Συνέχεια από Πέμπτη 10. Σεπτεμβρίου 2026
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 10
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου
Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου
Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999
Γ΄
Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ (συνέχεια)
Κάποτε ο Γέροντας συνομίλησε με έναν φοιτητή, ο οποίος είχε επισκεφθεί τον Άθωνα και μιλούσε πολύ για την ελευθερία. Όπως πάντοτε, ο Γέροντας παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή τις σκέψεις και τα συναισθήματα του συμπαθητικού αλλά αφελούς συνομιλητή του. Βέβαια, οι ιδέες του φοιτητή για την ελευθερία επικεντρώνονταν, από τη μία, στην αναζήτηση περισσότερων πολιτικών ελευθεριών και, από την άλλη, στη δυνατότητα να ενεργεί κανείς γενικά σύμφωνα με τα δικά του κίνητρα και τις επιθυμίες του.
Ο Γέροντας, απαντώντας, εξέθεσε τις δικές του απόψεις:
«Ποιος δεν θέλει ελευθερία; Όλοι τη θέλουν, αλλά πρέπει να γνωρίζεις σε τι συνίσταται και πώς αποκτάται. Εκείνος που επιθυμεί την ελευθερία δεσμεύει τον εαυτό του. Στον βαθμό που δεσμεύεις τον εαυτό σου, το πνεύμα σου θα απολαμβάνει ελευθερία... Πρέπει να δεσμεύεις τα πάθη μέσα σου, ώστε να μην κυριαρχήσουν πάνω στο πνεύμα σου· πρέπει να δεσμεύεις τον εαυτό σου, ώστε να μην αδικήσεις τον πλησίον σου...
»Συνήθως οι άνθρωποι ζητούν την ελευθερία για να κάνουν “ό,τι θέλουν”. Αυτό όμως δεν είναι ελευθερία, αλλά η εξουσία της αμαρτίας επάνω σου. Η ελευθερία να αμαρτάνεις, να γαστριμαργείς, να μεθάς, να μνησικακείς, να εκβιάζεις, να φονεύεις ή να πράττεις κάτι παρόμοιο, δεν είναι καθόλου ελευθερία, αλλά δουλεία, όπως είπε ο Κύριος: “Πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας” (Ἰωάν. η΄ 34). Είναι αναγκαίο να προσεύχεσαι πολύ, για να ελευθερωθείς από αυτή τη φοβερή δουλεία.
»Εμείς φρονούμε ότι η αληθινή ελευθερία βρίσκεται στο να μην αμαρτάνεις, στο να αγαπάς τον Κύριο και τον πλησίον με όλη την καρδιά σου και με όλη τη δύναμή σου.
»Η αληθινή ελευθερία είναι η διαρκής παραμονή στον Θεό».
Αν και ο λόγος του Γέροντα, ως προς το βάθος του, ξεπερνούσε τα όρια της αντίληψης του νεαρού φοιτητή, εκείνος έφυγε βαθιά επηρεασμένος.
Έχουμε διατηρήσει γραπτή σημείωση από μια συνομιλία του Γέροντα με κάποιον μοναχό, ο οποίος τον επισκέφθηκε. Αυτό συνέβη παρουσία μας στις 18 Μαρτίου του 1932.
Ο Γέροντας έλεγε ότι στην πείρα των Αγίων Πατέρων μπορούμε να δούμε διάφορους τρόπους πολέμου εναντίον του λογισμού, αλλά ο καλύτερος είναι να μην έρχεται κανείς με κανέναν τρόπο σε συνομιλία μαζί του.
Ο νους που συνομιλεί με τον λογισμό θα συναντήσει την αδιάκοπη ανάπτυξή του και, παρασυρόμενος από αυτόν, θα απομακρυνθεί από τη μνήμη του Θεού· και αυτό ακριβώς είναι ο σκοπός των δαιμόνων. Έτσι, από τη συνομιλία με τον λογισμό ο νους δεν βγαίνει καθαρός, αλλά ταραγμένος.
Ο ερημίτης Στέφανος, ο οποίος είχε θρέψει με τα ίδια του τα χέρια μια λεοπάρδαλη (Κλίμαξ, Λόγος 7ος, 50), πριν από το τέλος της ζωής του, επειδή είχε τη συνήθεια να «αντιλέγει» στους λογισμούς, μπήκε σε διαμάχη μαζί τους και έτσι βρέθηκε να αντιπαλεύει με τους δαίμονες.
Ο όσιος Μάρκος ο Αθηναίος, ο οποίος είχε ασκητεύσει στο όρος της Θράκης, επειδή πριν από την έξοδό του από αυτή τη ζωή παρηγορούσε την ψυχή του απαριθμώντας τους ασκητικούς του κόπους, κρατήθηκε στον αέρα για μία ώρα· αλλά αυτό το «για μία ώρα» σημαίνει ότι υπήρχε κίνδυνος να παραμείνει σε αυτή την κατάσταση και για πάντα...
Άλλοι Πατέρες ήταν πιο συνετοί στον πνευματικό αγώνα.
Ο άγιος Μακάριος ο Μέγας, ενώ περνούσε ήδη τον εναέριο χώρο, δεν έπαψε να ταπεινώνεται και, όταν από μακριά οι δαίμονες του φώναζαν ότι τους είχε ξεφύγει, απάντησε: «Όχι ακόμη». Απάντησε έτσι, επειδή είχε συνηθίσει να κρατά τον νου του στον άδη, και πράγματι ξέφυγε από τους δαίμονες.
Ο όσιος Ποιμήν ο Μέγας, έχοντας διδαχθεί από μακρά πείρα ότι ο πιο επικίνδυνος και ισχυρός εχθρός είναι η υπερηφάνεια, πίεζε τον εαυτό του σε όλη του τη ζωή ώστε να «αρπάξει» την ταπείνωση του Χριστού, και γι’ αυτό έλεγε στους μαθητές του: «Πιστεύσατε, τέκνα, εἰς τὸν τόπον ὅπου βάλλεται ὁ σατανᾶς, ἐκεῖ βάλλομαι». Αλλά, γνωρίζοντας στα βάθη της ψυχής του πόσο αγαθός και ελεήμων είναι ο Κύριος, έλπιζε ακράδαντα ότι θα τον σώσει.
Το να θεωρεί κανείς τον εαυτό του καταδικασμένο στην κόλαση είναι ο καλύτερος τρόπος για να διατηρεί τον νου του καθαρό από κάθε εμπαθή λογισμό. Πολλοί όμως ασκητές δεν το κατανοούν αυτό ούτε μπορούν να σκέφτονται έτσι, αλλά απελπίζονται, επειδή δεν μπορούν να κρατούν τον νου τους στον άδη και συγχρόνως να ελπίζουν στο έλεος του Θεού...
Για να μην εισέρχεσαι καθόλου σε διάλογο με τον λογισμό, πρέπει με όλη σου τη δύναμη και με όλη σου τη διάνοια να προσκολλάσαι στον Θεό και να λες: «Κύριε, είμαι αμαρτωλός και ανάξιος του ελέους Σου· Εσύ όμως, μόνο κατά την ευσπλαχνία Σου, σώσε με»...
Πολλές φορές η ψυχή, εξαιτίας μιας μόνο σκέψης αμφιβολίας για το έλεος του Θεού, «κι αν ο Κύριος δεν συγχωρήσει;», ζημιώνεται πολύ... Η απόγνωση όμως είναι το χειρότερο απ’ όλα· είναι βλασφημία εναντίον του Θεού, σαν να μην είχε Εκείνος τη δύναμη να μας σώσει ή σαν το πλήθος των αμαρτιών μας να μπορούσε να ξεπεράσει το άπειρο έλεος του Θεού... Εκείνος σήκωσε μέχρι τέλους τις αμαρτίες ολόκληρου του κόσμου... Αν η μητέρα συγχωρεί τα πάντα στο παιδί της, επειδή ακόμη είναι άπλαστο, ακόμη περισσότερο συγχωρεί ο Κύριος, αν ταπεινωνόμαστε και μετανοούμε...
Ο πνευματικός πόλεμος μοιάζει από πολλές απόψεις με τον συνηθισμένο πόλεμο· και σε αυτόν απαιτείται επίσης ανδρεία. Η πνευματική ανδρεία βρίσκεται στην ισχυρή ελπίδα στο έλεος του Θεού. Ο ανδρείος ασκητής, ακόμη κι αν πέσει σε αμαρτία ή παρασυρθεί και ξεφύγει από τον ορθό δρόμο, ακόμη κι αν φτάσει να προσκυνήσει τον δαίμονα, δεν αποθαρρύνεται, αλλά με πλήρη ελπίδα στρέφεται με μετάνοια προς τον Θεό και έτσι νικά τους εχθρούς. Η δειλή όμως ψυχή πέφτει σε σύγχυση, απελπίζεται και στο τέλος χάνεται...
Όταν κάποιος παρεκκλίνει από τον ορθό δρόμο και πέσει σε πλάνη, τότε πρώτα απ’ όλα είναι απαραίτητο να εξομολογηθεί ειλικρινά ενώπιον πνευματικού. Με τη δύναμη της καθαρής εξομολόγησης η ενέργεια της πλάνης οπωσδήποτε θα εξασθενήσει και, ύστερα από κάποιο διάστημα, θα έρθει και η πλήρης διόρθωση.
Πολλοί πλανώνται, αλλά δυστυχώς λίγοι διορθώνονται.
Πολλοί λαμβάνουν στην αρχή μεγάλη χάρη· ελάχιστοι όμως, αφού τη χάσουν, την αποκτούν ξανά.
Κάποιος μοναχός ρώτησε:
– Γιατί ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός προσευχόταν να επιστρέψουν τα πάθη;
– Ο Άγιος Ιωάννης ο Κολοβός, απάντησε ο Γέροντας, με τη φλογερή του μετάνοια, μέσα σε σχετικά λίγο χρόνο, νίκησε τα πάθη· δεν είχε όμως ακόμη λάβει την αγάπη για τον κόσμο και την προσευχή γι’ αυτόν. Όταν λοιπόν έπαψε να ενοχλείται από τα πάθη, είδε ότι είχε εξασθενήσει μέσα του η προσευχή. Γι’ αυτό παρακαλούσε να επιστρέψουν τα πάθη, ώστε, αγωνιζόμενος πάλι εναντίον τους, να παραμένει σε αδιάλειπτη και θερμή προσευχή. Αν όμως, μετά τη νίκη κατά των παθών, είχε λάβει τη χάρη της προσευχής για τον κόσμο, τότε δεν θα υπήρχε ανάγκη να επιστρέψουν οι πειρασμοί. Όταν ο άνθρωπος πολεμά τα πάθη, δεν μπορεί να παραμένει σε καθαρή θεωρία του Θεού ούτε να προσεύχεται με θέρμη για τον κόσμο... Έτσι νομίζω.
Ο μοναχός ρώτησε ακόμη:
– Γιατί κάποιος γέροντας, όταν ρωτήθηκε, είπε στον Όσιο Ποιμένα τον Μέγα να αφήνει τον λογισμό να μπει στην καρδιά και ύστερα να πολεμά εναντίον του, ενώ αντίθετα σε έναν άλλο αδελφό είπε να αποβάλλει τον λογισμό μόλις αυτός εμφανίζεται;
Ο Γέροντας Σιλουανός απάντησε:
– Από αυτή την απάντηση είναι φανερό ότι ορισμένοι από τους Πατέρες ακολουθούσαν μια τέτοια τακτική στον πνευματικό πόλεμο. Δηλαδή επέτρεπαν στον λογισμό να μπει στην καρδιά και ύστερα πολεμούσαν εναντίον του. Στην περίπτωση αυτή όμως είναι δυνατές δύο καταστάσεις. Η μία είναι όταν ο άνθρωπος δεν έχει μάθει ακόμη να φυλάει τον νου του και οι λογισμοί, έτσι κι αλλιώς, εισχωρούν στην καρδιά. Σε αυτή την περίπτωση όμως μπορεί κανείς να ηττηθεί. Η άλλη είναι όταν ο μοναχός επιτρέπει στον λογισμό να εισέλθει στην καρδιά όχι από αδυναμία, αλλά συνειδητά, θέλοντας να μελετήσει όλες τις ενέργειές του. Αλλά και αυτός ο τρόπος πάλι εμποδίζει τον άνθρωπο να παραμένει στη θεωρία.
»Εκείνος ο αδελφός που έλαβε από τον Γέροντα την εντολή να αποκλείει αμέσως τον λογισμό και να μην εισέρχεται σε συνομιλία μαζί του ήταν μάλλον άπειρος, και αυτή η εντολή τον εισήγαγε στη μεγάλη επιστήμη του πολέμου κατά των λογισμών. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, είναι προτιμότερο ο ασκητής σε καμία περίπτωση να μη δέχεται τους λογισμούς, αλλά με όλη τη δύναμη της ψυχής του να προσεύχεται, επειδή ο νους που προσεύχεται καθαρά φωτίζεται από τον Θεό.
Ο μοναχός ρώτησε:
– Πώς είναι δυνατό να διαφυλάττω τον νου καθαρό;
– Οι Άγιοι Πατέρες μάς παρέδωσαν τη διδασκαλία για τη νοερά καρδιακή προσευχή. Με αυτή φυλάσσεται ο νους. Και εγώ δεν γνωρίζω άλλη οδό καλύτερη για την τήρηση των εντολών του Θεού.
Όταν νέοι τον ρωτούσαν πολλές φορές ποια οδό ζωής έπρεπε να επιλέξουν, ο Γέροντας απαντούσε με διαφορετικό τρόπο. Σε άλλους συμβούλευε να σπουδάσουν Θεολογία, για μελλοντική ποιμαντική διακονία στην Εκκλησία· άλλους «ευλογούσε» να σπουδάσουν, αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε οι σπουδές να συνδυάζονται με την προσευχή και την ασκητική εγκράτεια· και άλλους συμβούλευε να μην επιδιώξουν επιστημονική μόρφωση, αλλά να αφιερώσουν όλες τους τις δυνάμεις στην προσευχή και την άσκηση.
Η τελευταία συμβουλή ήταν η πιο σπάνια, επειδή ο Γέροντας Σιλουανός πίστευε ότι είχε έρθει εκείνος ο καιρός για τον οποίο είχε προείπει ο Πατήρ Στρατόνικος, κατά τον οποίο πολλοί «διανοούμενοι» θα ζούσαν μοναχικά μέσα στον κόσμο. Γενικά ο Γέροντας πίστευε ότι οι συνθήκες για τον μοναχικό βίο με τη μορφή που είχε στο παρελθόν μεταβάλλονται και γίνονται μάλλον δυσμενείς, αλλά ότι η κλήση και ο πόθος για τον μοναχισμό δεν θα εκλείψουν ποτέ.
Στον Γέροντα παρατηρήσαμε τη σταθερή πεποίθηση ότι η πνευματική ζωή, δηλαδή η άσκηση της νοεράς προσευχής συνοδευόμενης από βαθιά πίστη, είναι ανώτερη από κάθε άλλη ενέργεια του ανθρώπινου πνεύματος. Και γι’ αυτό εκείνος στον οποίο δόθηκε αυτή η χάρη οφείλει να την προτιμήσει από καθετί άλλο, ακόμη και από τις «σπουδές», φυλάσσοντάς την ως τον πολύτιμο μαργαρίτη (βλ. Ματθ. ιγ΄ 46).
Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ (συνέχεια)
Κάποτε ο Γέροντας συνομίλησε με έναν φοιτητή, ο οποίος είχε επισκεφθεί τον Άθωνα και μιλούσε πολύ για την ελευθερία. Όπως πάντοτε, ο Γέροντας παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή τις σκέψεις και τα συναισθήματα του συμπαθητικού αλλά αφελούς συνομιλητή του. Βέβαια, οι ιδέες του φοιτητή για την ελευθερία επικεντρώνονταν, από τη μία, στην αναζήτηση περισσότερων πολιτικών ελευθεριών και, από την άλλη, στη δυνατότητα να ενεργεί κανείς γενικά σύμφωνα με τα δικά του κίνητρα και τις επιθυμίες του.
Ο Γέροντας, απαντώντας, εξέθεσε τις δικές του απόψεις:
«Ποιος δεν θέλει ελευθερία; Όλοι τη θέλουν, αλλά πρέπει να γνωρίζεις σε τι συνίσταται και πώς αποκτάται. Εκείνος που επιθυμεί την ελευθερία δεσμεύει τον εαυτό του. Στον βαθμό που δεσμεύεις τον εαυτό σου, το πνεύμα σου θα απολαμβάνει ελευθερία... Πρέπει να δεσμεύεις τα πάθη μέσα σου, ώστε να μην κυριαρχήσουν πάνω στο πνεύμα σου· πρέπει να δεσμεύεις τον εαυτό σου, ώστε να μην αδικήσεις τον πλησίον σου...
»Συνήθως οι άνθρωποι ζητούν την ελευθερία για να κάνουν “ό,τι θέλουν”. Αυτό όμως δεν είναι ελευθερία, αλλά η εξουσία της αμαρτίας επάνω σου. Η ελευθερία να αμαρτάνεις, να γαστριμαργείς, να μεθάς, να μνησικακείς, να εκβιάζεις, να φονεύεις ή να πράττεις κάτι παρόμοιο, δεν είναι καθόλου ελευθερία, αλλά δουλεία, όπως είπε ο Κύριος: “Πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας” (Ἰωάν. η΄ 34). Είναι αναγκαίο να προσεύχεσαι πολύ, για να ελευθερωθείς από αυτή τη φοβερή δουλεία.
»Εμείς φρονούμε ότι η αληθινή ελευθερία βρίσκεται στο να μην αμαρτάνεις, στο να αγαπάς τον Κύριο και τον πλησίον με όλη την καρδιά σου και με όλη τη δύναμή σου.
»Η αληθινή ελευθερία είναι η διαρκής παραμονή στον Θεό».
Αν και ο λόγος του Γέροντα, ως προς το βάθος του, ξεπερνούσε τα όρια της αντίληψης του νεαρού φοιτητή, εκείνος έφυγε βαθιά επηρεασμένος.
Έχουμε διατηρήσει γραπτή σημείωση από μια συνομιλία του Γέροντα με κάποιον μοναχό, ο οποίος τον επισκέφθηκε. Αυτό συνέβη παρουσία μας στις 18 Μαρτίου του 1932.
Ο Γέροντας έλεγε ότι στην πείρα των Αγίων Πατέρων μπορούμε να δούμε διάφορους τρόπους πολέμου εναντίον του λογισμού, αλλά ο καλύτερος είναι να μην έρχεται κανείς με κανέναν τρόπο σε συνομιλία μαζί του.
Ο νους που συνομιλεί με τον λογισμό θα συναντήσει την αδιάκοπη ανάπτυξή του και, παρασυρόμενος από αυτόν, θα απομακρυνθεί από τη μνήμη του Θεού· και αυτό ακριβώς είναι ο σκοπός των δαιμόνων. Έτσι, από τη συνομιλία με τον λογισμό ο νους δεν βγαίνει καθαρός, αλλά ταραγμένος.
Ο ερημίτης Στέφανος, ο οποίος είχε θρέψει με τα ίδια του τα χέρια μια λεοπάρδαλη (Κλίμαξ, Λόγος 7ος, 50), πριν από το τέλος της ζωής του, επειδή είχε τη συνήθεια να «αντιλέγει» στους λογισμούς, μπήκε σε διαμάχη μαζί τους και έτσι βρέθηκε να αντιπαλεύει με τους δαίμονες.
Ο όσιος Μάρκος ο Αθηναίος, ο οποίος είχε ασκητεύσει στο όρος της Θράκης, επειδή πριν από την έξοδό του από αυτή τη ζωή παρηγορούσε την ψυχή του απαριθμώντας τους ασκητικούς του κόπους, κρατήθηκε στον αέρα για μία ώρα· αλλά αυτό το «για μία ώρα» σημαίνει ότι υπήρχε κίνδυνος να παραμείνει σε αυτή την κατάσταση και για πάντα...
Άλλοι Πατέρες ήταν πιο συνετοί στον πνευματικό αγώνα.
Ο άγιος Μακάριος ο Μέγας, ενώ περνούσε ήδη τον εναέριο χώρο, δεν έπαψε να ταπεινώνεται και, όταν από μακριά οι δαίμονες του φώναζαν ότι τους είχε ξεφύγει, απάντησε: «Όχι ακόμη». Απάντησε έτσι, επειδή είχε συνηθίσει να κρατά τον νου του στον άδη, και πράγματι ξέφυγε από τους δαίμονες.
Ο όσιος Ποιμήν ο Μέγας, έχοντας διδαχθεί από μακρά πείρα ότι ο πιο επικίνδυνος και ισχυρός εχθρός είναι η υπερηφάνεια, πίεζε τον εαυτό του σε όλη του τη ζωή ώστε να «αρπάξει» την ταπείνωση του Χριστού, και γι’ αυτό έλεγε στους μαθητές του: «Πιστεύσατε, τέκνα, εἰς τὸν τόπον ὅπου βάλλεται ὁ σατανᾶς, ἐκεῖ βάλλομαι». Αλλά, γνωρίζοντας στα βάθη της ψυχής του πόσο αγαθός και ελεήμων είναι ο Κύριος, έλπιζε ακράδαντα ότι θα τον σώσει.
Το να θεωρεί κανείς τον εαυτό του καταδικασμένο στην κόλαση είναι ο καλύτερος τρόπος για να διατηρεί τον νου του καθαρό από κάθε εμπαθή λογισμό. Πολλοί όμως ασκητές δεν το κατανοούν αυτό ούτε μπορούν να σκέφτονται έτσι, αλλά απελπίζονται, επειδή δεν μπορούν να κρατούν τον νου τους στον άδη και συγχρόνως να ελπίζουν στο έλεος του Θεού...
Για να μην εισέρχεσαι καθόλου σε διάλογο με τον λογισμό, πρέπει με όλη σου τη δύναμη και με όλη σου τη διάνοια να προσκολλάσαι στον Θεό και να λες: «Κύριε, είμαι αμαρτωλός και ανάξιος του ελέους Σου· Εσύ όμως, μόνο κατά την ευσπλαχνία Σου, σώσε με»...
Πολλές φορές η ψυχή, εξαιτίας μιας μόνο σκέψης αμφιβολίας για το έλεος του Θεού, «κι αν ο Κύριος δεν συγχωρήσει;», ζημιώνεται πολύ... Η απόγνωση όμως είναι το χειρότερο απ’ όλα· είναι βλασφημία εναντίον του Θεού, σαν να μην είχε Εκείνος τη δύναμη να μας σώσει ή σαν το πλήθος των αμαρτιών μας να μπορούσε να ξεπεράσει το άπειρο έλεος του Θεού... Εκείνος σήκωσε μέχρι τέλους τις αμαρτίες ολόκληρου του κόσμου... Αν η μητέρα συγχωρεί τα πάντα στο παιδί της, επειδή ακόμη είναι άπλαστο, ακόμη περισσότερο συγχωρεί ο Κύριος, αν ταπεινωνόμαστε και μετανοούμε...
Ο πνευματικός πόλεμος μοιάζει από πολλές απόψεις με τον συνηθισμένο πόλεμο· και σε αυτόν απαιτείται επίσης ανδρεία. Η πνευματική ανδρεία βρίσκεται στην ισχυρή ελπίδα στο έλεος του Θεού. Ο ανδρείος ασκητής, ακόμη κι αν πέσει σε αμαρτία ή παρασυρθεί και ξεφύγει από τον ορθό δρόμο, ακόμη κι αν φτάσει να προσκυνήσει τον δαίμονα, δεν αποθαρρύνεται, αλλά με πλήρη ελπίδα στρέφεται με μετάνοια προς τον Θεό και έτσι νικά τους εχθρούς. Η δειλή όμως ψυχή πέφτει σε σύγχυση, απελπίζεται και στο τέλος χάνεται...
Όταν κάποιος παρεκκλίνει από τον ορθό δρόμο και πέσει σε πλάνη, τότε πρώτα απ’ όλα είναι απαραίτητο να εξομολογηθεί ειλικρινά ενώπιον πνευματικού. Με τη δύναμη της καθαρής εξομολόγησης η ενέργεια της πλάνης οπωσδήποτε θα εξασθενήσει και, ύστερα από κάποιο διάστημα, θα έρθει και η πλήρης διόρθωση.
Πολλοί πλανώνται, αλλά δυστυχώς λίγοι διορθώνονται.
Πολλοί λαμβάνουν στην αρχή μεγάλη χάρη· ελάχιστοι όμως, αφού τη χάσουν, την αποκτούν ξανά.
Κάποιος μοναχός ρώτησε:
– Γιατί ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός προσευχόταν να επιστρέψουν τα πάθη;
– Ο Άγιος Ιωάννης ο Κολοβός, απάντησε ο Γέροντας, με τη φλογερή του μετάνοια, μέσα σε σχετικά λίγο χρόνο, νίκησε τα πάθη· δεν είχε όμως ακόμη λάβει την αγάπη για τον κόσμο και την προσευχή γι’ αυτόν. Όταν λοιπόν έπαψε να ενοχλείται από τα πάθη, είδε ότι είχε εξασθενήσει μέσα του η προσευχή. Γι’ αυτό παρακαλούσε να επιστρέψουν τα πάθη, ώστε, αγωνιζόμενος πάλι εναντίον τους, να παραμένει σε αδιάλειπτη και θερμή προσευχή. Αν όμως, μετά τη νίκη κατά των παθών, είχε λάβει τη χάρη της προσευχής για τον κόσμο, τότε δεν θα υπήρχε ανάγκη να επιστρέψουν οι πειρασμοί. Όταν ο άνθρωπος πολεμά τα πάθη, δεν μπορεί να παραμένει σε καθαρή θεωρία του Θεού ούτε να προσεύχεται με θέρμη για τον κόσμο... Έτσι νομίζω.
Ο μοναχός ρώτησε ακόμη:
– Γιατί κάποιος γέροντας, όταν ρωτήθηκε, είπε στον Όσιο Ποιμένα τον Μέγα να αφήνει τον λογισμό να μπει στην καρδιά και ύστερα να πολεμά εναντίον του, ενώ αντίθετα σε έναν άλλο αδελφό είπε να αποβάλλει τον λογισμό μόλις αυτός εμφανίζεται;
Ο Γέροντας Σιλουανός απάντησε:
– Από αυτή την απάντηση είναι φανερό ότι ορισμένοι από τους Πατέρες ακολουθούσαν μια τέτοια τακτική στον πνευματικό πόλεμο. Δηλαδή επέτρεπαν στον λογισμό να μπει στην καρδιά και ύστερα πολεμούσαν εναντίον του. Στην περίπτωση αυτή όμως είναι δυνατές δύο καταστάσεις. Η μία είναι όταν ο άνθρωπος δεν έχει μάθει ακόμη να φυλάει τον νου του και οι λογισμοί, έτσι κι αλλιώς, εισχωρούν στην καρδιά. Σε αυτή την περίπτωση όμως μπορεί κανείς να ηττηθεί. Η άλλη είναι όταν ο μοναχός επιτρέπει στον λογισμό να εισέλθει στην καρδιά όχι από αδυναμία, αλλά συνειδητά, θέλοντας να μελετήσει όλες τις ενέργειές του. Αλλά και αυτός ο τρόπος πάλι εμποδίζει τον άνθρωπο να παραμένει στη θεωρία.
»Εκείνος ο αδελφός που έλαβε από τον Γέροντα την εντολή να αποκλείει αμέσως τον λογισμό και να μην εισέρχεται σε συνομιλία μαζί του ήταν μάλλον άπειρος, και αυτή η εντολή τον εισήγαγε στη μεγάλη επιστήμη του πολέμου κατά των λογισμών. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, είναι προτιμότερο ο ασκητής σε καμία περίπτωση να μη δέχεται τους λογισμούς, αλλά με όλη τη δύναμη της ψυχής του να προσεύχεται, επειδή ο νους που προσεύχεται καθαρά φωτίζεται από τον Θεό.
Ο μοναχός ρώτησε:
– Πώς είναι δυνατό να διαφυλάττω τον νου καθαρό;
– Οι Άγιοι Πατέρες μάς παρέδωσαν τη διδασκαλία για τη νοερά καρδιακή προσευχή. Με αυτή φυλάσσεται ο νους. Και εγώ δεν γνωρίζω άλλη οδό καλύτερη για την τήρηση των εντολών του Θεού.
Όταν νέοι τον ρωτούσαν πολλές φορές ποια οδό ζωής έπρεπε να επιλέξουν, ο Γέροντας απαντούσε με διαφορετικό τρόπο. Σε άλλους συμβούλευε να σπουδάσουν Θεολογία, για μελλοντική ποιμαντική διακονία στην Εκκλησία· άλλους «ευλογούσε» να σπουδάσουν, αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε οι σπουδές να συνδυάζονται με την προσευχή και την ασκητική εγκράτεια· και άλλους συμβούλευε να μην επιδιώξουν επιστημονική μόρφωση, αλλά να αφιερώσουν όλες τους τις δυνάμεις στην προσευχή και την άσκηση.
Η τελευταία συμβουλή ήταν η πιο σπάνια, επειδή ο Γέροντας Σιλουανός πίστευε ότι είχε έρθει εκείνος ο καιρός για τον οποίο είχε προείπει ο Πατήρ Στρατόνικος, κατά τον οποίο πολλοί «διανοούμενοι» θα ζούσαν μοναχικά μέσα στον κόσμο. Γενικά ο Γέροντας πίστευε ότι οι συνθήκες για τον μοναχικό βίο με τη μορφή που είχε στο παρελθόν μεταβάλλονται και γίνονται μάλλον δυσμενείς, αλλά ότι η κλήση και ο πόθος για τον μοναχισμό δεν θα εκλείψουν ποτέ.
Στον Γέροντα παρατηρήσαμε τη σταθερή πεποίθηση ότι η πνευματική ζωή, δηλαδή η άσκηση της νοεράς προσευχής συνοδευόμενης από βαθιά πίστη, είναι ανώτερη από κάθε άλλη ενέργεια του ανθρώπινου πνεύματος. Και γι’ αυτό εκείνος στον οποίο δόθηκε αυτή η χάρη οφείλει να την προτιμήσει από καθετί άλλο, ακόμη και από τις «σπουδές», φυλάσσοντάς την ως τον πολύτιμο μαργαρίτη (βλ. Ματθ. ιγ΄ 46).
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΑΡΙΣΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΣΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΛΕΕΙ ΟΤΙ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΟ ΤΥΠΙΚΟ ΜΕ ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙΣ ΤΙΠΟΤΕ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΠΕΤΡΕΨΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΝΑ ΔΕΙ ΤΗΝ ΕΙΡΩΝΙΑ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΟΤΙ ΕΤΣΙ ΚΑΤΑΛΗΓΟΥΝ ΟΙ ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΙ.
Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΠΟΣΟ ΔΙΑΦΕΡΕΙ; ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου