Αρμός, Αθήνα 2020, 560 σελ.
IV. Όνειρα της Θερμής: Η ελληνορθόδοξη ταυτότητα ως πηγή των εθνικών κακοδαιμονιών
Στο τελευταίο βήμα της ερμηνευτικής των ονείρων ο Ράμφος στρέφει το βλέμμα του στα μέσα του εικοστού αιώνα για να διαυγάσει τα όνειρα των κατοίκων της Θερμής στη Λέσβο και τα γεγονότα που ακολούθησαν. Τον Ιούλιο του 1959, το ζεύγος Αγγέλου και Βασιλικής Ράλλη αποφασίζουν να κτίσουν έναν μικρό ναό στο κτήμα τους. Κατά την εκσκαφή έρχεται στο φως ένας σκελετός αγνώστου ταυτότητος ο οποίος στα όνειρα των κατοίκων του χωριού αποκαλύπτεται ως άγιος. «Η ανακάλυψη του τάφου και του σκελετού, που ακολούθησε τα πρώτα όνειρα, συνέβαλε αποφασιστικά ώστε το γεγονός αυτό να κυριεύσει τα πνεύματα και να ελευθερώσει την βαθύτερη επιθυμία των προσφύγων μας να ξαναβρούν το νόημα του μαρτυρικού τους ξεριζωμού αναπλάθοντας την ιστορία και ανακαλύπτοντας την ταυτότητα του σκελετού. Άραγε είναι τυχαίο ότι σημαντικά στοιχεία της ταυτότητός των ήσαν και στοιχεία της ταυτότητος του αγίου; Μήπως η εσωτερική πληροφόρηση των ονειρευομένων συνδεόταν με την μοίρα τους και η ψυχική λαχτάρα να αποκτήσει λυτρωτική διάσταση και σημασία η κακοτυχία της την πρόβαλλε ασυνείδητα στην "ταυτότητα" των τριών αγίων;» (σ. 491-492).[ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΝΤ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ. ΠΡΟΒΑΛΛΩ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. ΓΝΩΡΙΖΩ ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΩ. Η ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΟΜΩΣ ΠΩΣ ΕΙΣΗΛΘΕ ΣΤΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ; ΤΟ ΣΥΜΒΑΝ ΕΡΜΗΝΕΥΕΤΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΑ; ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΕΡΜΗΝΕΥΕΤΑΙ ΘΕΤΙΚΑ; Π.Χ. ΜΟΥΚΟΨΑΝ ΤΟ ΧΕΡΙ ΑΛΛΑ ΕΥΤΥΧΩΣ ΔΕΝ ΜΟΥΚΟΨΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ;]Ο Ράμφος ταξινομεί τα όνειρα των κατοίκων της Θερμής, στην πλειονότητά τους προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, ως μια παραδειγματική έκφραση της ελληνορθόδοξης ταυτότητας όπου το παρελθόν προβάλλεται στο παρόν νοηματοδοτώντας το παρηγορητικά, «ώστε να καθρεφτίζεται εντός τους και να ανακυκλώνεται σαν μαρτυρική μοίρα προς ανάσταση – σαν καημός! Ένας καημός που διαπερνά ηλεκτρικά απ’ άκρου εις άκρον την νεοελληνική ψυχή και έκφραση» (σ. 493).
Στη μορφή του αγίου, του ανθρωπότυπου που, όπως είδαμε, αντιστοιχεί στη χριστιανορθόδοξη ταυτότητα η οποία δημιουργήθηκε στο Βυζάντιο, ο Ράμφος διακρίνει τον συνδετικό κρίκο παρελθόντος ως απωλεσθέντος παραδείσου και παρόντος ως τόπου αποκατάστασης του πρώτου με δυσάρεστες συνέπειες, επειδή «ο παραδειγματικός χαρακτήρας του αγίου ως ενσάρκου ιδέας της υπαρκτικής πληρότητος, οδηγεί σε παραστατική πρόσληψη των γεγονότων –εδώ των ανασκαφικών ευρημάτων– η οποία διαστρέφει την ανάγκη της κατανοήσεως και υποσιτίζει την ιστορική συνείδηση υπέρ της ιστορικής ασυνειδησίας» (σ. 495). Ο άγιος λειτουργεί ως αγγελιοφόρος της θείας βούλησης παρηγορώντας, όντας συγχρόνως ελπιδοφόρος, αλλά υπονομεύει μια μη τελεολογική γραμμική αντίληψη του χρόνου. Η ιστορία συνιστά εκτύλιξη της θείας πρόνοιας έτσι ώστε να «προκύπτει μια παθογένεια αφιστορισμού του παρόντος η οποία οδηγεί σε απώλεια του ιστορικού μέλλοντος, καθώς η επιβίωση του παρόντος απαιτεί έξοδο σε ονειρικούς παραδείσους» (σ. 501). Στο ραμφικό σχήμα, το ελληνικό παρόν βιώνεται ως ανάμνηση, με αποτέλεσμα η αναπόληση ν’ αποβαίνει σε βάρος της ονειροπόλησης, έτσι ώστε, στο πεδίο του πράττειν, η μίμηση να επικρατεί έναντι της δημιουργίας. «Επικρατεί έτσι διαχρονικά ένας ανιστορικός εσχατολογικός μυστικισμός με κατ’ εξοχήν θύμα τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό, την υποχρέωση να διαβούμε επί τέλους το κατώφλι της ιστορικής δημιουργίας» (σ. 506). Η προσδοκία της λύτρωσης, ως αναστήλωσης του ενδόξου παρελθόντος στο πλαίσιο της ορθόδοξης χρονικότητας, εκφράζεται ατομικά και κοινωνικά ως απάθεια, πνευματική στειρότητα και πολιτική ανωριμότητα, διότι το παρόν απονεκρώνεται εντός ενός προκαθορισμένου νοήματος, δρώντας παραλυτικά και προξενώντας θυμικές εκρήξεις. «Οι Έλληνες είμαστε λαός συναισθηματικός επειδή ζούμε μνημονικά. Σκαλίζουμε διαρκώς το παρελθόν και κάποτε φθάνουμε στο σημείο να το κατασκευάζουμε παραμνησιακά. Η μνήμη των περασμένων παράγει συναίσθημα· η συνείδηση των παρόντων παράγει λογική. Αυτά σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Τα εθνικά μας τραύματα είναι μακροχρόνια, βιώματα εγγεγραμμένα βαθιά στην συλλογική μνήμη. Υπ’ αυτή την έννοια το μαρτυρικό παρελθόν επιστρατεύεται ως φύλαξ άγγελος και για το μέλλον» (σ. 512-513)[ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ ΚΑΙ Η ΣΚΙΩΔΗΣ ΤΟΥΣ ΥΠΑΡΞΗ. ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΔΕΝ ΗΘΕΛΑΝ ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΟΥΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΡΝΗΘΗΚΑΝ ΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ. ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΓΙΑΤΙ ΔΕΧΟΝΤΑΙ; ΤΙ ΑΛΛΑΞΕ;].
Σ’ ένα παρόν απονεκρωμένο μεν, αναμαγεμένο δε, όπου κυριαρχεί το συναίσθημα, ο εξορθολογισμός των θεσμών τελεί υπό αναστολή, με τη σκέψη να λειτουργεί ιδεοληπτικά και εργαλειακά, με ιδιοτελές πρόσημο σε ατομικό και σε συντεχνιακό επίπεδο, έτσι ώστε να «κυριαρχούν διχαστικά οι ευνοιοκρατικοί δεσμοί αίματος, καταγωγής και συμφερόντων που καθιστούν υποχείριό τους το κράτος και διαστρέφουν την λειτουργία του ως θεσμικού εγγυητή της κοινωνικής ζωής» (σ. 511). Αφυδατωμένο από δημιουργικότητα, το παρόν «καταντά ανενεργό, ένα είδος αδρανούς υλικού που, αντί να ενθαρρύνει την δημιουργικότητα, δίνει συμβιβαστικά άπλετο χώρο στο όνειρο. Υπό αυτή την έννοια, το συναίσθημα λειτουργεί παραλυτικά, ενώ ο λόγος ενδυναμώνει· μετατρέπει ψυχαναγκαστικά την πραγματικότητα σε τύπο με προκαθορισμένο νόημα» (σ. 516). Η στατικότητα του παρόντος και η δυσκολία εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας οφείλονται στην «ψυχοπαθολογική εμμονή να ανακυκλώνουμε στο παρόν απωθημένα του παρελθόντος και, ένα μαζί τους, να σταματήσουμε το ιστορικό γίγνεσθαι ως απειλή απωλείας της ταυτότητος και δι’ αυτής του παρόντος μας» (σ. 517). Για τον Ράμφο, η παραπάνω ψυχοπαθολογία συνοδεύει εκ γενετής το ελληνικό κράτος, καθώς αυτό συγκροτήθηκε με δίδυμη πλην όμως αντινομική αναφορά τον γαλλικό Διαφωτισμό, μαζί με τον γερμανικό ρομαντισμό από τη μια και τη βυζαντινή παράδοση από την άλλη. Ωστόσο, δεν εξετάζει τη συνεισφορά του γερμανικού ρομαντισμού στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας, και της βαυαρικής, ακολούθως δανογερμανικής, μοναρχίας στη δημιουργία του ελληνικού κράτους, αλλά ούτε εκείνη του φιλελληνισμού. Επιπλέον, με το άλμα από την πτώση του Βυζαντίου στην εθνική ανεξαρτησία, παραμένει αδιερεύνητη η επίδραση του οθωμανικού πολιτισμού στη νεοελληνική ταυτότητα, ως εάν οι τέσσερις αιώνες υπόδουλης ύπαρξης εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας να μην άφησαν ευδιάκριτα ίχνη.
Αλλά οι παραπάνω δεν είναι οι κυριότεροι λόγοι για τους οποίους η προαναφερθείσα αντινομία χάσκει ανεπίλυτη στο ραμφικό σχήμα, με αποτέλεσμα να παραμένει ημιτελές το πρόταγμα της ελληνικής νεωτερικότητας. Ενώ ο Ράμφος πιστεύει ότι «η αλλαγή για την Ελλάδα έγκειται σε ρήξη με τα τυποτελεστικά βυζαντινά πρότυπα και τα αντανακλαστικά της τουρκοκρατίας, σε υπέρβαση της ελλαδικότητας εν ονόματι, όπως τόνιζε ο Καβάφης, του ελληνικού και έξοδο προς το νεωτερικό εθνοσύνολο, με έναν υπεύθυνο δημιουργικό άνθρωπο, κύριο της ταυτότητός του και όχι παθητικό της υποκείμενο» (σ. 513-514), στο έργο του αναλύει την ελληνική ταυτότητα αποκλειστικά με βάση τους Ελλαδίτες και όχι τον ευρύτερο ελληνισμό, στον οποίο όμως ανήκει ο Καβάφης, όπως επίσης ανήκουν ο Κοραής, ο Καποδίστριας, ο Υψηλάντης και τα περισσότερα μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Εξετάζοντας την ελληνική ταυτότητα στο πλαίσιο του ελληνικού κράτους και παραβλέποντας τη μακραίωνη ιστορία της ελληνικής διασποράς, ο Ράμφος παραγνωρίζει την κοσμοπολιτική ελληνική εμπειρία που αυτή ενσαρκώνει.[1] Αναχωρώντας και ακολούθως εργαζόμενοι για ένα καλύτερο μέλλον με αισιοδοξία, δίχως να παγιδεύονται στο παρελθόν, οι απόδημοι ρίζωσαν στα πέρατα της οικουμένης, παραμένοντας Έλληνες ως Αμερικανοί, Αυστραλοί ή Γερμανοί. Η εθνική αυτοκατανόηση της ελληνικής διασποράς συντελέστηκε εντός ξένων κρατών και ανάμεσα σε/ως προς άλλες πολιτισμικές ταυτότητες. Οι απόδημοι βίωσαν την ιδιότητα του πολίτη απαλλαγμένοι από τις αδυναμίες του ελληνικού κράτους, όχι απλώς υπακούοντας προθύμως στους εκάστοτε νόμους και συμμορφούμενοι στους κανόνες συμπεριφοράς αλλά συχνά διαπρέποντας. Βίωσαν επίσης την ελληνική τους ταυτότητα με έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι οι Ελλαδίτες, λιγότερο μοιρολατρικά και εν πολλοίς με μικρότερη ανασφάλεια. Ο νόστος για την πατρίδα δεν στείρωσε τη δημιουργικότητά τους, όπως η αγάπη για τις ρίζες τους δεν τους εμπόδισε να αγαπήσουν τις νέες πατρίδες. Οι Έλληνες της διασποράς ανοίχτηκαν στους ωκεανούς του κόσμου αναζητώντας την τύχη τους ως απόγονοι των Αργοναυτών και σταυροκοπήθηκαν στα κύματα. Έτσι, καταμεσής της θάλασσας, διαμορφώθηκε μια μη εσχατολογική αντίληψη του χρόνου που συγχωρούσε την Παναγία και την Αθηνά, γεννώντας μια θαλερή ιστορική συνείδηση.
Στο τελευταίο βήμα της ερμηνευτικής των ονείρων ο Ράμφος στρέφει το βλέμμα του στα μέσα του εικοστού αιώνα για να διαυγάσει τα όνειρα των κατοίκων της Θερμής στη Λέσβο και τα γεγονότα που ακολούθησαν. Τον Ιούλιο του 1959, το ζεύγος Αγγέλου και Βασιλικής Ράλλη αποφασίζουν να κτίσουν έναν μικρό ναό στο κτήμα τους. Κατά την εκσκαφή έρχεται στο φως ένας σκελετός αγνώστου ταυτότητος ο οποίος στα όνειρα των κατοίκων του χωριού αποκαλύπτεται ως άγιος. «Η ανακάλυψη του τάφου και του σκελετού, που ακολούθησε τα πρώτα όνειρα, συνέβαλε αποφασιστικά ώστε το γεγονός αυτό να κυριεύσει τα πνεύματα και να ελευθερώσει την βαθύτερη επιθυμία των προσφύγων μας να ξαναβρούν το νόημα του μαρτυρικού τους ξεριζωμού αναπλάθοντας την ιστορία και ανακαλύπτοντας την ταυτότητα του σκελετού. Άραγε είναι τυχαίο ότι σημαντικά στοιχεία της ταυτότητός των ήσαν και στοιχεία της ταυτότητος του αγίου; Μήπως η εσωτερική πληροφόρηση των ονειρευομένων συνδεόταν με την μοίρα τους και η ψυχική λαχτάρα να αποκτήσει λυτρωτική διάσταση και σημασία η κακοτυχία της την πρόβαλλε ασυνείδητα στην "ταυτότητα" των τριών αγίων;» (σ. 491-492).[ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΝΤ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ. ΠΡΟΒΑΛΛΩ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. ΓΝΩΡΙΖΩ ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΩ. Η ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΟΜΩΣ ΠΩΣ ΕΙΣΗΛΘΕ ΣΤΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ; ΤΟ ΣΥΜΒΑΝ ΕΡΜΗΝΕΥΕΤΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΑ; ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΕΡΜΗΝΕΥΕΤΑΙ ΘΕΤΙΚΑ; Π.Χ. ΜΟΥΚΟΨΑΝ ΤΟ ΧΕΡΙ ΑΛΛΑ ΕΥΤΥΧΩΣ ΔΕΝ ΜΟΥΚΟΨΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ;]Ο Ράμφος ταξινομεί τα όνειρα των κατοίκων της Θερμής, στην πλειονότητά τους προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, ως μια παραδειγματική έκφραση της ελληνορθόδοξης ταυτότητας όπου το παρελθόν προβάλλεται στο παρόν νοηματοδοτώντας το παρηγορητικά, «ώστε να καθρεφτίζεται εντός τους και να ανακυκλώνεται σαν μαρτυρική μοίρα προς ανάσταση – σαν καημός! Ένας καημός που διαπερνά ηλεκτρικά απ’ άκρου εις άκρον την νεοελληνική ψυχή και έκφραση» (σ. 493).
Στη μορφή του αγίου, του ανθρωπότυπου που, όπως είδαμε, αντιστοιχεί στη χριστιανορθόδοξη ταυτότητα η οποία δημιουργήθηκε στο Βυζάντιο, ο Ράμφος διακρίνει τον συνδετικό κρίκο παρελθόντος ως απωλεσθέντος παραδείσου και παρόντος ως τόπου αποκατάστασης του πρώτου με δυσάρεστες συνέπειες, επειδή «ο παραδειγματικός χαρακτήρας του αγίου ως ενσάρκου ιδέας της υπαρκτικής πληρότητος, οδηγεί σε παραστατική πρόσληψη των γεγονότων –εδώ των ανασκαφικών ευρημάτων– η οποία διαστρέφει την ανάγκη της κατανοήσεως και υποσιτίζει την ιστορική συνείδηση υπέρ της ιστορικής ασυνειδησίας» (σ. 495). Ο άγιος λειτουργεί ως αγγελιοφόρος της θείας βούλησης παρηγορώντας, όντας συγχρόνως ελπιδοφόρος, αλλά υπονομεύει μια μη τελεολογική γραμμική αντίληψη του χρόνου. Η ιστορία συνιστά εκτύλιξη της θείας πρόνοιας έτσι ώστε να «προκύπτει μια παθογένεια αφιστορισμού του παρόντος η οποία οδηγεί σε απώλεια του ιστορικού μέλλοντος, καθώς η επιβίωση του παρόντος απαιτεί έξοδο σε ονειρικούς παραδείσους» (σ. 501). Στο ραμφικό σχήμα, το ελληνικό παρόν βιώνεται ως ανάμνηση, με αποτέλεσμα η αναπόληση ν’ αποβαίνει σε βάρος της ονειροπόλησης, έτσι ώστε, στο πεδίο του πράττειν, η μίμηση να επικρατεί έναντι της δημιουργίας. «Επικρατεί έτσι διαχρονικά ένας ανιστορικός εσχατολογικός μυστικισμός με κατ’ εξοχήν θύμα τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό, την υποχρέωση να διαβούμε επί τέλους το κατώφλι της ιστορικής δημιουργίας» (σ. 506). Η προσδοκία της λύτρωσης, ως αναστήλωσης του ενδόξου παρελθόντος στο πλαίσιο της ορθόδοξης χρονικότητας, εκφράζεται ατομικά και κοινωνικά ως απάθεια, πνευματική στειρότητα και πολιτική ανωριμότητα, διότι το παρόν απονεκρώνεται εντός ενός προκαθορισμένου νοήματος, δρώντας παραλυτικά και προξενώντας θυμικές εκρήξεις. «Οι Έλληνες είμαστε λαός συναισθηματικός επειδή ζούμε μνημονικά. Σκαλίζουμε διαρκώς το παρελθόν και κάποτε φθάνουμε στο σημείο να το κατασκευάζουμε παραμνησιακά. Η μνήμη των περασμένων παράγει συναίσθημα· η συνείδηση των παρόντων παράγει λογική. Αυτά σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Τα εθνικά μας τραύματα είναι μακροχρόνια, βιώματα εγγεγραμμένα βαθιά στην συλλογική μνήμη. Υπ’ αυτή την έννοια το μαρτυρικό παρελθόν επιστρατεύεται ως φύλαξ άγγελος και για το μέλλον» (σ. 512-513)[ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ ΚΑΙ Η ΣΚΙΩΔΗΣ ΤΟΥΣ ΥΠΑΡΞΗ. ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΔΕΝ ΗΘΕΛΑΝ ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΟΥΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΡΝΗΘΗΚΑΝ ΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ. ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΓΙΑΤΙ ΔΕΧΟΝΤΑΙ; ΤΙ ΑΛΛΑΞΕ;].
Σ’ ένα παρόν απονεκρωμένο μεν, αναμαγεμένο δε, όπου κυριαρχεί το συναίσθημα, ο εξορθολογισμός των θεσμών τελεί υπό αναστολή, με τη σκέψη να λειτουργεί ιδεοληπτικά και εργαλειακά, με ιδιοτελές πρόσημο σε ατομικό και σε συντεχνιακό επίπεδο, έτσι ώστε να «κυριαρχούν διχαστικά οι ευνοιοκρατικοί δεσμοί αίματος, καταγωγής και συμφερόντων που καθιστούν υποχείριό τους το κράτος και διαστρέφουν την λειτουργία του ως θεσμικού εγγυητή της κοινωνικής ζωής» (σ. 511). Αφυδατωμένο από δημιουργικότητα, το παρόν «καταντά ανενεργό, ένα είδος αδρανούς υλικού που, αντί να ενθαρρύνει την δημιουργικότητα, δίνει συμβιβαστικά άπλετο χώρο στο όνειρο. Υπό αυτή την έννοια, το συναίσθημα λειτουργεί παραλυτικά, ενώ ο λόγος ενδυναμώνει· μετατρέπει ψυχαναγκαστικά την πραγματικότητα σε τύπο με προκαθορισμένο νόημα» (σ. 516). Η στατικότητα του παρόντος και η δυσκολία εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας οφείλονται στην «ψυχοπαθολογική εμμονή να ανακυκλώνουμε στο παρόν απωθημένα του παρελθόντος και, ένα μαζί τους, να σταματήσουμε το ιστορικό γίγνεσθαι ως απειλή απωλείας της ταυτότητος και δι’ αυτής του παρόντος μας» (σ. 517). Για τον Ράμφο, η παραπάνω ψυχοπαθολογία συνοδεύει εκ γενετής το ελληνικό κράτος, καθώς αυτό συγκροτήθηκε με δίδυμη πλην όμως αντινομική αναφορά τον γαλλικό Διαφωτισμό, μαζί με τον γερμανικό ρομαντισμό από τη μια και τη βυζαντινή παράδοση από την άλλη. Ωστόσο, δεν εξετάζει τη συνεισφορά του γερμανικού ρομαντισμού στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας, και της βαυαρικής, ακολούθως δανογερμανικής, μοναρχίας στη δημιουργία του ελληνικού κράτους, αλλά ούτε εκείνη του φιλελληνισμού. Επιπλέον, με το άλμα από την πτώση του Βυζαντίου στην εθνική ανεξαρτησία, παραμένει αδιερεύνητη η επίδραση του οθωμανικού πολιτισμού στη νεοελληνική ταυτότητα, ως εάν οι τέσσερις αιώνες υπόδουλης ύπαρξης εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας να μην άφησαν ευδιάκριτα ίχνη.
Αλλά οι παραπάνω δεν είναι οι κυριότεροι λόγοι για τους οποίους η προαναφερθείσα αντινομία χάσκει ανεπίλυτη στο ραμφικό σχήμα, με αποτέλεσμα να παραμένει ημιτελές το πρόταγμα της ελληνικής νεωτερικότητας. Ενώ ο Ράμφος πιστεύει ότι «η αλλαγή για την Ελλάδα έγκειται σε ρήξη με τα τυποτελεστικά βυζαντινά πρότυπα και τα αντανακλαστικά της τουρκοκρατίας, σε υπέρβαση της ελλαδικότητας εν ονόματι, όπως τόνιζε ο Καβάφης, του ελληνικού και έξοδο προς το νεωτερικό εθνοσύνολο, με έναν υπεύθυνο δημιουργικό άνθρωπο, κύριο της ταυτότητός του και όχι παθητικό της υποκείμενο» (σ. 513-514), στο έργο του αναλύει την ελληνική ταυτότητα αποκλειστικά με βάση τους Ελλαδίτες και όχι τον ευρύτερο ελληνισμό, στον οποίο όμως ανήκει ο Καβάφης, όπως επίσης ανήκουν ο Κοραής, ο Καποδίστριας, ο Υψηλάντης και τα περισσότερα μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Εξετάζοντας την ελληνική ταυτότητα στο πλαίσιο του ελληνικού κράτους και παραβλέποντας τη μακραίωνη ιστορία της ελληνικής διασποράς, ο Ράμφος παραγνωρίζει την κοσμοπολιτική ελληνική εμπειρία που αυτή ενσαρκώνει.[1] Αναχωρώντας και ακολούθως εργαζόμενοι για ένα καλύτερο μέλλον με αισιοδοξία, δίχως να παγιδεύονται στο παρελθόν, οι απόδημοι ρίζωσαν στα πέρατα της οικουμένης, παραμένοντας Έλληνες ως Αμερικανοί, Αυστραλοί ή Γερμανοί. Η εθνική αυτοκατανόηση της ελληνικής διασποράς συντελέστηκε εντός ξένων κρατών και ανάμεσα σε/ως προς άλλες πολιτισμικές ταυτότητες. Οι απόδημοι βίωσαν την ιδιότητα του πολίτη απαλλαγμένοι από τις αδυναμίες του ελληνικού κράτους, όχι απλώς υπακούοντας προθύμως στους εκάστοτε νόμους και συμμορφούμενοι στους κανόνες συμπεριφοράς αλλά συχνά διαπρέποντας. Βίωσαν επίσης την ελληνική τους ταυτότητα με έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι οι Ελλαδίτες, λιγότερο μοιρολατρικά και εν πολλοίς με μικρότερη ανασφάλεια. Ο νόστος για την πατρίδα δεν στείρωσε τη δημιουργικότητά τους, όπως η αγάπη για τις ρίζες τους δεν τους εμπόδισε να αγαπήσουν τις νέες πατρίδες. Οι Έλληνες της διασποράς ανοίχτηκαν στους ωκεανούς του κόσμου αναζητώντας την τύχη τους ως απόγονοι των Αργοναυτών και σταυροκοπήθηκαν στα κύματα. Έτσι, καταμεσής της θάλασσας, διαμορφώθηκε μια μη εσχατολογική αντίληψη του χρόνου που συγχωρούσε την Παναγία και την Αθηνά, γεννώντας μια θαλερή ιστορική συνείδηση.
ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΘΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΛΛΟΤΡΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου