Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gillespie - Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gillespie - Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας β(10)

Συνέχεια από Σάββατο 12. Σεπτεμβρίου 2026

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας 10
Κεφάλαιο 5: Οι αντιφάσεις της Προνεωτερικότητας β

Michael Allen Gillespie

Η θεολογική κρίση της ύστερης μεσαιωνικής σκέψης

ERASMUS ΕΝΑΝΤΙΟΝ LUTHER

Όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, η επαναστατική θεολογία του Luther αναπτύχθηκε σε μεγάλο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, υπήρξαν αποφασιστικές καμπές στη σκέψη του και στη σχέση του με την Εκκλησία. Η αντιπαράθεση με τον Erasmus υπήρξε μία από αυτές. Ενώ, μετά τη δημοσίευση του έργου Η βαβυλώνια αιχμαλωσία της Εκκλησίας (1520), ήταν σαφές ότι δεν μπορούσε να υπάρξει συμφιλίωση με τον πάπα, παρέμενε ακόμη ανοικτό το ουσιαστικό ερώτημα αν η Μεταρρύθμιση θα ακολουθούσε έναν περισσότερο ουμανιστικό ή έναν περισσότερο ευαγγελικό δρόμο. Η αντιπαράθεση μεταξύ Luther και Erasmus έδωσε οριστική απάντηση σε αυτό το ερώτημα και άνοιξε ένα χάσμα ανάμεσα στους ουμανιστές και στους μεταρρυθμιστές.

Πολλοί την εποχή εκείνη εξεπλάγησαν από τη σύγκρουση του Luther με τον Erasmus, επειδή πίστευαν ότι ο Luther ήταν οπαδός του Erasmus. Και οι δύο αντιτάσσονταν στην τυραννία και στη διαφθορά του κλήρου και προωθούσαν μια απλούστερη και περισσότερο προσωπική μορφή χριστιανισμού. Ο Luther είχε επίσης επηρεαστεί σαφώς από την ουμανιστική σκέψη. Είχε εισέλθει στο μοναστήρι «σφίγγοντας στην αγκαλιά του τον Plautus και τον Virgil», έχοντας ταχθεί ολόψυχα στο πλευρό του Reuchlin και του ανιψιού του, Melanchthon. Είχε επίσης αποδεχθεί σαφώς την ουμανιστική αρχή ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να διαβάζεται στις πρωτότυπες γλώσσες της και είχε εργαστεί σκληρά για να κατακτήσει την ελληνική και την εβραϊκή. Επιπλέον, είχε επηρεαστεί βαθιά από τον Valla, τον Pico και τους άλλους Ιταλούς ουμανιστές. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί από τους νεότερους ουμανιστές θεωρούσαν τον Luther έναν από αυτούς.

Παρ’ όλα αυτά, και ανεξάρτητα από τις προηγούμενες απόψεις του, μετά το 1515 ο Luther απέρριψε κατηγορηματικά την κεντρική ουμανιστική θέση ότι ο άνθρωπος είναι ένα ανεξάρτητο ον και προσηλώθηκε σε μια θεολογία που θεωρούσε τον Θεό και τη χάρη Του πηγή των πάντων. Η νέα αυτή θέση, ωστόσο, έγινε σαφής στον ευρύτερο κόσμο μόνο σταδιακά. Έτσι, ενώ κάποιος όπως ο Melanchthon, ο οποίος γνώριζε από κοντά τόσο τον Luther όσο και τον Erasmus, μπορούσε να κατανοήσει τις διαφορές τους, ο καλλιτέχνης Albrecht Dürer, για παράδειγμα, μπορούσε ακόμη και το 1521 να ελπίζει ότι ο Erasmus θα αναλάμβανε την ηγεσία της Μεταρρύθμισης της Wittenberg μετά τη φυλάκιση του Luther. Οι συγγένειές τους και, ακόμη περισσότερο, οι κοινοί εχθροί τους συγκάλυπταν έτσι τις καθοριστικές διαφορές ανάμεσα στη vera theologia του Luther και στη philosophia Christi του Erasmus.

Ο Erasmus άκουσε για πρώτη φορά το όνομα του Luther τον Δεκέμβριο του 1516, όταν ο εφημέριος του Frederick the Wise (Φρειδερίκος Γ΄ της Σαξονίας (1463–1525), ο Σοφός), Georg Spalatin, τον πληροφόρησε ότι ένας ανώνυμος Αυγουστινιανός μοναχός είχε διαφωνήσει με την ερμηνεία που εκείνος έδινε στον νόμο στην Προς Ρωμαίους επιστολή. Η πρώτη ουσιαστική γνωριμία του με τον Luther πραγματοποιήθηκε το 1518, όταν διάβασε τις Θέσεις για τα συγχωροχάρτια του Luther, με τις οποίες συμφώνησε ολόψυχα. Λόγω της φιλίας του Luther με τον Melanchthon, ο Erasmus υπέθεσε ότι επρόκειτο για ένα συγγενικό πνεύμα. Έτσι, θεώρησε τις πρώτες επιθέσεις κατά του Luther ως επιθέσεις εναντίον του δικού του ουμανιστικού προγράμματος. Ο Luther έγραψε μια φιλική επιστολή στον Erasmus στις 28 Μαρτίου 1519, και ο Erasmus απάντησε δύο μήνες αργότερα, ενθαρρύνοντάς τον αλλά συγχρόνως προτρέποντάς τον να επιδείξει αυτοσυγκράτηση.

Μολονότι ο Erasmus και ο Luther δεν είχαν ποτέ φιλικές σχέσεις, ο Erasmus υποστήριξε τον νεότερο θεολόγο. Τον Απρίλιο του 1519 μεσολάβησε υπέρ του Luther στον Φρειδερίκο τον Σοφό, υποστηρίζοντας ότι οι επιθέσεις εναντίον του αποτελούσαν συνέπεια της παρακμής της Εκκλησίας, την οποία είχαν προκαλέσει οι σχολαστικοί θεολόγοι και τα επαιτικά μοναχικά τάγματα. Τον Νοέμβριο του 1520 υπερασπίστηκε και πάλι τον Luther, λέγοντας στον Φρειδερίκο ότι ο Luther «διέπραξε ένα μεγάλο αμάρτημα: χτύπησε τους μοναχούς στην κοιλιά και τον πάπα στο στέμμα του!».

Παρά τη συνεχιζόμενη υποστήριξή του προς τον Luther, οι διαφορές τους γίνονταν όλο και σαφέστερες στον Erasmus. Γνώριζε ότι ο ίδιος αποτελούσε τον στόχο της κατηγορίας που διατύπωσε ο Luther σε επιστολή της 28ης Μαΐου 1522: «Η αλήθεια είναι ισχυρότερη από την ευγλωττία, το πνεύμα ισχυρότερο από την ιδιοφυΐα, η πίστη ανώτερη από τη μάθηση… Ο Χριστός δεν φοβάται ούτε τις πύλες του Άδη ούτε την εξουσία του αέρα». Ωστόσο, ακόμη και το 1523 ο Erasmus εξακολουθούσε να είναι πεπεισμένος ότι οι πραγματικοί του εχθροί ήταν οι μοναχοί: «Αν ο Luther καταβληθεί, ούτε ο Θεός ούτε ο άνθρωπος θα μπορέσει να αντισταθεί στους μοναχούς». Έβλεπε πολλά πράγματα με τα οποία συμφωνούσε στη διαμαρτυρία του Luther, μολονότι αποδοκίμαζε τη σφοδρότητά του.

Ο Erasmus προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να μεσολαβήσει μεταξύ του Luther και του πάπα, και απογοητευόταν ολοένα περισσότερο από την απροθυμία του Luther να μετριάσει τις απαιτήσεις του, τις οποίες ο Erasmus θεωρούσε επικίνδυνες για το ουμανιστικό πρόγραμμα μεταρρύθμισης. Μέρος της απογοήτευσης του Erasmus οφειλόταν στο γεγονός ότι θεωρούσε τον συμβιβασμό θρησκευτική αρχή και δεν κατανοούσε τη θέση του Luther ότι η επίγεια ειρήνη δεν έπρεπε να εξαγοραστεί με τίμημα την οργή του Θεού.

Καθώς η διαμάχη εντεινόταν, ο Erasmus δυσκολευόταν ολοένα περισσότερο να παραμείνει ουδέτερος. Οι εχθροί του τον χαρακτήριζαν ανοιχτά πατέρα του λουθηρανισμού. Όταν τα βιβλία του Luther κάηκαν στη Louvain στις 8 Οκτωβρίου 1520, ο Erasmus επικρίθηκε από τον άμβωνα. Έλεγαν ότι αυτός είχε γεννήσει το αυγό που επώασε ο Luther. Ο Latomus και άλλοι υποπτεύονταν ακόμη ότι ο Erasmus ήταν στην πραγματικότητα λουθηρανός. Άλλοι ήταν πεπεισμένοι ότι ήταν περισσότερο επικίνδυνος για την Εκκλησία από ό,τι ο Luther. Η προσπάθεια του Erasmus να μεσολαβήσει στη σύγκρουση εξόργισε επίσης πολλούς λουθηρανούς. Ο Ulrich von Hutten, για παράδειγμα, εξοργίστηκε επειδή ο Erasmus δεν έπαιρνε θέση στο πλευρό του Luther.

Έτσι, η πίεση προς τον Erasmus να δηλώσει την πραγματική του αφοσίωση αυξανόταν. Ο Luther και ο Melanchthon ήλπιζαν ότι θα τους υποστήριζε ή, τουλάχιστον, ότι δεν θα εναντιωνόταν σε αυτούς. Πράγματι, ο Luther υποσχέθηκε ότι δεν θα επιτιθόταν στον Erasmus, εφόσον ο Erasmus δεν επιτιθόταν πρώτος σε εκείνον. Όταν όμως αυτό έγινε γνωστό, ο Erasmus βρέθηκε σε ακόμη δυσμενέστερη θέση, επειδή δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι είχε συνάψει μυστική συμφωνία με τον Luther. Η θέση του Erasmus έγινε ακόμη δυσκολότερη μετά τις εκκλήσεις του πάπα και του Henry VIII να γράψει εναντίον του Luther. Τελικά, θεώρησε ότι δεν είχε άλλη επιλογή παρά να ταχθεί ανοιχτά εναντίον του.

Όσοι τον προέτρεπαν να εισέλθει στη διαμάχη περίμεναν από αυτόν να υπερασπιστεί την παπική υπεροχή. Ο Erasmus, ωστόσο, αποφάσισε να επικεντρωθεί στο ζήτημα της ελευθερίας της βούλησης, το οποίο θεωρούσε ουσιαστικότερο για το πρόβλημα της μεταρρύθμισης και συγχρόνως λιγότερο διχαστικό θέμα. Επιπλέον, αποφάσισε να γράψει με τέτοια μετριοπάθεια, ώστε ο Luther να μην μπορεί να προσβληθεί. Στην πραγματικότητα, το έργο του δεν αποτελούσε επίθεση, αλλά μια συζήτηση που αποσκοπούσε να παρασύρει τον Luther σε έναν διάλογο γύρω από τα κεντρικά ζητήματα της νέας του θεολογίας, όπου δεν θα μπορούσε απλώς να εκτοξεύει τους ισχυρισμούς του εναντίον της ορθοδοξίας. Ο Erasmus πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε ίσως να αποφευχθεί το σχίσμα.

Ο Erasmus έδωσε στο έργο του τον τίτλο Περί της ελευθερίας της βούλησης. Το έργο πραγματευόταν ένα ζήτημα που βασάνιζε τον χριστιανισμό τουλάχιστον από την εποχή του Αυγουστίνου.
Το ζήτημα της πνευματικής ελευθερίας κατείχε επίσης κεντρική θέση στον χριστιανικό ουμανισμό. Όπως είδαμε, ο ουμανισμός στηριζόταν στην παραδοχή ότι ο άνθρωπος είναι ικανός να κατευθύνει τις πράξεις του και να αναλαμβάνει την ευθύνη γι’ αυτές· ότι, με άλλα λόγια, ο άνθρωπος δεν είναι απλώς ένα δημιούργημα που καθορίζεται σε καθετί που πράττει από τον Θεό ή από τη μοίρα, αλλά ένα ηθικό ον που επιλέγει ελεύθερα και του οποίου οι πράξεις επηρεάζουν τόσο την επίγεια ζωή του όσο και τη σωτηρία του.

Όταν ο Melanchthon διάβασε το Περί της ελευθερίας της βούλησης, αναγνώρισε τη μετριοπάθεια του Erasmus και του υποσχέθηκε ότι και ο Luther θα έδειχνε ανάλογη μετριοπάθεια. Ο Luther, ωστόσο, εξοργίστηκε από τη στιγμή που πληροφορήθηκε ότι ο Erasmus είχε γράψει εναντίον του, χαρακτηρίζοντας αυτή την πράξη «μεγάλη άρνηση». Όταν έλαβε το Περί της ελευθερίας της βούλησης, ο Luther δίσταζε να το διαβάσει και, όταν τελικά το διάβασε, θέλησε επανειλημμένα να το πετάξει κάτω από τον πάγκο. Μολονότι άργησε πολύ να απαντήσει, η απάντησή του υπήρξε σφοδρή και κατηγορηματική.

Ο Luther έδωσε στην απάντησή του τον τίτλο Περί της υπόδουλης βούλησης. Μολονότι είχε προσπαθήσει να αποφύγει την αντιπαράθεση, αποδείχθηκε τόσο επιδέξιος στη διεξαγωγή της, ώστε ο Erasmus πείστηκε ότι την απάντηση την είχαν συγγράψει κρυφά για λογαριασμό του ο Melanchthon και ο Justus Jonas. Οι υποψίες του ήταν εσφαλμένες, αλλά κατανοητές. Ο Luther επέδειξε στο έργο αυτό μια ρητορική δεξιοτεχνία τόσο απροσδόκητη όσο και εντυπωσιακή. Παρά τη ρητορική και θεολογική του λαμπρότητα, ωστόσο, το έργο προκαλεί συχνά αγανάκτηση, επειδή δεν απαντά σε πολλά από τα ερωτήματα που θέτει ο Erasmus και συχνά εκφυλίζεται σε προσωπική επίθεση εναντίον του.

Ο Erasmus συγκλονίστηκε. Είχε προσπαθήσει να βοηθήσει τον Luther και έμεινε κατάπληκτος από την απάντησή του, την οποία θεωρούσε αποτέλεσμα ενός βαθιά ριζωμένου μοιροκρατισμού και αντινομισμού. Εάν ο Luther μπορούσε να στραφεί εναντίον κάποιου που βρισκόταν τόσο κοντά του, πώς θα μπορούσε να συνεννοηθεί με οποιονδήποτε άλλον; Και ποια επίδραση θα ασκούσε μια τέτοια διδασκαλία στη συμπεριφορά των μαζών; Για τον Erasmus, η Εξέγερση των Χωρικών (1524–1526) υπήρξε η τρομακτική απάντηση. Από την απάντηση του Luther πείστηκε επίσης ότι δεν μπορούσε πλέον να κάνει τίποτε για να τον σώσει από την άβυσσο του φανατισμού. Υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε περαιτέρω συζήτηση ήταν μάταιη.

Ο Erasmus απάντησε στο Περί της υπόδουλης βούλησης με τον Ασπιδοφόρο (Hyperaspistes), έργο που δημοσιεύθηκε σε δύο εκτενείς τόμους. Πρόκειται για ένα έργο καθαρής αυτοάμυνας. Ο Luther είχε αμαυρώσει την υπόληψή του και ο Erasmus όφειλε να απαντήσει. Το έκανε εκτενώς, εξετάζοντας μία προς μία τις κατηγορίες του Luther. Επομένως, το έργο δεν προοριζόταν πραγματικά για τον Luther και δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο Luther το διάβασε ποτέ.

Ανεξάρτητα από την αξία των επιχειρημάτων των δύο πλευρών, από πρακτική άποψη ο Luther κέρδισε την αντιπαράθεση. Μετά τη δημοσίευση του Περί της υπόδουλης βούλησης, καμία συμφιλίωση ανάμεσα στον ευαγγελικό χριστιανισμό και στον ουμανισμό δεν ήταν πλέον δυνατή. Με αυτόν τον τρόπο, ο Luther ανάγκασε όσους ενδιαφέρονταν για τη μεταρρύθμιση να επιλέξουν ανάμεσα στον ίδιο και στον Erasmus και, ουσιαστικά, ώθησε τον Erasmus στην αγκαλιά της Εκκλησίας. Μπροστά σε αυτή την επιλογή, όσοι ζητούσαν επιτακτικά τη μεταρρύθμιση δύσκολα θα μπορούσαν να μην ταχθούν στο πλευρό του Luther.

Ωστόσο, μολονότι ο Luther επικράτησε βραχυπρόθεσμα, στη συνέχεια αποδείχθηκε λιγότερο επιτυχημένος. Η πόλωση που προκάλεσε αυτή η αντιπαράθεση ενίσχυσε τη ριζοσπαστική πτέρυγα του ίδιου του ευαγγελικού κινήματός του, προσδίδοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στους Αναβαπτιστές και στους αντινομιστές, οι οποίοι θεωρούσαν ότι ακόμη και ο ίδιος ο Luther ήταν υπερβολικά συντηρητικός.

Επιπλέον, επειδή ο Luther είχε υποστηρίξει ότι η θεία έμπνευση υπερείχε της ηθικής, δεν ήταν σε θέση να προτρέψει αυτούς τους ριζοσπάστες σε ηθική αυτοσυγκράτηση. Αναγκάστηκε, επομένως, να προσφύγει στην ένοπλη δύναμη των ηγεμόνων για τη διατήρηση της τάξης. Αυτή, όμως, υπήρξε μια μοιραία απόφαση. Η αντίστασή του στην ατομική αποκάλυψη τον καθιστούσε ολοένα πιο περιττό για το κίνημα της Μεταρρύθμισης, το οποίο ριζοσπαστικοποιούνταν με ταχύτητα, ενώ η στροφή του προς τους ηγεμόνες συνέβαλε στη νομιμοποίηση της χρήσης κρατικής βίας για την υπεράσπιση της θρησκευτικής αλήθειας — κάτι που επρόκειτο να αποδειχθεί καταστροφικό κατά τον επόμενο αιώνα. Έτσι, μολονότι η νίκη του Luther κατέστησε αναπόφευκτο το να ακολουθήσει η Μεταρρύθμιση έναν περισσότερο ευαγγελικό δρόμο, αύξησε συγχρόνως την πιθανότητα να κινηθεί προς μια κατεύθυνση πιο ριζοσπαστική και βίαιη από εκείνη που ο ίδιος επιθυμούσε.


Μολονότι ο Erasmus έχασε την αντιπαράθεση μέσα στο πλαίσιο της εποχής του και δεν κατόρθωσε να αποτρέψει τη βίαιη σύγκρουση την οποία τόσο φοβόταν, μακροπρόθεσμα η θεολογική του θέση αποδείχθηκε περισσότερο επιτυχημένη. Η αντιπαράθεσή του με τον Luther εξόργισε τόσο τους λουθηρανούς όσο και τους καθολικούς. Και οι δύο πλευρές πίστευαν ότι προσποιούνταν, αν και για διαφορετικούς λόγους. Οι υποψίες τους οφείλονταν εν μέρει απλώς στην επιδέξια χρήση της ειρωνείας από μέρους του, η οποία καθιστούσε δύσκολο να διαπιστωθεί τι πραγματικά πίστευε. Έτσι, ο Luther παρατήρησε ότι «ο Erasmus γλιστρά σαν χέλι» και κατέληξε: «Μόνο ο Χριστός μπορεί να τον πιάσει!»

Ο Erasmus εξόργισε επίσης τους ορθόδοξους καθολικούς. Δεν είχε επιτεθεί στον Luther με τον τρόπο που εκείνοι περίμεναν. Σταδιακά έχασε την εύνοια της Εκκλησίας και, κατά τη διάρκεια της παποσύνης του Paul IV (1555–1559), τα έργα του συμπεριλήφθηκαν στον Κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων. Ωστόσο, το εγχείρημα του Erasmus συνεχίστηκε τόσο από καθολικούς όσο και από προτεστάντες. Μακροπρόθεσμα, επομένως, δεν επικράτησε το θεοκεντρικό και αποκαλυπτικό όραμα του Luther, αλλά ο μετριοπαθέστερος και ηθικός χριστιανικός ουμανισμός του Erasmus.

Στην Αγγλία επικράτησε ο αρμινιανισμός (θεολογικό ρεύμα του προτεσταντισμού που προέρχεται από τον Ολλανδό θεολόγο Jacobus Arminius (1560–1609)), ο οποίος όφειλε πολλά στον Erasmus, ενώ στο εσωτερικό των κύριων προτεσταντικών Εκκλησιών το αποκαλυπτικό όραμα του Luther αντικαταστάθηκε σταδιακά από τις περισσότερο εγκόσμιες μέριμνες του Erasmus. Και από την καθολική πλευρά δεν επικράτησαν οι αντίπαλοι του Erasmus, αλλά οι Ιησουίτες, των οποίων το εκπαιδευτικό πρόγραμμα είχε ως πρότυπο εκείνο του Erasmus. Η «νίκη» του Erasmus, ωστόσο, άργησε πολύ να έρθει και κατέστη δυνατή μόνο χάρη στην ευρεία αναγνώριση των κινδύνων του θρησκευτικού φανατισμού, ως συνέπεια των Θρησκευτικών Πολέμων.

Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

Κεφάλαιο 5: Οι αντιφάσεις της Προνεωτερικότητας

Μια ανοιξιάτικη ημέρα του Μαΐου του 1631, ο κόμης von Tilly τέλεσε λειτουργία για να ευχαριστήσει τον Θεό για την κατάκτηση του Magdeburg, της σημαντικότερης πόλης της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης, καυχώμενος ότι παρόμοια νίκη δεν είχε σημειωθεί από την εποχή της καταστροφής της Ιερουσαλήμ. Υπερέβαλλε ελάχιστα: ο καθεδρικός ναός στον οποίο τελέστηκε η λειτουργία ήταν ένα από τα τρία μόλις κτίρια που δεν είχαν καεί ολοσχερώς. Τα στρατεύματα της Καθολικής Ένωσης πολιορκούσαν την πόλη από τον Νοέμβριο, ζώντας μέσα σε λασπωμένα χαρακώματα κατά τη διάρκεια των χειμερινών χιονοπτώσεων και υπομένοντας καθημερινά τις λοιδορίες και τις ύβρεις των προτεσταντών κατοίκων της πόλης. Μόλις εισέβαλαν από τις πύλες, ο ζήλος, η αρπακτικότητα και η απληστία τους δεν γνώριζαν κανένα όριο. Η σφαγή ήταν αδύνατον να ανακοπεί. Σε ολόκληρη την πόλη έβαζαν φωτιές, παιδιά ρίχνονταν στις φλόγες και γυναίκες βιάζονταν προτού σφαγιαστούν. Πενήντα τρεις γυναίκες αποκεφαλίστηκαν μέσα σε μια εκκλησία, όπου είχαν αναζητήσει καταφύγιο. Κανείς δεν γλίτωσε: είκοσι πέντε χιλιάδες προτεστάντες σφαγιάστηκαν ή κάηκαν ζωντανοί, ενώ από τους πέντε χιλιάδες επιζώντες λίγοι ήταν ευγενείς που κρατήθηκαν για λύτρα· όλοι οι υπόλοιποι ήταν γυναίκες, οι οποίες μεταφέρθηκαν στο αυτοκρατορικό στρατόπεδο για να βιαστούν και να πουληθούν από στρατιώτη σε στρατιώτη. Η είδηση αυτής της θηριωδίας διαδόθηκε γρήγορα σε ολόκληρη την Ευρώπη, παγιώνοντας ακόμη περισσότερο τις ομολογιακές διαχωριστικές γραμμές μιας σύγκρουσης που είχε αρχίσει δεκατρία χρόνια νωρίτερα και επρόκειτο να μαίνεται για άλλα δεκαεπτά χρόνια.

Ο νεότερος κόσμος, όπως τον αντιλαμβανόμαστε σήμερα, γεννήθηκε μέσα σε αυτή την εποχή θρησκευτικών συγκρούσεων και καταστροφών. Οι Θρησκευτικοί Πόλεμοι, που άρχισαν στις αρχές του 16ου αιώνα και διήρκεσαν έως τα μέσα του 17ου, διεξήχθησαν με έναν φανατισμό και μια αγριότητα που δεν εμφανίστηκαν ξανά μέχρι τη δική μας εποχή. Πράγματι, η θηριωδία των αντιμαχόμενων ενδέχεται να ξεπερνούσε ακόμη και τη σημερινή, διότι σχεδόν όλες οι δολοφονίες πραγματοποιούνταν από πολύ κοντά, συχνά σε μάχες σώμα με σώμα, και επομένως χωρίς τη συναισθηματικά μονωτική απόσταση που καθιστούν δυνατή οι σύγχρονες τεχνολογίες. Η σφαγή του Magdeburg, παρ’ όλη τη φρίκη της, δεν ήταν ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο παρόμοιο γεγονός.

Κατά την Εξέγερση των Χωρικών τη δεκαετία του 1520, περισσότεροι από εκατό χιλιάδες Γερμανοί χωρικοί και εξαθλιωμένοι κάτοικοι των πόλεων σφαγιάστηκαν· πολλοί από αυτούς όρμησαν απερίσκεπτα στη μάχη εναντίον βαριά οπλισμένων στρατευμάτων, πεπεισμένοι από τον ηγέτη τους, Thomas Müntzer, ότι οι αληθινοί πιστοί ήταν άτρωτοι από τις σφαίρες των μουσκέτων. Το 1572, εβδομήντα χιλιάδες Γάλλοι Ουγενότοι σφαγιάστηκαν κατά τη Σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου. Οι Φραγκισκανοί μοναχοί, οι οποίοι είχαν κηρύξει ότι ο φόνος των αιρετικών ήταν ο ασφαλέστερος δρόμος προς τη σωτηρία, ήταν ευχαριστημένοι, προφανώς όμως όχι τόσο όσο ο Πάπας Gregory XIII, ο οποίος χάρηκε τόσο πολύ όταν παρέλαβε μέσα σε ένα κιβώτιο το κεφάλι του δολοφονημένου ηγέτη των Ουγενότων, Coligny, ώστε διέταξε να κοπεί ειδικό μετάλλιο σε ανάμνηση του γεγονότος. Και τέλος, για να μη φανταστεί κανείς ότι η βαρβαρότητα ήταν μονόπλευρη, ο πρότυπος στρατός του Cromwell λεηλάτησε την ιρλανδική πόλη Drogheda το 1649, σκοτώνοντας σχεδόν όλους τους κατοίκους της. Έκαψαν ζωντανούς όσους είχαν καταφύγει στον καθεδρικό ναό της St. Mary, έσφαξαν τις γυναίκες που κρύβονταν στις υπόγειες κρύπτες του, χρησιμοποίησαν παιδιά Ιρλανδών ως ανθρώπινες ασπίδες, καταδίωξαν και σκότωσαν κάθε ιερέα και πούλησαν ως δούλους τους τριάντα υπερασπιστές που είχαν επιζήσει. Ο Cromwell, χωρίς την παραμικρή αίσθηση ειρωνείας, ευχαρίστησε τον Θεό που του έδωσε την ευκαιρία να εξοντώσει τόσο βάρβαρους αιρετικούς.

Όσο συγκλονιστικές και αν είναι αυτές οι αφηγήσεις, μας δίνουν μόνο μια αμυδρή ιδέα της φρίκης αυτών των πολέμων, οι οποίοι μαίνονταν στην Ευρώπη για περισσότερες από πέντε γενιές. Σύμφωνα με συντηρητικές εκτιμήσεις, οι πόλεμοι στοίχισαν τη ζωή στο 10% του πληθυσμού της Αγγλίας, στο 15% του πληθυσμού της Γαλλίας, στο 30% του πληθυσμού της Γερμανίας και σε περισσότερο από το 50% του πληθυσμού της Βοημίας. Συγκριτικά, οι Ευρωπαίοι νεκροί κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ξεπέρασαν το 10% του πληθυσμού μόνο στη Γερμανία και στην ΕΣΣΔ. Από όσα γνωρίζουμε στη δική μας εποχή, μόνο το Ολοκαύτωμα και τα πεδία θανάτου της Καμπότζης μπορούν να συγκριθούν με τα επίπεδα καταστροφής που χαρακτήρισαν τους Θρησκευτικούς Πολέμους.

Παρόλο που τους ονομάζουμε Θρησκευτικούς Πολέμους, θα ήταν λάθος να υποθέσουμε ότι μόνο η θρησκεία ευθυνόταν για την αιματοχυσία. Πολιτικοί, δυναστικοί και εθνικιστικοί παράγοντες διαδραμάτισαν σαφώς κάποιον ρόλο στην υποκίνηση, τη διαιώνιση και την όξυνση της σύγκρουσης. Οι μακιαβελικές πολιτικές τεχνικές αναμφίβολα κατέστησαν επίσης τις σφαγές αποτελεσματικότερες, αλλά ο φανατισμός των αντιμαχόμενων και η αγριότητα που επέδειξαν αποτελούσαν σε μεγάλο βαθμό εκδήλωση θρησκευτικών παθών. Τα πάθη αυτά προέκυπταν από μια θεμελιώδη διαφωνία σχετικά με τη φύση του Θεού και τη σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Στο τέταρτο κεφάλαιο εξετάσαμε τη βάση αυτής της διαφωνίας κατά την παρουσίαση της θεολογίας του Λούθηρο και της κριτικής του στις καθολικές διδασκαλίες και πρακτικές. Για τον Καθολικισμό, η Εκκλησία αποτελούσε την ενσάρκωση του Αγίου Πνεύματος, το οποίο μεταδόθηκε από τον Χριστό στον Πέτρο και από τον Πέτρο στους διαδόχους του. Ο ιεραρχικά οργανωμένος κλήρος στεκόταν έτσι ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο, λειτουργώντας ως αγωγός για τις εντολές που έρχονταν από επάνω και για τα αιτήματα που απευθύνονταν από κάτω. Όπως κάθε τέτοιος διαμεσολαβητικός θεσμός, ήταν επιρρεπής στη διαφθορά. Για τον Λούθηρο, ωστόσο, το πρόβλημα δεν αποτελούσε συνέπεια των ηθικών αποτυχιών μεμονωμένων ανθρώπων. Η Εκκλησία ως σύνολο ήταν διεφθαρμένη· ήταν μια ψευδής Εκκλησία, απλώς ένα όργανο που χρησιμοποιούσε ο Σατανάς για να υποδουλώνει και να εκμεταλλεύεται την ανθρωπότητα. Η αληθινή Εκκλησία αποτελούνταν από τους εκλεκτούς, δηλαδή από όλους εκείνους που είχαν πληρωθεί με πίστη μέσω της χάριτος του Θεού. Κατά τον Λούθηρο, αυτοί οι ολιγάριθμοι πιστοί, και όχι ο κλήρος, ενσάρκωναν το Άγιο Πνεύμα και αποτελούσαν επομένως το όργανο μέσω του οποίου ο Θεός φανέρωνε τον εαυτό Του και πραγματοποιούσε το θέλημά Του στον κόσμο. Ο ανταγωνισμός που ξέσπασε στους Θρησκευτικούς Πολέμους γεννήθηκε από αυτές τις διαφορές.

Η Εκκλησία στην οποία αντιτάχθηκε ο Λούθηρο συνδύαζε παραδοσιακές πεποιθήσεις και πρακτικές με καινοτομίες που είχαν προκύψει ως αποτέλεσμα της νομιναλιστικής επανάστασης. Η μακροχρόνια κυριαρχία της Ρωμαϊκής Κουρίας, η συνεχιζόμενη εμπλοκή της Εκκλησίας στις εγκόσμιες υποθέσεις, η λατρεία των αγίων, η διδασκαλία περί καθαρτηρίου και άλλα παρόμοια παραδοσιακά στοιχεία είχαν συνδυαστεί με μια θεολογία της via moderna, η οποία έδινε προτεραιότητα στα έργα έναντι της πίστης, επέτρεπε την πώληση συγχωροχαρτιών και προωθούσε άλλες παρόμοιες καινοτομίες, δημιουργώντας έτσι μια Εκκλησία που, κατά τον Λούθηρο, δεν μπορούσε παρά να αποτελεί όργανο του διαβόλου. Ωστόσο, η ίδια η διαμαρτυρία του Λούθηρο είχε τις ρίζες της στην ίδια νομιναλιστική επανάσταση που είχε παραγάγει πολλές από τις ιδέες και τις πρακτικές στις οποίες εκείνος αντιτασσόταν τόσο σφοδρά. Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε αυτή τη φαινομενική αντίφαση; Είναι σημαντικό εδώ να διακρίνουμε δύο διαφορετικά ρεύματα του νομιναλιστικού κινήματος. Ο Λούθηρος απέρριπτε τον ήπιο, ημιπελαγιανικό νομιναλισμό των Holcot και Biel, στρεφόμενος όμως προς τον αυστηρότερο και λιγότερο συμβιβαστικό νομιναλισμό των Bradwardine, d’Autrecourt και Gregory of Rimini, ο οποίος τόνιζε την αυθαιρεσία και το απρόβλεπτο της απόλυτης δύναμης του Θεού. Επομένως, η σωτηρία δεν μπορούσε να αποκτηθεί με τα έργα αλλά μόνο με την πίστη, ενώ και η ίδια η πίστη προερχόταν αποκλειστικά από τη χάρη. Η χάρη, όμως, δεν μεταδιδόταν μέσω τελετών ή μυστηρίων αλλά, όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, μέσω του λόγου του Θεού. Για τον Λούθηρο, λοιπόν, ο δρόμος προς τη σωτηρία δεν περνούσε μέσα από τους διαμεσολαβητικούς θεσμούς της Εκκλησίας αλλά μέσα από την άμεση συνάντηση με την Αγία Γραφή. Για τον Λούθηρο, Μεταρρύθμιση δεν σήμαινε απλώς εξάλειψη της διαφθοράς ή βελτίωση των ηθών, αλλά αναδιάταξη ολόκληρης της ύπαρξης του ανθρώπου από τον ίδιο τον Θεό. Αυτή η αντίληψη περί μεταστροφής και όλα όσα αυτή συνεπαγόταν ώθησαν τον Λούθηρο και τους οπαδούς του σε έναν αγώνα εναντίον της Εκκλησίας, ο οποίος συγκλόνισε την Ευρώπη επί σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια. Παρόλο που η ανάγκη για μεταρρύθμιση ήταν ευρέως εμφανής ήδη από την εποχή του Petrarch, είναι αρκετά σαφές ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θεωρούσαν αναγκαία μια τόσο ριζική αλλαγή. Επιπλέον, υπήρχαν και άλλοι τρόποι μεταρρύθμισης της Εκκλησίας. Ο χριστιανικός ουμανισμός, τον οποίο εξετάσαμε στο τρίτο κεφάλαιο, πρότεινε μια αντίληψη του Χριστιανισμού που έμοιαζε με εκείνη του Luther. Ο Χριστιανισμός του ήταν επίσης λιγότερο τελετουργικός και περισσότερο πνευματικός και εξίσου επικριτικός απέναντι στη διαφθορά και την υποκρισία· ήταν όμως πιο προσεκτικός στην εναντίωσή του, καθώς δεν επιτίθετο άμεσα στις θεμελιώδεις πεποιθήσεις και πρακτικές, αλλά χρησιμοποιούσε την ειρωνεία και τη σάτιρα και στηριζόταν τελικά όχι σε μια εκστατική και ενθουσιώδη αναγέννηση εν Πνεύματι, αλλά σε ένα σύστημα ηθικής αγωγής και παιδείας. Ο χριστιανικός ουμανισμός πρόσφερε έτσι μια λιγότερο ανατρεπτική και λιγότερο βίαιη οδό προς τη μεταρρύθμιση, η οποία, σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, είχε πολλές πιθανότητες επιτυχίας.


Γιατί, λοιπόν, ήταν αυτή η οδός τόσο απαράδεκτη για τον Luther; Τι το εσφαλμένο υπήρχε στον ουμανισμό; Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ο Luther ήταν δυσαρεστημένος με τον ουμανισμό επειδή ήταν τόσο κοσμικός, επειδή απομάκρυνε τους χριστιανούς από την πίστη τους. Παραδόξως, αυτό δεν ίσχυε. Μολονότι ορισμένοι ουμανιστές ενδέχεται να ακολούθησαν μια περισσότερο κοσμική πορεία, αυτό δεν ανησυχούσε ιδιαίτερα τον Luther. Πράγματι, κατά τη γνώμη του, οι κοσμικοί ουμανιστές ήταν σαφώς προτιμότεροι από πολλές άλλες κοσμικές δυνατότητες. Εκείνο που θεωρούσε ανυπόφορο δεν ήταν ο κοσμικός ουμανισμός αλλά ο χριστιανικός ουμανισμός. Μάλιστα, όσο περισσότερο χριστιανικός ήταν ο ουμανισμός, τόσο πιο επικίνδυνος του φαινόταν και τόσο πιθανότερο ήταν να παραπλανήσει τους χριστιανούς και να διαστρεβλώσει τη θρησκευτική ζωή. Οι πραγματικές και ουσιώδεις διαφορές μεταξύ της σκέψης του Luther και της ουμανιστικής σκέψης καθίστανται επομένως εμφανείς μόνο όταν εξαλειφθούν οι συμπτωματικοί παράγοντες, δηλαδή όταν οι δύο αυτές μορφές σκέψης προσεγγίζουν περισσότερο η μία την άλλη.

Όπως είδαμε στα δύο προηγούμενα κεφάλαια, τόσο η ουμανιστική σκέψη όσο και η σκέψη της Μεταρρύθμισης αναπτύχθηκαν ως απαντήσεις στον νομιναλισμό. Οι διαφορές μεταξύ τους οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στις διαφορετικές αντιλήψεις τους σχετικά με το τι ήταν ο νομιναλισμός και τι έπρεπε να γίνει για να ξεπεραστεί. Στα θεμελιώδη ζητήματα συμφωνούσαν. Και οι δύο αποδέχονταν τη νομιναλιστική κριτική του σχολαστικού ρεαλισμού και τον οντολογικό ατομικισμό που βρισκόταν στον πυρήνα του νομιναλισμού. Και οι δύο απέρριπταν επίσης τη νομιναλιστική αντιμετώπιση των λέξεων ως απλών σημείων, προκρίνοντας μια ρητορική ή ερμηνευτική κατανόηση της γλώσσας. Ως προς τα ζητήματα της metaphysica generalis, βρίσκονταν επομένως σε εντυπωσιακά παρόμοιο έδαφος. Οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους εμφανίζονταν στο πεδίο της metaphysica specialis και ιδιαίτερα στις αντικρουόμενες αντιλήψεις τους για την οντική προτεραιότητα του ανθρώπου και του Θεού και για τη μεταξύ τους σχέση. Οι διαφορές αυτές οδήγησαν σε βαθιές διαφωνίες σχετικά με το πώς όφειλαν να ζουν οι χριστιανοί ως άτομα, μέσα στις κοινότητές τους και σε σχέση με τον Θεό τους· και αυτές ακριβώς οι διαφωνίες τούς έφεραν σε σύγκρουση.

Οι διαφορές τους σε αυτά τα ζητήματα αντανακλούν μια βαθιά ένταση μέσα στον ίδιο τον Χριστιανισμό. Εκείνο που διέκρινε τον Χριστιανισμό από την αρχή δεν ήταν ο μονοθεϊσμός του —τον οποίο συμμεριζόταν με τον Ιουδαϊσμό και αργότερα με το Ισλάμ— αλλά η αντίληψη της θείας ενανθρώπησης, η οποία γεφύρωνε το χάσμα ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο. Η αντίληψη αυτή αποτέλεσε πηγή μεγάλης δύναμης σε έναν ρωμαϊκό κόσμο όπου η απόσταση μεταξύ θεών και ανθρώπων είχε γίνει πολύ μεγάλη· συγχρόνως, όμως, δημιουργούσε ένα πραγματικό πρόβλημα για τους χριστιανούς, επειδή ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εξηγηθεί τι ακριβώς σήμαινε. Πώς έπρεπε να γίνει κατανοημένος ο ισχυρισμός ότι ο Θεός είχε γίνει άνθρωπος και ότι ο άνθρωπος μπορούσε με τη σειρά του να γίνει θεός ή τουλάχιστον να κατοικήσει μαζί με τον Θεό; Το ερώτημα αυτό περιλάμβανε στην πραγματικότητα δύο διαφορετικά αλλά αλληλένδετα ερωτήματα. Ποια είναι η σχέση μεταξύ του θείου και του ανθρώπινου —ή μεταξύ του Πατέρα και του Υιού— μέσα στη Θεότητα και ποια είναι η σχέση των άλλων ανθρώπων με αυτόν τον Θεάνθρωπο; Πώς θα μπορούσαν να υπάρχουν πολλά όντα και πολλές θελήσεις συντονισμένες μεταξύ τους; Οι πρώιμες χριστιανικές διαμάχες μεταξύ Αρειανών, Μανιχαίων, Πελαγιανών και Τριαδικών αποτελούσαν κατά βάθος διαφωνίες σχετικά με το πώς μπορούσε να κατανοηθεί αυτή η θεμελιώδης χριστιανική αντίληψη. Οικοδομώντας επάνω σε ένα νεοπλατωνικό θεμέλιο, οι Πατέρες της Εκκλησίας ανέπτυξαν μια τριαδολογική απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, η οποία έγινε διδασκαλία της Εκκλησίας κατά τη Σύνοδο της Νίκαιας και τις μεταγενέστερες Συνόδους.

Η διδασκαλία αυτή αναπτύχθηκε πληρέστερα από τον Augustine;;; και τους οπαδούς του. Ακολουθώντας από πολλές απόψεις τον Plotinus, κατανοούσαν τον Θεό ως απόλυτη νόηση, απόλυτη αγάπη και απόλυτη δύναμη. Υποστήριζαν ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού, προικίστηκε με ελευθερία, εξέπεσε εξαιτίας της κακής χρήσης αυτής της ελευθερίας και λυτρώθηκε μέσω της ενανθρώπησης και της αυτοθυσίας του Θεού.

Η απάντηση αυτή αναβίωσε και αναπτύχθηκε περαιτέρω από τον σχολαστικισμό μέσα σε ένα αριστοτελικό —ή αβερροϊκό— πλαίσιο. Οι σχολαστικοί υποστήριζαν ότι οι λέξεις «Πατέρας» και «Υιός» μπορούσαν να χρησιμοποιούνται με νόημα σε σχέση με τη Θεότητα, αλλά ότι η χρήση τους έπρεπε να κατανοείται κατ’ αναλογία προς την ανθρώπινη ζωή. Το να λέμε ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Πατέρα σημαίνει ότι διατυπώνουμε μια αλήθεια, αλλά με έναν ιδιαίτερο τρόπο: δεν πρόκειται απλώς για μια ποιητική μεταφορά ή μια συναισθηματική έκφραση, αλλά ούτε και για τον ισχυρισμό ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο βιολογικός υιός του Θεού. Οι μεσαιωνικοί σχολαστικοί και οι προκάτοχοί τους διερεύνησαν την ορθολογικότητα της αναλογικής συλλογιστικής με λεπτότητα και οξυδέρκεια. Ο Augustine, για παράδειγμα, επεξεργάζεται στο έργο De Trinitate μια σειρά από διαδοχικά πληρέστερες αναλογίες. Ο Aquinas υποστήριζε ότι μπορούμε να αποκτήσουμε κάποια γνώση για τον Θεό αναλογιζόμενοι τα πράγματα και τις ποιότητες ή τις ιδιότητές τους. Εφόσον τα πάντα έχουν δημιουργηθεί από τον Θεό, οι τρόποι με τους οποίους υπάρχουν τα πράγματα πρέπει να αντανακλούν κάτι από τη φύση Του. Ολόκληρο αυτό το εγχείρημα βασιζόταν, ωστόσο, στην πεποίθηση ότι οι άνθρωποι μπορούσαν μέχρις ενός σημείου να κατανοήσουν ορθολογικά πώς λέξεις όπως «πατέρας» και «υιός» μπορούσαν να εμφανίζονται σε αληθείς προτάσεις τόσο για τον Θεό όσο και για τους ανθρώπους, επειδή το νόημα των λέξεων ήταν θεμελιωμένο στην πραγματική ύπαρξη των καθόλου.

Η εξέχουσα θέση και η καθολική παρουσία του λόγου σε αυτή την αντίληψη καθιστούσαν δυνατή τη συμφιλίωση του Θεού και του ανθρώπου μέσα στην Τριάδα και τον συντονισμό της θείας και της ανθρώπινης θέλησης στον κόσμο. Θεωρούνταν ότι η θέληση (voluntas) του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος —το οποίο ενσαρκωνόταν στην Εκκλησία— κατευθυνόταν από τον θείο λόγο (ratio), που αποτελούσε την υπέρτατη στιγμή του θείου Είναι. Η ανθρώπινη θέληση συντονιζόταν με τη θεία όταν κυριαρχούνταν από τον λόγο, ενώ αμάρτανε όταν δεν κυριαρχούνταν από αυτόν. Επομένως, ο κύριος σκοπός του χριστιανού ήταν να υπερνικήσει την άλογη ιδιοβουλία που οδηγούσε στην αμαρτία και να υιοθετήσει ως βάση για την καθοδήγηση της ζωής του τον καθολικό λόγο του Θεού, ο οποίος ενσαρκωνόταν στη δημιουργία Του, στον λόγο Του και στην Εκκλησία Του.

Παρ’ όλα τα προφανή πλεονεκτήματά της, αυτή η σχολαστική αντίληψη για την υπεροχή του λόγου φαινόταν σε πολλούς ότι έθετε υπό αμφισβήτηση τη θεότητα του Θεού, επειδή υπέτασσε τη θεία δύναμη στον λόγο. Όπως είδαμε στο πρώτο κεφάλαιο, αυτός ο αριστοτελικός σχολαστικισμός καταδικάστηκε το 1277 και δέχθηκε στη συνέχεια τις επιθέσεις του Scotus, του Ockham και των νομιναλιστών. Όλοι τους απέρριψαν την υπεροχή του λόγου στον Θεό —και στον άνθρωπο— υπέρ της θέλησης. Ο Θεός μπορούσε να είναι Θεός μόνον εφόσον ήταν αληθινά παντοδύναμος. Η ουσία της παντοδυναμίας, κατά την άποψή τους, ήταν όμως μια απόλυτη ελευθερία αδιάφορη προς το αντικείμενό της. Ο Θεός θέλει ό,τι θέλει και το θέλει μόνο και μόνο επειδή το θέλει. Ενώ αυτή η θέση διέσωζε και επιβεβαίωνε τη θεότητα του Θεού, δημιουργούσε συγχρόνως ένα άλλο πρόβλημα· διότι, εάν ο λόγος δεν κατείχε την πρωτεύουσα θέση ούτε στον Θεό ούτε στον κόσμο, δεν ήταν σαφές πώς μπορούσαν να συντονιστούν μεταξύ τους η θεία και η ανθρώπινη θέληση, τόσο μέσα στην Τριάδα όσο και μέσα στον κόσμο. Με αυτόν τον τρόπο, η νομιναλιστική επανάσταση έφερε τους χριστιανούς αντιμέτωπους με το κεντρικό ερώτημα που ταλάνιζε τον Χριστιανισμό από την αρχή και αποκάλυψε και ενίσχυσε τις αρειανικές, μανιχαϊκές και πελαγιανικές εναλλακτικές εκδοχές, τις οποίες ο Χριστιανισμός της ύστερης αρχαιότητας είχε καταστείλει —συχνά με τη βοήθεια της αυτοκρατορικής εξουσίας.

Οι χριστιανοί ουμανιστές και οι θεολόγοι της Μεταρρύθμισης έπρεπε να αντιμετωπίσουν αυτά τα ερωτήματα. Κατά την προσπάθειά τους να αναμετρηθούν μαζί τους, ανέπτυξαν ριζικά διαφορετικές απαντήσεις, στηριζόμενοι όμως σε γενικές γραμμές στα ίδια οντολογικά και λογικά θεμέλια. Οι διαφωνίες τους σε αυτό το σημείο δεν προέρχονταν από κάποια διαφωνία σχετικά με το ίδιο το Είναι ή τη σχέση μεταξύ λέξεων και πραγμάτων, αλλά σχετικά με την προτεραιότητα ενός πεδίου όντων έναντι ενός άλλου. Όπως παρατηρήσαμε στο τρίτο κεφάλαιο, οι διαφωνίες τους δεν ήταν επομένως οντολογικές αλλά οντικές. Για να αρχίσουμε να κατανοούμε γιατί συνέβαινε αυτό και πώς αυτές οι διαφορές απέκτησαν τόσο αποφασιστική σημασία, θα εξετάσουμε τη διαμάχη μεταξύ Luther και Erasmus σχετικά με την ελευθερία ή τη δουλεία της θέλησης.

Ο Erasmus υπήρξε ο μεγαλύτερος ουμανιστής μετά τον Petrarch και η κορύφωση του ουμανιστικού κινήματος. Ο Luther έθεσε σε κίνηση τη Μεταρρύθμιση και η θεολογία του παρέμεινε η κινητήρια δύναμή της επί ενάμιση αιώνα. Και οι δύο είχαν επίσης σαφή επίγνωση της εξέχουσας θέσης τους. Επιπλέον, έμοιαζαν τόσο πολύ μεταξύ τους σε τόσα πολλά σημεία, ώστε η διαφωνία τους αφορούσε πραγματικές διαφορές και όχι ασήμαντα ή επουσιώδη ζητήματα: διαφορές τόσο βαθιές, ώστε καμία συμφιλίωση δεν ήταν δυνατή· διαφορές που καθιστούσαν αναπόφευκτη την ευρύτερη σύγκρουση και οι οποίες από πολλές απόψεις παρέμειναν καθοριστικές για τη νεωτερικότητα. Ο Coleridge παρατήρησε κάποτε ότι «οι εντελώς ανόμοιοι δεν μπορούν παρά να καταλήξουν να αντιπαθούν ο ένας τον άλλον· και έτσι ακριβώς συνέβη μεταξύ Erasmus και Luther». Μολονότι διέκρινε ορθά ότι η διαμάχη μεταξύ των δύο ήταν αναγκαία συνέπεια της διαφοράς ή της «ανομοιότητας» των ανταγωνιστικών τους θέσεων, έκανε λάθος υποθέτοντας ότι ήταν εντελώς ανόμοιοι. Στην πραγματικότητα, οι ομοιότητές τους υπερτερούσαν κατά πολύ των διαφορών τους. Και οι δύο επέκριναν τον σχολαστικισμό και συμφωνούσαν ότι η διαφθορά της Εκκλησίας ήταν ανυπόφορη. Και οι δύο αντιτάσσονταν επίσης στον ρεαλισμό και συμμερίζονταν την οντολογική προσήλωση στον ατομικισμό. Και οι δύο ενδιαφέρονταν ειλικρινά για τη μεταρρύθμιση και πίστευαν ότι αυτή απαιτούσε επιστροφή στην Αγία Γραφή και μια νέα ερμηνευτική, θεμελιωμένη στη συνάντηση με τη Γραφή στις πρωτότυπες γλώσσες και μέσα στο ιστορικό της πλαίσιο. Τέλος, και οι δύο απέδιδαν μεγάλη προτεραιότητα στη θέληση έναντι του λόγου, τόσο στον Θεό όσο και στον άνθρωπο. Υπό το φως όλων αυτών των ομοιοτήτων, το πραγματικά εκπληκτικό είναι ότι ενεπλάκησαν σε διαμάχη — και μάλιστα σε μια τόσο δηλητηριώδη διαμάχη. Ο Coleridge θα έπρεπε να είχε πει: «Όσοι μοιάζουν τόσο πολύ δεν μπορούν παρά να καταλήξουν να αντιπαθούν ο ένας τον άλλον, εάν διαφέρουν σε ένα αποφασιστικό σημείο». Αντί να μετριάσουν τις διαφορές τους, οι πολυάριθμες ομοιότητές τους ανέδειξαν και όξυναν την κεντρική τους διαφωνία σε τέτοιο βαθμό, ώστε κανένας συμβιβασμός και καμία συμφιλίωση δεν ήταν πλέον δυνατοί.

ERASMUS ΕΝΑΝΤΙΟΝ LUTHER


Συνεχίζεται

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΕΥΜΕΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΣΠΕΙΡΑΝ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ. 
Η ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Η ΤΕΛΕΙΩΤΕΡΗ ΜΗΧΑΝΗ ΜΕΙΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ. ΣΗΜΕΡΑ ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ ΤΗΣ.

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

 θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

Κεφάλαιο 1: Η νομιναλιστική επανάσταση και η καταγωγή της νεωτερικότητας α

Συνέχεια από 26 Ιουλίου 2022

Η θεολογική κρίση της ύστερης μεσαιωνικής σκέψης

Ο μοντέρνος κόσμος απέκτησε τη συνείδηση για τον εαυτό του κατά τον 16ο και 17ο αιώνα, θα ήταν όμως μεγάλο λάθος να πιστεύουμε πως η νεωτερικότητα άρχισε εκείνη την περίοδο, όπως ακριβώς θα ήταν λάθος να πούμε πως η ανθρώπινη ζωή αρχίζει με την αυτοσυνειδησία. Η νεωτερικότητα δεν ξεπετάχτηκε ενήλικη από τα κεφάλια του Galileo, Bacon, Descartes ή Hobbes, αλλά αναδύθηκε, σε μια μακρά χρονική περίοδο, ως αποτέλεσμα προσπαθειών πολλών διαφορετικών ανθρώπων σε μια ποικιλία καταστάσεων. Όπως το συζητήσαμε προηγουμένως, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας είναι να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως κάτι ριζικά νέο και χωρίς προηγούμενο. Αυτό είναι συνέπεια της ιδιαίτερης για τη νεωτερικότητα αντίληψης περί των δυνατοτήτων του ανθρώπου, και του τρόπου με τον οποίο το ανθρώπινο ον αναπτύσσεται μέσα στο χρόνο. Υπάρχουν βέβαια ευνόητοι λόγοι για να αμφισβητήσουμε την ορθότητα της αυτό-αντίληψης αυτής της νεωτερικότητας. Όπως το ανακάλυψε με τραγικό τρόπο ο Οιδίπους, κανείς δεν είναι «παιδί της τύχης». Καθένας και καθετί έχει απαρχή και διαμορφώνεται καθοριστικά από αυτήν. Για να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε την φύση του μοντέρνου κόσμου, είναι βασικό να εξετάσουμε την πρώιμη, «προσυνειδησιακή» ανάπτυξη του, στα τριακόσια χρόνια που μεσολάβησαν από την κατάρρευση του μεσαιωνικού κόσμου και την ανάδυση της νεωτερικότητας.

Οι απαρχές του μεσαιωνικού κόσμου μπορούν να ανιχνευθούν στην σύνθεση του Χριστιανισμού και της ειδωλολατρικής φιλοσοφίας στον Ελληνιστικό κόσμο της ύστερης αρχαιότητας. Αυτό ξεκίνησε στην Αλεξάνδρεια κατά τους δυο πρώτους αιώνες. Διάφοροι κλάδοι χριστιανικής σκέψης , ανατολικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, Νεοπλατωνισμός, και μια ποικιλία άλλων αρχαίων φιλοσοφικών πεποιθήσεων, συγκεράστηκαν εδώ  με διαφορετικούς και πολλές φορές αντιφατικούς τρόπους, αντικατοπτρίζοντας τις διανοητικές και πνευματικές ζυμώσεις της εποχής. Η διαδικασία αυτή του συγκερασμού ξεκαθάρισε και ιδρυματοποιήθηκε όταν ο Χριστιανισμός υιοθετήθηκε ως επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κάτω από τον Κωνσταντίνο. Οι διάφοροι αντιμαχόμενοι κλάδοι του Χριστιανισμού συνενώθηκαν σε μια σειρά συνόδων, ξεκινώντας από τη Σύνοδο της Νίκαιας (323). Παρά την παγίωση της διδασκαλίας ενισχυόμενη από την αυτοκρατορική αυθεντία, οι εντάσεις εντός του Χριστιανισμού (μεταξύ της αποκάλυψης, με την έμφαση της στη θεία παντοδυναμία και την ενσάρκωση από την μια, και της φιλοσοφίας με την έμφαση στον ορθολογισμό και την έννοια του λογικού κόσμου, από την άλλη) δεν λύθηκαν τόσο εύκολα, και παρέμειναν ένα διαρκές πρόβλημα για τον Χριστιανισμό κατά την μακρά ιστορία του. Πράγματι, ένα μεγάλο μέρος, αν όχι το σύνολο της ανάπτυξης της χριστιανικής θεολογίας είχε καταστεί αναγκαίο από τον ανταγωνισμό μεταξύ των δυο αυτών στοιχείων του Χριστιανισμού, που βάθαινε περιοδικά και διαρκώς.

Η γνώση για την επίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας στον Χριστιανισμό είχε σε μεγάλο βαθμό χαθεί στην δυτική Ευρώπη κατά την πρώιμη μεσαιωνική περίοδο, αν και ο Βοήθιος παρείχε μια ισχνή σύνδεση με αυτή την πρώιμη διανοητική παράδοση. Το αποφασιστικό γεγονός στον μεσαιωνικό Χριστιανισμό ήταν η επανακάλυψη του Αριστοτέλη, σε μεγάλο βαθμό δια της επαφής με τον αραβικό κόσμο στην Ισπανία και στον Λεβάντε. Αυτή η επαφή οδήγησε λίγο μετά την αλλαγή της χιλιετηρίδας στην ανάδυση του σχολαστικισμού, που ήταν η μεγαλύτερη και η πιο εκτεταμένη θεολογική προσπάθεια συμφιλίωσης των φιλοσοφικών και αγιογραφικών στοιχείων του Χριστιανισμού.

Ενώ υπήρχε μια σημαντική ποικιλία εντός του σχολαστικισμού, η κλασική του μορφή ήταν ο ρεαλισμός. Ο ρεαλισμός, όπως τον κατανοούσαν οι σχολαστικοί, ήταν η πίστη στην ύπαρξη των καθόλου έξω από τη διάνοια. Στηριζόμενοι σε τεράστιο βαθμό στην νεοπλατωνική ανάγνωση του Αριστοτέλη, οι σχολαστικοί ρεαλιστές ισχυρίστηκαν, πως τα καθόλου όπως είδος και γένος, ήταν τα αληθινά πράγματα, και τα ατομικά όντα ήταν απλώς συγκεκριμένες περιπτώσεις αυτών των καθόλου. Επιπλέον, είχε θεωρηθεί πως τα καθόλου αυτά δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η θεία διάνοια φανερωμένη στον άνθρωπο, είτε δια του φωτισμού, όπως το εισηγήθηκε ο Αυγουστίνος, είτε δια της διερεύνησης της φύσεως, όπως το εισηγήθηκε ο Ακινάτης και άλλοι. Μέσα σε αυτή την ρεαλιστική οντολογία, η φύση και η διάνοια (reason) αντανακλούσαν η μια την άλλη. Η φύση μπορούσε συνεπώς να περιγραφεί με τη συλλογιστική λογική, η οποίο όριζε τη λογική δομή των σχέσεων όλων των ειδών μεταξύ τους. Επιπλέον, ενώ ο Θεός υπερέβαινε (transcend) τη δημιουργία του, αντικατοπτριζόταν μέσα σε αυτήν και με την αναλογία μπορούσε να κατανοηθεί δια της δημιουργίας. Έτσι, η λογική και η φυσική θεολογία μπορούσαν να συμπληρώσουν ή, όπως στις διάνοιες μερικών, και να αντικαταστήσουν την αποκάλυψη. Για παρόμοιους λόγους, δεν χρειαζόταν ο άνθρωπος την Αγία Γραφή για να τον πληροφορεί για γήινες ηθικές και πολιτικές του υποχρεώσεις. Ήταν ένα φυσικό ον με φυσικό τέλος (σκοπό) και διοικούνταν από τους νόμους της φύσεως. Η Γραφή βεβαίως ήταν απαραίτητη για να κατανοήσει κανείς όλα αυτά που υπερέβαιναν τη φύση, συμπεριλαμβανομένου και του υπερφυσικού πεπρωμένου του ανθρώπου, αλλά η γήινη ζωή μπορούσε να γίνει αντιληπτή φιλοσοφικά.

Όλο το μεγαλείο του καθεδρικού ναού της σχολαστικής σκέψης στηριζόταν στην λεπτή ισορροπία της χριστιανικής πίστης και του ειδωλολατρικού ορθολογισμού, και ήταν η αστάθεια αυτής της σχέσης που τον κατεδάφισε. Αυτή η ισορροπία απειλήθηκε τόσο από την αυξανόμενη επίδραση του ορθολογισμού και της εκκοσμίκευσης εντός της Εκκλησίας, πράγμα που ενίσχυσε την εγκατάλειψη των χριστιανικών πρακτικών, όσο και από τις επαναλαμβανόμενες και όλο και πιο επείγουσες απαιτήσεις για ένα πιο αυθεντικό Χριστιανισμό, βασιζόμενο στην αποκάλυψη ή/και στην μίμηση της ζωής του Χριστού. Η διατήρηση του μεσαιωνικού Χριστιανισμού εξαρτιόταν από τον συμβιβασμό των δυο αυτών ισχυρών και αντίθετων ωθήσεων. Μια τέτοια σύνθεση θα μπορούσε βέβαια να συντηρηθεί, στη θεωρία μόνο με τη δημιουργία μιας όλο και πιο περίπλοκης θεολογίας, και στην πράξη με τη διαρκώς αυξανόμενη χρήση της εξουσίας του πάπα και των ευγενών.

Η άμεση αιτία αυτής της διαμάχης, που επισκίασε αυτή την σύνθεση ήταν η αύξηση του αριστοτελισμού τόσο εντός, όσο και εκτός της Εκκλησίας. Η αύξηση του ενδιαφέροντος για τον Αριστοτέλη ήταν εν μέρει αναπόφευκτη συνέπεια της αύξησης του σχολαστικισμού, επιταχύνθηκε όμως με αποφασιστικό τρόπο από την επανεισαγωγή πολλών κειμένων του Αριστοτέλη στην χριστιανική Ευρώπη, μέσω των σχολίων των μεγάλων ισλαμικών φιλοσόφων Αβικέννα και Αβερρόη. Η πιο φανερή εκδήλωση αυτού του νέου ενδιαφέροντος για τον Αριστοτέλη, ήταν η ανάπτυξη ενός ανεξάρτητου συστήματος φιλοσοφίας παράλληλου προς τη θεολογία, όπως και ενός νέου είδους κοσμικού Χριστιανού διανοούμενου. Το φαινόμενο αυτό αντιμετωπίστηκε με μεγάλη υποψία από τους ευσεβείς υπερασπιστές του πιο «αυθεντικού» Χριστιανισμού, όχι απλά λόγω της ειδωλολατρικής του ρίζας, αλλά κυρίως ίσως λόγω της σύνδεσης του με το Ισλάμ. Ο παγανισμός ήταν ένα γνωστό και ανεκτό κακό. Το Ισλάμ αντιθέτως ήταν μια ολέθρια θεολογική και πολιτική απειλή. Αυτό ήταν ιδιαίτερα αληθές μετά την αποτυχία των σταυροφοριών. Για διακόσια σχεδόν χρόνια φαινόταν πως ο Χριστιανισμός κέρδιζε έδαφος κατά του Ισλάμ, ιδιαίτερα στην Ανατολή, μετά όμως την απώλεια των χριστιανικών αποικιών στον Λεβάντε προς τα τέλη του 13ου αιώνα, και την άνοδο της ισλαμικής στρατιωτικής ισχύος, η αισιοδοξία αυτή έσβησε, και η υποψία των ισλαμικών επιρροών στην χριστιανική σκέψη άρχισε να εντείνεται. Η άνοδος του αριστοτελισμού σε αυτή την συνάφεια θεωρήθηκε από του καχύποπτους προστάτες της πίστεως ως άνοδος του αβερροϊσμού.

Η Εκκλησία προσπάθησε να περιορίσει αυτό που φαινόταν σαν θεολογική υπονομευτική εξέλιξη. Ο αριστοτελισμός καταδικάστηκε για πρώτη φορά το 1270 και πλήρως το 1277 από τον επίσκοπο του Παρισιού Etienne Tempier και από τον αρχιεπίσκοπο του Canterbury Robert Kilwardby. Η θέση που εκφράζεται με το ανάθεμα αυτό έδωσε μεγάλη έμφαση στην παντοδυναμία ως το κυριότερο χαρακτηριστικό του Θεού, και στα χρόνια που ακολούθησαν, η έννοια της παντοδύναμης ελευθερίας ήρθε να συστήσει τον πυρήνα της νέας αντί-αριστοτελικής έννοιας περί Θεού. Αυτή η άποψη περί Θεού φαίνεται εν μέρει στο έργο του Duns Scotus, και πολύ πιο καθαρά και αποφασιστικά στο έργο του William του Ockham, και στο νομιναλιστικό κίνημα που δημιούργησε η σκέψη του.

Ο Ockham γεννήθηκε στην Αγγλία μεταξύ 1280 και 1285. Μετά την είσοδο του στο τάγμα των Φραγκισκανών σε νεαρή ηλικία, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Πολύ πιθανόν να μην ήταν φοιτητής του διάσημου προκατόχου του, Duns Scotus, ήταν όμως βαθιά επηρεασμένος από τη σκέψη του, η οποία παρέμενε ισχυρή στην Οξφόρδη. Το μεγαλύτερο μέρος του φιλοσοφικού και θεολογικού έργου του Ockham ολοκληρώθηκε την περίοδο μεταξύ 1317 και 1324, όταν κλήθηκε στην Avignon για να απολογηθεί στις κατηγορίες για αίρεση. Το 1326, οι 51 διαβεβαιώσεις του κηρύχθηκαν ως άξιες προς λογοκρισία, αν και καμιά δεν καταδικάστηκε.

Εμπνεόμενος από το έργο των παλαιότερων πρώτο-νομιναλιστών στοχαστών, όπως οι Roscelin και Abelard, και στα έργα των Henry του Ghent και Scotus, ο Ockham έθεσε με μεγάλη λεπτομέρεια τα θεμέλια για τη νέα μεταφυσική και θεολογία, που βρίσκονταν σε ριζική αντίθεση προς τον σχολαστικισμό. Η πίστη μόνο μας διδάσκει, λέει ο Ockham, πως ο Θεός είναι παντοδύναμος και πως μπορεί να κάνει οτιδήποτε είναι δυνατόν, δηλαδή οτιδήποτε δεν είναι αντιφατικό. Έτσι, κάθε ον υπάρχει μόνο ως αποτέλεσμα της βούλησης Του, και υπάρχει όπως υπάρχει και για όσο υπάρχει, μόνο επειδή Αυτός το θέλει έτσι. Η δημιουργία είναι λοιπόν μια πράξη καθαρής χάριτος και κατανοείται μόνο δια της αποκαλύψεως. Ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο και συνεχίζει να δρα μέσα σε αυτόν, χωρίς να περιορίζεται ούτε από τους νόμους του ούτε από τους προηγούμενους καθορισμούς του. Δρα απλά και μόνο όπως τον ευχαριστεί, και όπως το επαναλαμβάνει συχνά ο Ockham, δεν είναι χρεώστης σε κανένα άνθρωπο. Επομένως δεν υπάρχει μια αδιάλλακτη τάξη της φύσεως ή της λογικής, την οποία ο άνθρωπος μπορεί να κατανοήσει, και δεν υπάρχει καμιά γνώση του Θεού παρά δια της αποκαλύψεως. Ο Ockham απέρριψε έτσι τη σχολαστική σύνθεση λογικής και αποκάλυψης, και με τον τρόπο αυτό υπονόμευσε το μεταφυσικό/θεολογικό θεμέλιο του μεσαιωνικού κόσμου.

Η έννοια αυτή της θείας παντοδυναμίας ήταν υπεύθυνη για την κατάρρευση του ρεαλισμού. Ο Θεός, σύμφωνα με τον Ockham, δεν μπορούσε να δημιουργήσει τα καθόλου, γιατί αυτό θα περιόριζε την παντοδυναμία του. Αν υπήρχε το καθόλου, ο Θεός δε θα ήταν σε θέση να καταστρέψει οποιαδήποτε έκφανση του, χωρίς να καταστρέψει το καθόλου. Ο Θεός δε θα μπορούσε να καταραστεί οποιοδήποτε ανθρώπινο ον χωρίς να καταραστεί ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αν δεν υπάρχουν πραγματικά καθόλου, κάθε ον πρέπει να είναι ριζικά ατομικό, μια μοναδική δημιουργία του ίδιου του Θεού, που έχει κληθεί στη ζωή από το τίποτα με την άπειρη δύναμη Του και συντηρείται μόνο από αυτή τη δύναμη. Για να είναι βέβαιος, ο Θεός μπορεί να χρησιμοποιήσει δευτερεύουσες αιτίες για να παραγάγει ή να συντηρήσει μια οντότητα, αυτές όμως δεν ήταν ούτε απαραίτητες ούτε υπεύθυνες για τη δημιουργία ή τη συνέχιση της ύπαρξης τής εν λόγω οντότητας.

Το μόνο απαραίτητο ον για τον Ockham ήταν ο ίδιος ο Θεός. Όλα τα άλλα ήταν δημιουργίες της βούλησης Του. Με μια τεχνική έννοια, όλα τα πράγματα που ο Θεός επιλέγει να φέρει στην ύπαρξη έχουν ήδη μια φύση, αλλά οι φύσεις αυτές δεν είναι τα καθόλου, αλλά εφαρμόζονται απλά σε κάθε ατομικό πράγμα. Είναι επιπλέον άπειρες στον αριθμό και έχουν επιλεγεί ελεύθερα από τη θεία βούληση. Οι «φύσεις» αυτές επομένως δεν περιορίζουν με κάποια πραγματική έννοια τη θεία βούληση, παρά μόνο εφόσον αποκλείουν το αδύνατο, δηλαδή το λογικά αντιφατικό. Οι φύσεις αυτές ούτε υπονοούνται από, ούτε είναι προϋπόθεση για κάτι άλλο. Με τον τρόπο αυτό, η διαβεβαίωση αυτή του Ockham περί οντολογικού ατομικισμού, υποσκάπτει όχι μόνο τον οντολογικό ρεαλισμό, αλλά και τη συλλογιστική λογική και την επιστήμη, καθώς στην απουσία πραγματικών καθόλου, τα ονόματα καθίστανται απλά σημεία ή σημεία των σημείων. Με τον τρόπο αυτό η γλώσσα δεν αποκαλύπτει το Είναι, αλλά στην πράξη συχνά αποκρύπτει την αλήθεια για το Είναι, ενισχύοντας την πίστη στην αλήθεια των καθόλου. Στην πραγματικότητα, όλα τα λεγόμενα καθόλου είναι απλώς σημεία, δεύτερης ή ανώτερης τάξεως, που εμείς ως πεπερασμένα όντα χρησιμοποιούμε για να συγκεντρώσουμε τα μεμονωμένα όντα σε κατηγορίες. Οι κατηγορίες αυτές όμως δεν σημαίνουν πραγματικά αντικείμενα (πραγματα). Είναι απλώς χρήσιμες επινοήσεις που μας βοηθούν να δώσουμε κάποιο νόημα στον ριζικά ατομικοποιημένο κόσμο. Διαταράσσουν όμως και την πραγματικότητα. Έτσι, η καθοδηγητική αρχή της νομιναλιστικής λογικής του Ockham ήταν το διάσημο ξυράφι του: μην πολλαπλασιάζεις χωρίς ανάγκη τα καθόλου. Επειδή ως πεπερασμένα όντα δεν μπορούμε να βρούμε στον κόσμο νόημα χωρίς τα καθόλου, κάθε γενίκευση μας παίρνει ένα βήμα μακρύτερα από το πραγματικό. Επομένως, όσο λιγότερα χρησιμοποιούμε, τόσο πιο κοντά μένουμε στην αλήθεια.

Συνεχίζεται

ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΥΤΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ. ΔΙΕΛΥΣΕ ΤΟΝ ΨΕΥΔΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΑΛΛΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΝ ΑΚΟΜΗ ΠΙΟ ΨΕΥΤΙΚΟ, ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ. ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΚΗ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ ΤΟΥ ΑΓΓΛΟΣΑΞΩΝΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ.
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΟΜΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΣΤΗΡΙΧΘΗΚΕ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΟΡΟ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΕΝΟΣ, ΕΙΔΟΣ, ΟΥΣΙΩΔΕΣ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΓΕΝΟΣ. Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ  ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΥΣ, ΤΟ ΑΓΑΘΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΝΑΣΤΑΙΝΕΙ ΤΟΝ ΠΕΣΜΕΝΟ ΝΟΥ. ΜΕ ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ, ΔΗΛ. ΑΠΟΦΑΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΦΘΟΡΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΡΕΤΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΤΗΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΗΘΟ-ΠΟΙΙΑ ΤΟΥ ΧΟΛΛΥΓΟΥΝΤ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΛΙΒΕΡΟΣ ΚΑΡΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ. 

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2024

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

 Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

Κεφάλαιο 1: Η νομιναλιστική επανάσταση και η καταγωγή της νεωτερικότητας β

Συνέχεια από Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2024

Η θεολογική κρίση της ύστερης μεσαιωνικής σκέψης

Επειδή κάθε ατομική ύπαρξη εξαρτάται από την ελεύθερη βούληση του Θεού, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει γνώση περί των δημιουργημένων όντων που να προηγείται της έρευνας. Ως αποτέλεσμα, οι άνθρωποι δεν μπορούν να κατανοήσουν την φύση χωρίς την έρευνα των φαινομένων. Και έτσι η υπόθεση αντικαθιστά τον συλλογισμό ως θεμέλιο της επιστήμης. Επιπλέον, η ανθρώπινη γνώση δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να μετακινηθεί πέραν της υπόθεσης, καθώς ο Θεός είναι ελεύθερος με την πληρέστερη σημασία της λέξεως, που σημαίνει ελεύθερος και από τις προηγούμενες αποφάσεις Του. Μπορεί λοιπόν να ανατρέψει οτιδήποτε έχει εγκαθιδρύσει, να διακόψει οποιαδήποτε αλυσίδα αιτίων, να δημιουργήσει αν θέλει τον κόσμο από την αρχή. Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά απόλυτη αναγκαιότητα πέραν της βούλησης του Θεού. Ο Θεός, σύμφωνα με τον Ockham, δεν ήταν αναγκασμένος να στείλει το Υιό Του με την μορφή ανθρώπου. Ο σωτήρας θα μπορούσε να είναι ένας γάιδαρος ή μια πέτρα.

Υπερασπιζόμενος μια τέτοια ριζική αντίληψη περί παντοδυναμίας, ο Ockham και οι ακόλουθοι του έφτασαν πολύ κοντά στο να αρνηθούν την αλήθεια της αποκαλύψεως. Προσπάθησαν να αποφύγουν αυτό το αιρετικό συμπέρασμα διακρίνοντας μεταξύ της potentia absoluta (βούλεται και το αδύνατο) και potentia ordinata (βούλεται μόνο το δυνατό) του Θεού, μεταξύ της απόλυτης και βουλητικής δύναμης, μεταξύ αυτού που ο Θεός μπορούσε να κάνει και αυτού που όρισε πως θα κάνει. Η διάκριση αυτή όμως ήταν δύσκολο να διατηρηθεί, καθώς ο Θεός δεν είχε καμιά υποχρέωση να κρατήσει τις υποσχέσεις του ή να ενεργήσει με συνέπεια. Ο Θεός είναι για τον νομιναλισμό, για να χρησιμοποιήσουμε τον τεχνικό όρο, «αδιάφορος», που σημαίνει πως δεν αναγνωρίζει φυσικές ή λογικές σταθερές περί καλού και κακού, οι οποίες καθοδηγούν ή περιορίζουν τη βούληση Του. Αυτό που είναι καλό, δεν είναι καθ’ εαυτώ καλό, αλλά μόνο επειδή το θέλει Εκείνος. Και έτσι, ενώ ο Θεός σήμερα σώζει τουq αγίους και καταδικάζει τους αμαρτωλούς, αύριο μπορεί να κάνει το αντίθετο, δημιουργώντας τον κόσμο εκ νέου αν είναι απαραίτητο. Για να είμαστε δίκαιοι, ούτε ο Ockham, ούτε οι περισσότεροι από τους οπαδούς του, πίστευαν πως ήταν πιθανό ο Θεός να κάνει κάτι τέτοιο. Πίστευαν πως θα μπορούσαν κατά πάσα πιθανότητα να Τον εμπιστευθούν πως θα τηρούσε τις υποσχέσεις Του (ήταν δηλαδή probabilists). Δεν πίστευαν πραγματικά ότι ο Θεός θα καταδίκαζε τους αγίους και θα έσωζε τους αμαρτωλούς, αλλά επέμεναν, πως αυτή η δυνατότητα δεν μπορεί να απορριφθεί, χωρίς να απορριφθεί η θεότητα του Θεού.

Οι περισσότεροι νομιναλιστές ήταν πεπεισμένοι πως τα ανθρώπινα όντα μπορούσαν να γνωρίζουν λίγα για το Θεό και τις προθέσεις του, πέραν αυτών που ο Ίδιος τους είχε αποκαλύψει στις Γραφές. Η φυσική θεολογία για παράδειγμα μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού, την υπεροχή Του, και πως είναι άπειρος, αλλά σύμφωνα με τον Ockham, δεν μπορεί να δείξει πως υπάρχει μόνο ένας Θεός. Μια τέτοια ριζική απόρριψη της σχολαστικής θεολογίας προήλθε σαφώς από τη βαθιά δυσπιστία, όχι μόνο προς τον Αριστοτέλη και τους ισλαμικούς ερμηνευτές του, αλλά τον ίδιο τον φιλοσοφικό στοχασμό. Με αυτή την έννοια, η σκέψη του Ockham ενίσχυσε το ρόλο της αποκάλυψης στην χριστιανική ζωή.

Ο Ockham απέρριψε επίσης την σχολαστική αντίληψη περί φύσεως. Ο σχολαστικισμός φανταζόταν πως η φύση ήταν τελεολογική, μια πραγματικότητα στην οποία οι θείοι σκοποί πραγματοποιούνταν κατ’ επανάληψη. Οι συγκεκριμένες οντότητες γίνονταν αυτό που ήδη ήταν εν δυνάμει, επιτυγχάνοντας τον ιδιαίτερο τους σκοπό. Θεωρούσαν λοιπόν πως η κίνηση κατευθύνεται προς το αγαθό. Η απόρριψη των καθόλου από τους νομιναλιστές, ήταν μια απόρριψη τόσο του είδους, όσο και του τελικού αιτίου. Αν δεν υπάρχουν τα καθόλου, δεν μπορούν να υπάρχουν καθολικοί σκοποί για να πραγματοποιηθούν. Η φύση επομένως δεν οδηγεί τον άνθρωπο προς το αγαθό. Ή για να το τοποθετήσουμε πιο θετικά: ο νομιναλισμός παρέχει τη δυνατότητα να κατανοηθεί με ριζικά νέο τρόπο η ελευθερία του ανθρώπου.

Το γεγονός πως τα ανθρώπινα όντα δεν έχουν καθορισμένους φυσικούς σκοπούς, δεν σημαίνει πως δεν έχουν ηθικές υποχρεώσεις. Ο ηθικός νόμος συνεχίζει να βάζει όρια στην ανθρώπινη δράση. Οι νομιναλιστές βέβαια πιστεύουν, πως ο νόμος αυτός γνωρίζεται μόνο δια της αποκαλύψεως. Επιπλέον, δεν υπάρχει φυσικό ή σωτηριολογικό κίνητρο για να υπακούσει κανείς στον ηθικό νόμο. Ο Θεός δεν είναι χρεώστης σε κανένα άνθρωπο και δεν ανταποκρίνεται στον άνθρωπο. Για τον λόγο αυτό, ούτε σώζει, ούτε καταδικάζει κάποιον σύμφωνα με αυτό που κάνει ή δεν κάνει. Δεν υπάρχει κάποιο ωφελιμιστικό κίνητρο για να ενεργήσει κανείς ηθικά. Ο μόνος λόγος για μια ηθική πράξη είναι η ευγνωμοσύνη. Σύμφωνα με τον νομιναλισμό, τα ανθρώπινα όντα χρωστούν την ύπαρξη τους απλώς και μόνο στο Θεό. Τους έχει ήδη δώσει το δώρο της ζωής, και οι άνθρωποι πρέπει να είναι ευγνώμονες γι’ αυτό. Σε μερικούς λίγους θα δώσε ένα δεύτερο αγαθό, την αιώνια ζωή, αλλά στην επιλογή Του αυτή δεν είναι ούτε δίκαιος, ούτε άδικος, καθώς το δώρο Του είναι μια πράξη χάριτος. Θα ήταν παράλογο να παραπονεθεί κανείς για τη μοίρα του, καθώς κανείς δεν αξίζει ούτε την ύπαρξη, πόσω μάλλον την αιώνια ύπαρξη.

Το σύντομο αυτό σκιαγράφημα καθιστά σαφές, πως ο Θεός τον οποίο αποκάλυψε ο νομιναλισμός δεν ήταν πια ο καλοσυνάτος και λογικά προβλέψιμος Θεός του σχολαστικισμού. Το χάσμα μεταξύ ανθρώπου και Θεού είχε αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό. Ο Θεός δεν μπορούσε  πια να γίνει κατανοητός ή να επηρεασθεί από τα ανθρώπινα όντα-δρούσε απλά όντας ελεύθερος και ήταν αδιάφορος για τις συνέπειες των πράξεων Του. Έθεσε νόμους για την ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά μπορούσε να τους αλλάξει κάθε στιγμή. Κάποιοι ήταν σωσμένοι και κάποιοι καταδικασμένοι, η συσχέτιση όμως μεταξύ σωτηρίας και αγιότητας ήταν τυχαία, όπως και της καταδίκης και αμαρτίας. Δεν είναι καν ξεκάθαρο αν ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο. Ο κόσμος τον οποίο αυτός ο Θεός δημιούργησε ήταν ένα χάος εντελώς διαφορετικών πραγμάτων, στα οποία ο άνθρωπος δεν μπορούσε να βρει σημείο βεβαιότητας ή ασφάλειας.

Πως θα μπορούσε κάποιος να αγαπά και να λατρεύει ένα τέτοιο ταραγμένο Θεό; Αυτή δεν ήταν μια νέα ερώτηση. Ο συγγραφέας του Ιώβ την είχε θέσει πολλούς αιώνες νωρίτερα, αντιμετωπίζοντας την ίδια δυνατότητα, και ο Καλβίνος ήταν τόσο ενοχλημένος από την αδικία ενός τέτοιου Θεού, ώστε μπορούσε να τον φανταστεί μόνο ως μεταμφιεσμένο διάβολο. Δεν είναι ίσως τυχαίο πως η θεώρηση αυτή περί Θεού προήλθε από τις τάξεις των Φραγκισκανών, οι οποίοι βρίσκονταν στο άλλο άκρο του θεολογικού φάσματος των αριστοτελικών. Κατά την ύστερη μεσαιωνική περίοδο, ήταν η επικρατούσα φωνή, που καλούσε για περισσότερο αυθεντικό ή «πρωτόγονο» Χριστιανισμό, στηρίγματα του οποίου δεν ήταν οι φιλοσοφικές ιδέες των Ελλήνων και οι διεφθαρμένες πολιτικές δομές του ρωμαϊκού κράτους, αλλά το παράδειγμα του Χριστού. Η χριστιανική ζωή, υποστήριζαν, πως δεν βρίσκεται στα παλάτια του πάπα και στην ισχύ της κουρίας, αλλά στην φτώχεια και τον ασκητισμό. Οι πιο ριζοσπαστικοί Φραγκισκανοί πίστευαν πως ακόμα και η αποκάλυψη είναι ανεπαρκής, και πως για να ζήσει την χριστιανική ζωή πρέπει να μιμηθεί τη ζωή του Χριστού και των μαθητών Του. Δεν ήταν μόνοι τους στην προσπάθεια πραγματοποίησης αυτής της εναλλακτικής. Στην πραγματικότητα ήταν οι πιο διάσημοι του «πρωτόγονου» κινήματος εντός της Εκκλησίας, που περιλάμβανε παλαιότερα του Καθαρούς, Waldensians και Humiliati. Ο Φραγκίσκος μιλούσε εξ ονόματος όλων αυτών των ριζοσπαστικών, όταν έλεγε πως για να είσαι Χριστιανός πρέπει να περπατήσεις μαζί με τον Χριστό, περπατώντας πάλι στην via dolorosa. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να εκτιμήσει κανείς τη σημασία της Ενσάρκωσης και της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο. Ο Φραγκίσκος ενσάρκωνε αυτή την αφιέρωση στον πόνο στον δικό του ασκητισμό (και τα στίγματα), και τη διαφύλαξε στον διάσημο Κανόνα του, που επέβαλλε εγκράτεια και φτώχεια στους ακολούθους του.

Μετά το θάνατο του Φραγκίσκου το 1226, το τάγμα διαιρέθηκε μεταξύ ζηλωτών, που απαιτούσαν την αυστηρή υπακοή στον Κανόνα, και μετριοπαθών που ζητούσαν από τον πάπα απαλλαγή από τις ακραίες δομές. Δεδομένης της μεγάλης απήχησης του κινήματος μεταξύ των κοινών ανθρώπων, και κατά συνέπεια της μεγάλης απειλής που αποτελούσε για την ευκατάστατη ιεραρχία των κληρικών, ο πάπας Ιωάννης ο 22ος (1249-1334), δεν παραχώρησε απλά αυτή την απαλλαγή, αλλά καταδίκασε και κυνήγησε τους ζηλωτές Φραγκισκανούς, τους λεγόμενους Fraticelli. Ενώ αυτό ευχαρίστησε τους πιο πραγματιστές του τάγματος, ο Ιωάννης δεν σταμάτησε εκεί. Όντας σε σύγκρουση με το τάγμα των Φραγκισκανών και τον γενικό τους προϊστάμενο Μιχαήλ της Cesena για το θέμα της πενίας (η λεγόμενη Διαμάχη για την πενία), καταδίκασε το 1326 τελειωτικά την πίστη των Φραγκισκανών στην ηθική υπεροχή της ασκητικής ζωής, ισχυριζόμενος πως η γνώμη αυτή αντιτίθεται στις Γραφές.

Ο Ιωάννης διαπίστωσε πως η διδασκαλία περί πενίας όχι μόνο απειλούσε την ισχύ του εντός της Εκκλησίας, αλλά απειλούσε να μεταμορφώσει τον Χριστιανισμό στην ολότητα του. Η μεσαιωνική Εκκλησία κατανοούσε τον εαυτό της ως ενσάρκωση του Αγίου Πνεύματος, και επομένως πως εφάρμοζε την κυριαρχία ή τη βασίλεια του Θεού πάνω στη γη. Οι άνδρες της Εκκλησίας φαντάζονταν πως έπρεπε να ζουν με ένα τρόπο που ταίριαζε στην κατάσταση τους. Η διδασκαλία των Φραγκισκανών περί πενίας αμφισβητούσε την άποψη αυτή. Ο άνθρωπος όπως τον αντιλαμβανόταν ο Φραγκίσκος, δεν ήταν εκ φύσεως ένα επηρμένο ον. Η χαρά του δεν προέρχεται από τη θέση ή την περιουσία του μέσα στον κόσμο, αλλά από την εγγύτητα του προς τον Θεό. Η Βασιλεία του Θεού λοιπόν, δεν είναι ένα κυριολεκτικό βασίλειο εδώ στη γη, που αντιπροσωπεύεται από την Εκκλησία, αλλά ένα πνευματικό βασίλειο, όπου τα άτομα συνδέονται μεταξύ τους μόνο μέσα και δια του Θεού. Τραβηγμένη στα άκρα, η διδασκαλία αυτή δεν ήταν απλώς μια επίθεση στον πλούτο και την εξουσία του κλήρου, αλλά και στην ιεραρχία των κληρικών, και την ίδια την Εκκλησία.

Ένας από τους ηγετικούς εκπροσώπους της πλευράς των Φραγκισκανών ήταν ο William του Ockham, ο οποίος βρισκόταν στην Avignon για να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενάντια στις κατηγορίες περί αίρεσης που εξέφρασαν οι Θωμιστές αντίπαλοι του. Ο πάπας στήριξε την επιχειρηματολογία του κατά της υπεροχής της πενίας, πάνω στην φυσική ανάγκη της κατοχής περιουσίας για την διατήρηση της ανθρώπινης ζωής, διαβεβαιώνοντας πως περιουσία υπήρχε και πριν την πτώση. [ΟΠΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΝΟΥΝ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΟΤΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΥΠΗΡΞΕ ΚΑΙ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ.] Οι Φραγκισκανοί αντιθέτως στήριζαν την υπόθεση τους στην αποκάλυψη, λέγοντας πως η περιουσία δεν υπάρχει εκ φύσεως, αλλά ως αποτέλεσμα της αμαρτίας, και επομένως μόνο μετά την πτώση. Έλεγαν επίσης πως δια της απόλυτης δυνάμεως του Θεού, ο Χριστός και οι μαθητές του μπόρεσαν να επιστρέψουν στην προπτωτική κατάσταση, ζώντας ευσεβώς χωρίς περιουσία. Ο Φραγκίσκος είχε ανοίξει τη δυνατότητα για εκ νέου αποκατάσταση, και με τον τρόπο αυτό έθεσε τις βάσεις για μια αυθεντική χριστιανική πρακτική. Όταν ο Ιωάννης απέρριψε αυτή την άποψη  στηριζόμενος στον αμετάβλητο χαρακτήρα της φυσικής τάξεως, ο Ockham και οι Φραγκισκανοί τρομοκρατήθηκαν. Ήταν πεπεισμένοι πως ο Θεός δεν μπορούσε να δεθεί με «νόμους» της φύσεως, τους οποίους είχε προηγουμένως ο ίδιος κατασκευάσει. Η ζωή του Χριστού ήταν μια επίδειξη αυτού του γεγονότος. Η δήλωση του πάπα λοιπόν, ήταν γι’ αυτούς μια αναβίωση αιρετικής θέσης του Αβελάρδου, πως ο Θεός δεσμεύεται να σώσει κάποιους, μέσα από ολόκληρη την αιωνιότητα, δια της προηγούμενης βουλήσεως Του. Ο Θεός, όπως ισχυρίστηκαν, δεν δεσμεύεται από τέτοιους νόμους, και υπόκειται μόνο στην αρχή της μη αντιφάσεως. Κατά τα άλλα είναι ελεύθερος και κυρίαρχος. Το να αρνείται κανείς το δεδομένο αυτό σημαίνει να αρνείται τον Θεό. Κατά συνέπεια διακήρυξαν τον πάπα ως αιρετικό και δραπέτευσαν από την Avignon, ζητώντας την προστασία του αυτοκράτορα. Ο Ockham έγινε μέλος της αυτοκρατορικής αυλής και μαζί με τον Marsilius της Padova (1270-1342), ήταν βασικός παράγοντας στη διατύπωση της πνευματικής άμυνας του αυτοκράτορα στη διαμάχη του με τον παπισμό.

Ο νομιναλισμός ήταν με αυτή την έννοια μια φραγκισκανική θεολογία. Κατέστρεψε την τάξη του κόσμου, όπως την είχε φανταστεί ο σχολαστικισμός, η οποία μεσολαβεί μεταξύ Θεού και ανθρώπου, και την αντικατέστησε με το χάος των θεμελιωδών ατομικών όντων. Ένωσε βέβαια κάθε ένα από τα όντα αυτά κατευθείαν με τον Θεό. Από την οπτική γωνία των Φραγκισκανών, η ζωή μέσα σε ένα θεμελιωδώς εξατομικευμένο κόσμο φαινόταν χαοτική μόνο σε εκείνους που δεν έβλεπαν την ενότητα της δημιουργίας μέσα στον Θεό. Για εκείνους, που όπως ο Φραγκίσκος μοιράζονταν αυτή την μυστική ενότητα, όλα τα όντα ήταν αδελφοί και αδελφές τους, καθώς όλα τα έμψυχα και άψυχα όντα ήταν εξίσου πλάσματα και δημιουργήματα  του Θεού.


Συνεχίζεται

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2024

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

 Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

Κεφάλαιο 1: Η νομιναλιστική επανάσταση και η καταγωγή της νεωτερικότητας α

Συνέχεια από 26 Ιουλίου 2022

Η θεολογική κρίση της ύστερης μεσαιωνικής σκέψης

Ο μοντέρνος κόσμος απέκτησε τη συνείδηση για τον εαυτό του κατά τον 16ο και 17ο αιώνα, θα ήταν όμως μεγάλο λάθος να πιστεύουμε πως η νεωτερικότητα άρχισε εκείνη την περίοδο, όπως ακριβώς θα ήταν λάθος να πούμε πως η ανθρώπινη ζωή αρχίζει με την αυτοσυνειδησία. Η νεωτερικότητα δεν ξεπετάχτηκε ενήλικη από τα κεφάλια του Galileo, Bacon, Descartes ή Hobbes, αλλά αναδύθηκε, σε μια μακρά χρονική περίοδο, ως αποτέλεσμα προσπαθειών πολλών διαφορετικών ανθρώπων σε μια ποικιλία καταστάσεων. Όπως το συζητήσαμε προηγουμένως, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας είναι να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως κάτι ριζικά νέο και χωρίς προηγούμενο. Αυτό είναι συνέπεια της ιδιαίτερης για τη νεωτερικότητα αντίληψης περί των δυνατοτήτων του ανθρώπου, και του τρόπου με τον οποίο το ανθρώπινο ον αναπτύσσεται μέσα στο χρόνο. Υπάρχουν βέβαια ευνόητοι λόγοι για να αμφισβητήσουμε την ορθότητα της αυτό-αντίληψης αυτής της νεωτερικότητας. Όπως το ανακάλυψε με τραγικό τρόπο ο Οιδίπους, κανείς δεν είναι «παιδί της τύχης». Καθένας και καθετί έχει απαρχή και διαμορφώνεται καθοριστικά από αυτήν. Για να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε την φύση του μοντέρνου κόσμου, είναι βασικό να εξετάσουμε την πρώιμη, «προσυνειδησιακή» ανάπτυξη του, στα τριακόσια χρόνια που μεσολάβησαν από την κατάρρευση του μεσαιωνικού κόσμου και την ανάδυση της νεωτερικότητας.

Οι απαρχές του μεσαιωνικού κόσμου μπορούν να ανιχνευθούν στην σύνθεση του Χριστιανισμού και της ειδωλολατρικής φιλοσοφίας στον Ελληνιστικό κόσμο της ύστερης αρχαιότητας. Αυτό ξεκίνησε στην Αλεξάνδρεια κατά τους δυο πρώτους αιώνες. Διάφοροι κλάδοι χριστιανικής σκέψης , ανατολικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, Νεοπλατωνισμός, και μια ποικιλία άλλων αρχαίων φιλοσοφικών πεποιθήσεων, συγκεράστηκαν εδώ  με διαφορετικούς και πολλές φορές αντιφατικούς τρόπους, αντικατοπτρίζοντας τις διανοητικές και πνευματικές ζυμώσεις της εποχής. Η διαδικασία αυτή του συγκερασμού ξεκαθάρισε και ιδρυματοποιήθηκε όταν ο Χριστιανισμός υιοθετήθηκε ως επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κάτω από τον Κωνσταντίνο. Οι διάφοροι αντιμαχόμενοι κλάδοι του Χριστιανισμού συνενώθηκαν σε μια σειρά συνόδων, ξεκινώντας από τη Σύνοδο της Νίκαιας (323). Παρά την παγίωση της διδασκαλίας ενισχυόμενη από την αυτοκρατορική αυθεντία, οι εντάσεις εντός του Χριστιανισμού (μεταξύ της αποκάλυψης, με την έμφαση της στη θεία παντοδυναμία και την ενσάρκωση από την μια, και της φιλοσοφίας με την έμφαση στον ορθολογισμό και την έννοια του λογικού κόσμου, από την άλλη) δεν λύθηκαν τόσο εύκολα, και παρέμειναν ένα διαρκές πρόβλημα για τον Χριστιανισμό κατά την μακρά ιστορία του. Πράγματι, ένα μεγάλο μέρος, αν όχι το σύνολο της ανάπτυξης της χριστιανικής θεολογίας είχε καταστεί αναγκαίο από τον ανταγωνισμό μεταξύ των δυο αυτών στοιχείων του Χριστιανισμού, που βάθαινε περιοδικά και διαρκώς.

Η γνώση για την επίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας στον Χριστιανισμό είχε σε μεγάλο βαθμό χαθεί στην δυτική Ευρώπη κατά την πρώιμη μεσαιωνική περίοδο, αν και ο Βοήθιος παρείχε μια ισχνή σύνδεση με αυτή την πρώιμη διανοητική παράδοση. Το αποφασιστικό γεγονός στον μεσαιωνικό Χριστιανισμό ήταν η επανακάλυψη του Αριστοτέλη, σε μεγάλο βαθμό δια της επαφής με τον αραβικό κόσμο στην Ισπανία και στον Λεβάντε. Αυτή η επαφή οδήγησε λίγο μετά την αλλαγή της χιλιετηρίδας στην ανάδυση του σχολαστικισμού, που ήταν η μεγαλύτερη και η πιο εκτεταμένη θεολογική προσπάθεια συμφιλίωσης των φιλοσοφικών και αγιογραφικών στοιχείων του Χριστιανισμού.

Ενώ υπήρχε μια σημαντική ποικιλία εντός του σχολαστικισμού, η κλασική του μορφή ήταν ο ρεαλισμός. Ο ρεαλισμός, όπως τον κατανοούσαν οι σχολαστικοί, ήταν η πίστη στην ύπαρξη των καθόλου έξω από τη διάνοια. Στηριζόμενοι σε τεράστιο βαθμό στην νεοπλατωνική ανάγνωση του Αριστοτέλη, οι σχολαστικοί ρεαλιστές ισχυρίστηκαν, πως τα καθόλου όπως είδος και γένος, ήταν τα αληθινά πράγματα, και τα ατομικά όντα ήταν απλώς συγκεκριμένες περιπτώσεις αυτών των καθόλου. Επιπλέον, είχε θεωρηθεί πως τα καθόλου αυτά δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η θεία διάνοια φανερωμένη στον άνθρωπο, είτε δια του φωτισμού, όπως το εισηγήθηκε ο Αυγουστίνος, είτε δια της διερεύνησης της φύσεως, όπως το εισηγήθηκε ο Ακινάτης και άλλοι. Μέσα σε αυτή την ρεαλιστική οντολογία, η φύση και η διάνοια (reason) αντανακλούσαν η μια την άλλη. Η φύση μπορούσε συνεπώς να περιγραφεί με τη συλλογιστική λογική, η οποίο όριζε τη λογική δομή των σχέσεων όλων των ειδών μεταξύ τους. Επιπλέον, ενώ ο Θεός υπερέβαινε (transcend) τη δημιουργία του, αντικατοπτριζόταν μέσα σε αυτήν και με την αναλογία μπορούσε να κατανοηθεί δια της δημιουργίας. Έτσι, η λογική και η φυσική θεολογία μπορούσαν να συμπληρώσουν ή, όπως στις διάνοιες μερικών, και να αντικαταστήσουν την αποκάλυψη. Για παρόμοιους λόγους, δεν χρειαζόταν ο άνθρωπος την Αγία Γραφή για να τον πληροφορεί για γήινες ηθικές και πολιτικές του υποχρεώσεις. Ήταν ένα φυσικό ον με φυσικό τέλος (σκοπό) και διοικούνταν από τους νόμους της φύσεως. Η Γραφή βεβαίως ήταν απαραίτητη για να κατανοήσει κανείς όλα αυτά που υπερέβαιναν τη φύση, συμπεριλαμβανομένου και του υπερφυσικού πεπρωμένου του ανθρώπου, αλλά η γήινη ζωή μπορούσε να γίνει αντιληπτή φιλοσοφικά.

Όλο το μεγαλείο του καθεδρικού ναού της σχολαστικής σκέψης στηριζόταν στην λεπτή ισορροπία της χριστιανικής πίστης και του ειδωλολατρικού ορθολογισμού, και ήταν η αστάθεια αυτής της σχέσης που τον κατεδάφισε. Αυτή η ισορροπία απειλήθηκε τόσο από την αυξανόμενη επίδραση του ορθολογισμού και της εκκοσμίκευσης εντός της Εκκλησίας, πράγμα που ενίσχυσε την εγκατάλειψη των χριστιανικών πρακτικών, όσο και από τις επαναλαμβανόμενες και όλο και πιο επείγουσες απαιτήσεις για ένα πιο αυθεντικό Χριστιανισμό, βασιζόμενο στην αποκάλυψη ή/και στην μίμηση της ζωής του Χριστού. Η διατήρηση του μεσαιωνικού Χριστιανισμού εξαρτιόταν από τον συμβιβασμό των δυο αυτών ισχυρών και αντίθετων ωθήσεων. Μια τέτοια σύνθεση θα μπορούσε βέβαια να συντηρηθεί, στη θεωρία μόνο με τη δημιουργία μιας όλο και πιο περίπλοκης θεολογίας, και στην πράξη με τη διαρκώς αυξανόμενη χρήση της εξουσίας του πάπα και των ευγενών.

Η άμεση αιτία αυτής της διαμάχης, που επισκίασε αυτή την σύνθεση ήταν η αύξηση του αριστοτελισμού τόσο εντός, όσο και εκτός της Εκκλησίας. Η αύξηση του ενδιαφέροντος για τον Αριστοτέλη ήταν εν μέρει αναπόφευκτη συνέπεια της αύξησης του σχολαστικισμού, επιταχύνθηκε όμως με αποφασιστικό τρόπο από την επανεισαγωγή πολλών κειμένων του Αριστοτέλη στην χριστιανική Ευρώπη, μέσω των σχολίων των μεγάλων ισλαμικών φιλοσόφων Αβικέννα και Αβερρόη. Η πιο φανερή εκδήλωση αυτού του νέου ενδιαφέροντος για τον Αριστοτέλη, ήταν η ανάπτυξη ενός ανεξάρτητου συστήματος φιλοσοφίας παράλληλου προς τη θεολογία, όπως και ενός νέου είδους κοσμικού Χριστιανού διανοούμενου. Το φαινόμενο αυτό αντιμετωπίστηκε με μεγάλη υποψία από τους ευσεβείς υπερασπιστές του πιο «αυθεντικού» Χριστιανισμού, όχι απλά λόγω της ειδωλολατρικής του ρίζας, αλλά κυρίως ίσως λόγω της σύνδεσης του με το Ισλάμ. Ο παγανισμός ήταν ένα γνωστό και ανεκτό κακό. Το Ισλάμ αντιθέτως ήταν μια ολέθρια θεολογική και πολιτική απειλή. Αυτό ήταν ιδιαίτερα αληθές μετά την αποτυχία των σταυροφοριών. Για διακόσια σχεδόν χρόνια φαινόταν πως ο Χριστιανισμός κέρδιζε έδαφος κατά του Ισλάμ, ιδιαίτερα στην Ανατολή, μετά όμως την απώλεια των χριστιανικών αποικιών στον Λεβάντε προς τα τέλη του 13ου αιώνα, και την άνοδο της ισλαμικής στρατιωτικής ισχύος, η αισιοδοξία αυτή έσβησε, και η υποψία των ισλαμικών επιρροών στην χριστιανική σκέψη άρχισε να εντείνεται. Η άνοδος του αριστοτελισμού σε αυτή την συνάφεια θεωρήθηκε από του καχύποπτους προστάτες της πίστεως ως άνοδος του αβερροϊσμού.

Η Εκκλησία προσπάθησε να περιορίσει αυτό που φαινόταν σαν θεολογική υπονομευτική εξέλιξη. Ο αριστοτελισμός καταδικάστηκε για πρώτη φορά το 1270 και πλήρως το 1277 από τον επίσκοπο του Παρισιού Etienne Tempier και από τον αρχιεπίσκοπο του Canterbury Robert Kilwardby. Η θέση που εκφράζεται με το ανάθεμα αυτό έδωσε μεγάλη έμφαση στην παντοδυναμία ως το κυριότερο χαρακτηριστικό του Θεού, και στα χρόνια που ακολούθησαν, η έννοια της παντοδύναμης ελευθερίας ήρθε να συστήσει τον πυρήνα της νέας αντί-αριστοτελικής έννοιας περί Θεού. Αυτή η άποψη περί Θεού φαίνεται εν μέρει στο έργο του Duns Scotus, και πολύ πιο καθαρά και αποφασιστικά στο έργο του William του Ockham, και στο νομιναλιστικό κίνημα που δημιούργησε η σκέψη του.

Ο Ockham γεννήθηκε στην Αγγλία μεταξύ 1280 και 1285. Μετά την είσοδο του στο τάγμα των Φραγκισκανών σε νεαρή ηλικία, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Πολύ πιθανόν να μην ήταν φοιτητής του διάσημου προκατόχου του, Duns Scotus, ήταν όμως βαθιά επηρεασμένος από τη σκέψη του, η οποία παρέμενε ισχυρή στην Οξφόρδη. Το μεγαλύτερο μέρος του φιλοσοφικού και θεολογικού έργου του Ockham ολοκληρώθηκε την περίοδο μεταξύ 1317 και 1324, όταν κλήθηκε στην Avignon για να απολογηθεί στις κατηγορίες για αίρεση. Το 1326, οι 51 διαβεβαιώσεις του κηρύχθηκαν ως άξιες προς λογοκρισία, αν και καμιά δεν καταδικάστηκε.

Εμπνεόμενος από το έργο των παλαιότερων πρώτο-νομιναλιστών στοχαστών, όπως οι Roscelin και Abelard, και στα έργα των Henry του Ghent και Scotus, ο Ockham έθεσε με μεγάλη λεπτομέρεια τα θεμέλια για τη νέα μεταφυσική και θεολογία, που βρίσκονταν σε ριζική αντίθεση προς τον σχολαστικισμό. Η πίστη μόνο μας διδάσκει, λέει ο Ockham, πως ο Θεός είναι παντοδύναμος και πως μπορεί να κάνει οτιδήποτε είναι δυνατόν, δηλαδή οτιδήποτε δεν είναι αντιφατικό. Έτσι, κάθε ον υπάρχει μόνο ως αποτέλεσμα της βούλησης Του, και υπάρχει όπως υπάρχει και για όσο υπάρχει, μόνο επειδή Αυτός το θέλει έτσι. Η δημιουργία είναι λοιπόν μια πράξη καθαρής χάριτος και κατανοείται μόνο δια της αποκαλύψεως. Ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο και συνεχίζει να δρα μέσα σε αυτόν, χωρίς να περιορίζεται ούτε από τους νόμους του ούτε από τους προηγούμενους καθορισμούς του. Δρα απλά και μόνο όπως τον ευχαριστεί, και όπως το επαναλαμβάνει συχνά ο Ockham, δεν είναι χρεώστης σε κανένα άνθρωπο. Επομένως δεν υπάρχει μια αδιάλλακτη τάξη της φύσεως ή της λογικής, την οποία ο άνθρωπος μπορεί να κατανοήσει, και δεν υπάρχει καμιά γνώση του Θεού παρά δια της αποκαλύψεως. Ο Ockham απέρριψε έτσι τη σχολαστική σύνθεση λογικής και αποκάλυψης, και με τον τρόπο αυτό υπονόμευσε το μεταφυσικό/θεολογικό θεμέλιο του μεσαιωνικού κόσμου.

Η έννοια αυτή της θείας παντοδυναμίας ήταν υπεύθυνη για την κατάρρευση του ρεαλισμού. Ο Θεός, σύμφωνα με τον Ockham, δεν μπορούσε να δημιουργήσει τα καθόλου, γιατί αυτό θα περιόριζε την παντοδυναμία του. Αν υπήρχε το καθόλου, ο Θεός δε θα ήταν σε θέση να καταστρέψει οποιαδήποτε έκφανση του, χωρίς να καταστρέψει το καθόλου. Ο Θεός δε θα μπορούσε να καταραστεί οποιοδήποτε ανθρώπινο ον χωρίς να καταραστεί ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αν δεν υπάρχουν πραγματικά καθόλου, κάθε ον πρέπει να είναι ριζικά ατομικό, μια μοναδική δημιουργία του ίδιου του Θεού, που έχει κληθεί στη ζωή από το τίποτα με την άπειρη δύναμη Του και συντηρείται μόνο από αυτή τη δύναμη. Για να είναι βέβαιος, ο Θεός μπορεί να χρησιμοποιήσει δευτερεύουσες αιτίες για να παραγάγει ή να συντηρήσει μια οντότητα, αυτές όμως δεν ήταν ούτε απαραίτητες ούτε υπεύθυνες για τη δημιουργία ή τη συνέχιση της ύπαρξης τής εν λόγω οντότητας.

Το μόνο απαραίτητο ον για τον Ockham ήταν ο ίδιος ο Θεός. Όλα τα άλλα ήταν δημιουργίες της βούλησης Του. Με μια τεχνική έννοια, όλα τα πράγματα που ο Θεός επιλέγει να φέρει στην ύπαρξη έχουν ήδη μια φύση, αλλά οι φύσεις αυτές δεν είναι τα καθόλου, αλλά εφαρμόζονται απλά σε κάθε ατομικό πράγμα. Είναι επιπλέον άπειρες στον αριθμό και έχουν επιλεγεί ελεύθερα από τη θεία βούληση. Οι «φύσεις» αυτές επομένως δεν περιορίζουν με κάποια πραγματική έννοια τη θεία βούληση, παρά μόνο εφόσον αποκλείουν το αδύνατο, δηλαδή το λογικά αντιφατικό. Οι φύσεις αυτές ούτε υπονοούνται από, ούτε είναι προϋπόθεση για κάτι άλλο. Με τον τρόπο αυτό, η διαβεβαίωση αυτή του Ockham περί οντολογικού ατομικισμού, υποσκάπτει όχι μόνο τον οντολογικό ρεαλισμό, αλλά και τη συλλογιστική λογική και την επιστήμη, καθώς στην απουσία πραγματικών καθόλου, τα ονόματα καθίστανται απλά σημεία ή σημεία των σημείων. Με τον τρόπο αυτό η γλώσσα δεν αποκαλύπτει το Είναι, αλλά στην πράξη συχνά αποκρύπτει την αλήθεια για το Είναι, ενισχύοντας την πίστη στην αλήθεια των καθόλου. Στην πραγματικότητα, όλα τα λεγόμενα καθόλου είναι απλώς σημεία, δεύτερης ή ανώτερης τάξεως, που εμείς ως πεπερασμένα όντα χρησιμοποιούμε για να συγκεντρώσουμε τα μεμονωμένα όντα σε κατηγορίες. Οι κατηγορίες αυτές όμως δεν σημαίνουν πραγματικά αντικείμενα (πραγματα). Είναι απλώς χρήσιμες επινοήσεις που μας βοηθούν να δώσουμε κάποιο νόημα στον ριζικά ατομικοποιημένο κόσμο. Διαταράσσουν όμως και την πραγματικότητα. Έτσι, η καθοδηγητική αρχή της νομιναλιστικής λογικής του Ockham ήταν το διάσημο ξυράφι του: μην πολλαπλασιάζεις χωρίς ανάγκη τα καθόλου. Επειδή ως πεπερασμένα όντα δεν μπορούμε να βρούμε στον κόσμο νόημα χωρίς τα καθόλου, κάθε γενίκευση μας παίρνει ένα βήμα μακρύτερα από το πραγματικό. Επομένως, όσο λιγότερα χρησιμοποιούμε, τόσο πιο κοντά μένουμε στην αλήθεια.

Συνεχίζεται

ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΥΤΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ. ΔΙΕΛΥΣΕ ΤΟΝ ΨΕΥΔΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΑΛΛΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΝ ΑΚΟΜΗ ΠΙΟ ΨΕΥΤΙΚΟ, ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ. ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΚΗ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ ΤΟΥ ΑΓΓΛΟΣΑΞΩΝΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ.
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΟΜΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΣΤΗΡΙΧΘΗΚΕ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΟΡΟ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΕΝΟΣ, ΕΙΔΟΣ, ΟΥΣΙΩΔΕΣ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΓΕΝΟΣ. Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ  ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΥΣ, ΤΟ ΑΓΑΘΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΝΑΣΤΑΙΝΕΙ ΤΟΝ ΠΕΣΜΕΝΟ ΝΟΥ. ΜΕ ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ, ΔΗΛ. ΑΠΟΦΑΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΦΘΟΡΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΡΕΤΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΤΗΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΗΘΟ-ΠΟΙΙΑ ΤΟΥ ΧΟΛΛΥΓΟΥΝΤ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΛΙΒΕΡΟΣ ΚΑΡΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ. 

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2023

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας(25)

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

Κεφάλαιο 3: Ο Ουμανισμός και η αποθέωση του ανθρώπου ζ

Συνέχεια από 13.Φεβρουαρίου 2023

Ο βόρειος ουμανισμός: Desiderius Erasmus


Ο ηρωικός ουμανισμός, που έπαιξε ένα τέτοιο σπουδαίο ρόλο στην Ιταλία, είχε μετριασθεί όταν μετακινήθηκε προς τα βόρεια, πέρα από τις Άλπεις, και συνάντησε τη devotio moderna, ένα θρησκευτικό κίνημα που ίδρυσε ο Gerard Groote (1340-84) από την πόλη Deventer, ο οποίος πίστευε, πως για να είναι κανείς Χριστιανός όφειλε να ακολουθεί το ηθικό παράδειγμα του Χριστού. Το κίνημα ξεκίνησε στην Ολλανδία, αλλά διαδόθηκε στη Γερμανία και σε μεγάλο μέρος της Πολωνίας. Οι διδασκαλίες του κινήματος εκτέθηκαν στην Imitatio Christi, έργο που αποδίδεται στον Thomas à Kempis. Από θεσμικής πλευράς, το κίνημα δημιούργησε μια νέα μορφή μοναχισμού, που σκοπό είχε την πνευματική αυτοτελείωση, και ένα λαϊκό κίνημα γνωστό με το όνομα «Η αδελφότητα της κοινής ζωής».

Η devtio moderna προσέφερε μια απάντηση σε πολλούς από αυτούς που τους ταλάνιζε ο φιλοσοφικός σκεπτικισμός, αλλά δεν τους έλκυε ο ηρωικός ατομικισμός του ιταλικού ουμανισμού ή ο καιροσκοπισμός του Machiavelli. Ο Αδελφοί αναζητούσαν ανακούφιση στην πνευματικότητα, η οποία τόνιζε πως η ουσία της πίστης ήταν μια απλή ζωή με θρησκευτικό συναίσθημα (παρά με λογική ή βούληση). Η devotio moderna ήταν στην πράξη μια προσωπική και εσωτερική θρησκεία αγάπης, πίστης και ταπείνωσης, και έδινε μικρότερη σημασία στα έργα και τις τελετουργίες. Την θέση αυτή εξέφρασε με σαφήνεια ο Νικόλαος από την Κούζα (1401-1464), ο οποίος τόνισε την απλότητα της πίστεως σε αντίθεση προς την αβεβαιότητα της λογικής στο έργο του «Η σοφία της αγνωσίας» (1440). Το έργο του ήταν και από μόνο του σημαντικό, αλλά άσκησε σημαντική επίδραση στους Lefevre, Colet και Erasmus.

Σε σύγκριση προς τους Ιταλούς ουμανιστές, οι βόρειοι ήταν πιο μετριασμένοι στους ισχυρισμούς τους για τις ανθρώπινες ικανότητες, περισσότεροι σκεπτικοί, λιγότερο πεπεισμένοι πως η αγάπη κυβερνά τον κόσμο, περισσότερο ριζωμένοι στις Γραφές, δίνοντας μικρότερη σημασία στις πολεμικές αρετές και μεγαλεία, λιγότερο βασισμένοι σε γνωστικές, ερμητικές και νεοπλατωνικές πηγές, και περισσότερο στους εκκλησιαστικούς πατέρες που εστίαζαν περισσότερο στη Γραφή παρά στην φιλοσοφία. Τους απασχολούσε επίσης η μεταρρύθμιση της Εκκλησίας, η εξάλειψη της διαφθοράς, και η μείωση της προσκόλλησης στα τελετουργικά. Ο κίνδυνος λοιπόν που αποτελούσαν για την θεσμική Εκκλησία, δεν βρισκόταν τόσο στους ακραίους ισχυρισμούς τους περί των ικανοτήτων των ανθρώπων, όσο στο γεγονός πως το απλό τους μήνυμα απευθύνονταν σε μεγάλο μέρος των κοινών ανθρώπων. Οι ιταλικός ουμανισμός απευθύνονταν πάντα στις ανώτερες τάξεις και τους διανοούμενους. Ο βόρειος ουμανισμός είχε ένα πολύ πιο δημοκρατικό μήνυμα και συνέβαλε με δυναμικούς τρόπους στην αυξανόμενη διαμαρτυρία ενάντια στην θεσμική εκκλησία, που οδήγησε στην Μεταρρύθμιση.

Αυτή η μορφή ουμανισμού αποτελούσε μεγαλύτερο κίνδυνο για τους μοναχούς και κληρικούς απ’ ότι ο ιταλικός ουμανισμός, καθώς ήταν λιγότερο εξεζητημένος, λιγότερο παγανιστικός, και περισσότερο ριζωμένος σε ένα ιδανικό χριστιανικής φιλανθρωπίας, το οποίο η Εκκλησία αποδεχόταν έστω και τυπικά. Η Εκκλησία είχε αναγνωρίσει αυτό τον κίνδυνο από την αρχή και επιδίωξε να τον καταστείλει. Το πιο διάσημο παράδειγμα της επιδίωξης τους αυτής, ήταν η προσπάθεια να αναθεματίσουν τον Johannes Reuchlin (1455-1522), τόν ουμανιστή που έφερε τη διδασκαλία τη εβραϊκής γλώσσας  στα γερμανικά πανεπιστήμια. Πολλοί ουμανιστές πήγαν να τον υπερασπιστούν, και ο πάπας Λέων ο Χ αρνήθηκε εν τέλει να τον αναθεματίσει, κάτι που ήταν ένα είδος νίκης για τον ουμανισμό. Οι γραμμές του πολέμου όμως είχαν χαραχτεί, και στην επόμενη γενιά, τη γενιά του Έρασμου και του Λούθηρου, θα άρχιζε η μάχη.

Ο Έρασμος γεννήθηκε στο Rotterdam το 1466. Ήταν άνομος γιος του Roger Gerard, ο οποίος είχε γίνει ιερέας, και της Margaret, κόρης ενός γιατρού. Φοίτησε σε ένα ουμανιστικό σχολείο στην πόλη Deventer το οποίο λειτουργούσαν οι «Αδελφοί της κοινής ζωής». Όταν πέθαναν οι γονείς του εξαναγκάστηκε να πάει σε ένα μοναστήρι Αυγουστινιανών στο Steyn κοντά στην Gouda, όπου έζησε από το 1485 μέχρι το 1492. Τον χειρίστηκαν με τόση σκληρότητα, που ανέπτυξε μια δια βίου εχθρότητα προς τους μοναχούς. Κατά την περίοδο αυτή βρήκε την μεγαλύτερη έμπνευση του από το έργο του Valla, την «Ρητορική» του οποίου είχε παραφράσει. Είχε επίσης γράψει το δοκίμιο «Η περιφρόνηση του κόσμου» (1489), όπου επαινούσε τον μονήρη βίο. Εν τέλει δραπέτευσε από το μοναστήρι, καθώς διορίστηκε γραμματέας στον επίσκοπο του Cambray, χειροτονήθηκε ιερέας, και πήγε στο Παρίσι, όπου σπούδασε μέχρι το 1499.

Στο Παρίσι άκουσε διαλέξεις των οπαδών του Scotus στο Σεμινάριο των Φραγκισκανών, και δίδαξε λατινικά ιδιωτικά, για να συντηρηθεί. Το 1494 άσκησε κριτική στην δυσπιστία των μοναχών για τη μάθηση και υποστήριξε δυναμικά την κοσμική παιδεία και την χρησιμότητα των ειδωλολατρών κλασικών στο «Ενάντια στους βαρβάρους». Το έργο αυτό κατέδειξε την αυξανόμενη οικειότητα του με την ουμανιστική παράδοση των Πετράρχη, Boccaccio και Salutati. Το 1499 επισκέφθηκε την Αγγλία και γνώρισε τον Thomas More, και παρέμεινε φίλος του μέχρι τον θάνατο του (του More) το 1535. Έζησε τον περισσότερο καιρό στην Οξφόρδη, όπου εργάστηκε με τον ουμανιστή John Colet. Και ο Colet επίσης μισούσε τον σχολαστικισμό και εισήγαγε τον Έρασμο σε ένα πιο ιστορικό τρόπο ανάγνωσης της Καινής Διαθήκης. Ο Έρασμος είχε υιοθετήσει την έχθρα του Colet προς την νομιναλιστική έννοια ενός απόλυτου και απόμακρου Θεού, και άρχισε να τονίζει την ανθρωπότητα του Ιησού, σύμφωνα με την παράδοση της devotio moderna. Επέστρεψε στο Παρίσι, όπου έζησε από το 1500 μέχρι το 1506, και κατά την περίοδο αυτή έγραψε τα έργα «Παροιμίες» και «Εγχειρίδιο του χριστιανού στρατιώτη», που εδραίωσαν τη φήμη του ως κορυφαίου ουμανιστή. Το ύστερο έργο του ήταν σαφώς στην παράδοση της devotio moderna, εξέφραζε όμως τη συμπάθεια του και προς την παράδοση που έφτανε μέχρι τον Πετράρχη. Τόνιζε τη σημασία της ειλικρίνειας και δικαιοσύνης, έναντι του φορμαλισμού και συμβιβαστικότητας της κοινής γνώμης.

Μετά από μια σύντομη επίσκεψη στην Αγγλία, μετακόμισε στην Ιταλία, όπου έζησε από το 1506 μέχρι το 1509, όπου υπηρέτησε ως δάσκαλος του παράνομου γιου του James IV της Σκωτίας. Εργάστηκε μαζί με τον εκδότη Aldus Manutius στη Βενετία, επισκεπτόμενος την Ρώμη και τη Φλωρεντία. Στην Ρώμη του προσφέρθηκαν διάφορες θέσεις κληρικού, τίς οποίες απέρριψε, όπως ο Πετράρχης, δίνοντας μεγαλύτερη σημασία στην ανεξαρτησία παρά στον πλούτο και την υπόληψη. Στη Φλωρεντία ήταν τόσο απορροφημένος από το έργο του, που φαίνεται να μην είχε συναντήσει, ή και να γνώριζε έστω την ύπαρξη των Leonardo, Michelangelo, Raphael ή Machiavelli, που την εποχή εκείνη ζούσαν στην πόλη.

Μετά την άνοδο του Henry VIII στο θρόνο, ο Έρασμος επέστρεψε στην Αγγλία, ελπίζοντας να εξασφαλίσει μια υποτροφία που θα του επέτρεπε να αφιερωθεί στις λογοτεχνικές του δραστηριότητες. Φεύγοντας από την Ιταλία είχε γράψει τη διάσημη σάτιρα «Εγκώμιο της τρέλας», με δηκτική κριτική στον μοναχισμό, αλλά και στα εκκλησιαστικά και πολιτικά ιδρύματα. Κατά την παραμονή του στην Αγγλία έμεινε κατά κύριο λόγο στο Cambridge, όπου εργάστηκε πάνω στην ελληνική έκδοση της Καινής Διαθήκης (1516), η οποία ήταν με το δικό της τρόπο σημαντική για τη Μεταρρύθμιση, όπως οι 95 θέσεις του Λούθηρου (1517).

Το 1514 βρισκόταν στο αποκορύφωμα της επιτυχίας του και αποκλήθηκε πρίγκηπας των ουμανιστών. Ο ευρύς θαυμασμός για το έργο του ήταν το αποτέλεσμα της επιτυχίας του να συνδυάσει την humanitas και την pietas σε ένα ζωντανό χριστιανικό ουμανισμό. Είχε εχθρούς ανάμεσα στους κληρικούς και μοναχούς, αλλά είχε και μεγάλη επιρροή στα ανώτατα επίπεδα. Το 1515 είχε διοριστεί σύμβουλος του πρίγκηπα Κάρολου, ο οποίος το επόμενο έτος έγινε βασιλιάς της Ισπανίας και το 1519 αυτοκράτορας Κάρολος ο Ε’. Ο Έρασμος μετακόμισε στη Louvain, για να είναι κοντά στην βασιλική αυλή στις Βρυξέλλες, και έγραψε το έργο «Η παιδεία ενός χριστιανού πρίγκηπα» (1516), για να προετοιμάσει τον Κάρολο για τις νέες του ευθύνες. Το 1519 εκδίδει το έργο «Άγιος Ιερώνυμος» και την πρώτη έκδοση του έργου «Colloquia», που θεωρείται ως το κορυφαίο του έργο.

Η Μεταρρύθμιση είχε βαθιά επίδραση στον Έρασμο και στον ρόλο του στην πολιτική και διανοητική ζωή της Ευρώπης. Με την αυξανόμενη υποκίνηση αναταραχής κατά της Εκκλησίας, η ζωή του Έρασμου στο Louvain είχε γίνει δύσκολη, λόγω της υποψίας, πως αυτός ήταν ο μυστικός υποστηρικτής του Λούθηρου. Ως αποτέλεσμα, μετακινήθηκε στη Βασιλεία το 1521, όπου έμεινε μέχρι το 1529, όταν και μετακόμισε στο Freiburg in Breisgau, όπου πέθανε το 1536.

Ο Έρασμος, όπως και ο Colet, και πολλοί άλλοι βόρειοι ουμανιστές, ήταν αφοσιωμένος σε μια θρησκεία εσωτερικής στροφής, πασιφισμού και ηθικών ιδανικών. Απέρριπτε τόσο τον σχολαστικισμό, όσο και τον νομιναλισμό. Στις «Παραφράσεις» του επεδίωξε να μειώσει το ρόλο του Χριστού σε αυτόν του ιερέα και του θύματος, και στράφηκε αντιθέτως προς την philosophia Christi, την φιλοσοφία περί Χριστού, ισχυριζόμενος, πως κεντρικής σημασίας είναι η εσωτερική ηθική στροφή. Πίστευε πως εσωτερική ευσέβεια ήταν ο πυρήνας της αληθινής θρησκείας, και όχι η παραδοχή της πίστεως. Στα πλαίσια αυτά συνδύασε στοιχεία της ουμανιστικής παράδοσης με την απλότητα και την ταπείνωση της devotio moderna, μετριάζοντας τις προμηθεϊκές και πολεμικές τάσεις του ιταλικού ουμανισμού και δίνοντας βάθος στον βόρειο ευσεβισμό. Σε αντίθεση προς τη διαφθορά της υπάρχουσας Εκκλησίας, αναζήτησε μεταρρυθμίσεις που θα έκαναν δυνατό ένα απλό ηθικό Χριστιανισμό χωρίς περιπλοκές από θεολογικές λεπτομέρειες. Γνώριζε από την υπόθεση Reuchlin, πως ο δρόμος αυτός θα τον έφερνε μάλλον σε αντιπαράθεση με τους κληρικούς, σχολαστικούς και μοναχούς. Η προσέγγιση του λοιπόν ήταν έμμεση, βασιζόμενος στην ρητορική και την ειρωνεία, παρά στη διαμάχη, ώστε να προσελκύσει τους άλλους στο δρόμο, μιμούμενος τον Λουκιανό και τον Σωκράτη της «Απολογίας».

Ο Έρασμος δεν πίστευε πως οι πηγές της διαφθοράς στην Εκκλησία οφείλονταν στη διδασκαλία. Ήταν πεπεισμένος, πως η διαταραχή στις ανθρώπινες υποθέσεις οφείλονταν πρωταρχικά στην κατάχρηση της εξουσίας και στο συμφέρον. Η κοσμική εξουσία της Εκκλησίας, ο οικονομικά ελκυστικός χαρακτήρας πολλών από τις πρακτικές της, και η πλατιά διαδεδομένη επίδραση του πλούτου στη διασφάλιση των θέσεων των κληρικών, ήταν περισσότερο συνδεδεμένα με τη διαφθορά της Εκκλησίας και τον επακόλουθο αντί-κληρικαλισμό, παρά με θεολογικές διδασκαλίες. Το γεγονός πως μόνο οι κληρικοί ήταν ικανοί να τελούν τα μυστήρια, τους έδωσε ευκαιρία κατάχρησης. Η πώληση των συγχωροχαρτιών ήταν μόνο ένα παράδειγμα τέτοιων καταχρήσεων, που ήταν διαδεδομένες στην Εκκλησία, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της θητείας των παπών Αλέξανδρου του Στ’ και Κλήμεντος του Ζ’. Η σύγχρονη θρησκευτική πρακτική, όπως έβλεπε το θέμα ο Έρασμος, συνεισέφερε ελάχιστα στο να διορθώσει την δημόσια ηθικότητα και εδραίωνε μάλλον τη διαφθορά. Η μεταρρύθμιση ήταν επειγόντως αναγκαία, και ο Έρασμος θεωρούσε πως μια μεταρρυθμισμένη Εκκλησία έπρεπε να συνδυάζει ευσέβεια και ηθικότητα, προσφέροντας στήριξη για την βασική ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δεν αποζητούσε επομένως αλλαγές στη διδασκαλία ή τη λειτουργία των θεσμών μέσα στην Εκκλησία, αλλά βελτίωση της ηθικής συμπεριφοράς. Αυτός ήταν ο σκοπός της μεταρρύθμισης στην παιδεία. Πίστευε πως ένα τέτοιο πρόγραμμα θα μπορούσε να έχει επιτυχία, μόνο εάν υπήρχε αρκετός αριθμός κηρύκων εκπαιδευμένων στην φιλοσοφία περί Χριστού, την οποία είχε συλλάβει. Ήταν λοιπόν ύψιστης σημασίας, να έχει θέση μέσα στην Εκκλησία η ουμανιστική εκπαίδευση.

Ενώ ο Έρασμος απέρριπτε τις πιο ηρωικές μορφές ουμανισμού, μερικοί αναρωτήθηκαν, μήπως η έμφαση που έδινε στην ηθική ζωή ως κλειδιού για τη σωτηρία, υπονοούσε πως η Γραφή και η πίστη δεν ήταν απαραίτητες. Στον «Έπαινο του Έρασμου και του Λούθηρου», ο Μελάγχθων το παραδέχτηκε, ισχυριζόμενος πως ο Έρασμος ήταν ηθικός φιλόσοφος, όπως οι αρχαίοι, και όχι αληθινός θεολόγος. Ένα τέτοιο συμπέρασμα βασίστηκε σε μια στενή θεώρηση του Χριστιανισμού. Ο Έρασμος δεν απέρριπτε την ευσέβεια, αλλά ήταν δυσαρεστημένος με την χρήση θρησκευτικών πρακτικών για να καλυφθούν ακραίες μορφές ανηθικότητας. Θεωρούσε πως για την σωτηρία ήταν απαραίτητη τόσο η εσωτερική πίστη, όσο και η ηθική ζωή. Τον ανησυχούσε επίσης, πως αν οι Χριστιανοί πίστευαν ότι η πίστη από μόνη της αρκούσε για να σωθούν, οι άνθρωποι θα προσπαθούσαν να κάνουν το θέλημα του Θεού με ανήθικους τρόπους ή θα δικαιολογούσαν την ανηθικότητα τους με ευσεβείς δεήσεις. Το ηθικό δίδαγμα της ζωής του Χριστού, κατά την άποψη του, τόνιζε τον χριστιανικό πασιφισμό, και όχι τον πολεμοχαρή δογματισμό. Φοβόταν βαθιά πως η διαδικασία της μεταρρύθμισης θα γινόταν βίαιη και καταστροφική, ρίχνοντας τον κόσμο στον πόλεμο. Αντί μιας τέτοιας επαναστατικής αλλαγής, στήριξε τις ελπίδες του σε μια βαθμιαία διαδικασία μεταρρύθμισης μέσω ενός συστήματος παιδείας στα ανθρωπιστικά γράμματα και τη μελέτη της Γραφής, μια διαδικασία που στο μυαλό του κατέληγε σε ένα ηθικιστικό χριστιανικό ουμανισμό, καθαρισμένο από τον ιταλικό παγανισμό.

Όσο δύσκολο και να ήταν το πρόγραμμα αυτό, ο Έρασμος είχε καλούς λόγους να πιστεύει πως αυτός και οι ουμανιστές σύντροφοι του ήταν πολύ κοντά στην επιτυχία. Δεν ήταν μόνο σύμβουλος του αυτοκράτορα, αλλά ένας από τους μαθητές του έγινε πάπας, ο Αδριανός ο Στ’, και ο φίλος του και σύντροφος εν πνεύματι Thomas More, ήταν σύμβουλος τους Ερρίκου του Η’. Δεδομένης της πλατιάς επίδρασης της σκέψης του και της πραγματικής επίδρασης που αυτός και οι σύντροφοι του ασκούσαν στα πολιτικά πράγματα, ο Έρασμος ήταν πεπεισμένος πως ζούσε στην αυγή μιας άλλης χρυσής εποχής. Μέσα σε λίγα χρόνια όμως όλες αυτές οι ελπίδες γκρεμίστηκαν, και το μέλλον φάνταζε έρημο, υποσχόμενο όχι μια εποχή χρυσού, αλλά σιδήρου, όχι μια εποχή ειρήνης και ευημερίας, αλλά πολέμου και καταστροφής, κατά την οποία οι αντιμαχόμενες θρησκευτικές ομάδες πολέμησαν μέχρι θανάτου για διαφορές που αφορούσαν τη διδασκαλία τους. Η πηγή αυτής της αναπάντεχης ανατροπής ήταν φυσικά ο Λούθηρος.

Συνεχίζεται με: Η περί Χριστού φιλοσοφία του Έρασμου