Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Πλάτων. Αναζητώντας τη μυστική σοφία 8

Συνέχεια από  Παρασκευή 2. Οκτωβρίου 2026


Πλάτων. Αναζητώντας τη μυστική σοφία 8
Giovanni Reale
2019, Εκδόσεις La nave di Teseo, Μιλάνο

II

Η ποιητικο-μιμητική προφορικότητα ως θεμέλιο του πολιτισμού και της πνευματικής διαμόρφωσης των Ελλήνων και η μετωπική σύγκρουση του Πλάτωνα με αυτήν


Οι λόγοι για τους οποίους η μίμηση είναι αρνητική ως προς το περιεχόμενο των ποιητικών λόγων, πέρα από τη μορφή τους

Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους η μίμηση είναι αρνητική όχι μόνο ως προς τη μορφή αλλά και ως προς το περιεχόμενο των ποιητικών λόγων, ο Πλάτων, στο δέκατο βιβλίο της Πολιτείας, διευκρινίζει τα εξής.

Οι ποιητές, όπως και οι ζωγράφοι, δεν στηρίζονται στη γνώση της αλήθειας των πραγμάτων για τα οποία μιλούν, αλλά μόνο στην απλή γνώμη.

Πράγματι, το περιεχόμενο των ποιητικών λόγων βρίσκεται σε τριπλή απόσταση από την αλήθεια και παρουσιάζει όχι μόνο μιμήσεις, αλλά «μιμήσεις μιμήσεων». Το είναι των πραγμάτων, όπως θα δούμε, συνίσταται στην Ιδέα ή νοητή Μορφή, το αιώνιο παράδειγμα ή πρότυπο· σε αυτό συνίσταται η Αλήθεια. Τα φυσικά πράγματα, τόσο εκείνα που υπάρχουν στη φύση όσο και εκείνα που παράγονται από τις τέχνες των ανθρώπων, είναι υλικές αναπαραγωγές, δηλαδή οντολογικές «εικόνες» και, επομένως, «μιμήσεις» των Ιδεών ή νοητών Μορφών. Όλα τα πράγματα που παρουσιάζονται στο έπος και στην τραγωδία, όπως και στη ζωγραφική —και, συνεπώς, το περιεχόμενο όλων των ποιητικών λόγων—, είναι επίσης εικόνες ή αντίγραφα· όχι όμως των Ιδεών και των νοητών Μορφών, αλλά των οντολογικών μιμήσεων που συνιστούν όλα τα φυσικά πράγματα. Με αυτή την έννοια είναι «μιμήσεις μιμήσεων».

Ο ποιητής, όπως και ο ζωγράφος, είναι ένας ψευδοδημιουργός, ένας ψευδοτεχνίτης, ένας ψευδοδημιουργός όλων των πραγμάτων που αναπαριστά — ακόμη και των θεών και όλων όσων βρίσκονται στον ουρανό και στον Άδη. Η τέχνη όμως αυτού του ψευδοδημιουργού έχει ελάχιστη αξία. Μοιάζει με εκείνον τον τρόπο παραγωγής ή, καλύτερα, αναπαραγωγής που επιτυγχάνει κανείς παίρνοντας έναν καθρέφτη και στρέφοντάς τον προς κάθε κατεύθυνση: «με αυτόν τον τρόπο παράγει γρήγορα τον ήλιο και όσα βρίσκονται στον ουρανό, γρήγορα τη γη», και ούτω καθεξής. Τα πράγματα όμως που παράγονται έτσι δεν είναι παρά «φαινόμενα, όχι πράγματα που υπάρχουν πραγματικά».²⁰

Το ίδιο ισχύει για το περιεχόμενο των ποιητικών λόγων: δεν προέρχεται από αληθινή γνώση, αλλά από την απλή γνώμη· επομένως, δεν είναι παρά φαινομενικές όψεις των πραγμάτων.

Ιδού τα λόγια του Πλάτωνα:


«Λοιπόν, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι, αρχίζοντας από τον Όμηρο, κάθε καλλιτέχνης είναι μιμητής εικόνων της αρετής και όλων των άλλων πραγμάτων με τα οποία ασχολείται· ότι δεν φθάνει στην αλήθεια· και ότι, όπως μόλις ειπώθηκε, ο ζωγράφος, χωρίς να γνωρίζει τίποτε από την τέχνη του υποδηματοποιού, ζωγραφίζει έναν υποδηματοποιό που φαίνεται τέτοιος μόνο σε όποιον επίσης δεν γνωρίζει τίποτε και περιορίζεται να κοιτάζει τα χρώματα και τα σχήματα».

«Αναμφίβολα».

«Έτσι, νομίζω ότι θα μπορούσαμε να πούμε πως και ο ποιητής περιορίζεται στο να δίνει ζωντάνια με χρώματα σε καθεμιά από τις άλλες τέχνες, χρησιμοποιώντας ονόματα και φράσεις· όχι όμως επειδή γνωρίζει το αντικείμενό τους, αλλά μέσω της μίμησης. Με αυτή την έννοια, όταν μιλά για την τέχνη του υποδηματοποιού με μέτρα, ρυθμούς ή μουσική, σε ανθρώπους που έχουν την ίδια φύση με εκείνον και προσέχουν τις λέξεις, μπορεί να φαίνεται ότι μιλά πολύ καλά· το ίδιο και όταν μιλά για τη στρατηγική ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα. Άλλωστε, ακριβώς εδώ βρίσκεται η μεγάλη γοητεία που διαθέτει από τη φύση του αυτός ο τρόπος έκφρασης. Αν όμως αφαιρέσουμε από τα ποιητικά έργα τα χρώματα της μουσικής και τα απαγγείλουμε όπως είναι, ξέρω καλά πώς θα σου φαίνονταν, αφού το έχεις δει κάποτε να συμβαίνει».

«Βεβαίως».
«Δεν μοιάζουν άραγε με την όψη που παίρνουν πρόσωπα νεανικά, αλλά όχι όμορφα, όταν έχουν χάσει τη φρεσκάδα τους;»

«Ακριβώς».

«Πρόσεξε λοιπόν: λέγαμε ότι ο δημιουργός εικόνων, ο μιμητής, δεν γνωρίζει αυτό που είναι, αλλά αυτό που φαίνεται. Δεν είναι έτσι;»

«Ναι».²¹


Ο ποιητής, λοιπόν, δεν έχει «επιστημονική γνώση» των πραγμάτων για τα οποία μιλά, αλλά ούτε και «ορθή γνώμη», επειδή δεν έχει με αυτά τα πράγματα εκείνη τη σχέση και την εξοικείωση που, ακόμη κι αν δεν παράγει καθαυτό γνώση, παράγει τουλάχιστον μια γνώμη συνδεδεμένη με την αλήθεια. Έχει γνώμη με τη χειρότερη σημασία του όρου:
«Άρα ο μιμητής δεν θα έχει ούτε επιστημονική γνώση ούτε ορθή γνώμη για όσα μιμείται, ως προς το καλό και το κακό τους».

«Έτσι φαίνεται».
«Πράγματι, θαυμάσιος είναι αυτός ο μιμητής ποιητής, αν τον κρίνουμε από τη γνώση του για όσα δημιουργεί».

«Όχι και τόσο!»
«Κι όμως, θα μιμείται χωρίς να γνωρίζει από ποιες απόψεις κάθε πράγμα είναι καλό ή κακό. Θα το μιμείται όπως φαίνεται, όπως μοιάζει ωραίο στους πολλούς που δεν γνωρίζουν τίποτε».

«Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει;»
«Λοιπόν, ως προς αυτό φαίνεται ότι έχουμε συμφωνήσει αρκετά: ο μιμητής δεν γνωρίζει τίποτε αξιόλογο για όσα μιμείται· η μίμηση είναι παιχνίδι και όχι κάτι σοβαρό· και όσοι συνθέτουν τραγική ποίηση, σε ιάμβους και εξάμετρα, είναι μιμητές στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό».²²

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη αρνητική όψη της ποίησης: ακριβώς μέσω εκείνου του σύνθετου και πολύμορφου φάσματος μιμητικών εκφράσεων, η ποίηση εμπλέκει τον άνθρωπο όχι με το καλύτερο μέρος της ψυχής του, αλλά με το χειρότερο, δηλαδή με το άλογο και παθητικό μέρος, και έτσι τον διαφθείρει:
«Είναι φανερό ότι ο μιμητής ποιητής δεν στρέφεται από τη φύση του προς τη λογική δύναμη της ψυχής ούτε του ταιριάζει η σοφία την οποία αυτή προκρίνει, αφού επιζητεί την εύνοια του κοινού. Αντίθετα, προτιμά το ακόλαστο και ευμετάβλητο μέρος της, επειδή είναι ευκολότερο να το μιμηθεί».


«Βεβαίως».

«Έχουμε λοιπόν βάσιμους λόγους να επικρίνουμε τον ποιητή και να τον παραβάλουμε με τον ζωγράφο. Όπως ο ζωγράφος, δημιουργεί έργα μικρής αξίας σε σχέση με την αλήθεια· και, όπως εκείνος, απευθύνεται σε ένα μέρος της ψυχής που δεν είναι το καλύτερο. Αυτό αρκεί για να δικαιολογήσει την απόφασή μας να μην τον δεχθούμε στην Πόλη που αξιώνει να έχει καλούς νόμους. Υπάρχει όμως και ένας άλλος λόγος: πράγματι, αφυπνίζει και τρέφει αυτό το μέρος της ψυχής και, ενισχύοντάς το, καταπνίγει τη λογική δύναμη. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει στην πολιτική ζωή, όταν κάποιος, δίνοντας δύναμη στους χειρότερους, καταλήγει να παραδώσει το κράτος στα χέρια τους και να θυσιάσει τους καλύτερους. Για τους ίδιους λόγους θα μπορούσαμε να πούμε ότι, στην ιδιωτική ζωή, ο μιμητής ποιητής εγκαθιστά στην ψυχή του καθενός μια κακή μορφή διακυβέρνησης: δίνει κύρος στο άλογο μέρος της […] και κατασκευάζει εικόνες εικόνων, παραμένοντας έτσι σε μεγάλη απόσταση από την αλήθεια».²³

Ο αμιγώς δοξαστικός χαρακτήρας της ποιητικής μίμησης

Οι εικόνες εικόνων, που απέχουν πολύ από την αλήθεια, βρίσκονται, όπως είπαμε, στη σφαίρα της απλής δόξας, με τη χειρότερη σημασία του όρου.

Ο Πλάτων θεωρεί αληθινό είναι μόνο το είναι του κόσμου των Ιδεών, ενώ ο αισθητός κόσμος, ως είναι που γίνεται διαρκώς, δεν είναι αληθινό είναι, αλλά μείγμα είναι και μη είναι· γι’ αυτό θα μιλήσουμε αναλυτικά παρακάτω. Και επειδή η συνοχή, η σταθερότητα και η εγκυρότητα των μορφών γνώσης εξαρτώνται από τις μορφές του είναι στις οποίες αυτές κατευθύνονται, η γνώση του αιώνιου είναι διαφέρει πολύ από τη γνώση του είναι που βρίσκεται σε συνεχή μεταβολή· και γι’ αυτό επίσης θα μιλήσουμε παρακάτω.

Προς το παρόν αρκεί να διευκρινίσουμε τα εξής.

Ο Πλάτων ονομάζει τη γνώση του αισθητού είναι που μεταβάλλεται δόξα, δηλαδή γνώμη, ενώ με τον όρο ἐπιστήμη δηλώνει τη γνώση του αιώνιου είναι.

Η γνώμη, γενικά, αντιμετωπίζεται από τον Πλάτωνα ως επί το πλείστον αρνητικά. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι αληθής, δηλαδή ορθή· ακόμη όμως και τότε, η ορθότητά της παραμένει πάντοτε ασταθής, όπως ασταθές είναι και το αντικείμενο στο οποίο αναφέρεται. Για να συλλάβει την αλήθεια, η ορθή γνώμη θα έπρεπε να φθάσει στο αληθινό είναι· αλλά τότε θα έπαυε ακριβώς να είναι «γνώμη» και θα γινόταν «επιστήμη».

Είπα ότι η γνώμη είναι ασταθής, επειδή παρασύρεται από το ίδιο το γίγνεσθαι του αισθητού είναι: συμπαρασύρεται μέσα στη ροή του χρόνου και, επομένως, μέσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Η ποίηση, πράγματι, στηρίζεται πάντοτε και αποκλειστικά σε αυτό το είναι που παρασύρεται από το γίγνεσθαι, όπως σωστά επισημαίνει ο Πλάτων:
«Δεν σου φαίνεται ότι όλα όσα αφηγούνται οι δημιουργοί μύθων και οι ποιητές ανάγονται σε μια εξιστόρηση γεγονότων του παρελθόντος, του παρόντος ή του μέλλοντος;»

Όπως όμως εξηγήσαμε ήδη, η ποίηση είναι μια μίμηση που δεν φθάνει ούτε καν στο επίπεδο της ορθής και αληθούς γνώμης, αλλά παραμένει στο επίπεδο της γνώμης με την αμιγώς αρνητική της σημασία.

Ο ποιητής, λοιπόν, παραμένει αιχμάλωτος του είναι μέσα στο συνεχές του γίγνεσθαι και, επομένως, περιορισμένος στην απλή γνώμη. Ο φιλόσοφος, αντίθετα, είναι εραστής και γνώστης του αληθινού είναι και αποτελεί το ακριβές αντίθετο του ποιητή:
«Και τι θα πούμε για εκείνους που θεωρούν καθεμιά από τις πραγματικότητες που μένουν πάντοτε ίδιες με τον εαυτό τους και αμετάβλητες; Δεν θα πούμε ότι έχουν γνώση και όχι γνώμη;»


«Ασφαλώς· δεν μπορεί να είναι αλλιώς».

«Άρα, σε αυτό το σημείο, πρέπει να παραδεχθούμε ότι αυτοί αγαπούν και προτιμούν όσα μπορούν να γίνουν αντικείμενο γνώσης, ενώ οι άλλοι όσα μπορούν να γίνουν αντικείμενο γνώμης. Ή μήπως ξεχάσαμε αυτό που λέγαμε, ότι εκείνοι έλκονται και γοητεύονται από τις ωραίες φωνές και τα ωραία χρώματα, ενώ δεν παραδέχονται καν ότι υπάρχει το ίδιο το ωραίο;»

«Δεν το ξεχάσαμε».

«Επομένως, δεν σφάλλουμε αν τους ονομάζουμε φίλους της γνώμης αντί για φίλους της γνώσης, δηλαδή φιλοσόφους! Κι αν τυχόν θυμώσουν μαζί μας περισσότερο απ’ όσο πρέπει γι’ αυτά τα λόγια;»
«Δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, αν μας ακούσουν. Άλλωστε, δεν επιτρέπεται να θυμώνει κανείς με την Αλήθεια».

«Αντίθετα, ας δεχθούμε ότι εκείνοι που αγαπούν το είναι σε όλες του τις μορφές αξίζουν την ονομασία “φιλόσοφοι”, δηλαδή φίλοι της γνώσης, και όχι “φίλοι της γνώμης”».
«Χωρίς καμία αμφιβολία».²⁵

Με αυτό το κείμενο φθάνουμε στον πυρήνα του προβλήματος: η κουλτούρα της ποιητικής και μιμητικής προφορικότητας πρέπει να αντικατασταθεί από μια νέα μορφή παιδείας, η οποία ανατρέπει τα περιεχόμενα που βασίζονται στη δόξα και προτείνει νέα περιεχόμενα βασισμένα στην ἐπιστήμη.
Επομένως, η νοοτροπία της ομηρικής ποίησης πρέπει να αντικατασταθεί από μια νέα νοοτροπία, εκείνη του φιλοσοφικού λόγου.

Ο αποχαιρετισμός στον Όμηρο στο δέκατο βιβλίο της Πολιτείας και η απαρχή μιας νέας πολιτισμικής εποχής

Σημειώσεις:


20 Πολιτεία, Ι΄ 596e.
21 Πολιτεία, Ι΄ 600e–601c.
22 Πολιτεία, Ι΄ 602a–b.
23 Πολιτεία, Ι΄ 605a–c.
24 Πολιτεία, Γ΄ 392d.
25 Πολιτεία, Ε΄ 479e–480a

Δεν υπάρχουν σχόλια: