Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εγώ. Το παιχνίδι της ζωής - Frank Schirrmacher. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εγώ. Το παιχνίδι της ζωής - Frank Schirrmacher. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2025

Εγώ. Το παιχνίδι τής ζωής (58)- ΕΔΩ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ

 Συνέχεια από: Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2025

Επίμετρο
Μια σύντομη ιστορία τής εξέλιξης τού τεχνητού πράκτορα στα χρηματιστήρια 

Ο δρόμος πρός την μηχανή ήταν από την αρχή στρωμένος με το μοναδικό δόλωμα που μπορεί να προσελκύσει τον άνθρωπο: με τις ευκαιρίες τιμών. Το έναυσμα δόθηκε το 1991, 3 χρόνια πριν την εφεύρεση του όρου «World Wide Web».
Ο Ken Binmore και ο οικονομολόγος Brian Arthur είχαν δημοσιεύσει ένα δοκίμιο, που και στον τίτλο ακόμα περιέγραφε «τους οικονομικούς πράκτορες που δρουν όπως οι ανθρώπινοι πράκτορες». Ο σκοπός ήταν σύμφωνα με τον Arthur, η κατασκευή ενός τεχνητού πράκτορα, τον οποίο ένας παρατηρητής να μην μπορεί να διακρίνει από ένα άνθρωπο. Με την πρώτη ματιά δεν φαινόταν να είναι και δύσκολο να επιτευχθεί αυτό το εγχείρημα, αφού στα κυρίαρχα μοντέλα τού ανθρώπου είχαν απομείνει μόνο ο εγωισμός, η απληστία και ο φόβος.
Ο τεχνητός αυτός πράκτορας θα έπρεπε να επιτυγχάνει στις δημοπρασίες το καλύτερο γι’ αυτόν αποτέλεσμα, και μάλιστα με ένα τρόπο, όπως υποτίθεται ότι το κάνουν οι άνθρωποι: δια της θεωρίας παιγνίων, με τον υπολογισμό της ισορροπίας του Nash. Δυο χρόνια αργότερα φαινόταν πως το είχαν πετύχει. Οι οικονομολόγοι Dhananjay Gode και Shyam Sunder είχαν δημιουργήσει στο εργαστήριο μια τεχνητή αγορά, όπου το «νούμερο 2» είχε δυο τρόπους λειτουργίας. Στην μια παραλλαγή ξόδευε χρήματα τα οποία δεν είχε, στην δεύτερη παραλλαγή είχε περιορισμούς ώστε να μην μπορεί να ξοδέψει παραπάνω απ’ όσα έχει. Και στις δυο περιπτώσεις το IQ του ήταν 0. Αγόραζε, πουλούσε, και τηρούσε τους κανόνες τής αγοράς και του καθηγητή Nash.
Τα αποτελέσματα έδειξαν, ότι η δεύτερη εκδοχή δεν μπορούσε να διακριθεί από ανθρώπινους πράκτορες που διεξήγαγαν ψηφιακό εμπόριο. Αυτός ήταν ένας θρίαμβος, όχι μόνο για το software, αλλά και για την νεοκλασική αντίληψη της οικονομίας: ακόμα και με νοημοσύνη μηδέν, μπορεί κανείς να πράττει με σωφροσύνη, εφόσον υποτάσσεται στους κανόνες τής αγοράς. Οι δυο οικονομολόγοι το ονόμασαν αυτό ως εξής: «αγορές ως μερικό υποκατάστατο ατομικής λογικής».
Επειδή όμως οι αγορές είχαν καταστεί σε μεγάλο βαθμό ψηφιακές, και το δίκτυο είχε γίνει τόπος συναλλαγής, είχε ταυτόχρονα αρχίσει να αυξάνεται και η επίγνωση, πως με μηδενική νοημοσύνη και με μόνη την εμπιστοσύνη στις αγορές, ο ψηφιακός πράκτορας δεν θα μπορούσε να γίνει Terminator.
Οι φυσικοί Dave Cliff και Janet Bruten, είχαν δηλώσει το 1998, πως επιτέλους έφτασε η ώρα τής θεωρίας τών παιγνίων. Το συμπέρασμα τους έχει ως εξής: ο πράκτορας δεν επιτρέπεται να είναι κρετίνος, παρά τον εγωισμό που έχει. Πρέπει να ξέρει πως οι άλλοι θέλουν να τον ξεγελάσουν, και πρέπει να αντιδρά αμέσως στο δεδομένο αυτό.
«Σε μια ανταγωνιστική αγορά το περιβάλλον είναι δυναμικό και δεν συγχωρεί λάθη. Οι σχετικές πληροφορίες (τα κέρδη ή οι πληροφορίες άλλων εμπόρων) είτε είναι άγνωστες είτε είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθούν, και είναι μάλλον απίθανο, ένας trader να περιμένει φιλίες και ανιδιοτελή αλτρουισμό...για τον οικονομικό πράκτορα, τίποτα δεν είναι βέβαιο, εκτός από ένα: όλος ο κόσμος σε κατατρέχει, και αν αποκοιμηθείς θα χάσεις.»
Όλα τα άλλα επαφίονται απλώς στον μαθηματικό τύπο. Το «νούμερο 2», όπως τα είδη στην θεωρία τού Δαρβίνου, θα έπρεπε να μαθαίνει με τρόπο εξελικτικό, και το είχε κάνει αυτό. Πως; Κάθε φορά που μάθαινε κάτι με επιτυχία λάμβανε μεγαλύτερη «ανταμοιβή», δηλαδή κέρδος. Βάσει τής θεωρίας του Δαρβίνου, έπρεπε να γίνει fit, δηλαδή ικανός για επιβίωση. Με την γλώσσα τών βελτιωτών του: «όταν οι οικονομικοί πράκτορες δρουν σε ένα πεδίο, τότε οι τύποι που εκφράζουν τις ανταμοιβές και την fitness, μπορούν να συγκριθούν απευθείας με το ‘κέρδος’ και την ‘χρησιμότητα’.»
Η πρακτική αυτή φυσικά μπορούσε να συνεχιστεί μόνο σε κλειστά συστήματα. Υπήρχαν όμως μικτές μορφές, όπου συνήθως επενέβαιναν οι άνθρωποι. Για παράδειγμα, όταν πρόκειται περί πρόσβασης σε υπερφορτισμένα δίκτυα. Στην μικροοικονομία τού κόσμου τών δεδομένων, αυτό ισοδυναμούσε μέ διαπραγματεύσεις για το ποιος και σε ποιά τιμή θα έχει πρόσβαση στις πληροφορίες.
Η κατάσταση όμως είχε αλλάξει δραματικά προς το τέλος τής δεκαετίας του ’90.υπήρχαν και τότε αλγόριθμοι, αλλά ήταν μονοδιάστατοι, μικροί «μονοκύτταροι οργανισμοί, που βάσει ενός απλού συστήματος κανόνων», απλώς πουλούσαν και αγόραζαν (Scott Patterson).
Τότε όμως, το 1999, η Goldman Sachs αγόρασε την «Hull Trading», μια εταιρία, η οποία πέραν της εξειδίκευσης της στην τεχνητή νοημοσύνη και το Algo-Trading, ήταν γνωστό ότι απασχολεί πρωτοκλασάτους φυσικούς από το Fermilabάνθρωποι που συμμετείχαν στην ανακάλυψη των κβαρκ, και που μετά το 1989 μετανάστευσαν στην Wall Street λόγω κρατικών περικοπών στον τομέα τής έρευνάς τους. Το γεγονός ότι η Goldman Sachs αγόρασε την «Hull Trading», μπορεί να παρομοιαστεί και έτσιείναι σαν να αγόρασε το Βατικανό ένα εργοστάσιο παραγωγής κλώνων. Ή όπως το περιέγραψε αργότερα ο Scott Patterson:
«Αυτό είχε σημαδέψει μια μεγάλη μετακίνηση τής Goldman -συνώνυμο τής Old-School-Wall-Street εταιρίας- προς το ηλεκτρονικό εμπόριο. Μια μετατόπιση η οποία προετοίμασε την άνοδο της Goldman στην εξουσία κατά την δεκαετία του 2000, όταν η Goldman είχε καταστεί ένας από τους πιο βίαιους και επιδέξιους Γολιάθ τών αγορών τού κόσμου.
Οι αγορές και τα δίκτυα υπολογιστών είχαν για πρώτη φορά αρχίσει να αναζητούν κοινά συμφέροντα, σε αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν dotcom, φούσκα. Το δε δίκτυο ως αγορά, είχε αρχίσει να προσλαμβάνει κρίσιμες διαστάσεις. Οικονομολόγοι τής πληροφορικής, οι οποίοι είχαν εφεύρει μαζί με τους quants τις ηλεκτρονικές αγορές τού μέλλοντος, είχαν πει ξεκάθαρα, πως στα ανοικτά συστήματα, μόνο οι εγωιστικοί πράκτορες μπορούν να αντεπεξέλθουν.
ΤΕΛΟΣ 

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2025

Εγώ. Το παιχνίδι της ζωής (57)--Ο νέος άνθρωπος- Ο homo oeconomicus, ο χρεωμένος, ο δούλος πού κατασκευάζει καί συντηρεί τίς πυραμίδες τών νέων Φαραώ.

  Συνέχεια από Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2025

Σκότωσε την μαριονέτα
 Αφθονία, πλούτος για όλους και η κοινωνία της γνώσης 
Αργά χαμηλώνει το φως στην «Twilight Zone», και τα Links μάς πλοήγησαν με βεβαιότητα εκεί όπου η εξερεύνηση μας είχε αρχίσει. Η «μηχανή χειραγώγησης» των αμερικάνικων ομάδων χειρισμού ραντάρ, που είχε στην αρχή μόνο ένα εκπαιδευτικό ρόλο, μεταμορφώνει τους ανθρώπους, σύμφωνα με τα λόγια τουTyler Cowen, σε ανθρώπους τους οποίους ανέθρεψε η μηχανή, έτσι όπως η μηχανή ανατράφηκε. Ο πρωτοπόρος των ηλεκτρονικών υπολογιστών Alan Turing [ήταν ομοφυλόφιλος] είχε πει για τον πρώτο υπολογιστή, πως πρέπει να του συμπεριφέρεται κανείς όπως θα συμπεριφερόταν σε ένα παιδί.
«Η ελπίδα μας είναι ότι σε ένα παιδικό εγκέφαλο υπάρχουν τόσο λίγες προσχηματισμένες μηχανικές λειτουργίες, ώστε είναι εύκολο να προγραμματιστούν. Ο κόπος που πρέπει να καταβληθεί για την αγωγή (της μηχανής)-αυτό μπορούμε να υποθέσουμε με μια πρώτη εκτίμηση-είναι ο ίδιος όπως και για ένα ανθρώπινο παιδί.310»
Όσο περίεργο και να φαίνεται σε μερικούς σήμερα, μια από τις θεμελιώδεις ερωτήσεις για το μέλλον μας θα είναι: τι ανατροφή δίνουμε στις μηχανές, πριν μεγαλώσουν τόσο πολύ ώστε αυτές να διαπαιδαγωγούν εμάς.
Και όπως λέει το δοκίμιο του Kleist για το θέατρο με τις μαριονέτες, δεν μπορούμε να περιμένουμε τόσο πολύ, ώστε μετά την «διάσχιση του απείρου» να φτάσουμε στην άλλη πλευρά όπου μας περιμένει η Εδέμ. Το ερώτημα, τι έχουμε απογίνει, τίθεται μετά την εκτίμηση των ευρημάτων, με μεγάλη ανησυχία.
Ποιος χάνει ευχαρίστως σε ένα παιχνίδι; Με τον ισχυρισμό τους, πως στις περιστάσεις κατά τις οποίες παίρνουμε αποφάσεις απλώς παίζουμε, οι στοχαστές του Ψυχρού Πολέμου πέτυχαν να μειώσουν την ανθρώπινη λογική σε ένα αποκλειστικά πράγμα: σε κίνητρο ιδιοτέλειας. Μόνο όταν όλα έχουν γίνει ένα παιχνίδι που ακολουθεί τους κανόνες του εγωισμού, είναι δυνατόν να εκφραστεί και να υπολογιστεί ο άνθρωπος και το περιβάλλον του με μαθηματικούς τύπους. Όλα συνηγορούν στο ότι βρισκόμαστε σήμερα απλώς στην αρχή αυτής της μεταμόρφωσης, αφού η λογική του Ψυχρού Πολέμου έχει κατακτήσει και κυριαρχήσει πάνω στην κοινωνία. Το επόμενο βήμα είναι το «Gamification»: η μετατροπή ολόκληρης τής ζωής σε ένα αιώνιο παιχνίδι, με εύσημα, αμοιβές και προαγωγές. Στο «Chore Wars», άνθρωποι που ζουν μαζί σε ένα νοικοκυριό, οργανώνουν την καθημερινότητά τους, από το πέταμα των σκουπιδιών μέχρι το πλύσιμο ρούχων και πιάτων, μέσω ενός αγώνα για εικονικά εύσημα και θησαυρούς. Οι ασφάλειες ασθένειας σκέφτονται να αμείψουν την υγιή συμπεριφορά, εάν είναι διαθέσιμος κανείς να επιτρέψει την καταγραφή τής καθημερινής του συμπεριφοράς σε πραγματικό χρόνο. Τα «Quests» και οι αποστολές που υπάρχουν σε ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι, μεταφέρονται στην πραγματική ζωή: οδήγησε τώρα 10 χιλιόμετρα το ποδήλατο γυμναστικής, και φτάσε έτσι στο επόμενο Level.
Ο Evgeny Morozov αναφέρει, πως μέχρι το 2015 το 50% όλων των οργανισμών θα οργανώνουν τις πωλήσεις και τις καινοτομίες τους μέσω «Gamification». Επειδή όμως στον καπιταλισμό τής πληροφορίας, κάθε πολίτης δεν είναι παρά καταναλωτής, το «Gamification», ο μικρός αδελφός τού συμπεριφορισμού που μπορεί να εφαρμοστεί στο νοικοκυριό, μεταμορφώνει μαζί με την πολιτική την μεγαλύτερη κοινωνική αγορά που υπάρχει: τα Talkshows, ακόμα και στην γερμανική τηλεόραση, που δίνουν κάποιο βραβείο σε αυτόν με τα καλύτερα επιχειρήματα, είναι απλώς η αρχή... Ο Gabe Zichermann, ο σημαντικότερος πρωτοπόρος τής βιομηχανίας τού«Gamification», έχει ακριβή σχέδια, για το πως θα πρέπει να οργανώνονται οι εκλογές στο μέλλον. Θα δίδονται αμοιβές και εύσημα σε όποιον επισκέπτεται ημερίδες κομμάτων, κάνει κλικ στις ιστοσελίδες πολιτικών, λαμβάνει μέρος σε ερωταποκρίσεις πολιτικών, κτλ. Η ριζοσπαστική ιδέα όμως είναι η διοργάνωση «λοταρίας για ψηφοφόρους». Κάθε ψηφοφόρος λαμβάνει και ένα λαχείο μαζί με την ειδοποίηση για τις εκλογές. Μετά την καταμέτρηση των ψήφων, μεταδίδεται στην τηλεόραση μια δημόσια κλήρωση, πρώτο βραβείο 10 εκατομμύρια δολάρια, μια σταγόνα στον ωκεανό του κόστους των εκλογών», αλλά ένα τεράστιο «Incentive» (κίνητρο) ενάντια στην βαριεστημάρα για τις εκλογές. Σε αυτά προστίθενται και κάθε είδους συμβολικά βραβεία, μια πρόσκληση στο Καπιτώλιο ή τον Λευκό Οίκο, ή ως έκπληξη ένα δείπνο με τον πρόεδρο311. Το «Solar Lottery» του Philip KDick δεν ήταν επιστημονική φαντασία.

[Gamification: στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Wirtschafts-Woche, 10.2.14, υπάρχει ένα άρθρο του Jürgen Rees επί του θέματος. Μεγάλες εταιρίες όπως NikeSAPRabobank χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά παιχνίδια για να δημιουργήσουν ένα πιο παραγωγικό εργασιακό κλίμα, αλλά και για να προσελκύσουν και νά κρατήσουν τους πελάτες τους. Επίσης, ηλεκτρονικά παιχνίδια χρησιμοποιούνται καί για την θεραπεία τού διαβήτη, την καταπολέμηση τού καρκίνου, για αδυνάτισμα. Στο πανεπιστήμιο τού Düsseldorf γίνονται και μαθήματα, που έχουν ως βάση ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι. Η αρχή είναι απλή: οι παίκτες βλέπουν αμέσως το αποτέλεσμα των πράξεων τους, καί βάσει του αποτελέσματος συγκρίνονται με τους άλλους πράγμα που ενισχύει τον ανταγωνισμό. Η πρόοδος αμείβεται, πράγμα που δίνει κίνητρο για να συνεχιστεί  η προσπάθεια.]

Όπως πάντα τίθεται το ερώτημα, αν πρέπει να ανησυχεί κανείς, όταν έχει ξεχάσει τι έχει χάσει. Η ερώτηση δεν είναι απλοϊκή. Σε αντίθεση προς το συντηρητικό πολιτισμικό επιχείρημα, το να ξεχάσεις αυτό που έμαθες είναι θεμελιώδες στοιχείο τού αυτο-διαφωτισμού.
Εάν δεν ήταν έτσι, θα μας κυνηγούσαν ακόμα άλλα φαντάσματα.
Είναι φυσικά διαφορετικά τα πράγματα, όταν στην εποχή τού υπολογιστή παραχωρούμε τις διανοητικές ικανότητες σε ένα σύστημα που λέγεται αγορά τής πληροφορίας, και με τον τρόπο αυτό δεν είμαστε πια σε θέση να διαπαιδαγωγήσουμε τις μηχανές που δουλεύουν για το σύστημα αυτό. Και έτσι δεν μπορούμε να τους διδάξουμε τι θεωρούμε ως σωστό.
Πρέπει να προφυλαχτούμε από αυτούς, που όχι μόνο κηρύττουν την καχυποψία και την λατρεία τού εγώ, αλλά θέλουν να εγκαταστήσουν μέσα στο κεφάλι μας ένα περίεργο αυτόματο που θα κολλά τις τιμές πάνω στις σκέψεις μας.
Η πεποίθηση πως η αγορά είναι ένας τεράστιος υπολογιστής, που γνωρίζει περισσότερα από όσα  γνωρίζουν μαζί όλα τα μέλη που την αποτελούν, είχε μια λειτουργία την εποχή που το πείραμα μιας ολοκληρωτικής οργάνωσης δεν είχε ακόμα αποτύχει.
Η νέα εποχή έκανε από αυτό ένα στατιστικό τέρας, όπου αυτό που είναι «αληθές» δεν ορίζεται από ατομικά περιεχόμενα, βιογραφίες, εμπειρίες, αλλά μέσω στατιστικών σχημάτων, τα οποία ερμηνεύονται με καθαρά οικονομικό τρόπο.
Ακόμα και οι αλγόριθμοι του Cataphora δεν κάνουν κάτι διαφορετικό, από το να εκφράζονται περί τής ψυχικής οικονομίας τού χαρακτήρα βάσει πολύπλοκων στατιστικών συσχετισμών. Και ο George Dyson πιστεύει πως ο ισχυρότερος κινητήρας τού πραγματικού κόσμου, η αγορά, γίνεται ο ισχυρότερος κινητήρας τής σκέψης μας:
«Ποιος είναι ο πιο ισχυρός αλγόριθμος που αφέθηκε στην γη ελεύθερος; Αρχικά ήταν ο Monte-Carlo κώδικας, για τον υπολογισμό τής συμπεριφοράς των νετρονίων. Τώρα ίσως είναι ο Adwords…η στατιστική συμπερίληψη ολόκληρου τού χώρου τών μηχανών αναζήτησης, πού ταυτόχρονα μετατρέπει τον χώρο αυτό σε χρήμα. Μια λαμπρή δουλειά.»312
Με τον τρόπο αυτό εμφανίζεται στον ορίζοντα, στον οποίο ανατέλλει το νέο αστέρι που λέγεται «Big Data», η τελευταία μεταφορά, με την οποία το «νούμερο 2» προσπαθεί να ορίσει εκ νέου τον ρόλο του, όπως και τον ρόλο τού αυτόματου: ως σύστημα κοινωνικών εντόμων.
Τα νέα συστήματα πολλαπλών πρακτόρων έχουν μάθει. Δεν εγκαταλείπουν κανένα από τα εγωιστικά τους γονίδια, αλλά συντήκουν τα συστήματα με την βιολογία. Ο JDoyne Farmer, ο οποίος είχε ιδρύσει την θρυλική Prediction Company, την πρώτη εταιρία παραγωγής λογισμικού πρόβλεψης, την οποία αγόρασε η UBS, πιστεύει πως η κρίση μάς εξαναγκάζει να αναθεωρήσουμε και τα οικονομικά μοντέλα.
Γράφει η «New York Times»: «Αυτός και άλλοι έχουν αρχίσει να αναπτύσσουν μοντέλα οικονομίας που βασίζονται στους πράκτορες, οι οποίοι ζητούν να μάθουν, πώς η φαινομενικά τυχαία συμπεριφορά μεμονωμένων μυρμηγκιών, μπορεί να δημιουργήσει οικοδομήματα με σκοπό, μορφή και ευφυΐα.»313
Η Deborah MGordon, που διερευνά την συμπεριφορά των μυρμηγκιών, γράφει στο βιβλίο της «Twitter στην μυρμηγκοφωλιά», πώς αντίθετα με όσα πολλοί πιστεύουν, τα μυρμήγκια δεν ανταλλάσσουν «πληροφορίες» με τις κεραίες τους. Ο Francisco Salva προσπάθησε πρώτος να το κάνει (να μεταδώσει πληροφορίες) με τα βατραχοπόδαρα254. Τα μυρμήγκια κάνουν απλώς το εξής: βγάζουν αλγοριθμικά συμπεράσματα από την στατιστική ανάλυση τών αλληλεπιδράσεων και μυρωδιάς-κατά κάποιον τρόπο αξιολογούν ειδήσεις, το περιεχόμενο των οποίων δεν είναι τόσο σημαντικό, όσο η στατιστική τους κατανομή. Αυτό περίπου εκδηλώνεται στην μοντέρνα κοινωνία των μέσων ενημέρωσης μέσω τής οικονομίας τών κλικς που αξιολογεί το Adwords.

Καιρός να σκεφτούμε ποια είναι η διέξοδος

Όπως έχουν τα πράγματα, η μόνη διέξοδος είναι να διαχωρίσουμε την εμπορευματοποίηση τής ζωής μας από τον μηχανισμό που είναι βαθιά δικτυωμένος στο σύστημα, και ο οποίος βασίζεται στον εγωισμό και μια μή αξιοπρεπή εικόνα τού ανθρώπου. Το «πνεύμα το οποίο μαθαίνει» δεν είναι η μηχανή που μαθαίνει από τις διεργασίες τής αγοράς. Σχολιάζοντας την μεταφορά που χρησιμοποίησε ο Turing για την διαπαιδαγώγηση, γράφει ο Hugh Kenner: «Ένα παιδί που μαθαίνει να μιλά είναι μια πολύ μυστήρια κατασκευή, η οποία δέχεται ως input άσχετες και απροσπέλαστες πληροφορίες, και ως output προσφέρει ένα εκπληκτικά ενιαίο αποτέλεσμα, το οποίο υπερβαίνει το input σε ποσότητα και πολλές φορές και στην ποιότητα (ήταν οι δάσκαλοι τού Shakespeare πιο ταλαντούχοι από τον ποιητή στην χρήση τής γλώσσας;)314.
Ίσως η λύση είναι πολύ απλή: να μην παίξουμε μαζί τους. Οπωσδήποτε όχι με τους κανόνες που το «νούμερο 2» θέλει να μας επιβάλλει. Είναι μια απόφαση που μόνο ο καθένας μόνος του μπορεί να πάρει - και η πολιτική. Η Γερμανία έχει καλές πιθανότητες, γιατί ο κινητήρας τής ευημερίας είναι ακόμα η πραγματική οικονομία. Φαίνεται πως η χώρα που ήταν η γενέτειρα τού ιδεαλισμού, θα μπορούσε να αποτελέσει το αντίβαρο στην «οικονομία του πνεύματος», με ένα νέο ρεαλισμό.
Οι απαντήσεις είναι κατά πρώτον πολύ ρεαλιστικές: αφορούν για παράδειγμα στην δημιουργία μια ευρωπαϊκής μηχανής αναζήτησης, και φτάνουν μέχρι τον νέο ορισμό τής προστασίας τών δεδομένων, μέχρι και τα ερωτήματα περί επέμβασης στο ανθρώπινο γενετικό υλικό.
Για να γίνει αυτό, είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσουν οι πολιτικοί και οι μη-οικονομολόγοι, πως οι «αγορές», και ιδιαιτέρως οι «επενδυτικές αγορές», σύμφωνα με την Karin Knorr-Cetina, έχουν γίνει κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που ήταν, και πως δεν μπορούν να έχουν πια την απαίτηση πως εκφράζουν κάποια «αλήθεια», εφόσον είναι μηχανές πληροφορίας. Γιατί μέσα στον κόσμο η πληροφορία, πέραν τού απλού σήματος,  δεν είναι σε καμιά περίπτωση αυτό το οποίο πιστεύαμε πως είναι.
Η πληροφορία είναι το αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων, μιας δημοπρασίας, προσφοράς και παζαρέματος, που παίζεται μέσα σε δευτερόλεπτα σε όλο και περισσότερους τομείς τής ζωής, μέχρι που να κωδικοποιηθεί από την αυθεντία τών «οίκων αξιολόγησης».
Τίθεται το ερώτημα: πως θα το καταλάβουμε ότι η οικονομία τής πληροφορίας χρεοκόπησε, εάν κάποτε συμβεί αυτό; Όλοι ξέρουν, ότι τα κράτη, οι επιχειρήσεις ή οι άνθρωποι έχουν χρεοκοπήσει όταν δεν έχουν χρήματα. Πως είναι όμως τα πράγματα με την «οικονομία του πνεύματος»; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Αρκετά στοιχεία μας λένε πως ο John Campbell επεσήμανε ένα καίριο σημείο, όταν προειδοποίησε περί ενός «πολιτισμού κρυμμένων παιγνίων», γιατί ο πολιτισμός αυτός οδηγεί σε «τρομακτικά ψυχικά προβλήματα».
Μπορεί να γελάσει κανείς με το γεγονός, ότι οι πρωταγωνιστές των Big-Data δεν ονειρεύονται μόνο μηχανές οι οποίες παράγουν κοινωνικό κεφάλαιο και εμπιστοσύνη, αλλά όπως είδαμε, προσθέτουν πως αυτά «αξίζουν πολλά λεφτά». Η ιδέα είναι να κατασκευάσουμε ρομπότ που μας είναι πιστά, αφού κανέναν άλλον δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε. Οι άνθρωποι όμως όπως ο Dirk Helbing αγγίζουν ένα βασικό σημείο. Φαίνεται πώς αξίες όπως εμπιστοσύνη, ισότητα ή fairness έχουν ζήτηση στις αγορές, γιατί δεν είναι πια επαρκώς διαθέσιμες στα κλασικά σημεία της κοινωνίας. Τι εμπιστοσύνη έχει ένας νέος άνθρωπος σε μια «παιδεία», η οποία λαμβάνει από την κοινωνία, η οποία διαπαιδαγωγεί τον νέο, από την αρχή σάν ένα «deathdating»; Αυτός είναι ο λόγος που εμπιστοσύνη και fairness παράγονται σαν τα αυτοκίνητα, με ετικέτα που γράφει την τιμή, και σε διάφορες ποιότητες;
Όπως δείχνουν οι στοχασμοί του Philp Bobbitt, η ερώτηση είναι κάθε άλλο από ακαδημαϊκή. Σε ένα κόσμο, όπου ο λογικός είναι αυτός που έχει μειωθεί στο συμφέρον του, και του οποίου όλα τα δεδομένα που αφήνει στο πέρασμα του συλλέγονται, ο κάθε ένας είναι δυνητικά ύποπτος. Σε αυτόν τον κόσμο η εμπιστοσύνη θα μπορούσε να γίνει είδος πολυτελείας, το οποίο μπορεί κανείς να «εγγράψει» στα κοινωνικά δίκτυα, και με το οποίο μπορούν να ταϊστούν οι μηχανές: στην περίπτωση αυτή, οι «αξίες» θα είχαν πράγματι μόνο την αξία τού χρήματος.
Ευτυχώς όμως, και στην οικονομία άρχισε η νέα αυτή συζήτηση, ότι δηλαδή «πράγματα όπως δικαιοσύνη και ισότητα έχουν μια κανονιστική αξία, ανεξαρτήτως εάν ικανοποιούν ή όχι προσωπικές επιθυμίες»315. Η ιδέα του Ken Binmore, ότι δηλαδή η αλτρουιστική ή απλώς η δίκαιη συμπεριφορά συμφέρει, γιατί είναι χρήσιμη σε όποιον την επιδεικνύει, μπορεί μεν να εκφραστεί ως μαθηματικό μοντέλο, υποσκάπτει (επειδή στον ψηφιακό πραγματικό χρόνο μπορεί να εφαρμοστεί σε οτιδήποτε και σε οποιονδήποτε) όμως την πίστη σε κάθε μορφή κανονιστικής δύναμης εντός της κοινωνίας, η οποία να μην σχετίζεται με την αγορά ή την οικονομία. Διαβρώνει τότε, όχι μόνο βουλές, συνταγματικά δικαστήρια ή και τα ίδια τα συντάγματα, αλλά και την κυριαρχία του ατόμου, το οποίο απλώς θέλει να είναι αυτό που είναι.
Ο Evgeny Morozov, που είναι ο πρώτος που έθεσε το ερώτημα περί της χρεοκοπίας τής οικονομίας  τής πληροφορίας, λέει: «Για τον Μαρξ, αλλά και για την πολιτική οικονομία που τον ακολούθησε, ήταν σημαντικό να γνωρίζει ποιος κατείχε τα μέσα παραγωγής. Σήμερα, λόγω της οικονομίας τής πληροφορίας και τής εικονικής πραγματικότητας, το σημαντικό είναι ποιος ελέγχει τούς αισθητήρες και τους αλγόριθμους. Πρέπει να μας είναι σαφές, ότι φτάσαμε σε ένα σημείο, όπου τα μοντέλα της λογικής μας, μάς έχουν μειώσει τόσο πολύ, ώστε πιστεύουμε πως δεν είμαστε πια σε θέση  από μόνοι μας να ανακαλύψουμε τι θέλουμε.316»
Ο Paul Valery, στο έργο τού οποίου ενσαρκώνεται η Ευρώπη, όσο σε κανένα άλλο συγγραφέα, έχει εφεύρει την μορφή τού «Monsieur Teste», ενός ανθρώπου που παίζει στα χρηματιστήρια, και που στην προσπάθεια του να γίνει καθαρό πνεύμα, είναι πρότυπο μόνο σε ένα σημείο: «Είχε σκοτώσει την μαριονέτα.»317
Λέει σε κάποιο σημείο: «Ίσως τα τέρατα γίνουν ιδέες-τέρατα, μέσω τής αφελούς εξάσκησης από μέρους μας τής ικανότητάς μας να θέτουμε ερωτήματα, την οποία εξασκούμε παντού, χωρίς να σκεφτόμαστε, ότι πιο σώφρον θα ήταν νά ρωτούμε αυτό, το οποίο μπορεί να μας απαντήσει;»318
Αυτή είναι η απλούστερη πρόταση, η οποία μπορεί να παραλύσει την άκαρδη λογική μιας αυτοματοποιημένης κοινωνίας και οικονομίας, και να δημιουργήσει νέες ελευθερίες. Αδιάφορο εάν έχουμε να κάνουμε με στοιχήματα για το μέλλον των αγορών ή προβλέψεις περί ανθρώπων και των παθών τους.
Η πρόταση, για να σκοτώσεις την μαριονέτα είναι: Η απάντηση ήταν λάθος.

Συνεχίζεται καί ολοκληρώνεται
Αμέθυστος

Σημειώσεις
310. Kenner, The Counterfeiters, σ. 171.
311. Gabe Zichermann, ‘Rethinking Elections with Gamification’.
312. Dyson, ‘Conversation: Technology: A Universe of Self-Replicating Code’.
313. Mark Buchanan, ‘This Economy Does Not Compute’.
314. Kenner, The Counterfeiters, σ. 172.
315. Davis, Individuals and Identity in Economics, σ. 216.
316. Evgeny Morozov, προσωπική πληροφόρηση.
317. Paul Valéry, Monsieur Teste, σ. 10.
318. Paul Valéry, Monsieur Teste, σ. 6.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2025

Εγώ. Το παιχνίδι της ζωής (56)--Ο νέος άνθρωπος - Ο homo oeconomicus, ο χρεωμένος, ο δούλος πού κατασκευάζει καί συντηρεί τίς πυραμίδες τών νέων Φαραώ.

  Συνέχεια από : Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2025

Μαζική παράνοια γ
Αφθονία, πλούτος για όλους και η κοινωνία της γνώσης


Οι Ray Kurzweil (technofuturist), Richard Branson (ιδρυτής της Virgin), Jeff Skoll (συνιδρυτής του Ebay), Arianna Huffington(Huffington Post) επαινούν σήμερα την «Αφθονία», μια από τις πιο σύγχρονες Βίβλους της Silicon Valley«Αφθονία σημαίνει δημιουργία ενός κόσμου των δυνατοτήτων: ένας κόσμος όπου οι μέρες του καθενός είναι πλήρεις από όνειρα και πράξεις, και όχι από καταστροφή και συμμάζεμα»304.

Ένα μεγάλο μέρος τής θεωρίας ότι ο καθένας μπορεί να έχει τα πάντα, καταλαμβάνει και η περιγραφή τών καλών έργων, που οι προαναφερθέντες έκαναν για τον κόσμο.

Το ότι το ονείρεμα είναι πράξη, θα περίμενε κανείς να το ακούσει ως υπόθεση τού οποιουδήποτε τυχαίου. Δεν περιμένεις να το ακούσεις από δεξαμενές σκέψεις τού Palo Alto και της Wall Street«Σαν τις πρωτόγονες φυλές, οι περισσότεροι άνθρωποι προσεύχονται σε πράγματα, τα οποία βλέπουν και αισθάνονται», γράφει σε ένα βιβλίο που ήθελε να προσελκύσει επενδυτές, όχι στην Greenpeace αλλά στον Greenspan305.

Κοιτάζοντας προς τα πίσω, ήταν μια ιδιοφυής κίνηση σκακιού, μετά το τέλος τού κομμουνισμού, να προσπεραστούν οι κριτικοί τού ακραίου υλιστικού αμερικάνικου συστήματος. Και τους προσπέρασαν στο υποατομικό επίπεδο, σαν τα φωτεινά κύματα τής κβαντικής φυσικής: όπου δεν υπάρχει ύλη, και όλα είναι πληροφορία, «οι άνθρωποι αποκτούν μια μεγάλη δύναμη, με την οποία μπορούν να δημιουργήσουν πλούτο.»

Όλα αυτά είναι το μάτριξ μιας ιδεολογίας, που κάποτε ξεκίνησε ως «καλιφορνέζικη», και η οποία παρά τα σαφή χτυπήματα και θύματα, έχει στερεωθεί μέσα στα κεφάλια τών ανθρώπων και έχει παγκοσμιοποιηθεί.

Και πως είναι τα πράγματα εκεί, από όπου κατάγεται η νέα αλχημεία; Το ότι η νέα αλχημεία δεν λειτουργεί στην Καλιφόρνια, το έχουν μάθει στο μεταξύ οι πάντες.

«Αρχίζεις να διερωτάσαι: τι συνιστά μια πόλη; Γιατί ζούμε μαζί;»306 Αυτά ρωτά ο απελπισμένος δήμαρχος μιας από της πιο πλούσιες κοινότητες της Silicon Valley. Ο δήμαρχος αυτός προβλέπει, χωρίς ίχνος ειρωνείας, ότι σύντομα για την πόλη θα εργάζεται μόνο ένας υπάλληλος, και αυτός θα είναι υπεύθυνος για την αποπληρωμή όλων των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων.

Σε μια κοινότητα, οι ελίτ της οποίας γράφουν βιβλία όπως «Αφθονία. Το μέλλον είναι καλύτερο απ’ότι νομίζεις», είναι σχεδόν αδύνατο να σκεφτεί κανείς ότι υπάρχει μια δημόσια υπηρεσία που να υπηρετεί το κοινό καλό.

Τα εγκώμια για τούς ευεργέτες, τούς «τέχνο-φιλάνθρωπους», οι οποίοι τα κατάφεραν στην ζωή τους, γεμίζουν πολλά Gigabyte. Στο νότιο ακρωτήριο όμως της Valley, ένας δημοσιογράφος που καταλαβαίνει από οικονομικά συναντά τον δήμαρχο του San Jose, γιατί θέλει να διερευνήσει, εάν αυτό που βρήκε την Ευρώπη, μπορεί σύντομα να χτυπήσει και τι ΗΠΑ. Η ανεπαρκής χρηματοδότηση τού δημόσιου προϋπολογισμού, οι συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις που έχουν εκτοξευθεί στα ύψη, η πολιτική αδυναμία, που δεν επιτρέπει την αύξηση φόρων, έχουν οδηγήσει την πόλη να σκέφτεται να κηρύξει «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης». Σημειωτέον, αυτά συμβαίνουν σε μια κοινότητα, που μετά την Νέα Υόρκη, έχει το υψηλότερο κατά κεφαλή εισόδημα στις ΗΠΑ.

Και εδώ, όπου γεννήθηκε η «οικονομία του πνεύματος», και όπου σύμφωνα με τον Reid Hoffman«ζούμε τον κόσμο του αύριο», μπορούμε να δούμε πως ο οίκος (ελληνικά στο κείμενο) μεταβλήθηκε ξαφνικά σε στοιχειωμένο σπίτι. Γιατί αντίθετα προς την διδασκαλία, υπάρχουν πέτρες και τσιμέντο, αλλά δεν υπάρχουν άνθρωποι. «Χρεοκοπία των υπηρεσιών» το ονομάζει ο δήμαρχος: το νέο κοινοτικό οίκημα έχει χτιστεί και είναι έτοιμο, αλλά δε θα ανοίξει ποτέ, γιατί δεν υπάρχουν χρήματα για τους υπαλλήλους. Οι βιβλιοθήκες, που δεν είναι και άσχημοι τόποι για μια κοινωνία της γνώσης, θα παραμένουν για τρεις μέρες την εβδομάδα κλειστά. «’Πιστεύω πως υποπέσαμε σε μια μαζική παράνοια’, είχε πει. Δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει με αυτό. ‘Θα γίνουμε όλοι πλούσιοι’ εξήγησε. ‘θα ζήσουμε αιώνια. Όλες οι δυνάμεις του κράτους συμμαχούν για να διατηρήσουν αυτήν την ψευδαίσθηση. Και εδώ, στον τόπο αυτό, μας χτυπά η πραγματικότητα’»307.

Αργότερα, στα βιβλία τής ιστορίας, θα διαπιστώσουν πως κατά την πρώτη δεκαετία τής νέας χιλιετηρίδας, είχε λάβει χώρα ένας αγώνας δρόμου, μεταξύ εκείνων που χρησιμοποιούσαν τις νέες τεχνολογίες για κοινωνικούς σκοπούς (οι χρήστες, user) και εκείνων που τις χρησιμοποιούσαν για οικονομικούς σκοπούς και οι οποίοι είχαν κεφαλαιοποιήσει το κοινωνικό.

Κέρδισαν όπως φαίνεται, εκείνοι που κατείχαν τις πλατφόρμες για την διεξαγωγή της νέας επικοινωνίας. Είχαν δημιουργήσει  κάτι που δεν κατάφερε να δημιουργήσει κανένας σκληρός καπιταλιστής: κάτω από τις ζητωκραυγές εκείνων που θα έπρεπε να είναι αντίπαλοι τους, πουλούν μια ιδέα που δεν τους αντιπροσωπεύει, ως ένα επιχειρηματικό μοντέλο.

Ισχύει πως το ίντερνετ είναι μια πηγή άπειρης γνώσης, και πως υπάρχουν εντυπωσιακά παραδείγματα συλλογικής ευφυίας. Αλλά όπως συμβαίνει πάντα στην κοινωνία της πληροφορίας, η εικόνα αυτή αλλάζει μόλις ο κυβερνοχώρος προσαρτηθεί από τις αγορές. Όσο πιο αδύνατοι γίνονται οι κοινωνικοί θεσμοί, οι οποίοι καθορίζουν την αξία της παιδείας που δεν έχει σκοπό το κέρδος, και όσο πιο πολλά αφήνουν στις αγορές του δικτύου, τόσο λιγότερες διεξόδους έχει το άτομο. Λείπει η αυτοπεποίθηση μιας προσωπικής γνώσης, για το πως λειτουργεί ο κόσμος.

Η αναζήτηση τής προσωπικής ταυτότητας, που στην Γερμανία είχε αναδείξει η παράδοση τού «εκπαιδευτικού μυθιστορήματος», είναι μια δύναμη, το ίδιο ισχυρή όσο και η τεχνολογική μεταβολή, σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Manuel Castells. Και ενώ ο Castells, θεωρητικός δικτύων, ο σημαντικότερος ίσως της εποχής μας, μιλά περί «δομικής σχιζοφρένειας» μεταξύ του ατόμου και του δικτύου308, το χάσμα αυτό είναι για μερικούς μεγιστάνες του λογισμικού ήδη τετελεσμένο. Λένε πως, η επιμονή στην προσωπική ταυτότητα είναι ο δρόμος των χαμένων, λες και δημιούργησαν μια φιλοσοφία ζωής βασιζόμενοι στις νεοκλασικές διδασκαλίες περί του «νούμερο 2».

Στο τέλος μένει το ερώτημα, σε τι τρανς πέσαμε και το παιχνίδι για το «νούμερο 2» είχε καταστεί τόσο εύκολο. Γιατί βρίσκεται παντού; Ο Nassim Taleb, στο επίμετρο του βιβλίου του «Μαύρος κύκνος», είχε θέσει ένα ερώτημα που λογικά προκύπτει: γιατί ένας τεχνολογικός πολιτισμός καταλήγει να σκεφτεί, πώς θέλει να διευκρινίσει ακριβώς το γιατί κάποιος έχει σκέψεις; Την απάντηση την βρήκε σε μια ήπια μορφή αυτισμού, στο σύνδρομο Asperger.

Μπορεί κανείς να διαφωνεί, αν οι αυτιστικοί έχουν πράγματι πρόβλημα να μπουν στην θέση των άλλων, και πως αναπτύσσουν μια τάση προς ποσοτικοποίηση ανθρώπων και πραγμάτων, από όλες τις απόψεις. Ο Taleb περιγράφει επίσης, πως η υποτιθέμενη κοινωνία της γνώσης δημιουργεί συνεχώς νέες γραμματικές, ώστε να κόψει και να ράψει το σύμπαν έτσι, ώστε να ταιριάζει στα μοντέλα της.

Και όταν χρειάστηκε μια απόδειξη, πήρε τον λόγο ένας σημαντικός οικονομολόγος, ο Tyler Cowen, και είπε πως τά συμπτώματα της κρίσης της νέας οικονομίας δεν προκλήθηκαν από τον υπερβολικό, αλλά από τον ελλειπή αυτισμό. Στην ιστορία τής οικονομίας (με αρχή το εργοστάσιο βελονών για ράψιμο του Adam Smith, όπου για πρώτη φορά εκτελούνται οι ίδιες επαναλαμβανόμενες κινήσεις), αυτός βλέπει την αναζήτηση τής «διανοητικής δύναμης του αυτισμού»Οι υπολογιστές δεν είναι τίποτε άλλο παρά εργαλεία που μιμούνται τις ικανότητες ενός αυτιστικού. Μας προπονούν για ένα κόσμο, όπου επιβιώνει μόνο εκείνος που έχει μόνο ένα σκοπό,όπως σε ένα παιχνίδι όπου το αποτέλεσμα είναι ζωή ή θάνατος. Γράφει ο Cowen: «Στις μέρες μας, ένα νέο είδος ανθρώπου δημιουργεί μέσα στο κεφάλι του, την δική του ή την δική τους, πολύ προσωπική οικονομία»309.

Συνεχίζεται.

Σχόλιο: Ο Κάντ είχε δώσει το θανατηφόρο χτύπημα στο πνεύμα του ανθρώπου, λέγοντας ότι γνωρίζουμε μόνον ότι φτιάχνουμε. Σήμερα με την τεχνολογία που προέκυψε από τη φιλοσοφική επανάσταση του Κάντ, κατοικούμε στον κόσμο που φτιάχνουμε. Αυτή είναι η εξέλιξη του υποκειμένου. Το κέντρο του κόσμου που δημιουργείται από το υποκείμενο είναι το αληθινό, το Θεϊκό Εγώ. Το οποίο εικονίζει το κατ'εικόνα και το καθ'ομοίωσιν. ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ. Σήμερα λοιπόν, δεν υπάρχει πλέον η πραγματικότης, ούτε το σώμα. Στην εικονική πραγματικότητα που ζούμε υπάρχει μόνον η "σάρκα" και η λογική της.  Σήμερα δε ο ανθρωπόθεος προχωρά στην δημιουργία δικής του Εκκλησίας, δια της οποίας θα σώσει τον κόσμο που δημιουργεί από τον παλαιό Θεό, που δυστυχώς απεδείχθη ικανός μόνον για την δημιουργία πολέμων. 
Γι' αυτό σήμερα είναι αδύνατον να κατανοηθούν οι Πατέρες της εκκλησίας, διότι έζησαν και αγίασαν στην πραγματικότητα τής δημιουργίας τού Θεού καί τού δημιουργημένου ένθεου ανθρώπου. Σήμερα κατασκευάζουμε τόν εαυτό μας μόνοι μας. 

Αμέθυστος.
Σημειώσεις
304. Peter H. Diamandis and Steven Kotler, Abundance: The Future Is Better Than You Think, σ. 13.
305. Gilder, Microcosm, σ. 21.
306. Michael Lewis, Boomerang, σ. 197.
307. Michael Lewis, Boomerang, σ. 199.
308. Castells, The Rise of the Network Society.
309. Tyler Cowen, The Age of the Infovore: Succeeding in the Information Economy, σ. 13.

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2025

Εγώ. Το παιχνίδι της ζωής (55)--Ο νέος άνθρωπος - Ο homo oeconomicus, ο χρεωμένος, ο δούλος πού κατασκευάζει καί συντηρεί τίς πυραμίδες τών νέων Φαραώ.

  Συνέχεια απο Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2025

Μαζική παράνοια β 
Αφθονία, πλούτος γιά όλους και η κοινωνία τής γνώσης
Η «Δια βίου μάθηση» έχει ως λειτουργία, να δημιουργήσει και στο κεφάλι αυτή την κατάσταση, όπου όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα. Και έτσι, η «δια βίου μάθηση», που ακούγεται ως κάτι ήρεμο και ειδυλλιακό, είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που φαντάζεται κανείς: είναι η ικανότητα να εξαλείφεις διαρκώς την γνώση στην οποία μέχρι χθες πίστευες, ακόμα και την ίδια σου την ταυτότητα. Γιατί αυτό που ήταν, αυτό που έπρεπε να μάθεις, ήταν ακόμα και για τις εκπαιδευτικές υπηρεσίες αινιγματικό, οι οποίες μέσα σε λίγα χρόνια γράφουν εντελώς νέα σχολικά προγράμματα, που αντιφάσκουν στα παλιά. 

Στην Καλιφόρνια για παράδειγμα, η συμμετοχή τού κράτους στα πανεπιστήμια μειώθηκε κατά 30% τα τελευταία 30 χρόνια. Αυτό οδήγησε σε μια περίεργη κατάσταση: στο Eldorado τής νέας σκέψης, το κράτος δίνει, κατά ένα τρίτο, περισσότερα για τις φυλακές από όσα δίνει για τα πανεπιστήμια.
Ακριβώς με την εποχή τής «κοινωνίας της γνώσης» συμπίπτει και η κατάπτωση των γερμανικών πανεπιστημίων και των φοιτητών τους, όπου είχε εξαλειφθεί η τόσο ποθούμενη δημιουργικότητα.
Δεν έγινε απλά ένας νέος υπολογισμός τού οικονομικού συμφέροντος τής «παιδείας», αλλά είχε λάβει χώρα μια θεμελιώδης αλλαγή προοπτικής. Η ιδέα τής μάθησης και τής παιδείας στόχευε στον σχηματισμό τής ταυτότητος η οποία θα διαρκούσε μια ζωή. Η γενική παιδεία, η οποία δεν σκοπεύει να είναι άμεσα χρήσιμη στην βιομηχανία, στοιχίζει τα λιγότερα και έχει τις πιο μακροπρόθεσμες επιδράσεις στην ζωή.
Αυτή όμως είναι η προοπτική του ατόμου. Στις ρευστές συνθήκες της σύγχρονης επικοινωνίας και εργασίας, η ταυτότητα είναι ενοχλητική, επειδή απαιτεί αξιοπιστία, η οποία σήμερα δεν είναι πια εγγυημένη. Όπως έδειξε ο ανθρωπολόγος Joseph Tainter στο έργο του «Κατάρρευση πολύπλοκων κοινωνιών», από την εξειδικευμένη ταχεία εκπαίδευση επωφελείται μόνο ένας μικρός κλάδος της κοινωνίας, ενώ το κόστος διαμοιράζεται σε όλη την κοινωνία298.
Δεν μπορεί κανείς να μιλά περί «άυλων αγαθών», και να πιστεύει πως το περιεχόμενο τού κεφαλιού του δεν έχει σχέση με την μελλοντική εξέλιξη των αγορών. «Η δια βίου μάθηση» ήταν για αιώνες μια κοινοτοπία, μέχρι που έλαβε από την Wall Street μια άλλη ερμηνεία, και τώρα σημαίνει: κάθε δευτερόλεπτο να προσαρμόζεσαι στις νέες συνθήκες της αγοράς.
«Οικονομία τής γνώσης», «κοινωνία τής πληροφορίας» ή «κοινωνία τών υπηρεσιών», «εγώ-ανώνυμη εταιρία/μονοπρόσωπη εταιρία», «προγράμματα αρίστων επιδόσεων»  είναι πληθωριστικές αόριστες έννοιες, οι οποίες διοχετεύονται στοχευμένα στις διάνοιές μας. Ισχύει πως η Αριστερά, με μεγάλες θυσίες κατάφερε να επωμισθεί τις έννοιες ελευθερία, χειραφέτηση και πρόοδος στον 20ο αιώνα - ακόμα και εκεί που τα φαινόμενα, στον υπαρκτό σοσιαλισμό, προφανώς αντιφάσκουν.
Η απαγωγή τών εννοιών, στις οποίες δεν μπορεί κανείς να αντιταχθεί, λαμβάνει χώρα κατά τον 21οαιώνα στην άλλη πλευρά. Ποιος αντιτίθεται στην παιδεία, την μάθηση, την γνώση; Η κατάσταση όπου η ταυτότητα έχει γίνει τόσο ρευστή, όπως οι αριθμοί στην οθόνη τού χρηματιστή, δεν είναι απλώς μια «διαρκής επανάσταση»;
Το θέμα είναι πάντοτε, ποιος μιλά έτσι για την ζωή: ο άνθρωπος ο ίδιος, ή εκείνοι που θα έπρεπε να τον προσλαμβάνουν, νά τόν πληρώνουν και στηρίζουν; Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με την ψυχολογία, στην δεύτερη με καθαρή οικονομία.
Στην Wall Street, προφήτες τής παγκοσμιοποίησης όπως ο Thomas Friedman, έκαναν τον περίπατο τους και ταυτοποιούσαν τούς ανεπίδεκτους μαθήσεως χαμένους. «Οι χελώνες... είναι η μεγαλύτερη απειλή για τις νέες hightech αγορές στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο, επειδή φοβούνται πως θα τις πατήσουν πάνω στον αυτοκινητόδρομο των πληροφοριών»299.
Ως τέτοιες χελώνες χαρακτήρισε για παράδειγμα τούς συνταξιούχους στην Ρωσία ή τους χωρικούς στις αναπτυσσόμενες χώρες, οι οποίοι «κατατρώγουν» το τροπικό δάσος και τους περιορισμένους πόρους μας.
Παλιά θα λέγαμε: και τι άλλο να κάνουν; Όχι όμως στην νέα εποχή: στην εποχή τής οικονομίας τής πληροφορίας έχει δημιουργηθεί μια αστείρευτη πρώτη ύλη, που επιτρέπει σε κάθε χελώνα να γίνει αντιλόπη, μόνο με την δύναμη τού πνεύματος. Το θαυμαστό υλικό που το κατορθώνει αυτό είναι η «πληροφορία», την οποία χωνεύουν τα δίκτυα και μετατρέπουν σε οποιοδήποτε επιθυμητό προϊόν.
Όταν οι χρηματιστές τής Wall Street ανακάλυψαν, πως στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο ακόμα και το χρήμα είναι πληροφορία (που όπως είπε κάποιος, καθιστά έναν υπολογιστή εκτυπωτή χρημάτων), τότε είχε δημιουργηθεί το εκρηκτικό μείγμα από χρήμα, πνεύμα και επένδυση, πολύ πριν τα σχολεία, πανεπιστήμια και υπουργεία παιδείας πηδήξουν στο τραίνο που λέγεται «ανθρώπινο κεφάλαιο». Οι επενδυτές-τραπεζίτες, οικονομολόγοι και μεγιστάνες τού λογισμικού είχαν πια γίνει ειδικοί για την ψυχή. Δεν έγιναν αναλυτές, αλλά σαμάνοι.
Κορόιδευαν τον Freud που ερμήνευε την ψυχή με μεταφορικά σχήματα από την εποχή τής ατμομηχανής: «δυνάμεις», «ορμές», «πίεση». Με τα bits, με το 1 και το 0, ναι και όχι, αποκλεισμός και εγκλεισμός, άναμμα και σβήσιμο, είχαν επιδείξει την μαγεία τους, και ισχυρίστηκαν πως η ταυτότητα δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο παρά διαρκής κίνηση.

Αυτή ήταν η στιγμή κατά την οποία γεννήθηκε η TINA, There Is No Alternative. «Δεν πιστεύω πως κάποτε θα υπάρξει μια εναλλακτική ιδεολογία. Δεν υπάρχει καμιά εναλλακτική»300, είχε μηνύσει ο Friedman από το νησί του προς τους ανεπίδεκτους μαθήσεως σε όλον τον κόσμο.
Μέσα στο τηλεσκόπιο τών ιδεολόγων τής παγκοσμιοποίησης, τα προσωπικά ζητήματα δικαιοσύνης συρρικνώνονται στην διάσταση τής χελώνας. Το ότι κατά την περίοδο τής κρίσης τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται και οι απώλειες κοινωνικοποιούνται, δεν είναι απλώς ένα γεγονός που προσβάλλει την οικονομική λογική τού καθενός. Είναι στον πυρήνα του επίθεση κατά της ιδέας της δημοκρατίας.
Με τον τρόπο αυτό είχε σπάσει ο δεσμός μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας - γράφει ο super-quant Emanuel Derman, που δημιούργησε μερικά από τα μοντέλα που έχουν ξεφύγει από τον έλεγχο. «Είδαμε να αντιμετωπίζονται επιχειρήσεις με μια φιλικότητα που αρμόζει σε ανθρώπους... και από την άλλη άνθρωποι να αντιμετωπίζονται σαν αντικείμενα301».
Η νέα εικόνα του κόσμου είναι για τον λόγο αυτό, η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου βίου και η εμπορευματοποίηση του προσωπικού.
Στα μέσα ενημέρωσης των ΗΠΑ και της Γερμανίας, είχε πανηγυριστεί ως επανάσταση το γεγονός, πως «η δύναμη που για γενιές βρισκόταν στα χέρια μερικών λευκών ανδρών», μπορεί τώρα να καταληφθεί από κάθε άνδρα και γυναίκα. «Δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο επένδυσης, αλλάζει και τον τρόπο ζωής και εργασίας μας»302.
Το πρόγραμμα αυτό θέλει να παρουσιάζεται επιστημονικό, είναι στην πραγματικότητα όμως μαγικό.
«Όπως η κβαντική φυσική υπερέβη την ύλη του Newton, έτσι υπερβαίνει η κβαντική οικονομία την ύλη του Newton δημιουργώντας πλούτο». Θα σκεφτεί κανείς, πως αυτός που τα λέει αυτά δεν είναι στα καλά του. Ακόμα και αν τα λέει ο George Gilder303, ένας από τους στενότερους συμβούλους τουRonald Reagan. Και όμως συνέβη, όπως το ξέρουμε όλοι, αυτό που προείπε: οι quants τής WallStreet ήταν οι πρώτοι που είχαν αρχίσει να δημιουργούν από το τίποτα κάτι.

Συνεχίζεται.

ΔΥΣΤΥΧΩΣ Η ΑΝΕΞΗΓΗΤΗ ΑΔΡΑΝΕΙΑ ΚΑΙ Η ΑΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΕΙ ΤΗΝ ΣΚΕΨΗ ΜΑΣ ΕΞ ΑΙΤΙΑΣ ΤΟΥ ΜΙΜΗΤΙΣΜΟΥ ΜΑΣ, ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΟΤΙ ΠΑΝΤΟΥ ΤΑ ΙΔΙΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ, ΠΑΡΟΤΙ Η ΣΚΕΨΗ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΓΕΝΟΣ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΕΝΙΚΟΛΟΓΙΑ, ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΟΤΙ Η ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΑΝΕΚΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΕΊ ΣΤΟΝ ΕΓΚΕΦΑΛΟ ΜΑΣ.

Αμέθυστος. 

Σημειώσεις
298. Joseph A. Tainter, The Collapse of Complex Societies, σελ. 111.
299. Thomas L. Friedman, ‘Time of the Turtles’.
300. Thomas L. Friedman, ‘Time of the Turtles’.
301. Emanuel Derman, Models. Behaving. Badly.: Why Confusing Illusion with Reality Can Lead to Disaster, on Wall Street and in Life, σ. 192
302. Frank, One Market under God, σ. 157.
303. Gilder, ‘The Soul of Silicon’.