Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μερικές εκτιμήσεις περί τής εννοίας τού αλάθητου στην καθολική εκκλησιολογία - Karl Rahner. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μερικές εκτιμήσεις περί τής εννοίας τού αλάθητου στην καθολική εκκλησιολογία - Karl Rahner. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Απριλίου 2025

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΛΑΘΗΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ (2)

Συνέχεια από Πέμπτη 24 Απριλίου 2025

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΛΑΘΗΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
K A R L   R A H N E R
Πανεπιστήμιο του Mϋnster
                                                
                                                              ΙΙ
Μπορούμε τώρα να προσεγγίσουμε μιαν άλλη όψη τής ιστορικότητας τού δόγματος τού αλάθητου και αυτού στο οποίο αποβλέπει.

Οι αντίπαλου αυτού του δόγματος κατά την Πρώτη Βατικανή Σύνοδο, και οι σημερινοί του πολέμιοι εκτός καθολικού χώρου, είχαν και έχουν την εντύπωση ότι με αυτό το δόγμα παραχωρείται στην Εκκλησία, και κυρίως στον Πάπα, ένα είδος λευκής επιταγής, η οποία συνεπάγεται υποχώρηση από την κριτική συνείδηση τής αλήθειας, διότι μια τέτοια συνείδηση θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να παρέχει ή να αρνείται κάθε φορά τήν έγκρισή της, ως προς το περιεχόμενο μιάς νέας πρότασης.[Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ]

Δεν θα θέλαμε να επαναλάβουμε εδώ την συνήθη απάντηση τής παραδοσιακής θεολογίας τών σχολών σε αυτή την σοβαρή επιφύλαξη: ότι δηλαδή η αλάθητη αυθεντία δεν αποτελεί παρά την γνωσιολογική όψη τού άφθαρτου τής Εκκλησίας ως θεματοφύλακα τής πίστεως, ότι αποτελεί την συνέπεια τού μοναδικού γεγονότος τού εσχατολογικά θριαμβεύοντος Ιησού, ότι η Εκκλησία και ο πάπας δεσμεύονται ως προς τις αποφάσεις τους από τις Γραφές, τήν παράδοση και τις προϋπάρχουσες αποφάσεις τής ίδιας τής Εκκλησίας· και τέλος, ότι δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε την συνεισφορά τού Πνεύματος. Θα θέλαμε κυρίως να επικεντρωθούμε στην ιστορική εξέλιξη πού πραγματώθηκε κατά την συγκεκριμένη ιστορική πορεία αυτού τού δόγματος τού αλάθητου, στο ιστορικό γίγνεσθαι, το οποίο με έναν κυρίως εμπειρικό τρόπο υπερβαίνει (ή τουλάχιστον καθιστά υπερβάσιμο) τον κίνδυνο αυτής τής «λευκής επιταγής», κατά τρόπο που να μπορούμε να ισχυρισθούμε, ότι τα τελευταία εκατό χρόνια έχει διανύσει, κατά μιαν έννοια, την περιοχή επικινδυνότητάς του, ή έχει αμβλύνει, σύμφωνα με τα ανθρώπινα κριτήρια, τον κίνδυνο που η έκφραση «λευκή επιταγή» τού αποδίδει.[Επομένως είναι επικίνδυνο καί ανάλογο τής κενώσεως τού Χριστού]

Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτή την εκτίμηση θα πρέπει να αξιολογήσουμε ορισμένες προϋποθέσεις. Θα πρέπει να σκάψουμε βαθύτερα, και επίσης να μην φοβηθούμε να αναπτύξουμε τα σημεία που αναφέρθηκαν στο πρώτο κεφάλαιο. Είναι όντως φανερό ότι η προβλεπόμενη ιστορία τού δόγματος τού αλάθητου συνδέεται άρρηκτα με την παρελθούσα ιστορία του, από το 1870, και ότι τελικά και οι δύο προήλθαν και προέρχονται από τις ίδιες αιτίες.

α) Από λογική άποψη, η πρόταση του αλάθητου είναι, στα πλαίσια της καθολικής θεολογίας, μια παράξενη πρόταση. Εκτός από το γεγονός ότι δεν ήταν πάντοτε παρούσα σαν ρητή πρόταση, θα πρέπει να τονίσουμε ότι είναι μια πρόταση η οποία, από την στιγμή που γίνεται αποδεκτή ως προϋπόθεση, καθιστά αλάθητα ασφαλείς τις υπόλοιπες δογματικές προτάσεις, αλλά η ίδια δεν μπορεί να καταστεί αλάθητη κατά τον ίδιο τρόπο με τις προτάσεις των οποίων εγγυάται το αλάθητο. Παρότι η αυθεντία τού πάπα μπορεί να αποφασίζει με αλάθητη ορθότητα όταν διακηρύσσει κάποιο δόγμα υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η ίδια αυτή αυθεντία μπορεί να εξασφαλίζει την εγκυρότητα, εφ’ όσον είναι παρούσες οι αναγκαίες υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις όλων των υπολοίπων προτάσεων, αλλά όχι και αυτής της μοναδικής πρότασης που βεβαιώνει την αλάθητη αυθεντία.

Το δόγμα της 1ης Βατικανής Συνόδου για παράδειγμα, σε αντίθεση με κάθε άλλη δογματική πρόταση, δεν μπορεί να στηριχθεί στο αλάθητο του πάπα. Αν εξ άλλου υποστηρίξουμε ότι αυτό το δόγμα ανατρέχει στο αλάθητο μιάς συνόδου ή της Εκκλησίας, απλώς μεταθέτουμε το πρόβλημα, διότι και σ’ αυτή την πρόταση επίσης δεν μπορούμε να καταλήξουμε παρά μόνο μέσα από άλλες προτάσεις περί τού αλάθητου.

Το δόγμα τού αλάθητου είναι μια εντελώς ιδιαίτερη πρόταση, εγγενής στο καθεστώς, και όχι το θεμέλιο τού καθεστώτος. Το καθεστώς τής αλήθεια τής ίδιας τής χριστιανικής καθολικής πίστεως και η υποκειμενική αποδοχή του δεν βασίζονται στην πρόταση τού αλάθητου· η πρόταση αυτή αναφέρεται μάλλον, τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά, στο καθεστώς, και έχει επομένως έναν θεσμικό ρόλο σχετικά δευτερεύοντος ελέγχου στους κόλπους τού καθεστώτος, στην περίπτωση μιας δευτερεύουσας σύγκρουσης που αντιμετωπίζει το καθεστώς σαν μια ολότητα που δεν μπορεί να τεθεί άμεσα υπό αμφισβήτηση.

Εξεταζόμενο από αυτή τη σκοπιά, το δόγμα καθαυτό δεν είναι αλάθητο (δηλαδή δεν προέρχεται καθαυτό από την αλάθητη εξουσία της Εκκλησίας), αλλά απλώς καθιστά αλάθητες τίς υπόλοιπες προτάσεις.

Δεν θα αναλύσουμε περισσότερο αυτή τη λογική ιδιαιτερότητα. Όπως έχουμε αναφέρει, η πρόταση αυτή μπορεί να καταστήσει αλάθητες για μας όλες τις άλλες προτάσεις, αλλά όχι και αυτή την ίδια. Επομένως , η πρόταση αυτή που καθίσταται αληθινή κυρίως από τυπική άποψη (καμιά απόδειξη δεν μπορεί να αποδείξει αυτή την ίδια), θα πρέπει να οριοθετηθεί και να προσδιοριστεί περαιτέρω.[Εδώ η εξοχότης του μιμείται καί επαναλαμβάνει κατά γράμμα τήν διδασκαλία τού Αριστοτέλη γιά τήν αρχή τής μή αντιφάσεως,πουλώντας την γιά θεολογία] Η πρόταση τού αλάθητου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή παρά μόνον όταν το καθεστώς στο οποίο αφορά ( δηλαδή οι ουσιώδεις αρχές τού χριστιανισμού και η αλήθεια τής αποκάλυψης) υιοθετείται και γίνεται αποδεκτό χωρίς καμμιά λογική επίκληση στην ίδια την πρόταση τού αλάθητου (δευτερεύουσας σημασία είναι το ζήτημα αν από ψυχολογική άποψη συντελείται κάποιο είδος αλληλεπίδρασης). Τούτο σημαίνει, από λογική άποψη, ότι κάποιος είναι ήδη πιστός χριστιανός χωρίς να έχει προηγουμένως πιστέψει στο αλάθητο τού πάπα (της Εκκλησίας ή της συνόδου)· και επίσης ότι η βεβαιότητα πως ο πάπας ή η σύνοδος δεν λανθάνουν στους ορισμούς τους δεν μπορεί να υπερέχει (και αντικειμενικά όντως δεν μπορεί) τής βεβαιότητας που καθιστά έγκυρο το δόγμα τού αλάθητου, χωρίς όμως να στηρίζεται σ’ αυτό. Η διαπίστωση αυτή αφορά φυσικά στην βεβαιότητα τής θεμελιακής θεολογίας και όχι στην βεβαιότητα τής πίστεως καθαυτήν, αλλά και αυτή η τελευταία δεν καταστέλλει ούτε διευρύνει την πρώτη.

Αυτός ο δευτερεύων ρόλος τού δόγματος τού αλάθητου ως πρόταση που μάλλον προσ-φέρεται παρά προσ-φέρει, τού αποδίδει μια πιο σημαντική ιστορικότητα από αυτήν που αναλογεί στα θεμελιώδη δόγματα του χριστιανισμού. Και τούτο απορρέει όχι μόνο από το γεγονός ότι αυτό το δόγμα δεν ήταν ανέκαθεν παρόν στη ρητή συνείδηση τής πίστεως, όπως αναφέραμε ήδη, αλλά και κυρίως από την δική του ιστορική διαδρομή από την εποχή τής διακήρυξής του, την οποία θα πρέπει τώρα να παραθέσουμε λεπτομερώς.

Θα ξεκινήσουμε με μια παρατήρηση:
εφ’ όσον το δόγμα τού αλάθητου είναι τελικά μια πρόταση που στηρίζεται και δεν στηρίζει το σύνολο τού συστήματος, η σημασία του σε σχέση με ένα συγκεκριμένο ζήτημα τοποθετείται σε μιαν υποκειμενική θέση δευτερεύουσας αξίας, εν σχέσει προς το ζήτημα το οποίο μπορεί να κατέχει μια διαφορετική θέση απέναντι στο σύνολο τού «συστήματος». Στο παρελθόν, σε αρκετές περιπτώσεις (όπως αποδεικνύουν οι αντιπαραθέσεις τών διαφόρων εσωτερικών ομολογιών της χριστιανοσύνης), το ίδιο το σύστημα, δηλαδή η θεμελιώδης (και κοινή) υπόσταση τού χριστιανισμού, δεν αντιμετώπιζε κανένα σημαντικό «υπαρξιακό» πρόβλημα· το ερώτημα που ετίθετο ήταν απλώς αν ένα συγκεκριμένο δόγμα, όπως αυτό του αλάθητου, θα έπρεπε ή όχι να αποτελέσει μέρος τού συστήματος . Σήμερα όμως, και κυρίως από την εποχή της 1ης Βατικανής Συνόδου, η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική: το όλο σύστημα απαιτεί άμεσα και ρητά, ακόμη και στον χώρο τών καθολικών, μια τελική προσωπική απόφαση. Έτσι και το δόγμα τού αλάθητου τοποθετείται πλέον σε μια διαφορετική από το παρελθόν θέση στην κλίμακα των αξιών. Δεν είναι το ίδιο «ενδιαφέρον» όσο στην εποχή του Πίου του 9ου, διότι αυτό που ενδιαφέρει άμεσα (και τελικά) είναι η βαρύτητα μιας ριζικής απόφασης συνειδήσεως, το θεμελιώδες δηλ. ζήτημα εάν και πώς είναι δυνατόν σήμερα να είμαστε χριστιανοί.

Ασφαλώς, γι αυτόν που είναι ικανός να αποδεχθεί θετικά μια τέτοια απόφαση, και παράλληλα την αντιλαμβάνεται σύμφωνα με μια σύγχρονη νοοτροπία (διαφορετική από τον άλλοτε υποκειμενικό φιλελευθερισμό), η εκκλησιαστική πίστη, στην σχέση της με την παρούσα Εκκλησία, εμφανίζεται ίσως λιγότερο φορτωμένη από προβλήματα, από ό,τι για τους ανθρώπους του 19ου αιώνα. Ασφαλώς, αυτός ο σύγχρονος άνθρωπος έχει το δικαίωμα τής κατανόησης τού γιατί και σε ποιον βαθμό δεν χρειάζεται να αρνηθεί από την παράδοση τού προϋπάρχοντος φιλελευθερισμού, την ελευθερία της πίστεως και την κριτική αναζήτηση· μια παράδοση την οποία επιθυμεί να διατηρήσει επίσης στους κόλπους μιας «κοινωνικής» κοινωνίας, και η οποία θέτει ερωτήματα σχετικά με το δόγμα τού αλάθητου τής Εκκλησίας.

β) Σε κάθε περίπτωση άσκησης τής εξουσίας τής αλάθητης αυθεντίας υπάρχει, συνειδητά ή μη, ένα ζήτημα λεκτικής διατύπωσης. Όχι μόνο διότι η διδασκαλία απευθύνεται σε μια κοινότητα πίστεως, και φιλοδοξεί να εκφράσει την κοινή ομολογία, και επίσης απορρέει από την σύνολη κοινή πίστη τής Εκκλησίας την οποία εκφράζει, και επομένως υπάρχει εξ αρχής και κατ’ ουσίαν ένα κοινωνιολογικό περιεχόμενο, διότι αλήθεια και κοινωνία σ’ αυτή την περίπτωση είναι σε άμεση σχέση· αλλά επίσης το ζήτημα της λεκτικής διατύπωσης τίθεται επειδή η αλήθεια που διδάσκεται δεν μπορεί, εκ της φύσεώς της, παρά να εκφραστεί με τις κατάλληλες και επαρκείς έννοιες. Και οι ανάλογες έννοιες, ως προς την αλήθεια μιας προτάσεως, έχουν διαφορετικές εννοιολογικές εκδοχές από τις μονοσήμαντες έννοιες, οι οποίες οδηγούν σε ασφαλείς ορισμούς και υπόκεινται σε άμεση εμπειρική επαλήθευση· εκδοχές που δεν αλλοιώνουν αναγκαστικά την αλήθεια μιας «αμφισβητήσιμης» πρότασης, αλλά παραμένουν στην αφάνεια· ή τουλάχιστον δεν περιλαμβάνονται με ρητό τρόπο στην διατύπωση της πρότασης, και ίσως δεν θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνονται.

Έννοιες όπως το πρόσωπο, η φύση, η αμαρτία και το προπατορικό αμάρτημα, το υπερούσιον, η αιωνιότητα, ο δοξασμός του σώματος, ακόμη και το αλάθητο κ.ο.κ. χρησιμοποιούνται αναγκαία ως οι κατάλληλες ανάλογες έννοιες, έτσι ώστε μια πρόταση που τις αρνείται δεν είναι εξ αυτού εσφαλμένη, αρκεί να μην εκληφθεί ως μια καθαρά τυπική αντίθεση τής άλλης προτάσεως, αλλά ως πρόθεση διατύπωσης κάποιου πράγματος με διαφορετικό περιεχόμενο. Για παράδειγμα η πρόταση: «υπάρχει ένα προπατορικό αμάρτημα» και η πρόταση: «δεν υπάρχει κανένα προπατορικό αμάρτημα», δεν μπορούν φυσικά να είναι και οι δύο ταυτόχρονα αληθείς αν εκληφθούν ως άρνηση η μια της άλλης. Αν όμως θεωρηθεί ότι κάθε μια απ’ αυτές έχει ένα θετικό περιεχόμενο, που καλύπτει το κενό που αφήνει η άλλη, και που το αφήνει αναγκαστικά εξ αιτίας τής αναλογικότητας των εννοιών, επειδή δεν μπορεί να το συμπεριλάβει, τότε και οι δύο διατυπώσεις μπορεί να είναι ορθές. Στην περίπτωση αυτή η πρόταση «δεν υπάρχει προπατορική (originelle) πτώση» θα σήμαινε: απέναντι στον Θεό δεν υπάρχει μια κατάσταση ενοχής αντίστοιχη με αυτήν, που προέρχεται (προέλευση - origine) από μιαν προσωπική και αναλλοίωτη απόφαση ως προς την αλήθεια. Η πρόταση αυτή είναι δογματικά απόλυτα αληθής, και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ορισμού, όπως και η άλλη («υπάρχει προπατορική πτώση»). Η ερμηνεία του γεγονότος ότι, παρότι δεν υπάρχει προπατορικό αμάρτημα (με την έννοια που προαναφέραμε), υπάρχει προπατορική ενοχή (μια κληρονομική αστοχία, μια συλλογική αντίληψη περί του σφάλματος, μια φθορά κατά την ελληνική πατερική ορολογία), θα ήταν αποστολή και έργο της θεολογίας, αλλά η ερμηνεία αυτή δεν θα είχε την μορφή ορισμού.[ Πρός τί η ενσάσκωση;]

Η απαίτηση μιας συγκεκριμένης λεκτικής διατύπωσης σε κάποια στιγμή τής ιστορίας οφείλεται στο γεγονός ότι εδώ, όπως και σε όλες τις περιπτώσεις χρήσης αναλογικών εννοιών, αυτό που ακούμε να λέγεται το εκφράζουμε, και επιβάλλουμε έναν τρόπο έκφρασης, ο οποίος καθιστά, δια του ορισμού της, την μία από τις δύο ερμηνείες υπέρτερη στην συνείδηση της πίστεως και την δογματική αλήθεια, ενώ η άλλη, η οποία επιζητεί να αναδείξει ρητά τον «αναλογικό» χαρακτήρα της έννοιας, τίθεται σε δεύτερο πλάνο. Ερευνώντας καλύτερα το θέμα θα παρατηρήσουμε, ότι ένα ουσιαστικό και απαραίτητο χαρακτηριστικό τής εξουσίας τής αλάθητης αυθεντίας είναι το δικαίωμα να προτείνει στην κοινωνία τού δόγματος και τής πίστεως μια λεκτική ρύθμιση, η οποία μπορεί να είναι καθαυτή διαφορετική, χωρίς να θίγει την μονοσήμαντη αλήθεια.

Το γεγονός ότι στην διάρκεια τών τελευταίων τριάντα ή σαράντα ετών η ανάγκη αυτή έγινε συνειδητά αποδεκτή (χάρη σε μια βελτιωμένη γνώση τής αναλογίας τών δογματικών εννοιών, χάρη στην μελέτη τής ιστορίας τών δογμάτων εν σχέσει προς την ιστορία τών εννοιών, και χάρη στην αναγνώριση αυτού τού αναπόφευκτου σήμερα θεολογικού πλουραλισμού), αποτελεί ένα σημαντικό βήμα στην ιστορία τού δόγματος τού αλάθητου από την εποχή της 1ης Βατικανής Συνόδου.

γ) Αλλά το θέμα δεν εξαντλείται εδώ. Εδώ και εκατό χρόνια διανύουμε μια περίοδο κατά την οποία ένας νέος ορισμός δεν μπορεί να αποδειχτεί εσφαλμένος, διότι ο χώρος που καλύπτουν οι έγκυρες ερμηνείες των νέων ορισμών είναι τόσο ευρύς, ώστε δεν υφίσταται περιθώριο σφάλματος. Ας αφήσουμε ανοικτό το θέμα κατά πόσο η αδυναμία αυτή μπορεί να αποδειχθεί απόλυτη θεωρητικά, ή αν πρόκειται απλώς για μια πρακτική αδυναμία. Αλλά για να αποφύγουμε τις παρερμηνείες σχετικά με την δυνατότητα που προαναφέραμε χρειάζεται να παραθέσουμε δύο επισημάνσεις:

1) Τα ενδεχομένως νέα δόγματα παραμένουν συνδεδεμένα με τα προϋπάρχοντα, τα οποία εξακολουθούσαν να ισχύουν. Ο πάπας πού με κάποιον νέο ορισμό θα παρέβαινε προδήλως αυτή την προϋπόθεση, θα αποδεικνύονταν αιρετικός και θα έχανε την εξουσία τής αυθεντίας. Έτσι ο χώρος που καλύπτουν τα δόγματα περιορίζεται ήδη από το γεγονός ότι διαθέτουμε μιαν εξαιρετικά σημαντική «ιστορία των δογμάτων». Το επιχείρημα αυτό δεν αποδεικνύει ότι η ιστορία αυτή θα εξακολουθήσει να είναι τόσο γόνιμη. Μάλλον το αντίθετο. Οι νέοι ορισμοί που προκηρύσσονται δεν θα μπορούσαν να αποτελούν (θεωρητικά και πρακτικά) παρά μόνο την ερμηνεία και την προάσπιση τών «παλαιών» δογμάτων ως αντικείμενο τής πίστεως, τα οποία με την σειρά τους παραμένουν κριτήριο ερμηνείας των «νέων» δογμάτων.

2) Όταν υποστηρίζουμε ότι ένα πιθανό «νέο» δόγμα τοποθετείται σε έναν χώρο ερμηνείας τόσο ευρύ, ώστε δεν μπορεί να αποδειχθεί εσφαλμένο, τούτο δεν σημαίνει ότι θα είναι αναγκαία κενό περιεχομένου, ή ταυτολογία, ή μη επαληθεύσιμο καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Στην πραγματικότητα παραμένει, ή θα παρέμενε συνδεδεμένο με αυτές τις ουσιώδεις αλήθειες τής χριστιανικής πίστεως που αποτελούν το περιεχόμενο τής επαληθευσιμότητας (κυριολεκτικά) τών θεολογικών προτάσεων που διατυπώνουν την ομολογία πίστεως. Ποια είναι όμως η σημασία τους; Μπορούν αυτές οι αλήθειες να εκφράσουν γενικώς κάτι περισσότερο, σχετικά με την θεμελιώδη κατανόηση τής εξουσίας τής εκκλησιαστικής αυθεντίας, αν αυτή η τελευταία δεν αποτελεί έκφραση τής «οριστικής» Αποκάλυψης; Αλλά η σύνδεση τού δόγματος με αυτές τις ουσιώδεις αλήθειες τούς αναγνωρίζει ένα περιεχόμενο το οποίο θα μπορούσε να διευκρινιστεί μέσα από ένα συγκεκριμένο «νέο» δόγμα, το οποίο πιθανόν, σε μια δεδομένη συνθήκη, χρειάζεται να διατυπωθεί, ακόμη και όταν αυτή η νέα δογματική διατύπωση δεν διαθέτει καμμιάν εναλλακτική εκδοχή ανάμεσα σε δύο αντίθετα άκρα (εξαιρώντας την πλήρη άρνηση τής θεμελιώδους αλήθειας της πίστεως)· εναλλακτική εκδοχή που θα αποδείκνυε την ορθότητα ή μη της διατύπωσης, ακόμη και αν ο χώρος των υφισταμένων ερμηνειών ήταν τόσο ευρύς, ώστε να μην είναι δυνατή η παρουσίαση μιας πρότασης που θα είχε την αξίωση να επικρατήσει και ταυτοχρόνως απλώς να αποκλείσει (παρακάμπτοντας την λεκτική ρύθμιση) την νέα δογματική διατύπωση.

Αυτός ο «αποκλεισμός τού λάθους» μιας «νέας» δογματικής διατύπωσης, δεν είναι επ’ ουδενί μια διαρκής κατάσταση, που χαρακτήριζε εξ αρχής κάθε επίσημη ερμηνεία· είναι μάλλον μια κατάσταση στην οποία καταλήξαμε μέσα από μιαν ιστορική πορεία.[ Ο Ιστορικισμός οδήγησε στήν αποδοχή τής αντιφάσεως καί έρριξε τήν λογική στόν παραλογισμό]

Θα παραθέσουμε ένα παράδειγμα: σε ό,τι αφορά στην κατανόηση και την ερμηνεία τής σχέσης τού Θεού με τον κόσμο. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική συνείδηση τής πίστεως, θα μπορούσε κανείς στο παρελθόν να ορίσει αυτήν την ουσιαστική σχέση ως «διαφορά», με την βεβαιότητα ότι εκφράζει το ουσιώδες και άμεσα κατανοητό νόημά της (όπως για παράδειγμα ο ορισμός του Συνοδικού Κανόνα 3023: si quis dixerit unam eamdemque esse Dei et rerum omnium substantiam vel essentiam, anathema sit - εάν κάποιος λέγει ότι ο Θεός και όλα τα πράγματα κατά την υπόσταση ή την ουσία είναι ένα και το αυτό, ανάθεμα έστω). Η δήλωση αυτή παραμένει αληθής, αλλά είναι σήμερα αναπόφευκτο να επανέρχεται κανείς σ’ αυτήν με την συνείδηση ότι χρήζει μιας αέναης ερμηνευτικής διαδικασίας. Και αν ορίζαμε σήμερα (όχι σαν μιαν άνευ περιεχομένου άρνηση τού προηγούμενου ορισμού αλλά σαν μια βεβαιότητα με συγκεκριμένο περιεχόμενο) ότι στον Θεό ανήκει η ταυτότητα με τον κόσμο, τούτο δεν θα σήμαινε επίσης αναγκαία (πέρα από μια νέα λεκτική ρύθμιση) την κατάργηση τού προηγούμενου ορισμού, διότι θα αντιμετωπιζόταν με τη συναίσθηση ότι σ’ αυτήν την περίπτωση ο όρος «ταυτότητα» είναι μια αναλογική έννοια , που υπόκειται στην ίδια ατελεύτητη διαδικασία ερμηνείας, όπως και η έννοια «διαφορά». Και το ίδιο θα συνέβαινε αν ένας ορισμός παρόμοιος με τον Συνοδικό Κανόνα 3023 χαρακτηριζόταν σήμερα ως «καινοφανής».

Η συνείδηση τής ουσιαστικά ατελεύτητης ερμηνευτικής διαδικασίας, η συνείδηση τού αεί απορουμένου σε κάθε μεταφυσικο-θεολογικό ορισμό, είναι – σε σχέση τουλάχιστον με την κοινωνιολογικά ενεργό συνείδηση τής εκκλησιαστικής πίστεως – ένα κατ’ αρχήν γεγονός των τελευταίων εκατό ετών, ή τουλάχιστον μια έστω και βραδεία εξέλιξη της εποχής μας. Η συνείδηση αυτή καθιστά από την πρώτη στιγμή «παλαιό» κάθε «νέο» ορισμό τής Εκκλησίας, που σημαίνει ότι κατά την στιγμή τής διατύπωσής του υποβάλλεται σε μιαν τέτοια πληθώρα ενδεχομένων ερμηνειών, ώστε δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως πραγματική «εξέλιξη» στην επεξήγηση τών υπαρχόντων ήδη προτάσεων (εξαιρώντας την περίπτωση μιας σημαντικής και αξιόλογης λεκτικής ρύθμισης, και μιας νέας αναφοράς στις εμπειρίες και τις θεμελιώδεις ιστορικές αλήθειες τού χριστιανισμού). Όπως υπογραμμίσαμε προηγουμένως, η διαδικασία αυτή δεν καταργεί ούτε αποσυνθέτει σε καμμία περίπτωση τη λειτουργία τής αυθεντίας και την αξία των παλαιών δογμάτων.

Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι όσα μόλις υποστηρίξαμε αντιστοιχούν ακριβώς σε αυτήν την «κατηγορία» των δογμάτων που επικυρώνουν μιαν πραγματικότητα υπερβατική (με την τρέχουσα έννοια του όρου) ή μεταφυσική (όπως η Τριάδα, η υποστατική ενότητα), κατά την οποία η αναλογικότητα τών χρησιμοποιουμένων εννοιών είναι ιδιαζόντως προφανής· εντούτοις όμως υπάρχει επίσης μια ολόκληρη κατηγορία προτάσεων πίστεως, στις οποίες τα προαναφερόμενα δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή, όπως είναι κυρίως οι προτάσεις τής ηθικής θεολογίας. Γιατί, για παράδειγμα, ο πάπας να μην μπορεί να ορίσει την ηθικής φύσεως θεολογική του διδασκαλία, όπως αυτή του Humanae vitae, χωρίς το άνοιγμα στην δυνατότητα πολλαπλών ερμηνειών να εμποδίζεται από τον αποκλεισμό ως εσφαλμένων των αντιτιθεμένων προτάσεων;

Θα πρέπει εδώ να παραμερίσουμε το θεμελιώδες ζήτημα τών (λογικής) «τάξεως» προτάσεων πίστεως, πολύ σημαντικό καθαυτό και πάντοτε παραμελημένο, παρότι μια έρευνα του θέματος θα αποδείκνυε ότι η διαφορά ανάμεσα σε προτάσεις ηθικής θεολογίας, με εμφανώς σταθερή βάση και των οποίων το νόημα είναι άμεσα επαληθεύσιμο, και σε προτάσεις «μεταφυσικής» πίστεως δεν είναι τόσο μεγάλη και αναμφίβολη όσο εκ πρώτης όψεως θεωρείται. Στην πραγματικότητα και αυτές οι προτάσεις ηθικής θεολογίας είναι του ιδίου είδους και θα πρέπει να θεωρηθούν και αυτές προτάσεις πίστεως· διότι περιλαμβάνουν μια σχέση με τον Θεό, ή καλύτερα: έχουν αυτή τη μορφή μόνο όταν αποδεικνύουν ταυτόχρονα την σχέση τους με το απόλυτο μυστήριο· δεν αποτελούν ποτέ απλώς ένα πρότυπο φυσικών νόμων· ακόμη και έτσι έχουν τη θέση τους στην ιστορία της αλήθειας. Η συγκεκριμένη πραγματικότητα στην οποία προσβλέπουν με μια συγκεκριμένη επιτακτικότατα, είναι μια πραγματικότητα δυναμική, σε εξέλιξη, η οποία εν τέλει αφήνει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσον αυτές οι προτάσεις με τον συγκεκριμένο χαρακτήρα τους προϋποθέτουν μια συγκεκριμένη πραγματικότητα που δεν υφίσταται πλέον, ή που βρίσκεται σε μια πορεία εξαφάνισης, ή εκφράζουν μάλλον, ως πρότυπα που αποβλέπουν σε έναν συγκεκριμένο σκοπό, μιαν πραγματικότητα που πρόκειται να επισυμβεί.
Για τους λόγους αυτούς, και για πολλούς άλλους, ούτε αυτές οι προτάσεις δεν μπορούν (τουλάχιστον σήμερα) να αποκλεισθούν από την διαδικασία των πολλαπλών ερμηνειών. Και εφ’ όσον υπάρχουν πολλοί λόγοι ( κυρίως κοινωνιολογικής και ψυχολογικής φύσεως) που επιβάλλουν αυτόν τον ερμηνευτικό πλουραλισμό, δεν θα μπορούσαμε να τον αποκλείσουμε εντελώς από τις διατυπώσεις θεολογικο-ηθικού περιεχομένου. Δεν είναι επίσης τυχαίο το ότι η εκκλησιαστική αυθεντία δεν πήρε ποτέ μια μονοσήμαντη απόφαση, και επομένως απόλυτα καθοριστική και ικανή να τερματίσει τις αμφισβητήσεις απέναντι σε ζητήματα ζωτικής σημασίας που να αφορούν την ηθική θεολογία. Κατά δεύτερον, όταν η αυθεντία δογμάτισε χωρίς να ορίσει, χρησιμοποίησε συχνά, χωρίς αυτό να γίνεται άμεσα αντιληπτό, διάφορες έννοιες (όπως, ελευθερία, αστική τάξη, ιδιωτική περιουσία, επανάσταση κ.ο.κ), χωρίς να παραπέμπει σε κάποια συγκεκριμένη μονοσήμαντη πραγματικότητα που να έχει διαμορφωθεί από την πρακτική. Και κατά τρίτον, η αυθεντία απέφυγε κατά κανόνα να δογματίσει σε παρόμοιες περιπτώσεις (ούτε κατά την 2η Βατικανή Σύνοδο, ούτε με την διακήρυξη Humanae vitae). Στην περίπτωση τής διατύπωσης μιας ενδεχόμενη μομφής επί του προκειμένου, θα μπορούσαμε να απαντήσουμε με το ακόλουθο αντερώτημα: έχουμε ως τώρα συναντήσει συγκεκριμένα παραδείγματα προτάσεων θεολογικής ηθικής, οι οποίες ως προτάσεις «καινοφανείς» θα προσφέρονταν σε έναν μονοσήμαντο ορισμό;

Καταλήγοντας θα αναφερθώ σε μιαν ανεκδοτική αφήγηση:

Πριν από ενάμισι χρόνο περίπου συνάντησα στις Σκανδιναβικές χώρες έναν νεαρό καθολικό κληρικό, με τον οποίο, καθώς και με άλλους χριστιανούς προτεστάντες, συμμετείχαμε σε θεολογικό σεμινάριο. Η εντύπωση που μου έκανε αυτός ο κληρικός είναι ότι διαπνεόταν από μιαν αρκετά ευρεία θρησκευτική συνείδηση. Όταν τον ρώτησα, στα πλαίσια μιας σχετικής συζήτησης, πώς τοποθετείται απέναντι στο δόγμα της 1ης Βατικανής Συνόδου, μου απάντησε: «Α! αυτό είναι κάτι που θα πρέπει σιγά σιγά η καθολική Εκκλησία να το ξεχάσει!». Κι όμως, δεν θα πρέπει αυτό να το ξεχάσουμε, και δεν θα το ξεχάσουμε· έχει την ιστορία του, η οποία αριθμεί ήδη εκατό χρόνια, και θα εξακολουθήσει να την έχει. Γιατί; Διότι η ταυτότητα διατηρείται και μέσα στην εξέλιξη. Η πραγματικότητα τής προσωπικής ζωής και τής Εκκλησίας είναι γεμάτη μυστήριο. Δεν θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στο δόγμα τής Σάρκωσης τού αιωνίου Λόγου χωρίς να έχουμε αποδεχθεί αυτό το παράδοξο γεγονός, εκτός εάν επιδιώκουμε να υποβαθμίσουμε την μια ή την άλλη όψη τού χριστολογικού δόγματος.


                                  ΤΕΛΟΣ


ΔΙΟΤΙ Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΓΕΝΝΑ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΦΟΥ ΕΧΕΙ ΞΕΦΟΡΤΩΘΕΙ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΗ-ΑΝΤΙΦΑΣΕΩΣ.

Πέμπτη 24 Απριλίου 2025

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΛΑΘΗΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ (1)

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΛΑΘΗΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
K A R L  R A H N E R
Πανεπιστήμιο του Mϋnster
Με μια σαφή πρόθεση και χωρίς καμιά επίπλαστη σεμνοτυφία απέδωσα στην παρούσα μελέτη μου τον τίτλο Μερικές εκτιμήσεις περί τής εννοίας τού αλάθητου στην καθολική εκκλησιολογία. Πρόκειται σαφώς για μερικές εκτιμήσεις, διότι ελλείψει αρμοδιότητας δεν προτίθεμαι να αντιπαραθέσω τήν έννοια τού αλάθητου[ΟΧΙ ΤΟΝ ΟΡΟ] κατά την καθολική εκκλησιολογία, στην αντίστοιχη αντίληψη της έννοιας όπως συναντάται είτε στην ιστορία τών θρησκειών, είτε στην φιλοσοφία, είτε αλλού. Πρόθεσή μου δεν είναι επίσης να εκθέσω εδώ το κατά την καθολική παράδοση δόγμα περί τού αλάθητου τής εκκλησιαστικής αυθεντίας. Μπορούμε να εκλάβουμε εδώ ως δεδομένο ότι σε γενικές γραμμές πρόκειται για ένα γνωστό δόγμα.

Το γεγονός επομένως ότι ο πάπας και το σύνολο τών επισκόπων θα πρέπει να θεωρηθούν κάτοχοι τού αλάθητου την εκκλησιαστικής αυθεντίας, είναι κατά την εκτίμησή μας, ένα δευτερεύον ζήτημα τού περιεχομένου αυτού τού δόγματος· θεωρούμε δεδομένο ότι τόσο αυτός όσο και εκείνοι διαθέτουν το χάρισμα τού αλάθητου μόνο σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις, και ότι αυτό το χάρισμα αφορά στην ερμηνεία και την διαφύλαξη του περιεχομένου την χριστιανικής αποκάλυψης, και όχι στην επέκτασή της.

Εξ άλλου, το δόγμα τού αλάθητου εκλαμβάνεται εδώ με την παραδοσιακή του έννοια, σύμφωνα με την οποία αφορά επίσης τήν αλήθεια κάθε πρότασης καθ’ εαυτήν, και όχι για παράδειγμα με την έννοια που μοιάζει να βρίσκεται στην βάση τών ερμηνειών τών H. Küng και W. Kasper, κατά τις οποίες το άφθαρτο και το αλάθητο τής εκκλησιαστικής πίστεως βασίζεται εν τέλει στην διαρκή ενότητα τής Εκκλησίας με τον Κύριό της, ερμηνείες που επέτρεψαν την διείσδυση, έστω και προσωρινά, εσφαλμένων «Ορισμών».

Δεν απομένει λοιπόν παρά να διατυπώσουμε κάποιες παρατηρήσεις, δια των οποίων ένας καθολικός θεολόγος προτίθεται, χωρίς προκαθορισμένες αξιώσεις, και όπως θα έλεγε ο Ωριγένης γυμναστικώς, να διατυπώσει κάποιες σκέψεις επί αυτών που παρέλαβε και πιστεύει, εκθέτει και υποστηρίζει, ως διδασκαλία τής Εκκλησίας του, προκειμένου και ο ίδιος να την κατανοήσει καλύτερα. Αλλά στο πλαίσιο αυτό, η εισαγωγή σε μια σαφή κατανόηση τής απορητικής αυτής τής διδασκαλίας, μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος μιας προοδευτικής κατανόησης αυτού τού δόγματος.

Θα προσθέσουμε μόνο μια εισαγωγική παρατήρηση στο επιχείρημά μας. Εάν θεωρήσουμε καθαυτό το δόγμα τού αλάθητου και την καταξίωση που παραχωρεί στην εξουσία, τής αυθεντίας, φαίνεται σαν να διασπάται σε κάποιο σημείο της η διαδικασία τής γνώσης, από μια εξωτερική ως προς αυτή την διαδικασία εξουσία, και να απαλλάσσει, ενάντια σε κάθε νόμιμο δικαίωμα, ορισμένα στοιχεία αυτής τής πίστης, από την ουσιαστική για την ανθρώπινη γνώση κριτική, κυρίως από ιστορική άποψη. Φαίνεται επίσης αναγκαίο ότι το προνόμιο στη γνώση, θα επισύρει και ένα κοινωνικό προνόμιο (δεδομένου ότι ο κάτοχος τού αλάθητου είναι πρόσωπο), και επομένως η Εκκλησία θα καταστεί ένα απολυταρχικό σύστημα, (κατ’ αρχήν ως σύστημα θρησκευτικών πεποιθήσεων, και στη συνέχεια ως κοινωνική πραγματικότητα), αφού δύναται να προσδιορίζεται με τρόπο οριστικό κάθε φορά, από μια συγκεκριμένη στιγμή τού συστήματος. Πολλά είναι αυτά που θα μπορούσε κανείς να συμπεριλάβει σε μιαν απάντηση σε όλο αυτό το ζήτημα. Εμείς θα δώσουμε μιαν απάντηση συνοπτική.

α) Δεν θα πρέπει κατ’ αρχήν να μήν αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι, σε αντίθεση με το Κράτος, η Εκκλησία είναι μια εκούσια κοινότητα πίστεως στην οποία ο άνθρωπος προσχωρεί εν ελευθερία. Η αυταρχική ή απολυταρχική δομή της, αν αποδεχτούμε ότι υφίσταται, αφορά μόνο σ’ αυτούς που την αποδέχονται εν ελευθερία. Δεν θα ήταν δόκιμη η ονομασία «απολυταρχική» σε αυτή την περίπτωση.

β) Από υπαρξιακή-οντολογική άποψη θα μπορούσαμε να αποδείξουμε ότι, εν γένει, η απόλυτη αποδοχή μιας προτάσεως δεν αποκλείει μια συνεχή κριτική στάση απέναντι σε αυτή την πρόταση. Και επομένως η απόλυτη αποδοχή μιας δογματικής προτάσεως που εμφανίζεται ως βασιζόμενη στο αλάθητο δεν αποκλείει εκ προοιμίου μια συνεπή κριτική αμφισβήτηση, καθώς επιπλέον κάθε συγκεκριμένο δόγμα είναι αντικειμενικά ανοιχτό στο μέλλον, και ότι ο θεσμός τού αλάθητου επίσης – γεγονός που θα επιβεβαιώσουμε στη συνέχεια – δεν είναι αυθύπαρκτος και κατά συνέπεια ούτε απρόσβλητος καθαυτόν από την κριτική αμφισβήτηση.

γ) Είναι προφανές ότι μόνο η σταθερή βεβαιότητα τής πίστεως, που επαφίεται στην αρωγή τού Πνεύματος, μπορεί να απεμπολήσει τον αυταρχικό χαρακτήρα μιας Εκκλησίας που ενστερνίζεται μια τέτοια αυταρχική αυθεντία.

Εάν θεωρήσουμε τον δικανικό θεσμό τής αυθεντίας χωρίς αυτή την πίστη, θα τον αποκαλέσουμε όντως αυταρχικό, διότι στα πλαίσια τού θεσμικού δικαίου δεν υφίσταται κανενός είδους προστασία από αυταρχικές καταχρήσεις της πνευματικής καθοδήγησης (εξαιρώντας την περίπτωση που αναφέραμε στην παράγραφο α). Αλλά ο χριστιανός, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που πιστεύει στον Ιησού Χριστό ως τον απόλυτο μεσιτεύοντα(;;;) για τη σωτηρία του, παρά την ιστορικότητα τής παρουσίας του, κατά τον ίδιο τρόπο, εξ αιτίας τού καθαρά εσχατολογικού περιεχομένου τής λατρευτικής προσδοκίας του, πιστεύει ότι η Εκκλησία δεν θα υποκύψει στόν κίνδυνο που ενέχεται πραγματικά στην θεσμική της υπόσταση. Ο Ιησούς Χριστός είναι το μοναδικό και οριστικά έγκυρο στήριγμα αυτής τής προσδοκίας. Η προσφυγή όμως σε αυτό το οριστικό και έσχατο στήριγμα τής πίστεως – τον Ιησού Χριστό – δεν αποκλείει φυσικά τα γνωσιολογικά, θεωρητικά και κοινωνιολογικά προβλήματα που παραμένουν· όπως για παράδειγμα το ζήτημα που αφορά στο θέμα μας, δηλαδή κατά πόσον από αυτό το λατρευτικό στήριγμα αναδύεται απλώς η αλάθητη αποδοχή τής πίστεως εν γένει, ή αν μπορεί επίσης να αποτελέσει την αλάθητη εγγύηση μιας ιδιαίτερης προτάσεως καθαυτήν, υπό ποιες προϋποθέσεις, κατά ποία έννοια, και με ποιον τρόπο αυτό συντελείται.[ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ ΚΑΘΙΣΤΑ ΑΥΤΟΜΑΤΩΣ ΤΟΝ ΥΙΟ ΜΕΣΑΖΟΝΤΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ. ΣΥΝΕΠΩΣ Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΤΗΧΕΙ ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ Η ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΨΥΧΗ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΟΥΜΕΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΛΟΓΙΚΟ, ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΛΟΓΙΚΟΣ. Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ. Ο ΛΟΥΘΗΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΧΩΡΙΑΤΗΣ.  Η ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΙΣ ΟΘΟΝΕΣ ΜΑΣ]

Αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα, που δεν μπορούμε να το καλύψουμε πλήρως στην παρούσα μελέτη.[ΕΝΑ ΦΥΛΛΟ ΣΥΚΗΣ ΣΤΟ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙ ΠΑΡΑΚΑΛΩ]Μπορούμε όμως να αναφερθούμε στα αίτια που καθιστούν στον πιστό σήμερα ευκολότερη αυτήν την προσμονή· διότι το δόγμα τού αλάθητου έχει και αυτό την προϊστορία του, που αποδεικνύει ότι είναι κατά κάποιον τρόπο λιγότερο εκτεθειμένο σε κινδύνους και λιγότερο «επίφοβο» από ό,τι στο παρελθόν. Την ιστορική αυτή εξέλιξη προτιθέμεθα να εξερευνήσουμε.

Ι

Το πρώτο ερώτημα που θα θέσουμε είναι το εξής: σε ποιον βαθμό η κατανόηση τού καθολικού δόγματος τού αλάθητου επηρεάζεται από την παραδοχή του γεγονότος ότι, όπως κάθε ανθρώπινη γνώση τής αλήθειας, και το δόγμα αυτό υπόκειται στην ιστορικότητα[ΚΑΘΟΤΙ Ο ΥΙΟΣ ΔΕΝ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕ ΤΟ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΑΠΟ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ ΟΥΤΕ ΠΟΥ ΠΗΓΑΙΝΕΙ.Ο ΜΠΟΥΦΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΞΥΠΝΟΤΕΡΟΣ.ΔΕΝ ΤΡΩΕΙ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΟΝΤΙΚΙΑ] Θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα χωρίς να αναπτύξουμε το σύνολο τής προβληματικής σε ό,τι αφορά την γενική αναγνώριση τής ιστορικότητας κάθε ανθρώπινης αλήθειας. Ο χρόνος που απαιτεί ένα παρόμοιο εγχείρημα υπερβαίνει κατά πολύ αυτόν που διαθέτουμε. Είμαστε επομένως εν γνώσει τού ότι δεν καλύψαμε τις προϋποθέσεις τού ερωτήματός μας, αλλά ελπίζουμε παρόλα αυτά να αγγίξουμε ορισμένες – απορητικές – πλευρές τού δόγματος τού αλάθητου. Και δεν αμφιβάλλουμε ότι με μιαν πιο ακριβή και καλύτερα επεξεργασμένη γενική θεωρία τής ιστορικότητας τής αλήθειας, θα αποκτούσε και το ερώτημά μας μια πιο συγκεκριμένη προοπτική.

α) Κατ’ αρχήν, και ό ίδιος ο καθολικός θεολόγος θα πρέπει να αναγνωρίσει ρητά και χωρίς επιφυλάξεις ότι η πρόταση τού αλάθητου είναι μια πρόταση που κατέχει και θα εξακολουθήσει να κατέχει μιαν ιστορική διαδρομή, και ότι αυτή η ιστορική διαδρομή αναφέρεται τόσο στην ύπαρξη τής ρητής προτάσεως, όσο και στο περιεχόμενό της, κάτι που δεν αναιρεί καθαυτό, ούτε αναγκαία, την διαρκή παρουσία της στους κόλπους τής ιστορίας. Κατ’ αρχήν το δόγμα τού αλάθητου, τόσο σε σχέση με την αναφορά του στον πάπα, όσο και σε σχέση με την ύπαρξή του ως ρητή πρόταση τής πίστεως, είναι κάτι εντελώς πρόσφατο. Το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει την βεβαιότητα ότι η Εκκλησία, στο σύνολό της, βασίστηκε πάντοτε στο αλάθητο τής πίστεως, των Γραφών και των συνόδων. Στην πραγματικότητα, όχι μόνον αυτή η βεβαιότητα έχει επίσης μιαν ιστορική αρχή, αλλά επιπλέον, η αρχαία αντίληψη τού αλάθητου τής Εκκλησίας δεν αναφερόταν σε τέτοιον βαθμό, ούτε τόσο ρητά όπως σήμερα, στην αλήθεια μιας νέας αποφάσεως, που έπρεπε να ληφθεί εκ νέου, σχετικά με ένα ζήτημα του οποίου αμφισβητείτο η αλήθεια, αλλά μάλλον στην ήδη υπάρχουσα και διαρκή παράδοση τής αλήθειας τής σωτηρίας, μιαν πραγματικότητα που κληροδοτήθηκε στην Εκκλησία και συντηρήθηκε δια τής πίστεως και είναι επομένως με αυτήν την έννοια αρχαία.[ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ, ΤΗΣ ΖΩΝΤΑΝΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ, ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ. ΜΙΑ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΗ ΘΕΣΜΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΣΗΛΘΕ ΣΕ ΚΡΙΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΨΗΦΙΑΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ] Κι αν ακόμη οι παλαιές σύνοδοι κατέληξαν επίσης σε αποφάσεις διατυπώνοντας νέες προτάσεις με νέες έννοιες, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι δεν το έκαναν έχοντας την συνείδηση ότι επρόκειτο για κάτι νεοπαγές, κάτι ιστορικά δημιουργικό, αλλά με την συναίσθηση ότι επρόκειτο για την διατύπωση προϋπάρχουσας παραδοχής τής αλήθειας, αγνοώντας σχεδόν ότι οι νέες διατυπώσεις θα μπορούσαν πραγματικά να αποτελέσουν μιαν καινοτομία στην υπάρχουσα γνώση τής αλήθειας.[αργουσε η σχετικοτητα του υποκειμενου η δικτατορια των αισθητηριων και της γνωμης ντυμενης αξιοπρέπεια] Η προϋπόθεση αυτή ήταν τόσο σαφής και αυτονόητη, ώστε η θεολογία τών σχολών να αγνοεί, ακόμη και μέχρι τών ημερών μας, ότι υπήρξε μια αντικειμενική εξέλιξη στην ιστορία τών δογμάτων. Η πεποίθηση αυτή των σχολών, που δεν είναι του παρόντος να προσεγγίσουμε περαιτέρω, αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε διόλου αυτονόητο, το ότι μια δογματική απόφαση τής συνόδου ή του πάπα, αποτελεί γεγονός ως προς την δεδομένη αλήθεια, και ότι θα πρέπει να συμπεριληφθεί καθαυτή στην ιστορική εξέλιξη τής αλήθειας: αποδεικνύει ότι ο ορισμός τού αλάθητου δεν διατυπώθηκε επ’ ουδενί από την Α’ Βατικανή Σύνοδο με σκοπό να αναγνωρισθεί έτσι η ιστορικότητα τής αλήθειας, ούτε με την συναίσθηση ότι θα μπορούσε να αναγνωρισθεί η δυνατότητα μιας νέας αλάθητης απόφασης που να αφορά στην παλαιά αλήθεια, κάτι που θα ήταν δυνατόν να συμβεί μόνο αν αποδίδετο σε αυτήν την παλαιά αλήθεια ένα είδος ιστορικότητας. Στην πραγματικότητα ένας νέος ορισμός είναι κάτι περισσότερο από έναν απλώς διαφορετικό ορισμό μιας πάγιας πρότασης, που δεν θα μεταβαλλόταν καθόλου προσαρμοζόμενη στη νέα διατύπωση.
Εξ άλλου ανάμεσα σε αυτούς τούς δύο τρόπους κατανόησης τού αλάθητου τής Εκκλησίας, ως προς την πίστη και ως προς την διδασκαλία, μπορεί να διατηρηθεί μια αναγκαία σύνδεση, όπως διαφαίνεται, εάν αφ’ ενός αναλογιστούμε το γεγονός ότι η άφθαρτη κληρονομιά τής σωτηριώδους πραγματικότητα απαιτεί, ως αλήθεια-αντικείμενο τής πίστεως, μια διαρκώς νέα οικειοποίηση και επιλογή, στους κόλπους ακριβώς τής ανθρώπινης ιστορικότητας και γνώσεως, και εάν, αφ’ ετέρου επίσης δεν παραβλέψουμε ότι η σύγχρονη δικανικά ενεργή αντίληψη τού αλάθητου, δεν μπορεί να συμπεριλάβει μιαν απόλυτα βέβαιη γνώση των εντελώς νέων για μάς συνθηκών και αληθειών: το μόνο που θα μπορούσε να εγγυηθεί είναι την παραμονή μέσα στα πλαίσια της αρχαίας αλήθειας.

Αλλά αυτές οι δύο προοπτικές παραμένουν διαφορετικές, και η εξέλιξη τής δεύτερης στα ίχνη τής πρώτης αποδεικνύει για μιαν ακόμη φορά την ιστορικότητα τού δόγματος τού αλάθητου, ακόμη και στην περίπτωση που το αποδίδουμε στην σύνολη Εκκλησία και όχι ιδιαιτέρως στον πάπα. Αλλά αυτή η ιστορική διαδρομή δεν είναι μόνον ιστορική επειδή η ρητή αναγνώριση τού αλάθητου, με την μορφή τής δικανικής αναγκαιότητας, δεν ήταν πάντοτε παρούσα· περιλαμβάνει επίσης την ιστορία του νοήματος αυτής της προτάσεως. Και αυτό το νόημα δεν ήταν πάντοτε παρόν, αφού δεν είχε καν προσληφθεί· δεν θα μπορούσε να παρέμβει όπως συνέβη και συμβαίνει ύστερα από την διατύπωσή του. Το νόημα αυτό γίνεται αντιληπτό υπό τις προϋποθέσεις και μέσα στα πλαίσια μιας διαρκώς ανανεωμένης αντίληψης· τα στοιχεία που το απαρτίζουν και το νοηματοδοτούν δεν μπορούν να καθοριστούν με επάρκεια άπαξ και διά παντός, και επομένως η αντανακλαστική του επιρροή βρίσκεται σε μια διαρκή διαδικασία εξέλιξης· συνοψίζοντας, το νόημα αυτού τού δόγματος έχει και αυτό την ιστορία του, η οποία φυσικά δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Η ιστορικότητα τού δόγματος τού αλάθητου αποδεικνύεται επίσης από το γεγονός ότι, όταν αυτό καθορίστηκε, πριν από εκατό χρόνια, δεν λήφθηκε υπόψη ότι η άσκηση εξουσίας τής αυθεντίας προσδιορίζεται, όχι μόνον από το υποκείμενο που την ασκεί αλλά και από τις «συνθήκες», στις οποίες θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και το ποίμνιο στο οποίο απευθύνεται, τα ανεπαρκή πάντοτε μέσα εν σχέσει προς το μήνυμα, τον περιοριστικό ιστορικό περίγυρο (καταπολέμηση μιας αίρεσης κ.τ.λ.), τις προοπτικές τής απήχησης τού μηνύματος (που δεν είναι δυνατόν να χειραγωγούνται πλήρως), τους περιορισμούς του κ.ο.κ.

Οι προϋποθέσεις αυτές, και αρκετές άλλες, δεν συμπεριλαμβάνονταν ρητά στην διατύπωσή του εκείνην την εποχή, γεγονός που αποδεικνύει την απαίτηση ιστορικότητας τής ίδιας της διατύπωσης. Επιπλέον, αυτή η πρόταση, καθώς εισήλθε στην ιστορία το 1870, είχε ήδη την προϊστορία της, με την οποία θα ασχοληθούμε, από μιαν άλλη άποψη, στο δεύτερο μέρος τής μελέτης μας. Πρώτα όμως θα θέσουμε ένα δεύτερο ερώτημα.

β)
Είναι άραγε δυνατόν να προδιαγράψουμε ένα μέρος τής μέλλουσας ιστορίας αυτής τής διακήρυξης τού αλάθητου (και της πραγματικότητας στην οποία εντάσσεται) αποδίδοντάς της έναν χαρακτήρα «μελλοντολογίας»; Μια σύντομη απάντηση είναι πιθανόν δυνατή: στο χρονικό διάστημα που η πρόβλεψή μας μπορεί να καλύψει δεν θα υπάρξει κανένας νέος ορισμός· οι συνθήκες που μας επιφυλάσσει το μέλλον καθιστούν αδύνατη την άσκηση τής εξουσίας τής αλάθητης αυθεντίας κατά την αντίληψη που επεκράτησε στο παρελθόν. Δεν ήταν μόνο οι φανατικοί πολέμιοι τού αλάθητου της εποχής του Βατικανού 1 που πίστευαν ότι καθημερινά οι «Times» θα δημοσίευαν και από έναν νέο παπικό ορισμό, αλλά και στα μυαλά των καθολικών θεολόγων κυριαρχούσε η εντύπωση ότι η αλάθητη αυθεντία του πάπα θα ήταν ένα είδος συνηθισμένης άσκησης εξουσίας, η οποία θα έχανε το γόητρό της αν δεν ασκείτο από καιρού εις καιρόν, αποδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο την αναγκαιότητά της· και επίσης ότι αυτή η εξουσία τής αυθεντίας θα ώφειλε δια των αποφάσεών της, να οδηγεί σε μια συνεχή διαδικασία παραγωγής διαρκώς νέων προτάσεων, ιδιαίτερης και διακριτής σημασίας, δια των οποίων η αρχική αποκάλυψη θα υπόκειτο σε μια μόνιμη «πρόοδο», καταλήγοντας δια της ποσοτικής της διεύρυνσης σε καθορισμένες προτάσεις, οι οποίες και θα αποτελούσαν κατά κάποιον τρόπο μια καινοτομία.

Δεν έχουμε κανέναν λόγο να υποθέσουμε ότι στο ορατό μέλλον η εξουσία της αυθεντίας θα οδηγηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Μετά την διακήρυξη του δόγματος τού 1951 (Σημ.: «Περί της ενσώματης μετάστασης τής Παρθένου στην ουράνια δόξα») για παράδειγμα, αρκετοί θεολόγοι ανέμεναν ότι η εκκλησιαστική αυθεντία θα συνεχίσει να διατυπώνει και νέους ορισμούς, προέβλεπαν μάλιστα και νέες προτάσεις σχετικά με τον ορισμό τής Μαριολογίας. Σήμερα όμως κανείς πλέον δεν ασχολείται περαιτέρω με αυτό το ζήτημα. Και η Β΄Βατικανή Σύνοδος δεν όρισε κάτι συγκεκριμένο. Στην εποχή μας, ο πλουραλισμός διαφόρων πολιτιστικών κέντρων, φιλοσοφιών, ορολογίας, πλαισίων κατανόησης, θεολογιών κ.ο.κ., που δεν μπορούν να υπαχθούν σε κάποια επαρκή σύνθεση, έχει καταστεί τόσο σαφής στην συνείδηση της Εκκλησίας, ώστε δεν μπορώ να φαντασθώ ότι κάποια ιδιαίτερα κατάλληλη πρόταση και πραγματικά καινοφανής θα μπορούσε να διατυπωθεί με τρόπο που να γίνει αισθητή, και επομένως να ορισθεί ως η έκφραση τής συνείδησης πίστεως ολόκληρης της Εκκλησίας.

Θα πρέπει να προσθέσουμε ότι κάθε πραγματικά νέος ορισμός, ο οποίος δηλαδή δεν θα περιορίζεται στην επανάληψη και την υπεράσπιση μιας ήδη υπάρχουσας πρότασης, προϋποθέτει για την διατύπωσή του μια κοινή θεολογία (ως προς την σύλληψη και την μέθοδο της επιχειρηματολογίας του), η οποία και θα είναι κοινή για ολόκληρη την Εκκλησία. Αλλά μια τέτοια ιδεολογική ταυτότητα, η οποία υπήρξε στο παρελθόν, παρά τις διαφορετικές σχολές, δεν υφίσταται πλέον σήμερα, ούτε μπορεί να αποκατασταθεί με ικανοποιητικό τρόπο (τουλάχιστον στο ορατό μέλλον).

Η διατύπωση νέων ορισμών (όχι με την έννοια μιας νέας διαδικασίας, αλλά με την έννοια ενός νέου, διευρυμένου ορισμού, όπως αρμόζει σε έναν πραγματικά «καινοφανή» ορισμό) θα προϋπέθετε μιαν απλοϊκή αντιμετώπιση, που αντικατοπτρίζει, ενώ ταυτόχρονα παραβλέπει, την ιστορική ρευστότητα τού αναγκαία ιδιαίτερου λόγου και πλαισίου κατανόησης, την έλλειψη σαφήνειας των ίδιων των εννοιών του κ.τ.λ. Είναι απαραίτητο να αναφέρουμε εδώ συγκεκριμένα παραδείγματα, που αφθονούν στην σύγχρονη θεολογία και δεν χρειάζεται καθόλου να τα επινοήσουμε, παρότι στο κεφάλαιο ΙΙ θα παραθέσουμε κάτι πιο συγκεκριμένο, αν και από διαφορετική άποψη.

Αυτή η «τελευτή» μιας αυθεντίας που μπορεί πραγματικά να ορίσει κάτι «νέο», στην οποία αντανακλάται ακριβώς η ιστορικότητα τού δόγματος του αλάθητου με τον πιο τραχύ τρόπο, δεν σημαίνει ούτε την αναδρομική κατεδάφιση του υπάρχοντος δόγματος, ούτε την κατάργηση κάθε έκφρασης αλάθητης αυθεντίας στο μέλλον.

Το δόγμα δεν αποσυντίθεται αναδρομικά, για τον λόγο ότι δεν θα έχει στο μέλλον ταυτόσημη ιστορία με αυτήν που είχε ως τώρα.

Για να το καταλάβουμε αυτό αρκεί να προβληματιστούμε πάνω στα εξής δύο σημεία:


α) Ο άνθρωπος παραμένει σήμερα το ιστορικό ον, το οποίο ως προς την μνήμη του (το δημιουργικό κριτικό στοιχείο του μέλλοντος με αναφορά στο παρόν) απορρέει από το παρελθόν.[ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ]

β) Το περιεχόμενο αυτής τής χριστιανικής μνήμης (memoria), η οποία περικλείει και εκφράζει επίσης, σαν μια αδιαίρετη ολότητα, το σύνολο αυτού τού παρελθόντος που εμπεριέχει το μέλλον και τα κριτήρια αξιολόγησης (αν και χωρίς την δυνατότητα κυριαρχίας) τού μέλλοντος, είναι εξαιρετικά απλό και προηγείται κάθε είδους πλουραλισμού τής σκέψης· και αυτό το άρρητο μυστήριο τής ύπαρξής μας που αποκαλούμε Θεό, είναι η νικηφόρα υπόσχεση που μας προσφέρθηκε δια του Ιησού, ο οποίος με τον θάνατο και την αμετάκλητη σωτηρία του μας κατέστησε κοινωνούς ενός απόλυτου μέλλοντος.

Στον βαθμό που κάθε χριστιανικό δόγμα που προϋπήρξε εκφράζει αυτό το νόημα, θα μπορέσει να παραμείνει σε ισχύ και όντως θα παραμείνει, ακόμη και αν δεν εξελίσσεται δια του τρόπου που απαιτεί η επικύρωση του, αλλά στα πλαίσια τής «προόδου» μιας διαφοροποίησης. Δεν πρόκειται να απολιθωθεί, διότι η αναγωγή την οποία θα πρέπει να επιχειρούμε συνεχώς και εκ νέου του παραδοσιακού και διαρκούς δόγματος σε αυτή την μοναδική και άφθαρτη πραγματικότητα τής ύπαρξης του Ιησού, όπως και στην ιστορική και αμετάκλητη δέσμευση το Θεού απέναντί μας, καθιστά αυτό το δόγμα την ζώσα γενεσιουργό αιτία μιας πάντοτε νέας και απρόβλεπτης ιστορικής πορείας.

Επιπλέον, η λειτουργία της αλάθητης αυθεντίας δεν περατώνεται με την περάτωση μιας προοδευτικής αντίληψης της ιστορίας ως πηγής «καινοφανών» ορισμών. Η επίσημη οριοθέτηση του παλαιού δόγματος ενάντια στις ερμηνείες που οδηγούν στην κατάργησή του, είναι μια αποστολή της αλάθητης αυθεντίας που δεν εκπίπτει. Διεκπεραιώνοντας αυτή την αποστολή, θα είναι σε θέση να προβεί σε πολύ πιο σημαντικές και διευκρινιστικές ενέργειες εν σχέσει προς την συνείδηση πίστεως του συνόλου της Εκκλησίας από τους «καινοφανείς» ορισμούς. Ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, και κατ’ ανάγκην αυτόνομα, θα μπορέσει να απευθυνθεί στη σύνολη εκκλησιαστική συνείδηση πίστεως, με μια κατά κάποιον τρόπο μεγαλύτερη ταπείνωση από αυτήν που της επέβαλε η νοοτροπία του παρελθόντος.


(συνεχίζεται)

ΤΟ ΥΠΕΔΑΦΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΝΩΣΤΟΥ bishopoque ΤΗΣ ΕΚΠΟΡΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΕΑ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΙΑΤΑΖΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ (ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ)

Η ΚΕΝΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΙΣΕΛΘΕΙ, ΝΑ ΡΙΧΤΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΡΕΥΟΜΕΝΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΣΧΑΤΑ. 
ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΠΡΩΤΩΝ ΒΟΗΘΕΙΩΝ.Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ.

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΛΑΘΗΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ (2)

Συνέχεια από Δευτέρα,23 Οκτωβρίου 2017

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΛΑΘΗΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

K A R L   R A H N E R

Πανεπιστήμιο του Mϋnster 
                                                
                                                              ΙΙ

Μπορούμε τώρα να προσεγγίσουμε μιαν άλλη όψη τής ιστορικότητας τού δόγματος τού αλάθητου και αυτού στο οποίο αποβλέπει.

Οι αντίπαλου αυτού του δόγματος κατά την Πρώτη Βατικανή Σύνοδο, και οι σημερινοί του πολέμιοι εκτός καθολικού χώρου, είχαν και έχουν την εντύπωση ότι με αυτό το δόγμα παραχωρείται στην Εκκλησία, και κυρίως στον Πάπα, ένα είδος λευκής επιταγής, η οποία συνεπάγεται υποχώρηση από την κριτική συνείδηση τής αλήθειας, διότι μια τέτοια συνείδηση θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να παρέχει ή να αρνείται κάθε φορά τήν έγκρισή της, ως προς το περιεχόμενο μιάς νέας πρότασης.

Δεν θα θέλαμε να επαναλάβουμε εδώ την συνήθη απάντηση τής παραδοσιακής θεολογίας τών σχολών σε αυτή την σοβαρή επιφύλαξη: ότι δηλαδή η αλάθητη αυθεντία δεν αποτελεί παρά την γνωσιολογική όψη τού άφθαρτου τής Εκκλησίας ως θεματοφύλακα τής πίστεως, ότι αποτελεί την συνέπεια τού μοναδικού γεγονότος τού εσχατολογικά θριαμβεύοντος Ιησού, ότι η Εκκλησία και ο πάπας δεσμεύονται ως προς τις αποφάσεις τους από τις Γραφές, τήν παράδοση και τις προϋπάρχουσες αποφάσεις τής ίδιας τής Εκκλησίας· και τέλος, ότι δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε την συνεισφορά τού Πνεύματος. Θα θέλαμε κυρίως να επικεντρωθούμε στην ιστορική εξέλιξη πού πραγματώθηκε κατά την συγκεκριμένη ιστορική πορεία αυτού τού δόγματος τού αλάθητου, στο ιστορικό γίγνεσθαι, το οποίο με έναν κυρίως εμπειρικό τρόπο υπερβαίνει (ή τουλάχιστον καθιστά υπερβάσιμο) τον κίνδυνο αυτής τής «λευκής επιταγής», κατά τρόπο που να μπορούμε να ισχυρισθούμε, ότι τα τελευταία εκατό χρόνια έχει διανύσει, κατά μιαν έννοια, την περιοχή επικινδυνότητάς του, ή έχει αμβλύνει, σύμφωνα με τα ανθρώπινα κριτήρια, τον κίνδυνο που η έκφραση «λευκή επιταγή» τού αποδίδει.[Επομένως είναι επικίνδυνο καί ανάλογο τής κενώσεως τού Χριστού]

Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτή την εκτίμηση θα πρέπει να αξιολογήσουμε ορισμένες προϋποθέσεις. Θα πρέπει να σκάψουμε βαθύτερα, και επίσης να μην φοβηθούμε να αναπτύξουμε τα σημεία που αναφέρθηκαν στον πρώτο κεφάλαιο. Είναι όντως φανερό ότι η προβλεπόμενη ιστορία τού δόγματος τού αλάθητου συνδέεται άρρηκτα με την παρελθούσα ιστορία του, από το 1870, και ότι τελικά και οι δύο προήλθαν και προέρχονται από τις ίδιες αιτίες.

α) Από λογική άποψη, η πρόταση του αλάθητου είναι, στα πλαίσια της καθολικής θεολογίας, μια παράξενη πρόταση. Εκτός από το γεγονός ότι δεν ήταν πάντοτε παρούσα σαν ρητή πρόταση, θα πρέπει να τονίσουμε ότι είναι μια πρόταση η οποία, από την στιγμή που γίνεται αποδεκτή ως προϋπόθεση, καθιστά αλάθητα ασφαλείς τις υπόλοιπες δογματικές προτάσεις, αλλά η ίδια δεν μπορεί να καταστεί αλάθητη κατά τον ίδιο τρόπο με τις προτάσεις των οποίων εγγυάται το αλάθητο. Παρότι η αυθεντία τού πάπα μπορεί να αποφασίζει με αλάθητη ορθότητα όταν διακηρύσσει κάποιο δόγμα υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η ίδια αυτή αυθεντία μπορεί να εξασφαλίζει την εγκυρότητα, εφ’ όσον είναι παρούσες οι αναγκαίες υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις όλων των υπολοίπων προτάσεων, αλλά όχι και αυτής της μοναδικής πρότασης που βεβαιώνει την αλάθητη αυθεντία.

Το δόγμα της 1ης Βατικανής Συνόδου για παράδειγμα, σε αντίθεση με κάθε άλλη δογματική πρόταση, δεν μπορεί να στηριχθεί στο αλάθητο του πάπα. Αν εξ άλλου υποστηρίξουμε ότι αυτό το δόγμα ανατρέχει στο αλάθητο μιάς συνόδου ή της Εκκλησίας, απλώς μεταθέτουμε το πρόβλημα, διότι και σ’ αυτή την πρόταση επίσης δεν μπορούμε να καταλήξουμε παρά μόνο μέσα από άλλες προτάσεις περί τού αλάθητου. [ Η έλλειψη χάριτος καί αγιασμού, Αγιότητος καί αγιοπνευματικής εμπειρίας αναγκάζει τίς αιρέσεις νά καταφεύγουν σέ λογικά μπαλώματα]

Το δόγμα τού αλάθητου είναι μια εντελώς ιδιαίτερη πρόταση, εγγενής στο καθεστώς, και όχι το θεμέλιο τού καθεστώτος. Το καθεστώς τής αλήθεια τής ίδιας τής χριστιανικής καθολικής πίστεως και η υποκειμενική αποδοχή του δεν βασίζονται στην πρόταση τού αλάθητου· η πρόταση αυτή αναφέρεται μάλλον, τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά, στο καθεστώς, και έχει επομένως έναν θεσμικό ρόλο σχετικά δευτερεύοντος ελέγχου στους κόλπους τού καθεστώτος, στην περίπτωση μιας δευτερεύουσας σύγκρουσης που αντιμετωπίζει το καθεστώς σαν μια ολότητα που δεν μπορεί να τεθεί άμεσα υπό αμφισβήτηση.

Εξεταζόμενο από αυτή τη σκοπιά, το δόγμα καθαυτό δεν είναι αλάθητο (δηλαδή δεν προέρχεται καθαυτό από την αλάθητη εξουσία της Εκκλησίας), αλλά απλώς καθιστά αλάθητες τίς υπόλοιπες προτάσεις.

Δεν θα αναλύσουμε περισσότερο αυτή τη λογική ιδιαιτερότητα. Όπως έχουμε αναφέρει, η πρόταση αυτή μπορεί να καταστήσει αλάθητες για μας όλες τις άλλες προτάσεις, αλλά όχι και αυτή την ίδια. Επομένως , η πρόταση αυτή που καθίσταται αληθινή κυρίως από τυπική άποψη (καμιά απόδειξη δεν μπορεί να αποδείξει αυτή την ίδια), θα πρέπει να οριοθετηθεί και να προσδιοριστεί περαιτέρω.[Εδώ η εξοχότης του μιμείται καί επαναλαμβάνει κατά γράμμα τήν διδασκαλία τού Αριστοτέλη γιά τήν αρχή τής μή αντιφάσεως,πουλώντας την γιά θεολογία]  Η πρόταση τού αλάθητου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή παρά μόνον όταν το καθεστώς στο οποίο αφορά ( δηλαδή οι ουσιώδεις αρχές τού χριστιανισμού και η αλήθεια τής αποκάλυψης) υιοθετείται και γίνεται αποδεκτό χωρίς καμμιά λογική επίκληση στην ίδια την πρόταση τού αλάθητου (δευτερεύουσας σημασία είναι το ζήτημα αν από ψυχολογική άποψη συντελείται κάποιο είδος αλληλεπίδρασης). Τούτο σημαίνει, από λογική άποψη, ότι κάποιος είναι ήδη πιστός χριστιανός χωρίς να έχει προηγουμένως πιστέψει στο αλάθητο τού πάπα (της Εκκλησίας ή της συνόδου)· και επίσης ότι η βεβαιότητα πως ο πάπας ή η σύνοδος δεν λανθάνουν στους ορισμούς τους δεν μπορεί να υπερέχει (και αντικειμενικά όντως δεν μπορεί) τής βεβαιότητας που καθιστά έγκυρο το δόγμα τού αλάθητου, χωρίς όμως να στηρίζεται σ’ αυτό. Η διαπίστωση αυτή αφορά φυσικά στην βεβαιότητα τής θεμελιακής θεολογίας και όχι στην βεβαιότητα τής πίστεως καθαυτήν, αλλά και αυτή η τελευταία δεν καταστέλλει ούτε διευρύνει την πρώτη.

Αυτός ο δευτερεύων ρόλος τού δόγματος τού αλάθητου ως πρόταση που μάλλον προσ-φέρεται παρά προσ-φέρει, τού αποδίδει μια πιο σημαντική ιστορικότητα από αυτήν που αναλογεί στα θεμελιώδη δόγματα του χριστιανισμού. Και τούτο απορρέει όχι μόνο από το γεγονός ότι αυτό το δόγμα δεν ήταν ανέκαθεν παρόν στη ρητή συνείδηση τής πίστεως, όπως αναφέραμε ήδη, αλλά και κυρίως από την δική του ιστορική διαδρομή από την εποχή τής διακήρυξής του, την οποία θα πρέπει τώρα να παραθέσουμε λεπτομερώς.

Θα ξεκινήσουμε με μια παρατήρηση: εφ’ όσον το δόγμα τού αλάθητου είναι τελικά μια πρόταση που στηρίζεται και δεν στηρίζει το σύνολο τού συστήματος, η σημασία του σε σχέση με ένα συγκεκριμένο ζήτημα τοποθετείται σε μιαν υποκειμενική θέση δευτερεύουσας αξίας, εν σχέσει προς το ζήτημα το οποίο μπορεί να κατέχει μια διαφορετική θέση απέναντι στο σύνολο τού «συστήματος». Στο παρελθόν, σε αρκετές περιπτώσεις (όπως αποδεικνύουν οι αντιπαραθέσεις τών διαφόρων εσωτερικών ομολογιών της χριστιανοσύνης), το ίδιο το σύστημα, δηλαδή η θεμελιώδης (και κοινή) υπόσταση τού χριστιανισμού, δεν αντιμετώπιζε κανένα σημαντικό «υπαρξιακό» πρόβλημα· το ερώτημα που ετίθετο ήταν απλώς αν ένα συγκεκριμένο δόγμα, όπως αυτό του αλάθητου, θα έπρεπε ή όχι να αποτελέσει μέρος τού συστήματος . Σήμερα όμως, και κυρίως από την εποχή της 1ης Βατικανής Συνόδου, η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική: το όλο σύστημα απαιτεί άμεσα και ρητά, ακόμη και στον χώρο τών καθολικών, μια τελική προσωπική απόφαση. Έτσι και το δόγμα τού αλάθητου τοποθετείται πλέον σε μια διαφορετική από το παρελθόν θέση στην κλίμακα των αξιών. Δεν είναι το ίδιο «ενδιαφέρον» όσο στην εποχή του Πίου του 9ου, διότι αυτό που ενδιαφέρει άμεσα (και τελικά) είναι η βαρύτητα μιας ριζικής απόφασης συνειδήσεως, το θεμελιώδες δηλ. ζήτημα εάν και πώς είναι δυνατόν σήμερα να είμαστε χριστιανοί.

Ασφαλώς, γι αυτόν που είναι ικανός να αποδεχθεί θετικά μια τέτοια απόφαση, και παράλληλα την αντιλαμβάνεται σύμφωνα με μια σύγχρονη νοοτροπία (διαφορετική από τον άλλοτε υποκειμενικό φιλελευθερισμό), η εκκλησιαστική πίστη, στην σχέση της με την παρούσα Εκκλησία, εμφανίζεται ίσως λιγότερο φορτωμένη από προβλήματα, από ό,τι για τους ανθρώπους του 19ου αιώνα. Ασφαλώς, αυτός ο σύγχρονος άνθρωπος έχει το δικαίωμα τής κατανόησης τού γιατί και σε ποιον βαθμό δεν χρειάζεται να αρνηθεί από την παράδοση τού προϋπάρχοντος φιλελευθερισμού, την ελευθερία της πίστεως και την κριτική αναζήτηση· μια παράδοση την οποία επιθυμεί να διατηρήσει επίσης στους κόλπους μιας «κοινωνικής» κοινωνίας, και η οποία θέτει ερωτήματα σχετικά με το δόγμα τού αλάθητου τής Εκκλησίας.

β) Σε κάθε περίπτωση άσκησης τής εξουσίας τής αλάθητης αυθεντίας υπάρχει, συνειδητά ή μη, ένα ζήτημα λεκτικής διατύπωσης. Όχι μόνο διότι η διδασκαλία απευθύνεται σε μια κοινότητα πίστεως, και φιλοδοξεί να εκφράσει την κοινή ομολογία, και επίσης απορρέει από την σύνολη κοινή πίστη τής Εκκλησίας την οποία εκφράζει, και επομένως υπάρχει εξ αρχής και κατ’ ουσίαν ένα κοινωνιολογικό περιεχόμενο, διότι αλήθεια και κοινωνία σ’ αυτή την περίπτωση είναι σε άμεση σχέση· αλλά επίσης το ζήτημα της λεκτικής διατύπωσης τίθεται επειδή η αλήθεια που διδάσκεται δεν μπορεί, εκ της φύσεώς της, παρά να εκφραστεί με τις κατάλληλες και επαρκείς έννοιες. Και οι ανάλογες έννοιες, ως προς την αλήθεια μιας προτάσεως, έχουν διαφορετικές εννοιολογικές εκδοχές από τις μονοσήμαντες έννοιες, οι οποίες οδηγούν σε ασφαλείς ορισμούς και υπόκεινται σε άμεση εμπειρική επαλήθευση· εκδοχές που δεν αλλοιώνουν αναγκαστικά την αλήθεια μιας «αμφισβητήσιμης» πρότασης, αλλά παραμένουν στην αφάνεια· ή τουλάχιστον δεν περιλαμβάνονται με ρητό τρόπο στην διατύπωση της πρότασης, και ίσως δεν θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνονται.

Έννοιες όπως το πρόσωπο, η φύση, η αμαρτία και το προπατορικό αμάρτημα, το υπερούσιον, η αιωνιότητα, ο δοξασμός του σώματος, ακόμη και το αλάθητο κ.ο.κ. χρησιμοποιούνται αναγκαία ως οι κατάλληλες ανάλογες έννοιες, έτσι ώστε μια πρόταση που τις αρνείται δεν είναι εξ αυτού εσφαλμένη, αρκεί να μην εκληφθεί ως μια καθαρά τυπική αντίθεση τής άλλης προτάσεως, αλλά ως πρόθεση διατύπωσης κάποιου πράγματος με διαφορετικό περιεχόμενο. Για παράδειγμα η πρόταση: «υπάρχει ένα προπατορικό αμάρτημα» και η πρόταση: «δεν υπάρχει κανένα προπατορικό αμάρτημα», δεν μπορούν φυσικά να είναι και οι δύο ταυτόχρονα αληθείς αν εκληφθούν ως άρνηση η μια της άλλης. Αν όμως θεωρηθεί ότι κάθε μια απ’ αυτές έχει ένα θετικό περιεχόμενο, που καλύπτει το κενό που αφήνει η άλλη, και που το αφήνει αναγκαστικά εξ αιτίας τής αναλογικότητας των εννοιών, επειδή δεν μπορεί να το συμπεριλάβει, τότε και οι δύο διατυπώσεις μπορεί να είναι ορθές. Στην περίπτωση αυτή η πρόταση «δεν υπάρχει προπατορική (originelle) πτώση» θα σήμαινε: απέναντι στον Θεό δεν υπάρχει μια κατάσταση ενοχής αντίστοιχη με αυτήν, που προέρχεται (προέλευση - origine) από μιαν προσωπική και αναλλοίωτη απόφαση ως προς την αλήθεια. Η πρόταση αυτή είναι δογματικά απόλυτα αληθής, και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ορισμού, όπως και η άλλη («υπάρχει προπατορική πτώση»). Η ερμηνεία του γεγονότος ότι, παρότι δεν υπάρχει προπατορικό αμάρτημα (με την έννοια που προαναφέραμε), υπάρχει προπατορική ενοχή (μια κληρονομική αστοχία, μια συλλογική αντίληψη περί του σφάλματος, μια φθορά κατά την ελληνική πατερική ορολογία), θα ήταν αποστολή και έργο της θεολογίας, αλλά η ερμηνεία αυτή δεν θα είχε την μορφή ορισμού.[ Πρός τί η ενσάσκωση;]

Η απαίτηση μιας συγκεκριμένης λεκτικής διατύπωσης σε κάποια στιγμή τής ιστορίας οφείλεται στο γεγονός ότι εδώ, όπως και σε όλες τις περιπτώσεις χρήσης αναλογικών εννοιών, αυτό που ακούμε να λέγεται το εκφράζουμε, και επιβάλλουμε έναν τρόπο έκφρασης, ο οποίος καθιστά, δια του ορισμού της, την μία από τις δύο ερμηνείες υπέρτερη στην συνείδηση της πίστεως και την δογματική αλήθεια, ενώ η άλλη, η οποία επιζητεί να αναδείξει ρητά τον «αναλογικό» χαρακτήρα της έννοιας, τίθεται σε δεύτερο πλάνο. Ερευνώντας καλύτερα το θέμα θα παρατηρήσουμε, ότι ένα ουσιαστικό και απαραίτητο χαρακτηριστικό τής εξουσίας τής αλάθητης αυθεντίας είναι το δικαίωμα να προτείνει στην κοινωνία τού δόγματος και τής πίστεως μια λεκτική ρύθμιση, η οποία μπορεί να είναι καθαυτή διαφορετική, χωρίς να θίγει την μονοσήμαντη αλήθεια.

Το γεγονός ότι στην διάρκεια τών τελευταίων τριάντα ή σαράντα ετών η ανάγκη αυτή έγινε συνειδητά αποδεκτή (χάρη σε μια βελτιωμένη γνώση τής αναλογίας τών δογματικών εννοιών, χάρη στην μελέτη τής ιστορίας τών δογμάτων εν σχέσει προς την ιστορία τών εννοιών, και χάρη στην αναγνώριση αυτού τού αναπόφευκτου σήμερα θεολογικού πλουραλισμού), αποτελεί ένα σημαντικό βήμα στην ιστορία τού δόγματος τού αλάθητου από την εποχή της 1ης Βατικανής Συνόδου.

γ) Αλλά το θέμα δεν εξαντλείται εδώ. Εδώ και εκατό χρόνια διανύουμε μια περίοδο κατά την οποία ένας νέος ορισμός δεν μπορεί να αποδειχτεί εσφαλμένος, διότι ο χώρος που καλύπτουν οι έγκυρες ερμηνείες των νέων ορισμών είναι τόσο ευρύς, ώστε δεν υφίσταται περιθώριο σφάλματος. Ας αφήσουμε ανοικτό το θέμα κατά πόσο η αδυναμία αυτή μπορεί να αποδειχθεί απόλυτη θεωρητικά, ή αν πρόκειται απλώς για μια πρακτική αδυναμία. Αλλά για να αποφύγουμε τις παρερμηνείες σχετικά με την δυνατότητα που προαναφέραμε χρειάζεται να παραθέσουμε δύο επισημάνσεις:

1) Τα ενδεχομένως νέα δόγματα παραμένουν συνδεδεμένα με τα προϋπάρχοντα, τα οποία εξακολουθούσαν να ισχύουν. Ο πάπας πού με κάποιον νέο ορισμό θα παρέβαινε προδήλως αυτή την προϋπόθεση, θα αποδεικνύονταν αιρετικός και θα έχανε την εξουσία τής αυθεντίας. Έτσι ο χώρος που καλύπτουν τα δόγματα περιορίζεται ήδη από το γεγονός ότι διαθέτουμε μιαν εξαιρετικά σημαντική «ιστορία των δογμάτων». Το επιχείρημα αυτό δεν αποδεικνύει ότι η ιστορία αυτή θα εξακολουθήσει να είναι τόσο γόνιμη. Μάλλον το αντίθετο. Οι νέοι ορισμοί που προκηρύσσονται δεν θα μπορούσαν να αποτελούν (θεωρητικά και πρακτικά) παρά μόνο την ερμηνεία και την προάσπιση τών «παλαιών» δογμάτων ως αντικείμενο τής πίστεως, τα οποία με την σειρά τους παραμένουν κριτήριο ερμηνείας των «νέων» δογμάτων.

2) Όταν υποστηρίζουμε ότι ένα πιθανό «νέο» δόγμα τοποθετείται σε έναν χώρο ερμηνείας τόσο ευρύ, ώστε δεν μπορεί να αποδειχθεί εσφαλμένο, τούτο δεν σημαίνει ότι θα είναι αναγκαία κενό περιεχομένου, ή ταυτολογία, ή μη επαληθεύσιμο καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Στην πραγματικότητα παραμένει, ή θα παρέμενε συνδεδεμένο με αυτές τις ουσιώδεις αλήθειες τής χριστιανικής πίστεως που αποτελούν το περιεχόμενο τής επαληθευσιμότητας (κυριολεκτικά) τών θεολογικών προτάσεων που διατυπώνουν την ομολογία πίστεως. Ποια είναι όμως η σημασία τους; Μπορούν αυτές οι αλήθειες να εκφράσουν γενικώς κάτι περισσότερο, σχετικά με την θεμελιώδη κατανόηση τής εξουσίας τής εκκλησιαστικής αυθεντίας, αν αυτή η τελευταία δεν αποτελεί έκφραση τής «οριστικής» Αποκάλυψης; Αλλά η σύνδεση τού δόγματος με αυτές τις ουσιώδεις αλήθειες τούς αναγνωρίζει ένα περιεχόμενο το οποίο θα μπορούσε να διευκρινιστεί μέσα από ένα συγκεκριμένο «νέο» δόγμα, το οποίο πιθανόν, σε μια δεδομένη συνθήκη, χρειάζεται να διατυπωθεί, ακόμη και όταν αυτή η νέα δογματική διατύπωση δεν διαθέτει καμμιάν εναλλακτική εκδοχή ανάμεσα σε δύο αντίθετα άκρα (εξαιρώντας την πλήρη άρνηση τής θεμελιώδους αλήθειας της πίστεως)· εναλλακτική εκδοχή που θα αποδείκνυε την ορθότητα ή μη της διατύπωσης, ακόμη και αν ο χώρος των υφισταμένων ερμηνειών ήταν τόσο ευρύς, ώστε να μην είναι δυνατή η παρουσίαση μιας πρότασης που θα είχε την αξίωση να επικρατήσει και ταυτοχρόνως απλώς να αποκλείσει (παρακάμπτοντας την λεκτική ρύθμιση) την νέα δογματική διατύπωση.

Αυτός ο «αποκλεισμός τού λάθους» μιας «νέας» δογματικής διατύπωσης, δεν είναι επ’ ουδενί μια διαρκής κατάσταση, που χαρακτήριζε εξ αρχής κάθε επίσημη ερμηνεία· είναι μάλλον μια κατάσταση στην οποία καταλήξαμε μέσα από μιαν ιστορική πορεία.[ Ο Ιστορικισμός οδήγησε στήν αποδοχή τής αντιφάσεως καί έρριξε τήν λογική στόν παραλογισμό]

Θα παραθέσουμε ένα παράδειγμα: σε ό,τι αφορά στην κατανόηση και την ερμηνεία τής σχέσης τού Θεού με τον κόσμο. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική συνείδηση τής πίστεως, θα μπορούσε κανείς στο παρελθόν να ορίσει αυτήν την ουσιαστική σχέση ως «διαφορά», με την βεβαιότητα ότι εκφράζει το ουσιώδες και άμεσα κατανοητό νόημά της (όπως για παράδειγμα ο ορισμός του Συνοδικού Κανόνα 3023: si quis dixerit unam eamdemque esse Dei et rerum omnium substantiam vel essentiam, anathema sit - εάν κάποιος λέγει ότι ο Θεός και όλα τα πράγματα κατά την υπόσταση ή την ουσία είναι ένα και το αυτό, ανάθεμα έστω). Η δήλωση αυτή παραμένει αληθής, αλλά είναι σήμερα αναπόφευκτο να επανέρχεται κανείς σ’ αυτήν με την συνείδηση ότι χρήζει μιας αέναης ερμηνευτικής διαδικασίας. Και αν ορίζαμε σήμερα (όχι σαν μιαν άνευ περιεχομένου άρνηση τού προηγούμενου ορισμού αλλά σαν μια βεβαιότητα με συγκεκριμένο περιεχόμενο) ότι στον Θεό ανήκει η ταυτότητα με τον κόσμο, τούτο δεν θα σήμαινε επίσης αναγκαία (πέρα από μια νέα λεκτική ρύθμιση) την κατάργηση τού προηγούμενου ορισμού, διότι θα αντιμετωπιζόταν με τη συναίσθηση ότι σ’ αυτήν την περίπτωση ο όρος «ταυτότητα» είναι μια αναλογική έννοια , που υπόκειται στην ίδια ατελεύτητη διαδικασία ερμηνείας, όπως και η έννοια «διαφορά». Και το ίδιο θα συνέβαινε αν ένας ορισμός παρόμοιος με τον Συνοδικό Κανόνα 3023 χαρακτηριζόταν σήμερα ως «καινοφανής».

Η συνείδηση τής ουσιαστικά ατελεύτητης ερμηνευτικής διαδικασίας, η συνείδηση τού αεί απορουμένου σε κάθε μεταφυσικο-θεολογικό ορισμό, είναι – σε σχέση τουλάχιστον με την κοινωνιολογικά ενεργό συνείδηση τής εκκλησιαστικής πίστεως – ένα κατ’ αρχήν γεγονός των τελευταίων εκατό ετών, ή τουλάχιστον μια έστω και βραδεία εξέλιξη της εποχής μας. Η συνείδηση αυτή καθιστά από την πρώτη στιγμή «παλαιό» κάθε «νέο» ορισμό τής Εκκλησίας, που σημαίνει ότι κατά την στιγμή τής διατύπωσής του υποβάλλεται σε μιαν τέτοια πληθώρα ενδεχομένων ερμηνειών, ώστε δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως πραγματική «εξέλιξη» στην επεξήγηση τών υπαρχόντων ήδη προτάσεων (εξαιρώντας την περίπτωση μιας σημαντικής και αξιόλογης λεκτικής ρύθμισης, και μιας νέας αναφοράς στις εμπειρίες και τις θεμελιώδεις ιστορικές αλήθειες τού χριστιανισμού). Όπως υπογραμμίσαμε προηγουμένως, η διαδικασία αυτή δεν καταργεί ούτε αποσυνθέτει σε καμμία περίπτωση τη λειτουργία τής αυθεντίας και την αξία των παλαιών δογμάτων.

Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι όσα μόλις υποστηρίξαμε αντιστοιχούν ακριβώς σε αυτήν την «κατηγορία» των δογμάτων που επικυρώνουν μιαν πραγματικότητα υπερβατική (με την τρέχουσα έννοια του όρου) ή μεταφυσική (όπως η Τριάδα, η υποστατική ενότητα), κατά την οποία η αναλογικότητα τών χρησιμοποιουμένων εννοιών είναι ιδιαζόντως προφανής· εντούτοις όμως υπάρχει επίσης μια ολόκληρη κατηγορία προτάσεων πίστεως, στις οποίες τα προαναφερόμενα δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή, όπως είναι κυρίως οι προτάσεις τής ηθικής θεολογίας. Γιατί, για παράδειγμα, ο πάπας να μην μπορεί να ορίσει την ηθικής φύσεως θεολογική του διδασκαλία, όπως αυτή του Humanae vitae, χωρίς το άνοιγμα στην δυνατότητα πολλαπλών ερμηνειών να εμποδίζεται από τον αποκλεισμό ως εσφαλμένων των αντιτιθεμένων προτάσεων;

Θα πρέπει εδώ να παραμερίσουμε το θεμελιώδες ζήτημα τών (λογικής) «τάξεως» προτάσεων πίστεως, πολύ σημαντικό καθαυτό και πάντοτε παραμελημένο, παρότι μια έρευνα του θέματος θα αποδείκνυε ότι η διαφορά ανάμεσα σε προτάσεις ηθικής θεολογίας, με εμφανώς σταθερή βάση και των οποίων το νόημα είναι άμεσα επαληθεύσιμο, και σε προτάσεις «μεταφυσικής» πίστεως δεν είναι τόσο μεγάλη και αναμφίβολη όσο εκ πρώτης όψεως θεωρείται. Στην πραγματικότητα και αυτές οι προτάσεις ηθικής θεολογίας είναι του ιδίου είδους και θα πρέπει να θεωρηθούν και αυτές προτάσεις πίστεως· διότι περιλαμβάνουν μια σχέση με τον Θεό, ή καλύτερα: έχουν αυτή τη μορφή μόνο όταν αποδεικνύουν ταυτόχρονα την σχέση τους με το απόλυτο μυστήριο· δεν αποτελούν ποτέ απλώς ένα πρότυπο φυσικών νόμων· ακόμη και έτσι έχουν τη θέση τους στην ιστορία της αλήθειας. Η συγκεκριμένη πραγματικότητα στην οποία προσβλέπουν με μια συγκεκριμένη επιτακτικότατα, είναι μια πραγματικότητα δυναμική, σε εξέλιξη, η οποία εν τέλει αφήνει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσον αυτές οι προτάσεις με τον συγκεκριμένο χαρακτήρα τους προϋποθέτουν μια συγκεκριμένη πραγματικότητα που δεν υφίσταται πλέον, ή που βρίσκεται σε μια πορεία εξαφάνισης, ή εκφράζουν μάλλον, ως πρότυπα που αποβλέπουν σε έναν συγκεκριμένο σκοπό, μιαν πραγματικότητα που πρόκειται να επισυμβεί.
Για τους λόγους αυτούς, και για πολλούς άλλους, ούτε αυτές οι προτάσεις δεν μπορούν (τουλάχιστον σήμερα) να αποκλεισθούν από την διαδικασία των πολλαπλών ερμηνειών. Και εφ’ όσον υπάρχουν πολλοί λόγοι ( κυρίως κοινωνιολογικής και ψυχολογικής φύσεως) που επιβάλλουν αυτόν τον ερμηνευτικό πλουραλισμό, δεν θα μπορούσαμε να τον αποκλείσουμε εντελώς από τις διατυπώσεις θεολογικο-ηθικού περιεχομένου. Δεν είναι επίσης τυχαίο το ότι η εκκλησιαστική αυθεντία δεν πήρε ποτέ μια μονοσήμαντη απόφαση, και επομένως απόλυτα καθοριστική και ικανή να τερματίσει τις αμφισβητήσεις απέναντι σε ζητήματα ζωτικής σημασίας που να αφορούν την ηθική θεολογία. Κατά δεύτερον, όταν η αυθεντία δογμάτισε χωρίς να ορίσει, χρησιμοποίησε συχνά, χωρίς αυτό να γίνεται άμεσα αντιληπτό, διάφορες έννοιες (όπως, ελευθερία, αστική τάξη, ιδιωτική περιουσία, επανάσταση κ.ο.κ), χωρίς να παραπέμπει σε κάποια συγκεκριμένη μονοσήμαντη πραγματικότητα που να έχει διαμορφωθεί από την πρακτική. Και κατά τρίτον, η αυθεντία απέφυγε κατά κανόνα να δογματίσει σε παρόμοιες περιπτώσεις (ούτε κατά την 2η Βατικανή Σύνοδο, ούτε με την διακήρυξη Humanae vitae). Στην περίπτωση τής διατύπωσης μιας ενδεχόμενη μομφής επί του προκειμένου, θα μπορούσαμε να απαντήσουμε με το ακόλουθο αντερώτημα: έχουμε ως τώρα συναντήσει συγκεκριμένα παραδείγματα προτάσεων θεολογικής ηθικής, οι οποίες ως προτάσεις «καινοφανείς» θα προσφέρονταν σε έναν μονοσήμαντο ορισμό;

Καταλήγοντας θα αναφερθώ σε μιαν ανεκδοτική αφήγηση:

Πριν από ενάμισι χρόνο περίπου συνάντησα στις Σκανδιναβικές χώρες έναν νεαρό καθολικό κληρικό, με τον οποίο, καθώς και με άλλους χριστιανούς προτεστάντες, συμμετείχαμε σε θεολογικό σεμινάριο. Η εντύπωση που μου έκανε αυτός ο κληρικός είναι ότι διαπνεόταν από μιαν αρκετά ευρεία θρησκευτική συνείδηση. Όταν τον ρώτησα, στα πλαίσια μιας σχετικής συζήτησης, πώς τοποθετείται απέναντι στο δόγμα της 1ης Βατικανής Συνόδου, μου απάντησε: «Α! αυτό είναι κάτι που θα πρέπει σιγά σιγά η καθολική Εκκλησία να το ξεχάσει!». Κι όμως, δεν θα πρέπει αυτό να το ξεχάσουμε, και δεν θα το ξεχάσουμε· έχει την ιστορία του, η οποία αριθμεί ήδη εκατό χρόνια, και θα εξακολουθήσει να την έχει. Γιατί; Διότι η ταυτότητα διατηρείται και μέσα στην εξέλιξη. Η πραγματικότητα τής προσωπικής ζωής και τής Εκκλησίας είναι γεμάτη μυστήριο. Δεν θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στο δόγμα τής Σάρκωσης τού αιωνίου Λόγου χωρίς να έχουμε αποδεχθεί αυτό το παράδοξο γεγονός, εκτός εάν επιδιώκουμε να υποβαθμίσουμε την μια ή την άλλη όψη τού χριστολογικού δόγματος.


                                  ΤΕΛΟΣ

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2017

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΛΑΘΗΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ (1)

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΛΑΘΗΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
K A R L   R A H N E R
Πανεπιστήμιο του Mϋnster 
Με μια σαφή πρόθεση και χωρίς καμιά επίπλαστη σεμνοτυφία απέδωσα στην παρούσα μελέτη μου τον τίτλο Μερικές εκτιμήσεις περί τής εννοίας τού αλάθητου στην καθολική εκκλησιολογία. Πρόκειται σαφώς για μερικές εκτιμήσεις, διότι ελλείψει αρμοδιότητας δεν προτίθεμαι να αντιπαραθέσω τήν έννοια τού αλάθητου κατά την καθολική εκκλησιολογία, στην αντίστοιχη αντίληψη της έννοιας όπως συναντάται είτε στην ιστορία τών θρησκειών, είτε στην φιλοσοφία, είτε αλλού. Πρόθεσή μου δεν είναι επίσης να εκθέσω εδώ το κατά την καθολική παράδοση δόγμα περί τού αλάθητου τής εκκλησιαστικής αυθεντίας. Μπορούμε να εκλάβουμε εδώ ως δεδομένο ότι σε γενικές γραμμές πρόκειται για ένα γνωστό δόγμα.

Το γεγονός επομένως ότι ο πάπας και το σύνολο τών επισκόπων θα πρέπει να θεωρηθούν κάτοχοι τού αλάθητου την εκκλησιαστικής αυθεντίας, είναι κατά την εκτίμησή μας, ένα δευτερεύον ζήτημα τού περιεχομένου αυτού τού δόγματος· θεωρούμε δεδομένο ότι τόσο αυτός όσο και εκείνοι διαθέτουν το χάρισμα τού αλάθητου μόνο σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις, και ότι αυτό το χάρισμα αφορά στην ερμηνεία και την διαφύλαξη του περιεχομένου την χριστιανικής αποκάλυψης, και όχι στην επέκτασή της.

Εξ άλλου, το δόγμα τού αλάθητου εκλαμβάνεται εδώ με την παραδοσιακή του έννοια, σύμφωνα με την οποία αφορά επίσης τήν αλήθεια κάθε πρότασης καθ’ εαυτήν, και όχι για παράδειγμα με την έννοια που μοιάζει να βρίσκεται στην βάση τών ερμηνειών τών H. Küng και W. Kasper, κατά τις οποίες το άφθαρτο και το αλάθητο τής εκκλησιαστικής πίστεως βασίζεται εν τέλει στην διαρκή ενότητα τής Εκκλησίας με τον Κύριό της, ερμηνείες που επέτρεψαν την διείσδυση, έστω και προσωρινά,  εσφαλμένων «Ορισμών».

Δεν απομένει λοιπόν παρά να διατυπώσουμε κάποιες παρατηρήσεις, δια των οποίων ένας καθολικός θεολόγος προτίθεται, χωρίς προκαθορισμένες αξιώσεις, και όπως θα έλεγε ο Ωριγένης γυμναστικώς, να διατυπώσει κάποιες σκέψεις επί αυτών που παρέλαβε και πιστεύει, εκθέτει και υποστηρίζει, ως διδασκαλία τής Εκκλησίας του, προκειμένου και ο ίδιος να την κατανοήσει καλύτερα. Αλλά στο πλαίσιο αυτό, η εισαγωγή σε μια σαφή κατανόηση τής απορητικής αυτής τής διδασκαλίας, μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος μιας προοδευτικής κατανόησης αυτού τού δόγματος.

Θα προσθέσουμε μόνο μια εισαγωγική παρατήρηση στο επιχείρημά μας. Εάν θεωρήσουμε καθαυτό το δόγμα τού αλάθητου και την καταξίωση που παραχωρεί στην εξουσία, τής αυθεντίας, φαίνεται σαν να διασπάται σε κάποιο σημείο της η διαδικασία τής γνώσης, από μια εξωτερική ως προς αυτή την διαδικασία εξουσία, και να απαλλάσσει, ενάντια σε κάθε νόμιμο δικαίωμα, ορισμένα στοιχεία αυτής τής πίστης, από την ουσιαστική για την ανθρώπινη γνώση κριτική, κυρίως από ιστορική άποψη. Φαίνεται επίσης αναγκαίο ότι το προνόμιο στη γνώση, θα επισύρει και ένα κοινωνικό προνόμιο (δεδομένου ότι ο κάτοχος τού αλάθητου είναι πρόσωπο), και επομένως η Εκκλησία θα καταστεί ένα απολυταρχικό σύστημα, (κατ’ αρχήν ως σύστημα θρησκευτικών πεποιθήσεων, και στη συνέχεια ως κοινωνική πραγματικότητα), αφού δύναται να προσδιορίζεται με τρόπο οριστικό κάθε φορά, από μια συγκεκριμένη στιγμή τού συστήματος. Πολλά είναι αυτά που θα μπορούσε κανείς να συμπεριλάβει σε μιαν απάντηση σε όλο αυτό το ζήτημα. Εμείς θα δώσουμε μιαν απάντηση συνοπτική.

α) Δεν θα πρέπει κατ’ αρχήν να μήν αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι, σε αντίθεση με το Κράτος, η Εκκλησία είναι μια εκούσια κοινότητα πίστεως στην οποία ο άνθρωπος προσχωρεί εν ελευθερία. Η αυταρχική ή απολυταρχική δομή της, αν αποδεχτούμε ότι υφίσταται, αφορά μόνο σ’ αυτούς που την αποδέχονται εν ελευθερία. Δεν θα ήταν δόκιμη η ονομασία «απολυταρχική» σε αυτή την περίπτωση.

β) Από υπαρξιακή-οντολογική άποψη θα μπορούσαμε να αποδείξουμε ότι, εν γένει, η απόλυτη αποδοχή μιας προτάσεως δεν αποκλείει μια συνεχή κριτική στάση απέναντι σε αυτή την πρόταση. Και επομένως η απόλυτη αποδοχή μιας δογματικής προτάσεως που εμφανίζεται ως βασιζόμενη στο αλάθητο δεν αποκλείει εκ προοιμίου μια συνεπή κριτική αμφισβήτηση, καθώς επιπλέον κάθε συγκεκριμένο δόγμα είναι αντικειμενικά ανοιχτό στο μέλλον, και ότι ο θεσμός τού αλάθητου επίσης – γεγονός που θα επιβεβαιώσουμε στη συνέχεια – δεν είναι αυθύπαρκτος και κατά συνέπεια ούτε απρόσβλητος καθαυτόν από την κριτική αμφισβήτηση.

γ) Είναι προφανές ότι μόνο η σταθερή βεβαιότητα τής πίστεως, που επαφίεται στην αρωγή τού Πνεύματος, μπορεί να απεμπολήσει τον αυταρχικό χαρακτήρα μιας Εκκλησίας που ενστερνίζεται μια τέτοια αυταρχική αυθεντία.

Εάν θεωρήσουμε τον δικανικό θεσμό τής αυθεντίας χωρίς αυτή την πίστη, θα τον αποκαλέσουμε όντως αυταρχικό, διότι στα πλαίσια τού θεσμικού δικαίου δεν υφίσταται κανενός είδους προστασία από αυταρχικές καταχρήσεις της πνευματικής καθοδήγησης (εξαιρώντας την περίπτωση που αναφέραμε στην παράγραφο α). Αλλά ο χριστιανός, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που πιστεύει στον Ιησού Χριστό ως τον απόλυτο μεσιτεύοντα(;;;) για τη σωτηρία του, παρά την ιστορικότητα τής παρουσίας του, κατά τον ίδιο τρόπο, εξ αιτίας τού καθαρά εσχατολογικού περιεχομένου τής λατρευτικής προσδοκίας του, πιστεύει ότι η Εκκλησία δεν θα υποκύψει στόν κίνδυνο που ενέχεται πραγματικά στην θεσμική της υπόσταση. Ο Ιησούς Χριστός είναι το μοναδικό και οριστικά έγκυρο στήριγμα αυτής τής προσδοκίας. Η προσφυγή όμως σε αυτό το οριστικό και έσχατο στήριγμα τής πίστεως – τον Ιησού Χριστό – δεν αποκλείει φυσικά τα γνωσιολογικά, θεωρητικά και κοινωνιολογικά προβλήματα που παραμένουν· όπως για παράδειγμα το ζήτημα που αφορά στο θέμα μας, δηλαδή κατά πόσον από αυτό το λατρευτικό στήριγμα αναδύεται απλώς η αλάθητη αποδοχή τής πίστεως εν γένει, ή αν μπορεί επίσης να αποτελέσει την αλάθητη εγγύηση μιας ιδιαίτερης προτάσεως καθαυτήν, υπό ποιες προϋποθέσεις, κατά ποία έννοια, και με ποιον τρόπο αυτό συντελείται.

Αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα, που δεν μπορούμε να το καλύψουμε πλήρως στην παρούσα μελέτη. Μπορούμε όμως να αναφερθούμε στα αίτια που καθιστούν στον πιστό σήμερα ευκολότερη αυτήν την προσμονή· διότι το δόγμα τού αλάθητου έχει και αυτό την προϊστορία του, που αποδεικνύει ότι είναι κατά κάποιον τρόπο λιγότερο εκτεθειμένο σε κινδύνους και λιγότερο «επίφοβο» από ό,τι στο παρελθόν. Την ιστορική αυτή εξέλιξη προτιθέμεθα να εξερευνήσουμε.
Ι

Το πρώτο ερώτημα που θα θέσουμε είναι το εξής: σε ποιον βαθμό η κατανόηση τού καθολικού δόγματος τού αλάθητου επηρεάζεται από την παραδοχή του γεγονότος ότι, όπως κάθε ανθρώπινη γνώση τής αλήθειας, και το δόγμα αυτό υπόκειται στην ιστορικότητα. Θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα χωρίς να αναπτύξουμε το σύνολο τής προβληματικής σε ό,τι αφορά την γενική αναγνώριση τής ιστορικότητας κάθε ανθρώπινης αλήθειας. Ο χρόνος που απαιτεί ένα παρόμοιο εγχείρημα υπερβαίνει κατά πολύ αυτόν που διαθέτουμε. Είμαστε επομένως εν γνώσει τού ότι δεν καλύψαμε τις προϋποθέσεις τού ερωτήματός μας, αλλά ελπίζουμε παρόλα αυτά να αγγίξουμε ορισμένες – απορητικές – πλευρές τού δόγματος τού αλάθητου. Και δεν αμφιβάλλουμε ότι με μιαν πιο ακριβή και καλύτερα επεξεργασμένη γενική θεωρία τής ιστορικότητας τής αλήθειας, θα αποκτούσε και το ερώτημά μας μια πιο συγκεκριμένη προοπτική.

α) Κατ’ αρχήν, και ό ίδιος ο καθολικός θεολόγος θα πρέπει να αναγνωρίσει ρητά και χωρίς επιφυλάξεις ότι η πρόταση τού αλάθητου είναι μια πρόταση που κατέχει και θα εξακολουθήσει να κατέχει μιαν ιστορική διαδρομή, και ότι αυτή η ιστορική διαδρομή αναφέρεται τόσο στην ύπαρξη τής ρητής προτάσεως, όσο και στο περιεχόμενό της, κάτι που δεν αναιρεί καθαυτό, ούτε αναγκαία, την διαρκή παρουσία της στους κόλπους τής ιστορίας. Κατ’ αρχήν το δόγμα τού αλάθητου, τόσο σε σχέση με την αναφορά του στον πάπα, όσο και σε σχέση με την ύπαρξή του ως ρητή πρόταση τής πίστεως, είναι κάτι εντελώς πρόσφατο. Το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει την βεβαιότητα ότι η Εκκλησία, στο σύνολό της, βασίστηκε πάντοτε στο αλάθητο τής πίστεως, των Γραφών και των συνόδων. Στην πραγματικότητα, όχι μόνον αυτή η βεβαιότητα έχει επίσης μιαν ιστορική αρχή, αλλά επιπλέον, η αρχαία αντίληψη τού αλάθητου τής Εκκλησίας δεν αναφερόταν σε τέτοιον βαθμό, ούτε τόσο ρητά όπως σήμερα, στην αλήθεια μιας νέας αποφάσεως, που έπρεπε να ληφθεί εκ νέου, σχετικά με ένα ζήτημα του οποίου αμφισβητείτο η αλήθεια, αλλά μάλλον στην ήδη υπάρχουσα και διαρκή παράδοση τής αλήθειας τής σωτηρίας, μιαν πραγματικότητα που κληροδοτήθηκε στην Εκκλησία και συντηρήθηκε δια τής πίστεως και είναι επομένως με αυτήν την έννοια αρχαία. Κι αν ακόμη οι παλαιές σύνοδοι κατέληξαν επίσης σε αποφάσεις διατυπώνοντας νέες προτάσεις με νέες έννοιες, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι δεν το έκαναν έχοντας την συνείδηση ότι επρόκειτο για κάτι νεοπαγές, κάτι ιστορικά δημιουργικό, αλλά με την συναίσθηση ότι επρόκειτο για την διατύπωση προϋπάρχουσας παραδοχής τής αλήθειας, αγνοώντας σχεδόν ότι οι νέες διατυπώσεις θα μπορούσαν πραγματικά να αποτελέσουν μιαν καινοτομία στην υπάρχουσα γνώση τής αλήθειας. Η προϋπόθεση αυτή ήταν τόσο σαφής και αυτονόητη, ώστε η θεολογία τών σχολών να αγνοεί, ακόμη και μέχρι τών ημερών μας, ότι υπήρξε μια αντικειμενική εξέλιξη στην ιστορία τών δογμάτων. Η πεποίθηση αυτή των σχολών, που δεν είναι του παρόντος να προσεγγίσουμε περεταίρω, αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε διόλου αυτονόητο, το ότι μια δογματική απόφαση τής συνόδου ή του πάπα, αποτελεί γεγονός ως προς την δεδομένη αλήθεια, και ότι θα πρέπει να συμπεριληφθεί καθαυτή στην ιστορική εξέλιξη τής αλήθειας: αποδεικνύει ότι ο ορισμός τού αλάθητου δεν διατυπώθηκε επ’ ουδενί από την Α’ Βατικανή Σύνοδο με σκοπό να αναγνωρισθεί έτσι η ιστορικότητα τής αλήθειας, ούτε με την συναίσθηση ότι θα μπορούσε να αναγνωρισθεί η δυνατότητα μιας νέας αλάθητης απόφασης που να αφορά στην παλαιά αλήθεια, κάτι που θα ήταν δυνατόν να συμβεί μόνο αν αποδίδετο σε αυτήν την παλαιά αλήθεια ένα είδος ιστορικότητας. Στην πραγματικότητα ένας νέος ορισμός είναι κάτι περισσότερο από έναν απλώς διαφορετικό ορισμό μιας πάγιας πρότασης, που δεν θα μεταβαλλόταν καθόλου προσαρμοζόμενη στη νέα διατύπωση.
Εξ άλλου ανάμεσα σε αυτούς τούς δύο τρόπους κατανόησης τού αλάθητου τής Εκκλησίας, ως προς την πίστη και ως προς την διδασκαλία, μπορεί να διατηρηθεί μια αναγκαία σύνδεση, όπως διαφαίνεται, εάν αφ’ ενός αναλογιστούμε το γεγονός ότι η άφθαρτη κληρονομιά τής σωτηριώδους πραγματικότητα απαιτεί, ως αλήθεια-αντικείμενο τής πίστεως, μια διαρκώς νέα οικειοποίηση και επιλογή, στους κόλπους ακριβώς τής ανθρώπινης ιστορικότητας και γνώσεως, και εάν, αφ’ ετέρου επίσης δεν παραβλέψουμε ότι η σύγχρονη δικανικά ενεργή αντίληψη τού αλάθητου, δεν μπορεί να συμπεριλάβει μιαν απόλυτα βέβαιη γνώση των εντελώς νέων για μάς συνθηκών και αληθειών: το μόνο που θα μπορούσε να εγγυηθεί είναι την παραμονή μέσα στα πλαίσια της αρχαίας αλήθειας.

Αλλά αυτές οι δύο προοπτικές παραμένουν διαφορετικές, και η εξέλιξη τής δεύτερης στα ίχνη τής πρώτης αποδεικνύει για μιαν ακόμη φορά την ιστορικότητα τού δόγματος τού αλάθητου, ακόμη και στην περίπτωση που το αποδίδουμε στην σύνολη Εκκλησία και όχι ιδιαιτέρως στον πάπα. Αλλά αυτή η ιστορική διαδρομή δεν είναι μόνον ιστορική επειδή η ρητή αναγνώριση τού αλάθητου, με την μορφή τής δικανικής αναγκαιότητας, δεν ήταν πάντοτε παρούσα· περιλαμβάνει επίσης την ιστορία του νοήματος αυτής της προτάσεως. Και αυτό το νόημα δεν ήταν πάντοτε παρόν, αφού δεν είχε καν προσληφθεί· δεν θα μπορούσε να παρέμβει όπως συνέβη και συμβαίνει ύστερα από την διατύπωσή του. Το νόημα αυτό γίνεται αντιληπτό υπό τις προϋποθέσεις και μέσα στα πλαίσια μιας διαρκώς ανανεωμένης αντίληψης· τα στοιχεία που το απαρτίζουν και το νοηματοδοτούν δεν μπορούν να καθοριστούν με επάρκεια άπαξ και διά παντός, και επομένως η αντανακλαστική του επιρροή βρίσκεται σε μια διαρκή διαδικασία εξέλιξης· συνοψίζοντας, το νόημα αυτού τού δόγματος έχει και αυτό την ιστορία του, η οποία φυσικά δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Η ιστορικότητα τού δόγματος τού αλάθητου αποδεικνύεται επίσης από το γεγονός ότι, όταν αυτό καθορίστηκε, πριν από εκατό χρόνια, δεν λήφθηκε υπόψη ότι η άσκηση εξουσίας τής αυθεντίας προσδιορίζεται, όχι μόνον από το υποκείμενο που την ασκεί αλλά και από τις «συνθήκες», στις οποίες θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και το ποίμνιο στο οποίο απευθύνεται, τα ανεπαρκή πάντοτε μέσα εν σχέσει προς το μήνυμα, τον περιοριστικό ιστορικό περίγυρο (καταπολέμηση μιας αίρεσης κ.τ.λ.), τις προοπτικές τής απήχησης τού μηνύματος (που δεν είναι δυνατόν να χειραγωγούνται πλήρως), τους περιορισμούς του κ.ο.κ.

Οι προϋποθέσεις αυτές, και αρκετές άλλες, δεν συμπεριλαμβάνονταν ρητά στην διατύπωσή του εκείνην την εποχή, γεγονός που αποδεικνύει την απαίτηση ιστορικότητας τής ίδιας της διατύπωσης. Επιπλέον, αυτή η πρόταση, καθώς εισήλθε στην ιστορία το 1870, είχε ήδη την προϊστορία της, με την οποία θα ασχοληθούμε, από μιαν άλλη άποψη, στο δεύτερο μέρος τής μελέτης μας. Πρώτα όμως θα θέσουμε ένα δεύτερο ερώτημα.

β) Είναι άραγε δυνατόν να προδιαγράψουμε ένα μέρος τής μέλλουσας ιστορίας αυτής τής διακήρυξης τού αλάθητου (και της πραγματικότητας στην οποία εντάσσεται) αποδίδοντάς της έναν χαρακτήρα «μελλοντολογίας»; Μια σύντομη απάντηση είναι πιθανόν δυνατή: στο χρονικό διάστημα που η πρόβλεψή μας μπορεί να καλύψει δεν θα υπάρξει κανένας νέος ορισμός· οι συνθήκες που μας επιφυλάσσει το μέλλον καθιστούν αδύνατη την άσκηση τής εξουσίας τής αλάθητης αυθεντίας κατά την αντίληψη που επεκράτησε στο παρελθόν. Δεν ήταν μόνο οι φανατικοί πολέμιοι τού αλάθητου της εποχής του Βατικανού 1 που πίστευαν ότι καθημερινά οι «Times» θα δημοσίευαν και από έναν νέο παπικό ορισμό, αλλά και στα μυαλά των καθολικών θεολόγων κυριαρχούσε η εντύπωση ότι η αλάθητη αυθεντία του πάπα θα ήταν ένα είδος συνηθισμένης άσκησης εξουσίας, η οποία θα έχανε το γόητρό της αν δεν ασκείτο από καιρού εις καιρόν, αποδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο την αναγκαιότητά της· και επίσης ότι αυτή η εξουσία τής αυθεντίας θα ώφειλε δια των αποφάσεών της, να οδηγεί σε μια συνεχή διαδικασία παραγωγής διαρκώς νέων προτάσεων, ιδιαίτερης και διακριτής σημασίας, δια των οποίων η αρχική αποκάλυψη θα υπόκειτο σε μια μόνιμη «πρόοδο», καταλήγοντας δια της ποσοτικής της διεύρυνσης σε καθορισμένες προτάσεις, οι οποίες και θα αποτελούσαν κατά κάποιον τρόπο μια καινοτομία.

Δεν έχουμε κανέναν λόγο να υποθέσουμε ότι στο ορατό μέλλον η εξουσία της αυθεντίας θα οδηγηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Μετά την διακήρυξη του δόγματος τού 1951 (Σημ.: «Περί της ενσώματης μετάστασης τής Παρθένου στην ουράνια δόξα») για παράδειγμα, αρκετοί θεολόγοι ανέμεναν ότι η εκκλησιαστική αυθεντία θα συνεχίσει να διατυπώνει και νέους ορισμούς, προέβλεπαν μάλιστα και νέες προτάσεις σχετικά με τον ορισμό τής Μαριολογίας. Σήμερα όμως κανείς πλέον δεν ασχολείται περεταίρω με αυτό το ζήτημα. Και η Β΄Βατικανή Σύνοδος δεν όρισε κάτι συγκεκριμένο. Στην εποχή μας, ο πλουραλισμός διαφόρων πολιτιστικών κέντρων, φιλοσοφιών, ορολογίας, πλαισίων κατανόησης, θεολογιών κ.ο.κ., που δεν μπορούν να υπαχθούν σε κάποια επαρκή σύνθεση, έχει καταστεί τόσο σαφής στην συνείδηση της Εκκλησίας, ώστε δεν μπορώ να φαντασθώ ότι κάποια ιδιαίτερα κατάλληλη πρόταση και πραγματικά καινοφανής θα μπορούσε να διατυπωθεί με τρόπο που να γίνει αισθητή, και επομένως να ορισθεί ως η έκφραση τής συνείδησης πίστεως ολόκληρης της Εκκλησίας.

Θα πρέπει να προσθέσουμε ότι κάθε πραγματικά νέος ορισμός, ο οποίος δηλαδή δεν θα περιορίζεται στην επανάληψη και την υπεράσπιση μιας ήδη υπάρχουσας πρότασης, προϋποθέτει για την διατύπωσή του μια κοινή θεολογία (ως προς την σύλληψη και την μέθοδο της επιχειρηματολογίας του), η οποία και θα είναι κοινή για ολόκληρη την Εκκλησία. Αλλά μια τέτοια ιδεολογική ταυτότητα, η οποία υπήρξε στο παρελθόν, παρά τις διαφορετικές σχολές, δεν υφίσταται πλέον σήμερα, ούτε μπορεί να αποκατασταθεί με ικανοποιητικό τρόπο (τουλάχιστον στο ορατό μέλλον).

Η διατύπωση νέων ορισμών (όχι με την έννοια μιας νέας διαδικασίας, αλλά με την έννοια ενός νέου, διευρυμένου ορισμού, όπως αρμόζει σε έναν πραγματικά «καινοφανή» ορισμό) θα προϋπέθετε μιαν απλοϊκή αντιμετώπιση, που αντικατοπτρίζει, ενώ ταυτόχρονα παραβλέπει, την ιστορική ρευστότητα τού αναγκαία ιδιαίτερου λόγου και πλαισίου κατανόησης, την έλλειψη σαφήνειας των ίδιων των εννοιών του κ.τ.λ. Είναι απαραίτητο να αναφέρουμε εδώ συγκεκριμένα παραδείγματα, που αφθονούν στην σύγχρονη θεολογία και δεν χρειάζεται καθόλου να τα επινοήσουμε, παρότι στο κεφάλαιο ΙΙ θα παραθέσουμε κάτι πιο συγκεκριμένο, αν και από διαφορετική άποψη.

Αυτή η «τελευτή» μιας αυθεντίας που μπορεί πραγματικά να ορίσει κάτι «νέο», στην οποία αντανακλάται ακριβώς η ιστορικότητα τού δόγματος του αλάθητου με τον πιο τραχύ τρόπο, δεν σημαίνει ούτε την αναδρομική κατεδάφιση του υπάρχοντος δόγματος, ούτε την κατάργηση κάθε έκφρασης αλάθητης αυθεντίας στο μέλλον.

Το δόγμα δεν αποσυντίθεται αναδρομικά, για τον λόγο ότι δεν θα έχει στο μέλλον ταυτόσημη ιστορία με αυτήν που είχε ως τώρα.

Για να το καταλάβουμε αυτό αρκεί να προβληματιστούμε πάνω στα εξής δύο σημεία:

α) Ο άνθρωπος παραμένει σήμερα το ιστορικό ον, το οποίο ως προς την μνήμη του (το δημιουργικό κριτικό στοιχείο του μέλλοντος με αναφορά στο παρόν) απορρέει από το παρελθόν.

β) Το περιεχόμενο αυτής τής χριστιανικής μνήμης (memoria), η οποία περικλείει και εκφράζει επίσης, σαν μια αδιαίρετη ολότητα, το σύνολο αυτού τού παρελθόντος που εμπεριέχει το μέλλον και τα κριτήρια αξιολόγησης (αν και χωρίς την δυνατότητα κυριαρχίας) τού μέλλοντος, είναι εξαιρετικά απλό και προηγείται κάθε είδους πλουραλισμού τής σκέψης· και αυτό το άρρητο μυστήριο τής ύπαρξής μας που αποκαλούμε Θεό, είναι η νικηφόρα υπόσχεση που μας προσφέρθηκε δια του Ιησού, ο οποίος με τον θάνατο και την αμετάκλητη σωτηρία του μας κατέστησε κοινωνούς ενός απόλυτου μέλλοντος.

Στον βαθμό που κάθε χριστιανικό δόγμα που προϋπήρξε εκφράζει αυτό το νόημα, θα μπορέσει να παραμείνει σε ισχύ και όντως θα παραμείνει, ακόμη και αν δεν εξελίσσεται δια του τρόπου που απαιτεί η επικύρωση του, αλλά στα πλαίσια τής «προόδου» μιας διαφοροποίησης. Δεν πρόκειται να απολιθωθεί, διότι η αναγωγή την οποία θα πρέπει να επιχειρούμε συνεχώς και εκ νέου του παραδοσιακού και διαρκούς δόγματος σε αυτή την μοναδική και άφθαρτη πραγματικότητα τής ύπαρξης του Ιησού, όπως και στην ιστορική και αμετάκλητη δέσμευση το Θεού απέναντί μας, καθιστά αυτό το δόγμα την ζώσα γενεσιουργό αιτία μιας πάντοτε νέας και απρόβλεπτης ιστορικής πορείας.

Επιπλέον, η λειτουργία της αλάθητης αυθεντίας δεν περατώνεται με την περάτωση μιας προοδευτικής αντίληψης της ιστορίας ως πηγής «καινοφανών» ορισμών. Η επίσημη οριοθέτηση του παλαιού δόγματος ενάντια στις ερμηνείες που οδηγούν στην κατάργησή του, είναι μια αποστολή της αλάθητης αυθεντίας που δεν εκπίπτει. Διεκπεραιώνοντας αυτή την αποστολή, θα είναι σε θέση να προβεί σε πολύ πιο σημαντικές και διευκρινιστικές ενέργειες εν σχέσει προς την συνείδηση πίστεως του συνόλου της Εκκλησίας από τους «καινοφανείς» ορισμούς. Ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, και κατ’ ανάγκην αυτόνομα, θα μπορέσει να απευθυνθεί στη σύνολη εκκλησιαστική συνείδηση πίστεως, με μια κατά κάποιον τρόπο μεγαλύτερη ταπείνωση από αυτήν που της επέβαλε η νοοτροπία του παρελθόντος.

(συνεχίζεται)