Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ; 1 ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡ


ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ; 1

ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡ

ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Α΄ ΤΜΗΜΑ: ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΕΡΓΑ 1914–1970

ΤΟΜΟΣ 9, ΟΔΟΣΗΜΑΤΑ


«Τι είναι Μεταφυσική;» Το ερώτημα γεννά την προσδοκία ότι θα γίνει λόγος περί της μεταφυσικής. Παραιτούμαστε από αυτό. Αντί γι’ αυτό, εξετάζουμε ένα ορισμένο μεταφυσικό ερώτημα. Με τον τρόπο αυτόν, όπως φαίνεται, μεταφερόμαστε άμεσα μέσα στη μεταφυσική. Μόνον έτσι της παρέχουμε την ορθή δυνατότητα να παρουσιάσει η ίδια τον εαυτό της.

Το εγχείρημά μας αρχίζει με την ανάπτυξη ενός μεταφυσικού ερωτάν, επιχειρεί κατόπιν την επεξεργασία του ερωτήματος και ολοκληρώνεται με την απάντησή του.


Η ανάπτυξη ενός μεταφυσικού ερωτάν

Η φιλοσοφία είναι —ιδωμένη από τη σκοπιά του κοινού ανθρώπινου νου—, κατά τον Χέγκελ, ο «ανεστραμμένος κόσμος». Γι’ αυτό η ιδιοτυπία του ξεκινήματός μας χρειάζεται έναν προκαταρκτικό χαρακτηρισμό. Αυτός προκύπτει από έναν διπλό χαρακτηρισμό του μεταφυσικού ερωτάν.

Πρώτον, κάθε μεταφυσικό ερώτημα περιλαμβάνει πάντοτε το σύνολο της προβληματικής της μεταφυσικής. Είναι κάθε φορά το ίδιο το όλον. Δεύτερον, κάθε μεταφυσικό ερώτημα μπορεί να τεθεί μόνον κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο ερωτών —ως τέτοιος— να είναι και ο ίδιος παρών μέσα στο ερώτημα, δηλαδή να τίθεται μέσα στο ερώτημα.
Από αυτό αντλούμε την ακόλουθη υπόδειξη: το μεταφυσικό ερωτάν πρέπει να τίθεται ως προς το όλον και με αφετηρία την ουσιώδη κατάσταση του ερωτώντος Dasein. Ερωτούμε εδώ και τώρα, για εμάς. Το Dasein μας —μέσα στην κοινότητα των ερευνητών, των διδασκόντων και των φοιτητών— καθορίζεται από την επιστήμη. Τι ουσιώδες συμβαίνει με εμάς στο βάθος του Dasein, εφόσον η επιστήμη έχει γίνει το πάθος μας;

Τα πεδία των επιστημών απέχουν πολύ μεταξύ τους. Ο τρόπος με τον οποίο πραγματεύονται τα αντικείμενά τους είναι θεμελιωδώς διαφορετικός. Αυτή η κατακερματισμένη πολλαπλότητα των επιστημονικών κλάδων συγκρατείται σήμερα σε ενότητα μόνο μέσω της τεχνικής οργάνωσης των πανεπιστημίων και των σχολών και διατηρείται σε κάποια σημασία μέσω του πρακτικού καθορισμού των σκοπών των επιμέρους κλάδων. Αντιθέτως, η ρίζωση των επιστημών στο ουσιώδες θεμέλιό τους έχει νεκρωθεί.

Και όμως — σε όλες τις επιστήμες, ακολουθώντας την πιο ιδιαίτερη πρόθεσή τους, σχετιζόμαστε με το ίδιο το ον. Ακριβώς από τη σκοπιά των επιστημών, κανένα πεδίο δεν έχει προτεραιότητα έναντι του άλλου, ούτε η φύση έναντι της ιστορίας ούτε το αντίστροφο. Κανένας τρόπος πραγμάτευσης των αντικειμένων δεν υπερέχει του άλλου. Η μαθηματική γνώση δεν είναι αυστηρότερη από τη φιλολογικοϊστορική. Έχει μόνο τον χαρακτήρα της «ακρίβειας», η οποία δεν ταυτίζεται με την αυστηρότητα. Το να απαιτούμε ακρίβεια από την ιστορική επιστήμη θα σήμαινε ότι παραβιάζουμε την ιδέα της ιδιαίτερης αυστηρότητας των επιστημών του πνεύματος. Η σχέση προς τον κόσμο, η οποία κυριαρχεί σε όλες τις επιστήμες ως τέτοιες, τις οδηγεί να αναζητούν το ίδιο το ον, ώστε να το καταστήσουν, ανάλογα με το περιεχόμενο του τι-είναι του και με τον τρόπο του Είναι του, αντικείμενο διερεύνησης και θεμελιωτικού καθορισμού. Στις επιστήμες συντελείται —κατά την ιδέα τους— μια προσέγγιση προς το ουσιώδες όλων των πραγμάτων.

Αυτή η διακεκριμένη σχέση προς τον κόσμο, δηλαδή προς το ίδιο το ον, φέρεται και καθοδηγείται από μια ελεύθερα επιλεγμένη στάση της ανθρώπινης ύπαρξης. Με το ον σχετίζεται βέβαια και κάθε πράξη και παράλειψη του ανθρώπου πριν και έξω από την επιστήμη. Η επιστήμη, όμως, διακρίνεται κατά το ότι, με έναν δικό της τρόπο, δίνει ρητά και αποκλειστικά στο ίδιο το πράγμα τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Μέσα σε μια τέτοια προσήλωση στο ίδιο το πράγμα κατά το ερωτάν, το καθορίζειν και το θεμελιώνειν, συντελείται μια ιδιόμορφα περιορισμένη υποταγή στο ίδιο το ον, ώστε να εναπόκειται σε αυτό να αποκαλυφθεί. Αυτή η υπηρετική θέση της έρευνας και της διδασκαλίας αναπτύσσεται και γίνεται το θεμέλιο της δυνατότητας μιας ιδιαίτερης, αν και περιορισμένης, ηγεσίας μέσα στο σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης.

3

Η ιδιαίτερη σχέση της επιστήμης προς τον κόσμο και η στάση του ανθρώπου που την καθοδηγεί συλλαμβάνονται, βέβαια, πλήρως μόνον όταν δούμε και κατανοήσουμε τι συμβαίνει μέσα στη σχέση προς τον κόσμο που συγκροτείται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ο άνθρωπος —ένα ον μεταξύ άλλων— «ασκεί επιστήμη». Μέσα σε αυτή την «άσκηση» δεν συμβαίνει τίποτε λιγότερο από την εισβολή ενός όντος, που ονομάζεται άνθρωπος, μέσα στο σύνολο του όντος, και μάλιστα κατά τέτοιον τρόπο, ώστε μέσα από αυτή την εισβολή και μέσω αυτής να διανοίγεται το ον ως προς το τι είναι και ως προς τον τρόπο με τον οποίο είναι. Η διανοικτική εισβολή βοηθεί, με τον δικό της τρόπο, το ον να έλθει για πρώτη φορά στον ίδιο του τον εαυτό.

Αυτή η τριάδα —σχέση προς τον κόσμο, στάση, εισβολή— εισάγει, μέσα στη ριζική της ενότητα, μια φλογερή απλότητα και οξύτητα του Da-sein στην επιστημονική ύπαρξη. Όταν ιδιοποιηθούμε ρητά για τον εαυτό μας το επιστημονικό Da-sein που διαυγάστηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο, τότε πρέπει να πούμε:

Εκείνο προς το οποίο κατευθύνεται η σχέση προς τον κόσμο είναι το ίδιο το ον — και τίποτε άλλο³.
Εκείνο από το οποίο κάθε στάση λαμβάνει την καθοδήγησή της είναι το ίδιο το ον — και τίποτε περαιτέρω.
Εκείνο με το οποίο συντελείται, μέσα στην εισβολή, η ερευνητική αναμέτρηση είναι το ίδιο το ον — και πέρα από αυτό τίποτε.


Αλλά, κατά παράξενο τρόπο, ακριβώς καθώς ο επιστημονικός άνθρωπος βεβαιώνεται για ό,τι του είναι πλέον ιδιάζον, μιλά, είτε ρητά είτε όχι, για κάτι Άλλο. Πρέπει να ερευνηθεί μόνο το ον και, κατά τα άλλα — τίποτε· μόνο το ον και περαιτέρω — τίποτε· αποκλειστικά το ον και πέρα από αυτό — τίποτε.

Τι συμβαίνει με αυτό το μηδέν; Είναι τυχαίο το ότι μιλούμε εντελώς αυθόρμητα με αυτόν τον τρόπο; Είναι απλώς ένας τρόπος του λέγειν — και τίποτε άλλο;

Αλλά γιατί να μας απασχολεί αυτό το μηδέν; Το μηδέν απορρίπτεται ακριβώς από την επιστήμη και εγκαταλείπεται ως το μηδαμινό. Όμως, όταν εγκαταλείπουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο το μηδέν, δεν το παραδεχόμαστε άραγε ακριβώς τότε; Μπορούμε όμως να μιλούμε για παραδοχή, όταν δεν παραδεχόμαστε τίποτε; Ίσως, βέβαια, αυτή η παλινδρόμηση του λόγου κινείται ήδη μέσα σε μια κενή λογομαχία. Απέναντι σε αυτό, η επιστήμη πρέπει τώρα να υποστηρίξει εκ νέου τη σοβαρότητα και τη νηφαλιότητά της: ότι αυτή ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το ον. Το μηδέν — τι άλλο θα μπορούσε να είναι για την επιστήμη παρά ένα αποτρόπαιο πράγμα και ένα αποκύημα της φαντασίας; Αν η επιστήμη έχει δίκιο, τότε ένα μόνο πράγμα είναι βέβαιο: η επιστήμη δεν θέλει να γνωρίζει τίποτε για το μηδέν. Αυτή είναι, τελικά, η επιστημονικά αυστηρή σύλληψη του μηδενός. Το γνωρίζουμε, καθόσον δεν θέλουμε να γνωρίζουμε τίποτε γι’ αυτό, το μηδέν.

Η επιστήμη δεν θέλει να γνωρίζει τίποτε για το μηδέν. Εξίσου βέβαιο, όμως, παραμένει και το εξής: εκεί όπου επιχειρεί να εκφράσει την ίδια της την ουσίαᵃ, επικαλείται το μηδέν ως βοήθεια. Εκείνο που απορρίπτει, το διεκδικεί. Ποια διχασμένη¹⁵ ουσία αποκαλύπτεται εδώ;

Κατά τον αναστοχασμό πάνω στην παρούσα ύπαρξή μας —ως ύπαρξη καθορισμένη από την επιστήμη— βρεθήκαμε στο μέσον μιας αντιπαράθεσης. Μέσα από αυτή την αντιπαράθεση έχει ήδη αναπτυχθεί ένα ερωτάν. Το ερώτημα απαιτεί μόνο να διατυπωθεί ρητά: Τι συμβαίνει με το μηδέν;


Η επεξεργασία του ερωτήματος

Η επεξεργασία του ερωτήματος περί του μηδενός πρέπει να μας φέρει στην κατάσταση από την οποία καθίσταται δυνατή η απάντηση ή, αντιθέτως, γίνεται κατανοητή η αδυνατότητα της απάντησης. Το μηδέν έχει παραδεχθεί. Η επιστήμη, με μια υπερέχουσα αδιαφορία απέναντί του, το εγκαταλείπει ως εκείνο που «δεν υπάρχει».

Παρ’ όλα αυτά, επιχειρούμε να ρωτήσουμε για το μηδέν. Τι είναι το μηδέν; Ήδη η πρώτη απόπειρα προσέγγισης αυτού του ερωτήματος φανερώνει κάτι ασυνήθιστο. Μέσα σε αυτό το ερωτάν θέτουμε εκ των προτέρων το μηδέν ως κάτι που «είναι» κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο — ως ένα ον. Από αυτό, όμως, διακρίνεται ακριβώς απολύτωςᵃ. Το ερώτημα περί του μηδενός —τι και πώς είναι αυτό, το μηδέν— μεταστρέφει το ερωτώμενο στο αντίθετό του. Το ερώτημα στερεί τον ίδιο του τον εαυτό από το αντικείμενό του.

Αντιστοίχως, κάθε απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι εξαρχής αδύνατη. Διότι κινείται αναγκαστικά μέσα στη μορφή: το μηδέν «είναι» τούτο ή εκείνο. Ερώτημα και απάντηση είναι, ως προς το μηδέν, εξίσου αντιφατικά μέσα στον ίδιο τους τον εαυτό.

Έτσι, δεν χρειάζεται καν να προηγηθεί η απόρριψη εκ μέρους της επιστήμης. Ο γενικά επικαλούμενος θεμελιώδης κανόνας κάθε σκέψης, η αρχή της αποφυγής της αντίφασης, η καθολική «λογική», καταρρίπτει αυτό το ερώτημα. Διότι η σκέψη, η οποία κατά την ουσία της είναι πάντοτε σκέψη κάποιου πράγματος, θα έπρεπε, ως σκέψη του μηδενός, να ενεργήσει ενάντια στην ίδια της την ουσία.

Επειδή, λοιπόν, μας απαγορεύεται να καταστήσουμε εν γένει το μηδέν αντικείμενο, έχουμε ήδη φθάσει στο τέλος του ερωτήματός μας περί του μηδενός — υπό την προϋπόθεση ότι μέσα σε αυτό το ερώτημα η «λογική»ᵇ είναι η ύψιστη αρχή, ότι ο νους είναι το μέσο και η σκέψη η οδός, προκειμένου να συλλάβουμε αρχέγονα το μηδέν και να αποφασίσουμε σχετικά με την ενδεχόμενη αποκάλυψή του.


Μπορεί όμως να αμφισβητηθεί η κυριαρχία της «λογικής»; Δεν είναι πράγματι ο νους κυρίαρχος σε αυτό το ερώτημα περί του μηδενός; Μόνο με τη βοήθειά του μπορούμε, άλλωστε, να καθορίσουμε εν γένει το μηδέν και να το θέσουμε ως πρόβλημα, έστω και ως πρόβλημα που αναλώνει τον ίδιο του τον εαυτό. Διότι το μηδέν είναι η άρνηση της ολότητας του όντος, το απολύτως μη-ον. Με αυτόν τον τρόπο υπάγουμε το μηδέν στον ανώτερο καθορισμό του μη-χαρακτήρα και, επομένως, όπως φαίνεται, του αρνημένου. Η άρνηση, όμως, σύμφωνα με την κυρίαρχη και ουδέποτε αμφισβητημένη διδασκαλία της «λογικής», είναι μια ιδιαίτερη ενέργεια του νου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να θέλουμε να αποπέμψουμε τον νου κατά το ερώτημα περί του μηδενός και, ακόμη περισσότερο, κατά το ερώτημα αν αυτό μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ερώτησης;

Είναι όμως τόσο βέβαιο εκείνο που προϋποθέτουμε εδώ; Αποτελούν άραγε το μη, το είναι-αρνημένο και, μαζί με αυτά, η άρνηση τον ανώτερο καθορισμό, στον οποίο υπάγεται το μηδέν ως ένα ιδιαίτερο είδος του αρνημένου; Υπάρχει το μηδέν μόνο επειδή υπάρχει το μη, δηλαδή η άρνηση; Ή μήπως συμβαίνει το αντίστροφο; Υπάρχουν η άρνηση και το μη μόνο επειδή υπάρχει το μηδέν; Αυτό δεν έχει αποφασιστεί ούτε καν έχει ακόμη αναχθεί σε ρητό ερώτημα. Ισχυριζόμαστε: το μηδέν είναι αρχικότεροᵃ από το μη και την άρνηση.

Αν αυτή η θέση ευσταθεί, τότε η δυνατότητα της άρνησης ως ενέργειας του νου και, επομένως, ο ίδιος ο νους εξαρτώνται κατά κάποιον τρόπο από το μηδέν. Πώς μπορεί τότε ο νους να θέλει να αποφανθεί γι’ αυτό; Μήπως, τελικά, η φαινομενική αντιφατικότητα του ερωτήματος και της απάντησης σχετικά με το μηδέν στηρίζεται αποκλειστικά σε μια τυφλή ιδιογνωμοσύνηᵇ του περιπλανώμενου νου;

Αν όμως δεν επιτρέψουμε να μας παραπλανήσει η τυπική αδυνατότητα του ερωτήματος περί του μηδενός και, παρά την αδυνατότητα αυτή, θέσουμε εντούτοις το ερώτημα, τότε πρέπει τουλάχιστον να ανταποκριθούμε σε εκείνο που εξακολουθεί να ισχύει ως θεμελιώδης απαίτηση για τη δυνατή διεξαγωγή κάθε ερωτήματος. Αν πρόκειται να ερωτηθεί το μηδέν —με οποιονδήποτε τρόπο—, και μάλιστα το ίδιο, τότε πρέπει προηγουμένως να είναι δεδομένο. Πρέπει να μπορούμε να το συναντήσουμε.

Πού αναζητούμε το μηδέν; Πώς βρίσκουμε το μηδέν; Για να βρούμε κάτι, δεν πρέπει άραγε να γνωρίζουμε ήδη κατά κάποιον τρόπο ότι αυτό υπάρχει; Πράγματι! Καταρχάς και ως επί το πλείστον, ο άνθρωπος μπορεί να αναζητεί μόνο όταν έχει ήδη προϋποθέσει την ύπαρξη εκείνου που αναζητεί. Τώρα, όμως, εκείνο που αναζητείται είναι το μηδέν. Μήπως, τελικά, υπάρχει μια αναζήτηση χωρίς αυτή την προϋπόθεση, μια αναζήτηση στην οποία ανήκει μια καθαρή εύρεση;

Όπως κι αν έχει το πράγμα, γνωρίζουμε το μηδέν, έστω και μόνο ως εκείνο για το οποίο μιλούμε καθημερινά εδώ κι εκεί. Αυτό το κοινό μηδέν, που έχει ξεθωριάσει μέσα σε όλη την ωχρότητα του αυτονόητου και περιφέρεται τόσο απαρατήρητα μέσα στην αερολογία μας, μπορούμε μάλιστα να το διευθετήσουμε πρόχειρα σε έναν «ορισμό»:

Το μηδέν είναι η πλήρης άρνηση της ολότητας του όντος.

Μήπως αυτός ο χαρακτηρισμός του μηδενός μάς παρέχει τελικά μια υπόδειξη προς την κατεύθυνση από την οποία και μόνο μπορεί αυτό να μας συναντήσει;

Η ολότητα του όντος πρέπει προηγουμένως να είναι δεδομένη, ώστε να μπορεί, ως τέτοια, να υποβληθεί απολύτως στην άρνηση, μέσα στην οποία θα έπρεπε τότε να φανερωθεί το ίδιο το μηδέν.

Αλλά, ακόμη και αν παραβλέψουμε τον αμφισβητήσιμο χαρακτήρα της σχέσης μεταξύ της άρνησης και του μηδενός, πώς μπορούμε εμείς —ως πεπερασμένα όντα— να καταστήσουμε προσιτό σε εμάς το σύνολο του όντος μέσα στην ολότητά του, καθ’ εαυτό και μάλιστα ως τέτοιο; Το πολύ-πολύ μπορούμε να σκεφτούμε το σύνολο του όντος μέσα στην «ιδέα», να αρνηθούμε νοητικά αυτό που παραστάθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο και να το «σκεφτούμε» ως αρνημένο. Μέσω αυτής της οδού αποκτούμε, βέβαια, την τυπική έννοια ενός νοερά παρασταθέντος μηδενός, ποτέ όμως το ίδιο το μηδέν.

Αλλά το μηδέν είναι τίποτε, και μεταξύ του νοερά παρασταθέντος και του «καθαυτό» μηδενός δεν μπορεί να υφίσταται κάποια διαφορά, εφόσον το μηδέν παριστά την πλήρη απουσία κάθε διαφοράς. Το ίδιο όμως το «καθαυτό» μηδέν — δεν είναι άραγε και πάλι εκείνη η κρυμμένη, αλλά αντιφατική έννοια ενός όντος μηδενός;

Για τελευταία φορά πρέπει τώρα οι αντιρρήσεις της διάνοιας (Verstand) να έχουν ανακόψει την αναζήτησή μας, η νομιμότητα της οποίας μπορεί να αποδειχθεί μόνο μέσω μιας θεμελιώδους εμπειρίας του μηδενός.

Συνεχίζεται

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΘΕΣΗ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ. ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΙΑ, ΖΗΤΗΜΑ ΖΩΗΣ Ή ΘΑΝΑΤΟΥ. ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΙΘΕΤΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΟΥΣ. ΕΚ ΤΟΥ ΟΛΟΥ, ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΥΣ. ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑΙ ΕΙΣΕΛΘΕΙ Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΑΝΑΛΟΓΩΣ ΚΑΙ Ο ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ, Ο ΣΟΦΙΣΤΗΣ, ΣΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΣΤΗΝ ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ. ΔΕΝ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ  ΤΙΠΟΤΕ ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΤΟΥ. ΕΝΑΝ ΜΟΝΟΛΟΓΟ. 
Ο ΝΟΥΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΝ, ΠΡΑΓΜΑ, ΦΥΣΗ.  ΔΕΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΤΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ. ΑΛΛΑ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ. ΛΑΜΠΡΥΝΕΙ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ. ΤΗΣ ΔΙΝΕΙ ΦΩΣ, ΕΙΝΑΙ Η ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ Ο ΔΗΛΩΜΕΝΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΚΑΘΕ ΕΞΥΠΝΟΥ.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ ΜΕ ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ Η ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ, ΚΑΘΟΤΙ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑΣ.
 "θεμελιώδης κανόνας κάθε σκέψης,   η αρχή της αποφυγής της αντίφασης, η καθολική «λογική»" ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ. ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΑΝΕΣΤΡΑΜΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ. Ο ΠΟΘΟΣ ΚΑΘΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΠΛΗΤΤΕΙ ΣΤΟΝ ΠΛΟΥΤΟ ΤΟΥ.  Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΗ ΑΝΤΙΦΑΣΗΣ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΘΕΣΗ ΠΕΦΤΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑ ΦΥΣΙΝ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟ-ΘΕΣΗ.
ΟΠΩΣ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ Ο ΚΑΝΤ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΕΚΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΟ a' posteriori σάν a'priori. ΑΥΤΗ Η ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΕΔΩΣΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙΣΜΑ, ΤΟ passa tempo ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΜΕ ΜΕΧΡΙΣ ΕΔΩ.
ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΕ, ΕΠΙΝΟΕΙΤΑΙ.
ΚΟΛΛΗΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ. ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΜΠΑΙΜΕ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: