Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΑΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ


... Nα πού βρίσκεται η αληθινή μαγεία του Παπαδιαμάντη. Δε ζητά να τεντώσει τα νεύρα μας, να σείσει πύργους και να επικαλεστεί τέρατα. Οι νύχτες του, ελαφρές σαν το γιασεμί, ακόμη κι όταν περιέχουν τρικυμίες, πέφτουν επάνω στην ψυχή μας σαν μεγάλες πεταλούδες που αλλάζουν ολοένα θέση, αφήνοντας μια στιγμή να δούμε στα διάκενα τη χρυσή παραλία όπου θα μπορούσαμε να 'χαμε περπατήσει χωρίς βάρος, χωρίς αμαρτία. Είναι εκεί που βρίσκεται το μεγάλο μυστικό, αυτό το "θα μπορούσαμε" είναι ο οίακας που δε γίνεται να γυρίσει, μόνο μας αφήνει με το χέρι μετέωρο ανάμεσα πίκρα και γοητεία, προσδοκώμενο και άφταστο. "Σα να 'χανε ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου".

... Η ποιητική νοημοσύνη του Παπαδιαμάντη διατρέχει τις σελίδες του, συνεγείρει και μαγνητίζει τις λέξεις, τις υποχρεώνει να συναντηθούν σε μια φράση όπως ο αέρας τα λουλούδια σ' έναν αγρό. Παράξενη ελευθερία που η συμβατική αντίληψη για τη σύνταξη του άλλου Σκιαθίτη [δηλ. του Μωραϊτίδη] δεν της επιτρέπει ν' απλωθεί. Αυτές οι νησίδες των παρομοιώσεων και των μεταφορών που αφθονούν στα κείμενα του πρώτου, χωρίς ποτέ να τα μεταβάλλουν σε πεζοτράγουδα, κάποτε και οι απλές περιγραφές, με μια μόνον, ίσως, ανάμεσά τους ανορθοδοξία (που κι αυτήν είναι δύσκολο να την εντοπίσεις με την πρώτη ματιά), τέλος μερικές, κατά μέρη άνισα, εισβολές της δημοτικής, απροσδόκητες, αρκούν, για ν' αποσπάσουν τη γλώσσα αυτή απ' την παγερότητα και να κυματίσουν την επιφάνειά της μ' έναν τρόπο που δεν έχει τον όμοιό του στα πεζογραφήματα της εποχής.


Οδυσσέας Ελύτης

Η μαγεία του Παπαδιαμάντη

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Η εποχή των μάγων(2)

  Συνέχεια από:Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Η ΝΕΩΤΕΡΗ ΔΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΗΣ

Η εποχή των  μάγων

Η μεγάλη δεκαετία της φιλοσοφίας

1919-1929

Wolfram Eilenberger

Εκδόσεις Klett-Cotta, 2018

Η άφιξη τού θεού β

Και τώρα τι; Κανένας στο Cambridge δεν αμφισβητεί το ιδιαίτερο χάρισμα του Wittgenstein. Ο καθένας, ακόμα και οι μεγάλης επιρροής προσωπικότητες του Πανεπιστημίου, θέλουν να τον κρατήσουν και να τον βοηθήσουν. Χωρίς όμως ακαδημαϊκό τίτλο, ακόμα και στην οικογενειακή ατμόσφαιρα του Cambridge ήταν αδύνατο να του δοθεί κάποια υποτροφία ή κάποια μόνιμη θέση, σε αυτόν που κάποτε διέκοψε τις σπουδές του.

Και έτσι καταλήγουν στο σχέδιο, να του επιτρέψουν να καταθέσει το «Tractatus logico-philosophicus» ως διδακτορική διατριβή. Ο Russell είχε προσωπικά αναμειχθεί στην έκδοση του έργου το 1921/22 και είχε γράψει τον πρόλογο, για να καταστήσει δυνατή την έκδοση, καθώς θεωρούσε το έργο του αλλοτινού μαθητή του, πολύ ανώτερο του δικού του, το οποίο επίσης ανήκε στις ιδιαίτερα σημαντικές εργασίες στον τομέα της φιλοσοφίας, λογικής, μαθηματικών και γλώσσας.

Δεν είναι παράξενο λοιπόν, που ο Russell έβριζε όταν έμπαινε στην αίθουσα εξετάσεων, αφού «σε όλη του τη ζωή δεν είχε βιώσει κάτι πιο ανώμαλο»4. Και όμως: μια εξέταση είναι μια εξέταση. Έτσι μετά από μερικά λεπτά φιλικής συνομιλίας, οι Moore και Russell αποφάσισαν να κάνουν κάποιες κριτικές ερωτήσεις. Οι ερωτήσεις αφορούσαν ένα κεντρικό αίνιγμα της Πραγματείας, που δεν είναι φτωχή σε σκοτεινά αποφθέγματα και μυστηριώδη μονόστιχα. Ήδη η πρώτη πρόταση του έργου, που είναι δομημένο βάσει ενός δεκαδικού συστήματος, μας δίνει ένα εντυπωσιακό παράδειγμα περί τούτου:

1 Ο κόσμος είναι όλα όσα συμβαίνουν.

 Αλλά και οι παρακάτω προτάσεις αποτελούσαν αίνιγμα για τους ειδικούς επί της φιλοσοφίας του Wittgenstein (και αποτελούν ακόμα):

6.432 Το πως είναι ο κόσμος, είναι για το ανώτερο αδιάφορο. Ο Θεός δεν αποκαλύπτεται μέσα στον κόσμο.

6.44 Το μυστηριώδες δεν είναι το πως είναι ο κόσμος, αλλά το ότι είναι.

Παρά τον αινιγματικό του χαρακτήρα, το θεμελιώδες κίνητρο του βιβλίου είναι σαφές. Το «Tractatus» του Wittgenstein βρίσκεται στα πλαίσια μιας μακράς παράδοσης μοντέρνων έργων, όπως «Η ηθική, παρουσιασμένη με γεωμετρική μέθοδο» του Baruch de Spinoza, (μετά θάνατον, 1677), η «Διερεύνηση της ανθρώπινης λογικής» του David Hume (1748) και η «Κριτική του καθαρού λόγου» του Immanuel Kant (1781). Όλα αυτά τα έργα προσπαθούν να βάλουν ένα όριο ανάμεσα στις προτάσεις της γλώσσας μας, αυτών που περιέχουν νόημα και είναι επομένως ικανές να εκφράσουν την αλήθεια, και εκείνων που απλώς φαίνονται πως είναι τέτοιες, και οδηγούν την σκέψη και τον πολιτισμό μας στην πλάνη, ακριβώς επειδή φαίνονται, χωρίς να είναι. Το «Tractatus» είναι λοιπόν μια θεραπευτική συμβολή στον ορισμό του προβλήματος, για ποια πράγματα μπορεί ο άνθρωπος να μιλήσει με νόημα - και για ποια όχι. Δεν είναι τυχαίο που το βιβλίο τελειώνει με την πρόταση:

Για τα πράγματα για το οποίο δεν μπορεί να μιλήσει κανείς, περί αυτών πρέπει να σιωπήσει.

Και μόνο μια δεκαδική θέση προηγουμένως, στο 6.54, ο Wittgenstein αποκαλύπτει την θεραπευτική του μέθοδο:

6.54 Οι προτάσεις μου εξηγούν δια του γεγονότος, πως εκείνος που με καταλαβαίνει, αντιλαμβάνεται εν τέλει πως δεν έχουν νόημα, εάν μέσω αυτών -πάνω σε αυτές- τις υπερέβη. (Πρέπει λοιπόν να πετάξει την σκάλα, αφού έχει ανεβεί πάνω σε αυτήν.)

Πρέπει να υπερβεί τις προτάσεις, τότε βλέπει σωστά τον κόσμο.

Από αυτό ακριβώς το σημείο καταπιάνεται ο Russell στην εξέταση. Πως είναι ακριβώς η διαδικασία: να οδηγήσεις κάποιον στη μια και μοναδική ορθή κοσμοθεωρία μέσω μιας σειράς ανόητων προτάσεων; Μήπως δεν ήταν ξεκάθαρος στον πρόλογο του ο Wittgenstein, όπου διακηρύσσει πως «η αλήθεια των στο παρόν έργο διατυπωμένων σκέψεων» του φαίνεται «αδιαμφισβήτητη και τελειωτική»; Πως μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο σε ένα έργο που κατά δική του ομολογία περιέχει αποκλειστικά προτάσεις χωρίς νόημα;

Η ερώτηση δεν ήταν καινούργια για τον Wittgenstein. Πάνω απ’ όλα από τα χείλη του Russell. Είχε μάλλον καταστεί κατά τη διάρκεια των χρόνων, και μέσα από μια έντονη αλληλογραφία, κλασσικό χαρακτηριστικό της γεμάτης έντασης φιλίας τους. Για μια ακόμη φορά λοιπόν, „for old times sake“, θέτει ο Russell το ερώτημα.

Δεν γνωρίζουμε δυστυχώς τι απάντησε προς υπεράσπιση του ο WittgensteinΜπορούμε να υποθέσουμε όμως, πως το έκανε όπως πάντα, τραυλίζοντας ελαφρά με πύρινα μάτια και μια ιδιαίτερη προφορά, που δεν είχε να κάνει με την προφορά μιας ξένης γλώσσας, αλλά χαρακτήριζε την ομιλία ενός ανθρώπου που στις λέξεις της ανθρώπινης γλώσσας συλλάμβανε μια ιδιαίτερη σημασία και μουσικότητα. Και σε κάποια στιγμή, μετά από λεπτά μονολογικού τραυλίσματος, ψάχνοντας την διατύπωση που θα ξεκαθάριζε τα πράγματα, και στο σημείο αυτό βρισκόταν μια ιδιαιτερότητα του Wittgenstein, θα είχε φτάσει στο συμπέρασμα πως αρκετά μίλησε και αρκετά εξήγησε. Είναι απλώς αδύνατο στον κάθε άνθρωπο να τα καταστήσεις όλα κατανοητά. Ακριβώς έτσι το σημείωσε στον πρόλογο του «Tractatus»: «Το βιβλίο αυτό θα το καταλάβει ίσως μόνο εκείνος, ο οποίος, τις σκέψεις που εκφράζονται εδώ -ή κάποιες παρόμοιες σκέψεις- τις έχει ήδη σκεφτεί».

Το πρόβλημα όμως ήταν (και ο Wittgenstein το γνώριζε): υπήρχαν πολύ λίγοι, ίσως και κανένας άνθρωπος, που να είχε σκεφτεί και διατυπώσει παρόμοιες σκέψεις. Και ήταν απολύτως βέβαιο, πως ο πολύ αξιοσέβαστος δάσκαλος του, Bertrand Russell, ο συγγραφέας των „Principia Mathematica“, τον οποίο ο Wittgenstein θεωρούσε φιλοσοφικά περιορισμένο, δεν είχε κάνει τέτοιες σκέψεις. Και σε καμιά περίπτωση ο GEMoore, ένας από τους πιο λαμπρούς στοχαστές και λογικούς της εποχής του, για τον οποίο ο Wittgenstein είχε εμπιστευτικά πει, πως ο Moore «είναι ένα τέλειο παράδειγμα, για το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος που δεν διαθέτει καμιά ευφυία».

Πως θα μπορούσε σε αυτούς τους ανθρώπους να εξηγήσει την υπόθεση με την σκάλα των ανόητων σκέψεων, την οποία πρέπει να ανέβει κανείς, και μετά να την σπρώξει μακριά του, για να δει σωστά τον κόσμο; Μήπως και ο σοφός του Πλάτωνα από τον μύθο του σπηλαίου, αφού είχε ανέβει στο φως, δεν απέτυχε να καταστήσει κατανοητές τις διαπιστώσεις του στους άλλους κρατούμενους;

Αρκετά για σήμερα. Αρκετά εξήγησα. Ο Wittgenstein σηκώνεται, προχωρά στην άλλη άκρη του τραπεζιού, χτυπά φιλικά τον Moore και τον Russell στον ώμο, και λέει εκείνη την πρόταση, την οποία πρέπει να ονειρεύεται κάθε φοιτητής φιλοσοφίας την νύχτα πριν την εξέταση του: «Μη σκοτίζεστε, το ξέρω, δε θα το καταλάβετε ποτέ».

Η παράσταση είχε λοιπόν τελειώσει. Ο Moore συνέταξε την αναφορά της εξέτασης: «Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, η διδακτορική διατριβή του κυρίου Wittgenstein είναι έργο μιας μεγαλοφυίας. Αλλά ας είναι όπως θέλει, πάντως πληρεί όλες τις προϋποθέσεις που απαιτεί το πανεπιστήμιο του Cambridge για την απόκτηση του διδακτορικού τίτλου.»5

Η υποτροφία για την διεξαγωγή ερευνητικού έργου είχε εγκριθεί. Ο Wittgenstein είχε επιστρέψει στη φιλοσοφία.

Τέλος υποκεφαλαίου

«Πέπτωκεν ο άνθρωπος ισοθεΐαν φαντασθείς»


ΠΗΡΑΜΕ ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΠΟΥ ΣΚΕΠΑΣΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ. ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥΣ. ΤΟΥΣ ΜΑΓΟΥΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ, ΤΟΝ ΕΛΥΤΗ, ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΤΟΝ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ, ΤΟΝ ΣΕΦΕΡΗ. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ. Η ΠΛΕΚΤΑΝΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΑΓΩΝ ΥΠΗΡΞΕ ΙΣΑΞΙΑ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ ΤΟΥΣ. ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΑΝ ΤΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΓΙΑ ΚΡΥΨΟΥΝ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΙΔΩΛΟ ΠΟΥ ΚΗΡΥΤΤΑΝ.

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

Ελύτης-Καρούζος: δυό προσευχές

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

Ελύτης-Καρούζος: δυό προσευχές

                   (Η μυστική εμπειρία)                     

H λεπτότητα είναι μια λέξη η οποία ταιριάζει απολύτως στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη: εκλεπτυσμένες παραστάσεις της γλώσσας, στη δημιουργική της δράση εντός του νοήματος αλλά και στην ύφανση εικόνων που αποτυπώνουν έναν κόσμο μαγεμένο, έναν κόσμο σταματημένο μέσα στους ομιλητικούς ψιθύρους της Φύσης.

Ο Ελύτης -όπως ακριβώς πριν απ' αυτόν οι ρομαντικοί ποιητές- έρχεται να αποκαταστήσει το ρήγμα του Διαφωτισμού: την απομάγευση του κόσμου. Έτσι, μέσα σε κάθε φράση, εφευρίσκει την ενότητα των πραγμάτων -τα ίδια τα σύμβολα αυτής της ενότητας τα οποία ξεπροβάλουν από παντού σαν γλώσσα της μυστικής εμπειρίας και του ιερατικού της χαρακτήρα.

Ο Ελύτης προσέρχεται σ' ένα θυσιαστήριο, εκεί όπου όλα μετουσιώνονται -βλέμματα, σχήματα, εικόνες, τοπία, συγκινήσεις - για να εκφράσουν την απόλυτη εκλέπτυνση - στην πραγματικότητα την ίδια την αιώρηση του κόσμου εντός του πνεύματος. Αυτή η μετουσίωση των ποιοτήτων του πραγματικού δεν είναι η σύσταση μιας υπερ-πραγματικότητας στον αντίποδα του ρεαλισμού, (ό,τι ας πούμε ίσχυσε για τον Γκάτσο και τον Εγγονόπουλο) αλλά η κατάσταση της πνευματικοποιημένης ύλης: Γυμνά και εξυψωμένα μέσα στο φως, τα πράγματα γίνονται αυτά που ε ι ν α ι -η πρωταρχική διάστασή τους- μια ανάμνηση της ψυχής από την πρωταρχική ουσία των όντων.

Ο τόπος του Ελύτη είναι ο Ουρανός• και η ποιητική του, μια προσευχή του βλέμματος η οποία αναβιβάζει τη γη στη φυσική της θέση πριν την "έκπτωσή" της. Βέβαια, κάτω από το θρησκευτικό ένδυμα του χριστιανού μύστη φοράει κατάσαρκα ολόκληρη την αρχαιοελληνική παράδοση έτσι όπως τη συνόψισε ο νεοπλατωνισμός στην απόπειρά του να ενώσει τους δύο κόσμους - παλιό και νεώτερο, συνθέτοντας ένα Πνευματικό Όλον.

Ο Νίκος Καρούζος κινείται στον αντίποδα του Ελύτη. Γι' αυτόν το ζητούμενο είναι ο Ουρανός να κατέβει στη γη. Η φύση -και η κοινωνία ως φύση- αποτελεί τη σκηνή και το θέατρο της πράξης, μιας πράξης συχνά ξεγυμνωμένης από την αισθητική της, διότι ομορφαίνει από το χαρακτήρα της - την αλήθεια του πραγματικού. Μηχανή υπαρκτικότητας ο Καρούζος, μηχανή που σαρώνει τα πάντα (άλλοτε χωρίς αβρότητα, κι άλλοτε με υπερβολική χάρη) ζητά "να ξεκρεμάσει τις έννοιες από κάθε εννοιολογία" για να δημιουργήσει ξανά τη σάρκα του κόσμου.

«Η αγελάδα του ύπνου» είναι ένας στίχος πολύ χαρακτηριστικός για τις προθέσεις της ποιητικής του: το "πράγμα" έρχεται να φωλιάσει στην "έννοια", για να την εμβολιάσει με την υλικότητά της, να την ντύσει σάρκα. Είναι ποίηση που παλεύει να αρτιώσει το πραγματικό• όχι την ιδέα του, αλλά την ίδια την υπαρκτικότητα, τη γυμνότητα του φθαρτού, για να στοιχειοθετήσει τον Παράδεισο με τα γήινα μέτρα του ανθρώπου. Γι' αυτό και κάποτε τα ποιήματά του , δεν είναι παρά "βάρβαρες ωδές" - όχι στο μέτρο που τους λείπει η ευαισθησία αλλά με την έννοια της δύναμης η οποία γκρεμίζει και ξαναχτίζει με παράταιρα υλικά, γκρεμίζοντας ταυτοχρόνως και την κρατούσα αντίληψη περί ποιητικότητας.

Στην πραγματικότητα και οι δυο αυτοί μεγάλοι ποιητές -ο Ελύτης και ο Καρούζος- ανήκουν στην παράδοση της μυστικής εμπειρίας, συνεχίζοντας μέσα στη λογοτεχνία την πνευματική γραμμή των ασκητών της ερήμου.

Η ανατολική μυστική παράδοση των ασκητών της ερήμου είχε σαν βάση της τον ιουδαϊσμό από τον οποίον γεννήθηκε και ανατράφηκε το μοναστικό ιδεώδες. Στους πρώτους μεταχριστιανικούς χρόνους, έως και τη βυζαντινή περίοδο, το εκκοσμικευμένο είδωλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας φιλοξενούσε στην περιφέρειά του εκείνους που εξέφρασαν την ουσία της πνευματικότητας: αναχωρητές, στυλίτες, καλόγερους, αγίους - ο μονισμός αντιστεκόταν με το δικό του τρόπο στην εξουσία του επίσημου δόγματος.

Ο Ευάγριος Ποντικός (της κατηχητικής σχολής της Αλεξανδρείας -4ος αιώνας μ.Χ) ήταν ο αναχωρητής ο οποίος κωδικοποίησε την διδασκαλία για την "καθαρή προσευχή". Διανοούμενος ο ίδιος, επηρεασμένος από τον νεοπλατωνισμό (την αντίληψη για τη φυσική θεότητα της ανθρώπινης διάνοιας), παρουσίασε την προσευχή σαν μια "αποσάρκωση του νου", μια απελευθέρωση από όλα τα υλικά στοιχεία, για να τελεστεί η είσοδος μέσα στο θείο νου - μέσα στην "καθαρή ενέργεια".

Η μαρτυρία του Ευαγρίου για την "νοερή" προσευχή -την κατάργηση κάθε υλικότητας, ακόμη και της υλικότητας της σκέψης- καταργούσε και τον ίδιο τον υλικό κόσμο, κάθε αισθητή πραγματικότητα, για να σημανθεί το Πλατωνικό μοντέλο: ο κόσμος των ιδεών ως πρωταρχική ουσία των όντων - οι νοητές πραγματικότητες στην αντιστοιχία τους με την Ιδέα της θεότητας. (Είναι φανερή η συγγένεια με τον ινδουιστικό διαλογισμό).

Συνεχιστής της μυστικής παράδοσης των ασκητών της ερήμου ο άγιος Μακάριος o Αιγύπτιος, αντιπαρέθεσε στον Ευάγριο μια ανθρωπολογία: "Να φέρεις το νου στην καρδιά": είναι η περιγραφή μιας κατεξοχήν σωματικής εμπειρίας: η προσευχή μέσω της οποίας το θείο αποχτά σάρκα και οστά, υλοποιώντας τον εαυτό του μέσα στον άνθρωπο.

Για τον Μακάριο η ύλη δεν αποτελούσε εμπόδιο• ήταν απλώς ο τόπος της υπαρκτικότητας, εκεί όπου ο άνθρωπος συνδιαλέγεται με τα πάθη του για να στοιχειοθετήσει το άφθαρτο (της πνευματικής ζωής) εντός του φθαρτού (της σαρκικής συνείδησης). Έτσι δεν θεωρούσε αναγκαία την κατάργηση του σώματος (και άρα την αποκατάσταση της καθαρής ενέργειας του νου) αλλά την αποδοχή της ολότητας του ανθρώπου -σώμα και πνεύμα- δια του οποίου ο προσευχόμενος καλείται να πραγματώσει τον πνευματικό του ρόλο εντός του κόσμου.

Η μυστική του Μακαρίου (συγγενής της Στωϊκής διδασκαλίας: "ο άνθρωπος είναι αδιαίρετο ον και ως ενιαίο ον έρχεται σε επικοινωνία με το Θείο"), στον αντίποδα του πλατωνικού διανοητισμού του Ευαγρίου, θέτει σαν κέντρο της προσευχής τo στήθος. Η καρδιά γίνεται το σημείο όπου ο ιστορικός Ιησούς ξαναγεννιέται για να μυστηριεύσει την Αγάπη, την ολοκληρωμένη πραγμάτωση της χάρης μέσω του βαπτίσματος. Έτσι στην ένωση με το Καθόλου διαμεσολαβεί ο Υιός με την "πραγματικότητα" της αγάπης του -με τη σάρκα και το αίμα του- για να κινητοποιήσει κάθε προσευχόμενο στην δική του ιστορική αυτοπραγμάτωση.

(Η φράση του Χριστού, "Δι' εμού εις τον Πατέρα", μεταφέρει ακριβώς την διάσταση του πραγματικού σε σχέση με το πνευματικό, την ιστορία ως κορμό κάθε θρησκευτικής ενασχόλησης, την ίδια την ύλη ως στοιχείο της μέθεξης.)

Ο Ελύτης και ο Καρουζος -προσευχόμενοι εντός του Νοήματος και της Ομορφιάς- είναι οι συνεχιστές στην παράδοση της μυστικής εμπειρίας διαμέσου της λογοτεχνίας. Παρατηρώντας τους κεντρικούς νοηματικούς άξονες του έργου τους, μπορούμε εύκολα να συνδέσουμε τους δυό ποιητές με τους ησυχαστές της ερήμου.

Ο Ελύτης προσεύχεται με τον τρόπο του Ευαγρίου Ποντικού: Χωρίς το σώμα του. Χωρίς το σώμα του κόσμου. Χωρίς τη σάρκα. Διότι αποσαρκώνει κάθε σώμα -και κάθε πραγματικότητα- για να την αναγάγει μέσα στο φως. Έτσι, μοιάζει να αρθρώνει ξανά το λόγο της καθαρής προσευχής: "Αρνήσου την σάρκα και την ψυχή και ζήσε σύμφωνα με το νου". "Προχώρα από άυλο σε άυλο και θα εννοήσεις".

Όπως ο Ευάγριος, έτσι και ο Ελύτης, καταργεί την ατομικότητα για να αναλωθεί μέσα στην Ολότητα που είναι το πνεύμα, μια ολότητα του ανθρώπου και της φύσης, η οποία συμπίπτει με την έξοδο από την ιστορία. Η υλικότητα ήταν εμπόδιο για τον Ευάγριο• το ίδιο ισχύει και για τον Ελύτη: μέσα στο ποιητικό του σύμπαν τίποτε πραγματικό δεν υφίσταται στο βαθμό της υλικότητάς του παρά μονάχα ως η κατάσταση η οποία μεταμορφώνεται κάτω από την επενέργεια του φωτός: η ατελής δημιουργία φτάνει στην ενδελέχειά της, ο χαρακτήρας του πράγματος απαλείφεται για να γίνει υπερκόσμια ουσία.

Ο Ευάγριος με την καθαρή προσευχή, κενώνει τον εαυτό του μέσα στο Θεό, που είναι ο εαυτός του. Ο Ελύτης, με την καθαρότητα του βλέμματος, γίνεται το ίδιο το "βλέπειν", ένας τρόπος που ενώνει τον οφθαλμό του Θεού (την ιδέα της τελειότητας) με το μάτι εκείνου που κοιτάζει, ώστε ο άνθρωπος και ο Θεός να ενοποιηθούν μέσα στην ομορφιά.

Ο Ευάγριος ε ι ν α ι επειδή αποϋλοποιεί την εγκοσμιότητά του. Ο Ελύτης ε ι ν α ι επειδή δεξιώνεται τον κόσμο για να τον αναγάγει δια του βλέμματος στην υπέρτατη εκδοχή του, στην ιδέα της ομορφιάς εκεί όπου η ύλη γίνεται μια απλή μαρτυρία της Ιδέας. Όμως και για τους δύο, ισχύει η ίδια πνευματική αλήθεια: το φυσικό πραγματώνεται μέσα στο ουράνιο: Η γη προσκαλείται ν' ανέβει στον ουρανό.

Στον αντίποδα του διδύμου Ελύτη-Ευαγρίου Ποντικού, ο Καρούζος βρίσκει την αντιστοιχία του στον Μακάριο. Όπως ο Μακάριος, έτσι και ο Καρούζος τοποθετεί τον ουρανό στην πραγματικότητα της γης: Ο Μακάριος φέρνει το νου να κατοικήσει στο σώμα. Ο Καρούζος φέρνει την έννοια να φωλιάσει στο πράγμα. Ο Μακάριος ορίζει την αποϋλοποίηση σαν την πλήρη κατάργηση του προσώπου. Ο Καρούζος ορίζει την υπαρκτικότητα σαν την πλήρη κατάφαση του ανθρώπου.

Όπως ο Μακάριος, έτσι και ο Καρούζος επιμένει στο θέατρο της αληθινής ζωής εκεί όπου το πνεύμα λαλεί την ομορφιά, αλλά και το άσχημον του θανάτου. Η "προσευχή του σκουληκιού" (στο ομώνυμο ποίημα) είναι η προσευχή μιας συνείδησης η οποία ζει τη φθαρτότητά της, ταυτοχρόνως με την απειρότητα του Σύμπαντος (αντικρύ των άστρων) -όπως ακριβώς η "προσευχή του Χριστού" του Μακαρίου ζει σε μια φθαρτή καρδιά (του ανθρώπου), η οποία μεταλαμβάνει το βίωμα της αθανασίας της (μέσα στο Χριστό).

Ο Μακάριος μιλάει για την αγάπη (το Χριστό), ως τον ενοποιητή του Όλου ανθρώπου. Ο Καρούζος μιλάει κι αυτός για μια ενοποίηση: την αγάπη-δράση του βλέμματος εντός της φύσης (την πνευματικότητα του βλέπειν), η οποία έρχεται να συναντηθεί με την πράξη-αγάπη (την επανάσταση, σ ένα πλαίσιο καθαρά ιστορικό).

Η ιστορικότητα -η υλικότητα- είναι ο τόπος συνάντησης τoυ Καρούζου και του Μακαρίου. Ο Μακάριος δεν μπορεί να νοήσει πνευματική ζωή χωρίς την πράξη -τη δράση- της αγάπης εντός του κόσμου, μια κατάσταση ενεργοποιημένη από την ίδια την προσευχή η οποία κι αυτή είναι εγκόσμιο γεγονός. Ο Καρούζος δεν μπορεί να εννοήσει την ποίηση έξω από τη σωματικότητά της -την εγκοσμιότητά της- έξω από την περιπέτεια ενός σώματος πάσχοντος -όπως ο πάσχων Ιησούς πάνω στο σταυρό.

Ο Μακάριος ονομάζει την αθανασία, καρδιά, (θεία επάρκεια) κι εκεί τοποθετεί το Χριστό, μέσα στη σάρκινη καρδιά του ανθρώπου, για να τον οδηγήσει με την προσευχή να γίνει ο ίδιος Υιός του Πατρός του. Ο Καρούζος μιλάει ακατάπαυστα για το στήθος με την αδιόρατη νοσταλγία εκείνου που γνωρίζει το μυστήριο αυτής της περιοχής, η οποία δεν απηχεί μόνο τον ήχο της υπαρκτικότητας, το τικ-τακ της σαρκικής παρουσίας, αλλά και το τικ-τακ της συναισθησίας, το τικ-τακ της συνείδησης που δεν αυτοπεριορίζεται στο σώμα διότι ανά πάσα στιγμή ασκείται στο νόημα της ελευθερίας της.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη

Ημ/νία δημοσίευσης: 27 Ιουλίου 2006

Πηγή: https://www.poeticanet.gr/elytis-karoyzos-proseyxes-a-134.html?category_id=32

ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΝΗΠΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ  Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΜΑΣ ΦΑΝΕΡΩΝΕΙ ΟΤΙ Ο ΝΟΥΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΡΔΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΚΑΡΔΙΑ. ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΟΤΙ ΠΡΙΝ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ ΕΝΑΣ ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ. ΚΑΤΙ ΠΟΤ ΑΠΩΘΗΣΑΜΕ ΕΥΚΟΛΑ ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΑΠΟΔΕΧΘΟΥΜΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΔΑΥΙΔ ΟΤΙ ΓΕΝΝΙΟΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ. 

ΛΕΕΙ ΕΠΙΣΗΣ ΟΤΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΠΕΤΑΣΜΑ ΧΩΡΙΖΕΙ ΚΑΙ ΚΡΥΒΕΙ ΤΟΝ ΝΟΥ ΤΟΝ ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΗΣ ΧΑΡΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΟΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΤΟ ΕΓΩ , Η ΡΙΖΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΞΕΡΙΖΩΣΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΝΟ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΤΗΣ ΤΗΡΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ ΤΟΥ. 

ΛΕΕΙ ΕΠΙΣΗΣ ΟΤΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΛΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΚΑΤΑ ΚΑΠΟΙΟ ΤΡΟΠΟ ΕΧΟΥΝ ΚΡΑΤΗΣΕΙ ΖΩΝΤΑΝΟ ΤΟΝ ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΛΛΗΨΗ ΜΑΣ.

 ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΑΥΤΗ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ Η ΝΟΕΡΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ ΠΡΟΣΔΟΚΟΥΝ ΒΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΥΣ ΝΑ ΒΑΛΟΥΝ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ. ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΣΗΜΕΡΑ ΔΙΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΧΩΡΙΣΜΕΝΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΤΗΣ ΚΟΣΜΙΚΗΣ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑΣ ΤΑ ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΝΟΜΙΖΟΝΤΑΣ ΟΤΙ ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ ΤΟΥΣ ΞΕΧΩΡΙΣΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΟΛΟΤΗΤΑ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΑΠΟΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟ. 

Η ΨΥΧΗ ΓΕΝΝΗΤΗ ΑΓΕΝΝΗΤΟΣ ΝΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΙΝ ΑΥΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ.

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2022

Η κακοδαιμονία των Ελλήνων: «Ο Ελληνισμός επέτυχε ως Γένος αλλ' απέτυχε ως Κράτος»

 Μια σπάνια συνέντευξη που έδωσε ο Οδυσσέας Ελύτης στον Ρένο Αποστολίδη στην Ἐφημερίδα «Ἐλευθερία» στις 15 Ιουνίου του 1958. Ο μοναδικός λόγος του Ελύτη παραμένει δραματικά επίκαιρος.

 .Σπάνια συνέντευξη του Οδυσσέα Ελύτη στον Ρένο Αποστολίδη: Η κακοδαιμονία των Ελλήνων (Βίντεο: ο Οδ. Ελύτης περί Ευρώπης)

Ρένος Αποστολίδης: «Ζητεῖται ἡ γνώμη σας, κύριε Ἐλύτη, ἡ ἐντελῶς ἀνεπιφύλακτη καί ἀδέσμευτη, ἐπάνω σέ ὅ,τι θεωρεῖτε ὡς τήν πιό κεφαλαιώδη κακοδαιμονία τοῦ τόπου. Ἀπό τί κυρίως πάσχουμε καί τί πρωτίστως μᾶς λείπει; Ποιά θά ὀνομάζατε «πρώτη μάστιγα» τῆς νεοελληνικῆς ζωῆς;

Οδυσσέας Ελύτης: Ἀπό τί πάσχουμε κυρίως; Θά σᾶς τό πῶ ἀμέσως: ἀπό μιά μόνιμο, πλήρη, καί κακοήθη ἀσυμφωνία μεταξύ τοῦ πνεύματος τῆς ἑκάστοτε ἡγεσίας μας καί τοῦ «ἤθους» πού χαρακτηρίζει τόν βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ στό σύνολο του!

Ρ.Α.: Ἄ! Ἀρχίσαμε!… Μόνιμος, πλήρης καί κακοήθης ἀσυμφωνία!… 

Ο.Ε.: Βεβαίως! Ἀλλ᾿ ἀφῆστε με νά συνεχίσω. Αὐτή ἡ ασυμφωνία δέν εἶναι μιά συγκεκριμένη κακοδαιμονία, εἶναι, ὃμως, μιά αἰτία πού ἐξηγεῖ ὃλες τίς κακοδαιμονίες, μικρές καί μεγάλες, τοῦ τόπου αὐτοῦ. Ἀπό τήν ἡμέρα πού ἔγινε ἡ Ἑλλάδα κράτος ἕως σήμερα, οἱ πολιτικές πράξεις, θά ἔλεγε κανένας, ὅτι σχεδιάζονται καί ἐκτελοῦνται ἐρήμην τῶν ἀντιλήψεων γιά τή ζωή, καί γενικότερα τῶν ἰδανικῶν πού εἶχε διαμορφώσει ὁ Ἑλληνισμός μέσα στήν ὑγιή κοινοτική του ὀργάνωση καί στήν παράδοση τῶν μεγάλων ἀγώνων γιά τήν άνεξαρτησία του. Ἡ φωνή τοῦ Μακρυγιάννη δέν ἔχει χάσει, οὔτε σήμερα ἀκόμη, τήν ἐπικαιρότητά της. Σημειῶστε ὅτι δέν βλέπω τό πρόβλημα ἀπό τήν ἀποκλειστική κοινωνική του πλευρά, οὔτε κάνω δημοκοπία.


Ρ.Α.: Δημοκοπία ἀσφαλῶς ὄχι. Πολιτική, ὅμως, ναί. Τό ἐντοπίζετε, δηλαδή, [τό πρόβλημα] κυρίως μέσα στόν χώρο τῆς πολιτικῆς – ἤ κάνω λάθος; Στό κέντρο μάλιστα τοῦ δικοῦ της χώρου. Ἐκεῖ μᾶς πάει τό πρόβλημα πού θέσατε, τῶν σχέσεων μεταξύ λαοῦ καί ἡγεσίας.

Ο.Ε.: Μά ναί. Γιατί εἶναι βασικό. Εἶναι πρῶτο… κι ἄς εἶμαι ποιητής, ἐγώ πού τό λέω, μακριά πάντα ἀπό τήν «πολιτική». Κοιτάξτε: ὁ λαός αὐτός κατά κανόνα ἐκλέγει τήν ἡγεσία του. Καί ὅμως, ὅταν αὐτή ἀναλάβει τήν εὐθύνη τῆς ἐξουσίας –εἴτε τήν ἀριστοκρατία ἐκπροσωπεῖ εἴτε τήν ἀστική τάξη εἴτε τό προλεταριάτο–, κατά ἕναν μυστηριώδη τρόπο ἀποξενώνεται ἀπό τή βάση πού τήν ἀνέδειξε, καί ἐνεργεῖ σάν νά βρισκόταν στό Τέξας ἤ στό Οὐζμπεκιστάν!

Ρ.Α.: Στό Τέξας καί στό Οὐζμπεκιστάν; Ποιητικές χῶρες!… Ἤ μήπως θέλετε νά πεῖτε: «Σάν νά βρισκόταν στή χώρα τοῦ ἑκάστοτε ρυθμιστικοῦ «ξένου παράγοντος»; Τοῦ ἑκάστοτε… «προστάτου» μας;» Μήπως ἐκεῖ ἀκριβῶς ἔγκειται τό κακό;

Ο.Ε.: Τό εἶπα μέ τρόπο, ἀλλά βλέπω ὅτι τό θέλετε γυμνό. Καί δέν ἔχω ἀντίρρηση νά τό ξαναπῶ φανερά, καί πιό ἔντονα: ἕνας ἀπό τούς κυριότερους παράγοντες τῶν «παρεκκλίσεων» τῆς ἡγεσίας ἀπό τό ἦθος τοῦ λαοῦ μας, εἶναι ἡ ἐκ τοῦ ἀφανοῦς καί ἐκ τῶν ἔξω «προστατευτική» κατεύθυνση. Ἀποτέλεσμα καί αὐτό τῆς ἀπώλειας τοῦ ἕρματος, τῆς «παράδοσης». Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι στήν ἐποχή μας ἡ ἀλληλεξάρτηση τῶν ἐθνοτήτων εἶναι τόση, πού ἡ πολιτική δέν μπορεῖ ν᾿ ἀγνοήσει, ὥς ἕναν βαθμό, αὐτό πού θά λέγαμε «γενικότερη σκοπιμότητα». Ὅμως, ὑπάρχει τεράστια διαφορά ἀνάμεσα στήν «προσαρμοστική πολιτική» καί στή δουλοπρέπεια! Αὐτό εἶναι τό πιό εὐαίσθητο σημεῖο τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, «τό τιμιώτατόν του»! Καί αὐτό τοῦ καταπατοῦν συνεχῶς, κατά τόν ἐξοργιστικότερο τρόπο, οἱ ἐκπρόσωποί του στήν ἐπίσημη διεθνῆ σκηνή!

Ρ.Α.: Κι ὁ «ἐπίσημος» ὅρος τῆς δουλοπρέπειας αὐτῆς, κύριε Ἐλύτη; Μήπως εἶναι ὑποκριτικότερος ἀπ᾿ τό «προσαρμοστική πολιτική»; Ἐξοργιστικότερος;

Ο.Ε.: Δέν μ᾿ ἐνδιαφέρει ὁ ἐπίσημος ὅρος τῆς δουλοπρέπειας. Μ᾿ ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία. Κι ἐκεῖνο πού ξέρω εἶναι ὅτι μ᾿ αὐτά καί μ’ αὐτά ἐφτάσαμε σέ κάτι πού θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ὀνομάσω «ψευδοφάνεια». Ἔχουμε, δηλαδή, τήν τάση νά παρουσιαζόμαστε διαρκῶς διαφορετικοί απ’ ὅ,τι πραγματικά εἴμαστε. Καί δέν ὑπάρχει ἀσφαλέστερος δρόμος πρός τήν ἀποτυχία, εἴτε σάν ἄτομο σταδιοδρομεῖς εἴτε σάν σύνολο, ἀπό τήν ἔλλειψη τῆς γνησιότητας. Τό κακό πάει πολύ μακριά. Ὅλα τά διοικητικά μας συστήματα, οἱ κοινωνικοί μας θεσμοί, τά ἐκπαιδευτικά μας προγράμματα, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς Βαυαρούς, πάρθηκαν μέ προχειρότατο τρόπο ἀπό ἔξω, καί κόπηκαν καί ράφτηκαν ὅπως ὅπως ἐπάνω σ᾿ ἕνα σῶμα μέ ἄλλες διαστάσεις καί ἄλλους ὅρους ἀναπνοῆς.

«Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΕΠΕΤΥΧΕ ΩΣ ΓΕΝΟΣ 

ΑΛΛ᾿ ΑΠΕΤΥΧΕ ΩΣ ΚΡΑΤΟΣ»

Ρ.Α.: Ὥστε, λοιπόν, ζητᾶτε «δικούς μας ὅρους ἀναπνοῆς»!

Ο.Ε.: Ναί. Καί δέν πρόκειται βέβαια γιά «προγονοπληξία». Τά λέω, ἄλλωστε, αὐτά ἐγώ πού, σ᾿ ἕναν τομέα ὅπως ὁ δικός μου, κήρυξα μέ φανατισμό τήν ἀνάγκη τῆς ἐπικοινωνίας μας μέ τό διεθνές πνεῦμα, καί πού σήμερα μέ ἐμπιστοσύνη ἀποβλέπω στή διαμόρφωση ἑνός ἑνιαίου εύρωπαϊκοῦ σχήματος, ὅπου νά ἔχει τή θέση της ἡ Ἑλλάδα. Μέ τή διαφορά ὅτι ὁ μηχανισμός τῆς ἀφομοιώσεως τῶν στοιχείων τῆς προόδου πρέπει νά λειτουργεῖ σωστά, καί νά βασίζεται σέ μιά γερή καί φυσιολογικά ἀναπτυγμένη παιδεία.

Ἐνῶ σ’ ἐμᾶς, ὄχι μόνον δέν λειτουργεῖ σωστά, ἀλλά δέν ὑπάρχει κἄν ὁ μηχανισμός αὐτός γιά νά λειτουργήσει! Καί μέ τή διαφορά ἀκόμη ὅτι, ἐκτός ἀπό ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ἡ ἡγετική μας τάξη, στό κεφάλαιο τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἔχει μαῦρα μεσάνυχτα! Κοιτάξετε μέ προσοχή τά ἔντυπα πού εκδίδει ἡ ἴδια, ἤ πού προτιμᾶ νά διαβάζει, τά διαμερίσματα ὅπου κατοικεῖ, τίς διασκεδάσεις πού κάνει, τή στάση της ἀπέναντι στή ζωή. Οὔτε μιά σταγόνα γνησιότητας! Πῶς θέλετε, λοιπόν, ν᾿ ἀναθρέψει σωστά τή νέα γενιά;

Ἀπό τά πρῶτα διαβάσματα πού θά κάνει ἕνα παιδί ὥς τά διάφορα στοιχεῖα πού θά συναντήσει στό καθημερινό του περιβάλλον, καί πού θά διαμορφώσουν τό γοῦστο του, μιά συνεχής καί άδιάκοπη πλαστογραφία καί τίποτε ἄλλο! 

Θά μοῦ πεῖτε: εἶσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, καί βλέπεις τά πράγματα ἀπό τή μεριά πού σέ πονᾶνε. Ὄχι, καθόλου! Καί νά μοῦ έπιτρέψετε νά ἐπιμείνω. Ὅλα τά ἄλλα κακά πού θά μποροῦσα νά καταγγείλω –ἡ ἔλλειψη οὐσιαστικῆς ἀποκεντρώσεως καί αὐτοδιοικήσεως, ἡ ἔλλειψη προγραμματισμοῦ γιά τήν πλουτοπαραγωγική ἀνάπτυξη τῆς χώρας, ἀκόμη καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀσκεῖται ἡ ἐξωτερική μας πολιτική– εἶναι ζητήματα βαθύτερης ἑλληνικῆς παιδείας!


Ἀπό τήν ἄποψη ὅτι μόνον αυτή μπορεῖ νά προικίσει ἕναν ἡγέτη μέ τήν ἀπαραίτητη εὐαισθησία πού χρειάζεται γιά νά ἐνστερνιστεῖ, καί ἀντιστοίχως νά ἀποδώσει, τό ἦθος τοῦ λαοῦ. Γιατί αὐτός ὁ λαός, πού τήν ἔννοιά του τήν ἔχουμε παραμορφώσει σέ σημεῖο νά μήν τήν ἀναγνωρίζουμε, αὐτός ἔχει φτιάξει ὅ,τι καλό ὑπάρχει – ἄν ὑπάρχει κάτι καλό σ᾿ αὐτόν τόν τόπο! Καί αὐτός, στίς ὧρες τοῦ κινδύνου, καί στό πεῖσμα τῆς συστηματικῆς ἡττοπαθείας τῶν ἀρχηγῶν του, αἴρεται, χάρη σ᾿ ἕναν ἀόρατο, εὐλογημένο μηχανισμό, στά ὕψη πού ἀπαιτεῖ τό θαῦμα! 

Ὅσο, λοιπόν, καί ἄν εἶναι λυπηρό, πρέπει νά τό πῶ: ὁ Ἑλληνισμός, γιά τήν ὥρα τουλάχιστον, ἐπέτυχε ὡς γένος, ἀλλ᾿ ἀπέτυχε ὡς κράτος! Καί παρακαλῶ νύχτα μέρα τόν Θεό, καί τό μέλλον, νά μέ διαψεύσουν.

Ρ.Α.: Πρίν κλείσομε, κύριε Ἐλύτη, τη συνέντευξη, κάτι πού ἐθίξατε στήν ἀρχή, τό τῆς παλαιᾶς ὑγιοῦς κοινοτικῆς ὀργανώσεως τοῦ λαοῦ μας, πού ἔχει χαθεῖ πιά, πῶς νομίζετε ὅτι θά μποροῦσε ν’ ἀναβιώσει; «Αν κατεβάλλετο προσπάθεια», πρός ποιά κατεύθυνση;

Ο.Ε.: Σέ μιάν ἀναβίωση αὐθεντική δέν εἶναι δυνατόν πιά νά ἐλπίζουμε – ἀλίμονο! Ἑκατόν τριάντα καί πλέον ἔτη ἀχρησίας εἶναι ἀρκετά γιά ν᾿ ἀτροφήσουν ἀκόμη καί οἱ πιό ζωντανοί θεσμοί. Ὡστόσο, ὑπάρχει τρόπος νά πλησιάσουμε, μέ σωφροσύνη καί μελέτη, στή λύση τοῦ προβλήματος, καί αὐτό σαφώς πρός τήν πλευρά τῆς αὐτοδιοικήσεως, μέ τήν πιό αὐστηρή της ἔννοια.


Δέν εἶμαι ἀρμόδιος βέβαια νά σᾶς προτείνω σχέδια. Θά ἤθελα μόνο νά κάνω δύο παρατηρήσεις: ἡ μία εἶναι ὅτι κάθε ἀπόπειρα πρός τήν κατεύθυνση αὐτή θά πρέπει νά βασιστεῖ στή φυσική καί ἱστορική διαίρεση τῆς χώρας σέ μεγάλα διαμερίσματα, πού εἶναι μιά πραγματικότητα δοσμένη, καί ὄχι στή θεωρητική τῆς γεωοικονομίας, ὅπως ἄκουσα νά ὑποστηρίζεται ἀπό πολλούς. Θά εἶναι μεγάλο σφάλμα νά παραγνωριστοῦν οἱ ψυχολογικοί παράγοντες, ἀπό τούς ὁποίους πολλές φορές ἐξαρτᾶται τό μεγαλύτερο μέρος της ἐπιτυχίας.

Ἡ ἄλλη παρατήρηση εἶναι ὅτι τά μεγάλα αὐτά διαμερίσματα (μέσα στά ἑλληνικά μέτρα πάντοτε) θά πρέπει νά ὑποδιαιρεθοῦν σέ πολλές μικρές μονάδες, στενότερες καί ἀπό τήν ἐπαρχία, μέ ἀρχές δικές τους καί μέ τή δυνατότητα γιά κοινοπραξίες, προπάντων σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τή γεωργία.

Γιατί ὁ πρῶτος ἀντικειμενικός σκοπός εἶναι νά λυτρωθεῖ ὁ πολίτης ἀπό τό «ταμπού» τῆς ἐξουσίας! Καί θά λυτρωθεῖ μόνον ἄν ἔχει τρόπο νά παρακολουθεῖ ἀπό κοντά ποῦ καί πῶς ἀξιοποιοῦνται οἱ θυσίες του, οἰκονομικές καί ἄλλες, πού σήμερα καταβροχθίζονται ἀπό ἕνα μακρινό καί ἀόρατο Φάντασμα.»

πηγή

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Η κακοδαιμονία των Ελλήνων: «Ο Ελληνισμός επέτυχε ως Γένος αλλ' απέτυχε ως Κράτος» (trelogiannis.blogspot.com)

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

Ο Οδυσσέας Ελύτης το 1951: Δεν είμαι συμπτωματικά Έλληνας αλλά και οργανικά

Ο Οδυσσέας Ελύτης το 1951: Δεν είμαι συμπτωματικά Έλληνας αλλά και οργανικά

Ο Οδυσσέας Ελύτης στην Πάρο το 1954.Φωτογραφία του Ανδρέα Εμπειρίκου
Ο Οδυσσέας Ελύτης στην Πάρο το 1954.
Φωτογραφία του Ανδρέα Εμπειρίκου

«Δεν είμαι συμπτωματικά Έλληνας αλλά και οργανικά»
Οδυσσέας Ελύτης. Δήλωση του ’51. Τα μικρά έψιλον

Ελύτης: «Δεν πίστεψα ποτέ ότι η άκρα Αριστερά είναι η μόνη που έχει τίτλους να επαγγέλλεται την κοινωνική δικαιοσύνη»

Συμβαίνει να είμαι όχι συμπτωματικά μόνον αλλά και οργανικά Έλληνας· από την άποψη ότι κατοικώ το ίδιο ανάλλαχτον ομηρικό τοπίο και ότι έχω στο αίμα μου τον Πλάτωνα. Αυτός είναι ο λόγος που μ’ έκανε από μιας αρχής να καταδικάζω μέσα μου ολόκληρο το συγκρότημα των εκφραστικών τρόπων που η Αναγέννηση κληροδότησε στον δυτικό μας πολιτισμό.

Ξεκινώ απ’ αυτό που οι πρώτοι Έλληνες είχαν συλλάβει, πιστεύω, σωστά· που οι λοιποί μεσογειακοί λαοί το διατηρήσανε σε λανθάνουσα κατάσταση· και που ζήτησαν πάλι στις μέρες μας να το ζωντανέψουν μερικά επαναστατικά πνεύματα στη μεταπολεμική Ευρώπη. Στο πλάι τους εργάζομαι, για να θεμελιώσω μερικές αρχές, όπως είναι η αντικειμενικότητα, η μυθοποίηση, η σύνθεση.

Πιο ειδικά, στην ποίηση, προσπαθώ να περάσω από την ψυχολογική παρατήρηση και την ιδιοτυπία της προσωπικής περίπτωσης προς την απρόσωπη κατάσταση ενός άλλου είδους Ομορφιάς, που θέλω να φαντάζομαι ότι είναι και η Ομορφιά της εποχής μας.

Δε στηρίζομαι στα σύμβολα των αρχαίων μύθων αλλά στην εσωτερική λειτουργία που οδήγησε στη γέννηση των μύθων αυτών. Και ζητώ, με τη σειρά μου, να την εφαρμόσω στα σημερινά δεδομένα, υποκαθιστώντας στην ομάδα το άτομο και στην «άνωθεν εντολή» τη συνείδηση.

Η διάρκεια της ζωντανής ελληνικής λαλιάς επάνω στα χείλη ενός λαού που εξακολουθεί, ακόμη και σήμερα, με τη μεγαλύτερη ευκολία ν’ αφομοιώνει και να ταυτίζει μέσα του τα φυσικά φαινόμενα και τα φαινόμενα του πνεύματος με βοήθησε στην προσπάθεια αυτή. Η ελληνική παιδεία από το ένα μέρος και ο υπερρεαλισμός από το άλλο στάθηκαν η «άνω» και η «κάτω» οδός που μ’ έβγαλαν στο ίδιο σημείο.

«Γιατί γράφετε;» ρωτάνε συχνά τον ποιητή στις συνεντεύξεις. Κι εκείνος βιάζεται ν’ απαντήσει: «δεν ξέρω». Είναι αλήθεια ότι, από μιαν άποψη, κι εγώ ο ίδιος δεν ξέρω. Από μιαν άλλη όμως αισθάνομαι ότι το απολύτως ατομικό μέρος του εαυτού μου τότε μόνον θα το δω να επαληθεύεται, όταν το αποστερήσω από την ιδιότητα της προσωπικής περίπτωσης· όταν, με άλλα λόγια, το καταστήσω κοινόν.
Από τον βασιλικό δρόμο των αισθήσεων (που τον πήρα αφού πρώτα πέταξα από πάνω μου όλα τα παραδομένα σχήματα) μου έτυχε να βγω πάλι στο σημείον όπου η «μεταφυσική» μου ελέγχεται να είναι «φυσική».
Πιστεύω στην επαναστροφή της Δικαιοσύνης, που την ταυτίζω με το φως, επάνω σ’ αυτόν τον κόσμο. Και μαζί μ’ έναν ένδοξο πρόγονό μου υπερηφανεύομαι να φωνάζω: όχι, δεν αγαπώ τους θεούς που η λατρεία τους τελείται στο σκοτάδι.»

Ο Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 - 18 Μαρτίου 1996), ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του '30. Βραβεύτηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο δεύτερος και τελευταίος μέχρι σήμερα Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ. ► Διαβάστε περισσότερα εδώ
«Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση»

«Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, που να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία της καταιγίδας από τ’ ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας, θα γυρίσει για να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια. Και τον πρώτο λόγο του ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν’ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγει. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς που ετάχθη. Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!»

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2019

Ας θυμηθούμε το διαχρονικό ποίημα του Ελύτη που είναι πιο επίκαιρο από πότε

Το 1979 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ενώ αποτέλεσε ένα από τα επίλεκτα μέλη της λεγόμενης «γενιάς του τριάντα» στον χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο Ελύτης πέθανε στις 18 Μαρτίου 1996, σε ηλικία 85 ετών, κληροδοτώντας ένα εκπληκτικό έργο στην Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο.
Ήρθαν
ντυμένοι φίλοι
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας
και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν το Σοφό, τον Οικιστή, και το Γεωμέτρη,
βίβλους γραμμάτων και αριθμών,
την πάσα υποταγή και δύναμη,
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δεν γελάστηκε
το χρυσό ν’ αρχίσει παιχνίδι ούτε ζέφυρος καν,
τις λεύκες να φουσκώσει ποδιές.
Έστησαν και θεμελίωσαν
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα πύργους
κραταιούς και επαύλεις
ξύλα και άλλα πλεούμενα,
τους νόμους τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα,
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν…
έδεσε ποτέ με την σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού
στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς
τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.
Έφτασαν ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά
Οδυσσέας Ελύτης – ‘Αξιον Εστί – Ψαλμός Z
Ανάλυση του ποιήματος από τον Κωνσταντίνο Μάντη – Φιλόλογο:
Ήρθαν ντυμένοι “φίλοι”αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαιο χώμα πατώντας.Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

ΕΛΥΤΗΣ: «Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΕΠΕΤΥΧΕ ΩΣ ΓΕΝΟΣ ΑΛΛ᾿ ΑΠΕΤΥΧΕ ΩΣ ΚΡΑΤΟΣ».

Σε μια σπάνια συνέντευξη που έδωσε ο Οδυσσέας Ελύτης στον Ρένο Αποστολίδη στην φημερίδαλευθερία στις 15 Ιουνίου του 1958, τα λόγια του παραμένουν επίκαιρα.

Ζητεται  γνώμη σας, κύριε λύτη,  ντελς νεπιφύλακτη καί δέσμευτη, πάνω σέ ,τι θεωρετε ς τήν πιό κεφαλαιώδη κακοδαιμονία το τόπου. πό τί κυρίως πάσχουμε καί τί πρωτίστως μς λείπει; Ποιά θά νομάζατε «πρώτη μάστιγα» τς νεοελληνικς ζως;

πό τί πάσχουμε κυρίως; Θά σς τό π μέσως: πό μιά μόνιμο, πλήρη, καί κακοήθη συμφωνία μεταξύ το πνεύματος τς κάστοτε γεσίας μας καί το «θους» πού χαρακτηρίζει τόν βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό το λληνικο λαο στό σύνολο του!

ρχίσαμε!… Μόνιμος, πλήρης καί κακοήθης συμφωνία!…

Βεβαίως! λλ᾿ φστε με νά συνεχίσω. Ατή  ασυμφωνία δέν εναι μιά συγκεκριμένη κακοδαιμονία, εναι, μως, μιά ατία πού ξηγε λες τίς κακοδαιμονίες, μικρές καί μεγάλες, το τόπου ατοπό τήν μέρα πού γινε  λλάδα κράτος ως σήμερα, ο πολιτικές πράξεις, θά λεγε κανένας, τι σχεδιάζονται καί κτελονται ρήμην τν ντιλήψεων γιά τή ζωή, καί γενικότερα τν δανικν πού εχε διαμορφώσει ὁ λληνισμός μέσα στήν γιή κοινοτική του ργάνωση καί στήν παράδοση τν μεγάλων γώνων γιά τήν άνεξαρτησία του.  φωνή  το  Μακρυγιάννη δέν χει χάσει, οτε σήμερα κόμη, τήν πικαιρότητά της. Σημειστε τι δέν βλέπω τό πρόβλημα πό τήν ποκλειστική κοινωνική του πλευρά, οτε κάνω δημοκοπία.

Δημοκοπία σφαλς χι. Πολιτική, μως, ναί. Τό ντοπίζετε, δηλαδή, [τό πρόβλημα] κυρίως μέσα στόν χώρο τς πολιτικς –  κάνω λάθος; Στό κέντρο μάλιστα το δικο της χώρου. κεμς πάει τό πρόβλημα πού θέσατε, τν σχέσεων μεταξύ λαο καί γεσίας.

Μά ναί. Γιατί εναι βασικό. Εναι πρτο… κι ς εμαι ποιητής, γώ πού τό λέω, μακριά πάντα πό τήν «πολιτική». Κοιτάξτε:  λαός ατός κατά κανόνα κλέγει τήν γεσία του. Καί μως, ταν ατή ναλάβει τήν εθύνη τς ξουσίας –ετε τήν ριστοκρατία κπροσωπε ετε τήν στική τάξη ετε τό προλεταριάτο–, κατά ναν μυστηριώδη τρόπο ποξενώνεται πό τή βάση πού τήν νέδειξε, καί νεργε σάν νά βρισκόταν στό Τέξας  στό Οζμπεκιστάν!

Στό Τέξας καί στό Οζμπεκιστάν; Ποιητικές χρες!…  μήπως θέλετε νά πετε: «Σάν νά βρισκόταν στή χώρα τοῦ ἑκάστοτε ρυθμιστικο ‘‘ξένου παράγοντος’’; Τοῦ ἑκάστοτε… ‘‘προστάτου’’ μας;» Μήπως κεῖ ἀκριβς γκειται τό κακό;

Τό επα μέ τρόπο, λλά βλέπω τι τό θέλετε γυμνό. Καί δέν χω ντίρρηση νά τό ξαναπ φανερά, καί πιό ντονα: νας πό τούς κυριότερους παράγοντες τν «παρεκκλίσεων» τς γεσίας πό τό θος το λαοῦ μας, εναι  κ το φανος καί κ τν ξω «προστατευτική» κατεύθυνση. ποτέλεσμα καί ατό τς πώλειας το ρματος, τς «παράδοσης». ντιλαμβάνομαι τι στήν ποχή μας  λληλεξάρτηση τν θνοτήτων εναι τόση, πού  πολιτική δέν μπορε ν᾿ γνοήσει, ς ναν βαθμό, ατό πού θά λέγαμε «γενικότερη σκοπιμότητα». μως, πάρχει τεράστια διαφορά νάμεσα στήν «προσαρμοστική πολιτική» καί στή δουλοπρέπεια! Ατό εναι τό πιό εαίσθητο σημεο το λληνικο λαο, «τό τιμιώτατόν του»! Καί ατό το καταπατον συνεχς, κατά τόν ξοργιστικότερο τρόπο, ο κπρόσωποί του στήν πίσημη διεθνῆ σκηνή!

Κι  «πίσημος» ρος τς δουλοπρέπειας ατς, κύριε λύτη; Μήπως εναι ποκριτικότερος π᾿  τό «προσαρμοστική πολιτική»; ξοργιστικότερος;

Δέν μ᾿ νδιαφέρει  πίσημος ρος τς δουλοπρέπειας. Μ᾿ νδιαφέρει  οσία. Κι κενο πού ξέρω εναι τι μ᾿ ατά καί μ’ ατά φτάσαμε σέ κάτι πού θά μο πιτρέψετε νά νομάσω «ψευδοφάνεια». χουμε, δηλαδή, τήν τάση νά παρουσιαζόμαστε διαρκς διαφορετικοί απ’ ,τι πραγματικά εμαστε. Καί δέν πάρχει σφαλέστερος δρόμος πρός τήν ποτυχία, ετε σάν τομο σταδιοδρομες ετε σάν σύνολο, πό τήν λλειψη τς γνησιότητας. Τό κακό πάει πολύ μακριά. λα τά διοικητικά μας συστήματα, οἱ κοινωνικοί μας θεσμοί, τά κπαιδευτικά μας προγράμματα, ρχς γενομένης πό τούς Βαυαρούς, πάρθηκαν μέ προχειρότατο τρόπο πό ξω, καί κόπηκαν καί ράφτηκαν πως πως πάνω σ᾿ να σμα μέ λλες διαστάσεις καί λλους ρους ναπνος.

«Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΕΠΕΤΥΧΕ ΩΣ ΓΕΝΟΣ ΑΛΛ᾿ ΑΠΕΤΥΧΕ ΩΣ ΚΡΑΤΟΣ»

στε, λοιπόν, ζηττε «δικούς μας ρους ναπνος»!

Ναί. Καί δέν πρόκειται βέβαια γιά «προγονοπληξία». Τά λέω, λλωστε, ατά γώ πού, σ᾿ ναν τομέα πως δικός μου, κήρυξα μέ φανατισμό τήν νάγκη τς πικοινωνίας μας μέ τό διεθνές πνεμα, καί πού σήμερα μέ μπιστοσύνη ποβλέπω στή διαμόρφωση νός νιαίου εύρωπαϊκο σχήματος, που νά χει τή θέση της  λλάδα. Μέ τή διαφορά τι  μηχανισμός τς φομοιώσεως τν στοιχείων τς προόδου πρέπει νά λειτουργε σωστά, καί νά βασίζεται σέ μιά γερή καί φυσιολογικά ναπτυγμένη παιδεία. ν σ’μς, χι μόνον δέν λειτουργε σωστά, λλά δέν πάρχει κν  μηχανισμός ατός γιά νά λειτουργήσει! Καί μέ τή διαφορά κόμη τι, κτός πό λάχιστες ξαιρέσεις,  γετική μας τάξη, στό κεφάλαιο τς λληνικς παιδείας, χει μαρα μεσάνυχτα! Κοιτάξετε μέ προσοχή τά ντυπα πού εκδίδει  δια,  πού προτιμ νά διαβάζει, τά διαμερίσματα που κατοικε, τίς διασκεδάσεις πού κάνει, τή στάση της πέναντι στή ζωή. Οτε μιά σταγόνα γνησιότητας! Πς θέλετε, λοιπόν, ν᾿ ναθρέψει σωστά τή νέα γενιά; πό τά πρτα διαβάσματα πού θά κάνει να παιδί ς τά διάφορα στοιχεα πού θά συναντήσει στό καθημερινό του περιβάλλον, καί πού θά διαμορφώσουν τό γοστο του, μιά συνεχής καί άδιάκοπη πλαστογραφία καί τίποτε λλο!

Θά μο πετε: εσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, καί βλέπεις τά πράγματα πό τή μεριά πού σέ ποννε. χι, καθόλου! Καί νά μο έπιτρέψετε νά πιμείνω. λα τά λλα κακά πού θά μποροσα νά καταγγείλω –λλειψη οσιαστικς ποκεντρώσεως καί ατοδιοικήσεως,  λλειψη προγραμματισμο γιά τήν πλουτοπαραγωγική νάπτυξη τς χώρας, κόμη καί  τρόπος μέ τόν ποο σκεται  ξωτερική μας πολιτική– εναι ζητήματα βαθύτερης λληνικς παιδείας! πό τήν ποψη τι μόνον αυτή μπορε νά προικίσει ναν γέτη μέ τήν παραίτητη εαισθησία πού χρειάζεται γιά νά νστερνιστε, καί ντιστοίχως νά ποδώσει, τό θος το λαο. Γιατί ατός  λαός, πού τήν ννοιά του τήν χουμε παραμορφώσει σέ σημεο νά μήν τήν ναγνωρίζουμε, ατός χει φτιάξει ,τι καλό πάρχει – ν πάρχει κάτι καλό σ᾿ ατόν τόν τόπο! Καί ατός, στίς ρες το κινδύνου, καί στό πεσμα τς συστηματικς ττοπαθείας τν ρχηγν του, αρεται, χάρη σ᾿ ναν όρατο, ελογημένο μηχανισμό, στά ψη πού παιτε τό θαμα!

σο, λοιπόν, καί ν εναι λυπηρό, πρέπει νά τό π λληνισμός, γιά τήν ρα τουλάχιστον, πέτυχε ς γένος, λλ᾿ πέτυχε ς κράτος! Καί παρακαλ νύχτα μέρα τόν Θεό, καί τό μέλλον, νά μέ διαψεύσουν.

Πρίν κλείσομε, κύριε λύτη, τη συνέντευξη, κάτι πού θίξατε στήν ρχή, τό τς παλαις γιος κοινοτικς ργανώσεως το λαο μας, πού χει χαθε πιά, πς νομίζετε τι θά μποροσε ν’ναβιώσει; «Αν κατεβάλλετο προσπάθεια», πρός ποιά κατεύθυνση;

Σέ μιάν ναβίωση αθεντική δέν εναι δυνατόν πιά νά λπίζουμε – λίμονο! κατόν τριάντα καί πλέον τη χρησίας εναι ρκετά γιά ν᾿ τροφήσουν κόμη καί ο πιό ζωντανοί θεσμοί. στόσο, πάρχει τρόπος νά πλησιάσουμε, μέ σωφροσύνη καί μελέτη, στή λύση το προβλήματος, καί ατό σαφώς πρός τήν πλευρά τς ατοδιοικήσεως, μέ τήν πιό αστηρή της ννοια.

Δέν εμαι ρμόδιος βέβαια νά σς προτείνω σχέδια. Θά θελα μόνο νά κάνω δύο παρατηρήσεις:  μία εναι τι κάθε πόπειρα πρός τήν κατεύθυνση ατή θά πρέπει νά βασιστε στή φυσική καί στορική διαίρεση τς χώρας σέ μεγάλα διαμερίσματα, πού εναι μιά πραγματικότητα δοσμένη, καί χι στή θεωρητική τς γεωοικονομίας, πως κουσα νά ποστηρίζεται πό πολλούς. Θά εναι μεγάλο σφάλμα νά παραγνωριστον ο ψυχολογικοί παράγοντες, πό τούς ποίους πολλές φορές ξαρτται τό μεγαλύτερο μέρος της πιτυχίας.  λλη παρατήρηση εναι τι τά μεγάλα ατά διαμερίσματα (μέσα στά λληνικά μέτρα πάντοτε) θά πρέπει νά ποδιαιρεθον σέ πολλές μικρές μονάδες, στενότερες καί πό τήν παρχία, μέ ρχές δικές τους καί μέ τή δυνατότητα γιά κοινοπραξίες, προπάντων σέ ,τι φορ τή γεωργία. Γιατί ὁ πρτος ντικειμενικός σκοπός εναι νά λυτρωθε  πολίτης πό τό «ταμπού» τς ξουσίας! Καί θά λυτρωθε μόνον ν χει τρόπο νά παρακολουθε πό κοντά πο καί πς ξιοποιονται ο θυσίες του, οκονομικές καί λλες, πού σήμερα καταβροχθίζονται πό να μακρινό καί όρατο Φάντασμα.

Πηγή:  theinsider.gr/
Από:  alexiptoto