Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: Μνήμη της αποτομής της κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου

ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΟΜΗΣ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

ΣΤΟΝ ΠΑΝΣΕΠΤΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΚΑΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΗ ΙΩΑΝΝΗ

Εάν ο θάνατος των οσίων είναι άξιος τιμής και η μνήμη δικαίων πρέπει να συνοδεύεται με εγκώμια[Παρ. 10,7: «Μνήμη δικαίων μετ᾿ ἐγκωμίων, ὄνομα δὲ ἀσεβοῦς σβέννυται(:Η ανάμνηση των δικαίων συνοδεύεται πάντοτε από επαίνους και εγκώμια, ενώ το όνομα κάθε ασεβούς ανθρώπου σβήνει, λησμονείται διαπαντός)»], πόσο μάλλον πρέπει να τελούμε με εγκώμια τη μνήμη της ακροτάτης κορυφής των οσίων και δικαίων, του Ιωάννη, που προεσκίρτησε και προέτρεξε και προεκήρυξε τον λόγο του Θεού που σαρκώθηκε για μας, από τον οποίο πάλι ο ίδιος ανακηρύχθηκε και μαρτυρήθηκε ανώτερος από τους αιώνες προφητών και οσίων και δικαίων; Όμως το γεγονός ότι τα σχετικά με αυτόν υπερβαίνουν κάθε ανθρώπινο λόγο και το γεγονός ότι έλαβε την μαρτυρία και την απόδοση τιμής από τον Ίδιο τον μονογενή Υιό του Θεού, και δεν χρειάζεται από μας δώρο τιμής, δεν είναι λόγος να σιωπήσομε εμείς και να τον αφήσομε ατίμητο με λόγια, όσο εξαρτάται από μας, αυτήν την φωνή του ανωτάτου Λόγου, σύμφωνα με τα γεγραμμένα[ βλ. Ησ. 40,3: «Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ· ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου. Εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους τοῦ Θεοῦ ἡμῶν  (: Ακούστηκε φωνή ανθρώπου, ο οποίος βοά στην έρημο και λέγει: ‘’ Ετοιμάστε την οδό μέσω της οποίας θα διέλθει ο προς απελευθέρωση και σωτηρία σας ερχόμενος Κύριος, ευθείς και ίσιους κάνετε τους δρόμους, δια των οποίων θα περάσει ο προς εσάς ερχόμενος Θεός μας’’)»· επίσης, πρβ. Ματθ. 3,3: «Οὗτος γάρ ἐστιν ὁ ῥηθεὶς ὑπὸ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ(:Έπρεπε, λοιπόν, εκείνες τις ημέρες να εμφανιστεί ο Ιωάννης και να ακουστεί το κήρυγμά του αυτό, διότι αυτός ήταν ο άνθρωπος για τον οποίο προφήτευσε ο προφήτης Ησαΐας, όταν φωτισμένος από το Πνεύμα του Θεού είχε πει: «Φωνή ανθρώπου ο οποίος κράζει στην έρημο και λέει: ‘’Ετοιμάστε τον δρόμο απ’ τον οποίο θα έλθει σε εσάς ο Κύριος˙ κάνετε ίσιους και ομαλούς τους δρόμους απ’ τους οποίους θα περάσει. Ξεριζώστε, δηλαδή, απ’ τις ψυχές σας τις αγκαθιές των αμαρτωλών παθών και ρίξτε μακριά τις πέτρες του εγωισμού και της σκληρότητας. Και καθαρίστε με τη μετάνοια το εσωτερικό σας, για να δεχθεί τον Κύριο’’)»· πρβ. και Ιω.1,23: «ἔφη· ἐγὼ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, εὐθύνατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, καθὼς εἶπεν Ἡσαΐας ὁ προφήτης(:Τότε είπε ο Ιωάννης: ‘’Εγώ είμαι η φωνή κάποιου που κραυγάζει δυνατά στην έρημο και λέει τα εξής, όπως είπε ο προφήτης Ησαΐας: ‘’Κάνετε ίσιο το δρόμο από τον οποίο πρόκειται να περάσει ο Κύριος. Προετοιμάστε, δηλαδή, τις ψυχές σας για να δεχθείτε τον Κύριο, που πρόκειται να έλθει’’)»].

Αντιθέτως, για τον λόγο ότι αναγορεύθηκε και μαρτυρήθηκε από τον δεσπότη των όλων Χριστό ότι είναι τόσο σπουδαίος[Ματθ. 11,11: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ(:Αληθινά σας λέω, δεν έχει αναφανεί μεταξύ των ανθρώπων που γεννήθηκαν μέχρι τώρα από γυναίκες άλλος μεγαλύτερος ως προς την αξία από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή)»], πρέπει να κινείται κάθε γλώσσα πιστών προς εξύμνηση, κατά δύναμη. Κι αυτό, όχι για να προσθέσομε κάτι στη δόξα εκείνου(πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό;), αλλά για να εκπληρώσομε εμείς την οφειλή, ανυμνώντας και διηγούμενοι τα σχετικά με αυτόν θαυμάσια πράγματα ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί.

Πραγματικά όλος ο βίος του ανθρώπου, που ανάμεσα στα γεννήματα των γυναικών υπερβαίνει όλους, είναι θαύμα θαυμάτων. Όχι δε μόνο ο βίος όλος του Ιωάννη, που και πριν ακόμη γεννηθεί, ήταν προφήτης και ανώτερος από προφήτη, αλλά και τα πολύ πριν από τον βίο του και τα μετά τον βίο του γεγονότα, όσα αναφέρονται σ’ αυτόν, είναι πέρα από όλα τα θαύματα. Θείες γι’ αυτόν προρρήσεις θεολήπτων προφητών τον χαρακτηρίζουν άγγελο, όχι άνθρωπο, λυχνία φωτός, θεοφεγγή και αστέρα αυγερινό, διότι προπορεύθηκε του Ηλίου της δικαιοσύνης και ως φωνή του Ιδίου του Λόγου του Θεού. Και τι είναι πλησιέστερο ή συγγενέστερο προς τον Θεό Λόγο από την φωνή του Θεού;

Όταν δε πλησίαζε η σύλληψίς του, όχι άνθρωπος αλλά άγγελος πέταξε από τον ουρανό και λύει την στείρωση του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, αναγγέλλοντας ότι οι από τη νεότητά τους άγονοι θα γεννήσουν σε βαθύ γήρας παιδί, και προκαταγγέλλει ότι η γέννησις του παιδιού τούτου θα προξενήσει πολλή χαρά, διότι θα είναι σωτηριώδης για όλους. Διότι λέγει ο άγγελος στον πατέρα του, τον Ζαχαρία, σχετικά με τον γιο του που θα γεννιόταν: «Ἒσται γὰρ μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ Πνεύματος Ἁγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπιστρέψει ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν· καὶ αὐτὸς προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλιού, ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι Κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον(:.Η γέννησή του θα φέρει τόση μεγάλη χαρά, διότι ο άνθρωπος αυτός θα είναι πραγματικά μεγάλος και αναγνωρισμένος από τον ίδιο τον Κύριο. Και θα είναι γεμάτος με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος από τον καιρό ακόμη που θα είναι στην κοιλιά της μητέρας του. Και θα κάνει πολλούς απ’ τους απογόνους του Ισραήλ που έχουν αποπλανηθεί και απομακρυνθεί από τον Θεό με τις αμαρτίες τους, να επιστρέψουν με την μετάνοια στον Ενανθρωπήσαντα Κύριο, τον Θεό τους. Αυτός θα προπορευθεί από την έλευση του Θεανθρώπου Μεσσία έχοντας το ίδιο προφητικό χάρισμα του Πνεύματος και την ίδια παρρησία και δυναμική δράση που είχε και ο Ηλίας. Και θα τα χρησιμοποιεί αυτά για να ξαναγυρίσει στα παιδιά τις καρδιές των πατέρων που ψυχράνθηκαν και έχασαν κι αυτήν την φυσική τους στοργή, και να θερμάνει έτσι και να σφίξει στενότερα τους οικογενειακούς δεσμούς˙ κι ακόμη για να επαναφέρει τους απειθείς και δύστροπους και να τους κάνει να αποκτήσουν τις σκέψεις και το φρόνημα των δικαίων και να γίνουν ενάρετοι. Και έτσι να ετοιμάσει για τον Κύριο ένα λαό θρησκευτικώς και ηθικώς προετοιμασμένο να τον υποδεχθεί και να τον εγκολπωθεί ως Σωτήρα του)»[Λουκά 1,15-17]. Διότι και αυτός, όπως ήταν και ο Ηλίας, θα ήταν παρθένος, ερημοπολίτης περισσότερο από εκείνον, και ελεγκτής βασιλέων και βασιλισσών που παρανομούσαν. Ό,τι δε τον καθιστά και ανώτερο μάλιστα από τον προφήτη Ηλία είναι ότι θα είναι και πρόδρομος Θεού· διότι, λέγει: «προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοῦ(:θα προπορευθεί από την έλευση του Θεανθρώπου Μεσσία)»[Λουκ.1,17].

Επειδή ο Ζαχαρίας τα θεώρησε αυτά απίστευτα, δένεται στη γλώσσα. Επειδή, δηλαδή, δεν θέλησε να κηρύξει εκουσίως, σιωπώντας φωνάζει ακουσίως την παράδοξη σύλληψη του παιδιού, έως ότου δει να προβαίνει η φωνή του Λόγου. Αφού δε συνελήφθη με τόσες και τόσο μεγάλες επαγγελίες, χρίεται προφήτης πριν ακόμη γεννηθεί και μεταδίδει το χάρισμα -τι θαύμα!- στη μητέρα· και σύμφωνα με τα λόγια του Ησαΐα ενδύεται ιμάτιο σωτηρίας και χιτώνα ευφροσύνης[Ησ.61,10: «Ἐνέδυσε γάρ με ἱμάτιον ἱμάτιον σωτηρίου καὶ χιτῶνα εὐφροσύνης(: Διότι με ενέδυσε με ένδυμα της σωτηρίας και με χιτώνα χαράς και αγαλλιάσεως)»], κατά δε τον Ηλία, χρίει προφήτη αντί του εαυτού του, και φθάνει και ξεπερνά την τελειότητα και των δύο προφητών, όταν ακόμη ήταν έμβρυο, αφού επιδεικνύει τέτοιες ιδιότητες ενώπιον του Κυρίου. Επειδή, δηλαδή, έμβρυο μετά την διάρθρωση των μελών του έχει μεν κίνηση, αλλά φωνή δεν έχει ακόμη, αφού δεν ζει ακόμη στον αέρα, ήλθε δε η παρθένος που κυοφορούσε τότε τον Θεό, και ενώ ο Ιωάννης ήταν στην κοιλιά, δεν του διέφυγε η θεϊκή παρουσία και οικονομία, αλλά την ανυμνεί από εκεί θεολογώντας την[Η πρώτη έννοια του ρήματος «θεολογώ» είναι «διακηρύσσω την θεότητα] δια της μητρικής γλώσσας· σκιρτά και αυτός από μέσα και αγαλλιάται-τι θαύμα και αυτό!- επειδή και το Άγιο Πνεύμα δέχθηκε στην μητρική γαστέρα την τελειότητα του μέλλοντος αιώνος[βλ. Λουκά 1, 41-44: «Καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ· καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. Καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; Ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου(:Και την στιγμή που άκουσε η Ελισάβετ τον χαιρετισμό της Μαρίας, αναπήδησε το βρέφος μέσα στην κοιλιά της. Και γέμισε η Ελισάβετ από Πνεύμα Άγιο. Και εξαιτίας της μεγάλης χαράς και εκπλήξεώς της φώναξε με μεγάλη φωνή και είπε: ‘’Είσαι ευλογημένη από τον Θεό εσύ περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα. Και είναι ευλογημένο και το έμβρυο που βλάστησε στην κοιλιά σου ως καρπός άχραντος και παρθενικός. Και πώς μου έγινε αυτή η τιμή, για ποια αρετή ή αξία μου, να έλθει να με επισκεφθεί η μητέρα του Κυρίου μου; Και είσαι πραγματικά η μητέρα του Κυρίου μου, διότι να, μόλις ήλθε στ’ αυτιά μου η φωνή του χαιρετισμού σου, αναπήδησε μέσα στα σπλάχνα μου το βρέφος με ασυγκράτητη χαρά’’)»].


Όπως δηλαδή ο μέγας Παύλος, λέγει, προκαταγγέλλοντας το μυστήριο της αιώνιας ζωής: «Σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν(:Σπέρνεται και ενταφιάζεται σώμα που ζωοποιούνταν και διευθυνόταν από τις κατώτερες φυσικές δυνάμεις της ψυχής˙ εγείρεται σώμα που θα ζωοποιείται και θα διευθύνεται από τις πνευματικές δυνάμεις της ψυχής που θα ενισχύονται από το Άγιο Πνεύμα)» [Α΄Κορ.15,44], δηλαδή κυβερνώμενο και κινούμενο με υπερφυή δύναμη του θείου Πνεύματος κατά τον μέλλοντα αιώνα, έτσι και ο Ιωάννης σπάρθηκε μεν και συστάθηκε ως σώμα ψυχικό στην μητρική γαστέρα, αλλά με την παράδοξη, σε αυτήν, χρήση του θείου Πνεύματος, αναδείχθηκε σε σώμα πνευματικό, σκιρτώντας και αγαλλιώμενος κατά το πνεύμα και καθιστώντας προφήτιδα αυτήν που τον κυοφορούσε· διότι με την γλώσσα εκείνης ευλογούσε τον Θεό με φωνή μεγάλη, ανακήρυσσε μητέρα του Κυρίου την έγκυο Παρθένο και τον Κυοφορούμενο σε αυτήν ονόμασε «καρπό της κοιλίας της», δείχνοντας ότι είναι συγχρόνως έγκυος και παρθένος.

Έτσι, όχι μόνο πριν γνωρίσει το κακό ο Ιωάννης εξέλεξε το αγαθό, συμφώνως με το γεγραμμένο [Ησ. 7,16: «διότι πρὶν ἢ γνῶναι τὸ παιδίον ἀγαθὸν ἢ κακόν, ἀπειθεῖ πονηρίᾳ τοῦ ἐκλέξασθαι τὸ ἀγαθόν(:διότι πριν ακόμη το παιδί κατανοήσει και είναι σε θέση να διακρίνει μεταξύ αγαθού και κακού, εξαιτίας της αγαθότητας που υπάρχει μέσα του θα απειθεί σε κάθε πονηρία, για να εκλέγει και να προτιμά πάντοτε το αγαθό)»], αλλά ήταν υπερκόσμιος και πριν ακόμη γνωρίσει τον κόσμο, ως έμβρυο ακόμη. Όταν δε γεννήθηκε, εύφρανε και εξέπληξε τους πάντες με τα θαυμάσια γύρω του περιστατικά· διότι, λέγει, «χεὶρ Κυρίου ἦν μετ᾿ αὐτοῦ(:το προστατευτικό χέρι του Κυρίου ήταν μαζί του)» [Λουκά 1,66], που έκανε θαυμαστά σημεία πάλι όπως και προηγουμένως. Διότι το στόμα του πατέρα του, που είχε κλειστεί επειδή δεν πίστεψε την παράδοξη σύλληψη του παιδιού, ανοίχθηκε και πληρώθηκε Άγιο Πνεύμα και προφήτευσε και άλλα και για το παιδί του λέγοντας: «Καὶ σύ, παιδίον, προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· προπορεύσῃ γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδοὺς αὐτοῦ, τοῦ δοῦναι γνῶσιν σωτηρίας τῷ λαῷ αὐτοῦ(:Και συ, παιδί μου, θα αναδειχθείς και θα αναγνωρισθείς προφήτης του υψίστου Θεού. Διότι θα προπορευθείς μπροστά από τον Ενανθρωπήσαντα Κύριο για να ετοιμάσεις τους δρόμους μέσα απ’ τους οποίους θα πλησιάσει τον καθένα ξεχωριστά απ’ τους ανθρώπους για να τους οδηγήσει στη σωτηρία. Και θα προετοιμάσεις το έργο του Κυρίου γνωστοποιώντας στον λαό του Θεού με το κήρυγμά σου τον Σωτήρα που θα έλθει στον κόσμο και τη σωτηρία που θα φέρει)»[Λουκά 1,76-77].

Όπως επίσης, μόλις αυτό το θείο παιδί συνελήφθηκε, το έμψυχο όργανο της χάριτος από την μητρική γαστέρα εκινείτο ήδη μέσα σ’ αυτήν και ευφραινόταν με το θείο Πνεύμα, έτσι και όταν γεννήθηκε, αυξανόταν πάλι και δυνάμωνε με το Πνεύμα. Επειδή δε δεν ήταν άξιός του ο κόσμος, διέμενε από την παιδική, θα λέγαμε, ηλικία συνεχώς στις ερήμους, διανύοντας βίο λιτό, χωρίς φροντίδες κοσμικές, απέριττο, άμοιρο λύπης, αμέτοχο χονδροειδών παθών, ανώτερο αυτής της χαμηλής και υλιστικής ηδονής που χαϊδεύει μόνο το σώμα και τις αναφερόμενες στο σώμα αισθήσεις· ζώντας μόνο για τον Θεό, τον Θεό μόνο βλέποντας, τον Θεό καθιστώντας τρυφή του. Ζούσε, λοιπόν, σε έναν τόπο σαν ανυψωμένο από τη γη: «Καὶ ἦν ἐν ταῖς ἐρήμοις(:Και έμενε στις ερημιές, ζώντας μακριά από τους θορύβους του κόσμου)», λέγει, «ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰσραήλ(:μέχρι την ημέρα που είχε ορίσει η Θεία Πρόνοια να φανερωθεί και να αναδειχθεί ως προφήτης και απεσταλμένος του Θεού στον ισραηλιτικό λαό)» [Λουκά 1,80].

Ποια δε ήταν η «ἡμέρα» αυτής της «ἀναδείξεως»; Όταν έφθασε ο καιρός της Βαπτίσεως του Κυρίου, για τον οποίο καιρό έχει γραφτεί ότι δεν θα υπήρχε κανένας σώφρων που να αναζητούσε τον Θεό, αλλά όλοι θα είχαν παρεκκλίνει, όλοι θα είχαν εξαχρειωθεί [βλ. Ψαλμ.13,3-4: «Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ ἔστι συνιὼν ἢ ἐκζητῶν τὸν Θεόν. Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός(: Ο Κύριος έσκυψε από το ύψος του ουρανού και έριξε τα βλέμματά Του κάτω σε όλους τους ανθρώπους, για να δει εάν υπάρχει μεταξύ τους κανείς με σύνεση που να γνωρίζει τον Θεό ή να ποθεί και να επικαλείται Αυτόν, προσπαθώντας με τις ενάρετες πράξεις του να ευαρεστήσει σε Αυτόν. Αλίμονο…Όλοι εξετράπησαν από την ευθεία οδό και κατάντησαν σε εξαχρείωση και διαφθορά. Δεν υπάρχει κανένας που να πράττει το αγαθό, δεν υπάρχει ούτε ένας)» [Ψαλμ.13,3].

Όπως, λοιπόν, ο Κύριος τότε, ενώ είμαστε όλοι ασεβείς, από άφατη φιλανθρωπία κατήλθε για χάρη μας από τον ουρανό, έτσι και ο Ιωάννης εξήλθε τότε από την έρημο για χάρη μας για να υπηρετήσει το θέλημα Εκείνου. Ανάλογα με το κορύφωμα της τότε κακίας των ανθρώπων και με την απερίγραπτη, εκείνη, συγκατάβαση της φιλανθρωπίας του Θεού, τέτοιος διάκονος χρειαζόταν που δεν άφηνε καμία υπερβολή αρετής· διότι έτσι θα είλκυε όσους τον παρατηρούσαν , όπως βέβαια και τους είλκυσε, στρέφοντάς τους προς τον εαυτό του με θαυμασμό, καθώς ήταν απομακρυσμένος από τα κοσμικά και διαφοροποιημένος και παρουσίαζε διαγωγή υπερανθρώπινη. Προέβαινε δε και σε κήρυγμα αντάξιο της διαγωγής του· διότι διεκήρυσσε βασιλεία ουρανών, απειλούσε με άσβεστο πυρ και υπεδείκνυε τον Χριστό ως Βασιλέα των Ουρανών: «Οὗ τὸ πτύον ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ (: του Οποίου το φτυάρι που κρατά στο χέρι Του, αποχωρίζει το σιτάρι από το άχυρο. Η δίκαιη κρίση Του, δηλαδή, είναι έτοιμη να λειτουργήσει.)», λέγει, «καὶ διακαθαριεῖ τὴν ἅλωνα αὐτοῦ, καὶ συνάξει τὸν σῖτον εἰς τὴν ἀποθήκην αὐτοῦ, τὸ δὲ ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ(:Και θα ξεκαθαρίσει τελείως το αλώνι Του, δηλαδή τον κόσμο ολόκληρο. Και θα μαζέψει το σιτάρι Του στην αποθήκη, δηλαδή τους ενάρετους στη Βασιλεία των Ουρανών, και το άχυρο, δηλαδή τους αμετανόητους, θα τους κατακάψει με φωτιά που δεν σβήνει ποτέ)» [Λουκά 3,17].


Όχι δε μόνο με λόγια, αλλά και με έργα Τον φανέρωσε σε όλους· Τον βάπτισε, Τον έδειξε με τον δάκτυλο, Τον συνέστησε στους μαθητές του και μαρτύρησε με όλα, ότι Αυτός είναι ο Υιός του Πατρός, ο Αμνός του Θεού, ο Νυμφίος των ψυχών που προσέρχονται σ’ Αυτόν, ο Οποίος αίρει την αμαρτία του κόσμου, αφαιρεί το μόλυσμα, προσφέρει και χαρίζει τον αγιασμό. Αφού λοιπόν με αυτόν τον τρόπο ετοίμασε την οδό του κατά την πρόρρηση του Ζαχαρίου και τέλεσε όλα εκείνα για τα οποία αποστάλθηκε και προέτρεξε και έγινε Βαπτιστής στον Ιορδάνη, παραχωρεί στον Χριστό την παραίνεση και διδασκαλία προς τους συναθροισμένους και αναχωρεί από το πλήθος, παραδίδοντάς τους στον Κύριο. Επειδή όμως ο Ηρώδης, ο υιός του βρεφοκτόνου εκείνου, δεν διαδέχθηκε μεν όλη την εξουσία του πατρός- διότι ήταν απλά «τετράρχης» αυτός- στην κακία όμως τον υπερέβαινε, αφού ζούσε με ακολασία και παρουσιαζόταν στους Ιουδαίους ως παράδειγμα κάθε κακίας, ο Ιωάννης δεν δεχόταν να σιωπά -πώς θα έπραττε τούτο, αφού ήταν φωνή της αληθείας;- τον ήλεγχε λοιπόν και για όλες τις άλλες πονηρές πράξεις του, και μάλιστα για την γυναίκα του αδελφού του, την Ηρωδιάδα, την οποία άρπαξε και νυμφεύτηκε εκείνος. Του έλεγε: «Οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου(:Δεν σου επιτρέπεται από τον νόμο του Θεού να έχεις σύζυγο τη γυναίκα του αδελφού σου)» [Μάρκ.6,18]. Εκείνος δε, μη ανεχόμενος τον έλεγχο ή μάλλον τους ελέγχους, προσέθεσε και τούτο στα άλλα πονηρά έργα του, ότι έκλεισε τον Ιωάννη στη φυλακή.

Ο Φίλιππος, ο νόμιμος άντρας της Ηρωδιάδας, ήταν επίσης υιός του Ηρώδη, τετράρχης άλλου τμήματος του κράτους. Διότι όταν ο πατέρας τους, ο Ηρώδης, μετά την σκληρή και φρενοβλαβή εκείνη σφαγή των νηπίων, περιέπεσε σε συμφορές και νόσους αθεράπευτες και αφόρητες και από υπερβολική αφροσύνη και οδύνη εφόνευσε τον εαυτό του, τότε πια ο άγγελος είπε προς τον Ιωσήφ στην Αίγυπτο : «Ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου(:Σήκω και πάρε το παιδί και την μητέρα του και πήγαινε με την ησυχία σου στην χώρα των Ισραηλιτών· διότι έχουν πεθάνει πλέον εκείνοι που ζητούσαν να πάρουν την ζωή του παιδιού)» [Ματθ.2,20]. Όταν, λοιπόν, ο Ηρώδης εκείνος τελείωσε κακώς την ζωή του, ο τότε αυτοκράτωρ της οικουμένης Καίσαρ[τότε ήταν ο Οκταβιανός Αύγουστος] διαίρεσε σε τέσσερα μέρη το κράτος εκείνου, και στα μεν δύο τοποθέτησε επικεφαλής άλλους, των δε άλλων δύο μερών τετράρχες κατέστησε τους υιούς του Ηρώδη, τον Φίλιππο και τον Ηρώδη τούτον. Γι'αυτό και ο ευαγγελιστής Λουκάς λέγει ότι αυτός τετραρχούσε στην Ιουδαία, ο δε αδελφός του Φίλιππος στην Ιτουρία και Τραχωνίτιδα, όταν ο Ιωάννης παρουσιάστηκε στον Ιορδάνη κηρύσσοντας βάπτισμα μετανοίας.

Αυτός, λοιπόν, ο νέος Ηρώδης, αφού τον έπιασε τον Ιωάννη, τον έδεσε και τον έβαλε στην φυλακή, όπως μεν λέγουν οι ευαγγελιστές Ματθαίος και Μάρκος, επειδή ελεγχόταν από αυτόν για την Ηρωδιάδα, την οποία είχε σφετεριστεί, ενώ ήταν γυναίκα του αδελφού του[Ματθ.14,3: «Ὁ γὰρ Ἡρῴδης κρατήσας τὸν Ἰωάννην ἔδησεν αὐτὸν καὶ ἔθετο ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ(:Ο Ηρώδης λοιπόν, αφού συνέλαβε τον Ιωάννη, τον έδεσε και τον έβαλε στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδας, η οποία ήταν σύζυγος του Φιλίππου, του αδελφού του, και συζούσε τώρα μαζί του)»· Μάρκ.6,17: «Αὐτὸς γὰρ ὁ Ἡρῴδης ἀποστείλας ἐκράτησε τὸν Ἰωάννην καὶ ἔδησεν αὐτὸν ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ὅτι αὐτὴν ἐγάμησεν(:Και ο Ηρώδης τα είπε αυτά, διότι ο ίδιος είχε στείλει να συλλάβουν τον Ιωάννη και τον έριξε δεμένο στη φυλακή. Και το έκανε αυτό εξαιτίας της Ηρωδιάδος, που την πήρε για σύζυγο, παρόλο που ήταν σύζυγος του αδελφού του, Φιλίππου)»]. Ο δε Λουκάς λέγει επιπλέον ωστόσο ότι τον ήλεγχε όχι μόνο για την Ηρωδιάδα, αλλά και για όλες γενικότερα τις πονηρές πράξεις που έκανε ο Ηρώδης[Λουκά 3,19-20: «Ὁ δὲ Ἡρῴδης ὁ τετράρχης, ἐλεγχόμενος ὑπ᾿ αὐτοῦ περὶ Ἡρῳδιάδος τῆς γυναικὸς τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ καὶ περὶ πάντων ὧν ἐποίησε πονηρῶν ὁ Ἡρῴδης, προσέθηκε καὶ τοῦτο ἐπὶ πᾶσι καὶ κατέκλεισε τὸν Ἰωάννην ἐν τῇ φυλακῇ(:Αλλά επειδή ο Ιωάννης ήλεγχε και κατηγορούσε τον τετράρχη Ηρώδη για την Ηρωδιάδα, την γυναίκα του αδελφού του, του Φιλίππου, με την οποία συζούσε παράνομα, καθώς και για όλα τα κακά και παράνομα έργα που είχε κάνει, ο Ηρώδης πρόσθεσε κι αυτό σε όλα τα εγκλήματά του και έκλεισε τον Ιωάννη στη φυλακή)»]. Πώς, λοιπόν, οι άλλοι ευαγγελιστές αναφέρουν μόνο τον έλεγχο περί Ηρωδιάδος; Επειδή της φυλακίσεως του Ιωάννη τα αίτια είναι και άλλα πολλά, μάλλον δε όλα τα έργα του φιλοπόνηρου βασιλέως, για όλα τα οποία ελεγχόμενος δεν υπέμενε την παρρησία του Ιωάννη· της δε αποκεφαλίσεως μοναδική αιτία ήταν η μοιχαλίδα, η οποία προγραμμάτισε και πραγματοποίησε το έργο με τις μηχανές και τις ραδιουργίες της.

Αυτή πραγματικά μνησικακούσε οργισμένη κατά του Ιωάννη, που ήλεγχε και διέσυρε τον Ηρώδη για την παράνομη πράξη και ήθελε να τον αποκτείνει· διότι δεν μπορούσε αλλιώς να κατασιγάσει τον εναντίον της, όπως νόμιζε, έλεγχο. Δεν ήταν δε απλό το βδέλυγμά της, ούτε διπλό μόνο, αλλά πολλαπλό. Διότι ήταν μοιχεία, το αισχρότερο όλων των αμαρτημάτων, που την εκτελούσε όχι κανείς άλλος, αλλά ο αδελφός του συζύγου της μοιχευομένης που είχε παιδοποιήσει με αυτήν και η θυγατέρα ζούσε ακόμη. Το γεγονός τούτο, και αν ακόμη είχε πεθάνει εκείνος, δεν επέτρεπε ούτε κατά τον νόμο του Μωυσέως στον αδελφό να νυμφευθεί την γυναίκα εκείνου, ενώ αυτός και ζώντος ακόμη του αδελφού και έχοντος θυγατέρα, επιβουλεύθηκε την κλίνη· και δεν εκτελούσε το βδέλυγμα κρυφά, διαπράττοντας την ασέλγεια με κάποια συστολή, αλλά φανερά και αδιάντροπα.

Έτσι, λοιπόν, προσηλωμένος με όλη του την καρδιά στην κακία και μην υποφέροντας τον έλεγχο γι’ αυτά, έκλεισε τον Ιωάννη στη φυλακή. Αλλά και η φυλακή η ίδια ήταν μεγαλύτερος ακόμη έλεγχος, διότι ακουόταν και φαινόταν και δια της φήμης έκανε τον γύρο παντού. Γι'αυτό και η Ηρωδιάδα τον εχθρευόταν, δηλαδή έτρεφε μέσα της την εναντίον του Ιωάννη μανία, και ήθελε να τον φονεύσει, αλλά δεν μπορούσε· διότι ο Ηρώδης, λέγει, «ἐφοβεῖτο τὸν Ἰωάννην, εἰδὼς αὐτὸν ἄνδρα δίκαιον καὶ ἅγιον(:τον φοβόταν επειδή τον σεβόταν ο λαός, αλλά και επιπλέον επειδή ήξερε ότι είναι άνθρωπος δίκαιος και άγιος)»[Μάρκ.6,20]. Φοβόταν μεν τον Ιωάννη ο Ηρώδης λόγω της υπερβολικής του αρετής, αλλά δεν φοβόταν τον Θεό, από τον Οποίο χορηγείται στους ανθρώπους η αρετή· ούτε τον ίδιο τον Ιωάννη άλλωστε φοβόταν καθ’ εαυτόν, αν και τον γνώριζε ως άνδρα δίκαιο και άγιο, αλλά τον φοβόταν εξαιτίας των όχλων, διότι τον θεωρούσαν ως προφήτη, όπως λέγει ο Ματθαίος[Ματθ.14,5: «Καὶ θέλων αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἐφοβήθη τὸν ὄχλον, ὅτι ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον(:Και ενώ αρχικά, παρακινούμενος από την Ηρωδιάδα, ήθελε να τον σκοτώσει, φοβήθηκε τα πλήθη του λαού, διότι τον θεωρούσαν και τον σέβονταν ως προφήτη)»]. Όπως, δηλαδή, γράφει αυτός, όχι μόνο η Ηρωδιάς, αλλά και ο ίδιος ο Ηρώδης, θέλοντας να αποκτείνει τον Ιωάννη, φοβόταν τον όχλο.

Εκείνο δε που λέγει ο Μάρκος περί του Ηρώδη, ότι άκουσε ευχαρίστως τον Ιωάννη[Μάρκ.6,20: «Ὁ γὰρ Ἡρῴδης ἐφοβεῖτο τὸν Ἰωάννην, εἰδὼς αὐτὸν ἄνδρα δίκαιον καὶ ἅγιον, καὶ συνετήρει αὐτόν, καὶ ἀκούσας αὐτοῦ πολλὰ ἐποίει καὶ ἡδέως αὐτοῦ ἤκουε(:Και δεν μπορούσε η Ηρωδιάδα να τον θανατώσει, διότι ο Ηρώδης τον φοβόταν τον Ιωάννη, επειδή τον σεβόταν ο λαός, αλλά και επιπλέον επειδή ήξερε ότι είναι άνθρωπος δίκαιος και άγιος. Και γι’ αυτό τον κρατούσε στη ζωή. Κι όταν κάποτε τον άκουσε στη φυλακή, έκανε πολλά από εκείνα που τον συμβούλευσε ο Ιωάννης. Και κάθε φορά που τον συναντούσε, τον άκουγε με ευχαρίστηση)»] έχει την εξής έννοια: Στα φάρμακα συμβαίνει το αντίθετο από τα πνευματικά διδάγματα· αισθανόμαστε μεν την πίκρα, αλλά τα δεχόμαστε, αντιλαμβανόμενοι την ωφέλεια από αυτά, ενώ στα πνευματικά διδάγματα αντιστρόφως, επειδή είναι εκ φύσεως τόσο γλυκά, ευχαριστούνται και όσοι δεν πείθονται σε αυτά, αλλά δεν τα καταδέχονται, επειδή καταλαβαίνουν την αντίθεσή τους προς τις πονηρές ορέξεις τους. Εξάλλου ίσως τον άκουγε με ευχαρίστηση πρωτύτερα, επειδή, λέγει, τον κρατούσε στη ζωή και, ακούγοντάς τον, έκανε πολλά από όσα δίδασκε ο Ιωάννης. Επειδή οι κακοί εκ φύσεως μισούν όσους τους ελέγχουν, αφού από τον έλεγχο προκλήθηκε το μίσος, αψηφώντας όλα εκείνα, συμφώνησε με την μοιχαλίδα κατά την φονική διάθεση· αλλά, αν και ήθελε και αυτός να αποκτείνει τον Ιωάννη, όπως λέγει ο Ματθαίος, φοβόταν τον όχλο[Ματθ. 14,5: «Καὶ θέλων αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἐφοβήθη τὸν ὄχλον, ὅτι ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον(:Και ενώ αρχικά, παρακινούμενος από την Ηρωδιάδα, ήθελε να τον σκοτώσει, φοβήθηκε τα πλήθη του λαού, διότι τον θεωρούσαν και τον σέβονταν ως προφήτη)»], όχι διότι ανησυχούσε για ενδεχόμενη επανάστασή τους, αλλά απλώς για την επίκριση από αυτούς, επειδή τον θεωρούσαν ως προφήτη. Πραγματικά γνώριζε ότι κανένας δεν αγνοούσε την περίσσεια της αρετής και χάριτος του Ιωάννη και επειδή αγαπούσε την δόξα από τους πολλούς, φοβόταν την από αυτούς κατηγορία· και, επειδή επεδίωκε τον έπαινο για ορισμένα πράγματα, προσποιούνταν την ευπείθεια και ευλάβεια προς τον Ιωάννη.

Αλλά η Ηρωδιάδα, που ήταν σοφή στην κακουργία, του διέλυσε και αυτόν τον φόβο και τον παρέσυρε προς τον φόνο, χωρίς αιτία, όπως τον συμβούλευσε, μάλλον δε όπως τον παραπλάνησε. Γεμάτη μίσος και φονική διάθεση ζητούσε ευκαιρία να αποφύγει την εκ μέρους του πλήθους μομφή και να φέρει σε έργο τη μανία της εναντίον του Βαπτιστού και προφήτη. Όταν λοιπόν, λέγει, παρουσιάστηκε κατάλληλη ημέρα για την φονική σκευωρία, ενώ εορτάζονταν τα γενέθλια του Ηρώδη και ήταν συγκεντρωμένο όλο το πλήθος, παρακάθονταν δε όλοι οι επίσημοι, εισήλθε ανάμεσα σε όλους, αφημένη από αυτήν επίτηδες, η θυγατέρα της και χόρεψε κάτω από τα βλέμματα όλων και άρεσε τόσο στους άλλους, όσο και στον Ηρώδη. Πώς άλλωστε δεν θα χόρευε αναιδώς και δεν θα άρεσε στον Ηρώδη, αφού αυτής ήταν και από αυτήν είχε διδαχτεί; Τόσο δε εντυπωσίασε τον φιλοπαίγμονα βασιλέα η αναιδής όρχηση, ώστε είπε στο κορίτσι: «Αἴτησόν με ὃ ἐὰν θέλῃς, καὶ δώσω σοι. Καὶ ὤμοσεν αὐτῇ ὅτι ὅ ἐάν με αἰτήσῃς δώσω σοι, ἕως ἡμίσους τῆς βασιλείας μου(:Ζήτησέ μου οτιδήποτε θέλεις και θα σου το δώσω. Και της ορκίστηκε ότι ‘’θα σου δώσω ό,τι κι αν μου ζητήσεις, μέχρι και το μισό βασίλειό μου’’)» [Μάρκ.6,22-23].

Εξέρχεται το αδιάντροπο κορίτσι προς τη μητέρα και διδασκάλισσα των ασέμνων εκείνων πηδημάτων και λυγισμάτων, αναφέρει τον όρκο, ζητεί να διδαχθεί τι να ζητήσει, μαθαίνει αμέσως και πείθεται προθυμότατα· και επανέρχεται δε με σπουδή προς τον βασιλέα και προβάλλει αναίσχυντα το αίτημα: «Θέλω», λέγει, «ἵνα μοι δῷς ἐξαυτῆς ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ(:Θέλω να μου δώσεις τώρα αμέσως και χωρίς χρονοτριβή μέσα σε πιάτο το κεφάλι του Ιωάννου του Βαπτιστού )»[Μάρκ.6,25]. Αυτά, λοιπόν, ζήτησε αναίσχυντα το κορίτσι· η δε μοιχαλίδα, όπως νόμιζε, αναιρούσε με αυτά την κατηγορία κατά του βασιλέως για τον φόνο του Βαπτιστή και προφήτη, λέγοντας ότι θα θεωρηθεί ότι διέπραξε την εκτέλεση από ευλάβεια προς τον όρκο και όχι από το μίσος για τον δίκαιο. «Ο βασιλιάς τότε», λέγει, «λυπήθηκε πολύ, διότι είχε κάνει όρκους, και μάλιστα ήταν παρόντες κι αυτοί που κάθονταν μαζί του στο τραπέζι, στους οποίους δεν ήθελε να παρουσιαστεί ψεύτης και επίορκος. Κι ενώ λυπόταν πολύ να θανατώσει τον Ιωάννη, δεν θέλησε να της το αρνηθεί και να αθετήσει την υπόσχεσή του)» [βλ. Μάρκ. 6,26: «Καὶ περίλυπος γενόμενος ὁ βασιλεύς, διὰ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειμένους οὐκ ἠθέλησεν αὐτὴν ἀθετῆσαι»].Γι'αυτό έστειλε στη φυλακή ανθρώπους που αποκεφάλισαν τον Ιωάννη και προσκομίστηκε η κεφαλή και δόθηκε στο κορίτσι.

Αλίμονο, πόσων κακών αίτιο είναι η δοξομανία, αυτή η έντονη επιθυμία για προσωπική ανάδειξη και προβολή! Δεν μπορούσε να φονεύσει εξαιτίας του όχλου, φόνευσε όμως εξαιτίας των παρευρισκομένων· έγινε περίλυπος όχι για τίποτε άλλο παρά διότι νόμισε ότι είχε στερηθεί της δόξης από τους πολλούς. Αληθινά τα πράγματα είχαν στενέψει από παντού για τον βασιλέα· αν μεν φόνευε τον δίκαιο, η μομφή για τον φόνο θα ήταν βεβαία· αν δεν τον φόνευε, θα φαινόταν επίορκος. Ο όρκος ήταν για επίδειξη, ο φόβος από την παράβαση του όρκου για φιλοδοξία, ο φόνος για την τήρηση του όρκου. Αληθινά όλο αυτό το συμπόσιο το συγκρότησε η κενοδοξία. Καλώς, λοιπόν, λέγει στα ευαγγέλια ο Κύριος: «Πῶς δύνασθε ὑμεῖς πιστεῦσαι, δόξαν παρὰ ἀλλήλων λαμβάνοντες, καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε;(:Αλλά πώς είναι δυνατόν να πιστέψετε εσείς, αφού επιδιώκετε να παίρνετε δόξα και επαίνους ο ένας από τον άλλο και δεν ζητάτε τη δόξα που πηγάζει από τον ένα και μόνο Θεό;)»[Ιω5,44]. Ζητώντας και οι Ιουδαίοι αυτήν την δόξα από τους ανθρώπους, αθέτησαν την πίστη προς Αυτόν και, όσο περνούσε από το χέρι τους, έκοψαν την κεφαλή όλων των προφητών, φονεύοντας ακόμη και το πλήρωμα των προφητών, τον Ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό. Τέτοια ήσαν τα έργα του βασιλέως που κυβερνιόταν από μοιχαλίδες και χορεύτριες· με αυτά θελγόταν και ευχαριστιόταν, γι’ αυτά θυσιάζει και προδίδει την βασιλεία και σε τέτοια πράξη οδηγείται.


Από κάτι τέτοιο πάσχει και ο νους μας, αδελφοί· διότι, ενώ έχει δημιουργηθεί από τον Θεό βασιλεύς και αυτοκράτωρ των παθών, όταν θελχθεί από αυτά, οδηγείται σε άτοπες δουλείες και έκτοπες πράξεις. Και έτσι ο καθένας από τους δουλωμένους στην αμαρτία και τα πάθη, όταν ελέγχονται από την συνείδησή τους, πρώτα μεν αγανακτούν και δυσανασχετούν, και γι'αυτό την εγκλείουν κατά κάποιον τρόπο, όπως ο Ηρώδης τον Ιωάννη, μη θέλοντας να την ακούουν· καθώς επίσης και τους λόγους τους γραμμένους για την αθέτηση της αμαρτίας και για την προτροπή σε κάθε καλοκαγαθία, μη δεχόμενοι να ακούουν ούτε αυτούς. Όταν δε κυριαρχηθούν τελείως από την παρανόμως συνοικούσα με αυτούς Ηρωδιάδα, την αμαρτητική γνώμη, τότε αναιρούν και τον έμφυτο μέσα τους λόγο της χάριτος, δηλαδή την συνείδησή τους, καταργώντας την τελείως, απιστούν και αντιλέγουν στη θεόπνευστη Γραφή, γινόμενοι εντελώς ασυνείδητοι και αντίθετοι προς τον λόγο του Θεού, όπως ο Ηρώδης στον Ιωάννη.

Αλλά κι εκείνοι που αντιλέγουν στην αλήθεια της ευσέβειας, πάσχουν παρόμοια, μάλλον δε και ενεργούν παρόμοια. Διότι, όταν ελέγχονται από τα προφητικά και αποστολικά και πατερικά λόγια που προτείνονται από μας, πρώτα μεν, κατά κάποιον τρόπο, τα φυλακίζουν μέσα στα βιβλία, λέγοντας: «Αφήστε τα να βρίσκονται εκεί και ας μην τα χρησιμοποιεί κανείς και ας μην τα προβάλλει κανείς», μην ακούοντας ούτε τον Κύριο που λέγει: «Ἐρευνᾶτε τὰς γραφάς, ὅτι ἐν αὐταῖς εὑρήσετε ζωήν αιώνιον(:Ερευνάτε τις Γραφές και θα βρείτε σε αυτές την αιώνιο ζωή)»[Ιω.5,39]. Έπειτα προαγόμενοι προς το χειρότερο από την Ηρωδιάδα, δηλαδή την δυσσεβή δοξασία τους, τα παραθέτουν σαν κατεσφαγμένα επάνω στο πινάκιο, αναιρώντας τα με τα συγγράμματά τους, για χαιρεκακία και βλάβη των ομοφρόνων των.

Έτσι ο μεν Ηρώδης είναι το πρότυπο κάθε κακίας και δυσεβείας, ο δε Ιωάννης η στήλη κάθε αρετής και ευσεβείας· δηλαδή ο μεν Ηρώδης είναι το πλήρωμα της κακίας, το κράτος της δυσεβείας, το όργανο της παρανομίας, ο αληθινά σαρκικός άνθρωπος, αφού ζούσε και φρονούσε κατά σάρκα, ο δε Ιωάννης είναι η κορυφή των από αιώνος θεοφόρων, το περίλαμπρο ταμείο των χαρισμάτων του Πνεύματος, ο επώνυμος της θείας χάριτος φερωνύμως, το ενδιαίτημα κάθε ευσεβείας και αρετής. Υπάρχουν λοιπόν εμπρός σήμερα δύο εικόνες, που αντιστέκονται και αντιτίθενται μεταξύ τους υπερβολικά· η μία από αυτές, αφού φαίνεται ότι ευφραίνει και τιμά ολίγο και για ολίγο καιρό αυτούς που αποφασίζουν να ζήσουν κατά το πρότυπό της, τους παραδίδει σε ατελείωτη και αφόρητη ατιμία και θλίψη· η δε άλλη, αφού επιτρέπει στους αποβλέποντες σε αυτήν να πονέσουν για λίγο, έπειτα τους χαρίζει δόξα και απόλαυση θεία και άρρητη, αληθινή και αιώνια. Αν λοιπόν ζούμε κατά σάρκα, πρόκειται να αποθάνουμε κατά μίμηση του δερματίνου Ηρώδη, όπως λέγει ο απόστολος[Ρωμ.8,13: «Εἰ γὰρ κατὰ σάρκα ζῆτε, μέλλετε ἀποθνήσκειν· εἰ δὲ Πνεύματι τὰς πράξεις τοῦ σώματος θανατοῦτε, ζήσεσθε(:Διότι, εάν ζείτε ως δούλοι των επιθυμιών της σαρκός, οπωσδήποτε πρόκειται να πεθάνετε τον αθάνατο θάνατο της αιώνιας κόλασης, τον οποίο φέρνει στον άνθρωπο ο αιώνιος χωρισμός από τον Θεό. Εάν όμως, με τις αναγεννημένες από τη θεία χάρη πνευματικές σας δυνάμεις, νεκρώνετε τις κακές πράξεις του σώματος, θα ζήσετε αιώνια και ευτυχισμένα)»]. Εάν όμως με την βοήθεια του θείου Πνεύματος σύμφωνα προς τον ζήλο του Ιωάννη αντιτασσόμαστε στις πονηρές ορέξεις και πράξεις του σώματος, θα ζήσουμε στους αιώνες.

Το τέλος της κατά πνεύμα ζωής είναι τώρα κρυμμένο στον Χριστό προς τον Θεό και δεν είναι ακόμη φανερό σε όλους, όταν όμως φανερωθεί, θα είμαστε όμοιοι με Αυτόν, κληρονόμοι Θεού, συγκληρονόμοι Χριστού[Ρωμ.8,17: «Εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν(:Αφού λοιπόν είμαστε παιδιά, είναι φυσικό να είμαστε και κληρονόμοι˙ κληρονόμοι του Θεού ως πατέρα μας, και συγκληρονόμοι του Χριστού ως αδελφού μας. Και γινόμαστε συγκληρονόμοι του Χριστού, αν βεβαίως πάσχουμε μαζί με Αυτόν, έτσι ώστε και να δοξαστούμε μαζί Του)»], που θα έχομε επιτύχει εκείνα τα αιώνια και ακήρατα αγαθά, τα οποία ούτε οφθαλμός είδε, ούτε αυτί άκουσε, αλλά και τα οποία ούτε σε καρδιά ανθρώπων ανέβηκαν, διότι είναι επάνω από ακοή και οφθαλμό και διάνοια. Σ’ αυτούς όμως που ζουν σαρκικώς, δεν είναι μόνο θνητά και πρόσκαιρα τα τερπνά, αλλά και τόσο μικρά και ευτελή, ώστε να ομοιάζουν με ξυλοκέρατα και με τροφή χοίρων.

Αν, λοιπόν, ήσαν και αυτά αιώνια, πάλι έπρεπε να προτιμούμε εκείνα από αυτά, ως ασυγκρίτως υπεροχικά καθ’ όλα· εάν δε και αυτά ήσαν όπως εκείνα μεγάλα και θαυμαστά, για τον λόγο ότι αυτά μεν είναι πρόσκαιρα, εκείνα δε αιώνια, πάλι εκείνα είναι προτιμητέα ως μόνιμα· επειδή δε εκείνα και ατελείωτα είναι και ασύγκριτα, αυτά δε και άχρηστα και πρόσκαιρα, ας παρατρέξομε τα πρόσκαιρα, έστω και αν υποκλέπτουν την αίσθηση κολακεύοντας για λίγο· ας οικειοποιηθούμε τα μέλλοντα ως μόνιμα και μη διαλυόμενα ποτέ· ας αποφύγουμε την ομοίωση προς τον Ηρώδη· ας σπεύδουμε κατά το δυνατό προς την μίμηση της χάριτος του Προδρόμου, και περισσότερο από όλους εμείς που έχομε μοναστικό βίο· εμείς, των οποίων η διαγωγή έχει διαχωριστεί από τα κοσμικά ήθη και πράγματα και, κατά κάποιον τρόπο, πλησιάζει προς τον ερημικό και μοναστικό βίο του προφήτου και Βαπτιστού, ο οποίος, ως προφήτης προβλέποντας και τούτο, ότι το μοναστικό τάγμα θα είναι αυτό που θα μπορέσει να μιμηθεί κάποτε και τούτον μετρίως, αποκόπηκε στην κεφαλή, αγωνιζόμενος όχι για την ευσέβεια, αλλά για την αρετή, ώστε και εμείς να είμαστε έτοιμοι να αντιστεκόμαστε προς την αμαρτία μέχρι θανάτου, γνωρίζοντας ότι θα λάβει στέφανο μαρτυρίου αυτός που κατατροπώνει τα πάθη δια της αρετής. Πραγματικά, όσο μικρότερο κακό είναι η αμαρτία συγκρινόμενη προς την ασέβεια, τόσο μεγαλύτερο αγαθό θα είναι φυσικά η υπεράσπιση της αρετής· πώς, λοιπόν, δεν θα έθετε την ζωή του και υπέρ του μεγαλύτερου εκείνου, δηλαδή της ευσεβείας, αν χρειαζόταν, αυτός που την παρέδωσε για το κατώτερο;

Γι'αυτό και ο μεγαλύτερος μεταξύ των γεννημάτων των γυναικών, ο κήρυξ της μετανοίας, ο πρόδρομος και Βαπτιστής του Σωτήρος, αποκόπηκε στην κεφαλή, αγωνιζόμενος υπέρ της αρετής· ο οποίος δεν ήταν μόνο Πρόδρομος του Χριστού, αλλά και της Εκκλησίας Του και της δικής μας πολιτείας μάλιστα, αδελφοί. Εκείνος γεννήθηκε από στείρα γυναίκα, την Ελισάβετ, και εμείς γεννηθήκαμε από την Εκκλησία εξ εθνών, για την οποία έχει γραφεί: «Εὐφράνθητι, στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα, ῥῆξον καὶ βόησον, ἡ οὐκ ὠδίνουσα, ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα(:Χαροποιήσου, η εξ εθνών Εκκλησία, η μέχρι σήμερα στείρα, η οποία δεν τεκνοποιούσες. Κράξε και βόησε φωνή ευφρόσυνων ωδίνων, εσύ, που δεν δοκίμασες τους πόνους του τοκετού, διότι περισσότερα είναι τα τέκνα της ερήμου ανδρός και χήρας, όπως ήσουν μέχρι τώρα εσύ, παρά της ιουδαϊκής συναγωγής, η οποία είχε ως πνευματικό Νυμφίο τον Θεό)»[Ησ. 54,1· πρβ. Γαλ.4,27: «Γέγραπται γάρ· εὐφράνθητι στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα, ῥῆξον καὶ βόησον ἡ οὐκ ὠδίνουσα· ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα(:Και είναι μητέρα όλων μας η Εκκλησία, διότι έχει γραφεί από τον Ησαΐα: ‘’Να ευφραίνεσαι εσύ, η Εκκλησία, η οποία πριν έλθει ο Χριστός και πριν δοθεί το Άγιον Πνεύμα ήσουν στείρα και δεν γεννούσες παιδιά. Βγάλε τώρα φωνή και κραύγασε με πολλή χαρά, εσύ που δεν κοιλοπονούσες. Διότι ενώ ήσουν έρημη από παιδιά, τώρα τα παιδιά σου είναι περισσότερα απ’ τα παιδιά της επίγειας Ιερουσαλήμ, η οποία γνώριζε τον αληθινό Θεό και σχετιζόταν με Αυτόν και παρουσιαζόταν έτσι ότι έχει άνδρα’’)»]. Εκείνον μετά την γέννηση κατεδίωκε με φονική μανία ο βρεφοκτόνος Ηρώδης, πολεμώντας και εκείνον εξαιτίας της απέχθειας προς τον Χριστό, αλλά αυτός βρήκε καταφυγή στην έρημο και την έκρινε πιο αγαπητή από τον κόσμο και εκεί κατοίκησε. Επιτίθεται και εναντίον μας μετά την πνευματική γέννηση ο νοητός Ηρώδης, διώκοντας και αυτός τελευταίως τον Χριστό εξαιτίας μας.

Γι'αυτό αποφεύγουμε κι εμείς τον κόσμο και βρίσκουμε καταφυγή σε αυτά τα αφιερωμένα στον Θεό φροντιστήρια της αρετής, και έτσι ξεφεύγουμε από τους ανηλεείς δορυφόρους και μαχαιροφόρους εκείνου, τις προκλήσεις των παθών, με τις οποίες επιφέρει τον πνευματικό θάνατο, χωρίζοντας τον άνθρωπο από τον Θεό. Αυτός είναι ο θάνατος που ανεβαίνει σε εμάς δια των θυρίδων που έχομε, δηλαδή δια των αισθήσεων· διότι διαμέσου αυτών επήλθε και στην αρχή και κατέρριψε από τότε το γένος μας, εκβάλλοντας τους προπάτορες από την αθανασία. Άκουσε η Εύα την κακόβουλη συμβουλή του πονηρού· είδε, έπαθε, έφαγε, πέθανε, έθελξε τον άνδρα, τον έλαβε κοινωνό και του γεύματος και της πτώσεως. Εκείνοι δεν κατόρθωσαν να αντισταθούν σε έναν πειρασμό, έκλεισαν αμέσως τα αυτιά τους σε ένα δόλιο λόγο, νικήθηκαν από μία ωραία θέα, αν και δεν ήσαν ακόμη εμπαθείς, αλλά απαθείς, κινούμενοι σε τόπο απαλλαγμένο από πάθη· άραγε εμείς, τρεφόμενοι ισοβίως στον κόσμο, θα μπορέσουμε απέναντι στις πολύμορφες θέες των παθών, απέναντι στις φλύαρες και όχι λιγότερο άσχημες ακοές και ομιλίες, να μην πάθουμε κακώς, να μην τραυματιστούμε και αποκτήσουμε πονηρή διάθεση κατά τον εσωτερικό άνθρωπο; Δεν είναι δυνατόν τούτο, δεν είναι.

Γι'αυτό οι πατέρες, μιμούμενοι τον Πρόδρομο της χάριτος, αφού απαρνήθηκαν τον κόσμο και απέφυγαν την συμβίωση των προσκειμένων σε αυτόν, άλλοι μεν κατοίκησαν στην έρημο και είλκυσαν προς αυτήν πολλούς από τους μεταγενεστέρους· άλλοι δε ασκήθηκαν σε ιερά περιτειχίσματα και συγκρότησαν σε αυτά πνευματικές συνοδείες· εμείς προσαρμοζόμενοι ο καθένας σε άλλην από αυτές με ζήλο, εγκαταβιώνομε στους ιερούς αυτούς σηκούς. Δεν πρέπει δε μόνο να κατοικούμε σε αυτούς, αλλά και να ζούμε σύμφωνα με τους πατέρες εκείνους· διότι από τους άλλους τούτους παραδείσους του Θεού επί της γης δεν απουσιάζει το δέντρο της γνώσεως καλού και πονηρού, ούτε ο πονηρός εισηγητής, αλλά είναι δυνατό για μας, αφού διδαχθούμε από τα παραδείγματα της παλαιάς εποχής, να προσέχομε τον μόνο σοφό και αγαθό σύμβουλο και να ακολουθούμε στα ίχνη αυτών που και προηγουμένως και τώρα πειθαρχούν σε αυτόν, μιμούμενοι, για να εκφραστούμε αποστολικώς[Εβρ.13,7: «Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν(:Να θυμάστε πάντοτε το άγιο παράδειγμα των πνευματικών αρχηγών και προεστών σας, οι οποίοι σας δίδαξαν τον λόγο του Θεού. Να αναλογίζεστε και να μελετάτε το άγιο και θεάρεστο τέλος της ζωής και της συμπεριφοράς τους, και να μιμείστε την πίστη τους)»], την διαγωγή αυτών, των οποίων είδαμε το αποτέλεσμα. Υπάρχουν δε και θηρία και κτήνη και στην έρημο και στα ιερά αυτά φροντιστήρια και είναι πολύς φόβος, μην τυχόν εξισωθούμε με τα ανόητα κτήνη και ομοιάσουμε με αυτά [Ψαλμ.48,13: «Καὶ ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς(: Και ο ταλαίπωρος ο άνθρωπος, ενώ είχε τιμή και αξία φέροντας μέσα σε αυτόν την εικόνα του Θεού, δεν κατανόησε αυτό, εξισώθηκε προς τα ανόητα και άλογα κτήνη και ομοιώθηκε προς αυτά)»], αν δεν μιμούμαστε, ο καθένας κατά την δύναμή του, τον βίο του Ιωάννη.

Τι λοιπόν; Εκείνος είχε πάντοτε ακάλυπτη την κεφαλή, δείγμα αδιαλείπτου προσευχής και της παρρησίας προς τον Θεό· διότι πρέπει ο άνδρας να προσεύχεται ακάλυπτος κατά τον λόγο του αποστόλου[Α΄Κορ.11,4: «Πᾶς ἀνὴρ προσευχόμενος ἢ προφητεύων κατὰ κεφαλῆς ἔχων καταισχύνει τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ(:Κάθε άνδρας, είτε έγγαμος είτε άγαμος, που προσεύχεται στην κοινή λατρεία σας ή φανερώνει το θέλημα του Θεού ως προφήτης φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα, όταν έχει πάνω στο κεφάλι του κάλυμμα, το οποίο είναι σύμβολο υποτέλειας, καταντροπιάζει το κεφάλι του. Διότι έρχεται να λατρεύσει ή να υπηρετήσει τον Χριστό χωρίς να αποδέχεται, με το κάλυμμα της υποτέλειας που φορά, το αξίωμα και την κυριαρχία που του έδωσε ο Χριστός)»], έτσι ώστε με ελεύθερο πρόσωπο να κατοπτρίζομε την δόξα του Κυρίου[Β΄Κορ.3,18: «Ἡμεῖς δὲ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπὸ Κυρίου Πνεύματος(:Και όλοι εμείς με ξέσκεπο το πρόσωπο του εσωτερικού μας ανθρώπου, σαν καθρέφτες πνευματικοί δεχόμαστε και αντανακλούμε την δόξα του Κυρίου. Κι έτσι μεταμορφωνόμαστε και παίρνουμε την ίδια ένδοξη εικόνα του Κυρίου. Και προοδεύουμε από έναν βαθμό δόξας σε άλλο ανώτερο βαθμό, όπως είναι επόμενο να προοδεύει ο άνθρωπος που φωτίζεται από το Άγιο Πνεύμα, το Οποίο είναι ο Κύριος)»]. Να καλύπτονται δε οι συνδεδεμένοι με τον κόσμο εξαιτίας των βλαβών που τους περιστοιχίζουν ή μάλλον που είναι σύμφυτες με αυτούς και των συνεχών εμποδίων στα πόδια τους, αφού δεν κατορθώνουν αυτό, την προσευχή διηνεκώς, όπως εμείς. Εμείς όμως που καλώς αναχωρήσαμε από τον κόσμο, ας αναχωρούμε από αυτόν και κατά την διάνοια συνδέοντας τον νου μας προς τον Χριστό με ψαλμούς και ωδές και προσευχές πνευματικές, και ας καταστήσομε τους εαυτούς μας σκήνωμα του σωτηριώδους Ονόματος, μνημονεύοντας Αυτόν, για τον Οποίο εξήλθαμε από τον κόσμο. Διότι όποιος αναχώρησε από τον κόσμο και από τα βιοτικά γι’ Αυτόν, οπωσδήποτε ποθεί την ένωση προς Αυτόν· και αυτή προκαλείται δια της συνεχούς μνήμης Αυτού που καθαρίζει τον νου.

Ας καθαρίσουμε, λοιπόν, το μάτι της διανοίας με έργα και λόγια και λογισμούς κοιτάζοντας προς τον Θεό· διότι και μόνο αν θέλομε να βλέπομε κατά το δυνατό προς τον βίο του Ιωάννου, δεν έχομε τίποτε από εκείνα που αποσπούν από τον Θεό. Εκείνος γύριζε άστεγος, εμείς ας αρκεστούμε στη μικρή στέγη, ας δεχτούμε ο καθένας στον οικίσκο που δίδεται από τον προϊστάμενο, ενθυμούμενοι αυτόν τον ισοβίως ανέστιο· εκείνος αρκείτο σε ακρόδρυα και μελέαγρο, που είναι χόρτο φυόμενο στην έρημο αυτομάτως, του οποίου τις ρίζες χρησιμοποίησαν για τροφή και οι έπειτα από αυτόν ερημοπολίτες πατέρες· ακρόδρυα δε λέγουν τις σκληρόφλοιες οπώρες. Με οπώρες, λοιπόν, και ρίζες χόρτων, ζούσε εκείνος ή με ορεινό μέλι, ήταν μονοχίτων και είχε δερμάτινη ζώνη γύρω στη μέση του· έτσι, αφενός μεν έδειχνε με σύμβολα ότι περιέφερε στο σώμα τη νέκρωση των παθών, αφετέρου δε κατείχε και ο ίδιος το αγαθό της ακτημοσύνης και δίδασκε και εμάς με πράξεις. Πόσο πλούτο εφοδίων για τροφή και ενδυμασία διαθέτομε εμείς, έχοντας δοχεία και αποθήκες γεμάτες σίτο και οίνο, αρτοποιεία και αρτοκοπεία και γενικώς όλα τα επιτήδεια;

Ας ευχαριστούμε, λοιπόν, τον χορηγό αυτών των εφοδίων Θεό και τον Πρόδρομό Του, εξαιτίας του οποίου αυτά συγκομίζονται άκοπα, σαν να ρέουν προς εμάς από πηγή· και ας τα προσλαμβάνομε για δόξα Του, ανταποδίδοντας σε Αυτόν την ευχαριστία με έργα. Αν δε αρκούμαστε σε αυτά τα κοινά στους αδελφούς της μονής, δεν είμαστε πολύ μακριά από την ακτημοσύνη και εγκράτεια του Ιωάννη· διότι και εκείνος είναι καθ’ όλα απαράμιλλος, αλλά όπως αυτός τρεφόταν από τον Θεό, έτσι και εμείς τρεφόμαστε από τα ταμεία του Θεού. Αν όμως έχομε δικά μας κτήματα και ταμεία, τούτο είναι το δεινό που μας απομακρύνει από την κοινωνία των αγίων· διότι όποιος αναχώρησε από τον κόσμο και έχει ιδιοκτησία, την οποία ή έφερε από εκεί ή απέκτησε εδώ, συμπεριφέρει μαζί του τον κόσμο και δεν αναχωρεί ποτέ από τον κόσμο, ακόμη δε και αν βρίσκεται στο ίδιο το Άγιο Όρος και αν κατοικεί σε αυτές τις μονές που εικονίζουν τον ουράνιο χώρο, όσο εξαρτάται από αυτόν, μιαίνει τον τόπο και δεν τον αφήνει να είναι ανώτερος του κόσμου τέτοιος άνθρωπος οπωσδήποτε θα κατακριθεί, διότι θεώρησε κοσμικό το ιερό του Θεού.

Αλλά και ο βαπτιστής και Πρόδρομος του Κυρίου Ιωάννης εξήλθε από εκείνη την ηρεμία και ερημία; Το έπραξε όμως διότι στάλθηκε από Αυτόν για να δώσει γνώση σωτηρίας στον λαό Του και για να προχωρήσει σε έλεγχο των απειθούντων, εξαιτίας του οποίου ελέγχου έχασε σήμερα και την κεφαλή του από αυτούς. Πραγματικά αυτός δεν έπρεπε να υποστεί φυσικό θάνατο· διότι τέτοιος θάνατος είναι καταδίκη για την παράβαση του Αδάμ, για την οποία δεν είναι οφειλέτης ο υπηρέτης της εντολής, ο υπήκοος στον Θεός από την μητρική γαστέρα ακόμη. Οι άγιοι οφείλουν να δίδουν την ζωή τους για την αρετή και την ευσέβεια κατά την εντολή του Κυρίου· και γι'αυτό κατάλληλος μάλλον σε τούτους είναι ο βίαιος υπέρ του καλού θάνατος· γι'αυτό και ο Κύριος με τέτοιον τρόπο γεύτηκε τον θάνατο. Έπρεπε δε και ο θάνατος του Ιωάννη να είναι πρόδρομος του θανάτου του Χριστού, έτσι ώστε κατά την πατρική προς αυτόν προφητεία να προπορευτεί από τον Κύριο για να δώσει γνώση σωτηρίας και στους ευρισκομένους στο σκότος του Άδη, για να προστρέξουν και εκείνοι και να επιτύχουν την εν Χριστώ μακαρία και αθάνατη ζωή.

Αυτήν την ζωή είθε να επιτύχουμε όλοι εμείς, με τις πρεσβείες αυτού που την πέτυχε από την μητρική κοιλία ακόμα και την διεκήρυξε στους επί της γης και κάτω από την γη και καθοδήγησε και καθοδηγεί προς αυτήν όλους τους ανθρώπους με έργο και λόγο και με τις ικεσίες προς τον Θεό, μέσα στον Ίδιο τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, στον Οποίο μόνο πρέπει δόξα αιώνια. Γένοιτο.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος


ΠΗΓΕΣ:Γρηγορίου του Παλαμά, Άπαντα τα έργα, Ομιλίες ΚΑ΄-ΜΒ΄, ομιλία Μ’, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1985, τόμος 10, σελίδες 512-551.Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/
https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2025

Μεγάλη η χάρη του Προδρόμου

 Μπορεί να είναι doodle 

Μακαριστός π. Ανανίας Κουστένης

Μεγάλη η χάρη του Προδρόμου. Μεγάλη η ευχή του. Μεγάλη η ευλογία του. Τον έχουμε στήριγμα. Τον έχουμε αποκούμπι. Τον έχουμε παρηγοριά. Τον έχουμε δικό μας. Κολλητό μας. Είναι πολύ κοντά μας ο άγιος Ιωάννης. Πάρα πολύ κοντά μας. Πιο κοντά από πολλούς άλλους αγίους. Διότι το έργο του συνεχίζεται, όπως είπαμε και το πρωί.
Κήρυξε, βέβαια, τον Χριστό, απ’ την κοιλιά της μάνας του, κήρυξε και στην κοιλιά του αναύγητου Άδη τον Χριστό, μετά τον θάνατό του, έλυσε τη στείρα μήτρα της μητέρας του και τη σιωπή του πατρός του Ζαχαρία, αλλά, και παρά ταύτα, τα τόσα μεγάλα, που πρόσφερε στη Θεία οικονομία και στην Εκκλησία, το έργο του καθόλου δεν τελείωσε. Θα τελειώσει με το τέλος του κόσμου. Με τη συντέλεια του αιώνος.
Τι δουλειά κάνει ο άγιος Ιωάννης! Είναι και τώρα Πρόδρομος. Προτρέχει του Χριστού μας, που είναι ο δρόμος. Που ’ναι «η οδός και η αλήθεια και η ζωή» και η Ανάσταση. Προτρέχει. Έρχεται μπροστά από Κείνον στην κάθε ψυχή. Στην κάθε ύπαρξη. Στην κάθε οντότητα. Όπου κι αν είναι κι ό,τι κι αν κάνει. Και τι κάνει; Ετοιμάζει τον δρόμο του Κυρίου. Τον ερχομό του Κυρίου στην κάθε ψυχή. Αφού ο Ιησούς μας είναι «ο ευλογημένος ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Αφού είναι «ο ων και ο ην και ο ερχόμενος κατά την «Αποκάλυψη» του Ευαγγελιστού Ιωάννου.
Προετοιμάζει, κι έρχεται, όπως είπαμε και το πρωί, ο άη-Γαννάκος και τι κάνει; Θωπεύει τις ψυχές μας μυστικά και άρρητα. Μας κανακίζει. Μας καλοπαίρνει. Μας μαλώνει, αν χρειαστεί. Και το μάλωμα είν’ αγάπη και μάλιστα περίσσευμα αγάπης, πολλές φορές.
Κλαίει μαζί μας. Χαίρεται μαζί μας. Έχει σχέση μεγάλη και σπουδαία. Παρακαλεί για τις ψυχές μας. Και κάνει και τι δεν κάνει, προκειμένου να ’ρθούμε σε αίσθηση και σε μετάνοια και συναίσθηση! Να αναζητήσουμε τον Κύριο. Να επιθυμήσουμε τον Σωτήρα και λυτρωτή και ευεργέτη μας Χριστό, που ναι το παν.
Ο άγιος Ιωάννης δουλεύει πολύ, πάρα πολύ, επάνω σ’ αυτό. Σ’ όλες τις ψυχές και υπάρξεις και στον καθένα χωριστά. Με μοναδικό τρόπο. Οπότε δουλεύει στους αιώνες ο άγιος Ιωάννης. Και δεν κάθεται καθόλου. Αναπαμό δεν έχει και ησυχία δεν βρίσκει. Γιατί αγαπάει τόσο πολύ τους ανθρώπους ο άγιος Ιωάννης, που γίνεται θυσία. Που κοπιάζει. Που προσπαθεί. Που κλαίει. Που θρηνεί. Που ικετεύει. Που παρακαλεί, για όλους μαζί και τον καθένα μας.
Γι’ αυτό και η Παράδοση της Εκκλησίας, και η εικονογραφική αλλά και η Θεολογία μας, τον έταξε στα αριστερά του Χριστού. Στα ζερβά του Χρίστου, που λέει ένα τραγουδάκι από τη Θράκη μας. Και να παρακαλεί εκεί, με δεξιά θέση την Παναγία, να παρακαλεί τον αφέντη τον Χριστό για όλο τον κόσμο. Για κάθε ψυχή. Για κάθε απολωλός πρόβατο. Για κάθε αμετανόητο. Για κάθε δυσκολεμένο. Για κάθε μοναχικό άνθρωπο.
Γιατί ο άγιος Ιωάννης έζησε στην έρημο από τα σπάργανα, ακόμη, που λεν τα τροπάρια και το Ευαγγέλιο, π’ ακούσαμε το πρωί, στη Θεία Λειτουργία. Έζησε μόνος του. Μόνος με τον Θεό. Μόνος με τους αγγέλους. Και μόνος με τους πειρασμούς και τους δαίμονες και τις δυσκολίες. Το τρυφερό αυτό παιδάκι, να ‘ν’ ολομόναχο στην έρημο. Αλλά ήτανε επ’ αυτό Χάρις Θεού. Τον επεσκίαζε η Θεία Χάρις.

Άλλωστε, το ίδιο του το όνομα το λέει αυτό. Τι σημαίνει Ιωάννης; Ήταν όνομα, που πρώτη φορά ακουγόταν στην οικογένεια αυτή. Και έλεγαν, να τον βάλουνε Ζαχαρία. Τι σημαίνει Ιωάννης; Το ’πε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, κατά την ήμερα του ευαγγελισμού του Ιωάννου, στον Ζαχαρία. «Και το όνομα αυτού κληθήσεται Ιωάννης». Τι σημαίνει Γιοχάναν; Δώρον Θεού. Τι σημαίνει δώρον; Χάρις! «Και Χάρις Θεού ην επ’ αυτώ».
Είναι το δώρο του Θεού σε μας. Στα ελληνικά θα μεταφραζόταν ο Ιωάννης Θεόδωρος. Θεόδωρος! Συμπίπτουν εννοιολογικά Ιωάννης και Θεόδωρος. Είναι δώρο του Θεού στην Εκκλησία. Στην ανθρωπότητα. Στην οικουμένη. Στην ψυχή μας. Σε όλους.
Μεγάλος άγιος. Μεγάλη χάρη. Μεγάλο δώρο. Μεγάλη ομορφιά. Γι’ αυτό, ας το γνωρίζουμε αυτό. Και ας τον εκμεταλλευόμεθα τον άη-Γιαννάκο. Μην τον αφήνουμε. Είμαστε, πολλές φορές, μόνοι. Και αισθανόμεθα απαρηγόρητοι. Και αισθανόμεθα δυσκολία. Ας του μιλάμε. Ας τον φωνάζομε. Ο άγιος εκεί είναι. Δίπλα μας είναι. Κοντά μας είναι. Κολλητός μας είναι. Και θα πείτε δεν μιλάει. Δεν μιλάει, γιατί έχει εντολή απ’ τον Θεό, να μην παραβιάσει την ελευθερία μας. Το ξέρετε αυτό; Να μην παραβιάσει τήν ελευθερία μας!
Κι οι πεθαμένοι μας, πολλές φορές, θέλουνε να ’ρθουν. Να μας σκουντήσουν. Να μας ρίξουν και μια καρπαζιά, μ’ αυτά που κάνομε. Να μας συνεφέρουν. Να μας οδηγήσουν στα λάθη μας. Κι όμως, δεν τους αφήνει ο Θεούλης. Δεν τους αφήνει ο Θεούλης! Γιατί; Μην παραβιάσει την ελευθερία μας! Τι δώρο είν’ η ελευθερία! Τι δώρο Θεού! Άλλα και τι ευθύνη! Τι βάρος! Τι δυσκολία!

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2025

Στον πάνσεπτο του Χριστού Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη (Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς)

Ἄν ὁ θάνατος τῶν ὁσίων εἶναι ἀξιοτίμητος καί ἡ μνήμη τοῦ ἀνθρώπου, πού σ’ ὅλη του τή ζωή ἔκανε μέ συνέπεια τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πανηγυρίζεται μέ ἐγκωμιαστικούς λόγους, πόσο περισσότερο ἔχουμε ἐμεῖς ὑποχρέωση νά γιορτάζουμε μέ ἐγκώμια τή μνήμη τοῦ Ἰωάννη, πού βρίσκεται στήν πιό ψηλή κορυφή, πάνω ἀπ’ ὅλους τούς ὁσίους καί τούς δικαίους; τοῦ Ἰωάννη πού σκίρτησε προφητικά γιά τή σάρκωση τοῦ Θεοῦ-Λόγου -ἐνόσω ἀκόμα βρισκόταν στή μητρική κοιλιά- πού γεννήθηκε καί κήρυξε πρίν ἀπό Ἐκεῖνον καί μέ τά κηρύγματά του ἑτοίμασε τήν ἔλευσή Του στόν κόσμο; τοῦ Ἰωάννη πού ἀπό Αὐτόν τόν Θεό-Λόγο ἐπίσης ἀνακηρύχτηκε καί ὁμολογήθηκε δημόσια ὡς ἀνώτερος ἀπ᾽ ὅλους τούς προφῆτες, τούς δικαίους καί τούς ὁσίους ὅλων τῶν αἰώνων; Δέν μποροῦμε βέβαια νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι, ἐπειδή ἡ ζωή του ξεπερνάει τά ἀνθρώπινα λόγια ἤ ὅτι ἐπειδή ὁμολογήθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Μονογενῆ Λόγο τοῦ Θεοῦ καί τιμήθηκε δημόσια, δέν ἔχει ἀνάγκη καί ἀπό τό δικό μας ἐγκώμιο, καί μέ αὐτή τήν πρόφαση νά σιωπήσουμε καί ν’ ἀφήσουμε νά περάσει ἡ ἡμέρα τῆς μνήμης του χωρίς ἐγκωμιαστικούς λόγους, αὐτούς πού οἱ δυνάμεις μας ἐπιτρέπουν νά ἐκφωνήσουμε, μέ σκοπό νά τιμήσουμε αὐτόν πού, κατά τίς γραφές, ὑπῆρξε ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ-Λόγου.

Ἴσα-ἴσα, ἐπειδή τόσο μεγάλος ἀνακηρύχτηκε καί ὁμολογήθηκε δημόσια ἀπό τόν ἴδιο τό Δεσπότη τῶν ὅλων Ἰησοῦ Χριστό, κάθε γλώσσα πιστοῦ χριστιανοῦ ἄς κινηθεῖ γιά νά τόν ὑμνήσει μ᾽ ὅλη της τή δύναμη. Ὄχι βέβαια γιατί θά καταφέρουμε νά προσθέσουμε ἕνα ἀκόμη στολίδι στή δόξα του -πῶς εἶναι δυνατόν;- ἀλλά γιά νά ἐκπληρώσουμε τό χρέος μας καθένας χωριστά καί ὅλοι μαζί, ἐξιστορώντας καί ὑμνώντας ὅλα τά ἀξιοθαύμαστα πού σχετίζονται μέ τήν ἁγία μορφή του. Γιατί ὁλόκληρη ἡ ζωή τοῦ μεγαλύτερου ἀπ᾽ ὅλους ὅσους ποτέ γεννήθηκαν πάνω στή γῆ, ξεπερνάει κάθε θαῦμα. Καί μάλιστα, ὄχι μόνο ὁλόκληρη ἡ ζωή ἐκείνου πού προφήτεψε, πρίν ἀκόμα γεννηθεῖ καί πού ἀργότερα ξεπέρασε κάθε προφήτη, ἀλλά καί ὅσα συνέβηκαν πολύ πρίν ἀπό τή γέννησή του καί μετά τήν ὁσιακή ζωή του καί ἔχουν σχέση μ᾽ αὐτόν, ὑπερβαίνουν κάθε θαῦμα.
Θεῖες γι᾽ αὐτόν λαλιές θεοφώτιστων προφητῶν τόν ὀνόμασαν, πρίν ἀπ᾽ τή γέννησή του, ἄγγελο καί ὄχι ἄνθρωπο, λυχνάρι τοῦ οὐράνιου φωτός πού σάν ἄλλος ὁλόλαμπρος αὐγερινός ἀνέτειλε πρίν ἀπό τόν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης καί πού ὑπῆρξε -ἀφοῦ προηγήθηκε ἀπό τόν Χριστό, τόν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης- φωνή τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ-Λόγου. Γιατί τί εἶναι κοντινότερο ἤ πιό συγγενικό μέ τό Θεό-Λόγο ἀπό τήν ἴδια τή φωνή Του;

Ὅταν ἔγγιζε ὁ καιρός τῆς συλλήψεως τοῦ Ἰωάννη, ἀφοῦ κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό ἄγγελος καί ὄχι ἄνθρωπος, ἔλυσε τή στείρωση τοῦ Ζαχαρία καί τῆς Ἐλισάβετ, μηνύοντας ὅτι οἱ μέχρι τότε ἄγονοι σύζυγοι θά ἀποκτοῦσαν στά βαθιά γεράματά τους παιδί καί προεξαγγέλλοντας ὅτι ἡ γέννησή του θά ἦταν γιά ὅλους ἀφορμή χαρᾶς καί σωτηρίας. Ὅπως λέει ἡ Ἁγ. Γραφή «θά ἀναδειχτεῖ μεγάλος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Δέν θά δοκιμάσει ποτέ του κρασί ἤ ἄλλα οἰνοπνευματώδη ποτά καί θά εἶναι γεμάτος ἀπό Πνεῦμα Ἅγιο, ἐνῶ ἀκόμα θά βρίσκεται στή μητρική κοιλιά. Θά βοηθήσει ἀκόμα νά ἐπιστρέψουν στόν Θεό μέ τή μετάνοια πολλοί Ἰσραηλίτες. Καί θά ἔρθει πρίν ἀπό Ἐκεῖνον μέ τό Πνεῦμα καί τή δύναμη τοῦ προφήτη Ἠλία» (Λουκ. 1,15). Γιατί καί ὁ Τίμιος Πρόδρομος θά εἶναι παρθένος ὅπως καί ὁ προφήτης Ἠλίας καί θρέμμα τῆς ἐρήμου περισσότερο ἀπ᾽ ἐκεῖνον. Καί ἀκόμα θά εἶναι ἐλεγκτής βασιλιάδων καί βασιλισσῶν πού ἔπεσαν στήν παρανομία. Ὅ,τι ἀναφέρεται στό πρόσωπο τοῦ Ἠλία τό ᾽χει ἐκεῖνος πιότερο ἐκτελέσει, γιατί ὑπῆρξε πάνω ἀπ᾽ ὅλα πρόδρομος τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Γιατί λέει ἡ Ἁγ. Γραφή: «θά ἔρθει πρίν ἀκόμα Ἐκεῖνος σαρκωθεῖ».

Ἐπειδή σ᾽ ὅλα αὐτά ὁ Ζαχαρίας θεώρησε σκόπιμο νά μή δώσει ἀνεπιφύλακτα τήν πίστη του, ἔχασε τή λαλιά του. Ἀφοῦ ἀρνήθηκε νά κηρύξει μέ τή θέλησή του, κράζει χωρίς νά τό θέλει μέ τή σιωπή του καί διαλαλεῖ τήν παράξενη σύλληψη τοῦ παιδιοῦ, μέχρι νά γεννηθεῖ αὐτός πού θά ἔρθει στόν κόσμο, πρίν ἀπό τόν Θεό Λόγο σάν φωνή τοῦ Λόγου.
Ἀφοῦ συνελήφθηκε μετά ἀπό τέτοιες καί τόσο μεγάλες ἐπαγγελίες, χρίεται προφήτης πρίν ἀκόμα γεννηθεῖ καί μεταδίδει θαυματουργικά στή μητέρα του τήν προφητική χάρη. Καί ὅπως λέει ὁ προφήτης Ἡσαΐας «Ντύνεται σωτηριῶδες ἱμάτιο καί χιτώνα εὐφροσύνης» (Ἡσ. 61, 10). Ὅπως ἀκόμα ἔκανε ὁ προφήτης Ἠλίας στόν Ἐλισσαῖο, ἔτσι καί αὐτός χρίει στή θέση του προφήτη τόν πατέρα του. Καί ὄντας ἀκόμα ἔμβρυο φτάνει καί ξεπερνάει καί τῶν δύο προφητῶν τήν τελειότητα, ἀποκαλύπτοvτας τήν προφητική του δύναμη μέ τό ἰδιαίτερο σκίρτημά του κατά τήν παρουσία τοῦ Κυρίου. Καί ἦταν προφητικό τό σκίρτημά του ἐπειδή ἀκριβῶς τό ἔμβρυο μετά τή διάπλαση τῶν μελῶν του μπορεῖ νά κινεῖται μέσα στή μητρική κοιλιά, ἀλλά δέν μπορεῖ νά μιλάει, γιατί ἡ κυοφορία του τό ἐμποδίζει νά ἔρθει σέ ἐπαφή μέ τόν ἀτμοσφαιρικό ἀέρα καί κατά συνέπεια δέν μπορεῖ νά παράγει καί νά μεταδίδει ἤχους.

Ἔφτασε λοιπόν στό πατρικό του ἡ Παρθένος Μαριάμ, φέρνοντας στά σπλάχνα τῆς τόν Ἴδιο τόν Θεό. Ὁ Ἰωάννης, ἐνῶ ἀκόμη βρισκόταν στήν κοιλιά τῆς μητέρας του, δέν ἄφησε νά περάσει ἀπαρατήρητη ἡ Θεία παρουσία καί ἡ οἰκονομία Του γιά τόν ἄνθρωπο, ἀλλά, χρησιμοποιώντας τή γλώσσα τῆς μητέρας του καί θεολογώντας, ἀνυμνεῖ ἀπό ἐκεῖ τήν Ἀειπάρθενο Θεοτόκο.

Τί ἀξιοθαύμαστο ἀλήθεια πράγμα! Σκιρτάει καί εὐφραίνεται, ὄντας στά μητρικά σπλάχνα, ἀφοῦ μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέχτηκε στή μητρική κοιλιά τήν τελειότητα τοῦ «μέλλοντα αἰώνα». Γιατί ἀκριβῶς καί ὁ μεγάλος ἀπόστολος Παῦλος, προκαταγγέλλοντας τό μυστήριο τῆς αἰώνιας ζωῆς, λέει: «Σπέρνεται σῶμα ὑλικό, ἀνασταίνεται σῶμα πνευματικό» (Α΄ Κορινθ. 15, 44), δηλαδή σῶμα πού θά ζεῖ καί θά κινεῖται μέ τήν ὑπερφυσική δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήν αἰώνια μακαριότητα. Ἔτσι καί ὁ Ἰωάννης συνελήφθηκε καί συγκροτήθηκε ὡς φυσικό σῶμα στή μητρική κοιλιά, μέ τήν παράδοξη ὅμως χαρισματική ἐπενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀναδείχτηκε σῶμα πνευματικό. Καί μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σκιρτώντας γεμάτος ἀγαλλίαση, ἀξίωσε τή μητέρα πού τόν κυοφοροῦσε νά μιλήσει προφητικά. Ἔτσι μέ δυνατή φωνή, χρησιμοποιώντας τή μητρική γλώσσα, εὐλογοῦσε τόν Θεό καί κήρυξε λαμπρόφωνα τήν Παρθένο, πού κυοφοροῦσε, Μητέρα τοῦ Κυρίου καί Ἐκεῖνον πού βρισκόταν στά σπλάχνα της, καρπό τῆς κοιλιᾶς της, γνωρίζοντάς την ἔτσι σ᾽ ὅλους ἔγκυο συγχρόνως καί παρθένο. Ἔτσι ὁ Ἰωάννης ὄχι μόνο, ὅπως λέει ἡ Ἁγ. Γραφή (Ἡσαΐα, 7, 15-16), πρίν ἀκόμα γνωρίσει τό κακό διάλεξε τό ἀγαθό, ἀλλά καί πρίν ἀκόμα γνωρίσει τόν κόσμο, ὄντας ἔμβρυο, ἦταν πάνω ἀπό τά ἐγκόσμια πράγματα. Μετά δέ τή γέννησή του γέμισε ὅλους μέ χαρά καί ἔκπληξη γιά τά θαυμάσια καί πρωτόγνωρα πού συνέβηκαν γύρω ἀπ᾽ τό πρόσωπό του. «Ἦταν τό χέρι τοῦ Θεοῦ ἐπάνω του», ὅπως λέει ἡ Ἁγ. Γραφή, ἐπιτελώντας καί πάλι, ὅπως καί πρίν ἀπό τή γέννησή του, πράγματα θαυμαστά. Τό στόμα τοῦ πατέρα του πού εἶχε κλειστεῖ, ἐπειδή δέν πίστεψε τόν παράδοξο τρόπο τῆς συλλήψεως τοῦ παιδιοῦ, ἀνοίχτηκε καί γέμισε Πνεῦμα Ἅγιο καί προφήτεψε πολλά καί γιά διάφορα ἄλλα θέματα, ἀλλά καί γιά τό ἴδιο τό παιδί του, καί εἶπε: «Καί σύ παιδί μου, θά ὀνομαστεῖς προφήτης τοῦ ὕψιστου Θεοῦ, γιατί θά προπορευτεῖς πρίν ἀπό τή σάρκωσή Του, γιά νά ἑτοιμάσεις στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων τό δρόμο τοῦ ἐρχομοῦ Του καί νά γνωρίσεις στό λαό Του τή σωτηρία, πού Αὐτός ἔρχεται νά χαρίσει» (Λουκ. 1, 76). Ὅπως λοιπόν κατά τή σύλληψή του τό Θεῖο αὐτό παιδί, ἔμβρυο ὄντας, ἦταν ζωντανό ὄργανο τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ καί μέ τή χάρη Του σκιρτοῦσε καί μέσα στήν πληρότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀγαλλόταν, ἔτσι καί μετά τή γέννησή του μεγάλωνε καί δυνάμωνε μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ἐπειδή ὁ κόσμος δέν ἦταν ἄξιος νά τόν κρατάει στούς κόλπους του, παρέμεινε ἀπό μικρός, σ’ ὅλη του τή ζωή στήν ἔρημο, περνώντας τίς ἡμέρες του χωρίς μέριμνα, χωρίς ἰδιοκτησία, χωρίς καμιά ἀπολύτως ὑλική φροντίδα. Ἡ ψυχή του δέν γνώρισε τή λύπη πού φέρνει ἡ ἀνθρώπινη ἐμπάθεια, δέν ἔδωσε τόπο μέσα του σέ διεστραμμένα πάθη καί δείχτηκε ἀνώτερος ἀπό κάθε ἐφήμερη ὑλική ἡδονή πού κολακεύει τό σῶμα καί τίς σωματικές αἰσθήσεις. Γιά τόν Θεό μόνο ζοῦσε, τόν Θεό μόνο ἔβλεπε, τόν Θεό μόνο εἶχε ἀπόλαυση καί χαρά του. Ζοῦσε σάν ἕνα ἀποκομμένο ἀπό τή γῆ κομμάτι καί ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή «ζοῦσε στήν ἔρημο, μέχρι τήν ἡμέρα πού ἔγινε γνωστός στούς Ἰσραηλίτες». Καί ποιά ἦταν αὐτή ἡ ἡμέρα; «Ὅταν ἔφτασε ὁ καιρός τοῦ Βαπτίσματος τοῦ Κυρίου», γιά τόν ὁποῖο καιρό ἔλεγε κάποιος ψαλμός: «Δέν ὑπάρχει πιά κανένας συνετός, κανένας πού νά ἀποζητάει τόν Θεό. Ὅλοι ξεστράτισαν ἀπό τό δρόμο Του, ὅλοι ἀλλοιώθηκαν μέσα στή φθορά τῆς ἁμαρτίας» (Ψαλμ. 13, 2-3). Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν ὁ Κύριος, ἐνῶ ὅλοι μας εἴμαστε ἀσεβεῖς, κατέβηκε ἀπό τούς οὐρανούς ἀπό ἀνέκφραστη ἀγάπη γιά τόν ἄνθρωπο, ἔτσι καί ὁ Ἰωάννης τότε ἄφησε τήν ἔρημο γιά χάρη μας, γιά νά ὑπηρετήσει τή Θεία βουλή Ἐκείνου, σχετικά μέ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ἔπρεπε νά εἶναι τόσο μεγάλη καί ὑπερβολική ἡ ἀρετή αὐτοῦ ὁ ὁποῖος θά ὑπηρετοῦσε τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο μεγάλη ὑπῆρχε ἡ κακία τῶν ἀνθρώπων καί ὅσο ἀσύλληπτη καί ἀφάνταστη ἦταν ἡ συγκατάβαση τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ. Μ᾽ αὐτόν τόν τρόπο θά προσέλκυε ὅσους τόν ἔβλεπαν, ὅπως ἀκριβῶς καί ἔγινε, ἐπειδή τούς ἔφερε κοντά του ὁ θαυμασμός πού ἔνιωθαν γι᾽ αὐτόν, γιατί ζοῦσε ζωή ὑπερφυσική καί ἁγιασμένη καί ξεχώριζε τελείως ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Ἀκόμα καί τό κήρυγμά του ταιρίαζε ἀπόλυτα μέ τή ζωή του. Γιατί ἔφερνε τό μήνυμα τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν καί ἀπειλοῦσε μέ φωτιά ἄσβεστη. Ἀκόμα φανέρωσε σ᾽ ὅλους τόν Βασιλέα τῶν οὐρανῶν, δηλαδή τόν Χριστό πού, ὅπως ὁ ἴδιος λέει στό ἱερό Εὐαγγέλιο, «κρατάει στά χέρια Του τό φτυάρι καί θά καθαρίσει ὁλόγυρα τ᾽ ἁλώνι Του καί θά μαζέψει στήν ἀποθήκη Του τό στάρι. Τό ἄχυρο ὅμως θά τό κάψει σ᾽ ἄσβεστη φωτιά» (Λουκ. 3, 17-18).

Καί ὄχι μόνο μέ λόγια ἀλλά καί μέ ἔργα φανέρωσε τόν Ἰησοῦ σέ ὅλους, βαπτίζοντάς Τον, δείχνοντάς Τον στό λαό, συστήνοντάς Τον στούς μαθητές του καί γενικά μέ κάθε τρόπο μαρτυρώντας ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, ὁ «Ἀμνός» τοῦ Θεοῦ, ὁ Νυμφίος κάθε ψυχῆς πού θά τόν πλησίαζε καί θά πίστευε σ᾽ Αὐτόν. Αὐτόν πού σηκώνει στούς ὤμους Του τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, πού καθαρίζει τούς ἀνθρώπους ἀπό κάθε μολυσμό καί τούς δωρίζει τόν ἁγιασμό τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Ἀφοῦ λοιπόν, ὅπως εἶχε προφητέψει ὁ Ζαχαρίας, προετοίμασε τό δρόμο τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Χριστοῦ στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, μέ τό κήρυγμα τῆς μετάνοιας καί ἀφοῦ συμπλήρωσε ὅλο τό ἔργο του, γιά τό ὁποῖο καί στάλθηκε στή γῆ, πρίν ἀπό τόν Χριστό καί ἔγινε βαπτιστής Του στόν Ἰορδάνη, ἀποσύρεται στήν ἔρημο γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ, ἀπ᾽ ὅπου μέ παρρησία δίδασκε τά συγκεντρωμένα πλήθη τοῦ λαοῦ καί ἀπομακρύνεται ἀπό τό λαό παραδίνοντάς τον στόν Κύριο.

Ὁ Ἡρώδης ὅμως, ὁ γιός ἐκείνου τοῦ Ἡρώδη πού σκότωσε τά νήπια τῆς Βηθλεέμ, μολονότι δέν κληρονόμησε ὅλο τό βασίλειο τοῦ πατέρα του, ἀλλά διοικοῦσε μόνο τό ἕνα τέταρτο ἀπ’ αὐτό, εἶχε κακία πολύ μεγαλύτερη ἀπό τόν πατέρα του. Ζοῦσε μέσα στήν ἀκολασία καί ἔδινε μέ τόν τρόπο αὐτό τῆς ζωῆς του βδελυκτό παράδειγμα κάθε εἴδους κακίας στούς Ἰουδαίους ὑπηκόους του. Μπροστά σ᾽ αὐτή τήν ἄνομη ζωή δέν ἦταν δυνατόν ὁ Ἰωάννης νά σιωπήσει καί νά τήν ἀνεχτεῖ. Πῶς μποροῦσε νά μή μιλήσει ἐκεῖνος πού ἦταν ἡ φωνή τῆς Ἀλήθειας; Ἔτσι τόν ἔλεγχε γιά καθετί κακό πού ἔκανε, ἀλλά κυρίως γιά τή σχέση του μέ τήν Ἡρωδιάδα, τή γυναίκα τοῦ ἀδερφοῦ του, πού τήν εἶχε ἁρπάξει ἀπ’ αὐτόν καί συζοῦσε μαζί της παράνομα. Καί τοῦ ἔλεγε: «Δέν σοῦ ἐπιτρέπεται νά συζεῖς μέ τή γυναίκα τοῦ ἀδερφοῦ σου τοῦ Φιλίππου» (Μάρκ. 6, 18). Ὁ Ἡρώδης ὅμως, μή ὑποφέροντας τόν ἔλεγχο ἤ καλύτερα τους ἐλέγχους, ἔκανε ἄλλο ἕνα πονηρό ἀνδραγάθημα, ἔκλεισε δηλαδή τόν Ἰωάννη στή φυλακή.

Ὁ Φίλιππος, ὁ ἀδερφός τοῦ Ἡρώδη, ἦταν καί αὐτός γιός τοῦ Ἡρώδη τοῦ βρεφοκτόνου καί διοικητής ἑνός ἄλλου τμήματος ἀπό τά τέσσερα πού ἦταν χωρισμένο τό βασίλειο. Γιατί ὅταν ὁ πατέρας τους Ἡρώδης -μετά ἀπό τή σκληρή καί ἀλόγιαστη σφαγή τῶν βρεφῶν τῆς Βηθλεέμ- ἀφοῦ ἔπεσε σέ ἀφόρητες καί ἀγιάτρευτες ἀρρώστιες καί συμφορές αὐτοκτόνησε, μή μπορώντας νά ὑποφέρει τόν πολύ πόνο καί τή λύπη, τότε παρουσιάστηκε ὁ ἄγγελος στόν Ἰωσήφ, πού βρισκόταν στήν Αἴγυπτο, καί τοῦ εἶπε: «Σήκω καί πάρε τό παιδί μέ τή μητέρα του καί γύρισε πίσω στή γῆ τοῦ Ἰσραήλ, γιατί δέν ζοῦν πιά αὐτοί πού ζητοῦσαν νά σκοτώσουν τό παιδί» (Ματθ. 2, 13). Ἀφοῦ λοιπόν ὁ Ἡρώδης μέ τέτοιο φρικτό τρόπο ἔφυγε ἀπό τή ζωή, ὁ αὐτοκράτορας τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας χώρισε τό βασίλειό του σέ τέσσερα μέρη. Τά δύο τμήματα ἀπ’ αὐτά τά μοίρασε σέ δύο ἄλλους, ἔξω ἀπό τήν οἰκογένεια τοῦ Ἡρώδη, καί στά ὑπόλοιπα δύο ἔβαλε διοικητές τούς δύο γιούς τοῦ Ἡρώδη, τό Φίλιππο καί τόν Ἡρώδη, πού λεγόταν Ἀντίπας, τόν ὁποῖο καί ἔλεγχε ὁ Ἰωάννης. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς λέει ὅτι ὁ Ἡρώδης ἦταν διοικητής στό ἕνα τέταρτο τοῦ βασιλείου, δηλαδή στήν περιοχή τῆς Ἰουδαίας. Ὁ ἀδερφός του ὁ Φίλιππος ἦταν διοικητής στό ἄλλο τέταρτο, ὅπου ὑπάγονταν οἱ περιοχές τῆς Ἰτουραίας καί τῆς Τραχωνίτιδας, τότε πού στόν Ἰορδάνη βρισκόταν ὁ Ἰωάννης καί κήρυττε τό βάπτισμα τῆς μετάνοιας. Αὐτός λοιπόν, ὁ νέος Ἡρώδης, συνέλαβε τόν Ἰωάννη καί τόν ἔκλεισε δέσμιο στή φυλακή, καθώς μᾶς λένε οἱ Εὐαγγελιστές Ματθαῖος καί Μάρκος, γιατί τόν ἔλεγχε γιά τήν παράνομη σχέση του μέ τήν Ἡρωδιάδα, πού ἦταν γυναίκα τοῦ ἀδερφοῦ του καί τοῦ τήν πῆρε. Ἀκόμα ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἀναφέρει, ὅτι ὁ Ἰωάννης τόν ἔλεγχε ὄχι μόνο γιά τήν Ἡρωδιάδα, ἀλλά καί γιά ὅλες τίς ἄλλες παρανομίες του. Γιατί ὅμως ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς προσθέτει αὐτό τό «γιά ὅλα τά ἄλλα τόν ἔκλεισε στή φυλακή»; (Λουκ. 3, 19-20). Καί γιατί οἱ ἄλλοι Εὐαγγελιστές μνημονεύουν μόνο τό γεγονός τοῦ ἐλέγχου γιά τήν ὑπόθεση τῆς Ἡρωδιάδας; Ἐπειδή ἡ φυλάκιση τοῦ Ἰωάννη καί πολλά ἄλλα αἴτια εἶχε, περισσότερο ὅμως τό ὅτι δέν ὑπέφερε ὁ ἁμαρτωλός βασιλιάς τόν ἔλεγχο, πού μέ θάρρος τοῦ ἀσκοῦσε ὁ Ἰωάννης, γιά ὅλα τά πονηρά ἔργα του. Γιά τήν ἀποτομή ὅμως τῆς τίμιας κεφαλῆς του ἡ μόνη αἰτία ἦταν ἡ μοιχαλίδα, ἡ ὁποία χρησιμοποιώντας σκευωρίες καί πονηρές πλεκτάνες τελικά κατάφερε νά πετύχει τό ἔργο τῆς ἀποκεφαλίσεως. Ὅταν ὁ Ἰωάννης ἔλεγχε καί προσπαθοῦσε νά ἀποτραβήξει τόν Ἡρώδη ἀπό τήν παράνομη σχέση του, αὐτή ἔβραζε μέσα της ἀπό μίσος γιά τόν Ἰωάννη καί ἤθελε νά τόν θανατώσει, ἐπειδή, ὅπως νόμιζε, δέν ὑπῆρχε ἄλλος τρόπος νά κατασιγάσει τόν ἔλεγχο πού τῆς ἔκανε. Γιατί δέν ἦταν μία οὔτε δύο οἱ βρώμικες πράξεις της ἀλλά πολλές. Ἦταν βέβαια τό ἁμάρτημα τῆς μοιχείας – τό χειρότερο ἀπ’ ὅλα τά ἁμαρτήματά της – πού δέν γινόταν μέ ξένο, ἀλλά μέ τόν ἀδερφό τοῦ νόμιμου συζύγου της, μέ τόν ὁποῖο σύζυγο εἶχε οἰκογένεια καί παιδιά καί μάλιστα μία κόρη πού ἦταν ἀκόμα στή ζωή. Καί ἐφόσον εἶχε παιδί, ἔστω καί ἄν ἐκεῖνος εἶχε πεθάνει, ὁ Μωσαϊκός νόμος δέν τοῦ ἐπέτρεπε νά τήν παντρευτεῖ. Αὐτός ὅμως καί ἐνόσω ἀκόμα ζοῦσε ὁ ἀδερφός του καί εἶχε καί θυγατέρα, τοῦ πρόσβαλε τήν οἰκογενειακή του τιμή. Δέν ἀσελγοῦσε δέ μαζί της κρυφά, ἀπό ντροπή γιά τήν παρανομία, ἀλλά φανερά καί χωρίς συστολή διέπραττε τό ἀνόμημα. Ἔτσι δίνοντας ὅλη του τήν προαίρεση στό κακό δέν μπόρεσε νά σηκώσει τόν ἔλεγχο καί ἔκλεισε τόν Ἰωάννη στή φυλακή. Ἀλλ᾽ ὅμως ἡ ἴδια ἡ φυλακή τοῦ ἦταν μεγαλύτερος ἔλεγχος. Γιατί ὅσοι ὀπαδοί τοῦ Ἰωάννη ἄκουγαν ὅτι εἶναι φυλακισμένος ἔτρεχαν νά τόν δοῦν στή φυλακή καί πλήθη σύχναζαν ἐκεῖ γιά χάρη του. Αὐτό τό γεγονός ἔδινε μεγάλη ἐνόχληση στήν Ἡρωδιάδα, πού ἔτρεφε ἄγριο μίσος ἐναντίον τοῦ Ἰωάννη καί ζητοῦσε νά τόν θανατώσει, μά δέν τῆς ἦταν μπορετό. Γιατί «ὁ Ἡρώδης φοβόταν τόν Ἰωάννη, ἐπειδή τόν ἤξερε γιά ἄνθρωπο δίκαιο καί ἅγιο» (Μάρκ. 6, 20). Φοβόταν ὁ Ἡρώδης τόν Ἰωάννη γιά τήν μεγάλη του ἀρετή, ἀλλά δέ φοβόταν τόν Θεό, ἀπό τόν ὁποῖο δίνεται στούς ἀνθρώπους ἡ ἀρετή. Καί δέν φοβόταν τόν Ἰωάννη γιά τήν ἁγιότητά του, ἄν καί ἤξερε ὅτι ἦταν ἅγιος καί δίκαιος ἄνθρωπος, ἀλλά τόν φοβόταν ἐξαιτίας τοῦ λαοῦ πού τιμοῦσε τόν Ἰωάννη καί τόν θεωροῦσε προφήτη, ὅπως μᾶς διηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος, ὁ ὁποῖος λέει ὅτι ὄχι μόνον ἡ Ἡρωδιάδα, ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ Ἡρώδης, ἤθελε νά θανατώσει τόν Ἰωάννη, ἀλλά φοβόταν τό λαό. Ἐκεῖνο πού ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Μάρκος γιά τόν Ἡρώδη (Μάρκ. 6, 20), ὅτι δηλαδή ἄκουγε μέ εὐχαρίστηση τόν Ἰωάννη, σημαίνει τοῦτο: Ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μέ τά φάρμακα, πού ἄν καί αἰσθανόμαστε πίνοντάς τα τήν πικράδα τους, ὅμως τά παίρνουμε ἀδιαμαρτύρητα, γιατί ξέρουμε τίς θεραπευτικές ἰδιότητές τους, τό ἴδιο ἀκριβῶς ἀλλά ἀντίστροφα συμβαίνει καί μέ τά πνευματικά διδάγματα. Μ᾽ αὐτά δηλαδή εὐχαριστιοῦνται πολύ οἱ ἄνθρωποι, γιατί ἀπό φυσικοῦ τους προξενοῦν εὐφροσύνη. Ἐκεῖνοι ὅμως πού δέν πείθονται σ᾽ αὐτά, δέν συμμορφώνουν καί τίς πράξεις τους μέ αὐτά, γιατί καταλαβαίνουν ὅτι εἶναι τελείως ἀντίθετα ἀπό τήν πονηρή καί ἁμαρτωλή ζωή τους.

Ἴσως ἀκόμα ὁ Ἡρώδης ἄκουγε τόν Ἰωάννη στήν ἀρχή εὐχάριστα γι᾽ αὐτό καί δέν τόν εἶχε θανατώσει. Καί ἀκούγοντάς τον ἴσως ἔκανε πολλά ἀπ’ ὅσα αὐτός ἔλεγε. Ἐπειδή ὅμως, ὅπως εἶναι φυσικό, οἱ κακοί μισοῦν αὐτούς πού τούς ἐλέγχουν, ὁ Ἡρώδης μίσησε τόν Ἰωάννη γιά τόν ἔλεγχο πού τοῦ ἔκανε καί ἀφοῦ ξέχασε ὅλα ἐκεῖνα, τά ὁποῖα ἄκουγε εὐχάριστα ἀπό τόν Ἰωάννη, συμφώνησε μέ τήν ἐγκληματική γνώμη τῆς μοιχαλίδας καί ὅπως λέει ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος, ἤθελε πλέον καί αὐτός νά τόν σκοτώσει ἀλλά φοβόταν τό λαό (Ματθ. 14, 5). Ὄχι βέβαια γιατί φοβόταν ἐπανάσταση ἀπό μέρος τοῦ λαοῦ, ἀλλά μόνο καί μόνο τήν ἀποδοκιμασία πού θά τοῦ ἔκαναν, γιατί ὅλοι εἶχαν τόν Ἰωάννη γιά προφήτη. Ἤξερε πολύ καλά ὅτι ἀπό κανένα δέν ἔμεινε ἀπαρατήρητη ἡ μεγάλη ἀρετή καί ἡ χάρη τοῦ Ἰωάννη. Ἐπειδή λοιπόν ἀκριβῶς στό φρόνημα τοῦ λαοῦ ἦταν πολύ κατώτερος ἀπό τόν Ἰωάννη, φοβόταν τήν κατηγορία πού θά τοῦ ἀπέδιδαν. Προσπαθώντας ἔτσι νά κερδίσει τόν ἔπαινο τοῦ λαοῦ προσποιόταν ἀκόμη περισσότερο ὅτι ὑπάκουε καί εὐλαβεῖτο τόν Ἰωάννη.

Ἡ Ἡρωδιάδα ὅμως, πού ἦταv σοφή στήν τέχνη τῆς κακοπραγίας, τοῦ ἀπομάκρυvε καί αὐτόν ἀκόμα τό φόβο καί τόν ἔσπρωξε στό φόνο ἔτσι ὅπως ἤθελε, μέ τό νά τόν πείσει ὅτι δέν κάvει κανένα ἔγκλημα. Μ᾽ αὐτό λοιπόν τό φονικό μίσος στήν καρδιά της ζητοῦσε τήν κατάλληλη περίσταση γιά νά κρύψει τό ἀνόμημά της καί νά κάνει ἔργο τή μανία της κατά τοῦ Βαπτιστῆ καί προφήτη Ἰωάννη, χωρίς νά προκαλέσει τό δυσμενή σχολιασμό ὅσο τό δυνατόν τῶν περισσότερωv ὑπηκόων.

Ἔτσι ὅταν ἦρθε ἡ κατάλληλη στιγμή γιά νά μπεῖ σέ ἐνέργεια τό φονικό σχέδιο, κατά τή διάρκεια τῆς γιορτῆς πού γινόταν, μέ ἀφορμή τά γενέθλια τοῦ Ἡρώδη, ἐνῶ ἦταν μαζεμέvος ὅλος ὁ λαός καί ὅλοι οἱ ἐπίσημοι, μπῆκε ἀνάμεσά τους καί ἡ κόρη τῆς Ἡρωδιάδας, πού τήν ἔμπασε ἡ ἴδια ἡ μάνα της, ἔχοντας βάλει σέ ἐνέργεια τό πονηρό σχέδιό της. Χόρεψε λοιπόν ἡ νεαρή κόρη μπροστά σ᾽ ὅλους καί ἄρεσε πολύ καί στούς ἄλλους θεατές καί στόν Ἡρώδη. Γιατί πῶς ἤταν δυvατόν κόρη δική της, δασκαλεμέvη ἀπ’ αὐτή νά μή χορέψει τολμηρά καί νά μήν ἀρέσει καί στόν Ἡρώδη; Τόσο πολύ μάλιστα μέθυσε τήν ψυχή τοῦ Ἡρώδη -πού συμπαθοῦσε ἰδιαίτερα τά ξεφρενα παιχνιδίσματα καί τ᾽ ἄσεμνα χωρατά- ὁ ἀδιάντροπος αὐτός χορός, ὥστε νά φτάσει στό σημεῖο νά πεῖ στήν κόρη: «Ζήτησέ μου ὅ,τι θέλεις καί ἐγώ θά στό δώσω». Καί τῆς ὁρκίστηκε: «Ὅ,τι μοῦ ζητήσεις θά στό δώσω, μέχρι τό μισό βασίλειό μου» (Ματθ. 14, 7). Βγῆκε λοιπόv ἡ ξετσίπωτη κόρη καί πῆγε στή μητέρα της, τή δασκάλα της στούς ἄσεμνους χορούς καί στά καμώματα, τῆς λέει τόν ὅρκο πού ἔκανε μπροστά της ὁ Ἡρώδης καί τῆς ζητάει νά τῆς ὑποδείξει τί νά τοῦ ζητήσει. Ἐκείνη τή δασκαλεύει κατάλληλα. Ἡ κόρη ἀμέσως πείθεται μέ προθυμία καί ξαναγυρίζει ὁλοταχῶς στό βασιλιά καί τοῦ φαvερώνει ἀδιάντροπα τό αἴτημα: «Θέλω», λέει, «νά μοῦ φέρεις ἀμέσως, αὐτή τή στιγμή, στό πιάτο, τό κεφάλι τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ» (Μάρκ. 6, 25). Αὐτά ζήτησε χωρίς ἴχνος ντροπῆς ἡ κόρη, ἡ δέ μοιχαλίδα μάνα προσπαθοῦσε μέ τό νοῦ της νά ἀνασκευάσει τήν κατηγορία γιά τό φόνο τοῦ προφήτη καί Βαπτιστή, λέγοvτας στό βασιλιά τά παρακάτω: Θά φανεῖς ὅτι ἔκανες τό φόνo, ὄχι ἀπό μίσος γιά τόν δίκαιο ἄνθρωπο, ἀλλά γιά νά κρατήσεις τό λόγο σου. Καί «γέμισε λύπη ὁ βασιλιάς, ἀλλά ἐπειδή εἶχε ὁρκιστεῖ καί ἐπειδή ντρεπόταν τούς καλεσμένους, ἄν δέν δειχνόταν συνεπής στούς ὅρκους, δέν ἤθελε νά τῆς ἀρνηθεῖ» (Μάρκ. 6, 26). Γι᾽ αὐτό ἔστειλε στή φυλακή καί ἀποκεφάλισε τόν Ἰωάννη καί ἔφεραν τήν κεφαλή καί τήν προσφέρανε στήν κόρη.

Ἀλίμονο! Πόσα κακά φέρνει ἡ μανιασμένη φιλοδοξία! Δέν μποροῦσε ὁ Ἡρώδης νά τόν θανατώσει, γιατί φοβόταν τό λαό καί ὅμως τόν θανάτωσε γιά μία χούφτα προσκαλεσμένους. Γέμισε ἡ ψυχή του λύπη, ὄχι γιά τίποτα ἄλλο, ἀλλά γιατί νόμισε ὅτι θά ἔχανε τή δόξα πού εἶχε ἀπό τά πλήθη. Δυσκολέψανε λοιπόν γιά τό βασιλιά ἀπό παντοῦ τά πράγματα. Ἄν μέν φόνευε τόν δίκαιο Ἰωάννη, θά τόν κατηγοροῦσαν γιά τό φόνο καί ἄν δέν τόν φόνευε, θά ρεζιλευόταν δημόσια, γιατί δέν θά ἦταν σέ θέση νά κρατήσει τόν ὅρκο του. Ὁρκίστηκε ἀπό τήν ἀκόρεστη ἐπιθυμία νά τόν τιμοῦν καί φοβήθηκε νά παραβεῖ τόν ὅρκο ἀπό τή φιλοδοξία. Ἔτσι ἔκανε τό φόνο ὑποχρεωμένος νά τηρήσει τόν ὅρκο του, ἀλλά συγχρόνως ἱκανοποιοῦσε τήν κούφια φιλοδοξία του.

Αὐτό τό συμπόσιο εἶχε ὁλόκληρο συγκροτηθεῖ γιά χάρη κοσμικῆς δόξας καί φαντασίας. Μήπως ἔτσι δέν μᾶς λέει ὁ Κύριος στό Εὐαγγέλιο: «Πῶς μπορεῖτε νά ἔχετε πίστη σέ μένα, ἀφοῦ δεχόσαστε τιμές ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο καί δέν ζητᾶτε τήν τιμή πού προέρχεται ἀπό τόν Θεό, πού εἶναι ἡ μόνη πηγή τῆς δόξας καί τῆς τιμῆς;» (Ἰωάν. 5, 44). Αὐτή τήν ἀνθρώπινη δόξα ἀποζητώντας οἱ Ἰουδαῖοι, ἀθέτησαν τήν πίστη πρός τόν Θεό. Αὐτό δέ πού τούς βαραίνει περισσότερο εἶναι τό ὅτι ἀποκεφάλισαν ὅλους τούς προφῆτες καί τελευταῖο σταύρωσαν τόν Χριστό, πού εἶναι τό «πλήρωμα» ὅλων τῶν Προφητῶν. Αὐτά εἶναι τά ἔργα ἑνός βασιλιᾶ πού διαφεντεύεται ἀπό μοιχαλίδες καί χορεύτριες. Αὐτά εἶναι ἐκεῖνα πού τόν θέλγουν, στά ὁποῖα ἀρέσκεται καί γιά τά ὁποῖα δέν λογαριάζει καί προδίδει τό βασιλικό του ἀξίωμα καί τελικά φτάνει σ᾽ αὐτό τό ἔγκλημα.

Κάτι παρόμοιο, ἀδερφοί μου, παθαίvει καί ὁ νοῦς μας. Ἐνῶ εἶναι ἀπό τόν Θεό φτιαγμέvος νά εἶναι βασιλιάς καί κυβερνήτης στά πάθη, ὅταν παρασυρθεῖ ἀπό αὐτά ξεπέφτει στή διάπραξη κακῶν καί δουλώνεται στήν ἁμαρτία. Ἔτσι ὅλοι οἱ δουλωμένοι στήν ἁμαρτία καί στά πάθη, ἐνῶ ἡ συνείδησή τους τούς ἐλέγχει, τούς βαραίνει καί τούς ἐμποδίζει, στήν ἀρχή κατά κάποιο τρόπο τήν ἀποστομώνουν -ὅπως ὁ Ἡρώδης τόν Ἰωάννη- γιατί δέν θέλουν νά τήν ἀκούνε. Ἀκόμα δέν ἀνέχοvται νά ἀκούνε οὔτε καί τίς γραφές πού παρακινοῦν στήν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν ἁμαρτία καί τήν στροφή πρός τήν κατόρθωση τῆς ἀρετῆς. Τελικά ὅταν κατακυριευτοῦν ἀπό τό διεστραμμένο λογισμό, πού συvτροφεύει πιά τόν ἄvθρωπο παράνoμα, ὅπως ἡ Ἡρωδιάδα τόν Ἡρώδη, τότε καί τόν ἔμφυτο λόγο πού ἡ Χάρη ἔχει χαράξει στήν ψυχή -ἐννοῶ τή συvείδηση- τήv ἐξουδετερώνουν, βουβαίνοντάς την τελείως. Συνέπεια αὐτοῦ εἶναι νά γίνονται ἄπιστοι καί νά ἔρχονται σέ ἀντίθεση μέ ὅσα λέει ἡ θεόπνευστη Γραφή, φτάνοντας στό σημεῖο τῆς τέλειας ἀσυνειδησίας καί τῆς ἐναντιώσεως στό λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Ἡρώδης στόν Ἰωάννη. Ἀλλά καί ἐκεῖνοι πού ἀντιλέγουv στή δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας πάσχουν ἀπό τήν ἴδια πάθηση ἤ καλύτερα κάνουν τά ἴδια μέ τούς προηγούμενους. Γιατί, αὐτοί ὅταν ἐλέγχονται ἀπό τίς γραπτές μαρτυρίες τῶν προφητῶν, τῶν ἀποστόλων καί τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας πού ἐμεῖς τούς προβάλλουμε, στήν ἀρχή μέν σάν νά τίς φυλακίζουν αὐτές τίς μαρτυρίες μέσα στά βιβλία, μᾶς λέvε: Ἀφῆστε τις αὐτές νά βρίσκονται ἐκεῖ πέρα καί μήν τίς χρησιμοποιεῖτε οὔτε νά τίς προβάλλετε σέ μᾶς. Δηλαδή δέν θέλουν νά δεχτοῦν οὔτε τά λόγια τοῦ Κυρίου πού λέει: «Νά ἐρευνᾶτε τίς Γραφές καί μέσα σ᾽ αὐτές θά βρεῖτε ζωή αἰώvια» (Ἰωάν. 5, 39). Στή συνέχεια λοιπόν, ἀπό τή διεστραμμένη ἀντιληψή τους πού λειτουργεῖ σάν ἄλλη Ἡρωδιάδα, πηγαίνοντας ἀπό τό κακό στό χειρότερο, καταντοῦν νά προσφέρουv αὐτούς τούς λόγους μέσα στά συγγράμματά τους διεστραμμένους, σάν νά προσφέρουν κομμένα κεφάλια στήν πιατέλα, γιά νά εὐχαριστοῦν καί νά ὁδηγοῦν στήν ἀπώλεια αὐτούς πού συμφωνοῦν μαζί τους.

Ἔτσι ὁ μέν Ἡρώδης ἔγινε ὑπόδειγμα γιά κάθε κακία καί ἀσέβεια, ὁ δέ Ἰωάννης ἔγινε ὁδηγητική στήλη γιά κάθε ἀρετή καί εὐσέβεια. Ὁ Ἡρώδης εἶναι ὁ κακός, μέ ὅλη τή σημασία τῆς λέξεως, ἄνθρωπος. Αὐτός πού συγκεντρώνει μέσα του ὅλη τή δύναμη τῆς ἀσέβειας καί γίνεται ὄργανο γιά τήν ἐπιτέλεση αἰσχρῶν πράξεων. Σάρκα σκέτη, χωρίς ἴχνος πνεύματος, δοῦλος τῆς σάρκας καί ἄνθρωπος μέ ὁλότελα σαρκικό φρόνιμα. Ὁ δέ Ἰωάννης εἶναι ὁ ἁγιότερος ἀπ’ ὅλους τούς θεοφόρους ἄντρες πού ἔζησαν ποτέ στή γῆ. Ἡ ἐξαίσια ψυχή πού εἶχε μέσα της συγκεντρωμένα ὅλα τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού καί τό ἴδιο τό ὄνομά του ἀκόμα σημαίνει τή Θεία χάρη πού φέρνει μέσα του. Τό κατοικητήριο κάθε ἀρετῆς καί εὐσέβειας.

Δύο ἐντελῶς ἀντίθετες εἰκόνες προβάλλουν σήμερα μπροστά στά μάτια μας. Ἀπ᾽ αὐτές ἡ μία γιά λίγο καί περιορισμένα, φαίνεται ἀρχικά νά εὐφραίνει καί νά τιμάει ὅσους θέλουν νά συμμορφώσουν τή ζωή τούς μ᾽ αὐτή, ἀργότερα ὅμως τούς παραδίδει σέ ἀφόρητη καί ἀτέλειωτη ἀτιμία καί θλίψη. Ἡ ἄλλη στήν ἀρχή προσφέρει κόπο σ᾽ αὐτούς πού τήν ἀκολουθοῦν, μετά ὅμως τούς χαρίζει Θεία δόξα καί ἀπόλαυση μυστική, ἀληθινή, αἰώνια. Ἄν λοιπόν ζοῦμε σύμφωνα μέ ὅσα μᾶς ὑπαγορεύει τό σαρκικό φρόνημα, θά πεθάνουμε, ὅπως μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. 8, l3), σάν τό δουλωμένο στή σάρκα Ἡρώδη. Ἄν ὅμως, μέ τή βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποθήσουμε νά ἀκολουθήσουμε τά ἴχνη τοῦ Ἰωάννη καί ἀντιστεκόμαστε στίς πονηρές ἐπιθυμίες καί ἀπαιτήσεις τῆς σάρκας, θά ζήσουμε αἰώνια. Γιατί ἡ ζωή αὐτῶν πού ζοῦν σύμφωνα μέ τίς ἐπιταγές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέν ἔχει τέλος, ἀλλά βρίσκεται ἀπό τώρα μυστικά ἑνωμένη μέ τόν Θεό στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (Κολασ. 3, 3). Καί γι᾽ αὐτό δέν εἶναι σέ ὅλους φανερή. Ὅταν ὅμως ὁ Χριστός φανερωθεῖ, θά γίνουμε ὅμοιοι μέ Αὐτόν, κληρονόμοι τοῦ Θεοῦ καί συγκληρονόμοι τοῦ Χριστοῦ, ἔχοντας ἀξιωθεῖ νά κερδίσουμε τά αἰώνια ἐκεῖνα καί ἄφθαρτα ἀγαθά, «τά ὁποῖα δέν εἶδε μέχρι σήμερα μάτι καί ἀφτί δέν ἄκουσε καί ἀνθρώπινος νοῦς δέν φαντάστηκε» (Α΄ Κορ. 2, 9), γιατί ὑπερβαίνουν κάθε ἄκουσμα, θέαμα καί λογισμό. Καί αὐτά πού θά γευτοῦν καί θά ἀπολαύσουν ὅσοι ζοῦν σαρκικά, δέν θά εἶναι μόνο θνητά καί πρόσκαιρα. Ἀλλά καί ἡ εὐχαρίστηση πού θά προέλθει ἀπ’ αὐτά θά εἶναι ἀσήμαντη καί τιποτένια, σάν κάτι ξυλοκέρατα πού εἶναι κατάλληλα μόνο γιά τροφή τῶν χοίρων.
Καί ἄν λοιπόν ἀκόμα αὐτά τά ξυλοκέρατα ἦταν αἰώνια, πάλι τά ἄλλα, τά πνευματικά, θά ἔπρεπε νά προτιμήσουμε, γιατί, ἔξω ἀπό κάθε σύγκριση, εἶναι ἀνώτερα. Καί ἄν ἀκόμα ἦταν αὐτά τά ξυλοκέρατα τόσο μεγάλα καί θαυμαστά ὅπως τά πνευματικά καί μόνο γιά τό λόγο ὅτι αὐτά εἶναι πρόσκαιρα, ἐκεῖνα δέ αἰώνια καί πάλι τά πνευματικά ἔπρεπε νά προτιμήσουμε, γιατί θά παραμείνουν αἰώνια.

Ἀφοῦ λοιπόν, ἀδερφοί μου, ἐκεῖνα τά ἀγαθά εἶναι αἰώνια καί ἀσύγκριτα, αὐτά δέ εὐτελῆ καί πρόσκαιρα, ἄς προτιμήσουμε τά μόνιμα καί μυστικά καί οὐράνια, γιατί τά γήινα διασκορπίζονται καί φθείρονται. Ἄς προσπεράσουμε, ὅπως τούς ἀξίζει, τά πρόσκαιρα καί ἄν ἀκόμα γιά πολύ λίγο διάστημα προσφέρουν εὐχαρίστηση στίς αἰσθήσεις. Ἄς προσπαθήσουμε νά κερδίσουμε τά μέλλοντα ἀγαθά, γιατί αὐτά εἶναι αἰώνια καί ἄφθαρτα. Ἄς ἀποφεύγουμε νά μοιάσουμε τοῦ Ἡρώδη. Ἄς φροντίζουμε μέ ἐπιμέλεια, βάζοντας ὅλες μας τίς δυνάμεις, νά μοιάσουμε μέ τόν Πρόδρομο, πού ἔζησε μέσα στή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Καί περισσότερο ἀπ’ ὅλους τούς ἄλλους ἀνθρώπους ἄς προσπαθήσουμε ἐμεῖς πού διαλέξαμε τή μοναχική ζωή, ἡ ὁποία εἶναι ἀποχωρισμένη ἀπό τά κοσμικά ἤθη καί πράγματα καί μοιάζει λίγο μέ τήν ἐρημική καί ξέμακρη ἀπό τόν κόσμο ζωή τοῦ Προφήτη καί Βαπτιστῆ. Ὁ Τίμιος Πρόδρομος προγνωρίζοντας -σάν προφήτης πού ἦταν- καί τοῦτο, ὅτι δηλαδή αὐτό θά εἶναι τό μοναδικό τάγμα πού θά μπορέσει, ἔστω καί σέ μικρό βαθμό, νά ἀκολουθήσει τόν τρόπο τῆς ζωῆς του, δέν ἀποκεφαλίστηκε πέφτοντας στόν ἀγώνα γιά θέματα δογματικῆς πίστεως, ἀλλά γιά θέματα ἠθικῆς ζωῆς. Καί αὐτό γιά νά εἴμαστε καί ἐμεῖς οἱ μοναχοί ἕτοιμοι νά ἀντιστεκόμαστε μέχρι θανάτου ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, γνωρίζοντας ὅτι θά λάβει στεφάνι μαρτυρίου αὐτός πού μέ ὅπλο τήν ἀρετή θά νικήσει τά πάθη. Γιατί ὅσο πιό μικρό κακό εἶναι ἡ ἁμαρτία σέ σχέση μέ τήν αἵρεση, τόσο κατά συνέπεια πιό μεγάλο καλό εἶναι τό νά δώσει κανείς τή ζωή του καί μόνο γιά τήν ἀρετή παρά γιά τήν καταπολέμηση τῆς αἵρεσης. Γιατί πῶς δέν θά ᾽δίνε τή ζωή του καί γιά κεῖνo τό μεγαλύτερο, δηλαδή γιά τήν ὀρθή πίστη καί λατρεία τοῦ Θεοῦ, ἄν ὑπῆρχε ἀνάγκη, αὐτός πού θυσιάζει τήν ψυχή του γιά τό μικρότερο, δηλαδή γιά τή συνέπεια στήν ἠθική ζωή; Γι᾽ αὐτό τό λόγο καί αὐτός πού ὑπῆρξε ὁ ἐπιφανέστερος ἀπ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὁ κήρυκας τῆς μετάνοιας, ὁ Πρόδρομος καί Βαπτιστής τοῦ Σωτῆρος, ἀποκεφαλίστηκε, πέφτοντας ἔτσι στόν ἀγώνα γιά τή συνέπεια στήν ἠθική ζωή. Αὐτός, ἀδερφοί μου, δέν ὑπῆρξε μόνο πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ ἀλλά καί τῆς Ἐκκλησίας Του καί τῆς δικῆς μας, τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Αὐτός γεννήθηκε ἀπό τή στείρα Ἐλισάβετ καί ἐμεῖς ἀπό τήν Ἐκκλησία τῶν ἐθνῶν, γιά τήν ὁποία ἔχει γραφτεῖ: «Γέμισε ἀπό χαρά καί ἀγαλλίαση στείρα, πού δέν γεννᾶς παιδιά. Ξεφώνισε ἀπ’ τή χαρά σου καί κράξε μέ παρρησία σύ πού μέχρι τώρα δέν γεύτηκες τίς ὠδίνες τοῦ τοκετοῦ, γιατί θά εἶναι πολύ περισσότερα τά παιδιά τῆς ἐρήμου, ἀπό ἐκείνης πού εἶχε τόν ἄνδρα» (Ἡσ. 54, 1 – Γαλ. 4, 27).

Ἐκεῖνον, μετά τή γέννησή του, ὁ βρεφοκτόνος Ἡρώδης μέ ἄγριο μίσος κατεδίωκε γιά νά τόν σκοτώσει. Καί τόν καταπολεμοῦσε γιατί εἶχε ἔχθρα πρός τόν Ἴδιο τόν Χριστό. Ὁ Ἰωάννης ὅμως βρῆκε καταφύγιό του τήν ἔρημο, τήν προτίμησε ἀπό τόν κόσμο καί κατοίκησε σ᾽ αὐτή. Ἐπιτίθεται καί σέ μᾶς ὁ νoητός Ἡρώδης, δηλαδή ὁ διάβολος, μετά τήν πνευματική μας γέννηση, πολεμώντας τόν Ἴδιο τόν Χριστό μέσα στή ζωή μας. Αὐτό κάνει καί μᾶς νά φεύγουμε ἀπό τόν κόσμο καί νά καταφεύγουμε στά μοναστήρια, σ᾽ αὐτά τά ἀφιερωμένα στόν Θεό ἐκπαιδευτήρια. Ἔτσι ξεφεύγουμε ἀπό τούς ἄσπλαχνους ἐκείνους καί ὁπλισμένους ἐναντίον μας ὑπηρέτες του, δηλαδή ἀπό τά πάθη, τά ὁποῖα χρησιμοποιεῖ σάν προσάναμμα γιά τή διάπραξη τῆς ἁμαρτίας καί μέ τά ὁποῖα μᾶς νεκρώνει πνευματικά καί μᾶς χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Αὐτός εἶναι ὁ πνευματικός θάνατος πού μπαίνει μέσα μας ἀπό τά παράθυρα, δηλαδή ἀπό τίς αἰσθήσεις μας (Ἱερ. 9, 21). Μέσα ἀπό αὐτά πέρασε στήν ἀρχή καί γκρέμισε τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν οὐράνια δόξα καί στέρησε ἀπό τήν ἀθανασία τούς Προπάτορες. Ὑπάκουσε ἡ Εὔα στήν κακόβουλη καί πονηρή συμβουλή. Γνώρισε, ἔπαθε, ἔφαγε, πέθανε πνευματικά, ἔθελξε τόν ἄνδρα καί τοῦ μετέδωσε καί τήν τροφή καί τήν ἀπαγορευμένη ἁμαρτία. Ἐκεῖνοι δέν μπόρεσαν ν᾽ ἀντισταθοῦν στήν πρώτη καί μόνη δοκιμασία, ἔδωσαv μέ μιᾶς προσοχή σ᾽ ἕνα δόλιο λόγο. Νικήθηκαν ἀπό ἕνα ὡραῖο θέαμα, ἄν καί δέν ἦταν ἐμπαθεῖς, ἀλλά ἀπαθεῖς καί ζοῦσαν σ᾽ ἕνα περιβάλλον πού δέν τό κυβερνοῦσαν τά πάθη.

Ἄραγε, θά μπορέσουμε ἐμεῖς, πού σ᾽ ὅλη μας τή ζωή τρεφόμαστε ἀπό τό κοσμικό φρόνημα, ἀπό τίς πολύμορφες ὄψεις τῶν παθῶν, ἀπό τίς πολυλογίες, ἀπό τά ἄπρεπα λόγια πού ἀκοῦμε καί τίς ἀσύμφορες συναναστροφές, νά μή μολυνθοῦμε ἀπό τό κακό ἤ νά μήν τραυματιστοῦμε ψυχικά καί νά μή διατεθεῖ πονηρά ὁ ἐσωτερικός μας κόσμος; Δέν εἶναι δυνατόν. Ὄχι, δέν μπορεῖ νά μή γίνει αὐτό. Γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς καί οἱ Πατέρες, ἀκολουθώντας τό παράδειγμα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἐγκατέλειψαν τόν κόσμο, ἀποφεύγοντας ἔτσι τή συνοίκηση μέ ἐκείνους πού ἔχουν κοσμικό φρόνημα καί κοσμική ζωή. Ἄλλοι κατοίκησαν στήν ἔρημο καί ἕλκυσαν πρός αὐτήν πολλούς μεταγενέστερους. Ἄλλοι πάλι ἀσκήτεψαν στά μοναστήρια καί συγκρότησαν πνευματικές ἀδελφότητες, στίς ὁποῖες ὁ καθένας μας, σύμφωνα μέ τίς δικές του προϋποθέσεις, ἐνσωματώνεται καί μιμεῖται τό ζῆλο ἐκείνων, ζώντας ὅλοι μας μέσα σ᾽ αὐτά τά ἱερά μαντριά.

Δέν πρέπει ὅμως μόνο νά κατοικοῦμε σ᾽ αὐτά, ἀλλά καί νά ζοῦμε ὅπως ἔζησαν καί οἱ Πατέρες πού τά δημιούργησαν. Γιατί δέν λείπει ἀπό τούς ἄλλους αὐτούς θεϊκούς παραδείσους, δηλαδή τά μοναστήρια, τό γνωστό ξύλο τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, οὔτε ὁ διάβολος παύει νά εἶναι σύμβουλος. Ἔχοντας πιά ἀποχτήσει πείρα ἀπό τό παλιό παράδειγμα τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας, ἄς ἔχουμε στραμμένη τήν προσοχή μας μόνο στό σοφό καί ἀγαθό σύμβουλο, δηλαδή τόν Χριστό μας.

Ἄς ἀκολουθοῦμε αὐτούς πού καί παλιότερα τόν ὑπάκουσαν καί τώρα πειθαρχοῦνε στό νόμο Του, ὁμοιώνoντας τή ζωή μας μέ τή ζωή τους, κατά τό ὑπόδειγμα καί τούς λόγους τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού λέει «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς κἀγώ Χριστοῦ» (Α΄ Κορινθ. 4, 16), γιατί πραγματικά μετά ἀπό τόσες δοκιμασίες πού πέρασαν ἡ ζωή τους εἶναι αὐθεντική.

Ἀλλά ὅπως ἀκριβῶς στήν ἔρημο, ἔτσι καί στά ἱερά αὐτά μοναστήρια ὑπάρχουν θηρία καί κτήνη. Πρέπει λοιπόν πολύ νά προσέξουμε, μήπως -ἄν δέν μιμηθοῦμε ὁ καθένας μας σύμφωνα μέ τή δύναμή του τό βίο τοῦ Ἰωάννη- ἐξισωθοῦμε μέ τά ἀνόητα κτήνη καί μοιάσουμε σ᾽ αὐτά (Ψαλμ. 48, 13).

Λοιπόν τί πρέπει νά κάνουμε; Ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἦταν πάντα ἀσκεπής, δεῖγμα τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς καί τῆς παρρησίας του πρός τόν Θεό. Γιατί σύμφωνα μ᾽ αὐτό πού λέει ὁ Ἀπόστολος, ὁ «ἄνδρας πρέπει νά προσεύχεται ἀσκεπής, ὥστε ἔχοντας ἀκάλυπτο τό πρόσωπό του, νά ἀντανακλᾶ τή δόξα τοῦ Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 3, 18). Ἄς καλύψουν λοιπόν τήν κεφαλή τους, δηλαδή ἄς προσπαθήσουν μέ κάθε τρόπο νά ἀσφαλιστοῦν αὐτοί πού ζοῦν μέσα στόν κόσμο καί σχετίζονται μ᾽ αὐτόν, ὥστε νά προφυλαχτοῦν ἀπό τίς ζημιές καί τά σκάνδαλα, πού τόσο φυσικά παρουσιάζονται στή ζωή τους, ἄν καί δέν νομίζω ὅτι αὐτό μποροῦν νά τό κάνουν πάντοτε.

Ἐμεῖς ὅμως, κάνοντας πολύ καλά, ἀναχωρήσαμε ἀπό τόν κόσμο. Ἄς ἀπομακρυνθοῦμε ἀπ’ αὐτόν καί μέ τή διάνοιά μας, ἐνώvoντας τό νοῦ μας μέ τόν Χριστό, ψέλνοντας καί ὑμνώντάς Τον μέ πνευματικές ὑμνωδίες καί προσευχές. Ἀκόμα κάνοντας μέ τήν προσευχή τούς ἑαυτούς μας ναό τοῦ σωτηρίου Ὀνόματός Του, ἔχοντας Αὐτόν διαρκῶς στή μνήμη μας γιά χάρη τοῦ Ὁποίου ἐγκαταλείψαμε τόν κόσμο. Γιατί ἐκεῖνος πού ἄφησε γι’ Αὐτόν τόν κόσμο καί ὅσα καλά εἶχε ἐκεῖ, ποθεῖ ὁπωσδήποτε νά ἑνωθεῖ μαζί μέ τόν Χριστό. Ἡ ἕνωση αὐτή κατορθώνεται μέ τή διαρκῆ μνήμη τοῦ Ὀνόματός Του, ἡ ὁποία καθαρίζει τό νοῦ. Ἄς καθαρίσουμε λοιπόν τά μάτια τῆς ψυχῆς μας μέ τό νά ἀναζητᾶμε τόν Θεό μέσα στά ἔργα μας, στά λόγια μας καί στούς λογισμούς μας. Δέν θά ἔχουμε κανένα ἐμπόδιο, μόνο νά θελήσουμε νά ἔχουμε στραμμένη τήν προσοχή μας, ὅσο μᾶς εἶναι μπορετό, στό βίο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη. Ἐκεῖνος ἦταν στήν ἔρημο ἄστεγος, ἐμεῖς ἄς ἀρκεστοῦμε στή μικρή μας στέγη. Ἄς εἴμαστε εὐχαριστημένοι μέ τό μικρό κελλί, πού μᾶς ἔχει παραχωρήσει ὁ προεστώτας, φέρνοντας στό νοῦ μᾶς ἐκεῖνον πού σέ ὅλη του τή ζωή δέν εἶχε καθόλου κατοικία. Ἐκεῖνον πού τοῦ ἦταν ἀρκετά γιά τροφή τά ἀκρόδρυα καί ὁ μελέαγρος. Ὁ μελέαγρος ἦταν χόρτο πού φύτρωνε μόνο του, χωρίς καλλιέργεια στήν ἔρημο καί τοῦ ὁποίου τίς ρίζες χρησιμοποιοῦσαν γιά τροφή καί οἱ μετά τόν Ἰωάννη ἐρημίτες Πατέρες. Ἀκρόδρυα ὀνομάζουν τούς καρπούς. Μέ καρπούς λοιπόν καί ρίζες χόρτων ζοῦσε ἐκεῖνος ἤ μέ μέλι ἄγριο. Φοροῦσε ἕνα μόνο χιτώνα, ζωσμένος δερμάτινη ζώνη, δείχνοντας ἔτσι καί μέ τά δύο αὐτά σύμβολα τή νέκρωση τῶν παθῶν πού ἔφερε πάνω στό σῶμα του (Β΄ Κορ. 4, 10). Ἀκόμα, ἔχοντας ὁ ἴδιος τό ἀγαθό τῆς ἀκτημοσύνης, τό διδάσκει καί σέ μᾶς μέ τή ζωή του. Ἐμεῖς πόσο τά ἔχουμε ὅλα πλούσια! Τρόφιμα καί ροῦχα, κελλάρια καί ἀποθῆκες γεμάτες ἀπό στάρι καί κρασί, ζυμωτήρια καί χώρους γιά νά κόβουμε τό ψωμί καί μέ λίγα λόγια ἔχουμε ὅ,τι χρειαζόμαστε.

Ἄς εὐχαριστοῦμε λοιπόν τόν Θεό πού μᾶς τά χορηγεῖ καί τόν Τίμιο Πρόδρομο, πρός Τιμή τοῦ ὁποίου ὅλα αὐτά ἄκοπα συγκεντρώνονται, σάν νά τρέχουν ἀπό κάποια πηγή καί ἄς τά προσφέρουμε γιά τή δόξα του, ἀνταποδίδοντάς του τήν εὐχαριστία μας μέ ἔργα. Γιατί ἄν εἴμαστε εὐχαριστημένοι μέ τά κοινά αὐτά ἀγαθά τῆς Μονῆς, δέν ἀπέχουμε ἀπό τήν ἀκτημοσύνη καί τήν ἐγκράτεια τοῦ Ἰωάννη. Ἄν καί ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά παραβληθοῦμε σέ τίποτα μαζί του, ὅμως ὅπως ἐκεῖνος τρεφόταν ἀπό τόν Θεό, ἔτσι καί ἐμεῖς τρεφόμαστε ἀπό τά ταμεῖα του, δηλαδή ἀπό τά ταμεῖα τοῦ Μοναστηριοῦ, πού εἶναι ἀφιερωμένα στόν Θεό. Αὐτό δέν εἶναι κακό. Κακό εἶναι νά ἔχουμε δικά μας ταμεῖα καί κτήματα. Αὐτό μᾶς χωρίζει ἀπό τήν κοινωνία τῶν Ἁγίων. Ἐκεῖνος πού ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο καί ἔχει δικά του πράγματα, εἴτε γιατί τά ἔφερε μαζί του ἀπό τόν κόσμο, εἴτε γιατί τά ἀπέκτησε ὄντας μοναχός, σέρνει μαζί του τόν κόσμο καί ποτέ δέν τόν ἐγκαταλείπει, ἀκόμα καί ἄν βρίσκεται σ᾽ αὐτό τό Ἅγιο Ὅρος, ἀκόμα καί ἄν ζεῖ μέσα σ᾽ αὐτές τίς ἱερές Μονές πού εἰκονίζουν τόν οὐρανό. Αὐτός μολύνει καί τόν τόπο ἀκόμα πού κάθεται καί τόν μετατρέπει σ᾽ ἕνα κομμάτι τοῦ κόσμου. Αὐτός ὁπωσδήποτε θά κατακριθεῖ, γιατί νόμισε τόν ἱερό τόπο τοῦ Θεοῦ, σάν τόπο κοσμικό.

Μήπως ὅμως ἄφησε ὁ Βαπτιστής τοῦ Κυρίου καί Πρόδρομος Ἰωάννης τήν ἠρεμία καί τήν ἐρημιά ἐκείνη; Βέβαια τήν ἄφησε. Πότε ὅμως; Ὅταν στάλθηκε ἀπό Ἐκεῖνον γιά νά γνωρίσει τό δρόμο τῆς σωτηρίας στό λαό Του καί νά ἐλέγξει ὅσους δέν ὑπάκουαν στίς ἐντολές Του. Γι’ αὐτό τόν ἔλεγχο ἀποκεφαλίστηκε ἀπ’ αὐτούς, γεγονός τό ὁποῖο σήμερα γιορτάζουμε. Δέν ἔπρεπε αὐτός νά πεθάνει μέ «φυσικό» τρόπο. Γιατί αὐτός ὁ «φυσικός» θάνατος εἶναι καταδίκη γιά τήν παράβαση τοῦ Ἀδάμ, γιά τήν ὁποία δέν ἦταν ὀφειλέτης ὁ Ἰωάννης, πού ὑπῆρξε ὑπηρέτης καί διάκονος τοῦ Θείου θελήματος καί Τόν ὑπάκουσε ἀπό τότε πού βρισκόταν ἀκόμα στήν κοιλιά τῆς μητέρας του. Οἱ δίκαιοι, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, ὀφείλουν νά θυσιάζονται τόσο γιά τήν ὀρθή πίστη καί λατρεία τοῦ Θεοῦ ὅσο καί γιά τήν ἀκεραιότητα τῆς ἠθικῆς ζωῆς. Καί γι’ αὐτό τό λόγο εἶναι πιό κατάλληλος γι’ αὐτούς ὁ βίαιος θάνατος γιά χάρη τοῦ καλοῦ. Γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος τέτοιο θάνατο γεύτηκε. Ἔπρεπε λοιπόν καί ὁ θάνατος τοῦ Ἰωάννη, νά εἶναι ὄχι μόνο πρόδρομος ἀλλά καί ὅμοιος μέ τό θάνατο τοῦ Χριστοῦ, γιά νά προπορευτεῖ -σύμφωνα μέ τήν προφητεία τοῦ πατέρα του Ζαχαρία- πρίν ἀπό τήν κάθοδο τοῦ Κυρίου στόν Ἅδη, καί νά γνωρίσει σ᾽ αὐτούς, πού ἦταν στό σκοτάδι καί στή μαυρίλα τοῦ Ἅδη, τήν ὁδό τῆς σωτηρίας, δηλαδή τή μετάνοια, ὥστε νά τρέξουν καί ἐκεῖνοι κοντά στόν Χριστό καί νά ἀπολαύσουν τή μακάρια καί ἀθάνατη αὐτή ζωή, πού Αὐτός χαρίζει. Αὐτή τή ζωή ἄς εὐχηθοῦμε καί ἐμεῖς νά πετύχουμε μέ τίς πρεσβεῖες ἐκείνου, πού τήν ἀπόλαυσε ἀπό τήν κοιλιά ἀκόμα τῆς μάνας του, πού τήν κήρυξε στόν κόσμο καί στόν Ἅδη καί πρός τήν ὁποία καθοδήγησε καί καθοδηγεῖ ὅλους μέ τό λόγο καί τή ζωή του καί τίς ἱκεσίες του πρός τόν Θεό, μέ τή χάρη τοῦ Κυρίου ἡμῶv Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ᾽ Αὐτόν μόνο πρέπει ἡ αἰώνια δοξολογία. Ἀμήν.

 

(Ἀπό τό βιβλίο: «Θεϊκό Λυχνάρι, ὁ Τίμιος Πρόδρομος», Ἐκδόσεις “ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ”, Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Καρέα)


(Πηγή: imaik.gr)

Στον πάνσεπτο του Χριστού Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη (Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς) – Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2025

Άγιος Iωάννης ο Πρόδρομος (Φώτης Κόντογλου)

Σήμερα που γράφω, 29 Aυγούστου, είναι η μνήμη του αγίου Iωάννου του Προδρόμου. Xθες το βράδυ ψάλαμε τον Eσπερινό κατανυκτικά σ’ ένα παρεκκλήσι, κ’ ήτανε μοναχά λίγες γυναίκες και δυο-τρεις άνδρες. Σήμερα το πρωί ψάλαμε τη λειτουργία του πάλι με λίγους προσκυνητές. Tα μαγαζιά ήτανε ανοιχτά, όλοι δουλεύανε σαν να μην ήτανε η γιορτή του πιο μεγάλου αγίου της θρησκείας μας. Aληθινά λέγει το τροπάρι του “Mνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων, σοι δε αρκέσει η μαρτυρία του Kυρίου, Πρόδρομε”. Mε εγκώμια και με ευλάβεια γιορτάζανε άλλη φορά οι ορθόδοξοι χριστιανοί τον Πρόδρομο, αλλά τώρα του φτάνει η μαρτυρία του Kυρίου. Aυτή η μαρτυρία θ’ απομείνει στον αιώνα, είτε τον γιορτάζουνε είτε δεν τον γιορτάζουνε οι άνθρωποι, είτε τον θυμούνται είτε τον ξεχάσουνε. K’ η μαρτυρία είναι τούτη: πως ο άγιος Iωάννης ο Πρόδρομος είναι “ο εν γεννητοίς γυναικών μείζων” δηλ. “ο πιο μεγάλος απ’ όσους γεννηθήκανε από γυναίκα” κατά τα λόγια του ίδιου του Xριστού. Γι’ αυτό κ’ η Eκκλησία μας ώρισε να μπαίνει το εικόνισμά του πλάγι στην εικόνα του Xριστού στο εικονοστάσιο της κάθε ορθόδοξης εκκλησιάς.

O ιερός Λουκάς αρχίζει το Eυαγγέλιό του με την ιστορία του Προδρόμου και λέγει “Eγένετο εν ταις ημέραις Hρώδου του βασιλέως της Iουδαίας ιερεύς τις ονόματι Zαχαρίας εξ εφημερίας Aβιά”: “Στις μέρες του Hρώδη του βασιλιά της Iουδαίας ήτανε ένας ιερέας Zαχαρίας από την εφημερία του Aβιά, κ’ η γυναίκα του ήτανε από τις θυγατέρες του Aαρών και τη λέγανε Eλισσάβετ· κ’ ήτανε δίκαιοι κ’ οι δυο ενώπιον του Θεού, γιατί πορευόντανε με όλες τις εντολές και με τα δικαιώματα του Kυρίου, αψεγάδιαστοι. Kαι δεν είχανε παιδί, γιατί η Eλισσάβετ ήτανε στείρα, κ’ ήτανε κ’ οι δυο περασμένοι στην ηλικία. Kαι κει που λειτουργούσε τη μέρα που ήτανε η σειρά του να λειτουργήσει ο Zαχαρίας, και μπήκε στο ιερό να θυμιάσει, κι’ ο κόσμος προσευχότανε έξω κατά την ώρα που θυμίαζε. Kαι φανερώθηκε στον Zαχαρία ένας άγγελος Kυρίου και στεκότανε δεξιά από το θυσιαστήριο. Kαι ταράχθηκε ο Zαχαρίας σαν τον είδε, κ’ έπεσε φόβος απάνω του. Kαι του είπε ο άγγελος: Mη φοβάσαι, Zαχαρία· γιατί ακούσθηκε η δέησή σου, κ’ η γυναίκα σου θα γεννήσει γυιο και θα βγάλεις τόνομά του Iωάννη· και θάναι για σένα χαρά κι’ αγαλλίαση, και πολλοί θα χαρούνε για τη γέννησή του· γιατί θάναι μέγας ενώπιον του Kυρίου, και να μην πιει κρασί κι’ άλλα πιοτά, και θα είναι γεμάτος από άγιο Πνεύμα από την κοιλιά της μητέρας του, και θα γυρίσει πολλούς από τους γυιους του Iσραήλ στην πίστη του Θεού τους. Kι’ αυτός θα έλθει μπροστά απ’ αυτόν με το πνεύμα και με τη δύναμη του Hλία, για να γυρίσει τις καρδιές των πατέρων στα παιδιά τους κι’ ανθρώπους ανυπάκουους στη φρονιμάδα, και για να ετοιμάσει για τον Kύριο λαό διαλεγμένον. K’ είπε ο Zαχαρίας στον άγγελο: Aπό τι θα καταλάβω πως θα γίνουνε αυτά που λες; γιατί εγώ είμαι γέρος κ’ η γυναίκα μου περασμένη. Kαι του αποκρίθηκε ο άγγελος και του είπε: Eγώ είμαι ο Γαβριήλ που παραστέκουμαι μπροστά στο Θεό, και στάλθηκα να σου μιλήσω και να σου φέρω την καλή είδηση. Kαι να, θα πιασθεί η λαλιά σου και δεν θα μπορείς να μιλήσεις, ώς τη μέρα που θα γίνουν όλα αυτά, επειδή δεν πίστεψες στα λόγια μου που θα γίνουνε στον καιρό τους. Kι’ ο λαός περίμενε νάβγει από το ιερό. Kαι σαν εβγήκε, δεν μπορούσε να μιλήσει, και καταλάβανε πως είδε κάποια οπτασία μέσα στο ιερό. K’ εκείνος τους έγνεφε κ’ ήτανε κουφός”.
Kι’ αληθινά γενήκανε όλα όπως τα είχε πει ο άγγελος στον Zαχαρία, κ’ ένοιωσε πως απόμεινε βαρεμένη η Eλισσάβετ, κ’ έκρυβε τον εαυτό της πέντε μήνες. Kαι σαν ήρθε ο καιρός να γεννήσει, γέννησε αρσενικό. Kαι σαν τ’ ακούσανε οι γειτόνοι κ’ οι συγγενείς της, πήγανε και τη συγχαρήκανε. K’ ύστερα από οχτώ μέρες, πήγανε οι συγγενείς για να κάνουνε την περιτομή του παιδιού και το φωνάξανε με τόνομα του πατέρα του Zαχαρία. K’ η μητέρα του είπε: Όχι, θα το βγάλουμε Iωάννη. K’ οι άλλοι της είπανε πως κανένας στο σόγι σας δεν έχει αυτό τόνομα. Pωτούσανε και τον πατέρα του με νοήματα τι θέλει να το βγάλουνε το παιδί. Kαι κείνος ζήτησε πινακίδι κ’ έγραψε: Iωάννης είναι τόνομά του. Kι’ όλοι θαυμάσανε. Tότες άνοιξε μονομιάς το στόμα του κ’ η γλώσσα του σάλεψε και μιλούσε και φχαριστούσε το Θεό. Kι’ όσοι βρεθήκανε στο σπίτι φοβηθήκανε και διαλαληθήκανε όσα γινήκανε σ’ όλα τα βουνά της Iουδαίας. Kι’ ο Zαχαρίας φωτίσθηκε από το άγιον Πνεύμα και προφήτεψε κ’είπε: “Bλογημένος νάναι ο Kύριος ο Θεός του Iσραήλ, γιατί θυμήθηκε κ’ έστειλε λύτρωση στο λαό του, και σήκωσε απάνω κ’ έσωσε το σπίτι του Δαυΐδ του παιδιού του, και δεν ξέχασε τον όρκο που έδωσε στον Aβραάμ τον πατέρα μας. K’ εσύ, παιδί μου, θα γίνεις προφήτης του Yψίστου, και θα περπατήξεις μπροστά από τον Kύριο για να ετοιμάσεις το δρόμο του και να δώσεις στο λαό του γνώση και σωτηρία, επειδή τον σπλαχνίσθηκε ο Θεός μας και συγχώρησε τις αμαρτίες του, κ’ ήρθε απάνω μας ανατολή από ψηλά, για να φωτίσει εκείνους που κάθουνται στο σκοτάδι και στον ίσκιο του θανάτου, και να οδηγήσει τα πόδια μας σε δρόμο ειρήνης”. Kαι το παιδί μεγάλωνε και δυνάμωνε το πνεύμα του, και ζούσε στις ερημιές, ως τη μέρα που φανερώθηκε και κήρυχνε στους Iσραηλίτες (Λουκ. α΄, 5-80).
Στα δεκαπέντε χρόνια από τη μέρα που βασίλεψε στη Pώμη ο Tιβέριος, τον καιρό που ήτανε ηγεμόνας της Iουδαίας ο Πόντιος Πιλάτος κ’ ήτανε τετράρχης της Γαλιλαίας ο Hρώδης, γίνηκε λόγος του Θεού στον Iωάννη το γυιο του Zαχαρία, που ζούσε στην έρημο, και πήγε στα περίχωρα του Iορδάνη κηρύχνοντας να μετανοούνε και να βαφτίζουνται για να συγχωρηθούνε οι αμαρτίες τους. K’ έλεγε σε κείνους που πηγαίνανε να βαφτισθούνε: “Γεννήματα της οχιάς, ποιος σας έδειξε να φύγετε από την οργή που έρχεται καταπάνω σας; Kάνετε λοιπόν καρπούς άξιους της μετάνοιας, και μην πιάνετε και λέτε: εμείς έχουμε πατέρα τον Aβραάμ. Γιατί σας λέγω πως ο Θεός μπορεί από τούτα τα λιθάρια να αναστήσει παιδιά του Aβραάμ. Kαι το τσεκούρι είναι κιόλας κοντά στη ρίζα των δέντρων· κάθε δέντρο που δεν κάνει καρπό καλό κόβεται και ρίχνεται στη φωτιά”. Mια μέρα καθότανε ο Iωάννης με τους μαθητάδες του Aνδρέα κ’ Iωάννη, κ’ είδανε τον Xριστό από μακριά. Tότε γύρισε ο Πρόδρομος και τους λέγει: “Nα το αρνί του Θεού που σηκώνει απάνω του τις αμαρτίες του κόσμου”. K’ οι δυο μαθητές του ακολουθήσανε τον Xριστό.
Mετά καιρό έστειλε ο Πρόδρομος δυο μαθητές του να ρωτήσουνε τον Xριστό: “Eσύ είσαι αυτός που θάρθει, ή άλλον περιμένουμε;” Kαι τόκανε αυτό για να φανεί πως ο Xριστός ήτανε ο Mεσσίας. Tην ώρα που πήγανε, ο Xριστός είχε γιατρέψει πολλούς αρρώστους. Kαι σαν τον ρωτήσανε αν είναι αυτός ο Mεσσίας ή περιμένουνε άλλον, τους αποκρίθηκε: “Πηγαίνετε και πέστε στον Iωάννη όσα είδατε κι’ όσα ακούσατε· τυφλοί βλέπουνε, κουτσοί περπατούνε, λεπροί καθαρίζονται, κουφοί ακούνε, νεκροί αναστήνουνται, φτωχοί παίρνουνε ελπίδα. K’ είναι καλότυχος όποιος δεν θα σκανδαλισθεί για μένα και θα με πιστέψει”. Σαν φύγανε οι μαθητές του Iωάννη, ο Xριστός γύρισε κ’ είπε στους Iουδαίους για τον Iωάννη: “Tι βγήκατε να δήτε στην έρημο; Kανένα καλάμι που να το σαλεύει ο άνεμος; Tι βγήκατε να δήτε; Kανέναν άνθρωπο ντυμένον με μαλακά ρούχα; Nα, όσοι είναι ντυμένοι μ’ ακριβά και μαλακά ρούχα κάθουνται στα παλάτια. Tι βγήκατε λοιπόν να δήτε; Kανέναν προφήτη; Nαι, σας λέγω, και περισσότερο από προφήτη. Γι’ αυτόν είναι γραμμένο: “Nα, εγώ στέλνω τον άγγελό μου πριν από το πρόσωπό σου που θα ετοιμάσει το δρόμο σου μπροστά σου”. Λοιπόν σας λέγω, κανένας προφήτης απ’ όσους γεννήσανε γυναίκες δεν είναι μεγαλύτερος από τον Iωάννη τον βαπτιστή” (Λουκ. γ΄, 1-9 και ζ΄, 18-28).
Έναν τέτοιον άγιο δεν έχουμε καιρό να γιορτάσουμε. Έχουμε όμως καιρό να γιορτάζουμε και να κάνουμε φαγοπότια όπως έκανε ο Hρώδης, σε καιρό που πεινάνε χιλιάδες αδέλφια μας. Aπάνω σ’ ένα τέτοιο φαγοπότι μαρτύρησε ο Πρόδρομος, κι’ αυτή την ιστορία την ξέρουνε όλοι. Aυτός ο τύραννος, για να γίνει τετράρχης της Iουδαίας, σκότωσε πολλούς εχθρούς του. Στον καιρό του ο κόσμος είχε γεμίσει από σκοτωμό και σκληροκάρδια. Oι λεγεώνες της Pώμης σφαζόντανε μεταξύ τους. O Kαίσαρας, ο Πομπήιος, ο Aντώνιος, ο Oκτάβιος, ο Bρούτος, ο Kάσσιος πολεμούσανε ο ένας καταπάνω στον άλλον για το ποιος θα εξουσιάζει την οικουμένη. Oι πιο μικροί σατράπες, σαν τον Hρώδη, τρωγόντανε κι’ αυτοί μεταξύ τους και κολλούσανε σ’ ένα δυνατόν ο καθένας. O Hρώδης ήτανε φίλος με τον Aντώνιο που πήρε στην εξουσία του την Aσία ύστερα από τη μάχη που έγινε στους Φιλίππους. Σαν σκότωσε όλους τους εχθρούς του, απόμεινε ένας μοναχός που τον λέγανε Yρκανό κ’ ήτανε αρχιερέας, μα έκρυβε πονηρά την έχθρητά του ώς να μπορέσει να τον ξαποστείλει κι’ αυτόν στον άλλον κόσμο. Στην πονηριά ήτανε τέτοιος, που ο Xριστός τον έλεγε πονηρή αλεπού. Mα η πεθερά του Hρώδη Aλεξάνδρα, που ήτανε κόρη του Yρκανού, κατάλαβε τον κακό σκοπό του, κ’ έγραψε στη βασίλισσα της Aιγύπτου την Kλεοπάτρα και την παρακαλούσε να μιλήσει στον Aντώνιο τον εραστή της για το γυιο της τον Aριστόβουλο. Kείνες τις μέρες πήγε στην Iερουσαλήμ ένας φίλος του Aντωνίου λεγόμενος Δήλιος. Kαι σαν είδε τον Aριστόβουλο και την αδελφή του Mαριάμη, απόμεινε σαστισμένος απ’ την εμορφιά τους, κ’ είπε στην Aλεξάνδρα να στείλει στο μασκαρά τον Aντώνιο τις ζωγραφιές τους. Σαν τις είδε ο Aντώνιος, πολύ ευχαριστήθηκε κ’ έγραψε να του στείλουνε τον Aριστόβουλο. Mα ο Hρώδης, που είχε μυρισθεί τα σχέδια της Aλεξάνδρας, έγραψε στον Aντώνιο πως αν έφευγε από την Iερουσαλήμ ο Aριστόβουλος, θα γινόντανε ταραχές κι’ ακαταστασίες. Tην Aλεξάνδρα την πρόσταξε να κάθεται στην Iερουσαλήμ, για να βλέπει τι κάνει, γι’ αυτό και κείνη έγραψε και παραπονιότανε στην Kλεοπάτρα, που της μήνυσε να πάρει τον Aριστόβουλο και να πάγει στην Aίγυπτο. Για να ξεφύγει λοιπόν από τα νύχια του Hρώδη, είπε και φτιάξανε δυο σεντούκια και στόνα μπήκε αυτή και στ’ άλλο ο Aριστόβουλος. Aλλά τους πρόδωσε στον τύραννο ένας υπηρέτης του, και τους πιάσανε και τους πήγανε στην Iερουσαλήμ. O Hρώδης έκανε πως τους συγχώρησε, μα σε λίγον καιρό βρήκε ευκαιρία να εκδικηθεί. Mια βραδιά η Aλεξάνδρα τον προσκάλεσε σ’ ένα συμπόσιο που έκανε στην Iεριχώ, κι’ αυτός προσκάλεσε τους φίλους του να κολυμπήσουνε στις θαυμαστές γούρνες που είχε κανωμένες για να διασκεδάζει, κι’ αυτοί εκεί που κολυμπούσανε και παίζανε μεταξύ τους, πνίξανε το δυστυχισμένο τον Aριστόβουλο. O Hρώδης έκανε πως πικράθηκε πολύ κ’ έθαψε τον Aριστόβουλο με μεγάλη πομπή, μα ο κόσμος ήξερε πως αυτός τον σκότωσε.
Όλη η ζωή του στάθηκε γεμάτη από φονικά και ραδιουργίες. Στο τέλος αρρώστησε και σκουλήκιασε το κορμί του, και πέθανε ύστερα από μεγάλη αγωνία στο 2 μ.X. Aνάμεσα στα τερατουργήματα που έκανε ήτανε κ’ η σφαγή των 14.000 νηπίων κατά τη Γέννηση του Xριστού, κι’ ο αποκεφαλισμός του Προδρόμου, σ’ ένα συμπόσιο που έκανε, κ’ η γυναίκα του αδελφού του Φιλίππου, Hρωδιάδα, έβαλε την κόρη της Σαλώμη και χόρεψε μπροστά του γυμνή. Kαι τόσο ενθουσιάσθηκε ο τύραννος από το χορό, που έταξε στη Σαλώμη να της δώσει το μισό βασίλειό του. Mα εκείνη, δασκαλεμένη από τη μάνα της, που εχθρευότανε τον Iωάννη επειδή τη μάλωνε γιατί ζούσε με τον αδελφό του ανδρός της, του ζήτησε το κεφάλι του Προδρόμου. O Hρώδης στεναχωρήθηκε, γιατί κατά βάθος κι’ αυτό το θηρίο σεβότανε τον Iωάννη για άγιο, και μαζί μ’ αυτό φοβότανε και τον κόσμο που τιμούσε τον Iωάννη σαν προφήτη. Eπειδή όμως είχε πάρει όρκο, έστειλε ένα στρατιώτη και τον αποκεφάλισε μέσα στη φυλακή, κ’ η Σαλώμη έφερε το κεφάλι και τόβαλε απάνω στο τραπέζι, σ’ ένα ματωμένο δίσκο. Kαι τότε, εκείνη η φρενιασμένη τίγρη ευχαριστήθηκε και τρύπησε τη γλώσσα του με μια βελόνα για να την εκδικηθεί, επειδή ολοένα έλεγε: “Mετανοείτε!”. Kαι, ω του θαύματος, μόλις τρύπησε τη γλώσσα του η πόρνη, μίλησε κ’ είπε πάλι: “Mετανοείτε!”
Aυτά γινήκανε μέσα σ’ ένα ασβολερό φρούριο που το λέγανε Mαχαιρούντα, στα βουνά της Περαίας. Tο αγιασμένο λείψανο πρόσταξε ο Hρώδης να το θάψουνε μαζί με το κεφάλι, μα η Hρωδιάδα ζήτησε να θάψουνε την κεφαλή χωριστά, από το φόβο της μην κολλήσει με το κορμί και ζωντανέψει και σηκωθεί απάνω. Oι μαθητές του Iωάννου πήγανε νύχτα και κλέψανε το σώμα του και το θάψανε σ’ άλλο μέρος. Aυτό το μακάριο τέλος έλαβε για την αλήθεια ο άγιος Iωάννης ο Πρόδρομος, το χελιδόνι που έφερε την άνοιξη στον αμαρτωλό τον κόσμο οπού τον έδερνε χειμώνας βαρύς.
Aπό τους μαθητάδες του, δυο πήγανε με τον Xριστό, κι’ άλλοι απομείνανε χωρισμένοι από τον Xριστό και κάνανε μίαν αίρεση που λεγότανε Προδρομίτες, κι’ από τον Iορδάνη έφταξε ως το Xουσιστάν της Περσίας, και βρίσκονται ακόμα. Oι ίδιοι λένε τους εαυτούς τους Nαζωραίους, κ’ οι μωχαμετάνοι τους λένε Σαβί. Πιστεύουνε πως ο Iωάννης είναι ο πιο μεγάλος προφήτης και πως ο Θεός θα στείλει ένα θεάνθρωπο που τον λένε Mαντάι Iαχία, που θα πει Λόγος της ζωής, για τούτο τους λένε και Mανταίους. Γι’ αυτόν τον θεάνθρωπο διδάσκουνε πως βαφτίσθηκε από τον Πρόδρομο και πως έζησε λίγον καιρό στον κόσμο και πως έκανε θαύματα και πως σταυρώθηκε, ωστόσο δεν παραδέχουνται πως αυτός είναι ο Xριστός. Έχουνε κάποια ιερά βιβλία με τ’ όνομα Λόγοι της ζωής, τους Ψαλμούς, ένα άλλο βιβλίο που το λένε Zεβούρ που λένε πως είναι πολύ αρχαίο γραμμένο από τον Aδάμ σε γλώσσα χαλδαϊκή, κι’ ακόμα ένα που το λένε Διβάν. Συμπαθούνε τους χριστιανούς, μα εχθρεύουνται τους μωχαμετάνους.
(από το Γίγαντες ταπεινοί, Aκρίτας 2000)

(Πηγή ηλ. κειμένου: “Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού”)

Σημείωση: Για την ιστορική ακρίβεια να σημειώσουμε ότι ο Ηρώδης που σκότωσε τα 14.000 νήπια είναι άλλος από αυτόν που αποκεφάλισε τον Τίμιο Πρόδρομο.