Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tα πειράματα στο CERN και το σωματίδιο Higgs - Γεώργιος Τακαρίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tα πειράματα στο CERN και το σωματίδιο Higgs - Γεώργιος Τακαρίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2024

Tα πειράματα στο CERN και το σωματίδιο Higgs : Θεωρίες της Φυσικής και Βιβλική Κοσμολογία σε θέση αντίθεση και σύνθεση - Τακαρίδης Γεώργιος (2)

 Συνέχεια από:Τρίτη 11 Ιουνίου 2024


Τακαρίδης Γιώργος


ΤΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΣΤΟ CERN ΚΑΙ
ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΔΙΟ HIGGS
ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΚΗ
ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ ΣΕ ΘΕΣΗ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΗ

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
που υποβλήθηκε στο Τμήμα Ποιμαντικής και
Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ.
                                                                       ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2012

ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΠΛΕΟΝ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ ΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΕΝ ΜΙΑ ΝΥΚΤΙ ΕΝΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΣΕ ΘΕΟΛΟΓΟ ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΨΕΥΔΟΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΕΠΕΛΕΞΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΝΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΝΙΚΗΤΟΥ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η εργασία αυτή πραγματεύεται ένα θέμα αρκετά δύσκολο και σε κάποιο βαθμό προκλητικό, καθώς το αντικείμενό της φαίνεται να είναι ακραιφνώς επιστημονικό και φιλοδοξεί να το προσεγγίσει μέσα από δύο δρόμους, της Φυσικής και της Θεολογίας. Υπάρχει άραγε κάποια συμβατότητα, κάποιο σημείο που θα μπορούσαν οι δύο αυτοί χώροι να συναντηθούν; Τι σχέση μπορεί να έχει η Θεολογία με το σωματίδιο Higgs; Μήπως το μοναδικό πεδίο συνάντησης είναι αυτό της αντιπαράθεσης; Έχω την αίσθηση ότι δεν πρέπει να βιαστεί κανείς για πρόωρα συμπεράσματα. Είναι πιο συνετό να γίνει ένας απροκατάληπτος διάλογος για τις θέσεις του κάθε χώρου, από όπου μπορούν να προκύψουν είτε συμφωνίες είτε διαφωνίες και εν συνεχεία να βγουν τα συμπεράσματα.

Υπάρχουν βέβαια σε κάποιο βαθμό δικαιολογημένες αντιρρήσεις και ενστάσεις για το διάλογο αυτό από την πλευρά πολλών επιστημόνων, διότι ιστορικά η Εκκλησία πολλές φορές στάθηκε όχι μόνο τροχοπέδη στην πορεία της Επιστήμης, αλλά και φανατική πολέμιός της3. Έτσι πολλοί επιστήμονες είναι επιφυλακτικοί έως και εκ προοιμίου αρνητικοί, υποπτευόμενοι το όψιμο ενδιαφέρον της Εκκλησίας για διάλογο, ως ένα μέσο διάσωσής της από την οριστική απολίθωσή της. Χωρίς διάθεση παραμικρής αντιπαλότητας αξίζει να τονιστεί ότι μία τέτοια στάση απέναντι στην Επιστήμη ποτέ δεν παρατηρήθηκε σε επίπεδο θεσμικό στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Τέτοιες πρακτικές αναπτύχθηκαν στο έπακρο –κατά κανόνα σε θεσμικό επίπεδο– στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η οποία μετά την εκκοσμίκευσή της και την εγκαθίδρυση του θρησκευτικού ουμανισμού οδήγησε τον δυτικό κόσμο στον θρησκευτικό αποχρωματισμό.

Όσον αφορά στην πρόοδο της Επιστήμης δε χρειάζεται να πει κανείς πολλά. Είναι κάτι παραπάνω από προφανής και αντικατοπτρίζεται σε υπερθετικό βαθμό στην καθημερινότητα του ανθρώπου μέσα από τα επιτεύγματα, τα οποία αφενός τον κατακλύζουν και αφετέρου βοούν για την ορθότητα των προβλέψεών της. Η Επιστήμη με τον τρόπο που εργάζεται αποδεικνύει χειροπιαστά ότι ο λόγος της «σαρκώνεται». Η Βιβλική και Αγιοπατερική Θεολογία κηρύττει ότι «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν…»4. Για το θεολογικό λόγο ο Λόγος σαρκώθηκε στην ανθρώπινη Ιστορία, κινδυνεύει όμως να μετατραπεί σε απολίθωμά της στη συνείδηση των ανθρώπων, αν δε συνεχίσει να σαρκώνεται μέσα στο καθημερινό βίωμα. Λόγος που δεν μπορεί να αποκτήσει σάρκα και οστά, να μετατραπεί σε μεγέθη της καθημερινότητας, να ψηλαφηθεί μέσα σ’ αυτήν, είναι κενός περιεχομένου. Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που, είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο εκκοσμικεύεται το φρόνημα. Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί χάσμα μεταξύ των δύο χώρων, όταν στον έναν ο λόγος γίνεται πράξη και στον άλλο μένει στη θεωρία. Προϋπόθεση επομένως για τον όποιον διάλογο είναι τα απτά αποτελέσματα της σάρκωσης του λόγου που εκφράζει ο κάθε χώρος. [Ο ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΕΒΗΚΕ ΜΟΡΦΗΝ ΔΟΥΛΟΥ ΛΑΒΩΝ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΕΒΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΟΧΙ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΔΑΞΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΝΑ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ, ΔΙΟΤΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΤΕΒΑΣΜΑ ΣΤΑ ΧΑΜΗΛΑ ΚΑΙ ΓΗΙΝΑ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑ ΣΟΔΟΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΓΟΜΟΡΑ. Ο ΠΟΛΛΑ ΥΠΟΣΧΟΜΕΝΟΣ ΝΕΟΣ ΞΕΧΝΑ ΤΗΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ]

Στην Ορθόδοξη Θεολογία πράγματι η σάρκωση του λόγου της, δηλαδή η εμπειρική βίωση του Θεού Λόγου, αποτελεί αναγκαία και ικανή συνθήκη για την επαλήθευση της ορθότητας των παραδοχών της;;;. Όσο και αν αυτό ακούγεται παράξενο ή ουτοπικό, αποτελεί την πεμπτουσία της Ορθόδοξης Θεολογίας. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ως γνήσιος φορέας της ζώσας ευαγγελικής και πατερικής παράδοσης, εκφράζει αυτήν την διαχρονική αλήθεια που πηγάζει από την ενιαία αγιοπνευματική εμπειρία της Εκκλησίας, μιλώντας για ανθρώπους που δεν «μαθαίνουν τα θεία» αλλά τα «παθαίνουν»5. Απαραίτητη προϋπόθεση επομένως για την προσέγγιση και κατανόηση του θεολογικού λόγου γίνεται το «πάσχειν τὰ θεῖα», δηλαδή η ενεργειακή μετοχή του ανθρώπου στις άκτιστες ενέργειες του Θεού.[ΑΛΛΟ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ, ΤΟ ΠΙΚΡΟ ΠΟΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΑΛΛΟ Η ΜΕΤΟΧΗ ΣΤΙΣΟΥΣΙΩΔΕΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ] Ο βιβλικός λόγος που εκφράζει είτε την προαναγγελία τής σάρκωσης του Θεού Λόγου (ως Παλαιά Διαθήκη), είτε τα γεγονότα της ιστορικής σάρκωσής Του (ως Καινή Διαθήκη), αλλά και ο μετέπειτα εκκλησιαστικός λόγος της πατερικής παράδοσης δεν φοβάται το λόγο της Επιστήμης ούτε τον περιμένει ως σωτήρα ή υπερασπιστή των αληθειών του. Απεναντίας χαίρεται και δέχεται την πορεία και την πρόοδο του επιστημονικού λόγου ως ερμηνευτικού των δικών του αληθειών στα πεδία βέβαια της συνάντησής τους. Όπως η Επιστήμη δεν έχει ανάγκη ούτε και δεσμεύεται υποχρεωτικά από τις απόψεις και το λόγο κάποιου συγκεκριμένου επιστήμονα, αλλά με υπομονή πορεύεται, βελτιώνει τις απόψεις της, απορρίπτει εσφαλμένα μοντέλα, που ενδεχομένως χρησιμοποιήθηκαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα ως ορθά, επειδή ο γνώμονάς της είναι η προσέγγιση της αλήθειας του λόγου των όντων και όχι η προσκόλληση στις απόψεις κάποιας θεωρίας, έτσι και ο βιβλικός λόγος δεν έχει ανάγκη ούτε και δεσμεύεται από συγκεκριμένες θεωρίες της Επιστήμης. Απλά χρησιμοποιεί για λόγους ερμηνευτικούς τον επιστημονικό λόγο και ασκεί κριτική, όποτε αυτό χρειάζεται, περιμένοντας με υπομονή μέσα από την αέναη εξέλιξη του επιστημονικού λόγου ολοένα και περισσότε ρες ψυχές να οδηγηθούν από τον λόγο στον Λόγο και από την κτίση στον Κτίστη. [Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ Ο ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΛΛΑΒΕΙ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΟΥΤΕ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ. ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΣΥΜΠΕΡΑΙΝΕΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΡΠΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ. ΣΗΜΕΡΑ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΑΝΕΔΕΙΧΘΗ Η ΝΕΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΜΕ ΤΑ ΓΝΩΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ]

Οι παραπάνω διευκρινίσεις αποτελούν έναν από τους άξονες πάνω στους οποίους βασίζεται η παρούσα εργασία. Προφανώς ούτε η βιβλική κοσμολογία ούτε και η πατερική γραμματεία ασχολήθηκε με το σωματίδιο Higgs ή με τον συγκεκριμένο μηχανισμό της μετατροπής της ενέργειας σε ύλη[Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ. ΤΩΝ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΧΙΤΩΝΩΝ. ΚΑΘΕ ΠΙΣΤΟΣ ΖΩΝ ΕΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΣΕ ΣΑΡΚΑ ΧΩΡΙΣ ΨΥΧΗ]. Ούτε ο συγγραφέας της Βίβλου γνώριζε κάτι γι’ αυτό, ούτε και οι Πατέρες της Εκκλησίας.[Ο ΧΑΜΕΡΠΗΣ ΟΦΙΣ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟΣ ΑΠΟ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥΣ ΠΟΥ ΣΚΕΦΤΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΑΡΞΟΥΝ] Στόχος των εκκλησιαστικών συγγραφέων δεν ήταν η προσκόλληση στην κτίση και τους μηχανισμούς της, ούτε βέβαια η προσκόλληση σε κάτι εξωκοσμικό, αλλά η αρμονική ενεργειακή μετοχή του κτιστού κόσμου της Φύσης, που μελετά η Επιστήμη, με τον άκτιστο κόσμο του Θεού. [ΚΡΙΜΑ ΣΤΟ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙ. ΤΟΣΕΣ ΑΕΡΟΛΟΓΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣΤΟΜΙΕΣ ΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΖΩΗ. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙ. ΠΩΣ ΛΕΕΙ Η ΓΕΝΕΣΗ; ΚΑΙ ΕΝΕΦΥΣΗΣΕ ΠΝΟΗΝ ΖΩΣΑ. ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΑΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ ΤΟΥΣ ΔΕΡΜΑΤΙΝΟΥΣ ΧΙΤΩΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ. Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΔΙΔΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΦΥΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΟΠΩΣ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΔΙΑΤΗΡΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΩΝ ΠΛΑΝΗΤΩΝ]. Για την Επιστήμη ό,τι δεν ενεργεί δεν μπορεί να μετρηθεί και επομένως είτε δεν υπάρχει είτε αδυνατεί να το μελετήσει μέχρι να βρει τρόπο ενεργειακής αλληλεπίδρασης, ώστε να το ανιχνεύσει. Μελετώντας την Φύση, δηλαδή την κτίση, τον κόσμο της κτιστότητας δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να ανιχνεύσει κάτι το οποίο ανήκει σε άλλη οντολογική περιοχή. Για τον βιβλικό και πατερικό λόγο, ο Λόγος δεν είναι εκ του κόσμου τούτου6, ανήκει σε άλλη οντολογική κατηγορία. Έτσι η Ορθόδοξη Θεολογία χωρίς να παραθεωρεί τη μέθοδο και τις εμπειρίες της Επιστήμης, εισάγει την εμπειρία μιας άλλης διάστασης, ενός άλλου κόσμου, που δεν μπορεί να προσεγγιστεί από τις επιστήμες· πρόκειται για την εμπειρία του Θεού, για την εμπειρία της άκτιστης(ΘΕΑΝΔΡΙΚΗΣ) ενέργειας του Θεού· μια εμπειρία μη μετρήσιμη από οποιαδήποτε κτιστά μέσα, αλλά που μπορεί να βιωθεί, και να οδηγήσει στην απόκτηση μίας άλλου είδους γνώσης· της γνώσης και γεύσης του Θεού από την οποία απορρέει γνώση και για τα κτιστά όντα. Η εμπειρία αυτή της μετοχής στην άκτιστη Χάρη του Θεού, δεν πραγματοποιείται στη σφαίρα της νόησης ή της φαντασίας, ούτε εκτός του σώματος, αλλά πρόκειται για μια εμπειρία στην οποία μετέχει ο όλος άνθρωπος με όλες του τις δυνάμεις;;;[Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΜΟΥ ΕΝ ΤΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΣΟΥ ΤΕΛΕΙΟΥΤΑΙ]. Μεθοδολογικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι και στην περίπτωση αυτής, της κατά Θεόν γνώσης, απαιτείται ενεργειακή αλληλεπίδραση μεταξύ του κτιστού πλάσματος και του άκτιστου πλάστη του[ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΨΥΧΙΚΗ Η ΑΚΤΙΣΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ. ΕΙΝΑΙ ΟΥΣΙΩΔΗΣ]. Τότε και μόνον τότε ο θεολογικός λόγος σαρκώνεται στην πράξη, όταν η κτιστή ανθρώπινη φύση μετέχει ενεργειακά και επομένως κατά κάποιον τρόπο ανιχνεύει, ψηλαφά [Η ΑΦΗ ΕΙΝΑΙ ΑΙΣΘΗΣΗ]το μυστήριο αυτής της υπερφυούς ένωσης. Πιστεύω λοιπόν πως το κλειδί της όποιας συνάντησης των δύο Επιστημών της Φυσικής και της Θεολογίας βρίσκεται στον ορθό προσδιορισμό του πεδίου ορισμού και του τρόπου εργασίας του κάθε χώρου και αυτό θα προσπαθήσω στο πόνημα που ακολουθεί.

Σημειώσεις

3. Αξιόλογη είναι η κριτική που κάνει για το θέμα αυτό στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ο Hans Kung ένας ρωμαιοκαθολικός ιερέας και πανεπιστημιακός καθηγητής της Τυβίγγης Γερμανίας. Με απλότητα και ευθύτητα αναγνωρίζει ως απαράδεκτη τη στάση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας η οποία «ως ιδρυματικός θεσμός, αντί να μεριμνά για πνευματική κατανόηση, προσπάθεια και εργασία, καθιέρωσε έλεγχο, Index απαγορευμένων βιβλίων και Ιερά Εξέταση». Με τον τρόπο αυτό κατέστησε τον εαυτό της μία «αυστηρά συντηρητική και αντιδραστική δύναμη… και επέφερε μια σχεδόν αθόρυβη μετανάστευση των φυσικών επιστημόνων από την Εκκλησία και μία διαρκή σύγκρουση μεταξύ της Φυσικής Επιστήμης και της κυρίαρχης Θεολογίας». Βλ. Kung Hans, Η ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ, Φυσικές Επιστήμες και Θρησκεία, Εκδόσεις Ουρανός, Αθήνα 2009, σελ. 39 – 44. Επίσης βλ. Γραμματικάκης Γιώργος, Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 4η έκδοση, Ηράκλειο 2006, σελ. 55 – 56, 60 – 64.
4. Ιω. 1:14
5. «…πάσχειν καὶ αὐτῷ τὰ θεῖα … ψυχὴ ἡ τὰ θεῖα πεπονθυῖᾳ», Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 2,2, 12, Π. Χρήστου 1, 518, 18 – 19, ΕΠΕ 2, 314, 8 – 10.
6. Ιω. 18:36, «Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου…»

Συνεχίζεται

ΚΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΥΛΗ.
Η ΑΚΤΙΣΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΦΑΙΡΕΙ ΤΟ ΠΑΧΟΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΜΕΤΕΤΡΑΠΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑ. ΔΕΝ ΠΡΟΣΤΙΘΕΤΑΙ ΟΥΤΕ ΣΥΝΤΙΘΕΤΑΙ.
ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΕΙ ΤΗΝ ΥΛΗ.
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΤΗΝ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ, ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΕΩΣ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΤΗΣ ΑΓΕΝΝΗΤΗΣ ΨΥΧΗΣ.
Ο ΝΟΥΣ ΕΙΝΑΙ Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ Η ΦΥΣΗ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΡΕΥΝΑ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΠΤΩΣΗ, ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΑΡΜΟΝΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΟΤΑΝ ΑΝΑΔΥΘΕΙ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΤΩΤΗ ΦΥΣΗ.
Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΕΡΡΙΨΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ. ΠΩΣ ΘΑ ΞΑΝΑΑΠΟΚΤΗΣΕΙ ΨΥΧΗ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ; Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΨΥΧΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΒΙΩΜΕΝΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ.

Τρίτη 11 Ιουνίου 2024

Tα πειράματα στο CERN και το σωματίδιο Higgs : Θεωρίες της Φυσικής και Βιβλική Κοσμολογία σε θέση αντίθεση και σύνθεση - Τακαρίδης Γεώργιος (1)

 Τακαρίδης Γιώργος


ΤΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΣΤΟ CERN ΚΑΙ
ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΔΙΟ HIGGS
ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΚΗ
ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ ΣΕ ΘΕΣΗ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΗ


ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
που υποβλήθηκε στο Τμήμα Ποιμαντικής και
Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ.
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2012

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Πολλά έχουν ακουστεί και άλλα τόσα έχουν γραφεί για το σωματίδιο Higgs που εκλαϊκευμένα αποκαλείται «σωματίδιο του Θεού» ή εντελώς λανθασμένα από κάποιους «σωματίδιο Θεός». Η εργασία αυτή φιλοδοξεί, αφενός να ρίξει φως στο σωματίδιο από την επιστημονική του πλευρά και αφετέρου να προχωρήσει στην θέαση του νέο–αποκαλυπτόμενου κόσμου των στοιχειωδών σωματιδίων από θεολογικής πλευράς. Από κάποιους επιστήμονες –όχι Φυσικούς– άκουσα να λέγεται «άντε να βρεθεί και αυτό το σωματίδιο και τέρμα οι παπάδες, τέρμα και τα μανουάλια!». Θα μπορούσε άραγε η ανακάλυψη ενός σωματιδίου να κλονίσει την παρουσία του Θεού μέσα στον κόσμο;

Η αφορμή για την συγγραφή της εργασίας αυτής δόθηκε στην πρώτη μου κιόλας επαφή με τη Θεολογική Σχολή, όταν για να εισαχθώ στα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών του Τμήματος Κοινωνικής και Ποιμαντικής Θεολογίας έπρεπε ως πτυχιούχος της Σχολής Θετικών Επιστημών του Α.Π.Θ. εκτός των άλλων τυπικών διαδικασιών, να περάσω από συνέντευξη. Ο τότε πρόεδρος του Τμήματος κ. Χρήστος Οικονόμου ευθύς εξαρχής μου έθεσε την ερώτηση εάν ως φυσικός θα μπορούσα να ασχοληθώ με το θέμα του σωματιδίου Higgs και εν πάση περιπτώσει «ποιος αέρας» θα μπορούσε να οδηγήσει έναν φυσικό στην Θεολογική Σχολή. Ως προς το πρώτο σκέλος του απάντησα πως δεν ήμουν βέβαιος εκ των προτέρων για την έκβαση ενός τέτοιου εγχειρήματος. Ως προς το δεύτερο δε, του είπα: «οι φυσικοί στο CERN ψάχνουν μέσα από τη συνάντηση των άψυχων σωματιδίων να ανακαλύψουν το σωματίδιο του Θεού. Εγώ στην Θεολογική ήρθα για να βρω πώς οι θεολόγοι μέσα από τη συνάντηση των προσώπων ανακαλύπτουν τον ίδιο τον Θεό».[ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ] Τώρα που έφτασα στο τέλος αυτού του πονήματος, μπορώ να πω με βεβαιότητα πως το πρώτο (η έρευνα των φυσικών) είναι κάτι πολύ συναρπαστικό· σε γεμίζει με θαυμασμό, με έκπληξη, με δέος για τα μυστήρια της Φύσης. Το δεύτερο σε ολοκληρώνει ως άνθρωπο, σε καθιστά αληθινό πρόσωπο στο βαθμό βέβαια που μετέχεις και βιώνεις μία αυθεντική συνάντηση, συνύπαρξη, κοινωνία προσώπων, ανθρώπων και Θεού.[ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ ΟΙ ΦΥΣΙΚΟΙ ΣΤΗΝ ΓΟΥΟΛ ΣΤΡΕΕΤ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΑΝ ΤΟΝ HOMO OECONOMICUS]

Τι είναι όμως αυτό που δημιούργησε ένα τέτοιου είδους κλίμα γύρω από ένα σωματίδιο; Από την αρχή πρέπει να τονιστεί πως ο 83χρονος σήμερα Βρετανός φυσικός Peter Higgs, εμπνευστής τού περιβόητου σωματιδίου, είναι όχι μόνο διαμετρικά αντίθετος με τον χαρακτηρισμό «σωματίδιο του Θεού», αλλά και ιδιαίτερα ενοχλημένος, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι επιστήμονες. Για την ιστορία του πράγματος αναφέρω πως η ονομασία αυτή πρωτοακούστηκε, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο του νομπελίστα φυσικού Λέον Λέντερμαν (Leon Lederman) “The God Particle”: If the Universe Is the Answer, What Is the Question? («Το Σωματίδιο του Θεού: Αν το Σύμπαν είναι η απάντηση, τότε ποια είναι η ερώτηση;») που εκδόθηκε το 1993. Λέγεται ότι ο Λέντερμαν παραδέχτηκε πως του ασκήθηκαν πιέσεις από τους εκδότες του βιβλίου, ώστε ο τίτλος του να γίνει πιο προκλητικός και επομένως πιο ελκυστικός, ενώ ο ίδιος είχε προτείνει τον τίτλο “The Goddamn Particle”, «το καταραμένο σωματίδιο». Όπως και αν έχει το πράγμα, τελικά η ονομασία αυτή καθιερώθηκε, χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται ακόμη και από επιστήμονες (όχι βέβαια σε επιστημονικές εργασίες), έστω και αν αυτό γίνεται για λόγους μάρκετινγκ –όπως πολλοί τους κατηγορούν–, έστω και αν με τον τρόπο αυτό προσπαθούν να δικαιολογηθούν έμμεσα τα τεράστια χρηματικά ποσά που δαπανώνται για τη λειτουργία των εγκαταστάσεων ανά τον κόσμο, όπου πραγματοποιούνται πειράματα για τον εντοπισμό του.

Υπάρχει τελικά κάποιος ιδιαίτερος λόγος για να μπορέσει να συντηρηθεί όλη αυτή η φιλολογία περί του σωματιδίου πέραν των παραπάνω; Ενώ πράγματι σε κάποιο βαθμό έχει προκληθεί υπερβολικός θόρυβος, το σωματίδιο αυτό έχει κάποια ιδιαιτερότητα, όπως διεξοδικά αναλύεται στην εργασία. Το Καθιερωμένο Πρότυπο (Standard Model) αποτελεί μία σχεδόν πλήρη θεωρία για την περιγραφή του κόσμου των στοιχειωδών σωματιδίων, ατομικών και υποατομικών. Στην πρωταρχική μορφή του μοντέλου οι μαθηματικές εξισώσεις που περιέγραφαν την συμπεριφορά όλων των στοιχειωδών σωματιδίων δεν προέβλεπαν τη μάζα τους. Στη μαθηματική – θεωρητική θεμελίωσή τους εμφανίζονται ως «άμαζα»1, γεγονός που συγκρούεται ευθέως με την καθημερινή εμπειρία. Ο Higgs λοιπόν, πριν από περίπου 50 χρόνια, ήταν αυτός που επινόησε θεωρητικά μία φυσική διαδικασία για το πώς τα σωματίδια αποκτούν τη μάζα τους και στη συνέχεια την επεξεργάστηκε μαθηματικά, ώστε να δώσει ένα πλήρες μοντέλο περιγραφής. Με τον τρόπο αυτό προσπάθησε να καλύψει το κενό περί της μάζας των σωματιδίων σε θεωρητικό επίπεδο. Η ορθότητα του μοντέλου Higgs ωστόσο έπρεπε να επιβεβαιωθεί και πειραματικά, κάτι που είναι αναγκαίο και επιβεβλημένο στην Επιστήμη, ώστε να καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα. Κεντρικό στοιχείο του μοντέλου Higgs είναι το ομώνυμο σωματίδιο, το οποίο αλληλεπιδρώντας με τα άμαζα αρχικά σωματίδια, είναι αυτό που τελικά τους προσδίδει μάζα. Η υλική μας υπόσταση είναι τόσο προφανής, τόσο αδιαμφισβήτητη από τις αισθήσεις και την εμπειρία μας, ώστε προκαλεί και τον πλέον αδιάφορο η πεποίθηση της Επιστήμης ότι στα πρώτα στάδια της ζωής του σύμπαντος τα πάντα ήταν «άϋλα»2, υπήρχε μόνο ενέργεια και απαιτούνταν κάποιος «μηχανισμός» ή κάποιο σωματίδιο, που θα οδηγούσε στην «ενύλωση» των αρχικά ενεργειακών οντοτήτων.[ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟ ΤΟ ΙΔΑΝΙΚΟ , ΟΠΩΣ Ο ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΩΜΑΤΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΙ ΕΠΟΜΕΝΩΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΣ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ. Η ΙΔΙΑ ΙΔΕΑ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΚΡΗΞΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΛΟΓΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΙΣΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΠΟΥ ΜΕΤΑΒΑΛΛΕΙ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΕ ΜΑΖΑ. ΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΠΡΟΗΛΘΕ ΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ;]Τον περασμένο Ιούλιο ανακοινώθηκε η ανακάλυψη ενός νέου σωματιδίου με ιδιότητες παρόμοιες με αυτές που προβλέπει η θεωρία για το σωματίδιο Higgs. Πριν από έναν μόλις μήνα δημοσιεύτηκαν οι εργασίες σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Απομένει ένας ενδελεχής έλεγχος για την ταυτοποίηση τού σωματιδίου. Ακόμη και αν δεν ταυτοποιηθεί το σωματίδιο Higgs, θα ταυτοποιηθεί κάποιο νέο με παρόμοιες ιδιότητες. Η Επιστήμη προχωρά και θα εξακολουθήσει να προχωρά. Αργά ή γρήγορα ο «μηχανισμός» Higgs ή κάποιος άλλος θα δώσει την ερμηνεία για το πώς έγινε η μετάβαση από τις ενεργειακές οντότητες στις αντίστοιχες υλικές. Πρόκειται για έναν μηχανισμό της Φύσης ή καλύτερα για μία λειτουργία της. Για έναν νόμο της. Για έναν λόγο που ενυπάρχει σ’ αυτήν.

Για την Ορθόδοξη Θεολογία δεν τίθεται θέμα αποδοχής ή απόρριψης του σωματιδίου, ούτε κάποιος κρυφός φόβος ότι τάχα θα έχανε την ισχύ της ή την εγκυρότητά της ή θα κλονιζόταν τα θεμέλιά της. Αλήθεια, εάν αυτό το σωματίδιο είναι του Θεού, τότε τα άλλα τίνος είναι; Ακόμη και όταν πρόκειται γι’ αυτό το σωματίδιο που έχει τις συγκεκριμένες ιδιότητες.

Οφείλω βαθύτατες ευχαριστίες στον καλό Θεό, που μου έδωσε την ευκαιρία να ασχοληθώ συστηματικά με το θέμα αυτό, με φώτισε και με βοήθησε να ξεκαθαρίσω έννοιες λεπτές τόσο από πλευράς Επιστήμης όσο και από πλευράς της Βιβλικής θεολογίας και της αστείρευτης πατερικής παράδοσης. Ευχαριστίες οφείλω στον σύμβουλο καθηγητή μου κ. Αθανάσιο Παπαρνάκη, ο οποίος μου προσέφερε απεριόριστη ελευθερία στην έρευνά μου, διαρκή ηθική στήριξη και επιστημονική, κάθε φορά που την χρειαζόμουνα. Εύχομαι ο καλός Θεός να του ανταποδώσει πλουσίως το καλό που μου έκανε. Ευχαριστίες οφείλω στους καθηγητές του Τομέα Πυρηνικής Φυσικής και Φυσικής Στοιχειωδών Σωματιδίων της Σχολής Θετικών Επιστημών του Τμήματος Φυσικής του Α.Π.Θ. κ.κ. Αναστάσιο Λιόλιο και Χρήστο Ελευθεριάδη, για τη συνεργασία που είχαμε στο μάθημα των στοιχειωδών σωματιδίων του μεταπτυχιακού προγράμματος του Τμήματός τους, καθώς και για τις συζητήσεις και τους προβληματισμούς που μοιράστηκαν μαζί μου. Ευχαριστίες οφείλω στον ομότιμο καθηγητή Θεωρητικής Φυσικής του Α.Π.Θ. κ. Γεώργιο Γούναρη για την αγάπη με την οποία με περιέβαλε και με στήριξε στην προσπάθειά μου να ερμηνεύσω κάποιες λεπτές θεωρητικές έννοιες για τα στοιχειώδη σωματίδια. Ευχαριστίες οφείλω στον καθηγητή του Τομέα Πυρηνικής Φυσικής και Φυσικής Στοιχειωδών Σωματιδίων κ. Γεώργιο Κίτη για τους φιλοσοφικούς και θεολογικούς προβληματισμούς, που αντάλλαξε μαζί μου πάνω σε θέματα της Επιστήμης και των ερευνητικών του προγραμμάτων. Ευχαριστίες οφείλω στον καθηγητή Αστρονομίας του Α.Π.Θ. κ. Σταύρο Αυγολούπη για τις πολύ χρήσιμες συζητήσεις μας πάνω σε θέματα Φυσικής, Φιλοσοφίας, Αστρονομίας και Θεολογίας. Τέλος ευχαριστίες από βάθους καρδίας οφείλω και σε όλους όσοι αφανώς και αδιαλείπτως με αγκαλιάζουν με την αγάπη τους και τις ευχές τους.

Κλείνοντας, παρακαλώ τους μη σχετικούς με το χώρο της Φυσικής να κάνουν λίγη υπομονή διαβάζοντας το τμήμα της εργασίας που παραθέτει τις έννοιές της. Προσπάθειά μου ήταν να μη γίνει μία ξερή παράθεση εννοιών και πληροφοριών, αλλά η όλη ανάπτυξη να αποτελεί μία συνεπή ακολουθία νοημάτων, που οδηγούν κατά το δυνατό στις λεπτές και για τη Φυσική έννοιες του σωματιδίου Higgs, της μάζας των σωμάτων, της ενέργειας και της μεταξύ τους σχέσης. Εύχομαι και ελπίζω το ταπεινό αυτό πόνημα να φωτίζει έστω και λίγο το παρεξηγημένο για πολλούς θέμα του «σωματιδίου του Θεού» και της σχέσης που μπορεί να έχει η επιστήμη της Φυσικής με την Θεολογία.

Γιώργος Τακαρίδης
Οκτώβριος 2012
 

Σημειώσεις
1. Η έκφραση "άμαζο σωματίδιο", όσο και αν ηχεί παράξενα, αποτελεί μια πολύ συγκεκριμένη έννοια στη σχετικιστική κβαντομηχανική, δηλαδή την κβαντομηχανική που ενσωματώνει την ειδική θεωρία σχετικότητας του Einstein. Βλ. Τράκας Ν., «Τι είναι, επί τέλους, αυτό το σωματίδιο higgs;», διαθέσιμο στο http://www.physics.ntua.gr/POPPHYS/articles/higgs.html
2. Για την λέξη άϋλα χρησιμοποιούνται εισαγωγικά, διότι όπως αναπτύσσεται επαρκώς στη μελέτη αυτή, οι ενεργειακές οντότητες των πρώιμων σταδίων του σύμπαντος ήταν εξίσου υλικές, αν και δεν είχαν εμφανίσει ακόμα τα στοιχεία εκείνα που πιστοποιούσαν την υλική τους υπόσταση.

Συνεχίζεται

ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΓΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΗΣΙΟΔΟΥ, ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΑΠΟ ΠΡΟΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΥΛΗ ΟΠΩΣ ΕΙΧΕ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕΙ ΝΑ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΚΡΙΘΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ.
ΤΟ ΘΕΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΗΝ ΚΤΙΣΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΥΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΕΞΩ ΜΑΣ.

Το Καθιερωμένο Πρότυπο (Standard Model) ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ.ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΤΟΥ ΠΡΟΚΡΟΥΣΤΗ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ, Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΚΥΡΙΩΣ ΞΑΠΛΩΝΕΙ ΤΗΝ ΑΓΙΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΟΤΙ ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΤΕΝΤΩΝΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΕΞΑΡΘΡΩΝΟΝΤΑΙ. 

ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.

ΠΩΣ ΤΟ ΛΕΜΕ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΣΗΜΕΡΑ;

«Δημιουργία: Η Φυσική της Θεολογίας και η Θεολογία της Φυσικής»

Δευτέρα 18 Απριλίου 2022

Tα πειράματα στο CERN και το σωματίδιο Higgs : Θεωρίες της Φυσικής και Βιβλική Κοσμολογία σε θέση αντίθεση και σύνθεση - Τακαρίδης Γεώργιος (2)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 14 Απριλίου 2022


Τακαρίδης Γιώργος


ΤΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΣΤΟ CERN ΚΑΙ
ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΔΙΟ HIGGS
ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΚΗ
ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ ΣΕ ΘΕΣΗ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΗ

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
που υποβλήθηκε στο Τμήμα Ποιμαντικής και
Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ.
                                                                       ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2012

ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΠΛΕΟΝ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ ΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΕΝ ΜΙΑ ΝΥΚΤΙ  ΕΝΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΣΕ ΘΕΟΛΟΓΟ ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΨΕΥΔΟΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΕΠΕΛΕΞΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΝΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΝΙΚΗΤΟΥ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η εργασία αυτή πραγματεύεται ένα θέμα αρκετά δύσκολο και σε κάποιο βαθμό προκλητικό, καθώς το αντικείμενό της φαίνεται να είναι ακραιφνώς επιστημονικό και φιλοδοξεί να το προσεγγίσει μέσα από δύο δρόμους, της Φυσικής και της Θεολογίας. Υπάρχει άραγε κάποια συμβατότητα, κάποιο σημείο που θα μπορούσαν οι δύο αυτοί χώροι να συναντηθούν; Τι σχέση μπορεί να έχει η Θεολογία με το σωματίδιο Higgs; Μήπως το μοναδικό πεδίο συνάντησης είναι αυτό της αντιπαράθεσης; Έχω την αίσθηση ότι δεν πρέπει να βιαστεί κανείς για πρόωρα συμπεράσματα. Είναι πιο συνετό να γίνει ένας απροκατάληπτος διάλογος για τις θέσεις του κάθε χώρου, από όπου μπορούν να προκύψουν είτε συμφωνίες είτε διαφωνίες και εν συνεχεία να βγουν τα συμπεράσματα.

Υπάρχουν βέβαια σε κάποιο βαθμό δικαιολογημένες αντιρρήσεις και ενστάσεις για το διάλογο αυτό από την πλευρά πολλών επιστημόνων, διότι ιστορικά η Εκκλησία πολλές φορές στάθηκε όχι μόνο τροχοπέδη στην πορεία της Επιστήμης, αλλά και φανατική πολέμιός της3. Έτσι πολλοί επιστήμονες είναι επιφυλακτικοί έως και εκ προοιμίου αρνητικοί, υποπτευόμενοι το όψιμο ενδιαφέρον της Εκκλησίας για διάλογο, ως ένα μέσο διάσωσής της από την οριστική απολίθωσή της. Χωρίς διάθεση παραμικρής αντιπαλότητας αξίζει να τονιστεί ότι μία τέτοια στάση απέναντι στην Επιστήμη ποτέ δεν παρατηρήθηκε σε επίπεδο θεσμικό στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Τέτοιες πρακτικές αναπτύχθηκαν στο έπακρο –κατά κανόνα σε θεσμικό επίπεδο– στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η οποία μετά την εκκοσμίκευσή της και την εγκαθίδρυση του θρησκευτικού ουμανισμού οδήγησε τον δυτικό κόσμο στον θρησκευτικό αποχρωματισμό.

Όσον αφορά στην πρόοδο της Επιστήμης δε χρειάζεται να πει κανείς πολλά. Είναι κάτι παραπάνω από προφανής και αντικατοπτρίζεται σε υπερθετικό βαθμό στην καθημερινότητα του ανθρώπου μέσα από τα επιτεύγματα, τα οποία αφενός τον κατακλύζουν και αφετέρου βοούν για την ορθότητα των προβλέψεών της. Η Επιστήμη με τον τρόπο που εργάζεται αποδεικνύει χειροπιαστά ότι ο λόγος της «σαρκώνεται». Η Βιβλική και Αγιοπατερική Θεολογία κηρύττει ότι «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν…»4. Για το θεολογικό λόγο ο Λόγος σαρκώθηκε στην ανθρώπινη Ιστορία, κινδυνεύει όμως να μετατραπεί σε απολίθωμά της στη συνείδηση των ανθρώπων, αν δε συνεχίσει να σαρκώνεται μέσα στο καθημερινό βίωμα. Λόγος που δεν μπορεί να αποκτήσει σάρκα και οστά, να μετατραπεί σε μεγέθη της καθημερινότητας, να ψηλαφηθεί μέσα σ’ αυτήν, είναι κενός περιεχομένου. Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που, είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο εκκοσμικεύεται το φρόνημα. Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί χάσμα μεταξύ των δύο χώρων, όταν στον έναν ο λόγος γίνεται πράξη και στον άλλο μένει στη θεωρία. Προϋπόθεση επομένως για τον όποιον διάλογο είναι τα απτά αποτελέσματα της σάρκωσης του λόγου που εκφράζει ο κάθε χώρος. [Ο ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΕΒΗΚΕ ΜΟΡΦΗΝ ΔΟΥΛΟΥ ΛΑΒΩΝ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΕΒΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΟΧΙ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΔΑΞΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΝΑ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ, ΔΙΟΤΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΤΕΒΑΣΜΑ ΣΤΑ ΧΑΜΗΛΑ ΚΑΙ ΓΗΙΝΑ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑ ΣΟΔΟΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΓΟΜΟΡΑ.]

Στην Ορθόδοξη Θεολογία πράγματι η σάρκωση του λόγου της, δηλαδή η εμπειρική βίωση του Θεού Λόγου, αποτελεί αναγκαία και ικανή συνθήκη για την επαλήθευση της ορθότητας των παραδοχών της. Όσο και αν αυτό ακούγεται παράξενο ή ουτοπικό, αποτελεί την πεμπτουσία της Ορθόδοξης Θεολογίας. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ως γνήσιος φορέας της ζώσας ευαγγελικής και πατερικής παράδοσης, εκφράζει αυτήν την διαχρονική αλήθεια που πηγάζει από την ενιαία αγιοπνευματική εμπειρία της Εκκλησίας, μιλώντας για ανθρώπους που δεν «μαθαίνουν τα θεία» αλλά τα «παθαίνουν»5. Απαραίτητη προϋπόθεση επομένως για την προσέγγιση και κατανόηση του θεολογικού λόγου γίνεται το «πάσχειν τὰ θεῖα», δηλαδή η ενεργειακή μετοχή του ανθρώπου στις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Ο βιβλικός λόγος που εκφράζει είτε την προαναγγελία τής σάρκωσης του Θεού Λόγου (ως Παλαιά Διαθήκη), είτε τα γεγονότα της ιστορικής σάρκωσής Του (ως Καινή Διαθήκη), αλλά και ο μετέπειτα εκκλησιαστικός λόγος της πατερικής παράδοσης δεν φοβάται το λόγο της Επιστήμης ούτε τον περιμένει ως σωτήρα ή υπερασπιστή των αληθειών του. Απεναντίας χαίρεται και δέχεται την πορεία και την πρόοδο του επιστημονικού λόγου ως ερμηνευτικού των δικών του αληθειών στα πεδία βέβαια της συνάντησής τους. Όπως η Επιστήμη δεν έχει ανάγκη ούτε και δεσμεύεται υποχρεωτικά από τις απόψεις και το λόγο κάποιου συγκεκριμένου επιστήμονα, αλλά με υπομονή πορεύεται, βελτιώνει τις απόψεις της, απορρίπτει εσφαλμένα μοντέλα, που ενδεχομένως χρησιμοποιήθηκαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα ως ορθά, επειδή ο γνώμονάς της είναι η προσέγγιση της αλήθειας του λόγου των όντων και όχι η προσκόλληση στις απόψεις κάποιας θεωρίας, έτσι και ο βιβλικός λόγος δεν έχει ανάγκη ούτε και δεσμεύεται από συγκεκριμένες θεωρίες της Επιστήμης. Απλά χρησιμοποιεί για λόγους ερμηνευτικούς τον επιστημονικό λόγο και ασκεί κριτική, όποτε αυτό χρειάζεται, περιμένοντας με υπομονή μέσα από την αέναη εξέλιξη του επιστημονικού λόγου ολοένα και περισσότε ρες ψυχές να οδηγηθούν από τον λόγο στον Λόγο και από την κτίση στον Κτίστη. [Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ Ο ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΛΛΑΒΕΙ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΟΥΤΕ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ. ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΣΥΜΠΕΡΑΙΝΕΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ]

Οι παραπάνω διευκρινίσεις αποτελούν έναν από τους άξονες πάνω στους οποίους βασίζεται η παρούσα εργασία. Προφανώς ούτε η βιβλική κοσμολογία ούτε και η πατερική γραμματεία ασχολήθηκε με το σωματίδιο Higgs ή με τον συγκεκριμένο μηχανισμό της μετατροπής της ενέργειας σε ύλη. Ούτε ο συγγραφέας της Βίβλου γνώριζε κάτι γι’ αυτό, ούτε και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Στόχος των εκκλησιαστικών συγγραφέων δεν ήταν η προσκόλληση στην κτίση και τους μηχανισμούς της, ούτε βέβαια η προσκόλληση σε κάτι εξωκοσμικό, αλλά η αρμονική ενεργειακή μετοχή του κτιστού κόσμου της Φύσης, που μελετά η Επιστήμη, με τον άκτιστο κόσμο του Θεού. [ΚΡΙΜΑ ΣΤΟ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙ. ΤΟΣΕΣ ΑΕΡΟΛΟΓΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣΤΟΜΙΕΣ ΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΖΩΗ. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙ. ΠΩΣ ΛΕΕΙ Η ΓΕΝΕΣΗ; ΚΑΙ ΕΝΕΦΥΣΗΣΕ ΠΝΟΗΝ ΖΩΣΑ. ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΑΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ ΤΟΥΣ ΔΕΡΜΑΤΙΝΟΥΣ ΧΙΤΩΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ. Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΔΙΔΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΦΥΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΟΠΩΣ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΔΙΑΤΗΡΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΩΝ ΠΛΑΝΗΤΩΝ]. Για την Επιστήμη ό,τι δεν ενεργεί δεν μπορεί να μετρηθεί και επομένως είτε δεν υπάρχει είτε αδυνατεί να το μελετήσει μέχρι να βρει τρόπο ενεργειακής αλληλεπίδρασης, ώστε να το ανιχνεύσει. Μελετώντας την Φύση, δηλαδή την κτίση, τον κόσμο της κτιστότητας δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να ανιχνεύσει κάτι το οποίο ανήκει σε άλλη οντολογική περιοχή. Για τον βιβλικό και πατερικό λόγο, ο Λόγος δεν είναι εκ του κόσμου τούτου6, ανήκει σε άλλη οντολογική κατηγορία. Έτσι η Ορθόδοξη Θεολογία χωρίς να παραθεωρεί τη μέθοδο και τις εμπειρίες της Επιστήμης, εισάγει την εμπειρία μιας άλλης διάστασης, ενός άλλου κόσμου, που δεν μπορεί να προσεγγιστεί από τις επιστήμες· πρόκειται για την εμπειρία του Θεού, για την εμπειρία της άκτιστης ενέργειας του Θεού· μια εμπειρία μη μετρήσιμη από οποιαδήποτε κτιστά μέσα, αλλά που μπορεί να βιωθεί, και να οδηγήσει στην απόκτηση μίας άλλου είδους γνώσης· της γνώσης και γεύσης του Θεού από την οποία απορρέει γνώση και για τα κτιστά όντα. Η εμπειρία αυτή της μετοχής στην άκτιστη Χάρη του Θεού, δεν πραγματοποιείται στη σφαίρα της νόησης ή της φαντασίας, ούτε εκτός του σώματος, αλλά πρόκειται για μια εμπειρία στην οποία μετέχει ο όλος άνθρωπος με όλες του τις δυνάμεις. Μεθοδολογικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι και στην περίπτωση αυτής, της κατά Θεόν γνώσης, απαιτείται ενεργειακή αλληλεπίδραση μεταξύ του κτιστού πλάσματος και του άκτιστου πλάστη του. Τότε και μόνον τότε ο θεολογικός λόγος σαρκώνεται στην πράξη, όταν η κτιστή ανθρώπινη φύση μετέχει ενεργειακά και επομένως κατά κάποιον τρόπο ανιχνεύει, ψηλαφά το μυστήριο αυτής της υπερφυούς ένωσης. Πιστεύω λοιπόν πως το κλειδί της όποιας συνάντησης των δύο Επιστημών της Φυσικής και της Θεολογίας βρίσκεται στον ορθό προσδιορισμό του πεδίου ορισμού και του τρόπου εργασίας του κάθε χώρου και αυτό θα προσπαθήσω στο πόνημα που ακολουθεί.

Σημειώσεις
3. Αξιόλογη είναι η κριτική που κάνει για το θέμα αυτό στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ο Hans Kung ένας ρωμαιοκαθολικός ιερέας και πανεπιστημιακός καθηγητής της Τυβίγγης Γερμανίας. Με απλότητα και ευθύτητα αναγνωρίζει ως απαράδεκτη τη στάση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας η οποία «ως ιδρυματικός θεσμός, αντί να μεριμνά για πνευματική κατανόηση, προσπάθεια και εργασία, καθιέρωσε έλεγχο, Index απαγορευμένων βιβλίων και Ιερά Εξέταση». Με τον τρόπο αυτό κατέστησε τον εαυτό της μία «αυστηρά συντηρητική και αντιδραστική δύναμη… και επέφερε μια σχεδόν αθόρυβη μετανάστευση των φυσικών επιστημόνων από την Εκκλησία και μία διαρκή σύγκρουση μεταξύ της Φυσικής Επιστήμης και της κυρίαρχης Θεολογίας». Βλ. Kung Hans, Η ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ, Φυσικές Επιστήμες και Θρησκεία, Εκδόσεις Ουρανός, Αθήνα 2009, σελ. 39 – 44. Επίσης βλ. Γραμματικάκης Γιώργος, Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 4η έκδοση, Ηράκλειο 2006, σελ. 55 – 56, 60 – 64.
4. Ιω. 1:14
5. «…πάσχειν καὶ αὐτῷ τὰ θεῖα … ψυχὴ ἡ τὰ θεῖα πεπονθυῖᾳ», Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 2,2, 12, Π. Χρήστου 1, 518, 18 – 19, ΕΠΕ 2, 314, 8 – 10.
6. Ιω. 18:36, «Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου…»

Συνεχίζεται

ΚΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΥΛΗ. 
Η ΑΚΤΙΣΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΦΑΙΡΕΙ ΤΟ ΠΑΧΟΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΜΕΤΕΤΡΑΠΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑ. ΔΕΝ ΠΡΟΣΤΙΘΕΤΑΙ ΟΥΤΕ ΣΥΝΤΙΘΕΤΑΙ. 
ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΕΙ ΤΗΝ ΥΛΗ. 
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΤΗΝ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ, ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΕΩΣ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΤΗΣ ΑΓΕΝΝΗΤΗΣ ΨΥΧΗΣ.
Ο ΝΟΥΣ ΕΙΝΑΙ Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ Η ΦΥΣΗ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΡΕΥΝΑ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΠΤΩΣΗ, ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΑΡΜΟΝΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΟΤΑΝ ΑΝΑΔΥΘΕΙ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΤΩΤΗ ΦΥΣΗ. 
Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΕΡΡΙΨΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ. ΠΩΣ ΘΑ ΞΑΝΑΑΠΟΚΤΗΣΕΙ ΨΥΧΗ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ; Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΨΥΧΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΒΙΩΜΕΝΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ.

Πέμπτη 14 Απριλίου 2022

Tα πειράματα στο CERN και το σωματίδιο Higgs : Θεωρίες της Φυσικής και Βιβλική Κοσμολογία σε θέση αντίθεση και σύνθεση - Τακαρίδης Γεώργιος (1)

 Τακαρίδης Γιώργος



ΤΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΣΤΟ CERN ΚΑΙ
ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΔΙΟ HIGGS
ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΚΗ
ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ ΣΕ ΘΕΣΗ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΗ



ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
που υποβλήθηκε στο Τμήμα Ποιμαντικής και
Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ.
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2012


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Πολλά έχουν ακουστεί και άλλα τόσα έχουν γραφεί για το σωματίδιο Higgs που εκλαϊκευμένα αποκαλείται «σωματίδιο του Θεού» ή εντελώς λανθασμένα από κάποιους «σωματίδιο Θεός». Η εργασία αυτή φιλοδοξεί, αφενός να ρίξει φως στο σωματίδιο από την επιστημονική του πλευρά και αφετέρου να προχωρήσει στην θέαση του νέο–αποκαλυπτόμενου κόσμου των στοιχειωδών σωματιδίων από θεολογικής πλευράς. Από κάποιους επιστήμονες –όχι Φυσικούς– άκουσα να λέγεται «άντε να βρεθεί και αυτό το σωματίδιο και τέρμα οι παπάδες, τέρμα και τα μανουάλια!». Θα μπορούσε άραγε η ανακάλυψη ενός σωματιδίου να κλονίσει την παρουσία του Θεού μέσα στον κόσμο;

Η αφορμή για την συγγραφή της εργασίας αυτής δόθηκε στην πρώτη μου κιόλας επαφή με τη Θεολογική Σχολή, όταν για να εισαχθώ στα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών του Τμήματος Κοινωνικής και Ποιμαντικής Θεολογίας έπρεπε ως πτυχιούχος της Σχολής Θετικών Επιστημών του Α.Π.Θ. εκτός των άλλων τυπικών διαδικασιών, να περάσω από συνέντευξη. Ο τότε πρόεδρος του Τμήματος κ. Χρήστος Οικονόμου ευθύς εξαρχής μου έθεσε την ερώτηση εάν ως φυσικός θα μπορούσα να ασχοληθώ με το θέμα του σωματιδίου Higgs και εν πάση περιπτώσει «ποιος αέρας» θα μπορούσε να οδηγήσει έναν φυσικό στην Θεολογική Σχολή. Ως προς το πρώτο σκέλος του απάντησα πως δεν ήμουν βέβαιος εκ των προτέρων για την έκβαση ενός τέτοιου εγχειρήματος. Ως προς το δεύτερο δε, του είπα: «οι φυσικοί στο CERN ψάχνουν μέσα από τη συνάντηση των άψυχων σωματιδίων να ανακαλύψουν το σωματίδιο του Θεού. Εγώ στην Θεολογική ήρθα για να βρω πώς οι θεολόγοι μέσα από τη συνάντηση των προσώπων ανακαλύπτουν τον ίδιο τον Θεό». Τώρα που έφτασα στο τέλος αυτού του πονήματος, μπορώ να πω με βεβαιότητα πως το πρώτο (η έρευνα των φυσικών) είναι κάτι πολύ συναρπαστικό· σε γεμίζει με θαυμασμό, με έκπληξη, με δέος για τα μυστήρια της Φύσης. Το δεύτερο σε ολοκληρώνει ως άνθρωπο, σε καθιστά αληθινό πρόσωπο στο βαθμό βέβαια που μετέχεις και βιώνεις μία αυθεντική συνάντηση, συνύπαρξη, κοινωνία προσώπων, ανθρώπων και Θεού.

Τι είναι όμως αυτό που δημιούργησε ένα τέτοιου είδους κλίμα γύρω από ένα σωματίδιο; Από την αρχή πρέπει να τονιστεί πως ο 83χρονος σήμερα Βρετανός φυσικός Peter Higgs, εμπνευστής τού περιβόητου σωματιδίου,  είναι όχι μόνο διαμετρικά αντίθετος με τον χαρακτηρισμό «σωματίδιο του Θεού», αλλά και ιδιαίτερα ενοχλημένος, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι επιστήμονες. Για την ιστορία του πράγματος αναφέρω πως η ονομασία αυτή πρωτοακούστηκε, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο του νομπελίστα φυσικού Λέον Λέντερμαν (Leon Lederman) “The God Particle”: If the Universe Is the Answer, What Is the Question? («Το Σωματίδιο του Θεού: Αν το Σύμπαν είναι η απάντηση, τότε ποια είναι η ερώτηση;») που εκδόθηκε το 1993. Λέγεται ότι ο Λέντερμαν παραδέχτηκε πως του ασκήθηκαν πιέσεις από τους εκδότες του βιβλίου, ώστε ο τίτλος του να γίνει πιο προκλητικός και επομένως πιο ελκυστικός, ενώ ο ίδιος είχε προτείνει τον τίτλο “The Goddamn Particle”, «το καταραμένο σωματίδιο». Όπως και αν έχει το πράγμα, τελικά η ονομασία αυτή καθιερώθηκε, χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται ακόμη και από επιστήμονες (όχι βέβαια σε επιστημονικές εργασίες), έστω και αν αυτό γίνεται για λόγους μάρκετινγκ –όπως πολλοί τους κατηγορούν–, έστω και αν με τον τρόπο αυτό προσπαθούν να δικαιολογηθούν έμμεσα τα τεράστια χρηματικά ποσά που δαπανώνται για τη λειτουργία των εγκαταστάσεων ανά τον κόσμο, όπου πραγματοποιούνται πειράματα για τον εντοπισμό του.

Υπάρχει τελικά κάποιος ιδιαίτερος λόγος για να μπορέσει να συντηρηθεί όλη αυτή η φιλολογία περί του σωματιδίου πέραν των παραπάνω; Ενώ πράγματι σε κάποιο βαθμό έχει προκληθεί υπερβολικός θόρυβος, το σωματίδιο αυτό έχει κάποια ιδιαιτερότητα, όπως διεξοδικά αναλύεται στην εργασία. Το Καθιερωμένο Πρότυπο (Standard Model) αποτελεί μία σχεδόν πλήρη θεωρία για την περιγραφή του κόσμου των στοιχειωδών σωματιδίων, ατομικών και υποατομικών. Στην πρωταρχική μορφή του μοντέλου οι μαθηματικές εξισώσεις που περιέγραφαν την συμπεριφορά όλων των στοιχειωδών σωματιδίων δεν προέβλεπαν τη μάζα τους. Στη μαθηματική – θεωρητική θεμελίωσή τους εμφανίζονται ως «άμαζα»1, γεγονός που συγκρούεται ευθέως με την καθημερινή εμπειρία. Ο Higgs λοιπόν, πριν από περίπου 50 χρόνια, ήταν αυτός που επινόησε θεωρητικά μία φυσική διαδικασία για το πώς τα σωματίδια αποκτούν τη μάζα τους και στη συνέχεια την επεξεργάστηκε μαθηματικά, ώστε να δώσει ένα πλήρες μοντέλο περιγραφής. Με τον τρόπο αυτό προσπάθησε να καλύψει το κενό περί της μάζας των σωματιδίων σε θεωρητικό επίπεδο. Η  ορθότητα του μοντέλου Higgs ωστόσο έπρεπε να επιβεβαιωθεί και πειραματικά, κάτι που είναι αναγκαίο και επιβεβλημένο στην Επιστήμη, ώστε να καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα. Κεντρικό στοιχείο του μοντέλου Higgs είναι το ομώνυμο σωματίδιο, το οποίο αλληλεπιδρώντας με τα άμαζα αρχικά σωματίδια, είναι αυτό που τελικά τους προσδίδει μάζα. Η υλική μας υπόσταση είναι τόσο προφανής, τόσο αδιαμφισβήτητη από τις αισθήσεις και την εμπειρία μας, ώστε προκαλεί και τον πλέον αδιάφορο η πεποίθηση της Επιστήμης ότι στα πρώτα στάδια της ζωής του σύμπαντος τα πάντα ήταν «άϋλα»2, υπήρχε μόνο ενέργεια και απαιτούνταν κάποιος «μηχανισμός» ή κάποιο σωματίδιο, που θα οδηγούσε στην «ενύλωση» των αρχικά ενεργειακών οντοτήτων.[ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟ ΤΟ ΙΔΑΝΙΚΟ , ΟΠΩΣ Ο ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΩΜΑΤΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΙ ΕΠΟΜΕΝΩΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΣ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ. Η ΙΔΙΑ ΙΔΕΑ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΚΡΗΞΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΛΟΓΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΙΣΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΠΟΥ ΜΕΤΑΒΑΛΛΕΙ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΕ ΜΑΖΑ. ΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΠΡΟΗΛΘΕ ΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ;]
Τον περασμένο Ιούλιο ανακοινώθηκε η ανακάλυψη ενός νέου σωματιδίου με ιδιότητες παρόμοιες με αυτές που προβλέπει η θεωρία για το σωματίδιο Higgs. Πριν από έναν μόλις μήνα δημοσιεύτηκαν οι εργασίες σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Απομένει ένας ενδελεχής έλεγχος για την ταυτοποίηση τού σωματιδίου. Ακόμη και αν δεν ταυτοποιηθεί το σωματίδιο Higgs, θα ταυτοποιηθεί κάποιο νέο με παρόμοιες ιδιότητες. Η Επιστήμη προχωρά και θα εξακολουθήσει να προχωρά. Αργά ή γρήγορα ο «μηχανισμός» Higgs ή κάποιος άλλος θα δώσει την ερμηνεία για το πώς έγινε η μετάβαση από τις ενεργειακές οντότητες στις αντίστοιχες υλικές. Πρόκειται για έναν μηχανισμό της Φύσης ή καλύτερα για μία λειτουργία της. Για έναν νόμο της. Για έναν λόγο που ενυπάρχει σ’ αυτήν.

Για την Ορθόδοξη Θεολογία δεν τίθεται θέμα αποδοχής ή απόρριψης του σωματιδίου, ούτε κάποιος κρυφός φόβος ότι τάχα θα έχανε την ισχύ της ή την εγκυρότητά της ή θα κλονιζόταν τα θεμέλιά της. Αλήθεια, εάν αυτό το σωματίδιο είναι του Θεού, τότε τα άλλα τίνος είναι; Ακόμη και όταν πρόκειται γι’ αυτό το σωματίδιο που έχει τις συγκεκριμένες ιδιότητες.

Οφείλω βαθύτατες ευχαριστίες στον καλό Θεό, που μου έδωσε την ευκαιρία να ασχοληθώ συστηματικά με το θέμα αυτό, με φώτισε και με βοήθησε να ξεκαθαρίσω έννοιες λεπτές τόσο από πλευράς Επιστήμης όσο και από πλευράς της Βιβλικής θεολογίας και της αστείρευτης πατερικής παράδοσης. Ευχαριστίες οφείλω στον σύμβουλο καθηγητή μου κ. Αθανάσιο Παπαρνάκη, ο οποίος μου προσέφερε απεριόριστη ελευθερία στην έρευνά μου, διαρκή ηθική στήριξη και επιστημονική, κάθε φορά που την χρειαζόμουνα. Εύχομαι ο καλός Θεός να του ανταποδώσει πλουσίως το καλό που μου έκανε. Ευχαριστίες οφείλω στους καθηγητές του Τομέα Πυρηνικής Φυσικής και Φυσικής Στοιχειωδών Σωματιδίων της Σχολής Θετικών Επιστημών του Τμήματος Φυσικής του Α.Π.Θ. κ.κ. Αναστάσιο Λιόλιο και Χρήστο Ελευθεριάδη, για τη συνεργασία που είχαμε στο μάθημα των στοιχειωδών σωματιδίων του μεταπτυχιακού προγράμματος του Τμήματός τους, καθώς και για τις συζητήσεις και τους προβληματισμούς που μοιράστηκαν μαζί μου. Ευχαριστίες οφείλω στον ομότιμο καθηγητή Θεωρητικής Φυσικής του Α.Π.Θ. κ. Γεώργιο Γούναρη για την αγάπη με την οποία με περιέβαλε και με στήριξε στην προσπάθειά μου να ερμηνεύσω κάποιες λεπτές θεωρητικές έννοιες για τα στοιχειώδη σωματίδια. Ευχαριστίες οφείλω στον καθηγητή του Τομέα Πυρηνικής Φυσικής και Φυσικής Στοιχειωδών Σωματιδίων κ. Γεώργιο Κίτη για τους φιλοσοφικούς και θεολογικούς προβληματισμούς, που αντάλλαξε μαζί μου πάνω σε θέματα της Επιστήμης και των ερευνητικών του προγραμμάτων. Ευχαριστίες οφείλω στον καθηγητή Αστρονομίας του Α.Π.Θ. κ. Σταύρο Αυγολούπη για τις πολύ χρήσιμες συζητήσεις μας πάνω σε θέματα Φυσικής, Φιλοσοφίας, Αστρονομίας και Θεολογίας. Τέλος ευχαριστίες από βάθους καρδίας οφείλω και σε όλους όσοι αφανώς και αδιαλείπτως με αγκαλιάζουν με την αγάπη τους και τις ευχές τους.

Κλείνοντας, παρακαλώ τους μη σχετικούς με το χώρο της Φυσικής να κάνουν λίγη υπομονή διαβάζοντας το τμήμα της εργασίας που παραθέτει τις έννοιές της. Προσπάθειά μου ήταν να μη γίνει μία ξερή παράθεση εννοιών και πληροφοριών, αλλά η όλη ανάπτυξη να αποτελεί μία συνεπή ακολουθία νοημάτων, που οδηγούν κατά το δυνατό στις λεπτές και για τη Φυσική έννοιες του σωματιδίου Higgs, της μάζας των σωμάτων, της ενέργειας και της μεταξύ τους σχέσης. Εύχομαι και ελπίζω το ταπεινό αυτό πόνημα να φωτίζει έστω και λίγο το παρεξηγημένο για πολλούς θέμα του «σωματιδίου του Θεού» και της σχέσης που μπορεί να έχει η επιστήμη της Φυσικής με την Θεολογία.

Γιώργος Τακαρίδης
Οκτώβριος 2012

Σημειώσεις
1. Η έκφραση "άμαζο σωματίδιο", όσο και αν ηχεί παράξενα, αποτελεί μια πολύ συγκεκριμένη έννοια στη σχετικιστική κβαντομηχανική, δηλαδή την κβαντομηχανική που ενσωματώνει την ειδική θεωρία σχετικότητας του Einstein. Βλ. Τράκας Ν., «Τι είναι, επί τέλους, αυτό το σωματίδιο higgs;», διαθέσιμο στο http://www.physics.ntua.gr/POPPHYS/articles/higgs.html
2. Για την λέξη άϋλα χρησιμοποιούνται εισαγωγικά, διότι όπως αναπτύσσεται επαρκώς στη μελέτη αυτή, οι ενεργειακές οντότητες των πρώιμων σταδίων του σύμπαντος ήταν εξίσου υλικές, αν και δεν είχαν εμφανίσει ακόμα τα στοιχεία εκείνα που πιστοποιούσαν την υλική τους υπόσταση.

Συνεχίζεται
ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΓΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΗΣΙΟΔΟΥ, ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΑΠΟ ΠΡΟΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΥΛΗ ΟΠΩΣ ΕΙΧΕ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕΙ ΝΑ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΚΡΙΘΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ.
ΤΟ ΘΕΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΗΝ ΚΤΙΣΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΥΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΕΞΩ ΜΑΣ.

Το Καθιερωμένο Πρότυπο (Standard Model) ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ.ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΤΟΥ ΠΡΟΚΡΟΥΣΤΗ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ, Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΚΥΡΙΩΣ ΞΑΠΛΩΝΕΙ ΤΗΝ ΑΓΙΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΟΤΙ ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΤΕΝΤΩΝΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΕΞΑΡΘΡΩΝΟΝΤΑΙ. ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2020

Tα πειράματα στο CERN και το σωματίδιο Higgs : Θεωρίες της Φυσικής και Βιβλική Κοσμολογία σε θέση αντίθεση και σύνθεση - Τακαρίδης Γεώργιος (26)

Συνέχεια από: Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2020

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Στην μελέτη αυτή έγινε μία προσπάθεια να κατανοηθεί η κοπιώδης πορεία τού ανθρώπινου πνεύματος να εισχωρήσει στα άδυτα, στα μύχια τής Φύσης, προσεγγίζοντας με πολύ προσοχή αυτά που η επιστημονική κοινότητα με αγάπη, με πόνο και μόχθο παλεύει να κατανοήσει, δηλαδή τους μηχανισμούς τής Φύσης, τους νόμους της, τους λόγους των όντων, που ενυπάρχουν στα όντα ή καλύτερα που εναποτέθηκαν στα όντα κατά την δημιουργία τους σύμφωνα με την Ορθόδοξη ερμηνευτική προσέγγιση. Η προσπάθεια αυτή ήταν δύσκολη και επίπονη, διότι η Επιστήμη τής Φυσικής έχει προχωρήσει πλέον σε περιοχές και σε βάθος που δύσκολα προσεγγίζει ο κοινός νους. Τα εργαστήρια που έχει στην διάθεσή της σήμερα η ανθρωπότητα υπερβαίνουν κατά πολύ και τον πιο ευφάνταστο νου. Τα τελευταία περίπου εκατό χρόνια η πρόοδος που έγινε στον χώρο της Επιστήμης ήταν τόσο σημαντική, που κατά κάποιον τρόπο ανάγκασε τους επιστήμονες να τροποποιήσουν τις αντιλήψεις τους για την Φύση και τους μηχανισμούς της, σπάζοντας καλά εδραιωμένες απόψεις τής συλλογικής συνείδησης της ανθρωπότητας, οι οποίες σε επιστημονικό επίπεδο καταγράφονταν από την ονομαζόμενη Κλασική Φυσική.
Η μάζα για την Κλασική Φυσική αποτελούσε μια φυσική ποσότητα που εννοιολογικά ταυτίζονταν με την ύλη και ήταν απολύτως διάφορη του φωτός ή της ενέργειας. Η σύγχρονη Επιστήμη κατέστησε σαφές, αρχικά σε επίπεδο θεωρητικό και στην συνέχεια σε πειραματικό – πρακτικό, ότι η μάζα και κατ’ επέκταση η ύλη δεν διαφοροποιείται από την ενέργεια, εφόσον η μάζα είναι βασική ιδιότητα της ύλης, και ότι οι δύο έννοιες αποτελούν διαφορετικές όψεις του ιδίου νομίσματος. Χαρακτηριστικό τής σύγχρονης αντίληψης είναι ότι η Φυσική Στοιχειωδών Σωματιδίων, στον ίδιο πίνακα του Καθιερωμένου Προτύπου, κατατάσσει ως σωματίδια τής ύλης  τόσο  αυτά  που  οι  αισθήσεις  τού  ανθρώπου  αντιλαμβάνονται ως «υλικά», όσο και αυτά που αντιλαμβάνονται ως «άϋλα». Το φωτόνιο, που είναι φορέας τής ηλεκτρομαγνητικής δύναμης και το γκλουόνιο, που είναι φορέας τής ισχυρής πυρηνικής δύναμης θεωρούνται σωματίδια, έχουν σωματικότητα, αν και αυτή εκδηλώνεται έμμεσα, αφήνοντας την ανθρώπινη αντίληψη σε πρώτο επίπεδο να τα κατατάσσει σε μία αϋλότερη τάξη, πιο αιθέρια.
Ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο φαινομενικά – αντιληπτικά διαφορετικών οντοτήτων ύλης και ενέργειας, στις μαθηματικές εξισώσεις προέκυψε ο όρος της μάζας. Η θεωρία τής Σχετικότητας αρχικά έδωσε την μαθηματική σχέση που συνδέει την ενέργεια με τη μάζα και στην συνέχεια η Κβαντική Φυσική σε θεωρητικό και σε πρακτικό – πειραματικό επίπεδο ψηλάφισε φυσικά φαινόμενα του μικρόκοσμου, όπου η ενέργεια μετατρέπονταν σε μάζα και το αντίστροφο. Παράλληλα στον χώρο της Αστρονομίας έσπασε η αντίληψη του στατικού Σύμπαντος με την πειραματική επιβεβαίωση της διαστολής του. Το μοντέλο που κυριάρχησε για την γένεση τού Σύμπαντος είναι αυτό που φέρει την ονομασία Big Bang και οδηγεί στην υπόθεση ότι τα πάντα ξεκίνησαν από μία τεραστίου μεγέθους έκρηξη, μετά την οποία τα πάντα για τα πρώτα μικροκλάσματα του δευτερολέπτου ήταν σε κατάσταση ενεργειακή. Καμία φυσική οντότητα δεν είχε μάζα. Τα πάντα έμοιαζαν με το φως και κινούνταν με την ταχύτητά του. Με την σταδιακή διαστολή και την ταυτόχρονη ψύξη τού Σύμπαντος, κάποια στιγμή οι ενεργειακές οντότητες απέκτησαν μάζα και προοδευτικά οδηγήθηκαν στην μορφή των στοιχειωδών σωματιδίων της ύλης, αυτών που δομούν το γνωστό σε μας Σύμπαν. Με την πρόοδο της Επιστήμης ανιχνεύτηκε μία πληθώρα σωματιδίων, που φτάνουν στην Γη ή δημιουργούνται με μεγάλους επιταχυντές εργαστηριακά, γεγονός που οδήγησε στην δημιουργία νέου κλάδου της Φυσικής, αυτού των Στοιχειωδών Σωματιδίων. Με την ανακάλυψη της κοσμικής ακτινοβολίας (σωματιδίων που φτάνουν στη Γη από το διάστημα) διαπιστώθηκε η άρρηκτη σχέση του μικρόκοσμου με τον μακρόκοσμο. Έτσι, παράλληλα με την Αστροφυσική και την Κοσμολογία, η Φυσική Στοιχειωδών Σωματιδίων μπορούσε να δώσει απαντήσεις για την κοσμογένεση. Στους τεραστίου μεγέθους επιταχυντές άρχισαν να γίνονται πειράματα που οδηγούν ολοένα και πιο κοντά στις συνθήκες τής Μεγάλης Έκρηξης. Η προσπάθεια ερμηνείας τής συμπεριφοράς τών στοιχειωδών σωματιδίων οδήγησε στην δημιουργία ισχυρών μαθηματικών μοντέλων, που αφενός ερμήνευαν την συμπεριφορά των σωματιδίων, αφετέρου αναδείχτηκαν σε ισχυρά προβλεπτικά εργαλεία νέων σωματιδίων. Η επιτυχής πρόβλεψη πολλών σωματιδίων, μετά την πειραματική επιβεβαίωσή τους, ισχυροποίησε την πεποίθηση ότι τα μοντέλα περιέγραφαν σε πολύ υψηλό βαθμό τα σωματίδια και τις συμπεριφορές τους. Τα μαθηματικά μοντέλα όμως αδυνατούσαν να φιλοξενήσουν μέσα τους την έννοια τής μάζας, διότι η προσπάθεια εισαγωγής της στις εξισώσεις οδηγούσε σε «σκληρότητες», δηλαδή σε απειρισμούς. Η λύση σε θεωρητικό επίπεδο δόθηκε μετά από πολύμοχθη προσπάθεια πολλών επιστημόνων, ενώ κυριάρχησε το όνομα του Peter Higgs. Με την θεωρητική αυτή προσέγγιση «απαλύνονται» οι απειρισμοί στις εξισώσεις των μαθηματικών μοντέλων, τών λεγομένων θεωριών βαθμίδας, αλλά δίνεται και μία ποιοτική ερμηνεία για το πώς τα ενεργειακά σωματίδια αποκτούν την μάζα τους. Έτσι λοιπόν ο Higgs υπέθεσε την ύπαρξη ενός πεδίου, που πήρε το όνομά του, το οποίο γεμίζει όλο το Σύμπαν και είναι αυτό που προβάλλοντας εμπόδιο στην κίνηση των πάσης φύσης σωματιδίων τους προσδίδει την μάζα τους. Σύμφωνα με το μοντέλο του Higgs, το πεδίο κατά τα πρώτα μικροκλάσματα του δευτερολέπτου μετά την Μεγάλη Έκρηξη είχε μηδενική τιμή, λόγω της πολύ υψηλής θερμοκρασίας που επικρατούσε, και έτσι δεν προέβαλλε εμπόδιο στην κίνηση των σωματιδίων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα σωματίδια να κινούνται με την ταχύτητα του φωτός και να εκδηλώνουν τον ενεργειακό χαρακτήρα τους. Με την βαθμιαία διαστολή και την παράλληλη πτώση της θερμοκρασίας το πεδίο πήρε μη μηδενική τιμή και έκτοτε αλληλεπιδρά με τα διάφορα σωματίδια, εμποδίζει την κίνησή τους και τα υποχρεώνει να αποκτήσουν τη μάζα τους.
Το άκρως ενδιαφέρον συμπέρασμα από την ερμηνεία του μηχανισμού Higgs είναι ότι επιβεβαιώνει την πεποίθηση πως τα σωματίδια δεν αποκτούν την μάζα τους κατά την στιγμή της αλληλεπίδρασής τους με το πεδίο. Η μάζα ενυπάρχει ως ιδιότητα των σωματιδίων, αλλά δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί. Έτσι το πεδίο Higgs ή το ομώνυμο σωματίδιο δεν έχει «μαγικές» ιδιότητες, ώστε να αποδίδει μάζα στις ενεργειακές φυσικές οντότητες, αλλά ερμηνεύει το πώς τα σωματίδια εμφανίζουν την μάζα, που είχαν δυνάμει και με την αλληλεπίδρασή τους με το πεδίο την εμφάνισαν ενεργεία. Το επόμενο άκρως ενδιαφέρον σημείο είναι ότι μετά από σαράντα οκτώ χρόνια από την δημοσίευση της εργασίας του Higgs, το περασμένο καλοκαίρι ανακαλύφθηκε ένα σωματίδιο στην περιοχή ενεργειών που αναμενόταν μετά από έναν συνδυασμό θεωρητικών και πειραματικών προβλέψεων. Το σωματίδιο αυτό είναι κατά πάσα πιθανότητα το Higgs, η οριστική του ταυτοποίηση όμως θα απαιτήσει κάποιο χρονικό διάστημα μηνών ίσως και ετών. Με την ανακάλυψη του σωματιδίου Higgs κλείνει ένας επίμοχθος και πολυετής κύκλος στη Φυσική των Στοιχειωδών Σωματιδίων, εφόσον ολοκληρώνεται το παζλ που συνθέτει την εικόνα των σωματιδίων της ύλης που δομούν το ορατό στον άνθρωπο Σύμπαν.
Η μάζα λοιπόν όπως και όλες οι άλλες ιδιότητες των σωματιδίων ενυπήρχε στις ενεργειακές οντότητες ως ιδιότητά τους δυνάμει και εμφανίστηκε ενεργεία, όταν οι συνθήκες το επέτρεψαν. Ο μηχανισμός Higgs ερμηνεύει το πώς γίνεται αυτό, για την εμφάνιση της ιδιότητας της μάζας. Πριν την εμφάνιση της μάζας, η κατάσταση που εμφάνιζε το σύνολο των ενεργειακών οντοτήτων ήταν ομοιόμορφα τυχαία, δηλαδή συμμετρική σύμφωνα με την επιστημονική ορολογία. Τα σωματίδια είχαν όλες τις ιδιότητές τους δυνάμει, διότι καμία δεν μπορούσε να διακριθεί λόγω της υψηλής ενεργειακής τους κατάστασης και της εξ αυτής ομοιομορφίας. Με την πάροδο του χρόνου και την πτώση της θερμοκρασίας το πεδίο Higgs προκάλεσε ρήξη στην αρχική συμμετρία και εμφανίστηκε η ιδιότητα της μάζας.
Το ερμηνευτικό αυτό σημείο αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ της φυσικής του σωματιδίου Higgs και της ερμηνείας της Βιβλικής διήγησης για την Γένεση του κόσμου. Εκτός των άλλων κοινών σημείων μεταξύ των σύγχρονων απόψεων της Φυσικής για την κοσμογένεση και της Βιβλικής διήγησης, που περιγράφονται ακροθιγώς στην παρούσα εργασία, το ενδιαφέρον εστιάζεται σε δύο κυρίως σημεία. Πρώτα στο ότι κατά την Πατερική ερμηνευτική της Βιβλικής διήγησης, ο ουρανός και η γη που περιγράφονται δεν είναι ο ουρανός που βλέπουμε και η γη που πατάμε, αλλά οι ουσίες τους εφοδιασμένες με τις ποιότητες – ιδιότητές τους, ενώ τονίζεται επαρκώς ότι αποτελούν τα δύο άκρα της υλικής – αισθητής Δημιουργίας. Μεταξύ των δύο άκρων δημιουργούνται και όλες οι ενδιάμεσες   φυσικές   οντότητες,   που   αποτελούν   μία   κλίμακα   από  τα «αϋλότερα» – λεπτότερα, προς τα «υλικότερα» – παχύτερα δομικά συστατικά του Σύμπαντος. Επομένως για τους Πατέρες ο,τιδήποτε δημιουργείται μέσα στις έξι ημέρες της Δημιουργίας, πλην του ανθρώπου, ανήκει στην υλική – αισθητή Δημιουργία, είτε αυτό εκδηλώνεται ως αϋλότερο είτε ως υλικότερο. Η άποψη αυτή βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τα πορίσματα της σύγχρονης Φυσικής, που θεωρεί όλα τα στοιχειώδη σωματίδια ως υλικά, ακόμη και αυτά που από τις ανθρώπινες αισθήσεις προσλαμβάνονται ως άϋλα, όπως είναι το φωτόνιο. Το δεύτερο σημείο στο οποίο εστιάζεται η μελέτη σχετίζεται με τις ιδιότητες των δομικών συστατικών της ύλης. Οι Πατέρες θεωρούν ότι η Δημιουργία έγινε ακαριαία και συνολικά, ώστε με την πρώτη ορμή του θελήματος του Θεού ήρθαν στην ύπαρξη όλες οι ουσίες – δομικά συστατικά και κατεβλήθησαν όλες οι ιδιότητες  δυνάμει στις  ουσίες  των  όντων.  Σύμφωνα με την άποψη αυτή όλα τα όντα έχουν επάνω τους σπερματικά όλες τις ιδιότητες δυνάμει, ενώ έχουν καταβληθεί στα όντα οι λόγοι τους, που δεν είναι άλλοι από τους φυσικούς νόμους βάσει των οποίων στην συνέχεια θα περάσουν την κατάλληλη στιγμή στο ενεργεία. Όπως ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης εξηγεί, οι λόγοι των όντων για τους παχύτερα ακούοντες είναι έναρθροι λόγοι, ενώ για τους επιστήμονες είναι η εμφαινόμενη στα όντα τεχνική θεωρία. Δεν υπάρχει στην διδασκαλία των Πατέρων ύλη «άποιος» και «ανείδεος», χωρίς ιδιότητες, όπως πίστευαν και διατύπωναν πολλοί φιλόσοφοι. Στο σημείο αυτό επομένως η σύγχρονη Επιστήμη έρχεται να επιβεβαιώσει την άποψη αυτή των Πατέρων, εφόσον τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πειραματικό επίπεδο κάθε σωματίδιο συνοδεύεται από ένα σύνολο αριθμών που αντιπροσωπεύουν τις ιδιότητές του και αποτελούν την ταυτότητά του. Η ανακάλυψη του σωματιδίου Higgs με την σειρά της μας εξηγεί επιπλέον τον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο η προϋπάρχουσα δυνάμει μάζα, έρχεται στο ενεργεία κατά την αλληλεπίδραση της οποιασδήποτε ενεργειακής οντότητας με το πεδίο Higgs.
Προς αποφυγή παρερμηνειών παρουσιάστηκαν οι θέσεις των Πατέρων που εξηγούν ότι υπάρχει και άλλης φύσης «υλικό», το οποίο δεν σχετίζεται με την υλικότητα του ουρανού και της γης της Βιβλικής διήγησης. Έτσι, κατά τους Πατέρες πριν από την δημιουργία του αισθητού κόσμου ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο των νοερών φύσεων, που είναι άϋλες συγκρινόμενες με την υλικότητα της αισθητής Δημιουργίας, αλλά υλικές και παχείες συγκρινόμενες με τον μόνο άϋλο και Άκτιστο Θεό. Στον άνθρωπο συγκεφαλαιώνονται οι δύο κόσμοι, ο νοερός και ο αισθητός, καθώς ο άνθρωπος έχει σώμα από τον αισθητό και ψυχή από τον νοερό κόσμο.
Ως προς την αντίθεση των δύο Επιστημών, της Θεολογίας και της Φυσικής, αναπτύχθηκε η θέση ότι η Επιστήμη της Θεολογίας είναι υπό την Ορθόδοξη θεώρησή της μία καθαρά θετική Επιστήμη, εφόσον οι επιστήμονες της πίστης χρησιμοποιούν το πείραμα και την επιβεβαίωση ως εργαλεία για την πιστοποίηση των υποθέσεών τους. Έτσι η εμπειρία του Άκτιστου Θεού δια της μετοχής στις Άκτιστες ενέργειές Του είναι αυτή που οδηγεί στην γνώση του Θεού και στην διατύπωση των αληθειών Του. Μέσα από την διαδικασία της εμπειρικής μετοχής, η Θεολογία δεν αποτελεί καρπό διανοητικής διαδικασίας, αλλά η διανοητική διαδικασία έρχεται να περιγράψει, στο μέτρο του δυνατού, την εμπειρική βίωση της Άκτιστης Χάρης του Θεού. Το πεδίο ορισμού της Επιστήμης της Θεολογίας εκτείνεται λοιπόν στο άπειρο, εφόσον ασχολείται με τον Άπειρο και Άκτιστο Θεό, ενώ παράλληλα αγκαλιάζει το πεδίο ορισμού της Φυσικής Επιστήμης που ορίζεται μέσα στην αισθητή κτιστότητα. Στόχος δε και σκοπός της Θεολογίας είναι κάθε πτυχή της κτιστότητας να κοινωνήσει της εμπειρίας του Άκτιστου Θεού, ώστε να επιτευχθεί η χαρισματική μεταμόρφωσή της.
Με την γνώση των ορίων των δύο Επιστημών και των στόχων της καθεμιάς δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αντίθεση παρά μόνο αρμονική συνύπαρξη και αλληλοσυμπλήρωση. Αντίθεση προκύπτει μόνον όταν οι επιστήμονες της μιας Επιστήμης με τα εργαλεία της περιοχής τους θελήσουν να προσεγγίσουν και να δώσουν απαντήσεις στην περιοχή της άλλης Επιστήμης. Σκοπός της Φυσικής Επιστήμης είναι η προσέγγιση και κατανόηση των λόγων των όντων, της εμφαινόμενης στα όντα τεχνικής θεωρίας, δηλαδή του πώς συμβαίνουν τα φαινόμενα, πώς λειτουργεί η Φύση. Σκοπός της Επιστήμης της Θεολογίας είναι να βοηθήσει διακονώντας μέσα από τα επιμέρους αντικείμενά της στο μπόλιασμα της κτιστής Φύσης με τον Άκτιστο Θεό, ώστε κάθε επιστημονικό πεδίο να αποτελέσει εφαλτήριο για την βελτίωση του τρόπου και των συνθηκών ζωής του ανθρώπου· ένα εφαλτήριο που θα οδηγεί από την κτίση στον Κτίστη. 


                               ΤΕΛΟΣ

ΠΟΛΛΑ ΤΑ ΚΕΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΔΕΧΟΜΑΣΤΕ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΗΘΕΙΣΑ ΘΕΑΡΧΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΝΟΕΡΩΝ ΑΓΓΕΛΙΚΩΝ ΤΑΞΕΩΝ.
 ΠΩΣ ΣΥΝΔΥΑΖΕΤΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΡΗΞΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΧΕ ΣΑΝ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΤΗΝ ΝΟΕΡΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΧΑΣΕ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ;
Η ΦΥΣΗ ΛΟΙΠΟΝ, Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ, ΕΑΝ ΛΑΒΟΥΜΕ ΥΠ'ΟΨΙΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΟΤΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΦΡΕΝΑΡΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΠΤΩΤΟ ΑΝΘΡΩΠΟ. 
ΕΑΝ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΦΥΣΙΚΗ ΕΠΙΤΑΧΥΝΕΙ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΔΕΝ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΑ ΦΡΕΝΑ ΤΗΣ; 
ΣΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΗ ΒΟΜΒΑ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΤΗΣ ΜΑΖΑΣ ΣΕ ΕΝΕΡΓΕΙΑ. ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΜΑΣ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΚΡΗΞΗΣ; 
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΡΗΞΗ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΗΚΑΝ.
ΚΑΤΟΡΘΩΣΑΝ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΑΠΟ ΜΟΝΟΙ ΤΟΥΣ; ΩΣΤΕ ΝΑ ΒΑΔΙΖΟΥΝ ΜΕ ΒΗΜΑ ΤΑΧΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΡΗΞΗ;
ΑΚΟΜΗ. ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ.

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2020

Tα πειράματα στο CERN και το σωματίδιο Higgs : Θεωρίες της Φυσικής και Βιβλική Κοσμολογία σε θέση αντίθεση και σύνθεση - Τακαρίδης Γεώργιος (25)

Συνέχεια από: Τρίτη, 18 Αυγούστου 2020
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
4. ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΗ
    
4.1. Διάκριση νοερών και αισθητών δημιουργημάτων – κτιστής και Άκτιστης φύσης

Αναφέρθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο πως οι Πατέρες της Εκκλησίας στην Βιβλική διήγηση αναγνωρίζουν στις λέξεις ουρανός και γη τα δύο ακρότατα της υλικής Δημιουργίας και ότι κατά τις επόμενες ημέρες ο Θεός δεν έπλασε τίποτε εκ του μη όντος, ἀλλ’ ἐξ ὦν κατὰ τὴν πρώτην εἰργάσατο328. Τονίστηκε επομένως η υλικότητα της αισθητής Δημιουργίας που ξεκίνησε κατά την πρώτη ημέρα329. Έτσι το σύνολο της αισθητής (άμεσα ή έμμεσα) δημιουργίας, που εμφανίζεται στις αισθήσεις του ανθρώπου είτε ως κάτι υλικότερο – σωματικότερο, είτε ως αϋλότερο – ενεργειακότερο έχει ως βάση του την υλικότητα. Ακόμη και τα πλέον «άϋλα» σωματίδια, όπως είναι τα φωτόνια που θεωρούνται «καθαρή» ενέργεια έχουν φύση υλική, παρά το γεγονός ότι η ανθρώπινη αντιληπτική ικανότητα αδυνατεί να συλλάβει την υλικότητά τους. Η Επιστήμη της Φυσικής με σαφήνεια τα κατατάσσει στα στοιχειώδη σωματίδια του Καθιερωμένου Προτύπου όχι βέβαια ως σωματίδια που δομούν την ύλη, αλλά ως σωματίδια που είναι φορείς αλληλεπιδράσεων μεταξύ αυτών που δομούν την ύλη.
Προς αποφυγή παρερμηνειών και για να μην νοηθεί πως τα πάντα είναι μόνον υλικά, επομένως και ο άνθρωπος, εφόσον δημιουργήθηκε κατά την έκτη ημέρα και τα προϋπάρχοντα δομικά συστατικά είναι αυτά της πρώτης, που είναι υλικά, πρέπει να αναφέρουμε ότι οι Πατέρες δέχονται επιπλέον της αισθητής – υλικής Δημιουργίας και αυτήν των νοερών υπάρξεων, των αγγελικών δυνάμεων, οι οποίες αν και είναι δημιουργήματα δεν είναι πλασμένες από το ίδιο «υλικό» από το οποίο συνίσταται η υλική δημιουργία. Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει στην Εξαήμερό του πως υπήρχε μία κατάσταση πρεσβυτέρα τής δημιουργίας τού κόσμου αρμόζουσα στις υπερκόσμιες δυνάμεις, η υπέρχρονη, η αιώνια, η αΐδια. Ο δε των όλων κτίστης και δημιουργός στην κατάσταση αυτή έπλασε δημιουργήματα, το νοητόν φως, που στολίζει την μακαριότητα τών αγαπώντων τον Κύριο, τις λογικές και αόρατες φύσεις, και όλον τον αρμονικό κόσμο των νοητών, όσα υπερβαίνουν την διάνοιά μας, όσων δεν είναι δυνατόν να συλλάβουμε ούτε τις ονομασίες. Αυτά απαρτίζουν την ουσία τού αοράτου κόσμου… Και όταν ήρθε η ώρα να εισαχθεί στα όντα ο κόσμος αυτός… όλων όσα αναπτύσσονται και φθείρονται, τότε κτίστηκε ως βάση η ροή του χρόνου σύμφυτη με τον κόσμο…330. Ο Άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος αναφέρει το ίδιο καθαρά την ύπαρξη δύο κόσμων, με τον κόσμο των νοερών δυνάμεων να προηγείται του αισθητού κόσμου τής εξαήμερης Δημιουργίας. Αναφέρει χαρακτηριστικά στα δογματικά του έπη: Κι οι κόσμοι δυό· παλιότερος, ουρανός άλλος, τούτος, νόημα όσων τον Θεό χωρούν, του νου ορασιά μονάχα ολόφωτη, όπου αργότερα δώθε ο θνητός βαδίζει, θεός πια σαν έχει τελειωθεί νου αγνίζοντας και σάρκα. Ο άλλος θνητός για τους θνητούς εχτίστη, για να γίνει χάρμα των άστρων των λαμπρών, με τ’ άπειρό του κάλλος, του πλάστη δοξολογητής, παλάτι της εικόνας κι απ’ του Θεού το νου βγήκε ο πρώτος κι ο στερνός331.
Είναι ξεκάθαρη η θέση των Πατέρων για την ύπαρξη των δύο κόσμων, αυτού των νοερών δυνάμεων και του κόσμου της αισθητής Δημιουργίας. Ο πρώτος κόσμος δημιουργημένος και αυτός εκ του μη όντος, είναι προϊόν του θελήματος του Δημιουργού, εφόσον όπως ο Άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος λέει, απ’ του Θεού το νου βγήκε ο πρώτος κι ο στερνός. Πρόκειται επομένως για μία πρώτη Δημιουργία η οποία δεν έγινε εν χρόνω, όπως ο κόσμος της αισθητής Δημιουργίας, αλλά μέσα στους αιώνες. Ο κόσμος αυτός είναι απαλλαγμένος από τον χρόνο και την φθορά που υφίστανται τα εν χρόνω δημιουργήματα, αλλά όχι απαλλαγμένος από την τροπή, εφόσον ως λογικές υπάρξεις οι υπερκόσμιες δυνάμεις έχουν ως οντολογικό τους χαρακτηριστικό το αυτεξούσιο. Άλλωστε αυτός είναι και ο λόγος της πτώσης του Εωσφόρου και του τάγματός του. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στο έργο του Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως αναφερόμενος στους αγγέλους σχολιάζει πως, μερικοί λένε ότι δημιουργήθηκαν πριν απ’ όλη τη δημιουργία, όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, που λέει: «(Ο Θεός) πρώτα συλλαμβάνει στο νου τις ουράνιες δυνάμεις των αγγέλων, και η σκέψη του έγινε πράξη». Άλλοι λένε ότι δημιουργήθηκαν μετά τη δημιουργία του πρώτου ουρανού. Όλοι βέβαια συμφωνούν ότι έγιναν πριν την πλάση του ανθρώπου. Εγώ συμφωνώ με το Θεολόγο Γρηγόριο. Διότι έπρεπε πρώτα να δημιουργηθούν οι νοερές ουσίες, έπειτα τα αισθητά, και στο τέλος και από τα δύο ο άνθρωπος332.
Ο άνθρωπος πράγματι για τους Πατέρες της Εκκλησίας αποτελεί την κορωνίδα της κτίσης, εφόσον συγκεφαλαιώνει την αισθητή και τη νοερή Δημιουργία έχοντας σώμα από τον κόσμο της αισθητής και ψυχή από τον κόσμο της νοερής Δημιουργίας, σε μία θαυμαστή σύζευξη των δύο κόσμων, του νοερού και του αισθητού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο άνθρωπος πλάστηκε τελευταίος όλων των δημιουργημάτων, τῶν κόσμων ἀμφοτέρων ἐχόμενον καὶ ἀμφοτέρους ἐπικοσμοῦντα τοὺς κόσμους, τὸν ὁρατὸν τοῦτον λέγω καὶ τὸν ἀόρατον333.
Από τα παραπάνω προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι υπάρχει και άλλο είδος, άλλη ποιότητα κτιστής φύσης, που είναι διαφορετική της υλικής φύσης του αισθητού και «δεύτερου» κόσμου. Η κτιστή αυτή φύση είναι των νοερών δυνάμεων, που είναι άϋλες συγκρινόμενες με οποιαδήποτε ποιότητα της υλικής Δημιουργίας. Έτσι, μέσα στην υλική Δημιουργία έχουμε μία κλιμάκωση από αϋλότερα προς υλικότερα αισθητά σώματα· από ένα φωτόνιο ως μία πέτρα. Όλα όμως αυτά, από τον «ουρανό» ως την «γη» της Βιβλικής διήγησης, είναι του αισθητού – υλικού κόσμου. Οι νοερές φύσεις είναι κτιστές αλλά όχι υλικές· είναι του ιδίου φυράματος με την αισθητή Δημιουργία μόνον σε ό,τι αφορά στην κτιστότητα. Το «υλικό» όμως από το οποίο είναι πλασμένες δεν είναι του αισθητού κόσμου τούτου. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνοψίζει την διδασκαλία αυτή της Ορθόδοξης Εκκλησίας με πολύ ενάργεια λέγοντας: Ο ίδιος είναι κτίστης και δημιουργός των αγγέλων, τους οποίους έφερε στην ύπαρξη από το μηδέν, και τους έκαμε σύμφωνα με τη δική του εικόνα να είναι ασώματη φύση, σαν κάποιος άνεμος ή άϋλη φωτιά, όπως το λέει ο θείος Δαβίδ: «Αυτός που κάνει τους αγγέλους ασώματα πνεύματα και τους λειτουργούς του σαν φλόγα φωτιάς»· έτσι περιγράφει την ευκινησία, τη φλογερότητα, τη θερμότητα, τη διεισδυτικότητα και την ταχύτητά τους στον πόθο και τη διακονία του Θεού, καθώς και την προσήλωσή τους προς τα άνω και την απομάκρυνση από κάθε υλική φροντίδα. Ο άγγελος, λοιπόν, είναι νοερή ουσία, αεικίνητη, αυτεξούσια, ασώματη, που διακονεί το Θεό και έλαβε κατά χάριν στη φύση της την αθανασία· τη μορφή και την κατάσταση αυτής της υπάρξεως μόνον ο δημιουργός της γνωρίζει. Σε σχέση με μας είναι ασώματη και άϋλη· αλλά, κάθε τι που συγκρίνεται με τον μόνο ασύγκριτο Θεό είναι παχύ και υλικό· διότι μόνο το θείο είναι όντως άϋλο και ασώματο. Ο άγγελος, λοιπόν, είναι φύση λογική, νοερή και αυτεξούσια, μεταβλητή στην προαίρεση, δηλαδή στη θέληση· διότι κάθε κτιστό είναι και μεταβλητό, ενώ μόνο το άκτιστο είναι αμετάβλητο. Κάθε λογικό επίσης είναι και αυτεξούσιο. (Ο άγγελος), λοιπόν, σαν λογική και νοερή φύση είναι αυτεξούσιος· σαν κτιστή φύση είναι μεταβλητή, έχοντας τη δυνατότητα και να διατηρείται και να προοδεύει στο αγαθό αλλά και να πηγαίνει προς το χειρότερο334.
Από όλα όσα παρατέθηκαν μπορούμε να πούμε πως σε μία πρώτη προσέγγιση υπάρχουν δύο ειδών φύσεις, η Άκτιστη φύση, που είναι η φύση του Άκτιστου, Άναρχου, Τριαδικού Θεού και οι κτιστές – δημιουργημένες φύσεις, που έχουν αιτία τους τον Άκτιστο Θεό και είναι αυτές των νοερών δυνάμεων και του αισθητού κόσμου. Τόσο ο νοερός κόσμος, όσο και ο αισθητός είναι «υλικοί» συγκρινόμενοι με τον μόνο άϋλο, τον Άκτιστο Θεό. Μεταξύ των δύο κτιστών κόσμων, του νοερού και του αισθητού, ο νοερός, ο των υπερκοσμίων αγγελικών ταγμάτων, είναι άϋλος συγκρινόμενος με οποιαδήποτε φυσική οντότητα του αισθητού κόσμου. Η ουσία των νοερών δυνάμεων είναι μη αισθητή που σημαίνει πως δεν μπορεί να συγκριθεί ούτε και με την «αϋλότερη» αισθητή φυσική οντότητα, όπως είναι το φωτόνιο που είναι καθαρή ενέργεια και οι αισθήσεις μας το αντιλαμβάνονται ως άϋλο. Άλλωστε οι νοερές ουσίες είναι και λογικές, δηλαδή αυτεξούσιες που σημαίνει πως διαφοροποιούνται με μία αβυσσαλέα απόσταση από την οποιαδήποτε «άϋλη» αλλά συνάμα άλογη αισθητή φύση. Επιπλέον στοιχεία για διαφορές μεταξύ του αισθητού και νοερού κόσμου μας δίνει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγοντας για τους αγγέλους πως ο χώρος τούς περιορίζει· διότι όταν είναι στον ουρανό, δεν βρίσκονται στη γη· αλλά η φύση τους δεν υπόκειται τους περιορισμούς της αισθητής φύσης. Έτσι τα τείχη, οι πόρτες… δεν τους περιορίζουν· διότι δεν έχουν όρια… Επειδή είναι πνευματικά όντα, ζουν σε τόπους πνευματικούς, χωρίς να περιορίζονται όπως τα σώματα· διότι δεν παίρνουν το σχήμα του σώματος σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, ούτε έχουν τρεις διαστάσειςαλλά παρουσιάζονται και ενεργούν πνευματικά, όπου διαταχθούν· δεν μπορούν βέβαια στο ίδιο χρονικό διάστημα να βρίσκονται και να ενεργούν εδώ κι εκεί. Δεν γνωρίζουμε εάν οι άγγελοι είναι μεταξύ τους ίσοι στην ουσία ή διαφέρουν. Το γνωρίζει μόνον ο παντογνώστης Θεός, ο οποίος τους έπλασε335. Βλέπουμε λοιπόν με πόση σαφήνεια ο Άγιος του Θεού περιγράφει τον κόσμο της νοερής Δημιουργίας, που είναι κοινός με αυτόν της αισθητής Δημιουργίας ως προς την κτιστότητα, αλλά διαφοροποείται τόσο πολύ ως προς τα άλλα του χαρακτηριστικά, ώστε να μην υπακούει στους φυσικούς νόμους της αισθητής Δημιουργίας· οι νοερές δυνάμεις περιορίζονται μέσα στον χώρο, όπως ο Άγιος παρατηρεί, αλλά δεν είναι τρισδιάστατα όντα, όπως η οποιαδήποτε φυσική οντότητα της αισθητής Δημιουργίας, δεν παίρνουν το σχήμα του σώματος σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους.

4.2.  Τα όρια τών δύο Επιστημών. Αντίθεση καί σύνθεση

Μετά από τις αποσαφηνίσεις που έγιναν στην προηγούμενη παράγραφο, οριοθετούνται τα πλαίσια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί η κάθε Επιστήμη. Χρησιμοποιώντας την μαθηματική έννοια τού πεδίου ορισμού μπορούμε να πούμε πως έχουν διαφορετικά πεδία ορισμού. Το πεδίο ορισμού τής Θεολογίας εκτείνεται στο άπειρο, καθόσον στόχος των επιστημόνων της πίστης είναι η εμπειρική βίωση του Άπειρου και Άκτιστου Θεού μέσα από την μετοχή των Ακτίστων ενεργειών Του, της Άκτιστης Χάρης Του. Το πεδίο ορισμού των Φυσικών Επιστημών εκτείνεται στην περιοχή της κτιστότητας, και μάλιστα στην περιοχή της αισθητής κτιστότητας, δηλαδή του υλικού κόσμου. Οι Φυσικοί επιστήμονες που γνωρίζουν το πεδίο ορισμού της Επιστήμης τους, δεν έχουν στο πεδίο τής έρευνάς τους τον Άπειρο και Άκτιστο Θεό, αλλά τα πλάσματά Του της υλικής Δημιουργίας· όπου οι εξισώσεις τους οδηγούν σε απειρισμούς, τους θεωρούν ως «σκληρότητες» που με κάποιον τρόπο πρέπει να «απαλυνθούν» για να μπορέσουν να πάρουν απαντήσεις και να κάνουν μετρήσεις.
Οι επιστήμονες της πίστης – Θεολογίας ασχολούνται με την εμπειρική βίωση του Άκτιστου Θεού. Δεν είναι όμως εξωκοσμικοί, εφόσον ο Άκτιστος Θεός από άπειρη αγάπη έπλασε τα πλάσματά Του και τα κάλεσε σε κοινωνία μαζί Του. Το αντικείμενο της Επιστήμης τους είναι τα περί του Θεού, αλλά όχι ξεκομμένα από την σχέση τους με τον κόσμο, διότι ο Άκτιστος Θεός δεν έπαψε και δεν θα πάψει ποτέ να ενεργεί με τις Άκτιστες ενέργειές Του, να προνοεί, να ζωογονεί, να συντηρεί τον κόσμο. Το γεγονός ότι ο Άκτιστος Λόγος του Θεού σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν336, δηλαδή δεν απαξίωσε να σαρκωθεί, να μετάσχει του ημετέρου φυράματος337, δείχνει αφενός την απεριόριστη αγάπη για το πλάσμα Του και αφετέρου την τιμή που αποδίδει στον αισθητό και στον νοερό κόσμο που δημιούργησε, εφόσον ο άνθρωπος συγκεφαλαιώνει τους δύο κόσμους έχοντας σώμα από τον κόσμο τον αισθητό και ψυχή από τον κόσμο τον νοερό. Έτσι λοιπόν το γεγονός ότι το πεδίο ορισμού της Επιστήμης της Θεολογίας εκτείνεται στο άπειρο, δεν σημαίνει πως δεν εμπεριέχει μέσα του και το πεπερασμένο πεδίο ορισμού των Φυσικών Επιστημών· αναφέρθηκε ότι εκτείνεται στο άπειρο και όχι ότι είναι μόνο το άπειρο. Απεναντίας αυτό που εκτείνεται στο άπειρο αγκαλιάζει και το πεπερασμένο. Οι επιστήμονες της πίστης βεβαιώνουν πως είναι δυνατή η μετοχή της κτιστής φύσης στην Άκτιστη Χάρη του Θεού, στις Άκτιστες ενέργειές Του. Έτσι, σκοπός της Επιστήμης της Ακαδημαϊκής Θεολογίας είναι να βοηθήσει διακονώντας μέσα από τα επιμέρους αντικείμενά της στο μπόλιασμα της κτιστής Φύσης με τον Άκτιστο Θεό, ώστε κάθε επιστημονικό πεδίο να αποτελέσει εφαλτήριο για την βελτίωση του τρόπου και των συνθηκών ζωής του ανθρώπου· ένα εφαλτήριο που θα οδηγεί από την κτίση στον Κτίστη. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται και η προσέγγιση και η πιθανή σύνθεση των δύο Επιστημών. Το κτιστό έχει την δυνατότητα να μετέχει ενεργειακά μέσα στο Άκτιστο. Με τον τρόπο αυτό το Άκτιστο, ο Θεός, παύει να είναι αφηρημένη έννοια· γίνεται κάτι συγκεκριμένο, γίνεται πρόσωπο που καλεί σε γνωριμία, σε κοινωνία προσώπων, σε κοινωνία αγάπης, όχι σε θεωρητικό ή διανοητικό επίπεδο, αλλά σε πρακτικό – εμπειρικό. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον δεν διδάσκεται με λόγια ο Θεός και δεν προσεγγίζεται εύκολα με έννοιες· ο,τιδήποτε και αν πει κανείς θα είναι πολύ λίγο για να περιγράψει κάτι που από τη φύση του είναι εμπειρικό, βεβαιώνεται πειραματικά ως μετοχή του όλου ψυχοσωματικού ανθρώπου, ἐν πάσῃ αἰσθήσει338. Δεν είναι δυνατόν να προσεγγιστεί κάτι από το μέρος, την διάνοια, όταν από τη φύση του απαιτεί τη συμμετοχή του σύνολου ανθρώπου. Δεν μπορεί κανείς να αγαπήσει μόνο με το μυαλό του. Η αγάπη δεν είναι υπόθεση διανοητική αλλά πρωτίστως υπαρξιακή. Οι επιστήμονες της πίστης, με την βεβαιότητα που έχουν τα πειραματικά – εμπειρικά αποτελέσματα της αγαπητικής σχέσης τους με τον Άκτιστο Θεό, εξηγούν ότι η θέα του Άκτιστου Θεού δεν πραγματοποιείται με τους φυσικούς οφθαλμούς, αλλά με τους νοερούς, δηλαδή με τα αισθητήρια του νοερού μέρους της ύπαρξης του ανθρώπου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως το αισθητό μέρος της ύπαρξης του ανθρώπου μένει αμέτοχο στην εμπειρία αυτή· απεναντίας, όπως προαναφέρθηκε πρόκειται για μία εμπειρία που γίνεται εν απολύτω αισθήσει. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς με ενάργεια εξηγεί ότι στην εμπειρία του Άκτιστου Θεού μετέχει ο άνθρωπος με όλες του τις δυνάμεις, επομένως και με την διάνοιά του· στην εμπειρία όμως αυτή το κύριο γνωστικό όργανο δεν είναι η διάνοια –όπως συμβαίνει σε όλες τις άλλες Επιστήμες–, αλλά ο νους του ανθρώπου, που είναι προερχόμενος εκ του νοερού κόσμου και γι’ αυτό δεν ανιχνεύεται από τα επιστημονικά όργανα του αισθητού κόσμου. Έτσι λοιπόν λέει ο Άγιος πως και αν μύριες φορές φέρεις στην διάνοιά σου τους θείους θησαυρούς, αλλά δεν πάθεις τα θεία και δεν δεις με τους νοερούς και πάνω από την διάνοια οφθαλμούς, ούτε βλέπεις ούτε έχεις αποκτήσει κάτι από τα θεία αληθινά. Είπα με νοερούς οφθαλμούς, καθόσον παρέχεται σ’ αυτούς η δύναμη του Πνεύματος, με την οποία βλέπονται αυτά, επειδή το πανίερο εκείνο θέαμα του θειοτάτου φωτός βρίσκεται πάνω από τους νοερούς οφθαλμούς339. Η διάνοια για τον Άγιο συμμετέχει στην εμπειρία αυτή, αλλά ως «τυφλή»· αυτό σημαίνει ότι έχει σαφή αίσθηση της μετοχής αλλά κατά κάποιον τρόπο δευτερογενώς. Εξηγεί ο άγιος Γρηγόριος ότι όπως ένας τυφλός απέναντι στον ήλιο αισθάνεται εμπειρικά την ύπαρξη του ήλιου από την θερμότητά του, αλλά όχι από το φως του, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει, όταν ο νούς του ανθρώπου βλέπει την Άκτιστη Δόξα του Θεού ως Φως340· τότε η διάνοια έχει την σαφή εμπειρία της παρουσίας του Θεού, αλλά όχι ως Φως, εφόσον δεν είναι το κατάλληλο όργανο θέασης και νόησης του νοερού κόσμου. Αν η κτιστή φύση δεν είχε την δυνατότητα να μετέχει ενεργειακά στις Άκτιστες ενέργειες του Θεού, τότε η Θεολογία ως Επιστήμη θα ήταν εξωκοσμική, εξωπραγματική. Θα υπήρχαν δύο πραγματικότητες, που δεν θα μπορούσαν να κοινωνήσουν μεταξύ τους. Ο πιστός άνθρωπος θα καλούνταν να ζήσει κάτι σχιζοφρενικό· μία την ζωή της καθημερινότητας, που αναπτύσσεται μέσα στον κόσμο που αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις του και μία ζωή θεωρητική, άπιαστη, διανοητικής φύσης, φιλοσοφική, που θα είχε σχέση με τον κόσμο των ιδεών· τότε δικαίως θα επιζητούσε την έξοδο από το σώμα του για να ζήσει αυτήν την ιδεατή ζωή. Δικαίως το σώμα και η ύλη θα ήταν άλλης ποιότητας, υποδεέστερης του πνεύματος και των ιδεών, θα ήταν η φυλακή του πνεύματος, όπως διατυπώθηκε από διαφόρους φιλοσόφους.
Από την άλλη πλευρά το πεδίο ορισμού των Φυσικών Επιστημών εκτείνεται στην περιοχή της κτιστότητας, και μάλιστα στην περιοχή της αισθητής κτιστότητας, δηλαδή του υλικού κόσμου, που εμφανίζεται στις ανθρώπινες αισθήσεις με μία κλιμάκωση στην ποικιλία των εκφάνσεων της ύλης από τις «λεπτότερες» – αϋλότερες μορφές της στις «παχύτερες» και υλικότερες. Η διαβάθμιση ή η κατηγοριοποίηση αυτή δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως, από το ένα έως το άλλο άκρο, από τις αϋλότερες στις υλικότερες εκφάνσεις, διαφοροποιείται η φύση τους. Τα πάντα ανήκουν στην περιοχή των υλικών κτισμάτων, της αισθητής κτίσης, και κατ’ επέκταση αποτελούν υποχρεωτικά διαφορετικές εκφάνσεις του ιδίου φυράματος· τα πάντα είναι τόσο «υλικά» όσο και «άϋλα». Οι αϋλότερες – ενεργειακότερες ως προς την υφή τους οντότητες είναι οι βάσεις, οι ουσίες που χρησιμοποιήθηκαν ως δομικά συστατικά για την κατασκευή των υλικότερων – σωματικότερων οντοτήτων που δομούν τον κόσμο μας. Τα πάντα είναι ενέργεια και κατανοούνται στην βάση τους, στον βαθύτερο πυρήνα τους ως ενέργεια341· ο,τιδήποτε μας περιβάλλει και συλλαμβάνεται είτε από τις αισθήσεις μας είτε από επιστημονικά όργανα μέτρησης αποτελεί προϊόν διαφορετικών μετασχηματισμών της ενέργειας· και αν η ενέργεια κατανοείται ευκολότερα μέσα από την έννοια των φωτονίων δηλαδή του φωτός, είμαστε πλασμένοι και εμείς στο αισθητό μας μέρος καθώς και ό,τι μας περιβάλλει από φως. Από φως άλλης όμως φύσης, νοερής, είναι πλασμένη και η ψυχή μας. Έτσι ευκολότερα μπορούμε να αντιληφθούμε την αδιάσπαστη ενότητα ολόκληρης της φύσης, δηλαδή ότι τα πάντα αποτελούν σάρκα εκ της σαρκός μας. Όλα τα αισθητά είναι πλασμένα λοιπόν από ενέργεια και επειδή η φύση τους είναι ενεργειακή δεν θα μπορούσαν να εκδηλώσουν, να φανερώσουν την ύπαρξή τους με άλλον τρόπο παρά ενεργώντας. Πράγματι κάτι που δεν ενεργεί, τόσο για την Θεολογία όσο και για την Φυσική δεν υπάρχει· πώς θα μπορούσε να υπάρχει άλλωστε αν η ύπαρξη του δεν ανιχνεύονταν, δεν ψηλαφώνταν με κάποιον τρόπο άμεσο ή έμμεσο;
Με όλα αυτά που αναφέρθηκαν καθίσταται σαφές πως δεν νομιμοποιείται καμία από τις δύο επιστήμες να υποκαταστήσει την άλλη στο πεδίο της έρευνάς της. Η πρώτη, η Θεολογία, ασχολείται με τον Άκτιστο Θεό και την ενεργειακή σχέση που έχει Αυτός με τον κόσμο Του, νοερό και αισθητό. Η δεύτερη, η Φυσική, ασχολείται με το πώς του αισθητού κόσμου, του μετρήσιμου από τις αισθήσεις και τα όργανά του. Δεν πρέπει επομένως να γελαστεί ο επιστήμονας της Φυσικής Επιστήμης και με τα όργανα της αισθητής κτιστότητας να αναζητήσει ούτε το Άκτιστο ούτε και το κτιστό του νοερού κόσμου, που είναι μεν κτιστό αλλά όχι αισθητό. Εάν αυτό το επιθυμήσει, το δικαιούται με την προϋπόθεση ότι πρέπει να ασκηθεί και στην Επιστήμη της πίστης, και έτσι να αποκτήσει διπλή ιδιότητα. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τον επιστήμονα της πίστης· εάν θελήσει να έχει άποψη σοβαρή για το πώς των Φυσικών Επιστημών, πρέπει να το πράξει με τα εφόδια των ίδιων των Επιστημών, αποκτώντας και αυτός διπλή ιδιότητα, όπως έπραξαν και πράττουν πολλά μέλη της Εκκλησιαστικής κοινότητας.
Μετά από όσα παρατέθηκαν με πολύ προσοχή στην μελέτη αυτή, προκύπτει αβίαστα πως οι Φυσικές Επιστήμες δεν βρίσκονται σε αντίθεση με την Επιστήμη της Θεολογίας. Αντίθεση μπορεί να υπάρχει μόνο μεταξύ επιστημόνων και θεολόγων, οι οποίοι δεν κατάλαβαν καλά ποιο είναι το πεδίο ορισμού και το γνωστικό αντικείμενο της Επιστήμης τους. Στα πλαίσια της Ορθόδοξης Θεολογίας η αντίθεση ή πολύ περισσότερο η σύγκρουση μεταξύ των δύο Επιστημών αποτελεί ψευδοπρόβλημα342. Απεναντίας για την Δυτική Θεολογία –Ρωμαιοκαθολικών, Προτεσταντών– υπάρχει πρόβλημα, εφόσον δεν δέχονται αφενός ότι υπάρχουν οι Άκτιστες ενέργειες του Θεού και αφετέρου την εμπειρική μετοχή του κτιστού σ’ αυτές τις Άκτιστες ενέργειες. Απορρίπτοντας την εμπειρική μετοχή του κτιστού ανθρώπου στις Άκτιστες ενέργειες του Δημιουργού, η Δυτική Θεολογία έπαψε να είναι θετική – πειραματική Επιστήμη και κατέστη θεωρητική, δηλαδή μία θεολογούσα Φιλοσοφία. Άμεση συνέπεια αυτού του γεγονότος ήταν η διάνοια να καταστεί για την Δυτική Θεολογία το κύριο εργαλείο έρευνας και για τις δύο Επιστήμες343, με αποτέλεσμα την διανοητικοποίηση της πίστης και επομένως την ιδεολογικοποίησή της344. Καρπός αυτής της θέσης και στάσης ζωής ήταν η Ιερά Εξέταση και η φοβία της μη εμπειρικής θεολογίας μήπως κλονιστούν τα θεμέλιά της από την εξέλιξη της Επιστήμης. Μία τέτοιου τύπου θεολογία χάνει την ευκαιρία να αναγνωρίσει τον άνθρωπο ως αποτελούμενο από νοερή και αισθητή φύση και τον υποβαθμίζει σε ον αποτελούμενο από ύλη και πνεύμα. Μ’ αυτήν την θεώρηση το πνεύμα δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά πλέον από την ύλη, εφόσον είναι προϊόν της διανοητικής διαδικασίας, προϊόν του εγκεφάλου. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις το πνεύμα αποτελεί μία από τις ποιότητες που περιέχονται μέσα στα δύο άκρα της αισθητής Δημιουργίας, του οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Για την Ορθόδοξη Θεολογία το πνεύμα, ο νους, η ψυχή, είναι έννοιες οντολογικές – υπαρξιακές και όχι διανοητικά προϊόντα· είναι πλασμένα με πρώτη ύλη από τον κόσμο της νοερής Δημιουργίας, που σχετίζονται με τον εγκέφαλο και την διάνοια, αλλά δεν μπορούν να υποβαθμιστούν σε προϊόντα τους345.
Είναι προφανές πως εάν γίνουν αποδεκτές οι θέσεις που καταγράφηκαν από την πλευρά των δύο Επιστημών, τότε δεν υπάρχει πεδίο σύγκρουσης. Αν αμφισβητηθούν οι θέσεις αυτές, τότε υπάρχει ο δρόμος της επιστημονικής μεθόδου της κάθε Επιστήμης, που προσφέρεται για την πειραματική επιβεβαίωση των θέσεων. Κάθε προσπάθεια να διερευνηθεί η αλήθεια της μιας Επιστήμης με την μεθοδολογία της άλλης, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε αναπόφευκτη σύγκρουση και δημιουργία αβυσσαλέου χάσματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αρμονικής συνύπαρξης των δύο Επιστημών αποτελούν οι Πατέρες της Εκκλησίας, των οποίων οι απόψεις καταγράφηκαν στην μελέτη αυτή. Κατέχοντας οι Πατέρες την εγκύκλια γνώση των Επιστημών της εποχής τους και εντρυφώντας στην Επιστήμη της πίστης άφησαν κείμενα που ακόμα και σήμερα έχουν πολλά να πούν και να διδάξουν.


Σημειώσεις
328. Βλ. Προκοπίου Γαζαίου, Εις την Γένεσιν Ερμηνεία, PG 87A, 40A

329. «Ὕλη τὸ πλέον ἐστὶ σὺν εἴδεσι κινυμένοισι». Αγίου Γρηγορίου του θεολόγου, Έπη Δογματικά, Δ΄ Περί Κόσμου, PG 37, 417Α, ΕΠΕ 8, 268, 19 – 21.
«οὐρανὸν καὶ γῆν… τὰ ἔσχατα τῶν διὰ τῆς αἰσθήσεως ἡμῖν γινωσκομένων ὁ λόγος ὠνόμασεν». Βλ. Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, όπ. παρ, PG 44, 72Β, ΕΠΕ 5, 264, 3 – 6.
«… οὕτω καὶ ὁ Μωϋσῆς τῆς ὑλικῆς τοῦ παντὸς κόσμου καταβολῆς τὴν ἔνδειξιν διὰ τῶν περάτων πεποίηται». Βλ. Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, όπ. παρ, PG 44, 72Β, ΕΠΕ 5, 276, 21 – 22.

330. «Ἦν τις πρεσβυτέρα τῆς τοῦ κόσμου γενέσεως κατάστασις ταῖς ὑπερκοσμίοις δυνάμεσι πρέπουσα, ἡ ὑπέρχρονος, ἡ αἰωνία, ἡ ἀΐδιος. Δημιουργήματα δὲ ἐν αὐτῇ ὁ τῶν ὅλων κτίστης καὶ δημιουργὸς ἀπετέλεσε, φῶς νοητὸν πρέπον τῇ μακαριότητι τῶν φιλούντων τὸν Κύριον, τὰς λογικὰς καὶ ἀοράτους φύσεις, καὶ πᾶσαν τὴν τῶν νοητῶν διακόσμησιν, ὅσα τὴν ἡμετέραν διάνοιαν ὑπερβαίνει, ὧν οὐδὲ τὰς ὀνομασίας ἐξευρεῖν δυνατόν. Ταῦτα τοῦ ἀοράτου κόσμου συμπληροῖ τὴν οὐσίαν, ὡς διδάσκει ἡμᾶς ὁ Παῦλος, λέγων, Ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, εἴτε ὁρατά, εἴτε ἀόρατα, εἴτε θρόνοι, εἴτε κυριότητες, εἴτε ἀρχαὶ, εἴτε ἐξουσίαι, εἴτε δυνάμεις, εἴτε ἀγγέλων στρατιαὶ, εἴτε ἀρχαγγέλων ἐπιστασίαι· ὅτε δὲ ἔδει λοιπὸν καὶ τὸν κόσμον τοῦτον ἐπεισαχθῆναι τοῖς οὖσι, προηγουμένως μὲν διδασκαλεῖον καὶ παιδευτήριον τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν· ἔπειτα μέντοι καὶ ἁπαξαπλῶς πάντων τῶν ἐν γενέσει καὶ φθορᾷ ἐπιτήδειον ἐνδιαίτημα, συμφυὴς ἄρα τῷ κόσμῳ, καὶ τοῖς ἐν αὐτῷ ζῴοις τε καὶ φυτοῖς, ἡ τοῦ χρόνου διέξοδος ὑπέστη…». Βλ. Αγίου Βασιλείου, όπ. παρ., PG 29b, 13Α, Β, ΕΠΕ 4, 36 – 38.

331. «Κόσμων δ’ ὃς μὲν ἔην προγενέστερος οὐρανὸς ἄλλος, θειοφόρων χώρημα, μόνοις τε νόεσσι θεητὸν, παμφαὲς, εἰς ὃν ἔπειτα Θεοῦ βροτὸς ἔνθεν ὁδεύει, Εὖτε Θεὸς τελέθῃσι, νόον καὶ σάρκα καθήρας· αὐτὰρ ὅ γε θνητοῖσι πάγη θνατὸς, ἡνίκ’ ἔμελλε στήσεσθαι φαέων τε χάρις κῆρύξ τε Θεοῖο, κάλλεΐ τε μεγέθει τε, καὶ εἰκόνος ἐμβασίλευμα· πρῶτος δ’ ὑστάτιός τε Θεοῦ μεγάλοιο λόγοισι». Αγίου Γρηγορίου του θεολόγου, Έπη Δογματικά, Δ΄ Περί Κόσμου, PG 37, 423Α, 93 – 100. Η μετάφραση πάρθηκε από τις εκδ. ΕΠΕ 8, 272, 93 – 100.

332. «Τινὲς μὲν οὖν φασιν, ὅτι πρὸ πάσης κτίσεως ἐγένοντο, ὡς ὁ Θεολόγος λέγει Γρηγόριος· «Πρῶτον μέν ἐννοεῖ τὰς ἀγγελικὰς δυνάμεις καὶ οὐρανίους, καὶ τὸ ἐννόημα ἔργον ἦν». Ἕτεροι δέ, ὅτι μετὰ τὸ γενέσθαι τὸν πρῶτον οὐρανόν. Ὅτι δὲ πρὸ τῆς τοῦ ἀνθρώπου πλάσεως, πάντες ὁμολογοῦσιν. Ἐγὼ δὲ τῷ Θεολόγῳ Γρηγορίῳ συντίθεμαι· ἔπρεπε γὰρ πρῶτον τὴν νοερὰν οὐσίαν κτισθῆναι καὶ οὕτω τὴν αἰσθητὴν καὶ τότε ἐξ ἀμφοτέρων τὸν ἄνθρωπον». Βλ. Ιωάννου Δαμασκηνού, ΕΚΔΟΣΙΣ ΑΚΡΙΒΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ, όπ. παρ., σελ. 104.

333. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς συγκεφαλαιώνοντας τις απόψεις της ορθόδοξης θεολογίας, σχετικά με τον άνθρωπο αναφέρει: «Διπλοῦς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἐκτός, τὸ σῶμα λέγω, καὶ ὁ ἐντὸς ἡμῶν ἄνθρωπος,ἡ ψυχὴ δηλονότι». Ομιλία ΙΑ΄, Εις τον Τίμιον και Ζωοποιόν Σταυρόν, 18, PG 151, 137B, ΕΠΕ 9, 308, 4 –5. Επίσης «Ὁ τῶν ἁπάντων ποιητὴς καὶ Δεσπότης πάντα ἐκ μὴ ὄντων ποιήσας δι’ ἀγαθότητα, μετὰ πάντα… τὸν ἄνθρωπον ἀπειργάσατο παραδόξως εἰς ἕν καὶ βραχὺ πλάσμα συναθροίσας, καὶ οἷον συγκεφαλαιωσάμενος τὴν ἅπασαν κτίσιν. Διὸ καὶ ὕστατον τοῦτον ἐδημιούργησε, τῶν κόσμων ἀμφοτέρων ἐχόμενον καὶ ἀμφοτέρους ἐπικοσμοῦντα τοὺς κόσμους, τὸν ὁρατὸν τοῦτον λέγω καὶ τὸν ἀόρατον». Ομιλία ΚΣΤ΄, Εν τω καιρώ του θέρους, 1, PG 151, 332C, ΕΠΕ 10, 152.
Βλ. σχετικά και Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΝ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ, Έκδοση Β΄, Έκδοση Βιβλιοπωλείου Νεκτάριος Παναγόπουλος, Αθήνα 1991, σελ. 39 – 40.

334. «Αὐτὸς τῶν ἀγγέλων ἐστὶ ποιητὴς καὶ Δημιουργὸς, ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγαγὼν αὐτούς, κατ᾿ οἰκείαν εἰκόνα κτίσας αὐτοὺς φύσιν ἀσώματον, οἷόν τι πνεῦμα ἤ πῦρ ἄυλον, ὥς φησιν ὁ θεῖος Δαυίδ· «Ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα», τὸ κοῦφον καὶ διάπυρον καὶ θερμὸν καὶ τομώτατον καὶ ὀξὺ περὶ τὴν θείαν ἔφεσίν τε καὶ λειτουργίαν διαγράφων καὶ τὸ ἀνωφερὲς αὐτῶν καὶ πάσης ὑλικῆς ἐννοίας ἀπηλλαγμένον. Ἄγγελος τοίνυν ἐστὶν οὐσία νοερά, ἀεικίνητος, αὐτεξούσιος, ἀσώματος, Θεῷ λειτουργοῦσα, κατὰ χάριν ἐν τῇ φύσει τὸ ἀθάνατον εἰληφυῖα, ἧς οὐσίας τὸ εἶδος καὶ τὸν ὅρον μόνος ὁ Κτίστης ἐπίσταται. Ἀσώματος δὲ λέγεται καὶ ἄυλος, ὅσον πρὸς ἡμᾶς· πᾶν γὰρ συγκρινόμενον πρὸς Θεὸν τὸν μόνον ἀσύγκριτον παχύ τε καὶ ὑλικὸν εὑρίσκεται· μόνον γὰρ ὄντως ἄυλον τὸ θεῖόν ἐστι καὶ ἀσώματον. Ἔστι τοίνυν φύσις λογικὴ νοερά τε καὶ αὐτεξούσιος, τρεπτὴ κατὰ γνώμην, ἤτοι ἐθελότρεπτος· πᾶν γὰρ κτιστὸν καὶ τρεπτόν, μόνον δὲ τὸ ἄκτιστον ἄτρεπτον. Καί πᾶν λογικὸν αὐτεξούσιον. Ὡς μὲν οὖν λογικὴ καὶ νοερὰ αὐτεξούσιός ἐστιν· ὡς δὲ κτιστὴ τρεπτή, ἔχουσα ἐξουσίαν καὶ μένειν καὶ προκόπτειν ἐν τῷ ἀγαθῷ καὶ ἐπὶ τὸ χεῖρον τρέπεσθαι». Βλ. Ιωάννου Δαμασκηνού, όπ. παρ., σελ. 98 – 100.

335. «Περιγραπτοί εἰσιν· ὅτε γάρ εἰσιν ἐν τῷ οὐρανῷ, οὔκ εἰσιν ἐν τῇ γῇ, καὶ εἰς τὴν γῆν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἀποστελλόμενοι οὐκ ἐναπομένουσιν ἐν τῷ οὐρανῷ. Οὐ περιορίζονται δὲ ὑπὸ τειχῶν καὶ θυρῶν καὶ κλείθρων καὶ σφραγίδων· ἀόριστοι γάρ εἰσιν… Νόες δὲ ὄντες ἐν νοητοῖς καὶ τόποις εἰσίν, οὐ σωματικῶς περιγραφόμενοι· οὐ γὰρ σωματικῶς κατὰ φύσιν σχηματίζονται, οὐδὲ τριχῆ εἰσι διαστατοί, ἀλλὰ τῷ νοητῶς παρεῖναι καὶ ἐνεργεῖν, ἔνθα ἂν προσταχθῶσι, καὶ μὴ δύνασθαι κατὰ ταὐτὸν ὧδε κἀκεῖσε εἶναι καὶ ἐνεργεῖν. Εἴτε ἴσοι κατ᾿ οὐσίαν εἴτε διαφέροντες ἀλλήλων, οὐκ ἴσμεν. Μόνος δὲ ὁ ποιήσας αὐτοὺς Θεὸς ἐπίσταται, ὁ καὶ τὰ πάντα εἰδώς. Βλ. Ιωάννου Δαμασκηνού, όπ. παρ., σελ. 102.

336. Ιω. 1:14.

337. «ο αχώρητος παντί, πώς εχωρήθη εν γαστρί; ο εν κόλποις τού Πατρός, πώς εν αγκάλαις τής Μητρός, πάντως ως οίδεν ως ηθέλησε καί ως, ηυδόκησεν, άσαρκος γάρ ών, εσαρκώθη εκών, καί γέγονεν ο Ών ο ουκ ήν δι' ημάς, καί μή εκστάς τής φύσεως, μετέσχε του ημετέρου φυράματος. Διπλούς ετέχθη, Χριστός τόν άνω, κόσμον θέλων αναπληρώσαι». Κάθισμα του Όρθρου της Εορτής των Χριστουγέννων.

338. «… ἀλλ’ ἵνα φθάσωμεν μόνον ἐν πάσῃ αἰσθήσει καὶ πληροφορίᾳ καρδίας ἀγαπῆσαι τὸν Θεόν». Βλ. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Προς Ακίνδυνον, Λόγος αντιρρητικός Ζ΄, 10, 31, Π. Χρήστου 3, 484, ΕΠΕ 6, 540, 11 – 12.
«…οὐδὲν τούτων κατασχεῖν καὶ κρατῆσαι δύναται τοῦτον διὰ τὸ ἄλλου πλούτου ἀληθινοῦ καὶ ἄλλης τιμῆς καὶ δόξης οὐρανίου πεῖραν αὐτὸν λαβεῖν, καὶ τρυφῇ καὶ ἡδονῇ ἀφθάρτῳ τρέφεσθαι τὴν ψυχὴν ἐν πάσῃ αἰσθήσει καὶ πληροφορίᾳ διὰ τῆς κοινωνίας τοῦ πνεύματος». Βλ. Pseudo-Macarius Scr. Eccl., Sermones 64 (collectio B), Ομιλία 15, 1.3.3 – 1.4.1.

339. «…κἄν μυριάκις περὶ τῶν θείων θησαυρῶν διανοήσῃ, μὴ πάθῃς δὲ τὰ θεῖα, μηδὲ ἴδῃς τοῖς νοεροῖς καὶ ὑπεράνω τῆς διανοίας ὀφθαλμοῖς, οὔτε ὁρᾷς, οὔτε ἔχεις οὔτε κέκτησαί τι τῶν θείων ἀληθῶς. Νοεροῖς δὲ εἶπον ὀφθαλμοῖς, ὡς αὐτοῖς ἐγγινομένης τῆς τοῦ Πνεύματος δυνάμεως, δι’ ἧς ὁρᾶται ταῦτα, ἐπεὶ καὶ ὑπὲρ τοὺς νοεροὺς ὀφθαλμούς ἐστι τὸ πανίερον ἐκεῖνο θέαμα τοῦ θειοτάτου καὶ ὑπερφαοῦς φωτός». Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3, 34, Π. Χρήστου 1, 445, ΕΠΕ 2, 186, 34 – 188, 6.

340. «Οἱ δὲ τῷ μὴ παθεῖν τὰ θεῖα μηδ’ ἰδεῖν μηδαμῶς πιστεύοντες ὡς φῶς ὑπὲρ φῶς ὁρᾶσθαι τὸν Θεόν, ἀλλὰ λογικῶς μόνον θεωρεῖσθαι, τυφλοῖς ἐοίκασιν, οἵ τῆς τοῦ ἡλίου θέρμης μόνης ἀντιλαμβανόμενοι, τοῖς ὁρῶσιν ἀπιστοῦσιν ὅτι καὶ φαιδρός ἐστιν ὁ ἥλιος». Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3, 10, Π. Χρήστου 1, 419, ΕΠΕ 2, 142, 23 – 27.

341. «… η μάζα της συνήθους ύλης είναι η ενέργεια που εμπεριέχεται σε βασικότερους δομικούς λίθους, οι οποίοι καθεαυτούς έχουν μηδενική μάζα». Frank Wilczek, Η ελαφρότητα του είναι, Εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2010, σελ. 15.

342. Πρβλ. Π. Γεωργίου Μεταλληνού, Σχέσεις και Αντιθέσεις, Ανατολή και Δύση στην πορεία του Νέου Ελληνισμού, Εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 1998, σελ. 173 – 176.

343. Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός στο βιβλίο του Σχέσεις και Αντιθέσεις, Ανατολή και Δύση στην πορεία του Νέου Ελληνισμού, αναφέρει χαρακτηριστικά: «… παρέκκλιση (οδυνηρή για τη Δύση) στο σημείο αυτό συνιστά ο Ι. Αυγουστίνος (+430), αγνοώντας τη γραφική και πατερική γνωσιολογία και νεοπλατωνικός στην ουσία. Με το αξίωμα του "credo, ut intelligam" (πιστεύω, για να κατανοήσω) έθεσε την αρχή, ότι με την πίστη οδηγείται ο άνθρωπος στη λογική σύλληψη της Αποκάλυψης. Έτσι όμως δίνεται προτεραιότητα στη διάνοια, που εκλαμβάνεται ως γνωστικό όργανο τόσο στη φυσική, όσο και στην υπερφυσική γνώση. Ο Θεός νοείται ως "αντικείμενο" γνωστικό, που "συλλαμβάνεται," από τη διάνοια του ανθρώπου, όπως συλλαμβάνεται το φυσικό γνωστικό αντικείμενό της. Μετά τον Αυγουστίνο το επόμενο βήμα (με την παρέμβαση του Θωμά Ακινάτη, +1274), θα κάνει ο Καρτέσιος (+1650) με το δικό του αξίωμα: cogito, ergo sum (σκέπτομαι, άρα υπάρχω), με το οποίο διακηρύσσεται η διάνοια ως κύριο συστατικό της ύπαρξης». Βλ. Π. Γεωργίου Μεταλληνού, όπ. παρ., σελ. 177 – 178.

344. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς παρατηρεί ότι όπως ακριβώς δεν μπορεί να γνωρίσει κανείς με την σκέψη του μία πόλη που δεν την έχει ακόμα επισκεφτεί, έτσι δεν αρκεί να σκέφτεται κανείς διανοητικά για τον Θεό και τα θεία και να θεολογεί για να λάβει την δια της πείρας γνώση του Θεού. Διότι η διάνοια καθιστά εξίσου νοητά και τα νοερά. «Αὕτη γὰρ καὶ τὰ αἰσθητὰ καὶ τὰ νοερὰ ἐπίσης διανοητὰ δι’ ἑαυτῆς ποιεῖ. Καθάπερ δὲ ἥν οὔπω εἶδες πόλιν, εἰ διανοῇ περὶ αὐτῆς, οὐ τῷ διανοεῖσθαι ταύτην ἐν πείρᾳ γέγονας αὐτῆς, οὕτω καὶ περὶ Θεοῦ καὶ τῶν θείων, οὐ τῷ διανοεῖσθαι ταῦτα καὶ θεολογεῖν ἐν πείρᾳ τούτων γίνῃ». Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3, 34, Π. Χρήστου 1, 445, ΕΠΕ 2, 186, 27 – 31.

345. Για την οντολογία της ανθρώπινης ύπαρξης κατά την ορθόδοξη παράδοση βλ. Τακαρίδη Γεωργίου, Η οντολογία του νου κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, http://invenio.lib.auth.gr/record/126869.

ΦΥΣΙΚΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ Η ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΚΟΝΤΑΦΤΕΙ. 
Ο ΝΟΥΣ ΕΠΕΣΕ ΚΑΙ ΘΕΙΩ ΘΕΛΗΜΑΤΙ ΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ ΣΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ. 
ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΝΕΙ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΚΤΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ  Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΠΟΤΥΠΩΣΕ ΕΝΑ ΝΟΗΜΑ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΚΤΑΤΑΙ ΕΥΚΟΛΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΟΥ, ΠΑΡΑ ΜΟΝΟΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΟ ΝΟΥ. 
Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ.
 ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΠΛΗΣΙΑΣΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΑΛΛΑ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ. 
ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΑ ΚΑΙ ΕΥΩΔΙΑΖΟΝΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΕ ΠΟΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΑΝΗΚΟΥΝ;
Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΔΟΞΟΤΕΡΗ ΤΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ. Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΕΙΝΑΙ ΝΕΟΣ ΤΟΠΟΣ, ΝΕΑ ΚΤΙΣΗ. Η Θ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΩΡΩΝ;