Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όσιος Ευμένιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όσιος Ευμένιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Τό γυναικεῖο φουστάνι (ἀπό τή ζωή τοῦ ἁγίου Εὐμενίου Σαριδάκη)


Ἀπόρησε ἡ ὑπάλληλος τοῦ καταστήματος ρούχων σὰν εἶδε ἕναν καλόγερο μ’ ἕνα παλληκάρι νὰ μπαίνουν μέσα καὶ νὰ κατευθύνονται στὸ γυναικεῖο τμῆμα. «Αὐτὸ πῶς σοῦ φαίνεται;». Ὁ καλόγερος εἶχε ξεκρεμάσει ἕνα φλορὰλ φόρεμα καὶ τὸ ἔδειχνε στὸν νεαρό. «Καλὸ εἶναι, Γέροντα!» εἶπε τὸ παλληκάρι.
«Μήπως ἐτοῦτο ταιριάζει καλύτερα στὴν ἡλικία της;» εἶπε καὶ ἄφησε τὸ φόρεμα, γιὰ νὰ ξεκρεμάσει ἕνα μπλὲ σκοῦρο μὲ μικρὰ σχεδιάκια.
«Χμ... μάλλον ναί».

Ἡ κοπέλα διακριτικὰ πῆγε δίπλα τους. «Θὰ χρειαστεῖτε βοήθεια;» ρώτησε.
«Ὄχι, ὄχι!» ἀπάντησε ὁ καλόγερος κι ἔπιασε νὰ κοιτᾶ τὸ φουστάνι.
«Νομίζω πὼς αὐτὸ θὰ τῆς εἶναι στενὸ» εἶπε. «Ἂς πάρουμε τὸ μεγαλύτερο νούμερο, κι ἂν θέλει, τὸ στενεύει».

Ἡ ὑπάλληλος εἶχε δεῖ κάμποσες παραξενιὲς νὰ γίνονται ἀπὸ ἰδιότροπους πελάτες στὰ λίγα χρόνια ποὺ ἐργαζόταν στὸ κατάστημα. Μὰ τοῦτο ἐδῶ πρώτη φορὰ τὸ ἔβλεπε. Ἕνας καλόγερος, παρέα μ’ ἕναν νεαρό –γιὰ φοιτητὴ τὸν ἔκανε– ποὺ δὲν ἦταν πάνω ἀπὸ εἴκοσι χρονῶν, ν’ ἀγοράζουν γυναικεῖο φουστάνι χωρὶς νὰ τὸ προβάρει ἡ ἐνδιαφερόμενη, πρώτη φορὰ τὸ ἔβλεπε.

Σὰν πλήρωσαν καὶ βγῆκαν ἔξω, ὁ νεαρὸς δὲν κρατήθηκε.
«Γέροντα, πές μου, σὲ παρακαλῶ, γιὰ ποιά ἀγόρασες τὸ φουστάνι;»
Δὲν πῆρε ἀπάντηση ἀμέσως, ὅμως. Μόνο ἀναστεναγμό.

«Παιδί μου, σοῦ ’χω πεῖ πὼς μεγάλωσα πολὺ φτωχικὰ στὸ χωριό μου, τὴν Ἐθιά. Ὁ πατέρας μου, ὁ “Σαριδογιώργης” ὅπως τὸν ἔλεγαν στὸ χωριό, εἶχε ἐννιὰ παιδιά. Ἐγὼ ἤμουν ὁ ἔνατος.
Ὁ πατέρας εἶχε λίγα ζωντανὰ καὶ μερικὰ χωράφια. Μά, δὲν ἔφταναν γιὰ νὰ χορτάσουν τόσα στόματα. Ἡ μάνα μου, ἡ Σοφία, ἔλεγε πὼς ὅταν γεννήθηκα, δὲν εἶχε οὔτε ψωμὶ νὰ φάει. Ὄντας νηστικὴ πῶς νὰ κατεβάσει γάλα; Ἐγὼ πεινοῦσα κι ἔκλαιγα. Τότε κίνησε ὁ πατέρας νὰ βρεῖ τὸν Βασίλη, τὸν μεγάλο ἀδελφό μου ποὺ δούλευε σὲ διπλανὸ χωριό, καὶ νὰ τοῦ γυρέψει δανεικὰ γιὰ τὸ μικρό του κοπελάκι[1]. Τὸν πατέρα δὲν τὸν θυμοῦμαι καθόλου. Ἀπόθανε σὰν ἤμουν δύο χρονῶν παιδάκι. Ἀναγκάστηκε ἡ μάνα νὰ ξενοδουλεύει.
Πότε ἔκανε θελήματα, πότε βοηθοῦσε στὸ ἄναμμα τῶν φούρνων, πότε ἁλώνιζε, πότε ἔπαιρνε τὸ μαλλὶ τῶν προβάτων γιὰ νὰ τὸ καθαρίσει καὶ νὰ τὸ ξεμπερδέψει... Σὰν μεγάλωσα κι ἐγὼ λιγάκι, πήγαινα ἀπὸ κοντά. Ὅπως ἤμουν μικρός, μὲ βάζανε νὰ καθαρίζω τοὺς φούρνους μετὰ τὸ ψήσιμο. Ὦ! τί χαρὰ ἔκανα! Σάλιωνα τὸ δαχτυλάκι μου καὶ μάζευα τὰ ψίχουλα καὶ γέμιζε ἡ κοιλίτσα μου. Ἄσε ποὺ μέσα στὸν φοῦρνο δὲν κρύωνα. Ὅταν τέλειωνα τὴ δουλειά, μοῦ ἔδιναν μισὴ κουλούρα καὶ τὴν πήγαινα μὲ χαρὰ στὸ σπίτι. Παπούτσια φόρεσα πρώτη φορὰ σὰν ἤμουν στὰ δώδεκα. Μοῦ τὰ χάρισε ἕνας χωριανὸς ποὺ τοῦ φύλαγα τὰ βόδια. Δὲν μὲ πείραζε ποὺ γυρνοῦσα χειμώνα-καλοκαίρι ξυπόλυτος. Τὸ ἄντεχα. Τὴν πείνα δὲν ἄντεχα καί... τὴ ντροπή».

Στὸ ἄκουσμα τῆς τελευταίας λέξης τὸ παλληκάρι γύρισε καὶ τὸν κοίταξε ἀπορημένο.
«Ντροπή, παιδί μου. Ἂν δὲν ἔχεις τίποτα –μὰ τίποτα!– νὰ φορέσεις, νιώθεις ντροπή. Ἔτσι κι ἐκείνη τὴ μέρα. Παιδὶ ἤμουν, θυμᾶμαι. Τὸ παντελόνι ποὺ φοροῦσα νύχτα-μέρα εἶχε λιώσει. Ὅταν πῆγα νὰ τὸ φορέσω, ἔγινε τρία κομμάτια. Ἡ μάνα ἔλειπε σὲ δουλειά. Ἐσώρουχο δὲν φοροῦσα ποτέ. Δὲν εἴχαμε. Βγῆκα στὴν αὐλή, ἔτσι γυμνός. Κι ὅπως πέρασαν κάτι κοπέλια, γελοῦσαν καὶ κορόιδευαν. Δὲν ἤξερα τί νὰ κάνω. Κοίταξα τριγύρω καὶ εἶδα στὴν ἄκρη τῆς αὐλῆς ἕναν σωρὸ ἀπὸ σβουνιές[2]. Ἔσκαψα ἕναν λάκκο καὶ χώθηκα μέσα. Ἔτσι, ἔκρυψα τὴ γύμνια μου, ἀλλὰ ζεστάθηκα κιόλας. Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα κι ἕνας χωριανός μας πέρασε ἀπὸ κεῖ.
“Μπρέ, Κωστή!” εἶπε, “ἴντα κάμεις ἐδωνά; Τί εἶναι αὐτὰ τὰ χάλια;”.
Μὲ τὸ ποὺ ἔμαθε τὸν λόγο, μὲ τράβηξε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μὲ πῆγε κατευθείαν στὸ σπίτι του. Μὲ κοίταξε ἡ γυναίκα του μὲ συμπόνοια. Μὰ παντελονάκι παιδικὸ δὲν ὑπῆρχε στὸ σπίτι. Ἔκατσε σκεφτικὴ γιὰ λίγο καὶ ἀμέσως πῆρε τὸ ψαλίδι στὰ χέρια. Ἔκοψε ἕνα δικό της φουστάνι, μοῦ τὸ ἔβαλε γύρω ἀπὸ τὴ μέση, τὸ ἔραψε ἀπὸ κάτω καὶ μοῦ ’πε: “Ἄντε, Κωστή μου, τώρα! Ἄντε νὰ παίξεις μὲ τὰ παιδιά. Τώρα δὲν θὰ σὲ κοροϊδέψει κανείς”.
Κάθε φορὰ ποὺ πάω στὴν Ἐθιά, περνάω ἀπὸ τὸ σπίτι τους. Μὲ δέχονται μὲ μεγάλη χαρά. Καὶ τοὺς φέρνω λιβάνι, εἰκόνες, χασὲ γιὰ νὰ κάνουν σεντόνια καὶ μαξιλάρια».

«Γιὰ τὴν κυρία εἶναι τὸ φουστάνι, γέροντα Εὐμένιε;» τὸν διέκοψε ὁ νεαρός.
«Ναί, παιδί μου! Ἐκείνη μὲ ἔντυσε τότε. Δὲν τὸ ξεχνῶ ποτὲ αὐτό...»

Απόσπασμα από το βιβλίο «Γεροντικό Σύγχρονων Αγίων» των εκδόσεων Έαρ, με 250 περιστατικά από τους βίους και τις διδαχές σύγχρονων γερόντων
Αναζητείστε το www.ear-books.com και σε όλα τα χριστιανικά βιβλιοπωλεία.


[1] Κοπελάκι: ὑποκοριστικὸ τῆς λέξης κοπέλι (=ἀγόρι).
[2] Σβουνιές: κοπριές.
πηγή

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025

π. Ευάγγελος Παπανικολάου - Σοφία Χατζή: Γράφει ο Άγγελος, Βαγγέλη!



8 Σεπτεμβρίου, 53ο Φεστιβάλ Βιβλίου. Πεδίο του Άρεως. Είναι αργά κι όμως κόσμος πολύς τρέχει προς μια κατεύθυνση. Κάποιοι θα μείνουν όρθιοι. Η χαρακτηριστική φωνή του πατρός Ευάγγελου γεμίζει τον χώρο. Με συγκίνηση αλλά και χιούμορ θυμάται στιγμές από την ζωή του κοντά στον όσιο Ευμένιο και την αγιασμένη συντροφιά του στο Λοιμωδών. Όλα αυτά με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του "Γράφει ο άγγελος Βαγγέλη". Κι είναι σαν να βρίσκεται κοντά μας ο Άγιος και να λέει με τον χαρακτηριστικό του τρόπο: Ωραία η Έκθεση Βαγγέλη! Ωραία και τα βιβλία! 

Τα συγγραφικά δικαιώματα από τα βιβλία του πατρός Ευάγγελου ενισχύουν την Ιερά Μητρόπολη Καμερούν.


ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΝ Ο ΑΓΙΟΣ ΝΑ ΤΑ ΠΕΙ ΚΑΛΑ Ο ΓΟΝΤΙΚΑΚΗΣ. Ο ΡΗΤΩΡ; ΗΤΑΝ ΤΟΣΟ ΑΓΑΘΟΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕ;  Ο ΓΟΝΤΙΚΑΚΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΤΟΥ ΘΡΙΑΜΒΟΥ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ; Ο ΟΠΟΙΟΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΟΥ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ;

Σάββατο 31 Μαΐου 2025

Ποιες είναι οι δύο νέες σειρές που ετοιμάζει ο Γιώργος Τσιάκκας


Ποια ήταν όμως  η οσία Αργυρώ Στεφανάκη, η πολύαθλη;;

Η Αργυρώ μια κρυφή ασκήτρια μέσα στον κόσμο και η ζωή της στην Σπιναλόγκα. Το λείψανό της ευωδίαζε! Η μαρτυρική Αργυρώ κοιμήθηκε ειρηνικά στις 12 Ιουλίου του 2014 και στην ανακομιδή των λειψάνων της στις 26 Ιουλίου του 2017 φανέρωσε την δόξα της και ευωδίασε το λείψανό της! … Θα γνωρίσει τον Άγιο Νικηφόρο το λεπρό και τον Άγιο Ευμένιο Σαριδάκη και θα βιώσει την άπειρη αγάπη του Θεού. Θα πάρει και θα δώσει αγάπη και προσφορά, θα αγιάσει με τη ύπαρξή της εκείνον τον ταλαίπωρο τόπο...

Η Αργυρώ γεννήθηκε στην Κρήτη σ’ ένα χωριό έξω από το Ηράκλειο γύρω στα 1920. Ήταν μια λεβέντισσα, όμορφη, καλοστημένη! Αγαπήθηκαν μ’ έναν νέο, αλλά πριν προλάβουν να παντρευτούν κηρύχθηκε ο πόλεμος. Το παλληκάρι έφυγε και πολέμησε στην Αλβανία τους Ιταλούς. Μετά την συνθηκολόγηση κατέβηκε στην Κρήτη για να αγωνιστεί κι εκεί εναντίον των Γερμανών. Κάποια στιγμή βρίσκεται αιχμάλωτος των Γερμανών να οδηγείται προς εκτέλεσιν.

Πληροφορείται η Αργυρώ τα καθέκαστα και τρέχει στον τόπο της εκτέλεσης. Δέκα Έλληνες είναι στημένοι στον τοίχο κι απέναντί τους δέκα Γερμανοί με προτεταμμένα τα όπλα τους περιμένουν τη διαταγή για να πυροβολήσουν. Η Αργυρώ αγέρωχη, περήφανη, όμορφη σαν θεά περνάει μπροστά τους και μία μία κατεβάζει τις κάνες των όπλων. Όλοι σαστίζουν. Ο στρατιωτικός υπεύθυνος της εκτέλεσης την φωνάζει μπροστά του. «Τι κάνεις εκεί; Τι θέλεις; «Ο αρραβωνιαστικός μου είναι εδώ. Ή θα τον ελευθερώσεις ή χτύπα κι εμένα!». Ο άνθρωπος υποκλίνεται. Τέτοιο θάρρος, τέτοια αφοσίωση δεν την έχει ξαναδεί. «Πάρ’ τον και φύγε!» της λέει. Μα η Αργυρώ δεν σταματά εδώ. Και τα άλλα παλικάρια είναι Έλληνες, είναι χωριανοί της. Με περίσσιο θάρρος αντιλέγει! «Όχι! Ή όλους ή στήσε με κι εμένα στον τοίχο!» και με τα λόγια αυτά προχωράει προς τους κατάδικους. Ο διοικητής έχει μείνει άφωνος. Οι στρατιώτες τους το ίδιο. Στέλνει μήνυμα στον ίδιο τον Φύρερ, ο οποίος εκφράζει τον θαυμασμό του και την επιθυμία του να γνωρίσει αυτή την ηρωική Ελληνίδα. Και χαρίζεται η ζωή σε όλους…

Η Αργυρώ κι ο αγαπημένος της παντρεύονται. Αποκτούν ένα παιδάκι. Μετά την γέννα εκδηλώνεται η φοβερή λέπρα στην Αργυρώ. Πρέπει να αφήσει τον άντρα της, το νεογέννητο αγγελούδι της, το σπιτικό της, όλο το στήσιμο της ζωής της και να απομονωθεί στην Σπιναλόγκα, το νησί των καταραμένων. Την περιμένει η κοινή μοίρα αυτών των απόκληρων… Ο πατέρας μένει μ’ ένα λεχούδι στα χέρια. Αναζητάει τροφό για να του το αναστήσει και βρίσκει βοήθεια από μια γυναίκα στα Χανιά, στην άλλη άκρη της Κρήτης. Περνούν λίγοι μήνες.

Η Αργυρώ καίγεται από τη στέρηση του σπλάχνου της και παίρνει μια τρελή απόφαση. Νύχτα βουτάει στη θάλασσα και διασχίζει κολυμπώντας την απόσταση μέχρι την απέναντι στεριά.

Έχει κάνει έναν μπόγο τα ρούχα της και τα έχει δέσει πάνω στο κεφάλι της. Περπατάει εφτά μερόνυχτα, μόνη, κρυπτόμενη για να μην την αντιληφθούν και την πετροβολήσουν, σχεδόν άσιτη και άποτη και κάποια στιγμή φθάνει στα Χανιά και βρίσκει το σπίτι της τροφού -είχε πάρει τις πληροφορίες της από τα μηνύματα που της έστελνε ο άντρας της. Το βρίσκει έρημο. Κάθεται παράμερα στην αυλή και περιμένει. Κάποια στιγμή έρχονται κάποιοι, μια γυναίκα, δυο-τρεις γριές. Από μακριά τους μιλάει, τους συστήνεται.

«Μόνο να μου πείτε αν είναι καλά το παιδί μου. Μόνο να το δω από μακριά!» τους λέει.

«Το παιδί σου πέθανε χθες το βράδυ! Μόλις το κηδέψαμε, ερχόμαστε από τα μνήματα». Μαζεύει τα συντρίμμια της, τον πόνο της και παίρνει το δρόμο της επιστροφής.

Περνούν λίγα χρόνια. Εκείνη πάντα στην Σπιναλόγκα. Παίρνει μήνυμα από τον άντρα της πως θέλει να παντρευτεί. Εκείνος είναι νέος και δεν υπάρχει καμιά ελπίδα σωτηρίας και επιστροφής για την Αργυρώ. «Μ’ όλη μου την καρδιά και την αγάπη μου!», του απαντάει. Και την ημέρα του γάμου κάνει πάλι την ίδια παράτολμη ενέργεια.

Βγαίνει κολυμπώντας και παρευρίσκεται στο γάμο, πάλι από μακριά. Κι όταν τελειώνει το μυστήριο πλησιάζει τη νύφη και της φωνάζει «Έχεις καλόν άντρα. Να τον αγαπάς!…» και της αφήνει και το δώρο της, ένα χρηματικό ποσό που το μάζεψε ψίχουλο-ψίχουλο από το επίδομα που της έδιναν. Και σε κάθε παιδί που γεννούσε αυτή η γυναίκα, έβγαινε με τον ίδιο τρόπο στη βάφτισή του κι άφηνε ένα δώρο, ό,τι μπορούσε η φτώχια της να προσφέρει… Το 1957 το Λεπροκομείο της Σπιναλόγκα κλείνει. Έχει φθάσει κι εδώ το φάρμακο της λέπρας. Όσοι είχαν την νόσο σε πρώιμα στάδια θεραπεύθηκαν και επέστρεψαν στα σπίτια και στις οικογένειές τους. Οι παλιοί ασθενείς, στους οποίους είχαν προκληθεί ορατές ανεπανόρθωτες βλάβες και οι οποίοι ως επί το πλείστον είχαν ξεχαστεί και από τις οικογένειές τους, αν και θεωρούνταν ασφαλείς πλέον με την θεραπεία στην οποία είχαν και αυτοί υποβληθεί, μεταφέρθηκαν σε ειδική πτέρυγα του Νοσοκομείου Λοιμωδών Νόσων στην Αγία Βαρβάρα Αττικής.

Εδώ η Αργυρώ θα γίνει μια ταπεινή διάκονος των πιο ηλικιωμένων ασθενών. Θα γνωρίσει τον Άγιο Νικηφόρο το λεπρό και τον Άγιο Ευμένιο Σαριδάκη και θα βιώσει την άπειρη αγάπη του Θεού. Θα πάρει και θα δώσει αγάπη και προσφορά, θα αγιάσει με τη ύπαρξή της εκείνον τον ταλαίπωρο τόπο. Μαζί με δυο-τρεις άλλες ομοιοπαθείς γυναίκες έπλεναν, καθάριζαν, περιποιούνταν και νεκροστόλιζαν, όταν ερχόταν η ώρα τους, τις λεπρές αδελφές.

Αξιοσημείωτο είναι και το τάμα που είχαν από παλιά κάνει: «Κάνε, Θεέ μου, να βρεθεί το φάρμακο για τη λέπρα, όχι για μας, για τους νέους που χάνουν την αξιοπρέπεια και τη ζωή τους και δεν θα φάμε λάδι στον αιώνα!!!». Κι αφού βρέθηκε το φάρμακο έπρεπε να κρατήσουν την υπόσχεση. Και την κράτησαν. Και δεν έβαλαν λάδι στο στόμα τους. Και το Πάσχα για να κάνουν κατάλυση βουτούσαν το δάχτυλο, το κολοβωμένο απ’ την αρρώστια, στο λάδι της καντήλας και το ακουμπούσαν στα χείλη τους για να τιμήσουν την ημέρα την Ανάστασης χωρίς να πατήσουν τον όρκο τους. Αυτή ήταν η Αργυρώ. Ποιος ξέρει πόσα άλλα διαμάντια έκρυβε η μαρτυρική ζωή της! Αλλά ο Θεός την εφανέρωσε και το λείψανό της ευωδίαζε!

ΥΓ. Με τη Χάρη του Θεού, έχω πάει κάποιες φορές στο Λοιμωδών, στην Αγία Βαρβάρα, όπου έζησα από κοντά την αγιότητα, μίλησα και πήρα την ευχή των 2 κυριών (της κας Κ. και της κας Μ.) που ζουν ακόμη εκεί και οι οποίες γνώριζαν την εν λόγω αγία ψυχή, Αργυρώ..

Από το βιβλίο: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τ. Γ΄,

Παρασκευή 23 Μαΐου 2025

Ἅγιος Εὐμένιος ὁ Νέος

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

Η ΜΥΡΟΒΛΥΖΟΥΣΑ ΚΟΓΧΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ
Ο μακαριστός Γέροντας π. Ευμένιος Σαριδάκης (1931–1999) ήταν ένας σύγχρονος διορατικός και θαυματουργός άγιος, ο οποίος έδρασε με πολύ μεγάλη αγάπη και αυταπάρνηση στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αγίας Βαρβάρας Αθηνών, συνεχώς δίπλα στον ανθρώπινο πόνο. Μαθητής, ο ίδιος και για χρόνια συμπαραστάτης του νεοφανούς αγίου της Εκκλησίας μας, του οσίου Νικηφόρου του Λεπρού (1887–4/1/1964). Ο δε άγιος Νικηφόρος στάλθηκε στα υπεύθυνα χέρια της αγάπης και της διακονίας του Γέροντος Ευμενίου από έναν άλλον σύγχρονο άγιο, τον Άγιο Άνθιμο (Βαγιάνο) της Χίου (1869–1960), με προσωπική συστατική επιστολή του ιδίου.
Ο Γέροντας, σαν λειτουργός που ήταν ο ίδιος στον ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων, δεν έβαζε κανέναν μέσα στο ιερό. Οι θείες Λειτουργίες αυτού του αγίου Γέροντος συνοδεύονταν με το εξαιρετικά σπάνιο και έκτακτο «σημείο» της ευλογίας και της ευδοκίας του Αγίου Θεού: την ευώδη και άφθονη μυροβλυσία του τοίχου της κόγχης του ιερού, όπου αυτός λειτουργούσε...
Διηγείται ένα πνευματικό του παιδί: «Κάποτε, μετά τη θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων, ξαφνικά με φώναξε. Εγώ, αν και εσωτερικά θλιμμένος, πήγα. Με πήρε και μ’ έβαλε μέσα. Με παίρνει δίπλα στην αγία Τράπεζα και μου δείχνει την κόγχη. Κοιτάζω... Ο τοίχος ήταν βρεγμένος κι έτρεχε μέχρι κάτω.
Μου λέει: “Τι θα κάνουμε εδώ;” Και του λέω: “Γέροντα, θα κάνουμε μία μόνωση απ’ έξω, μετά που θα περάσουν οι γιορτές, για να μη τραβάει υγρασία”. Μου λέει: “Όχι, ευλογημένε!... Δεν κατάλαβες!...” “Τι δεν κατάλαβα, Γέροντα;”, τον ρωτάω. “Κοίταξε προσεκτικά!”, μου λέει. Κοιτάζω. “Αυτό, είναι θαύμα!”, μου λέει. “Να, πολλές φορές, όταν αρχίζω τη θεία Λειτουργία, μόλις πω: ‘Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…’, αρχίζει ο τοίχος και στάζει μύρο. Μάλιστα, κάποιες φορές στάζει τόσο πολύ, που τρέχω να τελειώσω τη θεία Λειτουργία, διότι –πού θα πάει;!– θα πλημμυρίσουμε εδώ πέρα!...”.
Άγγιξα το χέρι μου πάνω στον τοίχο και ήταν πράγματι μύρο!... Ευωδίαζε!!...».

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024

“Εκύκλωσάν με σαν κύνες πολλοί…”


Άγιος Ευμένιος Σαριδάκης

“Ήταν το έτος 1967 τέλη Σεπτεμβρίου, που βρέθηκα στον Αχεντριά στο χωριό της μάνας μου και έφυγα για να πάω στο χωριό μας στην Εθιά, που είναι περίπου μια ώρα απόσταση με τα πόδια.
Είχε νυχτώσει πολύ, αλλά τι ώρα ακριβώς ήταν δε θυμάμαι.
Ίσως εννέα ή δέκα. Ανέβηκα απ’ την μεριά που υπάρχουν πολλά πουρνάρια και λέγεται Φαρμακαρά και βγήκα στο λάκκο του Δρυ.
Εκεί που βάδιζα, βρέθηκα περικυκλωμένος από πάρα πολλούς διαβόλους.
Ήταν τόσοι πολλοί που δεν με άφηναν να βαδίσω.
Με μεγάλη δυσκολία προχωρούσα και όσο περνούσε η ώρα γινόταν και πιο πολλοί, ήταν χιλιάδες – εκατομμύρια.
Όταν είχα φτάσει στο τέλος του μικρού οροπέδιου, στη θέση που λέγεται Αξώνι, που φαίνεται η κορφή και το εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης, ήταν τόσοι πολλοί, που δεν μπορούσα να βαδίσω.
Έκανα τον σταυρό μου, έλεγα προσευχές, απολυτίκια αγίων, το “Θεοτόκε Παρθένε”, το “Αναστήτω ο Θεός”, αλλά οι διάβολοι δεν φεύγανε.
Με μεγάλο κόπο ανέβηκα από το λάκκο στο υψωματάκι που είναι απόσταση εκατό μέτρων και λέγεται Κακό Κεφάλι.

Μόλις ανέβηκα εκεί που είπαμε, και φάνηκε η Παναγία της Εθιάς, οι διάβολοι έγιναν άφαντοι.
Αφού ανάπνευσα με ανακούφιση και έκαμα τον Σταυρό μου ευχαριστώντας την Παναγία, συνέχισα το δρόμο μου με γρήγορο βήμα.
Η απόσταση είναι περίπου μισής ώρας, αλλά πιστεύω ότι την έβγαλα σε 15 λεπτά μόνο. Ποτέ δεν είχα δει τόσους πολλούς διαβόλους”, έλεγε ο Γέροντας και έκανε τον Σταυρό του.

πηγή


ΕΝΑ ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΜΑΘΗΜΑ, ΜΙΑ ΟΥΡΑΝΙΑ  ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ. ΤΗΝ ΣΥΝΑΝΤΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ. ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΙΛΟΥΑΝΟ. ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ.
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΛΗΡΕΣΤΕΡΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗΣ, ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ, ΤΗΣ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΤΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ.
ΕΙΝΑΙ Η ΠΛΗΡΕΣΤΕΡΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΟΤΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΑΣ ΣΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΣΕ ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΛΕΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ.
ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΘΑΡΑ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Η ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ.

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2024

Οι γνώσεις του(Γέροντα )Αγίου Ευμενίου

                               

Ήταν να θαυμάζει κανείς(σύν τοίς άλλοις). και τις γνώσεις του Αγίου Ευμενίου.Παρόλο που ήταν σχεδόν αγράμματος, αυτά τα λίγα γράμματα
πού ήξερε, τα καλλιέργησε τόσο πού σαν να είχε βγάλει πανεπιστήμιο.
( Το μωρόν του Θεού σοφότερον τον ανθρώπων έστι)
Είχε μελετήσει τους βίους όλων των Αγίων πού έχουν συναξάρι και ήξερε όλων
την πολιτεία.
Ιδιαίτερα τού άρεσαν οι νηπτικοί Πατέρες και γενικά όλοι οι όσιοι ασκητές...
Επίσης του άρεσε να μελετά ..και ιδιαίτερα τον Άγιο Ανδρέα πού πολλές φορές
τον εμιμείτο. Πάρα πολύ αγαπούσε να μελετά όλους τους Πατέρες της εκκλησίας
(Ο νόμος σου μελέτη μου έστι ημέρας και νυκτός.)

Ήταν μάλιστα τόσο σταθερός και αμετακίνητος στα εκκλησιαστικά θέματα πού δεν έκανε μπρος η πίσω ούτε βήμα,ούτε κεραία πέρα από όσα έχει θεσπίσει η Εκκλησία.
Το τυπικό ετηρείτο κατά γράμμα.Ουδεμία αλλοίωση, πρόσθεση ή αφαίρεση.
Όσο κουρασμένος κι αν ήταν, νωρίς ή αργά δεν παρέλειπε τίποτα από τα λειτουργικά
και μοναχικά του καθήκοντα παρά μόνο σε περίπτωση Βαρειάς ασθένειας
Ο Άγιος Ευμένιος είχε θεία Σοφία Και μεγάλη αγιότητα.


Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

Η Παναγία ήταν. Την Παναγία δεν γνωρίζω;

                      


Ο Γέροντας μας - Άγιος Ευμένιος έλεγε πώς όταν ήταν στον Άγιο Νικήτα και είχε κατέβει κοντά στη θάλασσα σε ένα σημείο που λέγεται Ρούσος Πύργος άκουσε την Παναγία να τού φωνάζει, μέσα από τη θάλασσα με γλυκιά και εξαίσια φωνή, να του λέει:
-Παιδί μου μη φοβάσαι εγώ δεν θα σ'αφήσω να χαθείς.

Σ' ερώτηση μας, πως κατάλαβε ότι ήταν η Παναγία απάντησε πολύ φυσικά:
-Η Παναγία ήταν. Την Παναγία δεν γνωρίζω;
Σάν νά ήταν δηλαδή κάτι τό συνηθισμένο, κάτι τό φυσικό που το ήξερε κι από άλλες φορές.

Την ευλογία της Παναγίας μας και του Αγίου Ευμενίου του Νέου να έχουμε.

Τρίτη 9 Ιουλίου 2024

Αγ. Ευμένιος: Συνέντευξη

 Μια θαυμαστή συνέντευξη του πατρός Νικολάου Βαξεβάνη με τον κ. Ανδρέα Χριστοφόρου για τον νέο άγιο της εκκλησίας μας όσιο Ευμένιο Σαριδάκη. Θαυμαστά περιστατικά που αναιρούν την λογική. Ευχαριστούμε όλους τους συντελεστές για την Χαριτωμένη αυτή εκπομπή με αφορμή την 1η εορτή αγιοποίησης του Οσίου Ευμενίου.

 https://www.youtube.com/watch?v=lP7ZjiXEazw

Πέμπτη 23 Μαΐου 2024

Όσιος Ευμένιος Σαριδάκης· Ο κρυφός άγιος της εποχής μας († 23 Μαΐου 1999)‏

Καταγωγή

Η Εθιά, η πατρίδα του πατρός Ευμενίου, είναι ένα ορεινό χωριό στα νότια του νομού Ηρακλείου Κρήτης. Βρίσκεται σε υψόμετρο 740μ. και απέχει από το Ηράκλειο 38 χλμ. Είναι πολύ άγονο μέρος, γι’ αυτό και οι κάτοικοί του μετοίκησαν σ’ ένα χαμηλότερο μέρος, στο χωριό Ροτάσι.


Στην Εθιά υπάρχουν δύο εκκλησίες: Η κεντρική είναι αφιερωμένη στην Παναγία μας και φυλάσσει θαυματουργό εικόνα της. Εκεί η Παναγία είχε εμφανισθεί σαν γυναίκα ντυμένη στα μαύρα κάποια ημέρα, που ο πατήρ Ευμένιος, μικρό παιδί τότε, άναβε τα κανδήλια του ναού, και του είπε: Εσύ μια μέρα θα γίνης ιερεύς». Εκεί, στον αύλιο χώρο της, έμελλε να είναι και ο τάφος, όπου αναπαύεται το σεπτό σκήνωμα του Οσίου Γέροντος μας. Η άλλη είναι του Προφήτου Ηλιού. Εκεί κοντά υπάρχει και αγίασμα.

Υπάρχουν και πολλά μικρά εκκλησάκια, για την ανακαίνισι των οποίων ο πατήρ Ευμένιος έστελνε χρήματα.

Ο πατήρ Ευμένιος ήταν γόνος μιας πολυμελούς και πάμπτωχης οικογενείας. Γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου του έτους 1931.

Οι γονείς του, Γεώργιος και Σοφία Σαριδάκη, ήταν άνθρωποι ευσεβείς και ενάρετοι. Είχαν οκτώ παιδιά. Το όγδοο και τελευταίο τους παιδί ήταν ο πατήρ Ευμένιος, που στην βάπτισί του πήρε το όνομα Κωνσταντίνος. Τα αδέλφια του, κατά σειρά ηλικίας, ήταν: Ελένη, Μιχαήλ, Αικατερίνη, Βασίλειος, Αμαλία, Μαρία και Ευγενία.

Ο μικρός Κωνσταντίνος ορφάνεψε από πατέρα σε ηλικία μόλις δύο ετών, δηλαδή η οικογένειά του έχασε τον προστάτη της πολύ νωρίς. Ήταν που ήταν φτωχή, χάνοντας και το στήριγμά της βρέθηκε σε πολύ δύσκολη κατάστασι. Η χήρα μάνα του με τι δυνατότητες να θρέψη τόσα στόματα; Ξενοδούλευε για να τα φέρη κάπως βόλτα. Μετά ήρθε και η γερμανική κατοχή, η οποία χειροτέρευσε κατά πολύ τα πράγματα. Σ’ αυτό το περιβάλλον και με πολλές στερήσεις μεγάλωσε ο Παππούλης μας. Παπούτσια φόρεσε στα δώδεκά του χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, δηλαδή τις στερήσεις, την πείνα και την ανέχεια, το ήθος και το φρόνημα του μικρού αυτού παιδιού δεν αλλοιώθηκαν.

Για παράδειγμα, ο Ιερεύς του χωριού τους ήθελε να του δίνη μια μικρή βοήθεια, επειδή πήγαινε και τον βοηθούσε στον ναό. Ο μικρός Κωνσταντίνος, όμως, του έλεγε: «Όχι, Παπα-Γιάννη, δεν παίρνουμε ποτέ χρήματα από την Εκκλησία». (Μαρτυρία Αριστέας Σαριδάκη).

Η, όταν του έδιναν μισή κουλούρα ψωμί για κάποια δουλειά που έκανε, ποτέ δεν την έτρωγε μόνος του, αλλά την πήγαινε στο σπίτι του και την έτρωγε με τ’ αδέλφια του, όλοι μαζί.

Χαρισματικό παιδί

Η Εκκλησία αγάλλεται και καυχάται, διότι εγέννησε και ανέδειξε ένα τέτοιο λαμπρό αστέρι και κόσμημα της˙ και η Κρήτη πρέπει να σεμνύνεται για το ηγιασμένο τέκνο της. Ο Παππούλης, από την νηπιακή του ηλικία, έδειχνε ότι ήταν σκεύος εκλεκτόν του Κυρίου μας. Από την βρεφική του ηλικία, όταν ακόμα δεν καταλάβαινε, προσπαθούσε να ευχαριστή τον Κύριό μας, αφού δεν θήλαζε Τετάρτη και Παρασκευή, αλλά κοιμόταν όλη την ημέρα, σύμφωνα με την μαρτυρία της αδελφής του Ευγενίας, η οποία το είχε ακούσει από την μητέρα τους να το ομολογή.

Οίνον και μεθύσματα ουδέποτε εγεύθη ο πατήρ Ευμένιος, δηλαδή οινοπνευματώδη ποτά, μπύρα, κρασί και αλκοολούχα ποτά δεν ήπιε ποτέ στην ζωή του.

Χαρακτηριστικό είναι ότι, όταν λειτούργησε για πρώτη φορά μόνος του ως Ιερεύς, ζαλίστηκε λίγο από την κατάλυσι της Θείας Κοινωνίας και γι’ αυτό, μετά, έβαζε λιγώτερο νάμα και περισσότερο ζέον.

Ο Κωστάκης, όπως τον έλεγαν, ήταν ένα χαριτωμένο και χαρισματικό παιδί, ακόμα και για τα κοσμικά δεδομένα, ενώ δεν είχε μάθει σχεδόν καθόλου γράμματα.

Οι δυσκολίες, η Κατοχή, κατά την διάρκεια της οποίας τα σχολεία υπολειτουργούσαν, δεν του επέτρεψαν να γευθή το αγαθόν της μαθήσεως. Παρ’ όλα αυτά μπορούσε, όπως ο ίδιος έλεγε, να κάνη πράξεις μαθηματικές, λογαριασμούς δύσκολους, όλα από μνήμης, γι’ αυτό οι χωριανοί του, όταν ήθελαν κάτι σχετικό, τον φώναξαν: «Έλα, Κωστάκη, να μας πής πόσο κάνει αυτό κι αυτό», η κάτι πιο δύσκολο. Κι όταν τους τα έκανε, μετά τον γέμιζαν λουκούμια.

Κάποια φορά, όταν ο Παππούλης ήταν μικρό παιδί ακόμη, πέθανε στο χωριό τους ένα κοριτσάκι οκτώ-εννέα ετών. Οι γονείς και oι συγγενείς του κοριτσιού έκλαιγαν απαρηγόρητοι για τον χαμό του παιδιού τους. Ο Παππούλης μας έλεγε σχετικά:

«Κάποτε, είχε πεθάνει ένα κοριτσάκι και περνούσε από μπροστά μας η νεκρώσιμη πομπή. Πέρασαν μπροστά κι από την δική μας αυλή. Έτσι έκαναν τότε. Έκαναν την βόλτα, για να γίνη πιο επίσημη η κηδεία. Έκλαιγαν όλοι κι εγώ έβλεπα τα στολίδια, πολλά στολίδια, που είχε το φέρετρο. Κι αυτοί έκλαιγαν. Κι εγώ έτρεχα κι έβλεπα τα στολίδια, που είχε το φέρετρο. Ήμουν έξι-επτά χρόνων τότε. Δεν είχα δει καλύτερα και ωραιότερα στολίδια. Οι άλλοι έκλαιγαν κι εγώ χαιρόμουν, που έβλεπα τα στολίδια. Έβλεπα τα στολίδια και χαιρόμουν. Μου άρεσαν.Δέν ήταν στολισμένα από τους ανθρώπους, όμως εγώ τα έβλεπα έτσι. Στολίδια… στολίδια… όχι ότι τα έβαλαν οι άνθρωποι. Κι αυτοί έκλαιγαν, που έχασαν το παιδί, κι εγώ έβλεπα τα στολίδια, που είχε πάνω του, τα στολίδια του Θεού, και χαιρόμουν».

Ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος θυμάται, σχετικά με την Χάρι, που από νωρίς είχε δοθεί στον Παππούλη μας: «Ο πατήρ Ευμένιος, όταν ήταν μικρός, είχε δει για πρώτη φορά την χάριν της αρχιερωσύνης. Την είχε δει στο πρόσωπο ενός Αρχιεπισκόπου, που είχε πάει στο χωριό του. «Έβλεπα», μου είπε, «το φως του Αγίου Πνεύματος πάνω στο πρόσωπό του. Το φως της αρχιερωσύνης, την χάρι της αρχιερωσύνης. Την έβλεπα και πήγαινα συνεχώς μπροστά του». Και είπε ο Αρχιεπίσκοπος: «Αυτό το παιδί τι βλέπει;».» Εγώ δεν έλεγα τι έβλεπα, αλλά μου άρεσε να βλέπω την χάρι της αρχιερωσύνης»».

Μοναχός Θεόκλητος δια φωτοφανείας


Ο πατήρ Ευμένιος ήταν θεόκλητος στον μοναχισμό. Ο ίδιος μας έλεγε:«Εγώ, δεκαεπτά χρόνων πήγα στο μοναστήρι. Ήμουν δεκαέξι χρόνια στο χωριό μου. Αγαπούσα τον Θεό, βέβαια, σκεπτόμουν πολλές φορές να γίνω καλόγερος. Μια μέρα μου λέει ο παπάς: «Έλα να σε κάνω νεωκόρο». Πήγα κι εγώ. Άναβα τα καντήλια πρωί-βράδυ, διάβαζα κιόλας, ο,τι βιβλία έβλεπα τα διάβαζα. Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς του 1944, το απόγευμα, πήγα, άναψα τα καντήλια στην εκκλησία και, μετά, πήγα στο σπίτι μας. Ήταν εκεί η αδελφή μου η Ευγενία. Φάγαμε ξεροτήγανα, τηγανίτες και μακαρόνες. Εκεί που τρώγαμε, ήρθε μια λάμψι και με τύφλωσε και μπήκε μέσα στα βάθη της ψυχής μου. Κι αμέσως, την ίδια στιγμή, φώναξα της Ευγενίας: «Ευγενία, θα γίνω καλόγέρος». Την ίδια στιγμή. Εκείνη την στιγμή με φώτισε ο Θεός. Την είδα με τα μάτια μου εκείνη την λάμψι, που μπήκε μέσα μου.

Μόλις είδα αυτή την λάμψι, είπα κατ’ ευθείαν: «Θα γίνω καλόγερος».

Όταν ο άνθρωπος έχει την κλήσι από τον Θεό για να κάνη κάτι καλό, ο Θεός ενεργεί και τον βοηθά».

Στο ίδιο θέμα αναφέρεται και ο Μιχαήλ Χατζηγεωργίου:

«Τόλμησα, κάποτε, να τον ρωτήσω: «Γέροντα, είχες δίλημμα για το ποιόν δρόμο θα ακολουθήσης; Σκέφθηκες να γνωρίσης κάποια γυναίκα, να την ερωτευθής, να κάνης οικογένεια;»

Τότε μου αποκάλυψε την απόλυτη απόφασί του να ακολουθήση την παρθενική ζωή, που την σηματοδότησε ένα εξαιρετικό γεγονός.

«Χειμώνας του 1944, Κωστής τότε, δεκατριών ετών», μου είπε. «Ήμουν στο πατρικό μου σπίτι. Ζεσταινόμαστε στο τζάκι. Τότε είδα μια τεράστια φωτιά, που μπήκε μέσα μου. Και από εκείνη την στιγμή, γεμάτος χαρά, έλεγα: Εγώ θα γίνω μοναχός. Θα γίνω μοναχός». Και μου συμπλήρωσε: «Αν με πίεζαν αργότερα να παντρευτώ, θα πέθαινα, θα πέθαινα!».

Από το 1944 η ψυχή του νεαρού Κωστή είχε ένα μόνο προσανατολισμό: την αφιέρωσι στον Χριστό. Η κλίσι υπήρχε. Η κλήσι με εμφατικό τρόπο συντελέστηκε και ο μικρός Κωστής βιαζόταν να ενηλικιωθή, να λάβη ζωή η επιθυμία της καρδιάς του.

Η φλόγα έκαιγε άσβεστος μεσά του. Στα 1951 ο Κωνσταντίνος κείρεται Σωφρόνιος μοναχός».

Με ζήλο στον μοναχικό αγώνα

Σε ηλικία δεκαεπτά ετών ο Κωνσταντίνος αφήνει τα εγκόσμια και οδεύει εκεί, που τον οδηγεί η καρδιά του, η ψυχή του και όλο του το είναι. Εκεί, που το Άγιο Πνεύμα, εν είδει λαμπρού φωτός, τον φωτίζει, στην πλήρη αφιέρωσί του στον Χριστό, στον αγαπημένο του Ιησού, Τον οποίο από μικρός λατρεύει και υπηρετεί, είτε στα εξωκκλήσια του χωριού του, είτε κατά μόνας.

Τα βήματά του τον οδηγούν στην Ιερά Μονή Αγίου Νικήτα, στα νότια της Κρήτης, κάπως κοντά στο χωριό του, αφού απέχει μόνο δύο-δυόμισυ ώρες με τα πόδια.

Ο Κωνσταντίνος έγινε δεκτός από τον Ηγούμενο π. Ιερόθεο (Κωστομανωλάκη), στον οποίο έβαλε μετάνοια και άρχισε η δοκιμή του.

Στην Μονή τότε υπήρχαν, εκτός του Ηγουμένου, και δύο υπερήλικες και τυφλοί μοναχοί, τους οποίους ο Κωνσταντίνος φρόντιζε παντοιοτρόπως και ποικιλοτρόπως, λόγω του νεαρού της ηλικίας του, αλλά, κυρίως και πρωτίστως, λόγω της υπέρμετρου αγάπης που είχε.

Ως νέος, δόκιμος μοναχός, έκανε σχεδόν όλα τα διακονήματα της Μονής, ήταν πρόθυμος και φιλότιμος.

Μετά την τριετή του δοκιμασία, εκάρη μοναχός, μετονομασθείς Σωφρόνιος. Ως μοναχός, ο Σωφρόνιος έβαλε θεμέλιο της μοναχικής του ζωής την ταπεινοφροσύνη, την υπακοή και την εργατικότητα. Επιδόθηκε σε νέους αγώνες. Τις ημέρες εκοπίαζε σωματικά και τις νύκτες παρέμενε άϋπνος και προσευχόμενος. Αυτό το τυπικό το κράτησε μέχρι τέλους της ζωής του.

Καθημερινά ο πατήρ Σωφρόνιος έδινε αγώνα σε όλα τα διακονήματα, σε όλες τις εργασίες, στο ν’ ανοίξουν καλύτερους δρόμους για να διευκολυνθή η έλευσι των προσκυνητών, στους κήπους, στο να καλλιεργούν τα κτήματα, στο να φέρνουν νερό από μακρυά, γιατί δεν επαρκούσε το υπάρχον.

Αυτά έβλεπε ο διάβολος και εμηχανεύετο τρόπους για να ρίξη τον αγωνιστή. Δεν αρκείτο μόνον στον πόλεμο των λογισμών, αφού μόνον με αυτούς δεν μπορούσε να ανακόψη την αγωνιστικότητα του πατρός Σωφρονίου. Γι’ αυτό του παρουσιαζόταν, και αισθητώς και οφθαλμοφανώς, και του μιλούσε. Κάποια μέρα, μάλιστα, καθώς ο ίδιος ο Παππούλης μας έλεγε, ο διάβολος εμφανίσθηκε μπροστά του και του είπε: «Εγώ είμαι άγγελος και πέσε κάτω να με προσκύνησης». Όταν, όμως, εκείνος τα έλεγε αυτά, ο πατήρ Σωφρόνιος πρόσεξε ότι του έλειπε ένα δόντι και του λέει γελώντας και κοροϊδευτικά: «Δεν είσαι άγγελος, δεν είσαι άγγελος, γιατί σου λείπει ένα δόντι!». Τότε ο διάβολος γυρίζει εξαγριωμένος και του δίνει ένα δυνατό χαστούκι και αμέσως εξαφανίζεται από μπροστά του.

Θαυματουργός εικόνα της Παναγίας, Εθιά Ηρακλείου Κρήτης

Κάποια άλλη μέρα, ο πατήρ Σωφρόνιος κατέβηκε κοντά στην θάλασσα, όπως ο ίδιος έλεγε, και άκουσε μέσα από την θάλασσα την Παναγία μας να του μιλάη και να του λέη, με την γλυκειά φωνή της: «Παιδί μου, μη φοβάσαι κι εγώ δεν θα σε αφήσω να χαθής». Σε ερώτησι, πως κατάλαβε ότι ήταν η Παναγία μας, απάντησε πολύ φυσικά: «Ε, την Παναγία μας δεν γνωρίζω;».

Και άλλοτε πάλι, έλεγε ότι η Παναγία μας τον αγκάλιασε. «Η Παναγία μου έκανε μια αγκαλιά», μας έλεγε.

Είδε την Αγία Μαρίνα

«Από ενωρίς ο ευλογημένος Κωνσταντίνος εκάρη μοναχός. Η ωριμότητα και η αποφασιστικότητά του φάνηκε αμέσως. Το αίσθημα και το χρέος της ξενιτείας τον συνείχε απόλυτα. Επεδίωκε να μην ξενυχτάη ποτέ έξω από το μοναστήρι. Όταν, κάποια φορά, αυτό στάθηκε αδύνατο και αναγκάσθηκε να παραμείνη στο πατρικό του σπίτι, είδε στο εικονοστάσι να βγαίνει η Αγία Μαρίνα από την εικόνα της, κρατώντας τον πειρασμό από τα κέρατα και δείχνοντάς του τον, του είπε: «Αυτός σας βάζει τους λογισμούς, να μην ακούτε τον Γέροντα και να νυστάζετε στις Ακολουθίες».

Στρατιωτική θητεία

Ο πατήρ Σωφρόνιος, όταν έφθασε την ηλικία των εικοσιτριών ετών, έπρεπε να πάη στρατιώτης, διότι τότε οι μοναχοί δεν απαλλάσσοντο των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων.

Η Μονή τον ετοίμασε σχετικά, τον εκούρεψε, του έκοψε δηλαδή τα μαλλιά και τα γένεια, και του τα φύλαξε, γιατί έτσι γινόταν τότε.

Παρουσιάσθηκε στο Μεγάλο Πεύκο, στις 24 Ιανουαρίου του 1954. Υπηρέτησε στο Μηχανικό και ήταν βοηθός μαγείρου. Κατόπιν, πήρε μετάθεσι για την Θεσσαλονίκη.

Στον στρατό ο Γέροντας ήταν υπόδειγμα υπακοής και εργατικώτατος, γι’ αυτό τον αγαπούσαν όλοι, από τον Διοικητή έως τον πιο απλό στρατιώτη. Ποτέ δεν θεώρησε αγγαρεία οποιαδήποτε εργασία του ανέθεταν, αλλά την έκανε με αγάπη, σωστά και καλά. Ο αξιωματικός υπηρεσίας τον σταματούσε πολλές φορές με το ζόρι, για να ξεκουρασθή.

Το ήθος και ο ακέραιος χαρακτήρας του πατρός Σωφρονίου έκανε ακόμη και τα πειραχτήρια του στρατού να αργούν, παρ’ όλο που ξέρανε ότι είναι καλόγερος.

Τις νηστείες τις κρατούσε όλες: Πάσχα, Χριστούγεννα, 15 Αυγούστου, Αγίων Αποστόλων και, φυσικά, Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή. Πώς τα κατάφερνε; Ένας συνάδελφός του, μάγειρας, έλεγε σχετικά: «Μέχρι και ελιές, ψωμί και κρεμμύδι έτρωγε μόνον, αρκεί να μη χαλούσε τις διατεταγμένες νηστείες της Εκκλησίας μας».

Κάθε ημέρα, ο Διοικητής του επέτρεπε να αποσύρεται για λίγο να προσεύχεται, πέραν της γενικής Προσευχής, επειδή εγνώριζε ότι ήταν καλόγερος. Τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές του έδινε άδεια να πηγαίνη στον Ιερό Ναό του Αγίου Ελευθερίου Θεσσαλονίκης, να εκκλησιάζεται και να ψέλνη.

Το επίδομα των στρατιωτών, τότε, ήταν 53 δραχμές τον μήνα. Φυσικά, του Παππούλη αυτό το ελάχιστο ποσό όχι μόνο του έφθανε, αλλά με αυτό έκανε ελεημοσύνες, «δάνειζε» τους συναδέλφους του, έδινε σ’ όποιον του ζητούσε.

Στον στρατό ο πατήρ Σωφρόνιος αρρώστησε βαρειά. Έκανε υψηλό πυρετό 40°-41°, που δεν έπεφτε. Η κατάστασί του ήταν απελπιστική. Τότε του έκαναν έφοδο χιλιάδες δαίμονες, για να τον τρομάξουν και να τον τρομοκρατήσουν. Όμως, μόνο μέχρι γύρω-γύρω στο κρεββάτι μπορούσαν να φθάσουν. «Αγγίζανε το κρεββάτι», όπως έλεγε ο ίδιος, «αλλά επάνω δεν μπορούσαν να ανέβουν. Γύρω-γύρω μόνο».

Οι γιατροί δεν μπορούσαν να βρουν την αιτία. Νοσηλεύθηκε στο 424 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Η κατάστασί του, αντί να βελτιώνεται, χειροτέρευε. Τον έφεραν στην Αθήνα και νοσηλεύθηκε σε διάφορα νοσοκομεία. Τελικά, βρέθηκε ότι πάσχει από την νόσο του Χάνσεν, την γνωστή λέπρα, και μεταφέρθηκε στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αθηνών.

Ο πατήρ Ευάγγελος Παπανικολάου, ο και ιατρός, θυμάται που του έλεγε ο Παππούλης μας:

«»Με παίρνουν φαντάρο και με στέλνουν στην Θεσσαλονίκη. Εκεί αρρώστησα κι άλλο. Με πάνε στον στρατιωτικό γιατρό, μου λέει: «Έχεις αφροδίσια».»Τί έχω;».»Αφροδίσια, τα κόλλησες από γυναίκα». Γελώ, Βαγγέλη μου, γελώ. «Γιατρέ μου, άλλο πράγμα έχω», του λέω. «Δεν έχω αφροδίσια». Ακούς, Βαγγέλη, αφροδίσια», και γέλαγε, γέλαγε. «Και τι έγινε, Γέροντα;», ερώτησα. «Είμαι στο λεωφορείο και έλεγα: «Παναγία μου, Καλυβιανή, τι αρρώστια έχω εγώ;».Με πλησιάζει ένας άνθρωπος και μου λέει: «Πάτερ, να σου πω, είσαι άρρωστος από λέπρα, να πας στο νοσοκομείο, στην Αθήνα. Είμαι κι εγώ άρρωστος άπ’ αύτό.Να πάς στο νοσοκομείο στην Αγία Βαρβάρα»». Επήγε ο πατήρ Ευμένιος στο νοσοκομείο, τον είδαν και του άρχισαν την θεραπεία. Εκεί συνάντησε τον πατέρα Νικηφόρο, που ευωδιάζουν τα λείψανά του».

Και ο Μόρφου Νεόφυτος μας έλεγε:

«Υπήρχε τότε ένας νόμος, που έλεγε ότι έπρεπε οι καλόγεροι, όταν ήταν σε νεανική ηλικία, να πάνε στρατιωτικό. Και τον ξύρισαν. Φανταστείτε τώρα, τον κούρεψαν. Κι αυτός πήγε. Πήγε στον στρατό, στην Θεσσαλονίκη, κι εκεί, για πρώτη φορά, φάνηκε το πρόβλημα της ασθένειας του Χάνσεν, της λέπρας.

«Και ήμουν», λέει, «ξαπλωμένος σ’ ένα κρεββάτι και είχα πάρα πολύ πυρετό. Κι εκείνη την ώρα μου είπαν: «Άκουσε, πάτερ Σωφρόνιε, είσαι άρρωστος, πολύ βαρειά άρρωστος, και δεν μπορείς πια να επιστρέψης στο μοναστήρι σου. Αν πας, θα πρέπη να πας για λίγο και μετά θα πρέπη να σε πάνε στο Νοσοκομείο».

Όταν έμαθε ότι έπασχε από λέπρα, έλεγε: «Χάρηκα πάρα πολύ». «Χάρηκες;», του λέω. «Ναι, με γέμισε απέραντη χαρά. «Οσο πιο μεγάλη ασθένεια, τόσο πιο μεγάλος σταυρός, τόσο πιο μεγάλη Ανάστασι. Και είπα: Πώ, πώ, πώ, μεγάλο δώρο μου έδωσες, Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ, Χριστέ μου, που μου έδωσες μεγάλο σταυρό. Θα έχω μαζί Σου μεγαλύτερη συμμετοχή στα πάθη Σου, αλλά και μεγαλύτερη συμμετοχή στην Ανάστασί Σου». Άκου ο άνθρωπος! Και ήταν μόλις 20 χρόνων».

Αδιάλειπτος αγώνας

Στον αντιλεπρικό Σταθμό Αθηνών, ο πατήρ Σωφρόνιος νοσηλεύτηκε επιτυχώς και θεραπεύτηκε τελείως. Η ασθένεια δεν του άφησε καμμία παραμόρφωσι, ούτε το παραμικρό σημάδι.

Μετά την θεραπεία του από αυτή τη σοβαρή ασθένεια, παρέμεινε μέσα στον Αντιλεπρικό Σταθμό, από αγάπη για τους πάσχοντας αδελφούς του. Η Διεύθυνσι του Σταθμού, επειδή ήταν μοναχός, του παρεχώρησε ατομικό κελλάκι, δίπλα στο εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων. Στο κελλάκι αυτό ο Παππούλης πέρασε όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Εκεί ξανάρχισε τους πνευματικούς αγώνες, που είχε στερηθεί λόγω του στρατού και της ασθενείας του.

Καθημερινές ασχολίες του πατρός Σωφρονίου ήταν η φροντίδα για την ευπρέπεια του Ναού, στον οποίο ανέλαβε και καθήκοντα ιεροψάλτου, και η περιποίησι ασθενών, που ήταν παράλυτοι και δεν είχαν κανένα να τους φροντίση.

Ακόμη, έφτιαχνε λιβάνι και το μοίραζε σε μοναστήρια και ναούς, και γέμισε τους θαλάμους με ιερές εικόνες και πνευματικά βιβλία.

Τα καλοκαίρια πήγαινε για μήνες στο Άγιο Όρος, στο οποίο αναπαυόταν πολύ.

Πήγαινε επίσης στην Κρήτη, στην Μονή της μετανοίας του και στην Ιερά Μονή Καλυβιανής, όπου συνεδέθη με τον ιδρυτή της Μητροπολίτη Τιμόθεο, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Κρήτης.

Όταν έκλεισε το Λωβοκομείο της Χίου, του έστειλε ο Άγιος Άνθιμος τον Οσιώτατο μοναχό Νικηφόρο, τυφλό και παράλυτο. Ο πατήρ Σωφρόνιος τον υπηρέτησε με όλη του την ψυχή και καρδιά και τον είχε πνευματικό πατέρα και οδηγό.

Ο αντίδικος, όμως, διάβολος φθόνησε την καλή πολιτεία του αγωνιστού Σωφρονίου και τον πολέμησε με σφοδρότητα και τον ταλαιπώρησε πολύ. Τον απάλλαξε διά παντός άπ’ αυτόν η Χάρις του Θεού και της Κυρίας Θεοτόκου.

Το 1975, σε ηλικία σαραντατεσσάρων ετών, ο μοναχός Σωφρόνιος χειροτονήθηκε εις πρεσβύτερον και πήρε το όνομα Ευμένιος. Ο πατήρ Ευμένιος συνέχισε τη ζωή του στο Λοιμωδών ως Ιερεύς, διεκρίθη δε και ως άριστος πνευματικός.

Μετά την πτώσι του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Ρωσσία, πήγε προσκυνηματικό ταξείδι στη Μόσχα, στην Πετρούπολη και στο Κίεβο.

Με την επιστροφή από εκεί, άρχισαν τα άλλα μεγάλα προβλήματα υγείας: σάκχαρο, ανεπάρκεια νεφρών, προβλήματα οράσεως και τα πόδια του, που έλεγαν οι γιατροί να του τα κόψουν. Έμπαινε και έβγαινε συνεχώς σε νοσοκομεία.

Παρ’ όλα αυτά, όμως, έκανε ακόμη μερικά ταξείδια και συνέχιζε τα ιερατικά του καθήκοντα εις το ακέραιον: Ιερές Ακολουθίες και ατελείωτες επισκέψεις σε σπίτια πνευματικών του παιδιών για αγιασμούς, ευχέλαια και εξορκισμούς.

Αυτό κράτησε πάνω από οκτώ-δέκα χρόνια, οπότε μπήκε για τελευταία φορά στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου, στις 23 Μαΐου 1999, απεδήμησε εις Κύριον σε ηλικία έξηνταοκτώ ετών.

Ακολουθούν κάποιες μαρτυρίες από τις τελευταίες εκείνες ώρες.
        
Ο Γέροντας Ευμένιος Σαριδάκης με τον μετέπειτα μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτο τότε ως διάκονο στη Ρωσία

Στην ημέρα της εορτής τους…

Τον σεβαστό Πατέρα Ευμένιο, τον αγαπημένο μας «Παππούλη», εκάλεσε ο Κύριός μας κοντά του στις 23 Μαΐου του έτους 1999, ημέρα Κυριακή, στην μνήμη των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων, της εν Νικαία Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, γύρω στις τέσσερεις το απόγευμα, ενώ ευρισκόταν στο θεραπευτήριον Ευαγγελισμός.

Ας σημειωθή, ότι ο Πατήρ Ευμένιος ανήκε στην Μητρόπολι Νικαίας και είναι άξιον θαυμασμού το ότι εφάνη ωσάν να ήλθαν οι Άγιοι προστάτες της μητροπολιτικής του περιφέρειας να παραλάβουν το εκλεκτό και υπερευλογημένο τέκνο τους, την ημέρα της εορτής τους.

Η εξόδιος Ακολουθία εψάλη εις τον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων, τον οποίο διεκόνησε η αγιότητά του με περίσσια αυταπάρνησι.

Ο ενταφιασμός του έγινε την επομένη ημέρα στην ιδιαιτέρα του πατρίδα, το χωριό Εθιά, του νομού Ηρακλείου.

Αποχαιρετισμός

«Δεν μπορώ να περιγράψω την θλίψι, που είχε στο πρόσωπό του, όταν για τελευταία φορά κλείδωνε την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, των γλυκύτατων και αγαπημένων του Αγίων, όπως συνήθιζε να λέη, και αποχαιρετούσε το άγιο κελλί του. Και τις τελευταίες ευχές για το Ίδρυμα: «Την ευχή μου να έχετε όλοι, την ευχή μου να έχετε όλοι», επαναλάμβανε, ενώ τον έπνιγε ένα βουβό κλάμα, καθώς περνούσαμε για τελευταία φορά τους δρόμους της αγαπημένης του Αθήνας.

Ευλογούσε συνέχεια και έλεγε: «Ωραία που είναι η Αθήνα! Ωραία Αθήνα, ευλογημένη Αθήνα! Τίποτε άλλο δεν υπάρχει πιο ωραίο από την Αθήνα». Ευλογούσε τους δρόμους, την Ομόνοια, την Αγορά, την Μητρόπολι, την Βουλή των Ελλήνων, τους πάντες και τα πάντα.

Ανεξίτηλα έχουν μείνει στην μνήμη μου τα λόγια, που είπε την Πέμπτη 29 Απριλίου του 1999, τα μεσάνυκτα: «Σήμερα ήθελαν πάλι να μου κάνουν αιμοκάθαρσι δύο ώρες. Με τρύπησαν επτά-οκτώ φορές. Με τρύπαγαν αυτές, με τρύπαγαν σαν τον Δεσπότη Χριστό. Μαρτύρησα, μαρτύρησα σαν τον Δεσπότη Χριστό. Γιατί το κάνουν αυτές αυτό;» «Γέροντα», του απαντώ, «δεν θα ήξεραν οι νοσοκόμες». «Θέλετε να αλλάξουμε γιατρούς και νοσοκομείο», του πρότεινα. «Μπά, δεν χρειάζεται», μου απαντάει. «Μου αρέσει πολύ ο Ευαγγελισμός…»».

Ο τελευταίος Εσπερινός


«Για τελευταία φορά ο Γέροντας εισήχθη στον Ευαγγελισμό στις 17 Δεκεμβρίου του 1997 (εορτή του Αγίου Διονυσίου).

1η Μαΐου του 1999. Δεν αισθάνεται καθόλου καλά.

2α Μαΐου. Τον θυμάμαι το βράδυ εκείνο της Κυριακής, με το ραδιοφωνάκι στα χέρια, να παρακολουθή τον Εσπερινό του Αγίου Πέτρου, πολιούχου Άργους. Ήταν ο τελευταίος Εσπερινός, που άκουγε.

3η Μαΐου, 4η Μαΐου, ο Γέροντας χειροτέρευε. Από τους γιατρούς καμμία βοήθεια. Έλεγε συνέχεια: » Ελάτε, πεθαίνω, πεθαίνω, πεθαίνω…».

5η Μαΐου έως 23η Μαΐου, πονούσε φοβερά όλες αυτές τις ημέρες.

Στις 23 Μαΐου του 1999, την Κυριακή των Αγίων Θεοφόρων Πατέρων, στις 4:10 μ.μ., εκοιμήθη».

Μετά την κοίμησί του επιτελεί πολλά και μεγάλα θαύματα, όπως το ομολογούν άνθρωποι που υεργετήθηκαν η αυτόπτες μάρτυρες. Ο βίος του υπήρξε αρετή και η αρετή βίος.

Πηγή: Σίμωνος Μοναχού, Πατήρ Ευμένιος – Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, Επιμέλεια κειμένου: Μαίρη Αποστολάρα, Πρώτη Έκδοσι, Δεκέμβριος 2009.

 https://www.pemptousia.gr/2023/05/patir-evmenios-o-krifos-agios-tis-epo/

Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2023

Άγιος Ευμένιος ο νέος _ Αυτός που θέλει ν’ αποκτήσει αρετές, να ξεκινά από την ταπείνωση. Χωρίς ταπείνωση θα γίνει περίγελο των δαιμόνων, είναι σαν να θέλει να οικοδομήσει πάνω στην άμμο.

                     Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο

Να βλέπουμε τις αρετές των άλλων και τα δικά μας ελαττώματα. Έτσι θέλει ο Θεός. Έτσι είν’ ωραία.
Εάν νομίζεις πως έχεις αρετές δεν έχεις τίποτα. Όποιος πει πως είναι άγιος δεν είναι. Οι Άγιοι ποτέ δεν είπαν ότι ήσαν Άγιοι.
Όσο ταπεινώνεται ο άνθρωπος, τόσο αγιάζεται.
Οι θλίψεις και ο πόνος μας φέρνουν πιο κοντά στον Θεό. Όλα τα ξεπερνά κανείς με την πίστη στο Θεό.
Αν συγχωρείς τους εχθρούς σου και υπομένεις τις θλίψεις είσαι στο δρόμο του Θεού.
Όταν είμαστε ταπεινοί και πράοι ο Θεός θα μας δώσει χαρίσματα. Γι’ αυτό να πιστεύομε και να λέμε πως είμαστε «αχρείοι δούλοι», όσα καλά κι αν έχομε.
Μη λες τι κάνουν οι άλλοι, μόνο τι κάνεις εσύ.
Μην κατηγορήσης ποτέ κανένα ιερωμένον ή αφιερωμένον εις τον Θεόν ούτε τους κοσμικούς ούτε τους μεγαλύτερους αμαρτωλούς και αν ακόμα τους βλέπης να αμαρτάνουν. Όλους τους ανθρώπους, που κατοικούν εις την γην και τους κοιμηθέντας από κτίσεως κόσμου να τους βλέπομε αγίους και δικαίους και μόνον τον εαυτό μας να βλέπομε αμαρτωλόν, τελευταίον όλου του κόσμου και άξιον κατακρίσεως και πολλών τιμωριών. Είναι καλόν και θεάρεστον να πεθάνομε διά τον κόσμον διά να ζήσωμε αιωνίως με τον Θεόν…

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2022

Άγιος Ευμένιος – άγιος Πορφύριος, Συνάντηση αγίων!

 

Ο άγιος Πορφύριος (1906-2001) και ο άγιος Ευμένιος (1931 – 1999).

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Μας έλεγε ο Γέρων Γαβριήλ, από το Κουτλουμουσιανό κελλί του Οσίου Χριστοδούλου, στο Άγιον Όρος, ότι πήγε κάποια ημέρα ο πατήρ Ευμένιος [νυν άγιος Ευμένιος] να ιδή τον Γέροντα Πορφύριο [νυν άγιος Πορφύριος] και, την ώρα της Θείας Λειτουργίας βλέπει ο πατήρ Ευμένιος αγγέλους μέσα στον ναό και γύρω από τον γέροντα Πορφύριο [νυν άγιο Πορφύριο].

Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία , λέει ο π. Ευμένιος στον γέροντα Πορφύριο:
– Γέροντα, εσείς είστε άγιος άνθρωπος, είδα αγγέλους να σας περιβάλλουν.

Και του απαντά ο π. Πορφύριος:
– Εγώ, μωρέ, είμαι άγιος, ή εσύ που τους είδες;

Από το βιβλίο του Μοναχού Σίμων, «Πατήρ Ευμένιος, Ο ποιμήν ο καλός και θαυματουργός».

Άγιος Ευμένιος – άγιος Πορφύριος, Συνάντηση αγίων! | Πεμπτουσία (pemptousia.gr)

Δευτέρα 23 Μαΐου 2022

Η «θριαμβευτική» τελευταία αναστάσιμη ακολουθία του Οσίου Ευμενίου!

 Ο Όσιος Ευμένιος Σαριδάκης ( 1η Ιανουαρίου 1931- 23 Μαΐου 1999 )


 Η «θριαμβευτική» τελευταία αναστάσιμη ακολουθία που τέλεσε μόνος του
Ο πατήρ Ευάγγελος Παπανικολάου, ιατρός, και τότε ιεροψάλτης, μας μεταφέρει γλαφυρά την τελευταία Ανάστασι που έκανε κοντά στον πατέρα Ευμένιο (νυν όσιος Ευμένιος):

Μεγάλο Σάββατο βράδυ. Ο Γέροντας, λαμπροφορεμένος, υποδεχόταν τον κόσμο και έπαιρνε τις λειτουργιές. Είχε ετοιμάσει τα καντήλια από νωρίς. Έτοιμα όλα, φώτα σβηστά.
Άρχισε το «Ευλογητός», πήρε καιρό μέσα στα μαύρα του τα ράσα, με τους βοστρύχους των μαλλιών και των γενιών του να λάμπουν. Σοβαρός-σοβαρός. Ανοιγόκλεινε την πόρτα, παραπατούσε, αλλά έτρεχε κιόλας, προσκυνούσε τις Δεσποτικές εικόνες, τον θρόνο, έμπαινε στο Ιερό, έπαιρνε τις λειτουργιές, ψέλναμε τον Κανόνα «Κύματι θαλάσσης».
Δεν είχε ο Γέροντας χρόνο κοσμικό, είχε χρόνο λειτουργικό.
Μαζευόταν ο κόσμος, πολύς κόσμος. Χριστιανοί, που τον αγαπούσαν, αλλά και άλλοι από την γειτονιά δρασκέλιζαν την μάντρα, σκύβοντας από το μικρό πορτάκι, άρρωστοι, νοσοκόμες, γιατροί.
Καθυστερούσε ο Γέροντας. Σβηστά τα φώτα. Ψέλναμε, ξαναψέλναμε, δεν έβγαινε να πη το «Δεύτε, λάβετε φως».
Έφευγα από το ψαλτήρι να πάω στο Ιερό, μου έλεγε:
– Ξέρω, ξέρω.
Αδημονία.
Οι άλλες εκκλησίες σήμαναν ήδη Ανάσταση, βαρελότα πέφτανε κι αυτός δεν έβγαινε.
– Ξέρω, ξέρω, μου λέει. Όποιος θέλει ας φύγη. Δεν μπορεί. Ας τους βάλουμε στην εκκλησία, τα προβατάκια του Χριστού μας, Βαγγέλη. Μέσα στην κιβωτό είναι μια φορά τον χρόνο. Ας καθυστερήσουν. Ψάλλε εσύ, ψάλλε.
– Τα είπα, Γέροντα, πάλι και πάλι.
Τέλος πάντων, βγήκε. Άλλο πανηγύρι. Εκουνούσε την λαμπάδα γελώντας, βλέποντας το φως. Έπεφταν οι Χριστιανοί κι εκείνος εκουνούσε την λαμπάδα του. Πήραν το φως, διαδόθηκε παντού, έξω στις αυλές.
Ψέλναμε: «Την Ανάστασίν Σου, Χριστέ Σωτήρ».
Βγήκαμε, καθυστερούσε, χαιρετούσε, ευλογούσε, σταύρωνε. Ανέβηκε σε ένα πεζούλι, απέναντι από τον ναό, και πήγαινε πέρα-δώθε. Γελούσε, έλαμπε το πρόσωπό του, σωστό παιδί. Ο κόσμος περίμενε το Ευαγγέλιο.
Αφού «έπαιξε» κάμποσο, πηγαίνοντας πέρα- δώθε, εστάθη. Άνοιξε το Ευαγγέλιο, δόξασε την Αγία Τριάδα, διάβασε το κείμενο, το εωθινό, όχι το σύνηθες, αλλά το άλλο, το μεγαλύτερο. Δόξα σοι, είπε το «Χριστός Ανέστη», χτύπησαν οι καμπάνες. Δεν είχαν πολλά βαρελότα. Ψέλναμε όλοι, όλος ο λαός. Νέα χαρά τώρα.
– Χριστός Ανέστη, φώναζε.
Περιδιάβαινε στο πεζούλι, μετά χάθηκε στον κόσμο. Είχε πάει ώρα 1:30. Μπήκαμε στην εκκλησία.
– Ψάλτε, ψάλτε, έλεγε.
Λιβάνιζε σε κάθε ωδή. Ψέλναμε τις Καταβασίες.
Εάν μας ξέφευγε κανένα τροπάριο και το λέγαμε μόνο μια φορά, αυτός μας έλεγε:
– Πες το πάλι.
Μνημόνευε στην πρόθεση χιλιάδες ονόματα. Είχε πάει 2:30 το πρωί. Ο κόσμος είχε εγκλωβιστή.
Μόνον οι Έλληνες ξέρουν τι σημαίνει, να πας κάπου να αναστήσης και μετά να πας να φας. Ακόμα και οι Χριστιανοί θέλουν να είναι 2 η ώρα στο τραπέζι κι εμείς μόλις που είχαμε αρχίσει.
Είπα το «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε», τον Απόστολο, διαβάστηκε και το Ευαγγέλιο και ήρθε η ώρα των κατηχουμένων. Τρεις την νύχτα άρχισε να μνημονεύη τους ζωντανούς, χιλιάδες ονόματα. Πολλοί έφυγαν από την εκκλησία.
Πήγε η ώρα 4:00 κι ακόμα να βγουν τα Άγια.
Τέλος πάντων, ευδόκησε να πάψη τα μνημόνια.
Βγήκαν τα Άγια κι άρχισε πάλι να μνημονεύη. Μπήκα στο Ιερό και μου λέει:
– Χαίρονται, Βαγγέλη μου, χαίρονται οι πεθαμένοι.
Κι εγώ του απαντώ:
– Δεν ξέρω αν χαίρωνται οι πεθαμένοι. Οι ζωντανοί όμως;
Μου λέει:
– Χαίρονται κι αυτοί Βαγγέλη μου, ψάλλε, ψάλλε.
Και τι να ψάλω; Περίμενα να τελειώση. Τελείωσε, μας κοινώνησε όλους, μας έδωσε όλα του τα κρασιά και τα πρόσφορα και τ’ αυγά, και φύγαμε κατά τις 5:00.
Σκέφθηκα: «Δεν ξανάρχομαι του χρόνου, απαπαπά»!
Τον επόμενο χρόνο όμως, δεν λειτούργησε. Ήταν η τελευταία πασχαλιάτικη Λειτουργία, που έκανε μόνος του, μόνος με το ποίμνιό του, ο ποιμένας ο καλός, ο ευλογημένος.
(Απόσπασμα από το βιβλίο του Μοναχού Σίμωνος, «Πατήρ Ευμένιος, ο ποιμήν ο καλός και θαυματουργός».)
Πηγή : Πεμπτουσία

Θαυμαστή επέμβαση του Οσίου Ευμενίου(Μαρτυρία)

                                          

Σε εκπομπή, που παρουσίαζε ο δημοσιογράφος Μάκης Τριανταφυλλόπουλος, παρευρισκόταν και ο τραγουδιστής Σταμάτης Κόκοτας. Το θέμα της εκπομπής ήταν για τα θαύματα και ο τραγουδιστής διηγήθηκε μια προσωπική εμπειρία που είχε.
Βρισκόταν στον Ευαγγελισμό, για να επισκεφθή κάποιον γνωστό του. Περνώντας από τα δωμάτια, είχε δει τον πατέρα Ευμένιο [Όσιος Ευμένιος Σαριδάκης (1931-1999)].
Όπως ήταν στον διάδρομο και μιλούσε, σε ένα δωμάτιο πιο πέρα γινόταν αναταραχή, ο κόσμος έκλαιγε. Πήγε και ρώτησε, τι συμβαίνει. Ήταν ένα κορίτσι που το περιμένανε.
Οι γιατροί έλεγαν, πως δεν έχει ζωή, μέχρι το πρωί θα έχη τελειώσει.
Ο τραγουδιστής τους λυπήθηκε και τους είπε ότι σ’ ένα δωμάτιο ασθενής ήταν ένας ιερεύς, να τον φωνάξουν, να διαβάση κάτι στο παιδάκι.
Ήρθε ο Παππούλης και τους έλεγε:
– Μην κλαίτε. Καλά είναι.
Τους έβγαλε όλους έξω και έκανε προσευχή. Το παιδί συνήλθε και ζήτησε να φάη.
– Αυτό έγινε μπροστά στα μάτια μου, είπε ο τραγουδιστής.
Μετά από αυτό το γεγονός, οι δημοσιογράφοι πήγαν στο Λοιμώδων και βρήκαν τον πατέρα Ευμένιο [ήταν εφημέριος εκεί], ο οποίος, όμως, δεν ανέφερε τίποτε για το γεγονός αυτό στην συνέντευξη.
Ανέφερε μόνο ένα δικό του περιστατικό, πως είχε πρόβλημα στο πόδι και η Παναγία τον έκανε καλά.

Από το βιβλίο του Μοναχού Σίμωνος, “Πατήρ Ευμένιος, ο ποιμήν ο καλός και θαυματουργός”.

πηγή 

Προσκυνητής (proskynitis.blogspot.com)

Από την χθεσινή αγρυπνία στην Μονη Κουδουμά. Άγιε του Θεού Ευμενιε πρέσβευε υπέρ ημών.

 


Παρασκευή 15 Απριλίου 2022

Αγιοκατάξη Γέροντα Ευμενίου, Μια πρώτη Ανάσταση πριν την πρώτη Ανάσταση!

Ο άγιος Ευμένιος.

Αίφνης σαν να διεράγει Tο πετρόκτιστο μνήμα του αγίου Γέροντα Ευμενίου και αναστήθηκε ολόσωμος ανασηκώνοντας και όλους εμάς μαζί του!

Εμάς που τις μέρες αυτές ζούμε μια ζωή εν τάφω από τις επιπτώσεις της πανδημίας, τον πόλεμο από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και τα ολοκαυτώματα τόσων ψυχών στρατιωτών και από τις δύο πλευρές, αλλά και πλήθους αμάχων!

Νεκρές ψυχές οι ζωές μας και απαραμύθητες που η αγιοκατάταξη αυτή από τον φιλάγιο Οικουμενικό μας Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο και την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου έρχεται να μας δώσει μηνύματα ελπίδας, αγάπης και διαρκή αναστάσιμα φανερώματα και αποδείξεις!

Γιατί οι άγιοι μας αποτελούν αποδείξεις και αποδεικτικά τεκμήρια αναστάσεως!

Και ως πρώτη απόδειξη, τεκμήριο διαβάστε το εξής:
Μετά την κοίμηση του Γέροντα, μία έγκυος πήγε με την πεθερά της στο σπιτάκι του νέου αγίου μας! (Ναι του αγίου μας Ευμενίου)! Εκεί τους περίμενε η κυρία που είχε το κλειδί του σπιτιού! Με έστειλε ο άγιος, τους είπε! Τους άνοιξε και μπήκαν μέσα για να ευλογηθούν! Όσο ήταν μέσα η έγκυος ήταν λουσμένη στο κλάμα και τα δάκρυα!

Όταν έφυγαν η πεθερά την ρώτησε: «Και συ γιατί πλάνταξες στο κλάμα, αφού δεν τον ήξερες»; Και αυτή της απάντησε: «Ο Γέροντας ήταν εκεί και μιλήσαμε! Και μου είπε ότι θα πάνε όλα καλά»!

Το μνήμα του αγίου Ευμενίου στο χωριό του την Εθιά Ηρακλείου Κρήτης.

Ναι, ο θάνατος νικήθηκε για μια ακόμη φορά και αυτό δηλώνει η νέα αγιοκατάταξη!

Και κάθε άγιος και κάθε αγιοκατάταξη!

Και όχι μόνον αυτό! Σημαίνει, επίσης, πως και ότι και αν συμβαίνει μέσα μας, και γύρω μας και πιο πέρα, υπάρχει πάντα κάτι πολύ μεγαλύτερο που μπορεί να μας σηκώσει όλους πολύ ψηλά και πάνω από όλα τα προβλήματά μας!

Η Ανάσταση! Η κοινή Ανάσταση!

Και ας μου επιτραπεί να υποστηρίξω, και με μια δόση χαριτολογήματος, πως και ο ίδιος ο γελαστός και κρυφός άγιος του περασμένου αιώνα πανηγύρισε και ο ίδιος τη χθεσινή δική του αγιοκατάταξη ανακράζοντας: Άγιος, Άγιος, Άγιος, όπως εντελώς παραδόξως έλεγε και στη δική του χειροτονία για τον εαυτό του: «άξιος»!

Και δεν το έλεγε ούτε από εγωισμό ούτε από έπαρση! Αλλά επιβεβαίωνε (εν αφελεία βεβαίως) την άξια και τίμια είσοδό του στον κόσμο της Ιερωσύνης!

Γιατί φαίνεται πως ο άνθρωπος αυτός πλάστηκε για να γίνει και άξιος για την ιερωσύνη και προπαντός άγιος!

Ναι ο άξιος άγιός μας Ευμένιος! Ο απλός, ο γλυκύς, ο χαρούμενος, ο γελαστός, ο εγκάρδιος, ο αναστάσιμος!

Αγιοκατάξη Γέροντα Ευμενίου, Μια πρώτη Ανάσταση πριν την πρώτη Ανάσταση! | Πεμπτουσία (pemptousia.gr)

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2022

Γέροντας Ευμένιος, Αυτός, τι παπάς είναι;

Γέροντας Ευμένιος Σαριδάκης (1931-1999).

 

(Επιμέλεια Στέλιο Κούκος)

Επειδή ήταν μοναχός, η διεύθυνση του Σταθμού του παραχώρησε ένα ατομικό κελλί δίπλα στο εκκλησάκι του των Αγίων Αναργύρων, το οποίο εκείνος επέκτεινε, προσθέτοντας αποθηκευτικούς χώρους και κουζίνα.

Στο κελλί αυτό ο Παππούλης μας [ο Γέροντας Ευμένιος] πέρασε όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Το δωμάτιο του ήταν απλό απέριττο. Κοιμόταν σ’ ένα σιδερένιο νοσοκομειακό κρεββάτι. Το πάτωμα ήταν τσιμεντένιο, θέρμανσι δεν είχε.

Πότε-πότε έβαζε μια ηλεκτρική σομπίτσα ή ένα ηλεκτρικό καλοριφέρ.

Στο Αρχονταρίκι του (χώρο υποδοχής), εκτός από το τραπέζι και τις καρέκλες για τους επισκέπτες, έβαζε και μια τεράστια σκάλα, που χρησιμοποιούσαμε για τις εργασίες.

Στον πατέρα Ευμένιο άρεσε πολύ το μπλε χρώμα.

Μια φορά, που κάποιες κυρίες τον έπεισαν να ανακαινίσουν λίγο το κελλί του, τον ρώτησαν, τι χρώμα να κάνουν τα παράθυρα, και είπε, μπλε. Τις πόρτες, μπλε. Το κρεββάτι, μπλε. Το πάτωμα, μπλε.

Καί συνέβη, και το εξής χαρακτηριστικό.

Όταν κάποτε πρότεινα στον Παππούλη, να βάψουμε τον Ναό, και μου είπε «Ναι», έφερα ένα συνεργείο με πολύ σοβαρούς ανθρώπους για να τον βάψουν.

Εκείνοι ρώτησαν:
– Τι χρώμα να τον κάνουμε;

Και ο Παππούλης είπε:
– Φτιάξτε ο,τι θέλετε.

Ο τεχνίτης, χωρίς να έχει σκεφθεί κάτι από πριν, ανακατεύοντας τα χρώματα, είδε να του βγαίνη ένα πολύ γλυκό γαλάζιο χρώμα.

Και τότε είπε ο πατήρ Ευμένιος:
Αυτό ήταν που ήθελα!

Την άλλη, ημέρα, μου είπε ο υπεύθυνος του συνεργείου:
– Αυτός, τι παπάς είναι;

Όταν του είπα, ότι είναι ένας απλός παπάς, αυτός είπε:
– Όχι, αυτός δεν είναι ένας απλός παπάς, είναι κάτι άλλο.

Και τότε μου εξήγησε, πως τα χέρια του έφτιαξαν από μόνα τους το χρώμα που ο Γέροντας ήθελε.

Από το βιβλίο του Μοναχού Σίμωνος, «Πατήρ Ευμένιος, Ο ποιμήν ο καλός και θαυματουργός».

Γέροντας Ευμένιος, Αυτός, τι παπάς είναι; | Πεμπτουσία (pemptousia.gr)

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021

«ΕΣΥ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΓΙΝΕΙΣ ΙΕΡΕΑΣ»


  Ο π. Ευμένιος γεννήθηκε το 1931 στην Εθιά Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου. Στην Εθιά υπάρχουν δύο εκκλησίες: Η κεντρική είναι αφιερωμένη στην Παναγιά και φυλάσσει θαυματουργό εικόνα της.

  Εκεί η Παναγία είχε εμφανισθεί σαν γυναίκα ντυμένη στα μαύρα κάποια μέρα, που ο πατήρ Ευμένιος, μικρό παιδί τότε, άναβε τα κανδήλια του ναού, και του είπε: “Εσύ μια μέρα θα γίνεις ιερέας”

Όταν ήταν νέος μοναχός και δεν είχε αποκτήσει την εμπειρία απο τον πόλεμο του Πονηρού, υπερηφανεύθηκε ότι νίκησε πια τις πλεκτάνες του Σατανά, τότε ακριβώς εισήλθε μέσα του ο Πονηρός ώστε να τον ταλαιπωρήσει για αρκετό χρονικό διάστημα.

 Κάποτε “κυνηγημένος” έτρεχε στα δύσβατα μονοπάτια απο το χωριό του, Εθιά, προς το μοναστήρι του “Κουδουμά”, πρίν ακόμα φθάσει τον αγκάλιασε η Παναγία και έτσι απαλλάχθηκε απο την ενέργεια του Πονηρού. Μάλιστα του εδώθη πλουσιοπάροχα το διορατικό χάρισμα ώστε να βοηθήσει πολύ κόσμο.

…Όταν αργότερα φορούσε την ιερατική του στολή και έβγαινε στην Ωραία Πύλη για το «Ειρήνη πάσι» ή θυμίαζε την Παναγία μας στο τέμπλο, το πρόσωπό του, συγκρινόμενα με τα απαστράπτοντα άμφια, έλαμπε περισσότερο. 
Ιδιαίτερα μπροστά στην Θεοτόκο, στην Τιμιωτέρα ή στους Χαιρετισμούς, την χαιρετούσε πραγματικά πλημμυρισμένος χαρά και γελούσε μόνος αυτός, σαν να του είπε η Θεοτόκος μιαν ευχάριστη είδηση.
Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου



Συμφέρει η ασθένεια. 
Δέν παρακαλῶ νά γίνω καλά. 
Παρακαλῶ νά μοῦ δίνει ὑπομονή ὁ Θεός. Είναι πιο σπουδαίο να μου δίνει υπομονή, παρά να μου δώσει υγεία...
Γιατί η υπομονή θα μου βρεθεί και στήν άλλη ζωη. Την υγεία τι να την κάνω; 
Η υγεία είναι απαραίτητη μέχρι τον τάφο...
πηγή~ Άγιος Ευμένιος Σαριδάκης

Τρίτη 27 Απριλίου 2021

Η θαυμαστή διήγηση του τραγουδοποιού Σταμάτη Κόκοτα

 Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο

Πολλά τα θαύματά του ,κι ένα του θαύμα , σε εκπομπή του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου , όπου παρευρισκόταν και ο τραγουδιστής Σταμάτης Κόκοτας.
Το θέμα της εκπομπής ήταν για τα Θαύματα και ο τραγουδιστής διηγήθηκε μια προσωπική εμπειρία που είχε.
Βρισκόταν στον Ευαγγελισμό, για να επισκεφθεί κάποιον γνωστό του.
Περνώντας από τα δωμάτια, είχε δει τον Πατέρα Ευμένιο Σαριδάκη.
Όπως ήταν στον διάδρομο και μιλούσε, σε ένα δωμάτιο πιο πέρα γινόταν αναταραχή, ο κόσμος έκλαιγε.
Πήγε και ρώτησε, τι συμβαίνει.
Ήταν ένα κορίτσι που το περιμένανε.
Οι γιατροί έλεγαν, πως δεν έχει ζωή μέχρι το πρωί θα έχει τελειώσει.
Ο τραγουδιστής τους λυπήθηκε και τους είπε ότι σ’ ένα δωμάτιο ασθενής ήταν ένας Ιερεύς, να τον φωνάξουν, να διαβάσει κάτι στο παιδάκι.
Ήρθε ο Παππούλης και τους έλεγε:
- Μην κλαίτε. Καλά είναι!
Τους έβγαλε όλους έξω και έκανε προσευχή.
Το παιδί συνήλθε και ζήτησε να φάει.
- Αυτό έγινε μπροστά στα μάτια μου, είπε ο τραγουδιστής.
Μετά από αυτό το γεγονός, οι δημοσιογράφοι πήγαν στο Λοιμωδών και βρήκαν τον Πατέρα Ευμένιο ο οποίος, όμως, δεν ανέφερε τίποτε για το γεγονός αυτό στην συνέντευξη.
Ανέφερε μόνο ένα δικό του περιστατικό, πως είχε πρόβλημα στο πόδι και η Παναγία τον εκανε καλα.
Ο μακαριστός Γέροντας π. Ευμένιος Σαριδάκης (1931–1999) ειναι ένας σύγχρονος διορατικός και θαυματουργός άγιος, ο οποίος έδρασε με πολύ μεγάλη αγάπη και αυταπάρνηση στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αγίας Βαρβάρας Αθηνών,
συνεχώς δίπλα στον ανθρώπινο πόνο. Μαθητής ο ίδιος και για χρόνια συμπαραστάτης του νεοφανούς αγίου της Εκκλησίας μας, του οσίου Νικηφόρου του Λεπρού (1887–4/1/1964).
Ο Γέροντας, σαν λειτουργός που ήταν στον ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων, δεν έβαζε κανέναν μέσα στο ιερό.
Οι θείες Λειτουργίες αυτού του οσίου Γέροντος συνοδεύονταν με το εξαιρετικά σπάνιο και έκτακτο «σημείο» της ευλογίας και της ευδοκίας του Αγίου Θεού: την ευώδη και άφθονη μυροβλυσία του τοίχου της κόγχης του ιερού, εντός του οποίου αυτός λειτουργούςε.
Διηγείται ένα πνευματικό του παιδί:
«Κάποτε, μετά τη θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων, ξαφνικά με φώναξε. Εγώ, αν και εσωτερικά θλιμμένος, πήγα. Με πήρε και μ’ έβαλε μέσα.
Με παίρνει δίπλα στην αγία Τράπεζα και μου δείχνει την κόγχη. Κοιτάζω... Ο τοίχος ήταν βρεγμένος κι έτρεχε μέχρι κάτω.
Μου λέει μετά: “Τι θα κάνουμε εδώ;”. Και του λέω: “Γέροντα, θα κάνουμε μία μόνωση απ’ έξω, αφού πρώτα θα περάσουν οι γιορτές, για να μη τραβάει υγρασία”.
Μου λέει: “Όχι, ευλογημένε!... Δεν κατάλαβες!...” “Τι δεν κατάλαβα, Γέροντα;”, τον ρωτάω. “Για κοίταξε προσεκτικά!...”, μου λέει. Κοιτάζω κι εγώ. “Αυτό είναι θαύμα!”, μου λέει
-. “Να, πολλές φορές, όταν αρχίζω τη θεία Λειτουργία, μόλις πω: ‘Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος…’, αρχίζει ο τοίχος και στάζει μύρο. Μάλιστα, κάποιες φορές στάζει τόσο πολύ, που τρέχω να τελειώσω τη θεία Λειτουργία, διότι —πού θα πάει;!— σε λίγο θα πλημμυρίσουμε εδώ πέρα!...”.
Άγγιξα το χέρι μου πάνω στον τοίχο και ήταν πράγματι μύρο!... Ευωδίαζε!!...
Και μου λέει
: “Μάλιστα, έχω πάει μύρο με βαμβάκι και το έχω δώσει σε αρρώστους κι έχουν γίνει και θαύματα!” “Πώς γίνεται αυτό, Γέροντα;” τον ρωτάω. “Δεν ξέρω!... Αυτό είναι θαύμα!”.
Και τότε, αμέσως, κάτι άλλαξε μέσα μου. Η θλίψη που είχα εντός μου μεταβλήθηκε σε χαρά!...».
Ένα άλλο, πάλι, πνευματικό του τέκνο μάς αφηγείται:
«Κάτω από τον έναστρο ουρανό, μια εαρινή βραδιά, ο Γέροντας Ευμένιος κι εγώ συνομιλούμε λίγα μέτρα από την εκκλησία.
Δεν θυμάμαι τώρα από ποια ακριβώς αφορμή, μου εξομολογήθηκε ένα εντυπωσιακό του όνειρο, το οποίο ήρθε για ν’ απαντήσει στην αγωνία του, εάν όντως είναι άξιος να ιερουργεί και να είναι λειτουργός των Μυστηρίων του Θεού.
“Είδα”, μου είπε, “ότι ζητούσα από τον Θεό να μου απαντήσει εάν είμαι άξιος να είμαι ιερεύς. Και, τότε, νά ’μαι εμπρός σε έναν υπέρλαμπρο Ναό!...”.
Λέγοντας ο Γέροντας “υπέρλαμπρο”, τόνιζε το “υπέρ” με πολλά “ε”, θέλοντας έτσι να μου δείξει πόσο φως είχε αυτός ο Ναός στο σημαδιακό του ενύπνιο.
Και συνέχισε: “Ο Θεός μ’ έβαλε σ’ αυτόν τον Ναό θυρωρό, λέγοντάς μου ότι, όποιους επιτρέπω εγώ να εισέρχονται, να μπαίνουν μέσα. Και όποιους αποκλείω, να μένουν απ’ έξω!”».
Ο Γέροντας π. Ευμένιος Σαριδάκης εκοιμήθη την Κυριακή 23 Μαΐου του 1999 (Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια), γύρω στις 4 το απόγευμα και σε ηλικία εξήντα οκτώ ετών, και ετάφη δίπλα στον Ναό της Παναγίας του πατρογονικού του χωριού, στην Εθιά (38 χλμ. νότια του) Ηρακλείου Κρήτης. Μέσα σ’ αυτόν τον Ναό, όταν ήταν μικρό παιδί ο Γέροντας, καθώς άναβε τα κανδήλια, του εμφανίστηκε η Παναγία, λέγοντάς του στοργικά: «Εσύ, παιδί μου, μια μέρα θα γίνεις ιερεύς!»...
Η αναξιότητά μας εδεήθη, ελέω Χριστού, να τελέσει οφειλετικά ένα Τρισάγιο στον πέτρινο τάφο του οσίου Γέροντος Ευμενίου, προ επταετίας. Την ευχή και την πρεσβεία του να έχουμε όλοι μας!
Αμήν.
Σίμωνος μοναχού:«Πατήρ Ευμένιος·ο κρυφός Άγιος της εποχής μας»,