Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Edith Stein. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Edith Stein. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΣΤΑΙΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΠΑΙΜΕ - ΜΕΡΟΣ ΙΙ

Συνέχεια από Τρίτη 17. Φεβρουαρίου 2026


ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΣΤΑΙΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΠΑΙΜΕ - ΜΕΡΟΣ ΙΙ

Vincenzo Nuzzo (*)

Κριτική ανάλυση της οντολογίας της Edith Stein με φόντο το θεοσοφικό-μεταφυσικό όραμα του Jakob Böhme.

Ένα ακόμη ειδικό γνώρισμα της εξωτεριστικής-σωματιστικής οντολογίας του είναι ότι υπήρξε ριζικά ολοποιητική ως προς τη θέση της έννοιας του «Είναι»47. Πράγματι, η έννοιά του περί Θεού-Είναι χαρακτηρίσθηκε ανεξίτηλα από την πεποίθηση ότι Εκείνος είναι πρωτίστως «ό,τι είναι» και συνεπώς «είναι παντού», για τον απλό λόγο ότι η αυθεντικότερη φύση Του συνοψίζεται στο ότι είναι Ζωή περισσότερο από καθετί άλλο (τουλάχιστον κατά την εμμενή διάσταση). Από αυτό απορρέει και η διάσταση ενός «τα πάντα εν Θεώ», που διαμορφώνει στον Böhme έναν σαφή πανενθεϊσμό (αντί ενός χυδαίου πανθεϊσμού).

Πέραν τούτου, ο Θεός ως Ζωή παρουσιάζεται επίσης και στην αρχέγονη φάση Του ως προ-φυσική και προ-οργανική Ζωή. Ένας τέτοιος Θεός βρίσκεται, λοιπόν, στη ρίζα κάθε γενέσεως. Ταυτοχρόνως όμως, στην ήδη πραγματοποιημένη Του διάσταση, είναι ο Ζων Θεός, δηλαδή ο Θεός-Πρόσωπο προς τον οποίο σχετιζόμαστε με την πίστη. Είναι δηλαδή στην πράξη ο Χριστός. Και ακριβώς αυτό αποδεικνύει για τον Böhme ότι ο Θεός δεν μπορεί να διαθέτει μόνο πνευματική ζωή (ενώ αντιθέτως η Stein Του αποδίδει αποκλειστικά αυτήν), αλλά, για να είναι αυτό που είναι για εμάς τους ανθρώπους, οφείλει να διαθέτει και οργανική ζωή. Πρέπει ακόμη να υπογραμμισθεί σχετικώς ότι αυτό επιτρέπει στον θεοσοφιστή αφενός να αποφύγει την απόλυτη διάκριση μεταξύ Θεού και κόσμου (Θεός Υπερβατικός), αφετέρου και την καθαρή Του εμμένεια, όπως αυτή θεωρητικοποιήθηκε από τον Spinoza (Θεός Εμμενής).

Εν γένει πάντως πρέπει κυρίως να αναγνωρισθεί ότι, κατά τον Böhme, ο Θεός είναι κατά βάθος Ζωή ήδη από τις απαρχές. Επιπλέον, αυτή η πεποίθηση συμβαδίζει με τη διευκρίνισή του ότι ο Θεός οφείλει κατ’ ανάγκην να έχει «φύση», ακριβώς επειδή είναι στην πραγματικότητα η ίδια η Φύση, ως το εμμενές «σώμα» της48. Για εκείνον όμως ο Θεός διαθέτει πράγματι φύση μόνο όταν έχει φθάσει στην τελική Του πραγμάτωση ως καθαρό Πνεύμα, δηλαδή όταν έχει τελικώς καταστεί Θεός-Πρόσωπο, Ζων Θεός, και συνεπώς και Θεός ενεργών με την κυριολεκτική σημασία του όρου.

Και αυτός είναι σαφώς ο χριστιανικός Θεός της Αγάπης ως πρωταγωνιστής της «θείας βοηθείας» και όλων όσων συνιστούν «θαύμα». Ακριβέστερα, ο Koyré δηλώνει σχετικώς ότι «η θεία φύση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η οργανική ζωή ή το οργανικό σώμα του Θεού».

Όλα αυτά θέτουν έντονα υπό αμφισβήτηση και τις σύγχρονες θεολογικο-χριστιανικές θέσεις που εντάσσονται στο λεγόμενο «μετα-θεϊσμό»49. Ο Böhme δεν ομιλεί ρητώς περί «θείας βοηθείας», αλλά η έννοια αυτή συνάγεται απολύτως από την ιδέα του ότι ο πραγματοποιημένος Θεός ενεργεί συγκεκριμένα και πραγματικά μέσα στον κόσμο. Πράγματι, θεωρητικοποιεί τόσο τη δυνατότητα του θαύματος όσο και το ότι, χάρη στη δράση του Θεού στον κόσμο, μπορούμε να αποφύγουμε τον πειρασμό να Τον θεωρήσουμε κατ’ ουσίαν κακό Θεό, δηλαδή έναν Θεό που όχι μόνο επιτρέπει το κακό αλλά ακόμη και το θέλει.

Η τελευταία οντολογική έννοια που απομένει προς εξέταση είναι εκείνη της «ουσίας» (sostanza).

Θα μπορούσε να φανεί σχεδόν αναγκαίως συνεπαγόμενη από μια ρεαλιστική και εξωτεριστική-σωματιστική οντο-μεταφυσική. Διότι αυτή είναι εκ των πραγμάτων αντικειμενοκρατική με πολύ κυριολεκτική έννοια (ίσως και υλιστική), δηλαδή θέτει στο προσκήνιο έναν κόσμο εξωτερικών αντικειμένων (αναγκαστικά υλικών και σωματικών) που υπερβαίνει τη συνείδηση του υποκειμένου· δηλαδή, για ακόμη μία φορά, τον τόσο κλασικά ρεαλιστικό «κόσμο έξω από εμάς». Είναι πάντως γνωστό ότι εντός της θωμιστικο-αριστοτελικής οντο-μεταφυσικής σε αυτήν την εξωτερική αντικειμενικότητα αποδόθηκε η πλήρως μεταφυσική ένδυση της «ουσίας», και συγκεκριμένα (στον Αριστοτέλη) αυτή διακρίθηκε σε «πρώτη ουσία» (πραγματικό είναι) και «δεύτερη ουσία» (ιδεατό ή λογικό είναι)50.

Ο Θωμάς φρόντισε κατόπιν να ορίσει όλα αυτά ως ένα θεμελιώδες «ον» (πρωταρχικώς υπάρχον), του οποίου το παράδειγμα εδράζεται στον Θεό51.


Λοιπόν, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε γενικές γραμμές η Stein προσχώρησε σε αυτήν την τελευταία σύλληψη του «είναι» και συνεπώς ουδέποτε έθεσε ριζικά υπό αμφισβήτηση την έννοια της «ουσίας». Ωστόσο, ταυτοχρόνως, η οντολογία της υπήρξε αναμφίβολα πολύ περισσότερο ουσιοκρατική παρά ουσιοκρατικά-υποστασιοκρατική (sostanzialista)52. Και έτσι, ως προς αυτό, υπάρχει κάποια αμυδρή ομοιότητα μεταξύ της οντολογίας της και εκείνης του Böhme. Ο οποίος (όπως είδαμε), στο πλέον αποφατικό τμήμα της οντο-μεταφυσικής του, έθεσε στη ρίζα των πάντων ακριβώς τη θεία ουσία.

Πλην όμως, πέραν αυτού, απέφυγε επιμελώς την έννοια της «ουσίας» πρωτίστως διότι η οντολογία του υπήρξε ριζικά δυναμιστική. Συνεπώς, ό,τι (στην κλασική και παραδοσιακή οντο-μεταφυσική) εμφανίζεται ως αντικειμενικότητα υπό τη μορφή ουσίας, στη σκέψη του παρουσιάζεται μάλλον ως «πράξη», δηλαδή ως ενέργεια τεθειμένη σε ενέργεια από δυνάμεις-ισχείς-ουσίες εκπορευόμενες από τον Θεό53.

Κατά συνέπεια, γι’ αυτόν η αντικειμενικότητα (έστω και αν γίνεται αποδεκτή και μάλιστα θεωρείται θεμελιώδης στην οντολογία) δεν είναι παρά ένας ιστός δυνάμεων. Κάτι που είναι εξαιρετικά υποβλητικό μιας έντονα νεωτερικής σύλληψης του «είναι», και συνεπώς εκπληκτικά οραματικό. Σχεδόν θα έλεγε κανείς ότι ακούει τον Einstein και την κβαντική φυσική.

Ως προς αυτό, λοιπόν, ο Böhme και η Stein αποκλίνουν αποφασιστικά.

II.2- Μια πνευματοκρατική οντολογία.


Ο Πνευματοκρατισμός του Böhme είναι τόσο ρεαλιστικός και συγκεκριμενοκρατικός όσο είναι και η τείνουσα εξωτερικιστική-σωματιστική οντολογία του. Ωστόσο, πρέπει να διευκρινισθεί ότι — ακριβώς όπως και ο Nicolai Hartmann54, ένας από τους εκπροσώπους της σύγχρονης οντολογίας — αποδίδει τον ίδιο βαθμό πραγματικότητας (και οντολογικής αξιοπρέπειας) τόσο στο κοσμικό (ή πραγματικό) Είναι όσο και στο ιδεατό Είναι (το οποίο αντιστοιχεί κατά κάποιον τρόπο στο «είναι της συνείδησης», και συνεπώς στο υποκειμενικο-διανοητικό είναι).

Ήδη αυτό εισάγει στην όρασή του μια σημαντική πνευματοκρατική συνιστώσα. Επομένως η εξωτερικιστική-σωματιστική οντολογία του δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη ο ειδικός του Πνευματοκρατισμός. Διαφορετικά, θα υπήρχε κίνδυνος να παραχαραχθεί η σκέψη του.

Ωστόσο αυτό θα ανέδεικνυε σε αυτόν έναν κατεξοχήν φιλοσοφικό Πνευματοκρατισμό. Αλλά ο Πνευματοκρατισμός του υπερβαίνει κατά πολύ αυτό το επίπεδο, καθώς είναι επίσης στενά διαπλεκόμενος με τη θεολογία και με μια εξαιρετικά ισχυρή μεταφυσική. Διότι γι’ αυτόν ο Θεός δεν είναι αυθεντικός εάν δεν καταστεί πραγματικός, και συνεπώς εάν δεν αποκτήσει σώμα, ταυτιζόμενος έτσι με τη Φύση.

Αυτό σημαίνει ότι και το καθαρό Πνεύμα υπόκειται σε αυτήν την αναγκαιότητα. Και αυτό, πράγματι, δεν θα υπήρχε ποτέ εάν δεν καθίστατο πραγματικό και δεν αποκτούσε σώμα. Είναι αυτονόητο, βεβαίως, ότι ο Πνευματοκρατισμός συνεπάγεται στη σκέψη του και ότι ο Θεός είναι καθαρό Πνεύμα στην αρχική του ουσία.

Εν πάση περιπτώσει, ο Böhme υποστήριξε επίσης ότι το Πνεύμα είναι κάτι που υψώνεται πάνω από την οργανικο-ζωτική διάσταση και συνεπώς κατά κάποιον τρόπο θεμελιώνεται επάνω σε αυτήν55.

Orbene, και εδώ είναι εμφανή τα σημεία σύγκλισης μεταξύ της οντολογίας του Böhme και εκείνης της Stein. Και στην τελευταία υφίσταται πράγματι αναμφίβολα ένας Πνευματοκρατισμός, αν και η φιλόσοφος δεν έθεσε ποτέ ρητά την έμφαση σε αυτήν την όψη.

Ο Πνευματοκρατισμός αυτός βασίζεται, άλλωστε, και σε αυτήν κυρίως στη αναγκαία σύνδεση μεταξύ Ιδεατού Είναι και Πραγματικού Είναι. Η οποία, για τη Stein, συνίσταται σε ένα είδος «ρεαλιστικού ιδεαλισμού» — στον οποίο επιχειρήσαμε να επιστήσουμε την προσοχή των ερμηνευτών της στη διδακτορική μας διατριβή56.

Αυτός στηρίζεται σε δύο συνακόλουθες όψεις. Από τη μία πλευρά, για τη φιλόσοφο, η Ιδέα δεν διαθέτει καμία οντικότητα (και συνεπώς πραγματικότητα) εάν δεν συγκεκριμενοποιηθεί σε ένα πραγματικό και κοσμικό πράγμα57. Από την άλλη πλευρά, όμως (εντός της ανάλυσής της περί των Υπερβατικών), μας υποδεικνύει στην Υπερβατική Ιδέα (δηλαδή την υπέρτατη ουσία ή «Wesenheit») ένα είδος πραγματικού υπερβατικού ιδεατού ατόμου, και συνεπώς μια Ιδέα όχι μόνο ήδη εφοδιασμένη με πλήρη οντικότητα αλλά και ριζικά παραδειγματική για την οντικότητα της κοσμικής αντικειμενικότητας58.

Και αυτό, κατά την άποψή μας, συμπίπτει απολύτως με την οντολογία του Πλάτωνος59.

Επιπλέον, η Stein υποστήριξε, κατά τρόπο πολύ παρόμοιο με τον Böhme, ότι το Πνεύμα ανυψώνεται πάνω από την ψυχοσωματική (ή και οργανικο-ζωτική) διάσταση, συγκροτώντας έτσι κάτι που στην πραγματικότητα διαφεύγει από κάθε τοπικότητα, και καταλήγοντας με αυτόν τον τρόπο να διαμορφώνει εκείνο το «Pneuma», ή «Θείο Πνεύμα/Πνοή» («Hauch»), που εξ ορισμού «πνέει όπου θέλει»60. Πρόκειται, εν ολίγοις, για ένα Πνεύμα που είναι απολύτως ελεύθερο από τον χωρικό δεσμό της υλικής σωματικότητας.

Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι όλα αυτά, παρά τον ισχυρό ρεαλισμό — στον οποίο κατέληξε η Stein στην ώριμη φάση της σκέψης της, αρχίζοντας από τα έργα Der Aufbau der menschlichen Person (AMP) και Potenz und Akt (PA) — παρέμειναν πάντοτε σε στενή σχέση με έναν αυστηρά φιλοσοφικό και νεωτερικό Πνευματοκρατισμό (που υπήρξε άλλωστε και εκείνος του Husserl), ο οποίος ήταν ουσιαστικά διανοητικο-γνωσιολογικός, ορθολογιστικός και καθόλου μεταφυσικός.
Η φιλόσοφος τον ενσωμάτωσε βεβαίως — ιδίως από το δεύτερο μέρος του Endliches und ewiges Sein (EES) — με στοιχεία προερχόμενα κυρίως από την αυγουστίνειο και επίσης την παύλεια μεταφυσική. Και ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο ξεχωρίζει η σύλληψή της περί του πνευματικού σώματος ως «Pneuma pneumatikon», δηλαδή κατ’ ουσίαν Πνεύμα ή «Θεία πνοή» («Hauch») (βλ. σημ. 60).
Και όμως, δεν εγκατέλειψε ποτέ πλήρως τον προσδιορισμό που της προερχόταν από έναν Πνευματοκρατισμό εντός του οποίου (ήδη από τον Maine de Biran στον 19ο αιώνα)61 το Πνεύμα είχε ταυτισθεί στενά με τη Θεία και ανθρώπινη Λογικότητα. Αυτό σηματοδοτεί συνεπώς μια σαφέστατη διαχωριστική γραμμή μεταξύ του Πνευματοκρατισμού της και εκείνου του Böhme, ο οποίος — όπως είδαμε — υπήρξε βαθύτατα μεταφυσικός.


II.3 – Μια προσωποκρατική οντολογία.

Όσον αφορά αυτήν την όψη, δεν υπάρχει καν ανάγκη να παρατεθούν τα χωρία που τεκμηριώνουν τον Προσωποκρατισμό της Stein — με μόνη εξαίρεση την έννοιά της περί «Όντος» («Seiende») ως οντο-προσωποκρατικού στοιχείου που συνδέει τον άνθρωπο με τον Θεό εντός της έννοιας της «ανθρωπο-θεότητας»62. Εν ολίγοις, ο Προσωποκρατισμός της Stein αποτελεί αναμφισβήτητο φιλοσοφικό γεγονός.

Θα παραθέσουμε λοιπόν μόνον τα χωρία του Koyré στα οποία καθίσταται σαφής η παρουσία του Προσωποκρατισμού του Böhme63. Όπου αυτή η όψη συσχετίζεται στον θεόσοφο με διάφορα θέματα — έρευνα περί της φύσεως του Θεού, δημιουργία, οντο-γένεση, τριαδικότητα του είναι κ.λπ.

Εν προκειμένω θα πούμε μόνον συνοπτικά ότι γι’ αυτόν το αποκορύφωμα της προσωπικής ουσίας ευρίσκεται πρωτίστως στον Ζώντα και πραγματοποιημένο Θεό, μάλλον παρά στον άνθρωπο. Περισσότερα δεν μπορούμε να αναπτύξουμε, διότι το θέμα αυτό διατρέχει πανταχού παρόν το έργο του θεοσόφου και δεν υπάρχει χώρος να αναλυθεί εντός του παρόντος άρθρου.

Εν πάση περιπτώσει, έχουμε ήδη δει ότι διέθετε μια πολύ πρωτότυπη και όχι ιδιαιτέρως ορθόδοξη αντίληψη περί των Θείων Προσώπων. Και αυτό διαφοροποιεί αισθητά την προσωποκρατική του οντολογία από εκείνη της Stein. Επιπλέον πρέπει να επαναληφθεί ότι — σε αντίθεση με τη Stein — για αυτόν το Πρόσωπο είναι περισσότερο Θεός παρά άνθρωπος.

II.4 – Μια δυναμιστική οντολογία (οντο-δυναμισμός).

Η οντολογία του Böhme υπήρξε σαφώς (και πολύ πρωτότυπα) δυναμιστική, και συνεπώς συγκρότησε έναν καθαρό οντο-δυναμισμό. Όμως υπήρξε τέτοια σε σχέση με όψεις πολύ διαφορετικές από εκείνες της κλασικής τομιστικο-αριστοτελικής οντο-μεταφυσικής, και συνεπώς με τρόπο πολύ τολμηρό και ακραίο σε μεταφυσικούς όρους. Η οντολογία της Stein, αντιθέτως, υπήρξε δυναμιστική με έναν μεταφυσικά πολύ συγκρατημένο και περιορισμένο τρόπο, ακριβώς επειδή βασιζόταν απλώς στην κλασική τομιστικο-αριστοτελική διδασκαλία δύναμις-ενέργεια64.

Ο Böhme συνέλαβε πάντως τον οντο-δυναμισμό βάσει διαφόρων όψεων (ορισμένες από τις οποίες συγκαταλέγονται σε εκείνες όπου αναγνωρίζεται σαφής επίδραση της σκέψης του στη νεότερη φιλοσοφία, ιδίως στη χεγκελιανή).

Πρώτη όψη είναι η διαλεκτικο-πολική του σύλληψη του «είναι», δυνάμει της οποίας το ίδιο το είναι αποτελεί γι’ αυτόν πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ αντιθέτων (ή εναντίων), η οποία όμως είναι πάντοτε αμοιβαία (δηλαδή μια αλληλέγγυα πάλη, που αποκλείει πλήρως κάθε λογική αρχή αντίφασης), και επιπλέον τείνει αδιαλείπτως προς τελική σύνθεση65. Με άλλα λόγια, για τον Böhme η πληρότητα του «είναι», δηλαδή η πραγμάτωση του καθαρού Ιδεατού Είναι και του Πνεύματος, επιτυγχάνεται μόνο μέσω της διαλεκτικής αντιπαράθεσης των αντιθέτων. Και πρέπει να σημειωθεί ότι, σε τελική ανάλυση, και ο Πλάτων κατέληξε να σκέπτεται κάτι ανάλογο, συλλαμβάνοντας το «είναι» ως συγκροτούμενο από πολικές δυάδες66.

Πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι (όπως ήδη υπαινιχθήκαμε σχετικά με το αντικείμενο ως «ενέργεια/πράξη») ο Böhme συνέλαβε τα αντίθετα ουσιαστικά ως δρώσες δυνάμεις (πρωτίστως αστρικής προέλευσης, κατά το αστρολογικό πρότυπο της εποχής του) — και αυτό μπορεί να θεωρηθεί η δεύτερη όψη της δυναμικής του οντολογίας. Αυτό όχι μόνο αντιφάσκει εκ νέου προς την έννοια της «ουσίας», αλλά επιπλέον αποδυναμώνει αισθητά και την ίδια τη θεμελιώδη οντική διάσταση (δηλαδή την αντικειμενική), περιορίζοντάς την έτσι στο εξαιρετικά εξευγενισμένο Ιδεατό και Πνευματικό Είναι. Κάτι που, για άλλη μια φορά, μας δείχνει τις πραγματικές πηγές της οντολογίας του και το μεταφυσικά ανώτερο επίπεδό της.

Και ακριβώς μέσω αυτής της οδού η διδασκαλία του περί δημιουργίας αναφέρεται σε έναν Θεό-Είναι που είναι πρωτίστως Μηδέν, και συνεπώς λαμβάνει σαφώς αποφατική μορφή. Επιπλέον, σε συνάφεια με αυτό, βρίσκεται η δική μας άποψη ότι πίσω από τον εμμενή και τον υπερβατικό Θεό (αμφότεροι ως Είναι) ο Böhme υπέθεσε μια «Αρχή» απολύτως όμοια με εκείνη που αναγνώρισε η νεοπλατωνική παγανιστική σκέψη, δηλαδή το απροσδιόριστο Έν.

Η τρίτη όψη της δυναμικής του οντολογίας συνίσταται στη διατύπωση μιας οντο-γενετικής που πρέπει, κατ’ αυτόν, να θεωρηθεί θεμελιώδης για την εξήγηση του «είναι»67. Αυτή προϋποθέτει ακριβώς ό,τι μόλις αναφέραμε, δηλαδή έναν ριζικά πρωταρχικό Θεό-Μηδέν από τον οποίο τα πάντα εκπορεύονται, και ο οποίος βαθμηδόν μετασχηματίζεται σε Ζωή, αφομοιώνοντας έτσι τη φύση του προς εκείνη των οντο-μορφοποιών δυνάμεων-δυνατοτήτων-ουσιών, μεταξύ των οποίων κυρίως το πυρ68. Πρόκειται για εκείνη την «προ-οντολογία» για την οποία ήδη μιλήσαμε. Και έτσι ο Θεός θα παρουσιασθεί στη Φύση ως «σπέρμα» και οργανική Ζωή. Με αυτόν τον τρόπο ο Θεός, ενδεδυμένος πλέον τη Φύση, θα εμφανισθεί ως το βαθύ γενεσιουργό κέντρο κάθε πράγματος.

Συνεπώς, στο πλαίσιο της οντο-δυναμικής του Böhme συγχωνεύονται αδιάρρηκτα οντολογία, Πνευματοκρατισμός και βιταλισμός.

Λοιπόν, πώς μπορούμε να κρίνουμε τον οντο-δυναμισμό της Stein σε σύγκριση με όλα αυτά;

Αυτό – καθόσον θεμελιώνεται αποκλειστικά στη δυναμική δύναμης-ενεργείας αριστοτελικού τύπου – είναι ασφαλώς μεταφυσικώς πολύ σημαντικό, διότι μας δείχνει μέσα στο «είναι» κάτι που στην πραγματικότητα ρέει διαρκώς. Επιπλέον, ανήκει ως προς αυτό και σε μια μεγάλη και ευγενή μεταφυσική παράδοση. Ωστόσο, το εύρος του βλέμματος της Stein πρέπει εδώ να υπήρξε σαφώς πολύ στενότερο από εκείνο του Böhme, ο οποίος, όπως είδαμε, αγκαλιάζει όψεις πολύ διαφορετικές μεταξύ τους.

Ειδικότερα, φαίνεται να λείπει από τη Stein η ικανότητα να διεισδύσει σε βάθος στις συνέπειες του οντο-δυναμισμού, δηλαδή να συναγάγει από αυτόν μια οντολογική θεώρηση υψίστως αποφατικού τύπου. Έτσι, στην πράξη έχασε τη δυνατότητα να εξέλθει μέσω αυτής της οδού και από μια θεολογική οντο-μεταφυσική περιορισμένη αποκλειστικά στην έννοια του Θεού-Είναι, ώστε να καταλήξει σε ένα ευρύτατο πεδίο σκέψης στο οποίο εμφανίσθηκαν χριστιανοί στοχαστές μεγάλης σημασίας, όπως για παράδειγμα ο Scoto Eriugena, ο Eckhart και ο Cusano.

Επομένως, παρότι αυτή εμπλέκει πολύ άμεσα τον Θωμά (και άρα τη χριστιανική θεολογία), η διδασκαλία δύναμης-ενεργείας στη Stein παραμένει τελικώς επιπεδωμένη επάνω σε εκείνη την καθαρά φυσιοκρατική (αν όχι υλιστική) του Αριστοτέλη. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή διορθώθηκε και διευρύνθηκε από έναν στοχαστή πολύ κοντινό προς αυτήν, δηλαδή τον Przywara, ο οποίος έδωσε ένα εντελώς διαφορετικό και πολύ πλουσιότερο σε σημασίες πρόσωπο στη γυμνή μετάβαση από το Ιδεατό Είναι (δύναμη, ή δυνατό Είναι) στο Πραγματικό Είναι (ενέργεια, ή πραγματοποιημένη Δυνατότητα). Δεν είναι τυχαίο ότι ο γερμανός στοχαστής προσέδωσε στη δυναμική δύναμης-ενεργείας μια κάθετη και όχι μόνο οριζόντια διάσταση. Και επομένως της έδωσε ένα βάθος είναι το οποίο δεν είχε ούτε στον Αριστοτέλη ούτε στη Stein.

Λοιπόν, ακριβώς έτσι, δηλαδή δι-διαστασιακή, υπήρξε η δυναμιστική οντολογία του Böhme, θέτοντας τη Θεία Αρχή (όχι εμμενή αλλά υπερβατική, και άρα τοποθετημένη στην απαρχή του κάθετου άξονα και όχι του οριζόντιου) στη ρίζα κάθε κινήσεως του Είναι.


Σημειώσεις:


Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ (2)

  Συνέχεια από Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]

ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΑΣΗ
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΟΛΙΚΗΣ ΕΚΛΕΙΨΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΕΓΑ ΕΣΤΙ. ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΗΡΩΙΚΗΣ ΜΑΘΗΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΑΝΟΙΞΟΥΜΕ ΜΙΑ ΔΙΕΞΟΔΟ. 
ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΛΙΓΗ ΥΠΟΜΟΝΗ. .

...........Εάν ο Δημιουργός είναι το Αρχέτυπο της Δημιουργίας, δεν θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στην δημιουργία μία εικόνα, έστω και μακρυνή, της Τριαδικής ενότητος του Πρωταρχικού Είναι; Και δεν θα ήταν δυνατόν, ξεκινώντας από αυτό να φτάσουμε σε μία βαθύτερη κατανόηση του πεπερασμένου Είναι;
Είναι δυνατόν να αποδειχθεί Ιστορικά, πως η προσπάθεια να ερμηνευθεί λογικά το δόγμα της αποκεκαλυμμένης Αγίας Τριάδος οδήγησε στην μορφοποίηση των φιλοσοφικών εννοιών τής υποστάσεως και του προσώπου. Με αυτές τις έννοιες φτάσαμε σε κάτι ουσιώδες, όχι μόνον στην κατανόηση του Τριαδικού Θεού, αλλά επίσης και του ανθρωπίνου Είναι και του κόσμου τής πραγματικότητος. Ξεκινώντας από αυτό το σημείο, προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε την Αποκάλυψη για να γνωρίσουμε το πεπερασμένο Είναι.
Τα δεκαπέντε βιβλία «Περι Τριάδος» του Αυγουστίνου μπορούν να υπολογισθούν θεμελιώδη για όλη την υπόλοιπη Τριαδολογική θεολογία. Σ’αυτό το έργο, ο Αυγουστίνος προσπαθεί κατ’αρχάς να εμβαθύνει και να ξεκαθαρίσει το περιεχόμενο της αποκαλύψεως, και κατ’επέκτασιν να ανοίξει στον Νού δρόμους και τρόπους για την κατανόησή της! Η δογματική τονίζει την ενότητα της ουσίας στα τρία πρόσωπα: είναι απολύτως ίσα και συστήνουν έναν μόνο Θεό. Αυτό που τα διαφοροποιεί είναι οι σχέσεις: ο Πατήρ γεννά τον Υιό και το Άγιο πνεύμα εκπορεύεται από την πνοή τού Πατρός και του Υιού. Σ’αυτό το γεγονός προστίθεται η διαφορά, στην εμφάνιση μέσα στον χρόνο, του Δευτέρου και Τρίτου προσώπου. Μόνον ο Υιός εγεννήθη εκ της Παρθένου, σταυρώθηκε, πέθανε και θάφτηκε, μόνον το Άγιο Πνεύμα εμφανίστηκε με την μορφή της περιστεράς και της φλόγας. Αυτές οι φανερώσεις δεν πρέπει νά ταυτίζονται με τα πρόσωπα, οι διαφορές τους επομένως δεν είναι και διαφορές των προσώπων, αλλά σημεία της διαφορετικότητός των. Συγκεκριμένα, η πρόσληψη της ανθρώπινης φύσεως στην ενότητα του προσώπου του Χριστού προϋποθέτει την διάκριση στα ίδια τα Θεία πρόσωπα. Είναι πάρα πολύ δύσκολο για μας να κατανοήσουμε τις διαφορές ανάμεσα στα πρόσωπα, και θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε χωρίς φόβο, πως είναι για μας ακατανόητες.Εάν τοποθετήσουμε την διαφορά των προσώπων στις σχέσεις, πρέπει νά’χουμε υπ’όψιν πως ο όρος σχέση δεν έχει το ίδιο νόημα που έχει για τα πεπερασμένα πράγματα. Ο Αυγουστίνος προσπαθεί να το ξεκαθαρίσει, αποδεικνύοντας πως σ’αυτήν την περίπτωση οι σχέσεις δεν είναι ούτε ουσία, ούτε συμβεβηκότητα. Δεν είναι ουσιώδεις, διότι όλα όσα είναι ουσιώδη στον Θεό (δηλ. ανήκουν στην ουσία) είναι της ουσίας, δηλ. όλα εκτός από τις σχέσεις, ισχύουν και για τα τρία πρόσωπα και για το καθένα χωρίς καμμία προσοχή πρός τα άλλα, ενώ αυτό δεν είναι δυνατόν να ειπωθεί για τα ονόματα των Θείων προσώπων. [Καθ’εαυτό μπορούμε να ονομάσουμε «Πατέρα» κάθε Θείο πρόσωπο, στην σχέση Του με όλους τους Υιούς του Θεού. Καθένα από τα τρία πρόσωπα θα μπορούσε να ονομασθεί Άγιο Πνεύμα, διότι καθένα είναι πνεύμα και καθένα είναι Άγιο. Αλλά «Υιός» μπορεί να ονομασθεί μόνον το δεύτερο πρόσωπο, και «Δώρο» μόνον το Τρίτο.]
Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΟΚΛΥΨΕΙ ΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ. ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΑΥΤΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΤΕΛΕΙΑ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ.
π. Γεώργιος Καψάνης

Ὁ Θεός δέν εἶναι μόνο οὐσία, ὅπως νομίζουν οἱ Δυτικοί, ἀλλά εἶναι καί ἐνέργεια. Ἐάν ὁ Θεός ἦταν μόνο οὐσία, δέν θά μπορούσαμε νά ἑνωθοῦμε, νά κοινωνήσουμε μαζί Του, διότι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι φοβερή καί ἀπρόσιτη στόν ἄνθρωπο, κατά τό «οὐ γάρ μή ἴδῃ ἄνθρωπος τό πρόσωπόν μου καί ζήσεται» (Ἔξ. λγ΄, 20).
Ὁ Θεός, ὅπως λέγουν χαρακτηριστικά οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἐμφορεῖται ἀπό μία ἁγία ἀγἀπη, ἕνα ἅγιο ἔρωτα γιά τά πλάσματά Του. Ἀπό αὐτήν τήν ἄπειρη καί ἐκστατική ἀγάπη Του ἐξέρχεται ἀπό τόν Ἑαυτό του καί ζητεῖ νά ἑνωθεῖ μαζί τους. Τοῦτο ἐκφράζεται καί πραγματοποιεῖται μέ τήν ἐνέργειά του, ἤ καλλίτερα μέ τίς ἐνέργειές Του.

Μέ τίς ἄκτιστες αὐτές ἐνέργειές Του ὁ Θεός δημιούργησε τόν κόσμο καί συνεχίζει νά τόν συντηρεῖ.
Δίδει οὐσία καί ὑπόσταση στόν κόσμο μας μέ τίς οὐσιοποιητικές ἐνἐργειές Του.
Εἶναι παρών στήν φύση καί συντηρεῖ τό σύμπαν μέ τίς συντηρητικές ἐνἐργειές Του.
Φωτίζει τόν ἄνθρωπο μέ τίς φωτιστικές του ἐνέργειες.
Τόν ἁγιάζει μέ τίς ἁγιαστικές ἐνἐργειες.
Τόν θεώνει, τέλος, μέ τίς θεωτικές ἐνέργειές του.
Ἄρα μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του ὁ Ἅγιος Θεός μπαίνει στήν φύση, στόν κόσμο, στήν ἱστορία, στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων.[ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ. ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ, ΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ, ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ, ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΡΩΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ... ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟ. ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΟΡΘΩΝΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ. ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ, ΣΤΑ ΕΣΧΑΤΑ ΘΑ ΑΝΑΣΤΗΘΟΥΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΑΙΩΝΟΣ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ!!!]

ΟΜΩΣ ΣΤΟ ΜΕΤΑΞΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΘΙΣΤΑΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΗ ΠΡΟΣΩΠΑ.

...Είναι δε ακριβώς η σημασία της ίδιας της δημιουργίας, το γεγονός πως το κτίσμα δεν μπορεί να είναι ούτε μία τέλεια εικόνα, αλλά μόνον μία «μερική», μία ακτίνα «αντικατοπτρισμού»: Ο Θεός, ο Αιώνιος, ο Άκτιστος και Άπειρος δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα πράγμα ταυτόσημο με τον ίδιο, διότι δεν μπορεί να υπάρξει ένα δεύτερο Αιώνιο Είναι, Άκτιστο και Άπειρο. Σύμφωνα με τον Ακινάτη λοιπόν, αυτή η αναλογική χρήση επεκτείνεται και στο πρωταρχικό νόημα της λέξης ΠΡΟΣΩΠΟ, με την οποία δείχνονται οι ρόλοι μίας θεατρικής παραστάσεως. Σ’αυτή την σημασία το όνομα πρόσωπο δεν ανήκει στον Θεό σύμφωνα με την ετυμολογία του, αλλά σύμφωνα με την σχέση με κείνο που πρέπει να εκφράσει. «Επειδή στις κωμωδίες και στις τραγωδίες αναπαριστώντο διάσημες προσωπικότητες, το όνομα 'πρόσωπο' επιβλήθηκε για να σημάνει υποκείμενα με αξιοπρέπεια... Γι’αυτό μερικοί ορίζουν το πρόσωπο σαν μία «υπόσταση σημαδεμένη από μία ποιότητα και συνδεδεμένη με την αξιοπρέπεια» (proprietate distincta ad dignitatem pertinente). Και επειδή είναι αξιοπρεπέστατο να υπάρχεις σαν υποκείμενο μίας λογικής φύσεως, γι’αυτό, όπως ελέχθη, κάθε άτομο μία τέτοιας φύσεως ονομάσθηκε πρόσωπο. Αλλά η αξιοπρέπεια της Θείας Φύσεως υπερβαίνει κάθε αξιοπρέπεια, και γι’αυτό στον Θεό ανήκει σε ανώτατο βαθμό το όνομα ΠΡΟΣΩΠΟ.
ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΗΓΑΓΑΝ ΟΙ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΙΟ ΕΡΩΤΑ ΠΟΥ ΕΞΗΓΕΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ, ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΧΑΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΕΙ ΣΤΙΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΑ ΟΠΟΥ ΔΙΔΑΧΘΗΚΑΝ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟ ΠΑΤΕΡΑ. ΜΕΡΙΚΟΙ ΕΝΩΣΑΝ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ , ΜΕΣΩ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΩΝ, ΜΕ ΤΟΝ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΟ ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟ. ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ! ΤΑ ΛΕΜΕ ΣΤΑ ΕΣΧΑΤΑ ΠΑΛΙ. ΣΤΟ ΜΕΤΑΞΥ ΟΛΟ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΜΑΣ ΦΤΑΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ. ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ.

Πρόσωπο, στο παραπάνω απόσπασμα του Ακινάτη, είναι η πιό περιορισμένη έννοια. H νόηση είναι η συγκεκριμένη διαφορά. Εάν θα θέλαμε να σταθούμε ακόμη περισσότερο στις διαφορές σημασίας των όρων res, subsistentia, hypostasis, δέν θα μπορούσαν να ονομασθούν υποστάσεις τα Θεία πρόσωπα, διότι δέν χρησιμεύουν σαν υπόβαθρο σε συμβεβηκότα. Παρ’όλα αυτά είχε επικρατήσει να χρησιμοποιείται κοινώς η υπόσταση με την σημασία τής υπάρξεως, τού υφίσταμαι. Και μ’αυτή την σημασία είναι αλήθεια και για τα Θεία πρόσωπα. Πρέπει όμως να προσέξουμε τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνει κατανοητός ο όρος υποκείμενο (subsistere). Ο Ακινάτης λέει: αυτό που είναι εις εαυτόν, όχι σε άλλο. Εάν θέλουμε να το κατανοήσουμε σαν «αυτονομία», αυτό δέν θα ανταποκρινόταν στα Θεία πρόσωπα, διότι κανένα απο αυτά δέν μπορεί να είναι χωρίς τα άλλα και χωρίς την ουσία που είναι κοινή σε όλα, παρότι είναι διακριτά το ένα απο το άλλο και απο την Θεία ουσία;;;;. Προηγουμένως μεταφράσαμε την υπόσταση σαν υπόβαθρο, σαν υποστήριγμα. Όμως ο όρος υπόβαθρο (suppositum) χρησιμοποιήθηκε ήδη δύο φορές με δύο σημασίες οι οποίες δέν συμπίπτουν με εκείνη που απαιτείται εδώ: ορίσαμε το πράγμα υπόβαθρο μίας καθολικής φύσεως, και υποστήριγμα των ιδιοτήτων της. Και οι δύο αυτές σημασίες δέν ταιριάζουν στα Θεία πρόσωπα. Δέν υπάρχουν σ’αυτά ιδιότητες (διακεκριμένες από τήν ουσία) καί επιπλέον η Θεία ουσία δέν είναι μία καθολική Φύσις, η οποία εξατομικεύεται στα πρόσωπα, αλλά είναι κάτι μοναδικό και ξεχωριστό, που είναι κοινό σ’αυτά. Είναι ακριβώς η μία Θεία και αδιαίρετη ουσία που «φέρεται» απο τα πρόσωπα, και τα πρόσωπα λειτουργούν σαν υποστήριγμα. Αυτή η έννοια του υπόβαθρου της ουσίας μοιάζει πολύ πλούσια σε σημασία για την δομή κάθε όντος. Σ’αυτή ακριβώς πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας για να κατανοήσουμε την Αγία Τριάδα.

Δέν εξετάσαμε σ’αυτή την περίπτωση μία διαφορετική ύλη σαν υπόστρωμα μίας ουσιωδούς καθολικής μορφής, για να διακρίνουμε τα πρόσωπα το ένα απο το άλλο (όπως στην περίπτωση των σωματικών όντων), ούτε μία διαφορετικότητα περιεχομένου διακεκριμένων μορφών, που υποστηρίζουν διαφορετικές ιδιότητες (όπως στα καθαρά δημιουργημένα πνεύματα) : η πνευματικότης ή ενότης και η απλότης της Θείας ουσίας δέν επιτρέπουν άλλες δυνατότητες, παρά μόνον εκείνη του υποστηρίγματος απολύτως στερημένου ύλης και περιεχομένου, το οποίο είναι μόνον υποστήριγμα, κενή μορφή της ουσιώδους πληρότητος. Βρεθήκαμε μπροστά σ’αυτή την κενή μορφή του υποστηρίγματος σε πολλές και διαφορετικές περιπτώσεις. Το καθαρό Εγώ μάς φάνηκε σάν το υποστήριγμα των περιεχομένων της εμπειρίας, το πρόσωπο (το πεπερασμένο) σαν υποστήριγμα της ιδιαιτερότητός του, η μορφή του πράγματος σαν υποστήριγμα τής πληρότητος τού περιεχομένου του, καί τέλος στήν πιό καθολική του εννοιολόγηση τού όντος σαν τέτοιου, το «αντικείμενο» ή το «κάποιο πράγμα» σαν υποστήριγμα τού Είναι.
Τώρα λοιπόν πιστεύουμε πώς έχουμε φτάσει στο αρχέτυπο αυτών των διαφορετικών μορφών υποστηρίγματος και στην δυνατότητα κατανοήσεως της σχέσεως των μ’αυτές και μεταξύ τους. Και παρ’ολα αυτά βρισκόμαστε ακόμη απέναντι στο γεγονός πώς ανάμεσα στο αρχέτυπο και στο αντίγραφο υπάρχει μία άπειρη απόσταση. Αυτή η απόσταση όμως και η αδυναμία συλλήψεως του αρχετύπου, δέν αφαιρούν τίποτε απο το γεγονός πώς η σημασία του αντιγράφου προσδιορίζεται βάσει αυτού. Η αντίθεση ανάμεσα σε μία μοναδική ουσία και σε τρία πρόσωπα αναγκάζει να χωρίσουμε την κενή μορφή, αλλά ακριβώς σ’αυτή την περίπτωση μορφή και πληρότης συνιστούν μία αδιαχώριστη ενότητα. Τα βρίσκουμε ενωμένα βεβαίως και σε άλλες περιπτώσεις: κάθε όν π.χ. είναι μορφή πεπληρωμένη ή πληρότης που διαθέτει μορφή. Όμως και πάλι η ξεχωριστή μορφή δέν είναι σταθερώς δεμένη στην πληρότητα της : υπάρχουν μερικές μεταλλάξεις περιεχομένου, και υπάρχει επίσης, σαν υπέρτατο όριο, μετάλλαξη της ουσίας, του ουσιώδους, στην περίπτωση κατά την οποία το υποστήριγμα παραμένει, αλλά λαμβάνει μίαν άλλη ουσία. Στον Θεό δέν υπάρχει ούτε μεταμόρφωση ούτε μετάλλαξη. Μορφή και πληρότης είναι ενωμένα αδιαιρέτως. Δέν είναι δυνατόν να σκεφτούμε καμμιάν άλλη πληρότητα που είναι δυνατόν να παρεμβληθεί σ’αυτή την μορφή ούτε άλλη μορφή που να μπορεί να περιλάβει αυτή την πληρότητα.
2. ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑ.
Ερευνώντας την σημασία του Είναι φτάνουμε αμέσως στο πρώτο Είναι: σ’αυτό το ίδιο το Είναι, στην προσωπική του παρουσία, μάλιστα δέ σε τρία πρόσωπα. Για να κατανοήσουμε την πρόοδο αυτή, όσο αυτό είναι δυνατόν και για να φτάσουμε μέσω του πρώτου Είναι σε μία νέα κατανόηση του πεπερασμένου Είναι, προσπαθήσαμε να ξεκαθαρίσουμε τί πράγμα εννοείται με τον όρο πρόσωπο. Άλλά το πρόσωπο καθεαυτό, και επομένως το πρώτο όν παραμένει σκοτεινό όσο δέν κατορθώνουμε να ξεκαθαρίσουμε, περισσότερο απο όσο το έχουμε πετύχει μέχρι στιγμής, την ουσία του πνεύματος. Θεωρήσαμε πνευματικό το Θείο Είναι. Και ορίζοντας το πρόσωπο σαν το υπόβαθρο μίας λογικής φύσεως, εκφράσαμε ταυτοχρόνως και την πνευματική του φύση, διότι πνεύμα και νόηση φαίνονται να είναι αδιαχώριστα και αμοιβαίως εννοούμενα. Αλλά τί πράγμα σημαίνει πνεύμα; Το πνευματικό μπορεί να ορισθεί σαν αδιάστατο και άϋλο. Έχει μία εσωτερικότητα απολύτως αδιάστατη, χωρίς έκταση, η οποία παραμένει «αυτή», έχοντας την καταγωγή της απο τον εαυτό της. Αυτή η έξοδος απο τον εαυτό είναι ουσιώδης για το πνεύμα. Είναι η πλήρης «απώλεια του εαυτού» ή κένωση! Όχι βεβαίως με την έννοια πώς δέν έχει έναν εαυτό, αλλά με την έννοια πώς προσφέρει ολοκληρωτικώς το Είναι του χωρίς να το χάνει. Σ’αυτό το δόσιμο φανερώνεται ολοκληρωτικώς σε αντίθεση με την κρυμμένη φύση της ψυχής. Σ’αυτό το ανεπιφύλακτο δόσιμο των Θείων προσώπων, στο οποίο κάθε πρόσωπο χάνει ολοκληρωτικώς την ουσία του παρότι την διατηρεί αναλλοίωτη, κάθε πρόσωπο είναι ολοκληρωτικώς αυτό και είναι και στα άλλα. Μ’αυτό τον τρόπο έχουμε μπροστά μας το πνεύμα στην πιό πλούσια και τέλεια πραγματοποίηση. Η Τριαδική θεότης είναι το αληθινό «Βασίλειο του πνεύματος» το «υπέργειο» καθεαυτό. Η πνευματικότης ή το δώρο του πνεύματος των κτισμάτων σημαίνει μία «ανύψωση» σ’αυτό το Βασίλειο, παρότι με μία σημασία και έναν τρόπο διαφορετικό.
Παρ’όλα αυτά και οι άλλες θεμελιώδεις μορφές τού είναι έχουν εδώ στο Βασίλειο τού πνεύματος το αρχέτυπό τους. Διότι δέν μπορεί να είναι διαφορετικά τα πράγματα εάν το βασίλειο του πνεύματος συμπίπτει με το πρώτο Είναι και κάθε Είναι σημαίνει μία συμμετοχή στο πρώτο Είναι, ότι κατάγεται απο αυτό και σ’αυτό έχει προνοηθεί. Εάν ονομάζουμε «ζωντανό» ένα όν που έχει την ουσία του σε μία μορφή η οποία γεννήθηκε έξω απο αυτή, πρέπει να πούμε πώς ο Θεός έχει ένα αληθινό σώμα (φυσικά δέν έχει υλικό σώμα, αλλά πνευματικό), καθότι διαθέτει την πληρότητα της ουσίας του σε ενεργητική μορφή, φανερωμένη και ξεκάθαρη και παρά την απειρία του, η οποία συνάπτεται εις εαυτόν, μπορούμε να πούμε πώς τελικώς έχει τα πάντα στα χέρια του. Εδώ δέν υπάρχει τίποτε «πρό-πραγματικό», τίποτε που να περιμένει την μορφοποίησή του. Και παρ’όλα αυτά και η ψυχή καθότι δημιουργική, πηγή της ζωής έχει το αρχέτυπο της στον Θεό, διότι η Θεία ζωή δημιουργείται αιωνίως απο τον εαυτό της, και ξεπηδά απο την δική της πηγή. Εάν ήταν ψυχρή και ακίνητη δέν θα ήταν ζωή. Ενώ είναι η ζωή-όλη η γήϊνη ζωή δέν είναι παρα μιά μακρυνή εικόνα της. Οι τρείς βασικές μορφές του πραγματικού είναι, δέν θα έπρεπε στην ενότητα τους να είναι σε πάρα πολύ στενή σχέση με την Τριάδα; Στον Πατέρα, τον πρώτο δημιουργό, απο τον οποίο κατάγεται το πάν, ο οποίος είναι μόνον για τον εαυτό του, θα αντιστοιχούσε το Είναι της ψυχής. Στον Υιό καθώς είναι ουσιώδης μορφή γεννημένη θα αντιστοιχούσε το σωματικό Είναι. Η ελεύθερη και αδιάφορη πτήση θα άξιζε μάλλον το όνομα του πνεύματος, όμως με μία ιδιαίτερη σημασία. Έτσι θα είχαμε και εμείς στο πεδίο του πραγματικού Είναι μία ανάπτυξη του Ενός και Τριπλού Είναι.
Με ποιά σχέση υπάρχουν πνευματικότης και προσωπικότης; Σαν πρόσωπο εννοήσαμε το υποστήριγμα της ουσίας και για την ακρίβεια την υποστήριξη μίας λογικής φύσεως. Το έλλογο διακρίνει την προσωπικότητα απο την υπόσταση καθότι υποστήριγμα της ουσίας στην πλατειά της, ευρεία της σημασία. Εάν ανάμεσα σε πρόσωπο και υπόσταση υπάρχει μία αληθινή διαφορά και πρέπει να είναι έτσι όταν μία άδεια μορφή και η πληρότητα της δέν ενώνονται μόνον εξωτερικώς, αλλά εμπλέκονται ουσιωδώς-τότε λοιπόν όχι μόνον η φύσις αλλά και ο φορέας του προσώπου, πρέπει να είναι ιδιαίτερος. Καθορίσαμε το ΕΓΩ υποστήριγμα της ζωής του: απο αυτό ξεπηδά η εσωτερική ζωή (σε αντίθεση με την ζωή η οποία φανερώνεται απ’έξω στην υλική δομή των ζωντανών όντων ), η οποία ζεί σ’αυτή την ζωή και την ζεί σαν δικής της.
Είναι ξεκάθαρο πάντως ότι φέρω, δέν έχει την ίδια σημασία που έχει όταν χρησιμοποιείται σε ένα πράγμα που φέρει μία ουσία. Η ζωή δέν φέρεται μόνον, αλλά η «μεταφορά» η ίδια είναι ζωή και αυτή η ίδια εμπλέκει ένα όν εσωτερικό του εαυτού του, που δέν είναι αναγκαίως μία γνώση του εαυτού του, αλλά ούτε και συναίσθηση απο την οποία μπορεί να ξεκινήσει μία εννοιολογική γνώση. ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΟΙΠΟΝ ΜΙΑ ΖΩΗ ΤΟΥ ΕΓΩ ΜΕ ΕΝΑ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟ «ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΕΙΝΑΙ» ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΜΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΓΝΩΣΗ Ή ΜΕ ΜΙΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ. Και γι’αυτό δέν μπορούμε να μιλήσουμε εδώ ούτε για «αίσθηση» ούτε για λογική. Διότι μιλούμε για λογική όταν κυριαρχώντας μία εσωτερική νομιμότητα του Είναι, αυτή γίνεται κατανοητή. Στην περίπτωση κατά την οποία ένα όν ρυθμίζεται απο έναν νοερό νόμο και συμπεριφέρεται συμμορφωνόμενο πρός αυτόν αλλά δέν μπορεί να τον κατανοήσει, τότε μιλάμε για κρυφή νόηση. Ένα όν είναι λογικό εφ’όσον μπορεί να κατανοήσει τους δικούς του νόμους και είναι εις θέσιν να συμμορφώσει την συμπεριφορά του σ’αυτούς τους νόμους. Γι’αυτό αυτό το όν είναι έλλογο, σαν δώρο του κατανοείν και της ελευθερίας, σαν δώρο που τού επιρτέπει να ρυθμίσει απο μόνο του την συμπεριφορά του. Εάν το προσωπικό Είναι εμπλέκει το Είναι το οποίο είναι προικισμένο με λογική, το πρόσωπο καθεαυτό πρέπει να κατέχει νόηση και ελευθερία. Και έτσι φτάνουμε στην διάκριση ανάμεσα στο Εγώ και στο ΠΡΟΣΩΠΟ. Δέν έχει κάθε ΕΓΩ την ανάγκη να είναι πρόσωπο, ενώ αντιθέτως κάθε πρόσωπο πρέπει να είναι ένα ΕΓΩ:
Πρέπει δηλ. να έχει εντός του το Είναι του, γιατί αυτό είναι το χαρακτηριστικό κάθε όντος προικισμένου με λογική. Είναι σημαντικό, σχετικά μ’αυτό το θέμα, να κατανοήσουμε καλώς τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο «φέρεται» το όν πρόσωπο. Εάν είναι χαρακτηριστικό του ΕΓΩ σαν τέτοιου η ζωή να ξεπηδά απο αυτό και αυτό να διαθέτει αυτή την ζωή, το ΕΓΩ πρόσωπο, ή το προσωπικό ΕΓΩ πρέπει να κατανοεί την ζωή του και πρέπει να μπορεί να την διαθέτει ελευθέρως αφ’εαυτού. Επομένως μπορούμε να κατανοήσουμε πώς ο Θεός, ο οποίος μορφώνει την ζωή του αφ’εαυτού σε τέλεια ελευθερία και ο οποίος είναι όλος Φώς (στο οποίο τίποτε δέν είναι κρυφό), πρέπει να είναι ΠΡΟΣΩΠΟ με την πιό υψηλή σημασία του Όρου. Επειδή όμως η προσωπική ζωή είναι μία έξοδος απο τον εαυτό και ταυτοχρόνως μία παραμονή εις εαυτόν και αυτά ακριβώς είναι τα χαρακτηριστικά του πνεύματος, το Πρόσωπο πρέπει να είναι και πνευματικό. Θα πρέπει όμως ακόμη να αναρωτηθούμε εάν το να είμαστε πρόσωπο και να είμαστε πνεύμα συμπίπτουν: εάν είναι κάν κατανοητό ένα απρόσωπο πνευματικό όν. Και εάν αυτό, του οποίου το πρόσωπο λειτουργεί σαν φορέας πρέπει να είναι αναγκαίως καθαρό πνεύμα. Αυτό το πρόβλημα εξάλλου βρίσκεται σε σχέση με το άλλο, δηλαδή πώς το πρόσωπο είναι υποστήριγμα της ουσίας του. Κατανοώντας το πρόσωπο σαν Εγώ και το ΕΓΩ σαν υποστήριγμα της ζωής του, χαρακτηρίσαμε τον τρόπο με τον οποίο το πρόσωπο υποστηρίζει την ζωή του. Στον Θεό δέν υπάρχει καμμία διάκριση ανάμεσα στην ζωή και στην ουσία – όπως δέν υπάρχει και ανάμεσα στο Είναι και στην Ουσία. Εκεί όμως όπου η ζωή και η ουσία δέν συμπίπτουν, ο φορέας του Ενός, και του άλλου, θα έχουν διαφορετικές σημασίες.

(Συνεχίζεται)
Σχόλιο: ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΟΙΠΟΝ ΜΙΑ ΖΩΗ ΤΟΥ ΕΓΩ ΜΕ ΕΝΑ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟ «ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΕΙΝΑΙ» ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΜΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΓΝΩΣΗ Ή ΜΕ ΜΙΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ.
Αυτή την μικρή πρόταση περιμέναμε να συναντήσουμε τόσο καιρό. Αυτή η πρόταση σημαίνει πώς το διάσημο υποκείμενο το οποίο στηρίζει την μετανεωτερικότητα και υποχρεώνει την Νεορθοδοξία να μεταρρυθμίσει ολόκληρη την Εκκλησία, στηρίζεται στην ΓΝΩΜΗ  την οποία εκλεπτύνει. 
Αμέθυστος
Από το “Ημερολόγιο” του Αλεξάνδρου Σμέμαν
«Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου, 1980

Γενικά, νιώθω όλο και πιο αποξενωμένος, απομακρυσμένος απ’ όσα έχω να κάνω. Παίζω όλους μου τους ρόλους – Σεμινάριο, θεολογία, Εκκλησία, Ρώσοι εμιγκρέδες, αλλά κυριολεκτικά «ρόλους». Δεν ξέρω πώς ν’ αποτιμήσω αυτούς τους ρόλους, τί είναι. Ίσως απλή τεμπελιά, ίσως κάτι βαθύτερο. Για να είμαι τίμιος, δεν γνωρίζω. Το μόνο που ξέρω είναι πως αυτή η αποξένωση δεν με κάνει δυστυχισμένο. Ουσιαστικά είμαι αρκετά ευχαριστημένος με τη μοίρα μου και δεν θα ήθελα κάποια άλλη. Κατά κάποιο τρόπο, μου αρέσει ο καθένας απ’ αυτούς τους ρόλους, ο καθένας απ’ αυτούς τους κόσμους, και μάλλον θα έπληττα αν τους στερούμουν. Αλλά δεν μπορώ να ταυτιστώ μαζί τους. Σκέφτομαι χονδρικά ως εξής: έχω μια εσωτερική ζωή, αλλά η πνευματική μου κρατιέται χαμηλά. Ναι, έχω πίστη, αλλά με ολοκληρωτική απουσία ενός προσωπικού μαξιμαλισμού, τον όποιο τόσο προφανώς απαιτεί το Ευαγγέλιο.

Απ’ την άλλη πλευρά όλα όσα διαβάζω για την πνευματική ζωή, όλα όσα βλέπω στους ανθρώπους που τη ζουν, κάπως με ερεθίζουν. Τί συμβαίνει; Είναι αυτοάμυνα, είναι φθόνος γι’ αυτούς που τη ζουν, και γι’ αυτό μια επιθυμία να τη δυσφημίσω; Κατόπιν, τυχαία, διάβασα ένα απόσπασμα από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο για την ανάγκη να μισήσεις το σώμα σου, και αμέσως ένιωσα πως όχι μόνο ό,τι χειρότερο υπάρχει μέσα μου, αλλά και κάτι άλλο είναι που δεν συμφωνεί μ’ αυτό, που δεν το δέχεται.

Απλά ερωτήματα για μια απλή επίγεια ανθρώπινη ευτυχία: για τη χαρά που ξεπερνά τον φόβο του θανάτου• για τη ζωή στην οποία μας έχει καλέσει ο Θεός[ΟΧΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ]. για το γιατί και το πώς λάμπει ο ήλιος• για το ποιοι είναι οι ορίζοντες της Λαμπέλ, οι απαλοί λόφοι της που σκεπάζονται από δένδρα, ο απέραντος ουρανός της και οι λαμπρές ακτίνες του ήλιου. Απλά ερωτήματα!»

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Πεπερασμένο και αιώνιο Είναι 2

Η 1η ανάρτηση μέ τά περιεχόμενα στήν συνέχεια.

Πεπερασμένο και αιώνιο Είναι 2

Δοκίμιο μιας ανόδου προς το νόημα του Είναι

Edith Stein / Sr. Teresia Benedicta a Cruce


Πρόλογος

Το βιβλίο αυτό γράφτηκε από μια μαθητευόμενη για συνασκούμενους μαθητευόμενους. Η συγγραφέας, σε μια ηλικία κατά την οποία άλλοι μπορούν ήδη να τολμήσουν να αποκαλούν τον εαυτό τους διδάσκαλο, αναγκάστηκε να αρχίσει τον δρόμο της από την αρχή. Είχε διαμορφωθεί στη σχολή του Edmund Husserl και είχε γράψει μια σειρά από εργασίες σύμφωνα με τη φαινομενολογική μέθοδο. Αυτές οι πραγματείες είχαν δημοσιευθεί στο Jahrbuch του Husserl και έτσι το όνομά της έγινε γνωστό ακριβώς σε μια εποχή κατά την οποία είχε πάψει να εργάζεται φιλοσοφικά και δεν σκεφτόταν τίποτε λιγότερο από μια δημόσια δραστηριότητα. Είχε βρει τον δρόμο προς τον Χριστό και την Εκκλησία Του και ήταν απασχολημένη με το να αντλήσει από αυτό τις πρακτικές συνέπειες. Ως δασκάλα στο ίδρυμα εκπαίδευσης διδασκαλισσών των Dominikanerinnen στο Speyer της δόθηκε η δυνατότητα να γίνει οικεία με τον πραγματικό καθολικό κόσμο. Πολύ σύντομα έπρεπε να γεννηθεί η επιθυμία να γνωρίσει τα διανοητικά θεμέλια αυτού του κόσμου. Ήταν σχεδόν αυτονόητο ότι στράφηκε πρώτα στα συγγράμματα του αγίου Θωμά von Aquino. Η μετάφραση των Quaestiones disputatae de veritate άνοιξε τον δρόμο για την επιστροφή της στη φιλοσοφική εργασία.

Ο άγιος Θωμάς βρήκε σε αυτήν μια ευλαβική και πρόθυμη μαθήτρια — αλλά ο νους της δεν ήταν tabula rasa· είχε ήδη μια πολύ σταθερή διαμόρφωση που δεν μπορούσε να αρνηθεί τον εαυτό της. Οι δύο φιλοσοφικοί κόσμοι που συναντήθηκαν μέσα της απαιτούσαν μια αντιπαράθεση. Η πρώτη έκφραση αυτής της ανάγκης ήταν η μικρή συμβολή στον τιμητικό τόμο για τον Husserl: «Husserls Phänomenologie und die Philosophie des hl. Θωμά von Aquino», γραμμένη ακόμη κατά τη διάρκεια της εργασίας πάνω στις «Untersuchungen über die Wahrheit». Όταν η μετάφραση ολοκληρώθηκε και βρισκόταν στο τυπογραφείο, η απόπειρα μιας τέτοιας αντιπαράθεσης επιχειρήθηκε εκ νέου, αυτή τη φορά πάνω σε ευρύτερη αντικειμενική βάση. Το 1931 προέκυψε ένα εκτενές σχέδιο. Στο κέντρο βρισκόταν η διερεύνηση των εννοιών «Akt» και «Potenz»· σύμφωνα με αυτές επρόκειτο να ονομαστεί και το σύνολο του έργου. Μια διεξοδική αναθεώρηση — που ήδη τότε αναγνωρίστηκε ως αναγκαία — έπρεπε να αναβληθεί υπέρ άλλης επαγγελματικής εργασίας διαφορετικής φύσεως.

Αφού η συγγραφέας έγινε δεκτή στο τάγμα των Unbeschuhten Karmeliten (ξυπόλυτων Κερμελιτών) και ολοκλήρωσε το έτος του δοκιμαστικού της χρόνου, το 1935 έλαβε κατά το παρελθόν έτος από τους ανωτέρους της την εντολή να προετοιμάσει το παλαιό σχέδιο για εκτύπωση. Προέκυψε μια εντελώς νέα μορφή· από την παλαιά διατηρήθηκαν μόνο λίγα φύλλα (η αρχή του πρώτου μέρους). Η αφετηρία από τη θωμιστική διδασκαλία περί Akt–Potenz διατηρήθηκε — αλλά μόνο ως αφετηρία. Στο κέντρο βρίσκεται το ερώτημα περί του Sein. Η αντιπαράθεση μεταξύ της θωμιστικής και της φαινομενολογικής σκέψης πραγματοποιείται μέσα στην αντικειμενική επεξεργασία αυτού του ερωτήματος. Και επειδή και τα δύο — η αναζήτηση του νοήματος του Sein και η προσπάθεια για συγχώνευση της μεσαιωνικής σκέψης με τη ζωντανή σκέψη του παρόντος — δεν αποτελούν μόνο προσωπικό της μέλημα αλλά κυριαρχούν στη φιλοσοφική ζωή και γίνονται αισθητά από πολλούς ως εσωτερική ανάγκη, θεωρεί πιθανό ότι η δική της προσπάθεια θα μπορούσε να βοηθήσει και άλλους, όσο ανεπαρκής κι αν είναι.

Για αυτή την ανεπάρκεια έχει πλήρη επίγνωση. Είναι νεοεισερχόμενη στον σχολαστικισμό και μπορεί να προσπαθεί να αποκτήσει όσα της λείπουν σε γνώσεις μόνο πολύ σταδιακά και αποσπασματικά. Γι’ αυτό δεν θα μπορούσε να της περάσει από το νου να δώσει μια ιστορική παρουσίαση των ζητημάτων που εξετάζονται. Η αναφορά σε ήδη υπάρχουσες λύσεις αποτελεί πάντοτε μόνο αφετηρία για μια αντικειμενική διερεύνηση. Και αυτό δεν είναι μόνο ο δρόμος προς μεγαλύτερη αντικειμενική σαφήνεια — κανένα ανθρώπινο σύστημα σκέψης δεν θα είναι ποτέ τόσο τέλειο ώστε να μη χρειαζόμαστε πλέον άλλα — αλλά και ο δρόμος προς μια ζωντανή επαφή με τα πνεύματα του παρελθόντος και προς τη συνείδηση ότι, πέρα από όλους τους χρόνους και τα όρια των λαών και των σχολών, υπάρχει κάτι που είναι κοινό σε όλους όσοι αναζητούν ειλικρινά την αλήθεια. Αν αυτή η προσπάθεια συμβάλει κάπως στο να αφυπνίσει το θάρρος για μια τέτοια ζωντανή φιλοσοφική και θεολογική σκέψη, τότε δεν θα έχει υπάρξει μάταιη.

Ίσως από ορισμένες πλευρές τεθεί το ερώτημα σε ποια σχέση βρίσκεται το βιβλίο αυτό προς την Analogia entis του Pater Erich Przywara S.J. Πρόκειται πράγματι εδώ και εκεί για το ίδιο ζήτημα, και ο P. E. Przywara έχει επισημάνει στον πρόλογό του ότι οι πρώτες προσπάθειες της συγγραφέως για μια αντιπαράθεση μεταξύ Θωμά και Husserl υπήρξαν για εκείνον σημαντικές. Η πρώτη μορφή του βιβλίου της συγγραφέως και η οριστική μορφή της Analogia entis γράφτηκαν περίπου ταυτόχρονα· ωστόσο, της δόθηκε η δυνατότητα να δει τα προγενέστερα σχέδια της Analogia entis, και γενικότερα στα έτη 1925–1931 βρισκόταν σε ζωηρή ανταλλαγή σκέψεων με τον P. E. Przywara. Αυτή η ανταλλαγή άσκησε ασφαλώς καθοριστική επίδραση τόσο στη δική του όσο και στη δική της διατύπωση των ερωτημάτων. (Για την ίδια, επιπλέον, σήμαινε μια ισχυρή ώθηση για την επανάληψη της φιλοσοφικής εργασίας).

Από άποψη περιεχομένου, ο πρώτος τόμος της Analogia entis που δημοσιεύθηκε αποτελεί μια μεθοδικο-κριτική προεργασία για την επεξεργασία των ζητημάτων που αναλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο και τα οποία ο P. E. Przywara είχε προορίσει για τον δεύτερο τόμο του (Bewußtsein – Sein – Welt: συνείδηση-Είναι-κόσμος). Ωστόσο υπάρχει μια ορισμένη επικάλυψη, καθώς από τη μία πλευρά η αναλογία παρουσιάζεται ως ο θεμελιώδης νόμος που διέπει κάθε ον και γι’ αυτό πρέπει να είναι καθοριστικός και για τη μέθοδο, ενώ από την άλλη πλευρά η αντικειμενική έρευνα του όντος με κατεύθυνση προς το νόημα του είναι οδηγεί στην αποκάλυψη του ίδιου αυτού θεμελιώδους νόμου.

Οι έρευνες που διεξάγονται εδώ δεν καλύπτουν όλο το εύρος του προβληματισμού όπως αυτό αναπτύσσεται στην Analogia entis I. Η συνείδηση (Bewußtsein) αντιμετωπίζεται ως οδός πρόσβασης προς το ον και ως ιδιαίτερο γένος του είναι, αλλά δεν λαμβάνεται ως βάση σε όλη την έκταση η αμοιβαία αναφορά μεταξύ συνείδησης και αντικειμενικού κόσμου, ούτε εξετάζονται οι μορφές της συνείδησης που αντιστοιχούν στη συγκρότηση του αντικειμενικού κόσμου. Κατά τον ίδιο τρόπο, το νοητικό (Gedankliche) εισάγεται μόνο ως ένα γένος του όντος και η αμοιβαία αναφορά μεταξύ όντος και εννοιακής σύλληψης εξετάζεται μόνο περιστασιακά και όχι συστηματικά ως κύριο θέμα. Αυτό έγινε μέσα σε μια συνειδητή αυτοπεριοριστική στάση: αυτό που επιχειρείται εδώ είναι το περίγραμμα μιας διδασκαλίας περί του είναι (Seinslehre), όχι ένα σύστημα φιλοσοφίας. Το ότι η διδασκαλία περί του είναι εξετάζεται καθ’ εαυτήν προϋποθέτει ασφαλώς μια ορισμένη αντίληψη για τη σχέση της προς τη διδασκαλία των συγκροτητικών μορφών της συνείδησης (Bewußtsein) και προς τη λογική, η οποία θα μπορούσε να θεμελιωθεί επαρκώς μόνο μέσα σε μια πλήρη θεωρία της γνώσης και της επιστήμης.

Αν συγκρίνει κανείς τη μέθοδο που ακολουθήθηκε πράγματι σε αυτό το βιβλίο με εκείνη που απαιτείται στην Analogia entis I, τότε φαίνεται ότι εδώ η «ενδοϊστορική» σκέψη υποχωρεί μπροστά στην επιδίωξη της «υπεριστορικής αλήθειας». Υπάρχει όμως για την οδό που επέλεξε η συγγραφέας μια δικαιολόγηση σε αυτό που ο P. E. Przywara ονομάζει «κτιστή σκέψη»: διαφορετικός πνευματικός χαρακτήρας συνεπάγεται και διαφορετικότητα στην επιστημονική μέθοδο, και από την αμοιβαία συμπλήρωση των συμβολών που διαφορετικά πνεύματα μπορούν να προσφέρουν βάσει της μονομέρειας των χαρισμάτων τους προκύπτει η πρόοδος στην προσέγγιση της «υπεριστορικής αλήθειας».

Σε αυτές τις φυσικά καθορισμένες μονομέρειες ανήκει το γεγονός ότι για έναν στοχαστή ο προδιαγεγραμμένος δρόμος είναι να βρει την πρόσβαση στα «πράγματα» μέσω της εννοιακής μορφής που τους έχουν ήδη δώσει άλλα πνεύματα — η δύναμή του είναι η «κατανόηση» και η αποκάλυψη των ιστορικών συνάφειών· ενώ ένας άλλος, λόγω του πνευματικού του χαρακτήρα, καλείται σε άμεση έρευνα των πραγμάτων και φθάνει στην κατανόηση της ξένης πνευματικής εργασίας μόνο μέσω εκείνου που μπορεί να επεξεργαστεί ο ίδιος — αυτά τα πνεύματα καθορίζουν (ως μεγάλοι δάσκαλοι ή μικροί εργάτες) την «πρωτοϊστορία», δηλαδή το γεγονός στο οποίο αναφέρεται κάθε ιστορία του πνεύματος. Ο δεύτερος αυτός τύπος πνεύματος είναι εκείνος όλων των γεννημένων φαινομενολόγων. Σύμφωνα με αυτό, είναι αναμενόμενο ότι ο δεύτερος τόμος της Analogia entis, όταν κάποτε δημοσιευθεί, με την ευρεία του «ενδοϊστορικότητα» θα προσφέρει μια ουσιαστική συμπλήρωση στις έρευνες αυτού του βιβλίου, όπως ήδη ο πρώτος τόμος παρέχει σε ορισμένα ερωτήματα.

Θεμελιώδης συμφωνία υπάρχει στην αντίληψη της σχέσης μεταξύ Schöpfer και Geschöpf, καθώς και στη σχέση μεταξύ φιλοσοφίας και θεολογίας· για το δεύτερο ζήτημα θα πρέπει πάντως να γίνει αργότερα μια ακόμη παρατήρηση. Κοινή και στα δύο βιβλία είναι επίσης μια στάση απέναντι στον Aristoteles και τον Plato που δεν αποδέχεται ένα Entweder – Oder, αλλά επιχειρεί μια λύση που αποδίδει δικαιοσύνη και στους δύο· παρόμοια και για τον αγ. Αυγουστίνο και τον αγ. Θωμά.

Ίσως, μπροστά σε ορισμένα συμπεράσματα αυτού του βιβλίου, προκύψει το ερώτημα γιατί η συγγραφέας δεν προσκολλήθηκε, αντί στον Aristoteles και τον Θωμά, στον Πλάτωνα, στον Αυγουστίνο και στον Duns Scotus. Σε αυτό μπορεί να απαντηθεί μόνο ότι πράγματι ξεκίνησε από τον Θωμά και τον Aristoteles. Αν η αντικειμενική διερεύνηση οδήγησε σε ορισμένους στόχους που ίσως θα μπορούσε να επιτύχει γρηγορότερα και ευκολότερα από μια άλλη αφετηρία, αυτό δεν αποτελεί λόγο να αρνηθεί εκ των υστέρων τον δρόμο που ακολούθησε. Μπορεί μάλιστα να συμβεί ώστε ακριβώς τα εμπόδια και οι δυσκολίες μέσα από τα οποία χρειάστηκε να αγωνιστεί σε αυτή την πορεία να αποδειχθούν χρήσιμα και για άλλους.

Τέλος, πρέπει να ειπωθεί ακόμη μια λέξη για τη σχέση αυτού του βιβλίου με τις σημαντικότερες προσπάθειες θεμελίωσης της μεταφυσικής που πραγματοποιήθηκαν στην εποχή μας: με την υπαρξιακή φιλοσοφία του Martin Heidegger και με το αντίστοιχό της, τη διδασκαλία περί του είναι που συναντούμε στα έργα της Hedwig Conrad-Martius. Την εποχή που η συγγραφέας ήταν βοηθός του Husserl στο Freiburg (1916–18), πραγματοποιήθηκε η προσέγγιση του Heidegger προς τη φαινομενολογία. Αυτό οδήγησε σε προσωπική γνωριμία και σε μια πρώτη αντικειμενική επαφή, η οποία όμως σύντομα διακόπηκε λόγω της χωρικής απόστασης και της διαφορετικότητας των πορειών της ζωής τους. Το Sein und Zeit του Heidegger το διάβασε η συγγραφέας λίγο μετά την έκδοσή του και δέχθηκε από αυτό ισχυρή εντύπωση, χωρίς όμως τότε να μπορέσει να φθάσει σε μια αντικειμενική αντιπαράθεση.

Οι αναμνήσεις που απέμειναν από εκείνη την πρώτη ενασχόληση με το μεγάλο έργο του Heidegger, η οποία ανάγεται πολλά χρόνια πίσω, εμφανίστηκαν ίσως κατά διαστήματα κατά την εργασία πάνω στο παρόν βιβλίο. Μόνο όμως μετά την ολοκλήρωσή του προέκυψε η ανάγκη να τεθούν απέναντι αυτές οι δύο τόσο διαφορετικές προσπάθειες για την κατανόηση του νοήματος του Sein. Έτσι προέκυψε το παράρτημα για την υπαρξιακή φιλοσοφία του Heidegger.

Από τη Hedwig Conrad-Martius η συγγραφέας έλαβε καθοριστικές πνευματικές παρορμήσεις μέσω μιας στενής συμβίωσης σε μια περίοδο που βρίσκεται τώρα μακριά στο παρελθόν, αλλά υπήρξε αποφασιστική και για τις δύο. Την επίδραση των συγγραμμάτων της θα τη συναντήσει κανείς επανειλημμένα σε αυτό το βιβλίο.

Σε όλους όσοι συνέβαλαν στην επιτυχία του έργου εκφράζω τις εγκάρδιες ευχαριστίες μου.

Köln-Lindenthal, 1 Σεπτεμβρίου 1936
Η συγγραφέας

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2024

Η υπαρξιακή φιλοσοφία του Martin Heidegger 1

Η υπαρξιακή φιλοσοφία του Martin Heidegger 1
Είναι και Χρόνος

Της Edith Stein

Δεν είναι δυνατόν, μέσα σε λίγες σελίδες, να αποδώσουμε μια εικόνα του πλούτου και της δύναμης των πραγματικά διαφωτιστικών ερευνών, που εμπεριέχονται στον μεγάλο κορμό του Heidegger, στο «Είναι και Χρόνος». Ίσως κανένα άλλο βιβλίο τα τελευταία δέκα χρόνια να μην έχει επηρεάσει τόσο ισχυρά τη φιλοσοφική σκέψη του παρόντος, όσο αυτό. Αν και δημιουργείται συχνά η εντύπωση, πως λαμβάνονται υπόψιν μόνο οι καινούργιες ή εκ νέου νοηματοδοτημένες λέξεις, χωρίς να έχει αναγνωρισθεί το ριζοσπαστικό τους νόημα και η ασυμβατότητα τους με τον υπόλοιπο νοηματικό εξοπλισμό, ο οποίος χρησιμοποιείται παράλληλα.

Εδώ μπορούμε απλώς να προσπαθήσουμε, να αποδώσουμε τις βασικές γραμμές, ώστε να λάβουμε μια θέση, όσο είναι δυνατόν.

Η αναπαραγωγή της πορείας του στοχασμού α


Σκοπός του έργου είναι «να θέσει εκ νέου το ερώτημα για το νόημα του Είναι». Ο προσδιορισμός αυτού θεμελιώνεται κατά πρώτον με την αντικειμενική-επιστημονική προτεραιότητα τού περί του Είναι ερωτήματος (Seinsfrage): «Όλη η οντολογία…παραμένει ουσιαστικά τυφλή και μια αντιστροφή της πιο χαρακτηριστικής της προθέσεως, εάν προηγουμένως δεν ξεκαθαρίσει επαρκώς το νόημα του Είναι, και εάν αυτό το ξεκαθάρισμα δεν το συλλάβει ως το θεμελιώδες πρόβλημα της». Κατά δεύτερον, με τον ισχυρισμό, πως μέχρι σήμερα, όχι μόνο δε δόθηκε κάποια ικανοποιητική λύση, αλλά ούτε καν η κατάλληλη διατύπωση της ερώτησης είναι επιτυχημένη. Οι σημαντικότερες προσπάθειες στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη δεν θα μπορούσαν να φτάσουν στον στόχο, γιατί ολόκληρη η αρχαία οντολογία θεωρούσε ένα συγκεκριμένο τρόπο του Είναι (Seinsweise)-την παρεύρεση (Vorhandensein)-ως το Είναι απολύτως (schlechthin). Κατά συνέπεια, προϋπέθεταν το Είναι πάντα ως το στον ύψιστο βαθμό γενικό και αυτονόητο, που δεν επιδέχεται και δεν χρειάζεται κανένα ορισμό πια. Στηρίχτηκαν κατά τα άλλα στην αρχαία οντολογία, όχι μόνο σε ολόκληρο τον Μεσαίωνα, αλλά και στις επιδραστικές προσπάθειες της μοντέρνας εποχής: Descartes και Kant.

Για να λάβει κανείς απάντηση στο περί του νοήματος του Είναι ερώτημα, πρέπει να ρωτήσει το ον (das Seiende), όχι οποιοδήποτε τυχαίο, αλλά το ον, στο Είναι του οποίου ανήκει το ερωτάν περί του νοήματος του Είναι και μια κάποια προκαταρκτική (προ-οντολογική) κατανόηση του Είναι. Αυτό το ον, «που είμαστε εμείς οι ίδιοι», ονομάζεται «Dasein», γιατί ο προσδιορισμός της ουσίας αυτού του όντος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με την παράθεση ενός τι, που αναφέρεται σε πράγμα (sachhaltiges Was), αλλά η ουσία του βρίσκεται μάλλον στο γεγονός πως το Είναι του πρέπει να είναι πάντα δικό του (je sein Sein als seiniges zu sein hat).» Καθώς η δική του κατανόηση του Είναι δεν επεκτείνεται μόνο στο δικό του Είναι (που ονομάζεται ύπαρξη, Existenz), αλλά και στο μη σύμφωνο προς το Dasein (nicht daseinsmäßig) ον, «η θεμελιακή οντολογία, από την οποία μπορούν να μετά όλες οι υπόλοιπες, πρέπει να αναζητηθεί στην υπαρκτική αναλυτική του Dasein.» Για τον λόγο αυτό αφιερώνεται το πρώτο μέρος του έργου στην ερμηνεία του Dasein: το πρώτο τμήμα περιέχει προπαρασκευαστική ανάλυση του Dasein. Το δεύτερο μέρος θέλει να καταδείξει «το νόημα του όντος, που ονομάζουμε Dasein…την χρονικότητα». Και επειδή στο Είναι αυτού του όντος ανήκει η κατανόηση του Είναι, γι’ αυτό πρέπει «ο χρόνος ως ορίζοντας της κατανόησης του Είναι μέσα από την χρονικότητα ως Είναι του κατανοούντος το Είναι Dasein»… «να οδηγηθεί στο φως και να κατανοηθεί γενικώς». Σε ένα τρίτο μέρος έπρεπε να διαπραγματευθεί το «Χρόνος και Είναι». Και μάλιστα με την έννοια, πως όχι μόνο το Dasein πρέπει να κατανοείται ως χρονικό, αλλά και το Είναι θα έπρεπε να «γίνεται αντιληπτό εκ του χρόνου». Φαίνεται πως το μέρος αυτό είχε γραφτεί μαζί με τα δυο πρώτα (γίνονται παραπομπές σε παραγράφους), αλλά δεν έχει δημοσιευθεί. Επίσης, ολόκληρο το δεύτερο μέρος-μια αναγκαίως απαραίτητη «Αποδόμηση της ιστορίας της οντολογίας» (Kant-Descartes-Αριστοτέλης), με την υπόδειξη στην ιστορικότητα του Dasein και της κατανόησης του Είναι εκ μέρους του, έχει απλώς ανακοινωθεί.

1 Η προπαρασκευαστική ανάλυση του Dasein

Η προπαρασκευαστική διερεύνηση το χαρακτηρίζει ως το Είναι που ανήκει στο Dasein, ότι είναι κάθε φορά δικό μου (απολύτως μοναδικό, όχι κάτι γνεικό). Πως αναφέρεται στον εαυτό του και πως το Είναι του ή η ύπαρξη του, είναι η ουσία (Wesen) του. Αυτό που ανήκει στη δομή του Είναι, ονομάζεται υπαρκτικό χαρακτηριστικό (Existenzial). Τα υπαρκτικά χαρακτηριστικά αντιστοιχούν στις κατηγορίες του «παρευρισκόμενου» (Vorhanden). Το Dasein όμως δεν είναι κανένα παρευρισκόμενο, κανένα «τι», αλλά ένα «ποιος». Δεν «έχει» δυνατότητες ως «ιδιότητες», αλλά «είναι» οι δυνατότητες του. Το αυθεντικό-σε αυτό ανήκον (eigentlich) Είναι είναι το να-ανήκει-στον-εαυτό-του (Sich-zu-eigen-sein). Οι εκφράσεις «εγώ», «υποκείμενο», «ψυχή», «πρόσωπο», όπως και «άνθρωπος» και «ζωή» αποφεύγονται, είτε γιατί σημαίνουν πως το Dasein καθίσταται πράγμα (Verdinglichung)-σημειώνεται ως το σφάλμα της αρχαίας οντολογίας και της χριστιανικής δογματικής, ότι έσπρωξαν το Dasein στην κατηγορία του παρευρισκόμενου-είτε γιατί άφησαν ασαφές, ποιο ακριβώς Είναι που δεν είναι πράγμα (nicht-dingliches) εννοούσαν.

Το Dasein εξετάζεται κατ’ αρχήν όπως είναι στην καθημερινότητα. Σε αυτό ανήκει ουσιαστικά το «Εν-τω-κόσμω-είναι» (In-der-Welt-sein), και βάσει αυτού ανυψώνονται διάφορα: το «εν-τω-κόσμω» (in-der-Welt), το «ποιος» (wer), που είναι μέσα στον κόσμο, και το «εν-είναι» (In-sein). Με τον όρο «κόσμος» δεν εννοείται το σύνολο των παρευρισκόμενων αντικειμένων, ούτε μια συγκεκριμένη περιοχή του όντος (όπως η «φύση»). Είναι ακριβώς αυτό, μέσα στο οποίο ζει το Dasein, και δεν γίνεται κατανοητό από καμιά άλλη σκοπιά, παρά μόνο ξεκινώντας από το Dasein. Το «εν-είναι» δεν έχει να κάνει τίποτα με την χωρικότητα. Είναι ένα υπαρκτικό χαρακτηριστικό, ανήκον στον τρόπο ύπαρξης (Seinsweise) του Dasein ως τέτοιου, ανεξάρτητο από την χωρική σωματικότητα του κορμιού. Το «Εν-τω-κόσμω-είναι» χαρακτηρίζεται ως «Besorgen» (με τις πολλαπλές σημασίες «τελειώνω (κάποια δουλειά)», «εκτελώ (μια διαδικασία)», «μεριμνώ», «ανησυχώ»). Ακόμα και η αναγνώριση (Erkennen) είναι ένα είδος Besorgen. Αλλοιώνει κανείς τον πρωταρχικό του χαρακτήρα, όταν τον ερμηνεύει ως μια σχέση μεταξύ των παρευρισκομένων («υποκείμενο» και «αντικείμενο»). Είναι ένας τρόπος του ενείναι (Insein), και μάλιστα όχι ο θεμελιώδης, αλλά μια παραλλαγή του πρωταρχικού εν-είναι (In-sein). Το πρωταρχικό (das Ursprüngliche) είναι μια σχέση με τα πράγματα (Dinge), τα οποία δε θεωρούνται ως κάτι το απλά «παρευρισκόμενο» (Vorhandenes), αλλά ως «εργαλείο» (Zeug) (υλικά, εργαλεία, αντικείμενα προς χρήση): ως κάτι το «πρόχειρο» (Zuhandenes). Κάθε τι κατανοείται ως κάτι «για να…» (um zu…). Η ματιά (Sicht) που ανακαλυπτει αυτό το «για να…» (Um-zu), είναι περίσκεψη (Umsicht). Η θεωρητική στάση αντιθέτως είναι μια απερίσκεπτη (un-umsichtiges) μόνο-παρατήρηση (Nur-Hinsehen). Σε μια χωρίς τριβές συμπεριφορά προς τα «πρόχειρα» πράγματα αυτά παραμένουν δυσδιάκριτα, διακριτικά (unaufdringlich und unaufsässig). Μόνο όταν κάτι αποδειχθεί άχρηστο, γίνεται αντικείμενο προσοχής και προβάλλει, σε αντίθεση προς αυτό που χρησιμοποιείται και δεν είναι «προς το χέρι» (zur Hand). Το άχρηστο που προβάλλεται αποκαλύπτει την παρεύρεση του. Η απουσία ή η αχρηστία καθίσταται υπόδειξη, που οδηγεί από το μεμονωμένο στο όλο του εργαλείου και προς τον κόσμο. Η μέριμνα (Besorgen) συμβαίνει πάντα πάνω στο θεμέλιο μιας οικειότητας με τον κόσμο. Το Dasein κατανοεί τον εαυτό του ως ον μέσα στον κόσμο και κατανοεί τη σημασία του κόσμου. Έχει με όλα εκεί μέσα κάποια σχέση-εμπειρία (Bewandtnis) και μέσα σε αυτή «αφήνει τα πράγματα ελεύθερα», όταν δεν απαιτούν να τα πιάσει ή να τα αναμορφώσει κανείς.

Κάθε εργαλείο έχει στο σύνολο των εργαλείων (Zeugganzes) τη θέση (Platz) και την περιοχή (Gegend) του, όπου ανήκει: «είναι στη θέση του» ή «βρίσκεται παραπεταμένο». Αυτή είναι χωρικότητα, που ανήκει στα πράγματα-εργαλεία (Zeugdingen). Δεν πρέπει να ερμηνευθεί ώστε να σημαίνει, πως τα πράγματα τοποθετήθηκαν σε ένα ήδη παρευρισκόμενο χώρο σε αδιάφορους τόπους (Ort). Χάριν όμως στην ενότητα του συνόλου των σχέσεων-εμπειριών (Bewandtnisganzes) συγκλίνουν όλες οι θέσεις σε μια ενότητα. Και το Dasein επίσης είναι χωρικό. Η χωρικότητα του όμως δε σημαίνει, ούτε πως έχει μια θέση (Stelle) στον αντικειμενικό χώρο, ούτε μια θέση ως κάτι το πρόχειρο. Η χωρικότητα του καθορίζεται από την «από-μάκρυνση» (Ent-fernung) και την «κατεύθυνση» (Ausrichtung). «Απομάκρυνση»(άρση της μάκρυνσης, απόστασης, Aufhebung der Ferne) σημαίνει, πως φέρνει (το Dasein) το πρόχειρο σε μια κατάλληλη εγγύτητα. Η «κατεύθυνση» λέει, πως έχει κατευθύνσεις (δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω, κτλ.) μέσα στο περιβάλλον, και συναντά κάθε τι το χωρικό. «Ο χώρος» (der Raum) δεν έχει αρθεί ακόμα. Ο χώρος δεν είναι ούτε «μέσα» στο υποκείμενο, ούτε ο κόσμος «μέσα» σε αυτόν, ως μέσα σε ένα ήδη παρευρισκόμενο. Ανήκει στον κόσμο ως κάτι το οποίο τον συν-οικοδομεί. Μέσα σε μια ρύθμιση του Dasein, στην οποία έχει άρει την πρωταρχική στάση της «μέριμνας» (Besorgen) και ακόμα «παρατηρεί» (betrachtet), μπορεί να οδηγηθεί για τον εαυτό του σε κατάσταση άρσης (Aufhebung) και να θεωρηθεί ως «καθαρός ομογενής χώρος».

Το ποιος του Dasein δεν είναι μια παρευρισκόμενη ουσία, αλλά μια μορφή ύπαρξης. «…η ουσία του ανθρώπου δεν είναι το πνεύμα ως η σύνθεση ψυχής και σώματος, αλλά η ύπαρξη.» Στο Dasein ανήκει ένα συν-είναι (Mitsein) άλλων όντων, που και αυτά έχουν τη μορφή του Dasein. Αυτό δεν είναι μια εύρεση των άλλων ήδη παρευρισκόμενων υποκειμένων, αλλά ένα «μαζί με τους άλλους» (Miteinandersein), που προϋποτίθεται για μια γνωριμία και κατανόηση (Einfühlung, ενσυναίσθηση). Στην κατανόηση του Είναι (Seinsverständnis) από πλευράς του Dasein ανήκει η κατανόηση των άλλων. «Αυτή η κατανόηση, όπως η κατανόηση εν γένει, δεν είναι μια γνώση που προκύπτει από την αναγνώριση, αλλά ένα πρωταρχικό υπαρκτικό είδος του Είναι, που καθιστά δυνατή την αναγνώριση και τη γνώση». Έτσι το Dasein είναι από την αρχή ένα συν-είναι-μέσα-στον-κόσμο (Mit-dasein-in-der-Welt). Το υποκείμενο του, και το υποκείμενο του καθημερινού Dasein εν γένει- δεν είναι ο εαυτός του (das eigen Selbst), αλλά ένας κάποιος (ein Man, με ένα n. Ο άνδρας γράφεται με δυο, Mann): δεν είναι ένα άθροισμα υποκειμένων, ούτε ένα γένος ή είδος, αλλά- όπως και αυθεντικός εαυτός που στην αρχή καλύπτεται από το κάποιος-ένα ουσιώδες υπαρκτικό χαρακτηριστικό.

Μετά τήν διασαφήνιση του «κόσμου» και του «ποιος», μπορεί να κατανοηθεί ακόμα καλύτερα το εντός-Είναι (In-Sein). Το Dasein σημαίνει da sein, και αυτό σημαίνει ένα εδώ προς ένα εκεί είναι: ανοικτοσύνη για ένα χωρικό κόσμο. Σημαίνει επίσης «να είναι παρόν για τον εαυτό του». Η ανοικτοσύνη αυτή χρησιμοποιείται ως το νόημα «του λόγου περί του lumen naturale (φυσικό φως) μέσα στον άνθρωπο»: «δεν εννοεί τίποτε άλλο, παρά την υπαρκτική-οντολογική δομή αυτού του όντος, που υπάρχει με τον τρόπο του, να είναι το εδώ του (sein Da zu sein). Είναι «φωτισμένο» (geleuchtet), σημαίνει: ως προς τον εαυτό του ως εν-τω-κόσμω-Είναι ξεκαθαρισμένο (gelichtet, Lichtung: ξεφωτο), όχι μέσω ενός άλλου όντος, αλλά το ίδιο είναι το ξέφωτο.» Το να είναι ανοικτό δεν στηρίζεται σε αντανακλαστική πρόσληψη, αλλά είναι ένα υπαρκτικό χαρακτηριστικό, που ανήκει στο Dasein ως τέτοιο. Το ίδιο πρωταρχικά μέσα στο Dasein αποδεικνύονται η διάθεση-πως αισθάνεται (Befindlichkeit) και η κατανόηση (Verstehen). Το «πως αισθάνεται» σημαίνει μια εσωτερική διάθεση (Gestimmtheit). Το Dasein βρίσκεται πάντα σε κάποια «διάθεση» (Stimmung). Δεν προέρχεται ούτε «απ’ έξω», ούτε «από μέσα», αλλά είναι ένας τρόπος του εν-τω-κόσμω-είναι. Και αυτή του αποκαλύπτει πως είναι «ριγμένο» (Geworfenheit): βρίσκεται ως ον μέσα στον κόσμο και έτσι διατεθειμένο. «Το καθαρό «ότι είναι» αναδεικνύεται, το από που και προς τα που παραμένει στο σκοτάδι». «Βρίσκεται, βρίσκει τον εαυτό του» (es findet sich), δε σημαίνει τίποτε άλλο, παρά πως είναι ανοικτό για τον εαυτό του. Η ανοικτοσύνη είναι το ένα νόημα της κατανόησης. Πέραν αυτού βρίσκεται μέσα σε αυτό ένα «να καταλαβαίνει τον εαυτό του για…», δηλαδή μια δυνατότητα ή ικανότητα, που ως ανήκουσα στον είναι του, του είναι διάφανη. «Το Dasein δεν είναι μια παρεύρεση, που ως επιπρόσθετο κατέχει το να μπορεί να κάνει κάτι, αλλά είναι πρωτογενώς μια δυνατότητα». Η υπαρκτική κατανόηση είναι αυτό, από το οποίο προκύπτουν η σκέψη και η θεωρία. Στην κατανόηση των ιδίων δυνατοτήτων προστίθεται η κατανόηση των ενδοκοσμικών δυνατοτήτων, που έχουν σημασία για το Dasein: το Dasein σχεδιάζει/ρίχνει (entwirft) διαρκώς το Είναι του στις δυνατότητες. Μέσα σε αυτό το σχεδίασμα είναι πάντοτε ήδη αυτό που ακόμα δεν είναι, και μάλιστα λόγω του κατανοούντος Είναι του.

Η κατανόηση μπορεί να εκπτυχθεί σε εξήγηση, δηλαδή σε μια κατανόηση κάποιου πράγματος ως κάτι. Σε αυτήν δεν ανήκει οπωσδήποτε μια γλωσσική έκφραση. Προϋποτίθεται πάντα μια σκέτη κατανόηση, και μάλιστα μέσα από μια ολότητα σημασιών. Μέσα σε αυτό βρίσκεται μια προσοχή (προς-έχω: Vor-haben, έχει όμως τη σημασία της πρόθεσης), μια πρόβλεψη (Vorsicht, μεταφράζεται ως προσοχή) και μια προ-λήψη (Vor-griff) σε συγκεκριμένη κατεύθυνση.

Το Είναι (Sein), που ανοίγεται σε ένα Dasein, έχει νόημα (Sinn). Αυτό που κατανοείται είναι το ον. Το νόημα δεν είναι «καθ’ εαυτώ», αλλά έχει ένα υπαρκτικό καθορισμό. Μόνο το Dasein μπορεί να είναι πλήρες ή κενό νοήματος. Ότι δεν είναι σύμφωνο με το Dasein είναι ανόητο, και μόνο αυτό μπορεί να είναι αντίθετο του νοήματος. Το νόημα είναι υποδιαιρεμένο μέσα στην εξήγηση, και είναι ήδη μέσα στην κατανόηση ενταγμένο ως υποδιαιρέσιμο. Όταν ένα πρόχειρο αποχωρίζεται από τη συνάφεια του και του αναγνωρίζεται μια ιδιότητα, η εξήγηση διαμορφώνεται σε δήλωση. Αυτό σημαίνει τρία πράγματα:

1 Η κατάδειξη του όντος ή κάποιου πράγματος επί του όντος.

2 Καθορισμός του όντος (Prädikation).

3 Μήνυμα (Mitteilung: συμ-μερισμός) ως κάτι το οποίο μπορεί να ιδωθεί μαζί με άλλους (Mitsehenlassen).

Στο Είναι του Dasein-στην ανοικτοσύνη του και το συν-είναι του- ανήκουν η ομιλία και το ακούειν, θεμελιωμένα στην κατανόηση. Η κατανοημένη ολότητα της σημασίας μέσα στην υποδιαίρεση δηλώνεται δια της ομιλίας. Αυτό που βγαίνει δια της ομιλίας προς τα έξω είναι η γλώσσα (η ομιλία είναι το υπαρκτικό της θεμέλιο). Αυτό περί του οποίου ομιλείται είναι το ον.

Στο καθημερινό Dasein του κάποιου, εν γένει ανθρώπου, (Man), η ομιλία έχει ξεπέσει σε κουβέντα (Gerede). Στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε πια μια πρωταρχική κατανόηση του πράγματος, αλλά κατά την ομιλία, όπως και το ακούειν, έχουμε μια συνηθισμένη κατανόηση των λέξεων. Δεν κατανοείται το ον, αλλά η κουβέντα ως έχει.

Η πρωταρχική οικειοποίηση του όντος είναι θέαση (Sicht): στην μορφή της πρωταρχικής προσεκτικής-προμηθευτικής κατανόησης, επίγνωσης ή παρατηρούσας παραμονής. Όπως σχετίζεται προς την ομιλία ειπωμένο (ως κουβέντα), έτσι προς τη θέαση το περίεργο βλέπειν. Η περιέργεια είναι το πάθος να δεις, απλώς και μόνο για να δεις, όχι να κατανοήσεις, χωρίς παραμονή, χωρίς τόπο, που οδηγεί στη διάσπαση. Η κουβέντα και η περιέργεια σχετίζονται στενά: η κουβέντα καθορίζει τι πρέπει να έχει διαβάσει και δει κανείς. Ως τρίτο σημείο της κατάπτωσης (Verfall) προστίθεται σε αυτά η δισημία: να μην γνωρίζει πια κανείς τι κατανοήθηκε πρωταρχικώς και τι απλώς εν γένει. Η κατάπτωση είναι ένας τρόπος του Είναι, κατά τον οποίο το Dasein δεν είναι ούτε ο εαυτός του, ούτε με τα πράγματα, ούτε με τους άλλους, αλλά τα υποθέτει όλα (vermeint). «Αυτό το Μη-είναι πρέπει να γίνει αντιληπτό ως ο επόμενος τρόπος του Είναι, μέσα στον οποίο συνήθως παραμένει. Η κατάπτωση του Dasein λοιπόν δεν πρέπει να κατανοηθεί ως «πτώση» από μια καθαρότερη και υψηλότερη ‘πρωταρχική θέση’ (Urstand).»

Η μέχρι τώρα διερεύνηση κατέδειξε την υπαρκτικότητα (Existentialität) και την πραγματικότητα (Faktizität, το να είναι μέσα στα δεδομένα) ως σύσταση του Είναι του Dasein. Η υπαρκτικότητα σημαίνει μια ιδιαιτερότητα του Dasein, ότι δηλαδή στο Είναι του ανήκει μια συμπεριφορά/στάση προς τον εαυτό του, πως «φέρεται (τοπικά) προς τον εαυτό του και του ανοίγεται μέσα στην κατάσταση του να είναι ριγμένο (Geworfenheit)», η δε πραγματικότητα είναι η κατάσταση του ριγμένου, ως «το είδος του Είναι του όντος, στην οποία το ίδιο είναι κάθε φορά η δυνατότητα του, με τέτοιο τρόπο, ώστε να κατανοεί τον εαυτό (Selbst) του μέσα σε αυτά και μέσα από αυτά (να ρίχνεται πάνω σε αυτά)». «Ο εαυτός όμως είναι κατ’ αρχάς και τις περισσότερες φορές μη αυθεντικά ο ίδιος-εν γένει άνθρωπος (Man-selbst)…Η συνηθισμένη καθημερινότητα του Dasein μπορεί σύμφωνα με αυτά να προσδιοριστεί ως το εν-τω-κόσμω-είναι, που πέφτει/φθείρεται-και ανοίγεται, που είναι ριγμένο-και σχεδιάζει (geworfen-entwerfende), για το οποίο (Dasein) μέσα στο Είναι του με τον κόσμο και μέσα στο συνείναι με τους άλλους σκοπός είναι η πιο δική του ικανότητα να είναι (eigenste Seinkönnen). Τώρα πρέπει να γίνει προσπάθεια, νά δαμαστεί μέσα στην ολότητα της η με τον τρόπο αυτό παρουσιασμένη σύσταση του Είναι, της οποίας οι ξεχωριστές γραμμές ονομάστηκαν «υπαρκτικότητα» και «πραγματικότητα», που πρέπει να καταδειχθούν στην πιο εσωτερική τους συνάφεια. Για να γίνει αυτό, θα αναζητηθεί η θεμελιώδης διάθεση/αίσθηση του Dasein, στην οποία η συνάφεια αυτή μπορεί να γίνει σαφής. Θα πρέπει να είναι «μια κατανοούσα αίσθηση μέσα στο Dasein», «μέσα στην οποία τού είναι η ίδια με εξαιρετικό τρόπο ανοικτή.» Θα δειχθεί ότι ο φόβος (Angst) εκπληρώνει όλες αυτές τις προϋποθέσεις. Ενώ ο τρόμος (Furcht) κατευθύνεται πάντα προς κάτι απειλητικό μέσα στον κόσμο, ο φόβος δεν έχει να κάνει με κάτι ενδοκοσμικό, αλλά με το ίδιο το εν-τω-κόσμω-είναι. Ναι, ο φόβος είναι που καθιστά τον «κόσμο» ορατό. Είναι ο φόβος ενώπιον του μόνος-εν-τω-κόσμω-είναι (ως solus ipse), δηλαδή ενώπιον του αυθεντικού Είναι, μέσα από το οποίο το Dasein δραπετεύει, μες στην πτώση του προς τον κόσμο και προς τον εν γένει άνθρωπο. Από την σκοπιά αυτής τής αποστροφής (Abkehr) θα παρατηρήσουμε τον φόβο, κοιτάζοντας προς τα πίσω. Αυτό, το οποίο φοβάται το Dasein, είναι η ικανότητα του να είναι που έχει μέσα στον κόσμο. Η κατάπτωση είναι μια στροφή (όπως η στροφή του δρόμου) μακριά από τις ελεύθερες δυνατότητες του Είναι προς το με-τον-κόσμο-είναι και προς το ο εν γένει άνθρωπος. Μέσα στις δυνατότητες είναι πάντα ένα «πριν τον εαυτό μου»-και αυτό ανήκει στην κατάσταση ρίψης. Το να είναι το ίδιο του το πριν (Vor-weg-sein) λαμβάνει το όνομα ανησυχία (Sorge), και είναι η βάση για κάθε προμήθεια (Besorgen) και φροντίδα (Fürsorge), κάθε επιθυμία και βούληση, κάθε εξάρτηση και ορμή (Hang und Drang).

Σύμφωνα με τον Heidegger είναι μια αντιστροφή της τάξης του Είναι, εάν θέλει κανείς να συλλάβει το Είναι του Dasein μέσα από την πραγματικότητα (Realität) και ουσιαστικότητα (Substantialität). Κατά την αντίληψη του, η παράδοση κατανοεί με τον όρο πραγματικότητα «το Είναι του ενδοκοσμικώς παρευρισκόμενου όντος (res)…» και τίποτε άλλο. Μπορούμε να το εκφράσουμε πιο πλατιά, ώστε να περιλαμβάνει διάφορους τρόπους του Είναι του ενδοκοσμικού όντος. Επειδή η κατανόηση του Είναι, είναι κάτι που ανήκει στο Dasein, υπάρχει κατανόηση του Είναι μόνο όταν υπάρχει Dasein. Από εδώ προκύπτει, πως το ίδιο το Είναι, αν όχι το ον, εξαρτάται από το Dasein. Ως ουσία όμως του ανθρώπου, κατανοημένη ως ανησυχία (Sorge), θεωρείται η ύπαρξη του (Existenz).

Αν η αλήθεια και το Είναι έχουν μια τόσο στενή συνάφεια, όπως το ισχυρίζεται ανέκαθεν η παράδοση από την εποχή του Παρμενίδη, τότε και το πρωταρχικό νόημα της αλήθειας πρέπει να αποκτάται από την ανάλυση του Dasein. Ο συνήθης ορισμός της αλήθειας ως adaequatio rei et intellectus, δεν είναι σε θέση να καταδείξει καμιά ισότητα ή ομοιότητα μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, ή μεταξύ ιδανικού περιεχομένου της κρίσεως και του πράγματος, δια της οποίας θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια συμφωνία. Η δήλωση δείχνει κάτι πάνω στο αντικείμενο: είναι το ίδιο αντικείμενο, το οποίο ή πάνω στο οποίο γίνεται κάτι αντιληπτό, και περί του οποίου λέγεται κάτι. Η αλήθεια (Wahrheit) σημαίνει το ίδιο το είναι αληθές (Wahrsein), και αυτό σημαίνει πως είναι αποκαλυπτική (entdeckend) (αλήθεια-Unverborgenheit: μη απόκρυψη). Προστίθεται/ανήκει καταγωγικά στο Dasein. Μόνο ως παράγωγο μπορεί η αποκαλυψιμότητα (Entdecktheit) του ενδοκοσμικού όντος να ονομασθεί αλήθεια. Και στα δυο βρίσκεται στη βάση η ανοικτοσύνη του Dasein: βρίσκεται μέσα στην αλήθεια. Ταυτόχρονα όμως-μέσα στην κατάπτωση του-βρίσκεται μέσα στην μη αλήθεια, δηλαδή καλυμμένο από κουβέντα, περιέργεια και αμφισημία.

Η δήλωση είναι κατ’ αρχάς μια κατάδειξη πάνω στο ον, που προκύπτει από την κατανόηση και εξήγηση. Ως κάτι δηλωμένο γίνεται ένα πρόχειρο και παρευρισκόμενο, και ως τέτοιο, φέρεται σε σχέση προς το πρόχειρο και παρευρισκόμενο περί του οποίου δηλώνει: έτσι προκύπτει συμφωνία μεταξύ γνώσης (=κρίση) και όντος (res). Η μεταβολή μπορεί να κατανοηθεί από το γεγονός, πως κάθε αλήθεια πρέπει να κατακτηθεί (σαν σε πάλη με το ον) από το ον. Από το ότι αποκαλυπτικότητα ενώπιον της απόκρυψης-ως κάτι το ασυνήθιστο-απαιτεί κάποια απόδειξη-ταυτοποίηση. Η αλήθεια της κρίσεως λοιπόν δεν είναι η πρωταρχική, αλλά παράγωγο (μετά από πολλά στάδια). Στο πρωταρχικό της νόημα, η αλήθεια είναι ένα υπαρκτικό χαρακτηριστικό. Ως τέτοιο, η αλήθεια είναι μόνο, εφόσον το Dasein είναι. Αιώνιες αλήθειες θα μπορούσαν να υπάρχουν, μόνο εφόσον υπήρχε ένα αιώνιο Dasein, και μόνο εάν ήταν αποδεδειγμένο, θα ήταν και αυτές βέβαιες. Αλλιώς, η αλήθεια πρέπει να είναι, εφόσον ανήκει άρρηκτα στο Dasein. Πρέπει να την «προϋποθέσουμε», με το να «προϋποθέτουμε» τους εαυτούς μας, δηλαδή να βρίσκουμε τον εαυτό μας ως ανέκαθεν ριγμένο στο Dasein.

Τέλος κεφαλαίου. Συνεχίζεται με Dasein και χρονικότητα

ΓΙΑ ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΑΝΑΓΚΑΣΤΗΚΕ ΝΑ ΑΝΑΠΟΔΟΓΥΡΙΣΕΙ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΟΛΟΥ.