Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 23 (Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΠΟΛΛΑΧΩΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΚΥΒΕΡΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ)

Συνέχεια από Δευτέρα 10. Αυγούστου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 23
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

V. ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (συνέχεια)

6. ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΔΥΝΗ

Ας αρχίσουμε από την ευκολότερα κατανοητή όψη αυτής της μακαριότητας, εκείνη που είναι περισσότερο προσιτή στους φτωχούς ενσαρκωμένους νόες μας, και όμως είναι η μικρότερη, επειδή είναι μόνο αρνητική.

Η φιλαυτία μάς παραπλανά με μια διπλή απάτη: με την αγάπη της ηδονής και με την αποστροφή προς την οδύνη. Δεν μπορεί να μεταμορφωθεί σε αγάπη χωρίς τη νίκη επάνω σε αυτό το διπλό ένστικτο. Σώμα και πνεύμα, υποφέρουμε και στα δύο· τα «πάθη» μας είναι σωματικά και ψυχικά. Η αγάπη υπερνικά τα πρώτα με την πραότητα και τα δεύτερα με την ταπείνωση.

«Ο Χριστός είναι τα πάντα μέσα σε όλους· με μέσα ανώτερα από τη φύση και τον νόμο δημιουργεί την πνευματική συγκρότηση της Βασιλείας. Χαρακτηριστικό της είναι, όπως δείξαμε, η ταπείνωση και η πραότητα της καρδιάς. Η σύζευξη των δύο καθιστά τέλειο τον άνθρωπο που δημιουργείται κατά Χριστόν. Ο ταπεινός είναι κατ’ ανάγκην και πράος, και ο πράος κατ’ ανάγκην και ταπεινός. Ταπεινός, επειδή γνωρίζει ότι κατέχει το είναι ως δάνειο· πράος, επειδή διακρίνει ποια χρήση πρέπει να κάνει των φυσικών δυνάμεων που έλαβε: αναθέτει στη διάνοια τη χρησιμοποίηση αυτών των δυνάμεων για την παραγωγή των αρετών, ενώ αρνείται απολύτως στην αίσθηση τη συνεργασία τους.

»Έτσι, κατά το πνεύμα θα βρίσκεται σε αδιάκοπη κίνηση προς τον Θεό· κατά την αίσθηση, ακόμη και η ταυτόχρονη εμπειρία όλων των σωματικών θλίψεων δεν θα τον ταράξει καθόλου· καμία λύπη δεν θα αποτυπωθεί στην ψυχή του ώστε να υποκαταστήσει εκεί τη διάθεση που γεννά τη χαρά. Δεν θεωρεί ως στέρηση ηδονής εκείνο που είναι οδυνηρό για την αίσθηση. Μία μόνο ηδονή γνωρίζει: τη συμβίωση της ψυχής με τον λόγο, της οποίας η στέρηση αποτελεί ατελείωτη τιμωρία που, από τη φύση της, περιλαμβάνει το σύνολο των αιώνων.

»Για τον λόγο αυτό εγκαταλείπει το σώμα και όλες τις ανέσεις του και ορμά με γενναιότητα προς την κοινωνία με τα θεία· μία μόνο απώλεια υπάρχει γι’ αυτόν, την οποία δεν θα μπορούσε να αντισταθμίσει ούτε η κατοχή ολόκληρης της γης: να χάσει το αντικείμενο της προσδοκίας του, τη διά της χάριτος θέωση» (42).

Αυτή η «συμβίωση» με τα θεία θα μας ελευθερώσει από όλα τα κακά μας, επειδή όλα έχουν ως αρχή μια ανόητη θέληση συμβιώσεως αποκλειστικά με την ηδονή, χωρίς καμία ανάμειξη οδύνης.

«Η άγνοια του Θεού θεοποίησε την κτίση, στην οποία το ανθρώπινο γένος φανερά προσφέρει λατρεία μέσω της φιλαυτίας, που συνίσταται στην περιποίηση του σώματος. Αυτή περιλαμβάνει ένα είδος μικτής γνώσεως: την εμπειρία της ηδονής και της οδύνης, αιτίων όλου του βορβόρου που έχει συσσωρευθεί μέσα στην ανθρώπινη ζωή.

»Είναι ποικίλη, πολλαπλή και πολύμορφη περισσότερο απ’ όσο μπορεί κανείς να φανταστεί, ανάλογα με το πώς κάθε άνθρωπος του ανθρωπίνου γένους διατηρεί μέσα του ζωντανή και ενεργό, ως προς την ποσότητα και την ποιότητα, τη φιλία προς το ορατό μέρος του εαυτού του, εννοώ το σώμα. Αυτή η φιλία τον αναγκάζει, σαν δούλο, μέσω της επιθυμίας να απολαμβάνει και του φόβου να υποφέρει, να επινοεί πολυάριθμα σχέδια για την ικανοποίηση των παθών, προσαρμοζόμενος στους καιρούς, στις περιστάσεις και στην τροπή που αυτά λαμβάνουν· με την πρόθεση να έχει πάντοτε την ηδονή ως σύντροφο της ζωής του (symbiosis) και να παραμένει εντελώς απρόσβλητος από την οδύνη.

»Είναι σαν να διδάσκει κανείς πώς να πραγματοποιείται το απραγματοποίητο και να επιδιώκεται ένας σκοπός αδύνατον να επιτευχθεί. Ολόκληρος ο κόσμος των σωμάτων είναι φθαρτός και διαλυτός· και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για να διατηρηθεί η συνοχή του επιδεινώνουν την αποσύνθεσή του. Θέλοντας και μη, πάντοτε φοβάται κανείς εκείνο που αγαπά. Χωρίς να το θέλει, οι φροντίδες που παρέχει στο αγαπημένο αντικείμενο ωφελούν ανεπαίσθητα εκείνο που δεν αγαπά· διότι αυτή είναι η κατάσταση εκείνου που από τη φύση του είναι ασταθές.

»Η διάθεση της ψυχής θα μεταβάλλεται μαζί με το φθαρτό· θα παρασύρεται μαζί με ό,τι ρέει. Δεν θα έχει πλέον ούτε την αίσθηση της ίδιας της της απώλειας, τόσο ολοκληρωτική θα είναι η τύφλωση της ψυχής απέναντι στην αλήθεια».

Από όλα όμως αυτά τα κακά υπάρχει απελευθέρωση, μια σύντομη οδός προς τη σωτηρία: η αληθινή αγάπη προς τον Θεό, με πλήρη επίγνωση.

Αυτή η πίστη στη λυτρωτική δύναμη της αγάπης δεν καθιστά τον άγιο Μάξιμο ουτοπιστή. Όχι μόνο, όπως μόλις είδαμε, δεν ισχυρίζεται ότι μπορεί να καταργηθεί κάθε οδύνη σε αυτόν τον κόσμο, αλλά φθάνει μάλιστα να μας προειδοποιήσει ότι η χαρά της ψυχής δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την οδύνη της αισθήσεως· χωρίς όμως να θεωρεί ότι με αυτό ανακαλεί όσα είπε:
«Όπως είπα, εκείνο που παράγει τη λύπη της ψυχής ή την οδύνη της —τα δύο ταυτίζονται— είναι η ηδονή της αισθήσεως· και εκείνο που προκαλεί τη λύπη της αισθήσεως ή την οδύνη της είναι η ηδονή της ψυχής».

Λογικά, λοιπόν, όσοι αποβλέπουν σε αυτό το αντικείμενο της ελπίδας, στη ζωή «του Κυρίου μας Ιησού Χριστού διά της αναστάσεως των νεκρών, για μια κληρονομία άφθαρτη, αμόλυντη και αμάραντη, φυλαγμένη στους ουρανούς» (13), αυτοί έχουν αγαλλίαση στην ψυχή και απολαμβάνουν ανεκλάλητη χαρά, ακτινοβολώντας αδιάκοπα από την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών· κατά τη σάρκα όμως έχουν λύπη, δηλαδή τις οδύνες των ποικίλων πειρασμών που τους συμβαίνουν και τα παθήματα που απορρέουν από αυτούς.

Κάθε αρετή συνεπάγεται ηδονή και οδύνη: οδύνη της σάρκας, η οποία στερείται τη γλυκιά και εύκολη αίσθηση· και ηδονή (4) της ψυχής, η οποία βρίσκει την πνευματική της τρυφή στους καθαρούς από κάθε αισθητό στοιχείο λόγους.

«Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπο, κατά τη γνώμη μου, ο άνθρωπος μπορεί να χαίρεται ακριβώς για εκείνο που τον θλίβει: η αρετή, της οποίας οι κόποι τον καταπονούν, είναι η ίδια εκείνη που γεμίζει την ψυχή του με χαρά, επειδή βλέπει ως ήδη παρούσα την ωραιότητα των μελλοντικών αγαθών· χάριν αυτής, όπως ο μέγας Δαβίδ, πεθαίνει καθημερινά διά της εκουσίας αποταγής από τη σάρκα, ενώ συγχρόνως ανακαινίζεται αδιάκοπα διά της πνευματικής αναγεννήσεως της ψυχής, επειδή η χαρά που κατέχει είναι σωτήρια και η λύπη ωφέλιμη.

Δεν μιλούμε για εκείνη την άλογη λύπη των πολλών, η οποία επιφέρει θάνατο στην ψυχή τους εξαιτίας ανικανοποίητων παθών ή της απουσίας υλικών αντικειμένων, επειδή οι ορμές τους κατευθύνονται, παρά φύσιν, προς εκείνα που δεν πρέπει, και οι αποστροφές τους στρέφονται εναντίον εκείνων που αρμόζουν· αλλά για εκείνη τη λογική λύπη, που εγκρίνεται από τους σοφούς στα θεία, και η οποία αποτελεί ένδειξη του παρόντος κακού: η μορφή αυτού του κακού βρίσκεται στην ψυχή, όταν η αισθητή ηδονή υπερισχύει της λογικής διακρίσεως, ενώ η υπόστασή του βρίσκεται στην αίσθηση, όταν η ενάρετη πορεία της ψυχής συνεχίζεται χωρίς εμπόδιο και επιβάλλει στην αίσθηση ένα άθροισμα πόνων ανάλογο προς το μέτρο της ηδονής και της χαράς που η ίδια η ψυχή δέχεται καθώς πλησιάζει προς τον Θεό» (16).

Αυτό ισοδυναμεί με το να λέμε ότι οι άγιοι είναι ευτυχισμένοι άνθρωποι, παρά τα παθήματά τους ή, ανάλογα με την οπτική, εξαιτίας των παθημάτων τους. Όχι εξαιτίας των παθημάτων καθ’ εαυτά. Αλλά εξαιτίας του Θεού μέσα στα παθήματά τους. Ας το συλλογισθούν αυτό οι αγιογράφοι…

7. «QUA LIBERTATE CHRISTUS NOS LIBERAVIT»
«ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕ»


Έχουμε ακόμη μία διδασκαλία του Μαξίμου να συγκρατήσουμε πάνω σε αυτό το ωραίο θέμα. Ολόκληρη η εκτενής απάντηση στην 61η ερώτηση προς Θαλάσσιο εκθέτει τη χριστιανική θεωρία της ηδονής και της οδύνης (*). Θεωρία που θεμελιώνεται στο έργο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αυτός είναι που μας ελευθερώνει, διά της ενανθρωπήσεώς Του, της παρθενικής γεννήσεώς Του, της ζωής Του και του θανάτου Του.

Δεν μπορούμε να εντάξουμε εδώ αυτές τις μακρές σελίδες με όλη τη βαθιά θεολογία τους. Ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να συνοψίσουμε τα απολύτως αναγκαία, όσο είναι δυνατόν με τα ίδια τα λόγια του συγγραφέα.

Ο Θεός δεν δημιούργησε μαζί με την ανθρώπινη φύση την αισθητή ηδονή και την οδύνη· έθεσε μόνο μέσα στον νου μια δύναμη ικανή να απολαμβάνει Αυτόν. Ο άνθρωπος τη διέστρεψε στρέφοντάς την προς την αίσθηση· από εδώ προέρχονται η άλογη ηδονή και η οδύνη, άρρηκτα δεμένες η μία με την άλλη.

Υπάρχει όμως ανάμεσά τους αυτή η διαφορά: η οδύνη έρχεται να επιβάλει δικαίως την κύρωση μιας αδικαιολόγητης ηδονής. Ο Μάξιμος λέγει ευθέως «άδικη», αναφερόμενος στο προπατορικό αμάρτημα· υπάρχουν εδώ συλλογισμοί τους οποίους μπορούμε να παραλείψουμε.
Για να καταστραφεί η τυραννία αυτής της άδικης ηδονής και αυτής της δίκαιης οδύνης, έπρεπε να αντιστραφεί αυτή η διαδοχή:
«να βρεθεί μια οδύνη και ένας θάνατος συγχρόνως άδικοι και αθώοι· αθώοι, επειδή δεν προέρχονται από καμία προηγούμενη ηδονή· άδικοι, επειδή δεν ακολουθούν απολύτως καμία εμπαθή ζωή· ώστε μια εντελώς άδικη οδύνη και ένας εντελώς άδικος θάνατος, παρεμβαλλόμενοι ανάμεσα σε μια άδικη ηδονή και σε μια απολύτως δίκαιη οδύνη και έναν απολύτως δίκαιο θάνατο, να εξαλείψουν ολοκληρωτικά από τη φύση τόσο την απολύτως άδικη αρχή μέσα στην ηδονή όσο και το απολύτως δίκαιο τέλος που ακολουθεί διά του θανάτου· και έτσι το ανθρώπινο γένος να καταστεί και πάλι ελεύθερο από ηδονή και οδύνη, επειδή η φύση θα ανακτήσει τη μακαριότητα του πρώτου της προορισμού, χωρίς κανένα από τα σημάδια μολύνσεως που χαρακτηρίζουν τα όντα τα υποκείμενα σε γένεση και φθορά» (47).

Αυτή η αντιστροφή της ανθρώπινης καταστάσεως είναι έργο του Ενσαρκωμένου Λόγου.

«Ο Κύριος, αφού έγινε άνθρωπος χωρίς να επιτρέψει να προΐσταται της κατά σάρκα γεννήσεώς Του η άδικη ηδονή, η οποία επέφερε στη φύση τη δίκαιη καταδίκη σε θάνατο, αλλά αποδεχόμενος εκουσίως τον κατά φύσιν θάνατο στο παθητό μέρος της φύσεως, δηλαδή πάσχοντας, αντέστρεψε τη λειτουργία του θανάτου: αυτός δεν θα είναι πλέον σε Αυτόν καταδίκη της φύσεως, αλλά προφανώς καταδίκη της αμαρτίας.

Διότι δεν ήταν δυνατόν σε Εκείνον που δεν γεννήθηκε ως αποτέλεσμα ηδονής ο θάνατος να αποτελεί καταδίκη της φύσεως· έπρεπε μάλλον να γίνει κατάργηση της αμαρτίας του προπάτορα, διά της οποίας ο φόβος του θανάτου είχε κυριεύσει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος» (48).

Τώρα, το βάπτισμα πραγματοποιεί μέσα μας την ίδια μεταβολή. «Όλοι όσοι αναγεννήθηκαν πνευματικά και ελεύθερα στη γενεά του Χριστού διά του λουτρού της παλιγγενεσίας· όσοι εγκατέλειψαν διά της χάριτος την πρώτη αδαμιαία καταγωγή, την κατά ηδονή· όσοι διατήρησαν ακέραιη και ακηλίδωτη, διά του νόμου των ευαγγελικών εντολών, τη χάρη του βαπτίσματος που ελευθερώνει από την αμαρτία και τη δύναμη της μυστικής υιοθεσίας εν Πνεύματι· για όλους αυτούς, δικαίως, η εμπειρία του θανάτου δεν έχει πλέον άλλη λειτουργία παρά την καταδίκη της αμαρτίας μέσα στη σάρκα: γενικά, στο σύνολο της φύσεως, διά της χάριτος του μεγάλου μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως, καθ’ όλο το διάστημα από τότε που ο Λόγος έγινε σάρκα· ατομικά, διά της ενεργοποιήσεως της χάριτος, από τη στιγμή κατά την οποία ο καθένας έλαβε διά του βαπτίσματος τη χάρη της υιοθεσίας. Χάρη σε αυτήν, διά της εκουσίας τηρήσεως των εντολών, δεν βιώνουν πλέον παρά μόνο την ενέργεια της πνευματικής τους καταγωγής και, μέσα από πολλές θλίψεις, προχωρούν για να αντιμετωπίσουν τη δοκιμασία του θανάτου προς καταδίκη της αμαρτίας» (49).

Ο θάνατος, λοιπόν, άλλαξε όψη, όπως και η οδύνη. Για τον βαπτισμένο, όπως και για τον Χριστό, γίνεται μια beata passio, μια «μακαρία πάθηση»: έπαψε να είναι χρέος που πρέπει να καταβληθεί για την αμαρτία· δεν έχει πλέον άλλη λειτουργία (χρῆσις) παρά να καταδικάζει την αμαρτία και «να αποστέλλει προς τη θεία και απεριόριστη ζωή». Έτσι τον έκριναν και έτσι τον υποδέχθηκαν οι άγιοι, «κατά το παράδειγμα του Ιησού, του αρχηγού και οδηγού τους προς τη σωτηρία» (50).

Ο νόμος της ηδονής —δηλαδή, με άλλα λόγια, ο νόμος της φιλαυτίας— καταργείται διά της Ενανθρωπήσεως του Λόγου, του μεγάλου έργου της Αγάπης. Αλλά μόνο σε εκείνους γίνεται αυτή η κατάργηση πραγματική, οι οποίοι σκέπτονται και ζουν σύμφωνα με τον νόμο αυτής της αγάπης. Αντί να πορεύονται από την ηδονή, διά του θανάτου, προς τον θάνατο, πορεύονται από τις ωφέλιμες θλίψεις, διά ενός μακαρίου θανάτου, προς τη ζωή μέσα σε άπειρη μακαριότητα.

Αυτή η σύντομη ανάλυση δείχνει πόσο η πνευματικότητα του αγίου Μαξίμου, παρά τον ενίοτε έντονα συλλογιστικό χαρακτήρα της, παραμένει βαθύτατα χριστολογική —γιατί να μην πούμε απλώς: χριστιανική;— ακόμη και στο ζήτημα, τόσο συγγενικό προς τον στωικισμό, της ηθικής παθολογίας.

Δεν υπάρχει άλλος ελευθερωτής παρά ο Χριστός:

«Προσευχήσου για μένα», γράφει ο μοναχός της Χρυσοπόλεως στον ηγούμενο Κόνωνα, «ώστε να αποκτήσω μέσα σ’ Αυτόν πίστη ζωντανή και έμπρακτη, όχι νεκρή εξαιτίας του πάθους, αλλά πίστη που να έχει τη δύναμη του σταυρού Του, του θανάτου Του, της ταφής Του και της αναστάσεώς Του· [...] ώστε να γίνω μαζί Του ένα σώμα και μία ψυχή όμοια προς Αυτόν κατά πάντα, εκτός από την ταυτότητα της φύσεως. Να μη θανατώσω με έργα αισχύνης τη ζωή που Εκείνος μου έδωσε διά του σταυρού Του, του θανάτου Του και της αναστάσεώς Του, και να μην περιπέσω στην ενοχή εκείνων που θανατώνουν τη ζωή τους, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό [...] Αυτοί γνωρίζουν αυτόν τον φόβο, όσοι είναι αποφασισμένοι να προτιμήσουν την αλήθεια από τη φιλαυτία» (51).

Τίποτε δεν θα ήταν πιο εσφαλμένο από την εντύπωση ενός καθαρού ηθικισμού. Η άσκηση έχει ως μοναδικό σκοπό να ελευθερώσει τη φύση από τα πάθη (52). Και ακόμη και αυτό δεν μπορεί να το επιτύχει παρά ως όργανο, όχι ως κύρια ποιητική αιτία.
Το μεγάλο αποτέλεσμα της αυταπαρνήσεως είναι ότι επιφέρει την ολοκληρωτική παρουσία του Χριστού: Αυτός είναι που μας κάνει να ζούμε μέσα στην αιωνιότητα, πέρα από τον χρόνο και τις ενδεχομενικότητές του:

«Εάν απαρνηθεί τον εαυτό του μέχρι του σημείου να χάσει την ψυχή του για μένα, θα τη βρει· δηλαδή, εάν απορρίψει την παρούσα ζωή μαζί με τα θελήματά της για χάρη της καλύτερης ζωής, θα έχει μέσα του, ζωντανό και ενεργούντα, τον μόνο (monòtaton) Λόγο του Θεού, ο οποίος διά της αρετής και της γνώσεως (gnose) διεισδύει μέχρι τον χωρισμό της ψυχής και του πνεύματος53· τίποτε, απολύτως τίποτε μέσα του δεν θα παραμείνει έξω από την παρουσία Του· και έτσι ιδού, γίνεται άναρχος και ατελεύτητος· μέσα του δεν υπάρχει πλέον χρονική ζωή, κινούμενη, αρχόμενη και τελειούμενη, ταραγμένη από πολυάριθμα πάθη, αλλά μόνο η θεία ζωή του Λόγου που κατοικεί μέσα του, αιώνια ζωή την οποία κανένας θάνατος δεν τερματίζει πλέον» (54).

Αυτός είναι ο έσχατος θρίαμβος του μακαρίου πάθους της αγάπης:
Novissima destruetur inimica mors.
«Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος».


VI. ΘΕΙΑ ΖΩΗ


Σημειώσεις:

39 Ad Thal., q. 21, PG 90, 320 D κ.ε.
40 Στο ίδιο, C.
41 Capita theologica et oeconomica II, 87, PG 90, 1165 BC.
42 Expositio Orationis Dominicae, PG 90, 893 B–D.
43 Πρβλ. Α΄ Πέτρ. 1, 3.
44 Σημ. Το κείμενο γράφει odynē [ὀδύνη], πράγμα που είναι προφανώς απλή παραδρομή του εκδότη, αφού ο ίδιος το μεταφράζει ως voluptas [ηδονή].
45 Ad Thal., q. 58, PG 90, 597 B κ.ε.
46 PG 90, 625 D–641 B.
47 627 D.
48 633 C–D.
49 636 C–D.
50 637 A.
51 Epist. 25, PG 91, 613 C–D.
52 Disputatio cum Pyrrho, PG 91, 309 C.
53 Εβρ. 4, 12.
54 Ambigua, PG 91, 1144 C.

Δεν υπάρχουν σχόλια: