Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Πνευματικά Γυμνάσματα 7 Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

Συνέχεια από Δευτέρα 17. Αυγούστου 2026

Πνευματικά Γυμνάσματα 7

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ
Τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μεταχειρίζεται κάθε Χριστιανὸς ὅπου ἐπιθυμεῖ νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του, διαμοιρασμένα εἰς Μελέτας, Ἐξετάσεις καὶ Ἀναγνώσεις.


ΜΕΛΕΤΗ Ζ΄.
Α΄. Περὶ τοῦ κακοῦ ὅπου περιέχει καθ' ἑαυτὴν ἡ ἁμαρτία.
Β΄. Περὶ τοῦ κακοῦ ὅπου προξενεῖ εἰς τοὺς ἄλλους ἐν τῇ παρούσα ζωῇ.
Γ΄. Περὶ τοῦ κακοῦ ὅπου προξενεῖ ἐν τῇ μελλούση ζωῇ.
α΄.

Συλλογίσου τὸ κακὸ ὅπου περιέχει καθ' ἑαυτὴν ἡ ἁμαρτία. Καθὼς ἕνα εἶναι τὸ ἄκρον ἀγαθὸν, ὁ Θεὸς, Τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀγαπῶμεν καθ' αὐτὸ καὶ κυρίως καὶ δι' αὐτό, πρέπει νὰ ἀγαπῶμεν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἀγαθὰ· ἔτσι ἐκ τοῦ ἐναντίου, ἕνα εἶναι τὸ ἄκρον κακόν, ἡ ἁμαρτία, τὸ ὁποῖον πρέπει καθ' αὐτὸ νὰ βδελυττώμεθα καὶ νὰ μισοῦμεν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα κακὰ· καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ μεγαλυτέρα ἐναντιότης ἀπὸ ἐκείνην ποὺ εὑρίσκεται ἀνάμεσα εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὴν ἁμαρτίαν, φανερὸν εἶναι πῶς ἐκεῖνο τὸ κακὸν ποὺ εὐρίσκεται τοιουτοτρόπως ἐναντίον εἰς τὸ κάλλιστον, ἤγουν εἰς τὸ ἄκρον ἀγαθὸν, βεβαιότατα εἶναι ἄκρον κακόν· ὅθεν ἀνίσως ὁ Θεὸς ἦναι ἕνα ἄπειρον πέλαγος τελειότητος, ἡ ἁμαρτία ἐξ ἐναντίας εἶναι μία ἄβυσσος κακίας χωρὶς πάτον· καὶ ἂν ὁ Θεὸς ἦναι ἕνα ἀγαθὸν ἀπείρως ἀνώτερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθά, ἡ ἁμαρτία εἶναι ἕνα κακὸν ἀπείρως ἀνώτερον ἀπὸ ὅλα τὰ κακὰ καὶ ἀνίσως ὁ Θεὸς ἦναι ἕνα τοιοῦτον Ὄν, ποὺ ἂν συγκριθοῦν μὲ αὐτὸ ὅλα τὰ ἄλλα πράγματα, εἶναι τὸ οὐδέν· βέβαια ἡ ἁμαρτία εἶναι ἕνα τοιοῦτον βδέλυγμα, ποὺ ἂν συγκριθοῦν μὲ αὐτὴν ὅλα τὰ ἄλλα κακά, δὲν ἠμποροῦν νὰ ὀνομασθοῦν κακὰ· λοιπὸν ἡ ἁμαρτία εἶναι τὸ μεγαλύτερον τέρας καὶ τῆς παρούσης ζωῆς καὶ τῆς μελλούσης· καὶ ὁ ἴδιος Θεὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσῃ κανένα ἄλλο τέρας πλέον μεγαλύτερον καὶ ἐναντιώτερον εἰς τὴν θείαν Του μεγαλειότητα καὶ ἀγαθότητα, ἔξω ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ μισήσῃ ἄλλο τί περισσότερον ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, καθὼς λέγει ὁ Σειράχ «μισητὴ ἔναντι Κυρίου ὑπερηφανεία». (ι' 7,)· διότι ἂν δὲν τὴν ἐμίσου, δὲν ἦτο Θεὸς. Καὶ τοῦτο ἀκόμη στοχάσου, ὅτι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ παρθῇ ἡ ἁμαρτία ἀπὸ τὸν ἄδην, ὁ ἄδης δὲν ἤθελεν εἶναι πλέον ἄδης, ἀλλὰ Παράδεισος· καὶ ἐκ τοῦ ἐναντίου πάλιν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμβῇ ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν Παράδεισον, ὁ Παράδεισος δὲν ἤθελεν εἶναι πλέον Παράδεισος, ἀλλὰ ἅδης τόσον πικρὸν καὶ δραστικὸν εἶναι τὸ φαρμάκι της.

Ὅθεν ἀπὸ ταῦτα ὅλα ὅπου εἴπαμεν συμπέρανε τώρα αγαπητέ, τί ἔκαμες ἐσὺ ὅταν ἔπραξες τὴν ἁμαρτίαν; Εγέννησες ἕνα τέρας τόσον βδελυκτόν, ὅπου ἐναντιώνεται ἄκρως μὲ ὅλον ἐκεῖνο τὸ ἀγαθὸν ὅπου εὑρίσκεται εἰς τὸν Θεὸν καὶ ὅπου εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἔχθρὸς ὅλων τῶν θείων Του ἰδιοτήτων· ὅθεν ἀγαπῶντας ἐσὺ αὐτὸ τὸ τέρας, ἔγινες κατὰ κάποιον τρόπον ἀπείρως κακός, ὅσον εἶναι ἀπείρως ὁ Θεὸς ἀγαθὸς καὶ ἀκολούθως ἔγινες καὶ σύ, ὡς ἁμαρτωλός, μισητὸς εἰς τὸν Θεὸν καθὼς εἶναι μισητὴ εἰς αὐτὸν καὶ ἡ ἁμαρτία, ὡς λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ Αγιον διὰ τοῦ σοφοῦ Σολομῶντος «Μισητὰ τῷ Θεῷ ὁ ἀσεβῶν καὶ ἡ ἀσέβεια αὐτοῦ» (ιδ' 9) Γνώρισε λοιπὸν τὴν κατάστασιν τῆς ἀκρας σου ἀθλιότητος καὶ ταπεινώσου βαθέως· εὐχαρίστησε· τὴν εὐσπλαγχνίαν τοῦ Θεοῦ ὅπου σοῦ δίδει χεῖρα βοηθείας διὰ νὰ σὲ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὸ μισητὸν αὐτὸ καὶ συγχαμερὸν φόρεμα ὅπου ἐνεδύθης τῆς ἁμαρτίας· ἐπειδὴ ὅμως χρειάζεται καὶ ἡ ἰδική σου θέλησις νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴν εὐσπλαγχνίαν τοῦ Θεοῦ καὶ οὕτω διὰ τῶν δύο ὁμοῦ νὰ ἐξαλειφθοῦν αἱ ἁμαρτίαι σου, μεταχειρίσου αὐτὴν ὅλην σου τὴν θέλησιν διὰ νὰ ἀφανίσῃς ὅλα τὰ κακὰ ποὺ ἔπραξες παρακαλώντας τὸν Θεὸν νὰ τὴν δυναμώσῃ μὲ τὴν χάριν Του τόσον πολλά, ὥστε ὅπου νὰ δυνηθῇς καὶ ἐσὺ νὰ ἀντισταθῇς τοιουτοτρόπως εἰς τὴν ἁμαρτίαν καθώς καὶ ἡ ἁμαρτία ἀντιστέκεται εἰς τὸν Θεὸν καὶ νὰ τὴν συντρίψῃς καθὼς καὶ αὐτὴ σὲ ἐσύντριψε καὶ νὰ τῆς ἀνταποδώσῃς ἐκείνην τὴν βλάβην ὅπου αὐτὴ σοῦ ἔκαμε διὰ νὰ ἀξιωθῆς καὶ τοῦ προφητικοῦ ἐκείνου μακαρισμού, «Μακάριος, ὅς ἀνταπαδώσει σοι τὸ ἀνταπόδωμά σου, ὁ ἀνταπέδωκας ἡμῖν μακάριος ὅς κρατήσει καὶ ἐδαφιεῖ τὰ νήπιά σου πρὸς τὴν πέτραν» (Ψαλμ. ρλς 9).

β.

Συλλογίσου τὸ κακὸν ὅπου σου προξενεῖ εἰς τὸν παρόντα αἰῶνα ἡ ἁμαρτία· τρεῖς εἶναι οἱ βαθμοὶ ἐπάνω εἰς τοὺς ὅποίους γίνεται ὅλων τῶν ὄντων ἡ κίνησις, ὑπερφυσικός, φυσικός, καὶ παρὰ φύσιν. Ὁ ὑπερφυσικὸς περιέχει ὅλα ἐκεῖνα τὰ χαρίσματα ποὺ ὑπερβαίνουν τοὺς νόμους τῆς φύσεως, μὰ δὲν φθείρουν, ἀλλὰ μάλιστα τελειοποιοῦσι καὶ καλλιτερούουσι τὴν φύσιν· ὁ φυσικός περιέχει ἐκεῖνα τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀκολουθοῦν κατὰ τοὺς νόμους τῆς φύσεως· ὁ δὲ παρὰ φύσιν περιέχει ἐκεῖνα τὰ κακά, ποὺ εἶναι καὶ αὐτὰ ἔξω ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς φύσεως, ὅμως φθείρουσι καὶ ἀχρειοῦσι τὴν φύσιν. Τώρα ἡ ἁμαρτία, ἐπειδὴ καὶ εἶναι παρὰ φύσιν κίνησις, καθὼς τὴν ὁρίζει ὁ θεῖος Μάξιμος, διὰ τοῦτο αὐτὴ ὑστερεῖ τὸν ταλαίπωρον ἁμαρτωλόν, ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπερφυσικὰ χαρίσματα καὶ ἀγαθὰ καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ φυσικά, καὶ τὸν ἀφήνει μόνον μὲ τὰ παρὰ φύσιν καὶ φθαρτικά τῆς φύσεως κακά. Ὅθεν ἡ ἁμαρτία, α΄) διαφθείρει τὰς ἕξεις τῶν ὑπερφυσικῶν καὶ θεολογικῶν λεγομένων ἀρετῶν τῆς ζωντανῆς λέγω πίστεως, τῆς ἀδιστάκτου ἐλπίδος, καὶ τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης, καὶ ἀφήνει εἰς τὴν ψυχὴν ἕνα λείψανον νεκρᾶς πίστεως, νεκρᾶς ἐλπίδος καὶ νεκρᾶς ἀγάπης. β΄) Ὕστερεῖ τὴν ψυχὴν ἀπὸ τὴν δικαιούσαν χάριν, ἀπὸ τὴν ἐνεργοῦσαν, ἀπὸ τὴν τῆς υἱοθεσίας καὶ τὴν τῆς διαμονῆς καὶ ἁπλῶς ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα ἄπειρα ἀγαθὰ ποὺ περιέχει ἡ χάρις, τῆς ὁποίας ἕνα μόνον μέρος εἶναι περισσοτέρας τιμῆς, παρὰ ποὺ εἶναι ὅλος ὁ κόσμος· ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ Θεία Χάρις, εἶναι τὸ μεγαλύτερον δῶρον ποὺ δύναται νὰ δώσῃ ὁ Θεὸς εἰς ἕνα ἁπλοῦν κτίσμα ἐν τῇ προσωρινῇ ταύτη ζωῇ. γ΄) Γυμνώνει τὴν ψυχὴν ἀπὸ ὅλους τοὺς μισθοὺς τῶν καλῶν ἔργων ποὺ αὐτὴ ἔφθασε νὰ κάμη προτήτερα καὶ ἀπὸ τὴν φιλίαν καὶ υἱότητα ποὺ ἔλαβε μὲ τὸν Θεὸν καὶ ἀκολούθως τὴν γυμνώνει ἀπὸ τὸ δίκαιον ποὺ ἔχει νὰ γίνῃ κληρονόμος τῶν ἀγαθῶν καὶ τῆς βασιλείας τοῦ Οὐρανίου Πατρὸς της, ὡς λέγει ὁ θεῖος Παῦλος «Εἰ δέ τέκνα καὶ κληρονόμοι κληρονόμοι μὲν Θεοῦ συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ».

Ἀφοῦ δὲ ἡ ἁμαρτία εὐκαιρώσῃ τὴν ἀθλίαν ψυχὴν ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπερφυσικὰ ἀγαθὰ, τὴν γυμνώνει ἀκόμη καὶ μὲ τὰ ἀγαθά τῆς φύσεως· διότι τῆς παίρνει τὴν ὀξύτητα τοῦ νοὸς τὸ φῶς καὶ τὴν διάκρισιν τοῦ λογικοῦ τὴν ἁπαλότητα καὶ αἴσθησιν τῆς καρδίας τὴν εἰρήνην τῶν λογισμῶν καὶ τῆς συνειδήσως καὶ τὴν καθαρότητα ὅλων της τῶν δυνάμεων ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ σῶμα τὸ ἀδυνατίζει καὶ τὰς αἰσθήσεις του μολύνει· καὶ ἔτσι γεμίζει τὴν ταλαίπωρον ψυχὴν ἀπὸ μόνα τὰ παρὰ φύσιν πάθη· ἤγουν γεμίζει τὸν νοῦν ἀπὸ σκοτεινάδες καὶ σφάλματα· γεμίζει τὴν θέλησιν ἀπὸ σκληρότητα καὶ ἀποστροφὴν τοῦ ἄκρου ἀγαθοῦ· γεμίζει τὸ ἐπιθυμητικὸν ἀπὸ ἀχαλίνωτους ἐπιθυμίας· τὸ θυμικὸν ἀπὸ ἀηδίαν καὶ ἀνορεξίαν ὅλων τῶν καλῶν· τὸ σῶμα ἀπὸ ἀκαθαρσίας· τὰς αἰσθήσεις ἀπὸ ἀταξίας, καὶ τέλος πάντων τὴν ψυχὴν ὅπου ἦτο ἕνας ζωντανὸς ναὸς τῆς θεότητος, καθὼς λέγει ὁ Παῦλος «Ὑμεῖς ἐστὲ ναὸς Θεοῦ ζῶντος» (β'. Κορ. ς'. 16), τὴν κάμνει ἕνα σπήλαιον δαιμόνων, καὶ μίαν φωλεὰν τῶν νοητῶν δρακόντων, ὡς λέγει ὁ Ἱερεμίας «Δώσω τὴν Ἱερουσαλὴμ εἰς μετοικίαν καὶ εἰς κατοικητήριον δρακόντων» (θ'. 11) Τί λέγω μόνον ταῦτα; «Ἡ ἁμαρτία καὶ τὸ κακὸν ἐπειδή, κατὰ τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον (Λόγ. κατὰ Ἑλλήνων), οὐ γέγονε παρὰ Θεοῦ, οὐδὲ ἐν Θεῷ, οὔ ἐξ ἀρχῆς γέγονεν, οὔτε οὐσία τις ἐστίν αὐτοῦ· διὰ τοῦτο καὶ ἐκεῖνον τὸν ἁμαρτωλὸν ποὺ τὴν ἐργάζεται, τὸν κάμνει μὴ ὂν καὶ μηδέν, καθὼς καὶ αὐτὴ εἶναι μὴ ὂν καὶ μηδέν. Ὅθεν ὁ μὲν Νύσσης Γρηγόριος εἶπε· «τὸ μὲν ἐν τῷ ὄντι εἶναι (ἤτοι ἐν τῷ καλῷ), ἀληθές ἐστιν εἶναι· εἰ δὲ τι τοῦ ὄντος ἐκπέπτωκεν, οὐδὲ ἐν τῷ ὄντι ἐστι· τὸ γὰρ ἐν κακίᾳ εἶναι οὐκ ἐστι κυρίως εἶναι· διότι αὐτὴ καθ' ἑαυτὴν ἡ κακία οὐκ ἔστιν, ἀλλ᾽ ἡ τοῦ καλοῦ ἀνυπαρξία, κακία γίνεται». (Ἑρμηνεία εἰς τοὺς ψαλμ.) Ὁ δὲ ἱερὸς Αὐγουστῖνος «Οὐδὲν ἕτερόν ἐστι τὸ κακόν, ἢ τοῦ ἀγαθοῦ στέρησις· τὸ κακὸν τοίνυν οὐδέν ἐστιν ὁσάκις τοίνυν ἐκτρέπῃ τοῦ ἀγαθοῦ, σαὐτὸν τοῦ λόγου χωρίζεις· αὐτὸς γὰρ ἐστι τἀγαθὸν καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲν γίνῃ, ὅτι χωρὶς εἰ τοῦ λόγου, οὗ χωρὶς γέγονεν οὐδὲ ἕν». (Εὐχὴ δ'.) Καὶ λοιπὸν ποῖαν ζωὴν ζῇ εἰς τὸ ἑξῆς ὁ ἄθλιος ἁμαρτωλός, Ζωὴν λυπημένην καὶ τεθλιμμένην, ζωὴν τεταραγμένην καὶ τρομαγμένην, παρομοίαν μὲ ἐκείνην τοῦ Κάϊν, ὁ ὁποῖος ἀφ᾿ οὗ ἐφόνευσε τὸν ἀδελφόν του, ἔτρεμεν ὅλος καὶ ἀπὸ τὸν πολύν του φόβον, τοῦ ἐφαίνετο πὼς τρέμουν καὶ τὰ βουνὰ, καὶ σαλεύει ὅλη ἡ γῆ· διὰ τοῦτο καὶ ὁ τόπος εἰς τὸν ὁποῖον ἐκατοίκησεν, ὠνομάσθη Ναΐδ «Καὶ ᾤκησεν ἓν τῇ γῇ Ναΐδ» (Γέν. δ'. 15) τὸ ὁποῖον ἑρμηνεύεται γῆ τρέμουσα· κατὰ τὸν Χρυσόστομον. 22 Καὶ διὰ νὰ εἰπῶ ἐν συντόμῳ ἡ ζωὴ ποὺ ζῇ ὁ ἁμαρτωλὸς μετὰ τὴν ἁμαρτίαν, δὲν πρέπει νὰ ὀνομάζεται ζωή, ἀλλὰ θάνατος, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, ἕνα προοίμιον καὶ ἕνας ἀρραβὼν τῆς μελλούσης κολάσεως.

Τώρα ἕνας Χριστιανὸς ποὺ νὰ εἶναι φωτισμένος ἀπὸ τὸ λογικὸν καὶ τὴν πίστιν καὶ ὅπου νὰ γνωρίζῃ ὅλα αὐτὰ τὰ κακὰ ποὺ προξενεῖ εἰς τὸν ἑαυτόν του ἡ ἁμαρτία, εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἁμαρτάνη; Βέβαια ὁ τοιοῦτος ἂν καὶ ἤθελε μασσᾷ, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτσι, τὴν πονηρίαν ἂν καὶ ἤθελε τὴν καταπίνει ὁλόκληρον, ὡς λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ Αγιον διὰ τοῦ Σολομῶντος «Στόμα ἀσεβῶν καταπίεται κρίσεις». (Παροιμ. ιθ'. 27), πρέπει ἐξάπαντος νὰ μισήσῃ τὴν ἁμαρτίαν, ἀφ᾽ οὐ ἔμαθε πόσα κακὰ προξενεῖ αὐτὴ εἰς τὸν ἑαυτόν του, διότι ἂν πάλιν τὴν ἀγαπήσῃ, εἶναι φανερὸν πῶς ὁ τοιοῦτος, δὲν εἶναι πλέον λογικὸς καὶ πιστός, ἀλλ' εἶναι ὑστερημένος ἐν ταὐτῷ καὶ ἀπὸ τὸ λογικὸν καὶ ἀπὸ τὴν πίστιν καὶ διὰ τὰ δύο ὁμοῦ, εἶναι ἄθλιος καὶ ἐλεεινὸς· Ὅθεν ἐσὺ ἀδελφέ, ποὺ ἕως τώρα ἐστάθης τοιοῦτος, ἐντράπου διὰ τὴν ταλαιπωρίαν σου, καὶ ἀποφάσισε νὰ μεταχειρίζεσαι εἰς τὸ ἑξῆς καθὼς πρέπει τὸ σῶμα σου, τὸ ὁποῖον σὲ ἐπλάνευσεν νὰ πέσῃς εἰς τὴν ἁμαρτίαν· καὶ ἐπειδὴ τὸ κακὸν ποὺ ἐπροξένησες εἰς τὸν ἑαυτόν σου καὶ εἰς τὸν Θεόν, δὲν ἔχει ἄλλην θεραπείαν παρὰ νὰ τὸ κλαύσῃς μὲ θερμὰ δάκρυα, ζήτησε ἀπὸ τὸν Θεὸν νὰ σοῦ χαρίσῃ δύο πηγὰς δακρύων εἰς τὰ ὀμμάτιά σου, καὶ ἕνα πνεῦμα ἀληθινῆς μετανοίας εἰς τὴν καρδίαν σου, διὰ νὰ ἠμπορέσῃς μὲ αὐτὰ νὰ κλαύσῃς τὰς μεγάλας ζημίας ποὺ σοῦ ἔκαμεν ἡ ἁμαρτία καὶ νὰ ἐκδικήσῃς ἀξίως εἰς τὸν ἑαυτόν σου τὴν βλάβην ποὺ ἔκαμες εἰς τὴν ψυχήν σου καὶ εἰς τὴν θείαν μεγαλειότητα. «Τις δώσει τῇ κεφαλῇ μου ὕδωρ καὶ τοῖς ὀφθαλμοῖς μου πηγὴν δακρύων;» (Ἱερ. θ'. 1).

γ.


Συλλογίσου καὶ τὸ κακὸν ποὺ θέλει σοῦ προξενήσει ἡ ἁμαρτία εἰς τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ αἰώνιος κόλασις· ὅθεν ἐξέτασε ἀγαπητὲ μὲ ἀκρίβειαν καὶ προσοχήν, τί ἀνυπόφορος βάσανος εἶναι τὸ νὰ καταντήσῃς μὲ τὸ σῶμα καὶ μὲ τὴν ψυχὴν μέσα εἰς μίαν φλόγα τόσον φοβερὰν καὶ δραστικὴν ποὺ ἔχει νὰ διαλύσῃ ὄχι μόνον ὄρη καὶ βουνὰ καὶ τὰ τρία στοιχεῖα, τῆς γῆς, τοῦ ὕδατος καὶ τοῦ ἀέρος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ στοιχεῖον τούτου τοῦ ἰδικού μας διακονικού πυρός, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ γίνῃ εἰς ἐκεῖνο, ὡσὰν μία ὕλη καὶ τροφή, καθὼς τοῦτο συνάγεται ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ λέγει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος «Καὶ στοιχεία καυσούμενα λυθήσονται» (Β΄. Πέτρ. γ'. 10). Καὶ ἄν ἐσὺ δὲν ἠμπορῆς νὰ ὑποφέρῃς οὔτε μίαν στιγμὴν νὰ σὲ ἐγγίσῃ μόνον ὀλίγη φωτία ἀπὸ τούτην τὴν ἰδικήν μας, ἡ ὁποία συγκρινομένη μὲ ἐκείνας τὰς φλόγας τοῦ ᾅδου, εἶναι ὡσὰν μία φωτία ζωγραφισμένη, πὼς θέλεις ὑποφέρει νὰ κατακαίεσαι μέσα εἰς τὰς τοιαύτας φλόγας παντοτεινὰ εἰς αἰῶνας αἰώνων; Ὁ προφήτης Ησαΐας στοχαζόμενος τὴν ἀνεκδιήγητον βάσανον ἐκείνου τοῦ αἰωνίου πυρός τῆς κολάσεως, δὲν ἀπετόλμησεν οὔτε νὰ λαλήσῃ περὶ αὐτοῦ χωρὶς μεγάλον του φόβον καὶ θαυμασμόν. «Τις ἀναγγελεῖ ὑμῖν, ὅτι πῦρ καίεται; τὶς ἀναγγελεῖ ὑμῖν τὸν τόπον τὸν αἰώνιον;» (λγ'. 14). Παρομοίως ἐξέτασαι ἀκριβῶς, τί πρᾶγμα εἶναι τὸ νὰ ὑστερηθῇς μὲν διὰ πάντα ἕνα Θεὸν ὅλον ἐλέους, ὅς τις φροντίζει μὲ τὰς θείας Του τελειότητας διὰ νὰ κάμῃ μακαρίαν μίαν ψυχὴν εἰς τὸν οὐρανὸν αἰωνίως· ἐκ τοῦ ἐναντίου δὲ νὰ εὕρῃς ἕναν Θεὸν ὅλον ἐκδικήσεως, ὅστις φροντίζει νὰ βασανίσῃ αἰωνίως μίαν ψυχὴν ὅπου ἀπεστάτησεν ἀπὸ αὐτόν, διὰ νὰ τὴν κάμῃ νὰ γνωρίσῃ πὼς παιδεύεται ἀπὸ ἕναν Θεὸν Παντοδύναμον, ἀφ' οὔ δὲ καταλάβῃς σκιωδῶς ἀδελφὲ τί πρᾶγμα εἶναι ἡ κόλασις, στοχάσου ἀκόμη πὼς ἡ αὐτὴ κόλασις εἶναι ἕνα ἔργον θείας δικαιοσύνης, ἤγουν μιᾶς ἀπείρου ὀρθότητος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ πλανηθῇ, ἢ νὰ ὑπερβῇ τὸ μέτρον τοῦ δικαίου· ὅθεν αὐτὴ, διὰ νὰ μεταβάλῃ εἰς τάξιν τὴν μεγάλην ἀταξίαν τῆς ἁμαρτίας καὶ διὰ νὰ μεταστρέψῃ εἰς τὴν μεγαλειότητα τοῦ Θεοῦ τὴν τιμὴν ὅπου ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀφήρεσε, κρίνει δίκαιον νὰ παιδεύσῃ τὴν ἁμαρτίαν μὲ μίαν κόλασιν, ἄπειρον εἰς τοὺς πόνους καὶ ἄπειρον εἰς τὴν διαμονήν. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ δικαία κρίσις ὅπου κάμνει ὁ Θεὸς διὰ μίαν μοναχὴν ἁμαρτίαν.

Τώρα ἀγαπητέ, εἶναι δυνατὸν νὰ τολμήσῃς ἐσὺ νὰ ἀντισταθῆς εἰς μίαν τοιαύτην δικαίαν κρίσιν τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ νομίσῃς πὼς σφάλλει ἡ θεία Του σοφία; Λοιπὸν ἐπειδὴ καὶ πιστεύεις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σφάλῃ ἡ Θεία Δικαιοσύνη οὔτε εἰς τοῦτο, οὔτε εἰς ἄλλο, πῶς ἐσὺ δὲν φρίττεις ὅλος ὅπου αὐθαδίασες νὰ ἁμαρτήσῃς, ἔστω καὶ μίαν μόνην φοράν; Πῶς δὲν παγώνεις ἀπὸ τὸν φόβον σου ὅταν ἡ ἐπίβουλος ἁμαρτία σὲ κολακεύῃ διὰ νὰ τὴν πράξῃς ἀκόμη ἄλλην μίαν φοράν; Ἄχ, ἀδελφέ καὶ δὲν στοχάζεσαι, πῶς μία τοιαύτη δικαία κρίσις τοῦ Θεοῦ καὶ μία τοιαύτη παντοτεινὴ κόλασις ἔγινεν ἕως τώρα εἰς τόσους καὶ τόσους διὰ μίαν μοναχὴν πράξιν ἁμαρτίας, Ὅθεν ἀνίσως μία μόνη πράξις ἁμαρτίας ἐστάθη ἀρκετὴ διὰ νὰ ἀνάψῃ μίαν παντοτινὴν φλόγαν δι' ἐκείνους τοὺς ἀθλίους, πῶς θέλεις ἀποτολμήσει ἐσὺ νὰ προσθέσῃς καὶ ἄλλα ξύλα μὲ τὰ νέα σου ἐλαττώματα εἰς ἐκείνην τὴν πυρκαϊὰν ποὺ ἄναψες ἕως τώρα;

Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ἀντισταθῆς μὲ ἄκραν γενναιότηταν εἰς κάθε λογῆς πειρασμὸν καὶ ἐνόχλησιν ποὺ σοῦ κάμνει ὁ διάβολος διά νὰ ἁμαρτήσῃς, καὶ ἂν κάμῃ χρεία ἀποφάσισε νὰ θυσιάσῃς, ὄχι μίαν ἀλλὰ χίλιες ζωές, μόνον νὰ μὴ νικηθῇς ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν. Ὁμολόγησε πὼς δὲν εἶσαι ἄξιος νὰ σηκώσῃς τὰ μάτια σου εἰς τὸν οὐρανόν, τὸν ὁποῖον τόσον ἐκαταφρόνησες μὲ τὰς ἁμαρτίας σου, θαύμασε εἰς τὴν τόσην σου ἀθεοφοβίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπέρασες τὴν ζωήν σου, ὡσὰν νὰ μὴν ἦτο τελείως κόλασις διὰ ἐσένα· καὶ ζήτησε συγχώρησιν ἀπὸ τὸν Θεόν, τὸν ὁποῖον τόσον πολλὰ ἐλύπησες, ποὺ τὸν ἔκαμες νὰ σὲ βαρεθῇ, καὶ τρόπον τινὰ τὸν ἐστενοχώρησες νὰ προφέρῃ κατὰ σοῦ, ὅταν ἥμαρτες, μίαν τόσον φοβερὰν ἀπόφασιν αἰωνίου κολάσεως· καὶ παρακάλεσε Τον διὰ τὸ ἄπειρόν Του ἔλεος, νὰ σὲ δυναμώσῃ μὲ τὴν θείαν χάριν Του τόσον, ὥστε νὰ προκρίνῃς καλλίτερα νὰ χύσῃς ὅλον τὸ αἷμα ἀπὸ τὰς φλέβας σου, παρὰ νὰ μεταστραφῇς νὰ Τὸν πικράνῃς πλέον, καθὼς πρότερον Τὸν ἐπαραπίκρανες μὲ τὰς ἁμαρτίας σου· «ἡ πικρία σου ἀνέβη πρὸς με». (Ησαΐα λζ' 29).

Σημειώσεις:

22 Δι' ὁ ὁ αὐτὸς Χρυσόστομος ἐν τῷ κ'. λόγῳ εἰς τὴν Γένεσιν, λέγων ὅτι ὁ Λάμεχ ἐξωμολογήθη διὰ τὸν ἔλεγχον τοῦ συνειδότος, ἐπιφέρει ταῦτα «Ὁ γὰρ πόρνος, ἢ ὁ μοιχός, ἢ ἕτερόν τι τοιοῦτον εἰργασμένος, καν πάντας λαθεῖν δυνηθῇ, οὐδὲ οὕτως ἐν ἠρεμία διάγει· ἀλλ' ἔχων τοῦτον τὸν σφοδρὸν κατήγορον, τὰς ὑποψίας δέδοικε· τὰς σκιὰς τρέμει, τοὺς εἰδότας, τοὺς οὐκ εἰδότας, διηνεκή χειμῶνα ἔχων ἐν τῇ ψυχῇ, καὶ κύματα ἐπάλληλα· καὶ οὔτε ὕπνος τῷ τοιούτῳ ἡδύς, ἀλλὰ φόβου καὶ δειμάτων πεπληρωμένος, οὔτε τροφὴ ἡδονὴν ἔχουσα, οὔτε διάλεξις ἡ φίλων, τὸν τοιοῦτον μεταγαγεῖν δυνήσεται, ἢ ἀπαλλάξαι τοῦ ἀγῶνος τοῦ ἐπικειμένου». Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς εἰς τὴν ἐρμην· του ν'ψαλμ. ὅταν ἡ Βηρσαβεέ γινομένη ἔγκυος ἐπῆγεν εἰς τὸν Δαβίδ, λέγει «Εννόησον πόσον κακόν ἡ ἁμαρτία· ὁ βασιλεὺς τὸν στρατιώτην (ἤτοι τὸν Οὐρίαν, φοβεῖται· οὐ γὰρ ἐστι δοῦλος εἰμὴ ὁ ποιών τὴν ἁμαρτίαν· διάδημα περιεβέβλητο) καὶ ἐδεδοίκει τὸ ὄνειδος. Ὦ ἁμαρτία δειλίας μήτης! Ὦ ἀτιμίας ἔλεγχος!» Καὶ πάλιν ἑρμηνεύων το, ἡ ἀνομία τῆς πτέρνης μου κυκλώσει εἰς τὸν μή. ψαλμ. λέγει «Ούδὲν τοιοῦτον, ἀλλ᾽ ἡ ἁμαρτία μόνον φοβερόν, πανταχοῦ κυκλοῦσα τοὺς ἀλισκομένους καὶ στρατοπέδων χαλεπώτερον».

Δεν υπάρχουν σχόλια: