι καὶ ἐξαίσιον καὶ ὑπὲρ τὴν δύναμιν τῶν δεχομένων ἠχούσης, ἣν αὐτὸς ὁ γνόφος τῆς ἀσαφείας προίεται, ἐν ᾧ ἐστιν ὁ θεὸς ὁ τὸ ὑλικὸν ἅπαν ἐπὶ τοῦ τοιούτου ὄρους τῷ πυρὶ καταφλέγων.

Ἤδη τοίνυν ἐντὸς τοῦ ἁγίου τῶν ἁγίων γενώμεθα, ὅπερ ἐστὶ τὸ ᾆσμα τῶν ᾀσμάτων. ὡς γὰρ ἐν τῷ ἁγίῳ τῶν ἁγίων πλεονασμόν τινα καὶ ἐπίτασιν τῆς ἁγιότητος διὰ τῆς ὑπερθετικῆς ταύτης φωνῆς διδασκόμεθα, οὕτω καὶ διὰ τοῦ ᾄσματος τῶν ᾀσμάτων μυστηρίων μυστήρια διδάσκειν ἡμᾶς ὁ ὑψηλὸς λόγος κατεπαγγέλλεται. πολλῶν γὰρ ὄντων κατὰ τὴν θεόπνευστον διδασκαλίαν ᾀσμάτων, δι' ὧν τὰ μεγάλα νοήματα περὶ τοῦ θεοῦ διδασκόμεθα παρά τε τοῦ μεγάλου Δαβὶδ καὶ Ἠσαίου καὶ Μωυσέως καὶ ἄλλων πολλῶν, τοῦτο παρὰ τῆς ἐπιγραφῆς ταύτης μανθάνομεν, ὅτι ὅσον ἀπέχει τῶν τῆς ἔξω σοφίας ᾀσμάτων τὰ τῶν ἁγίων ᾄσματα, τοσοῦτον ὑπέρκειται τῶν ἁγίων ᾀσμάτων τὸ ἐν τῷ ᾄσματι τῶν ᾀσμάτων μυστήριον, οὗ τὸ πλέον εἰς κατανόησιν οὔτε εὑρεῖν οὔτε χωρῆσαι ἡ ἀνθρωπίνη δύναται φύσις. καὶ τούτου χάριν τὸ σφοδρότατον τῶν καθ' ἡδονὴν ἐνεργουμένων (λέγω δὲ τὸ ἐρωτικὸν πάθος) τῆς τῶν δογμάτων ὑφηγήσεως αἰνιγματωδῶς προεστήσατο, ἵνα διὰ τούτου μάθωμεν, ὅτι χρὴ τὴν ψυχὴν πρὸς τὸ ἀπρόσιτον τῆς θείας φύσεως κάλλος ἐνατενίζουσαν τοσοῦτον ἐρᾶν ἐκείνου, ὅσον ἔχει τὸ σῶμα τὴν σχέσιν πρὸς τὸ συγγενὲς καὶ ὁμόφυλον, μετενεγκοῦσαν εἰς ἀπάθειαν τὸ πάθος, ὥστε πάσης κατασβεσθείσης σωματικῆς διαθέσεως μόνῳ τῷ πνεύματι ζέειν ἐρωτικῶς ἐν ἡμῖν τὴν διάνοιαν διὰ τοῦ πυρὸς ἐκείνου θερμαινομένην, ὃ βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν ἦλθεν ὁ κύριος.

Ἀλλὰ ταῦτα μέν, ὅπως χρὴ διακεῖσθαι τὴν ψυχὴν τῶν μυστικῶν ῥημάτων ἀκούοντας, ἱκανῶς ἔχειν φημί. καιρὸς δὲ ἂν εἴη καὶ αὐτὰς τὰς θείας τοῦ ᾄσματος τῶν ᾀσμάτων φωνὰς ἤδη προσθεῖναι τῇ θεωρίᾳ τοῦ λόγου. καὶ πρότερόν γε τὴν τῆς ἐπιγραφῆς κατανοήσωμεν δύναμιν· οὐ γὰρ ἀργῶς μοι δοκεῖ τῷ Σολομῶντι τὸ βιβλίον ἐκ τῆς ἐπιγραφῆς ἀνατεθεῖσθαι, ἀλλ' ὥστε γενέσθαι διάνοιαν τοῖς ἐντυγχάνουσι τοῦ μέγα τι καὶ θεῖον ἐν τοῖς λεγομένοις προσδέχεσθαι. ἐπειδὴ γὰρ ἀνυπέρβλητόν ἐστι παρ' ἑκάστῳ διὰ τῆς περὶ αὐτοῦ μαρτυρίας ἐπὶ τῇ σοφίᾳ τὸ θαῦμα, τούτου χάριν εὐθὺς ἐκ προοιμίων ἡ τοῦ ὀνόματος μνήμη παραλαμβάνεται, ὥστε τι μέγα καὶ τῆς περὶ αὐτοῦ δόξης ἐπάξιον ἐλπισθῆναι διὰ τοῦ βιβλίου τούτου τοῖς ἐντυγχάνουσιν. ὥσπερ δὲ κατὰ τὴν γραφικὴν ἐπιστήμην ὕλη μέν τις πάντως ἐστὶν ἐν διαφόροις βαφαῖς ἡ συμπληροῦσα τοῦ ζῴου τὴν μίμησιν, ὁ δὲ πρὸς τὴν εἰκόνα βλέπων τὴν ἐκ τῆς τέχνης διὰ τῶν χρωμάτων συμπληρωθεῖσαν οὐ ταῖς ἐπιχρωσθείσαις τῷ πίνακι βαφαῖς ἐμφιλοχωρεῖ τῷ θεάματι, ἀλλὰ πρὸς τὸ εἶδος βλέπει μόνον, ὃ διὰ τῶν χρωμάτων ὁ τεχνίτης ἀνέδειξεν, οὕτω προσήκει καὶ ἐπὶ τῆς παρούσης γραφῆς μὴ πρὸς τὴν ὕλην τῶν ἐν τοῖς ῥήμασι χρωμάτων βλέπειν, ἀλλὰ καθάπερ τι βασιλέως εἶδος ἐν αὐτοῖς καθορᾶν τὸ διὰ τῶν καθαρῶν νοημάτων ἀνατυπούμενον. λευκὸν γὰρ ἢ ὠχρὸν ἢ μέλαν ἢ ἐρυθρὸν ἢ κυάνεον ἢ ἄλλο τι χρῶμά ἐστι τὰ ῥήματα ταῦτα κατὰ τὰς προχείρους ἐμφάσεις, στόμα καὶ φίλημα καὶ μύρον καὶ οἶνος καὶ τὰ τῶν μελῶν ὀνόματα καὶ κλίνη καὶ νεάνιδες καὶ τὰ τοιαῦτα· ἡ δὲ διὰ τούτων ἀποτελουμένη μορφὴ μακαριότης ἐστὶ καὶ ἀπάθεια καὶ ἡ πρὸς τὸ θεῖον συνάφεια καὶ ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις καὶ ἡ πρὸς τὸ ὄντως καλόν τε καὶ ἀγαθὸν ἐξομοίωσις. 

Ταῦτά ἐστι τὰ νοήματα τὰ μαρτυροῦντα τῷ Σολομῶντι τὴν σοφίαν ἐκείνην τὴν ὑπερβαίνουσαν τοὺς ὅρους τῆς ἀνθρωπίνης σοφίας. τί γὰρ ἂν γένοιτο τούτου παραδοξότερον ἢ τὸ αὐτὴν ποιῆσαι τὴν φύσιν τῶν ἰδίων παθημάτων καθάρσιον διὰ τῶν νομιζομένων ἐμπαθῶν ῥημάτων τὴν ἀπάθειαν νομοθετοῦσάν τε καὶ παιδεύουσαν; οὐ γὰρ λέγει τὸ δεῖν ἔξω τῶν τῆς σαρκὸς γίνεσθαι κινημάτων καὶ νεκροῦν τὰ μέλη τὰ ἐπὶ τῆς γῆς καὶ καθαρεύειν ἀπὸ τῶν ἐμπαθῶν ῥημάτων τῷ στόματι, ἀλλ' οὕτω διέθηκε τὴν ψυχήν, ὡς διὰ τῶν ἀπεμφαίνειν δοκούντων πρὸς τὴν καθαρότητα βλέπειν, διὰ τῶν ἐμπαθῶν ῥήσεων τὴν ἀκήρατον ἑρμηνεύων διάνοιαν. ἓν μὲν δὴ τοῦτο διὰ τῶν προοιμίων ἡμᾶς παιδευσάτω ὁ λόγος, τὸ μηκέτι ἀνθρώπους εἶναι τοὺς ἐπὶ τὰ ἄδυτα τῶν τοῦ βιβλίου τούτου μυστηρίων εἰσαγομένους ἀλλὰ μεταποιηθῆναι τῇ φύσει διὰ τῆς τοῦ κυρίου μαθητείας πρὸς τὸ θειότερον, καθὼς μαρτυρεῖ τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς ὁ λόγος, ὅτι κρείττους ἦσαν ἢ κατὰ ἄνθρωπον, οὓς διέκρινεν ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων ἡ γενομένη πρὸς αὐτοὺς παρὰ τοῦ κυρίου διαστολή, ὅτε φησί· Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι; Ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι; ἀληθῶς γὰρ ὁ διὰ τῶν τοιούτων ῥημάτων, ὧν ἡ πρόχειρος ἔμφασις τὰς σαρκώδεις ἡδυπαθείας ἐνδείκνυται, μὴ κατολισθαίνων εἰς τὴν ῥυπῶσαν διάνοιαν ἀλλὰ πρὸς τὴν τῶν θείων φιλοσοφίαν, ἐπὶ τὰς καθαρὰς ἐννοίας διὰ τῶν ῥημάτων τούτων χειραγωγούμενος δείκνυσι τὸ μηκέτι ἄνθρωπος εἶναι μηδὲ σαρκὶ καὶ αἵματι συμμεμιγμένην τὴν φύσιν ἔχειν, ἀλλὰ τὴν ἐλπιζομένην ἐν τῇ ἀναστάσει τῶν ἁγίων ζωὴν ἐπιδείκνυται ἰσάγγελος διὰ τῆς ἀπαθείας γενόμενος. 

ὡς γὰρ μετὰ τὴν ἀνάστασιν τὸ μὲν σῶμα μεταστοιχειωθὲν πρὸς τὸ ἄφθαρτον τῇ ψυχῇ τοῦ ἀνθρώπου συμπλέκεται, τὰ δὲ νῦν διὰ σαρκὸς ἡμῖν ἐνοχλοῦντα πάθη τοῖς σώμασιν ἐκείνοις οὐ συνανίσταται ἀλλά τις εἰρηνικὴ κατάστασις τὴν ζωὴν ἡμῶν διαδέξεται, μηκέτι τοῦ φρονήματος τῆς σαρκὸς πρὸς τὴν ψυχὴν στασιάζοντος μηδὲ διὰ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου τῶν ἐμπαθῶν κινημάτων ἀντιστρατευομένου τῷ νόμῳ τοῦ νοὸς καὶ ὥσπερ αἰχμάλωτόν τινα τῇ ἁμαρτίᾳ προσάγοντος τὴν ἡττηθεῖσαν ψυχήν, ἀλλὰ πάντων τῶν τοιούτων καθαρεύσει τότε ἡ φύσις καὶ ἓν δι' ἀμφοτέρων ἔσται τὸ φρόνημα (τῆς σαρκός φημι καὶ τοῦ πνεύματος) πάσης σωματικῆς διαθέσεως ἐξαφανισθείσης ἀπὸ τῆς φύσεως, οὕτω παρακελεύεται καὶ διὰ τοῦ βιβλίου τούτου ὁ λόγος τοῖς ἐπαίουσι, κἂν ἐν σαρκὶ ζῶμεν, μηδ' ἐν τοῖς νοήμασι πρὸς αὐτὴν ἐπιστρέφεσθαι, ἀλλὰ πρὸς μόνην τὴν ψυχὴν βλέπειν καὶ τὰς ἀγαπητικὰς τῶν ῥημάτων ἐμφάσεις καθαράς τε καὶ ἀμολύντους ἀνατιθέναι τῷ ὑπερέχοντι πάντα νοῦν ἀγαθῷ, ὃ μόνον ἐστὶν ὡς ἀληθῶς γλυκύ τε καὶ ἐπιθυμητὸν καὶ ἐράσμιον, οὗ ἡ ἀπόλαυσις ἡ ἀεὶ γινομένη ἀφορμὴ μείζονος ἐπιθυμίας γίνεται τῇ μετουσίᾳ τῶν ἀγαθῶν τὸν πόθον συνεπιτείνουσα. 

Οὕτως ὁ Μωυσῆς, ἡ νύμφη, τὸν νυμφίον ἐφίλει κατὰ τὴν ἐν τῷ Ἄισματι παρθένον τὴν λέγουσαν Φιλησάτω με ἀπὸ φιλημάτων στόματος αὐτοῦ, ὃς διὰ τῆς στόμα κατὰ στόμα γινομένης αὐτῷ παρὰ τοῦ θεοῦ ὁμιλίας, καθὼς μαρτυρεῖ ἡ γραφή, ἔτι ἐν ἐπιθυμίᾳ μείζονι τῶν τοιούτων φιλημάτων ἐγίνετο μετὰ τοσαύτας θεοφανείας ὡς μήπω τεθεαμένος ἰδεῖν ἀξιῶν τὸν ποθούμενον, οὕτως οἱ λοιποὶ πάντες, οἷς ὁ θεῖος πόθος διὰ βάθους ἐνέκειτο, οὐδαμοῦ τῆς ἐπιθυμίας ἵσταντο πᾶν τὸ θεόθεν αὐτοῖς εἰς ἀπόλαυσιν τοῦ ποθουμένου γινόμενον ὕλην καὶ ὑπέκκαυμα τῆς σφοδροτέρας ἐπιθυμίας ποιούμενοι. ὥσπερ δὴ καὶ νῦν ἡ τῷ θεῷ συναπτομένη ψυχὴ ἀκορέστως ἔχει τῆς ἀπολαύσεως, ὅσῳ δαψιλέστερον ἐμφορεῖται τοῦ κάλλους, τοσούτῳ σφοδρότερον τοῖς πόθοις ἀκμάζουσα. ἐπειδὴ γὰρ τὰ ῥήματα τοῦ νυμφίου πνεῦμά ἐστι καὶ ζωή ἐστι, πᾶς δὲ ὁ τῷ πνεύματι κολλώμενος πνεῦμα γίνεται καὶ ὁ τῇ ζωῇ συναπτόμενος ἀπὸ θανάτου εἰς ζωὴν μεταβαίνει κατὰ τὴν τοῦ κυρίου φωνήν, διὰ τοῦτο ποθεῖ προσεγγίσαι τῇ πηγῇ τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἡ παρθένος ψυχή. ἡ δὲ πηγή ἐστι τοῦ νυμφίου τὸ στόμα, ὅθεν τὰ ῥήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς ἀναβρύοντα πληροῖ τὸ στόμα τὸ ἐφελκόμενον, καθὼς ἐποίει ὁ προφήτης διὰ τοῦ στόματος ἕλκων τὸ πνεῦμα. 

ἐπειδὴ τοίνυν χρὴ προσθεῖναι τὸ στόμα τῷ στόματι τὸν ἐκ τῆς πηγῆς ποτὸν ἐφελκόμενον, πηγὴ δὲ ὁ κύριος ὁ εἰπὼν Εἴ τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω, διὰ τοῦτο ἡ ψυχὴ ἡ διψῶσα προσαγαγεῖν τὸ ἑαυτῆς στόμα τῷ τὴν ζωὴν πηγάζοντι στόματι βούλεται λέγουσα Φιλησάτω με ἀπὸ φιλημάτων στόματος αὐτοῦ. καὶ ὁ πᾶσι τὴν ζωὴν βρύων καὶ πάντας σωθῆναι θέλων οὐδένα βούλεται τῶν σῳζομένων τοῦ τοιούτου φιλήματος εἶναι ἀμέτοχον· καθάρσιον γάρ ἐστι ῥύπου παντὸς τοῦτο τὸ φίλημα. διό μοι δοκεῖ τῷ λεπρῷ Σίμωνι τὸ τοιοῦτον ὀνειδιστικῶς προφέρειν ὁ κύριος, ὅτι Φίλημά μοι οὐκ ἔδωκας. ἦ γὰρ ἂν ἐκαθαρίσθης τοῦ πάθους τῷ στόματι σπάσας τὴν καθαρότητα. ἀλλ' ἐκεῖνος μὲν εἰκότως ἀνέραστος ἦν ὑπερσαρκήσας διὰ τῆς νόσου καὶ πρὸς τὴν θείαν ἐπιθυμίαν μένων ὑπὸ τοῦ πάθους ἀκίνητος, ἡ δὲ κεκαθαρμένη ψυχὴ μηδεμιᾶς σαρκώδους λέπρας ἐπιπροσθούσης βλέπει τὸν τῶν ἀγαθῶν θησαυρόν. ὄνομα δέ ἐστι τῷ θησαυρῷ ἡ καρδία, ἀφ' ἧς ἐστι τοῖς μαζοῖς ἡ χορηγία τοῦ θείου γάλακτος, ᾧ τρέφεται ἡ ψυχὴ κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως ἐφελκομένη τὴν χάριν. διὰ τοῦτό φησιν ὅτι Ἀγαθοὶ μαστοί σου ὑπὲρ οἶνον, ἐκ τῆς τοπικῆς θέσεως διὰ τῶν μαζῶν τὴν καρδίαν ὑποσημαίνουσα. πάντως δὲ καρδίαν μὲν τὴν κεκρυμμένην τε καὶ ἀπόρρητον τῆς θεότητος δύναμιν νοῶν τις οὐχ ἁμαρτήσεται. μαζοὺς δὲ τὰς ἀγαθὰς τῆς θείας δυνάμεως ὑπὲρ ἡμῶν ἐνεργείας εἰκότως ἄν τις ὑπονοήσειε, δι' ὧν τιθηνεῖται τὴν ἑκάστου ζωὴν ὁ θεὸς κατάλληλον ἑκάστῳ τῶν δεχομένων τὴν τροφὴν χαριζόμενος.

Μανθάνομεν δέ τι κατὰ πάροδον καὶ ἕτερον δόγμα διὰ τῆς τοῦ βιβλίου τούτου φιλοσοφίας, ὅτι διπλῆ τίς ἐστιν ἐν ἡμῖν ἡ αἴσθησις, ἡ μὲν σωματικὴ ἡ δὲ θειοτέρα, καθώς φησί που τῆς Παροιμίας ὁ λόγος ὅτι αἴσθησιν θείαν εὑρήσεις· ἀναλογία γάρ τίς ἐστιν ἐν τοῖς ψυχικοῖς ἐνεργήμασι πρὸς τὰ τοῦ σώματος αἰσθητήρια. καὶ τοῦτο ἐκ τῶν παρόντων <ῥημάτων> μανθάνομεν· ὁ μὲν γὰρ οἶνός τε καὶ τὸ γάλα τῇ γεύσει κρίνεται, νοητῶν δὲ ὄντων ἐκείνων νοητὴ πάντως καὶ ἡ ἀντιληπτικὴ τούτων τῆς ψυχῆς ἐστι δύναμις. τὸ δὲ φίλημα διὰ τῆς ἁπτικῆς αἰσθήσεως ἐνεργεῖται· ἐφάπτεται γὰρ ἀλλήλων τὰ χείλη ἐν τῷ φιλήματι. ἔστι δέ τις καὶ ἁφὴ τῆς ψυχῆς ἡ ἁπτομένη τοῦ λόγου διά τινος ἀσωμάτου καὶ νοητῆς ἐπαφήσεως ἐνεργουμένη, καθὼς εἶπεν ὁ εἰπὼν ὅτι Αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς. ὡσαύτως δὲ καὶ ἡ τῶν θείων μύρων ὀσμὴ οὐ μυκτήρων ἐστὶν ὀσμή, ἀλλά τινος νοητῆς καὶ ἀύλου δυνάμεως τῇ τοῦ πνεύματος ὁλκῇ τὴν τοῦ Χριστοῦ συνεφελκομένης εὐωδίαν. 

Oὕτω γὰρ ἡ ἀκολουθία τῆς παρθενικῆς εὐχῆς ἐν προοιμίοις ἔχει Ὅτι ἀγαθοὶ μαστοί σου ὑπὲρ οἶνον καὶ ὀσμὴ μύρων σου ὑπὲρ πάντα τὰ ἀρώματα. δηλοῦται δὲ διὰ τούτων, καθὼς ἡμεῖς ὑπειλήφαμεν, οὐ μικρόν τι οὐδὲ εὐκαταφρόνητον νόημα· τάχα γὰρ ἐν τῷ ὑπερθεῖναι διὰ συγκρίσεως τὸ ἐκ τῶν θείων μαστῶν γάλα τῆς ἐκ τοῦ οἴνου γινομένης ἡμῖν εὐφροσύνης μανθάνομεν διὰ τῶν εἰρημένων, ὅτι πᾶσα ἀνθρωπίνη σοφία καὶ ἐπιστήμη τῶν ὄντων καὶ πᾶσα δύναμις θεωρητικὴ καὶ καταληπτικὴ φαντασία ἀδυνάτως ἔχει παρισωθῆναι διὰ συγκρίσεως τῇ ἁπλουστέρᾳ τῶν θείων μαθημάτων τροφῇ. ἐκ γὰρ τῶν μαστῶν τὸ γάλα φέρεται· νηπίων δέ ἐστι τὸ γάλα τροφή. ὁ δὲ οἶνος δι' εὐτονίαν τε καὶ θερμότητα τῶν τελειοτέρων ἀπόλαυσις γίνεται. ἀλλ' ὅμως τὸ ἐν τῇ ἔξω σοφίᾳ τέλειον τῆς νηπιώδους τοῦ θείου λόγου διδασκαλίας ἐστὶ μικρότερον. διὰ τοῦτο κρείττους οἱ θεῖοι μαστοὶ τοῦ ἀνθρωπίνου οἴνου. 

ἡ δὲ ὀσμὴ τῶν θείων μύρων καλλίων ἐστὶ πάσης τῆς ἐν τοῖς ἀρώμασιν εὐωδίας. ὅπερ τοιοῦτόν μοι δοκεῖ νοῦν ὑποδεικνύειν· ἀρώματα νοοῦμεν τὰς ἀρετὰς οἷον σοφίαν σωφροσύνην δικαιοσύνην ἀνδρείαν φρόνησιν καὶ τὰ τοιαῦτα, οἷς προσχρωννύμενος κατὰ τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν καὶ προαίρεσιν ἕκαστος ἄλλος ἄλλως ἐν εὐωδίᾳ γινόμεθα· ὁ μὲν ἐκ σωφροσύνης ἢ σοφίας, ὁ δὲ ἐκ δικαιοσύνης ἢ ἀνδρείας ἢ ἄλλου τινὸς τῶν κατ' ἀρετὴν νοουμένων, ὁ δὲ τυχὸν καὶ ἐκ πάντων τῶν τοιούτων ἀρωμάτων συγκεκραμένην ἔχει ἐν ἑαυτῷ τὴν εὐωδίαν. ἀλλ' ὅμως ταῦτα πάντα οὐκ ἂν εἰς σύγκρισιν ἔλθοι τῆς παντελοῦς ἀρετῆς ἐκείνης, ἣν τοὺς οὐρανοὺς διειληφέναι φησὶν Ἀμβακοὺμ ὁ προφήτης εἰπὼν Ἐκάλυψεν οὐρανοὺς ἡ ἀρετὴ αὐτοῦ, ἥτις ἐστὶν αὐτοσοφία καὶ αὐτοδικαιοσύνη καὶ αὐτοαλήθεια καὶ τὰ καθ' ἕκαστον πάντα. τῶν οὖν σῶν μύρων ἡ ὀσμή, φησίν, ἀπαράθετον ἔχει τὴν χάριν πρὸς ταῦτα τὰ ἀρώματα τὰ παρ' ἡμῶν γινωσκόμενα.

Πάλιν ἐν τοῖς ἐφεξῆς ὑψηλοτέρας ἅπτεται φιλοσοφίας ἡ ψυχή, ἡ νύμφη, τὸ ἀπρόσιτόν τε καὶ ἀχώρητον λογισμοῖς ἀνθρωπίνοις τῆς θείας δυνάμεως ἐνδεικνυμένη, ἐν οἷς φησι Μύρον ἐκκενωθὲν ὄνομά σοι· τοιοῦτον γάρ τι δοκεῖ μοι διὰ τοῦ λόγου τούτου σημαίνεσθαι, ὅτι οὐκ ἔστιν ὀνοματικῇ σημασίᾳ περιληφθῆναι δι' ἀκριβείας τὴν ἀόριστον φύσιν· ἀλλὰ πᾶσα νοημάτων δύναμις καὶ πᾶσα ῥημάτων τε καὶ ὀνομάτων ἔμφασις, κἄν τι μέγα καὶ θεοπρεπὲς ἔχειν δόξῃ, αὐτοῦ τοῦ ὄντος ἐφάψασθαι φύσιν οὐκ ἔχει· ἀλλ' ὥσπερ ἐξ ἰχνῶν τινων καὶ ἐναυσμάτων ὁ λόγος ἡμῶν τοῦ ἀδήλου καταστοχάζεται διὰ τῶν καταλαμβανομένων εἰκάζων ἔκ τινος ἀναλογίας τὸ ἀκατάληπτον. ὅ τι γὰρ ἂν ἐπινοήσωμεν, φησίν, ὄνομα γνωριστικὸν τοῦ τῆς θεότητος μύρου, οὐκ αὐτὸ τὸ μύρον διὰ τῆς ἐμφάσεως τῶν λεγομένων σημαίνομεν, ἀλλὰ βραχύ τι λείψανον ἀτμοῦ τῆς θείας εὐωδίας τοῖς θεολογικοῖς ὀνόμασιν ἐνδεικνύμεθα. ὡς ἐπὶ τῶν ἀγγείων, ὧν ἂν ἐκκενωθῇ τὸ μύρον, αὐτὸ μὲν τῇ ἑαυτοῦ φύσει ἀγνοεῖται τὸ μύρον τὸ ἐκκενωθὲν τῶν ἀγγείων, οἷόν ἐστιν· ἐξ ἀμυδρᾶς δέ τινος τῆς ὑπολειφθείσης ἐκ τῶν ἀτμῶν τῷ ἀγγείῳ ποιότητος στοχασμόν τινα περὶ τοῦ ἐκκενωθέντος μύρου ποιούμεθα. 

Tοῦτο οὖν ἐστιν ὃ διὰ τῶν εἰρημένων μανθάνομεν, ὅτι αὐτὸ μὲν τὸ τῆς θεότητος μύρον, ὅ τί ποτε κατ' οὐσίαν ἐστίν, ὑπὲρ πᾶν ἐστιν ὄνομά τε καὶ νόημα· τὰ δὲ τῷ παντὶ ἐνθεωρούμενα θαύματα τῶν θεολογικῶν ὀνομάτων τὴν ὕλην δίδωσι, δι' ὧν σοφόν, δυνατόν, ἀγαθόν, ἅγιον, μακάριόν τε καὶ ἀίδιον καὶ κριτὴν καὶ σωτῆρα καὶ τὰ τοιαῦτα κατονομάζομεν· ἅπερ πάντα ποιότητά τινα βραχεῖαν τοῦ θείου μύρου ἐνδεί κνυται, ἣν πᾶσα ἡ κτίσις διὰ τῶν ἐνθεωρουμένων θαυμάτων σκεύους τινὸς μυρεψικοῦ δίκην ἐν ἑαυτῇ ἀπεμάξατο. Διὰ τοῦτο, φησί, νεάνιδες ἠγάπησάν σε, εἵλκυσάν σε. εἶπε τὴν αἰτίαν τῆς ἐπαινετῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς ἀγαπητικῆς διαθέσεως. τίς γὰρ τοῦ τοιούτου κάλλους ἀνέραστος γίνεται, εἰ μόνον ὀφθαλμὸν ἔχοι τὸν ἐνατενίσαι τῇ ὥρᾳ δυνάμενον, οὗ πολὺ μὲν τὸ καταλαμβανόμενον κάλλος, ἀπειροπλάσιον δὲ τὸ διὰ τοῦ φαινομένου στοχαστικῶς εἰκαζόμενον; ἀλλ' ὥσπερ ὁ ὑλικὸς ἔρως τῶν ἔτι νηπιαζόντων οὐχ ἅπτεται (οὐ γὰρ χωρεῖ τὸ πάθος ἡ νηπιότης), οὐδὲ μὴν τοὺς ἐν ἐσχάτῳ γήρᾳ πεπονηκότας ἐν τοῖς τοιούτοις ἔστιν ἰδεῖν, οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ θείου κάλλους ὅ τε νήπιος ἔτι καὶ κλυδωνιζόμενος καὶ περιφερόμενος παντὶ ἀνέμῳ τῆς διδασκαλίας καὶ ὁ παλαιὸς καὶ γηράσας καὶ τῷ ἀφανισμῷ προσεγγίσας ἀκίνητοι πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην εὑρίσκονται· οὐ γὰρ ἅπτεται τῶν τοιούτων τὸ ἀόρατον κάλλος, μόνη δὲ ἡ τοιαύτη ψυχὴ ἡ διαβᾶσα μὲν τὴν νηπιώδη κατάστασιν καὶ διὰ τῆς πνευματικῆς ἡλικίας ἀκμάσασα, μὴ προσλαβοῦσα δὲ σπίλον ἢ ῥυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἡ μήτε ὑπὸ νηπιότητος ἀναισθητοῦσα μήτε ὑπὸ παλαιότητος ἀδρανοῦσα, ἣν νεᾶνιν ὀνομάζει ὁ λόγος, αὕτη πείθεται τῇ μεγάλῃ καὶ πρώτῃ ἐντολῇ τοῦ νόμου ἐξ ὅλης καρδίας τε καὶ δυνάμεως ἀγαπῶσα τὸ κάλλος ἐκεῖνο, οὗ ὑπογραφὴν καὶ ὑπόδειγμα καὶ ἑρμηνείαν οὐχ εὑρίσκει ἡ ἀνθρωπίνη διάνοια. 

Aἱ τοιαῦται τοίνυν νεάνιδες αἱ διὰ τῶν ἀρετῶν αὐξηθεῖσαι καὶ καθ' ὥραν ἤδη τῶν μυστηρίων τοῦ θείου θαλάμου γενόμεναι ἀγαπῶσι τοῦ νυμφίου τὸ κάλλος καὶ διὰ τῆς ἀγάπης πρὸς ἑαυτὰς ἐπιστρέφουσι. τοιοῦτος γὰρ ὁ νυμφίος, ὡς ἀντιδιδόναι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν πόθον, ὁ οὕτως εἰπὼν ἐκ προσώπου τῆς σοφίας ὅτι Ἐγὼ τοὺς ἐμὲ φιλοῦντας ἀγαπῶ· καὶ ὅτι Μεριῶ τοῖς ἐμὲ ἀγαπῶσιν ὕπαρξιν (αὐτὸς δέ ἐστιν ἡ ὕπαρξις) καὶ τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν ἐμπλήσω ἀγαθῶν. ἕλκουσι τοίνυν αἱ ψυχαὶ πρὸς ἑαυτὰς τοῦ ἀφθάρτου νυμφίου τὸν πόθον ὀπίσω, καθὼς γέγραπται, κυρίου τοῦ θεοῦ πορευόμεναι. τῆς δὲ ἀγάπης αὐτῶν αἰτία ἡ τοῦ μύρου εὐωδία γίνεται, πρὸς ἣν ἀεὶ τρέχουσαι τοῖς ἔμπροσθεν ἐπεκτείνονται τοῦ κατόπιν λήθην ποιούμεναι. Ὀπίσω γάρ σου, φησίν, εἰς ὀσμὴν μύρων σου δραμούμεθα. ἀλλὰ αἱ μὲν οὔπω τῆς ἀρετῆς τὸ τέλειον ἔχουσαι καὶ καθ' ἡλικίαν ἔτι νεάζουσαι δραμεῖσθαι πρὸς τὸν σκοπόν, ὃν ὑποδείκνυσιν ἡ ὀσμὴ τῶν μύρων, κατεπαγγέλλονται (λέγουσι γὰρ ὅτι Εἰς ὀσμὴν μύρων σου δραμούμεθα), ἡ δὲ τελειοτέρα ψυχὴ σφοδρότερον ἐπεκταθεῖσα τοῖς ἔμπροσθεν ἤδη τυγχάνει τοῦ σκοποῦ, δι' ὃν ὁ δρόμος ἀνύεται, καὶ τῶν ἐν τοῖς ταμείοις θησαυρῶν ἀξιοῦται. φησὶ γὰρ ὅτι Εἰσήγαγέ με ὁ βασιλεὺς εἰς τὸ ταμεῖον αὐτοῦ. ἡ γὰρ ἄκροις χείλεσι τοῦ ἀγαθοῦ ψαῦσαι ποθήσασα καὶ τοσοῦτον μόνον ἐφαψαμένη τοῦ κάλλους, ὅσον ἡ τῆς εὐχῆς ἐνδείκνυται δύναμις (ηὔξατο δὲ οἷόν τινος φιλήματος ἀξιωθῆναι διὰ τῆς τοῦ λόγου ἐλλάμψεως), αὕτη δι' ὧν ἔτυχε καὶ ἐπὶ τὸ ἐνδότερον τῶν ἀπορρήτων τῷ λογισμῷ διαδυεῖσα βοᾷ τὸ μὴ μόνον ἐν προθύροις τῶν ἀγαθῶν εἶναι τὸν δρόμον, ἀλλὰ τῇ ἀπαρχῇ τοῦ πνεύματος, οὗ διὰ τῆς πρώτης χάριτος οἷον διά τινος φιλήματος ἠξιώθη, διερευνᾶν τοῦ θεοῦ τὰ βάθη καὶ ἐν τοῖς ἀδύτοις γενομένη τοῦ παραδείσου κατὰ τὸν μέγαν Παῦλον ὁρᾶν τέ φησι τὰ ἀθέατα καὶ τῶν ἀλαλήτων ἐπακροᾶσθαι ῥημάτων.

Ἡ δὲ ἐφεξῆς ῥῆσις τὴν ἐκκλησιαστικὴν οἰκονομίαν ἐκκαλύπτει τῷ λόγῳ. οἱ γὰρ πρῶτοι μαθητευθέντες τῇ χάριτι καὶ αὐτόπται τοῦ λόγου γενόμενοι οὐκ ἐν ἑαυτοῖς τὸ ἀγαθὸν περιώρισαν, ἀλλὰ καὶ τοῖς μετ' ἐκείνους ἐκ διαδόσεως τὴν αὐτὴν ἐνεποίησαν χάριν. διὰ τοῦτο πρὸς τὴν νύμφην φασὶν αἱ νεάνιδες τὴν πρώτην διὰ τοῦ κατὰ στόμα γενέσθαι τοῦ λόγου τῶν ἀγαθῶν πληρωθεῖσαν καὶ τῶν κεκρυμμένων μυστηρίων ἀξιωθεῖσαν ὅτι Ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν σοί (κοινὴ γὰρ ἡμῶν ἐστι χαρὰ τὸ σὸν ἀγαλλίαμα) καὶ ὅτι ὡς σὺ ἀγαπᾶς ὑπὲρ οἶνον τοὺς μαζοὺς τοῦ λόγου, οὕτω καὶ ἡμεῖς σὲ μιμησώμεθα καὶ τοὺς σοὺς μαζούς, δι' ὧν τοὺς νηπίους ἐν Χριστῷ γάλα ποτίζεις, ὑπὲρ τὸν ἀνθρώπινον ἀγαπήσωμεν οἶνον. καί, ὡς ἄν τις ἐπὶ τὸ σαφέστερον προαγάγοι τὸ νόημα, τοιοῦτόν ἐστι τὸ λεγόμενον· ἠγάπησε τοὺς μαζοὺς τοῦ λόγου ὁ ἐπὶ τὸ στῆθος τοῦ κυρίου ἀναπεσὼν Ἰωάννης καὶ οἷόν τινα σπογγιὰν τὴν ἑαυτοῦ καρδίαν παραθεὶς τῇ πηγῇ τῆς ζωῆς καὶ πλήρης ἔκ τινος ἀρρήτου διαδόσεως τῶν ἐγκειμένων τῇ τοῦ κυρίου καρδίᾳ μυστηρίων γενόμενος καὶ ἡμῖν ἐπέχει τὴν πληρωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ λόγου θηλὴν καὶ πλήρεις ποιεῖ τῶν ἐντεθέντων αὐτῷ παρὰ τῆς πηγῆς ἀγαθῶν κηρύσσων ἐν μεγαλοφωνίᾳ τὸν ἀεὶ ὄντα λόγον. 

ὅθεν εἰκότως καὶ ἡμεῖς πρὸς αὐτὸν ἐροῦμεν ὅτι Ἀγαπήσωμεν μαστούς σου ὑπὲρ οἶνον, εἴπερ δὴ τοιοῦτοι γεγόναμεν, ὡς νεάνιδες εἶναι καὶ μήτε ταῖς φρεσὶ νηπιάζειν ὑπὸ τῆς τῇ ματαιότητι συνεζευγμένης νεότητος μήτε ῥυτιδοῦσθαι δι' ἁμαρτίας ἐν παλαιότητι τῇ εἰς ἀφανισμὸν καταληγούσῃ· διὰ τοῦτο δὲ ἀγαπῶμεν τὴν τῶν σῶν διδαγμάτων ἐπιρροήν, ὅτι Σὲ ἡ εὐθύτης ἠγάπησεν. οὗτος γάρ ἐστιν ὁ μαθητής, ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς. Ἰησοῦς δέ ἐστιν ἡ εὐθύτης. κάλλιον δὲ καὶ θεοπρεπέστερον ὁ λόγος οὗτος παρὰ τὸν προφήτην Δαβὶδ ὀνομάζει τὸν κύριον· ὁ μὲν γάρ φησιν ὅτι Εὐθὺς κύριος ὁ θεός, οὗτος δὲ εὐθύτητα ὀνομάζει, ᾧ πᾶν τὸ σκολιὸν πρὸς τὸ ὀρθὸν ἀπευθύνεται, ἀλλὰ γένοιτο καὶ ἡμῖν πᾶν τὸ σκολιὸν εἰς εὐθεῖαν καὶ τὰ τραχέα εἰς ὁδοὺς λείας χάριτι τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: