Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Werner Beierwaltes - ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ DE TRINITATE του Αυγουστίνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Werner Beierwaltes - ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ DE TRINITATE του Αυγουστίνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

Η Π.Δ. ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ DE TRINITATE ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (8)

Συνέχεια από:Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014


Η Π.Δ. ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ DE TRINITATE ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ.

 Η θεωρία του Αυγουστίνου περί του Είναι στην ερμηνεία του «ego Sum qui sum» (Έξοδος 3, 14). «ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ»
του Werner Beierwaltes        

 12. Οι χρόνοι του Θεού και τα χρόνια του ανθρώπου: Το Είναι σαν αιωνιότης, σαν αυτο-ταυτότης καί σαν αλήθεια.
        
    Η ευκαιρία για να ερμηνεύσουμε την έννοια που θίξαμε κάπως πρίν, στις γενικές της γραμμές, μας δόθηκε απο τον στίχο του ψαλμού: "Οι χρόνοι σου είναι στις γενεές των γενεών". Χρόνος και ημέρες αντιπροσωπεύουν εδώ, με μεταφορικούς όρους, τον χρόνο καθαυτό. Οι χρόνοι που αναφέρονται στον στίχο του ψαλμού αντιτίθενται στα χρόνια που ζούμε εμείς και, παρότι ονομάζονται χρόνος μ' έναν χρονικό τρόπο, η πραγματικότητα τους δέν καθορίζεται απο τον χρόνο. Σ'αυτό το πλαίσιο "το καθοριζόμενο απο τον χρόνο" δέν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι επηρεάζονται απο το ΤΙΠΟΤΑ (ΤΟ ΜΗΔΕΝ) και επομένως ανήκουν στην πτώση. Σ' "αυτόν" τον χρόνο όλοι οι χρόνοι (ώρες, ημέρες, χρόνια) φτάνουν στο μή-Είναι. Δέν παραμένει τίποτε απο αυτούς. Απο αυτή την εμπειρία προέρχεται η παρομοίωση, ελεγειακού χαρακτήρος, ανάμεσα στα γένη των ανθρώπων και τα φύλλα που μαραίνονται και πέφτουν, "Κύττα το χώμα και δές πόσα φύλλα πατάς". (Εκκλησιαστής 14,17 "Πάσα σάρξ ώς Ιμάτιον παλαιούται...ώς φύλλον θάλλον επι δένδρου δασέος, τα μέν καταβάλλει, αλλά δέ φύει, ούτως γενεά σαρκός και αίματος, ή μέν τελειτά, ετέρα δέ γεννάται"). Απο το ίδιο σημείο εκκινήσεως (την μεταβλητότητα της κοσμικής ζωής) ο Αυγουστίνος κινείται και όταν αναρωτιέται για "τον αριθμό των ημερών μου". Η εμπειρία του εκμηδενισμού τού χρόνου ανιχνεύεται και στην γλώσσα: δέν μπορώ να παρακρατήσω ούτε το "είναι" που δείχνει το παρόν: "Και εσύ κατέχεις τις ημέρες, εσύ που δέν κατέχεις ούτε μία συλλαβή; Όλα τα πράγματα ξεφεύγουν κάποιες στιγμές και πετούν μακρυά, κυλάει ο Χείμαρρος των πραγμάτων. Απο αυτόν τον Χείμαρρο Αυτός πίνει για μας καθ' οδόν καθότι ήδη σήκωσε την κεφαλή!"  Καθαυτή αυτή η εμπειρία πρέπει να μας οδηγήσει να πούμε: όλα -κάθε ζωντανός άνθρωπος- είναι μάταια, μάταια και κενά.            
            Οι αιώνιοι χρόνοι του Θεού αντιπαρατίθενται στους δικούς μας "κουρελιασμένους" χρόνους, πεπερασμένους και χρονικούς: οι χρόνοι του Θεού δέν αλλάζουν. Η μέρα του Θεού είναι ένα σταθερό σήμερα, ένα διηνεκές σήμερα ή ένα ακριβές τώρα το οποίο καταργεί στον εαυτό του τον χρόνο και πρεπει να γίνει κατανοητό σαν τον τρόπο αχρόνου υπάρξεως των θείων χρόνων. Οι ημέρες μας και τα χρόνια μας δέν "είναι", ενώ οι χρόνοι του Θεού είναι. Αυτοί δέν είναι παρά ο ίδιος ο Θεός, επομένως η αιωνιότητα σου. Και η αιωνιότης είναι η ίδια η ουσία του Θεού (;;). Αυτό σημαίνει: "Δέν έχει καμμία αλλαγή, εκεί δέν υπάρχει παρελθόν, σαν να μήν υπάρχει πλέον, τίποτε δέν είναι μέλλον, σαν να μήν υπάρχει ακόμη, εκεί δέν υπάρχει παρά μόνον το "είναι". Οι χρόνοι του Θεού καθότι εκφράζουν την ουσία τού Θεού, σημαίνουν επομένως το ίσταμαι καθαυτός, την αμετάβλητη παραμονή του Θεού στον εαυτό του έξω του χρόνου και της προόδου. Ο Αυγουστίνος κατανοεί την υπόσταση (substantia) όπως οι Έλληνες την Ουσία, σαν ουσιώδες (essentia). Ο όρος ουσιώδες συλλαμβάνει καλύτερα αυτή την πραγματικότητα διότι εκφράζει με πιό καθαρό τρόπο το ipsum esse (το υπέρτατο Είναι). Αλλά substantia καθότι essentia παραπέμπει μάλλον σ'αυτό που παραμένει στον εαυτό του, σ'αυτό που γεννά και εξασφαλίζει όλο αυτό που είναι άλλο: δείχνει λοιπόν την σταθερότητα (στάσις) του Θείου Είναι. Αυτό το σταθερό είναι, το οποίο παραμένει έξω απο τον χρόνο, είναι η απλή αυτο-ταυτότης του Θεού (αυτό που είναι πάντοτε ο εαυτός του). Η ίδια πραγματικότης αναδύεται ακόμη και όταν ο Αυγουστίνος ερμηνεύει την πρόταση "η μετοχή σου είναι σ'αυτό που είναι ταυτόν με τον εαυτό του". Ταυτόσημο είναι αυτό που υπάρχει πάντοτε με τον ίδιο τρόπο, αυτό που είναι αιώνιο. Το ίδιο το "είναι". Το αληθινό και αυθεντικό Είναι ένα ουσιώδες καθαυτό Είναι, άχρονη παρουσία, τώρα χωρίς γίγνεσθαι και αιώνιο καθότι αυτο-ταυτότης η οποία φυλάσσει τον εαυτό της και αυτό που απ'αυτή θεμελιώνεται: συγκρινόμενο με το αληθινό Είναι το δικό μας δέν είναι ή είναι σχεδόν τίποτα! Αυτό το καταγωγικό "Είναι", είναι αποκλειστικά ουσία της αιωνιότητος.
            Αυτό είναι αυτό που είναι και τίποτε άλλο, καθόσον δέ αυτό-ταυτότης αποκλείει απο αυτό κάθε διαφορά, με την σημασία της μειώσεως του Είναι. [Ο  επίσκοπος τού Ζηζιούλα]
            Αυτό το Είναι, το υπέρτατο κατηγορούμενο του οποίου συμπίπτει με τον ίδιο τον εαυτό του, έτσι ώστε, αναφορικά μ'αυτό, είναι δυνατόν μόνον να εκφραστούν προτάσεις ταυτότητος σύμφωνα με το μοντέλλο "Το Είναι είναι το Είναι ή ο εαυτός του", ονομάζεται απο τον Αυγουστίνο "καθαυτό Είναι (ipsum esse), για να τό αντιπαραθέσει στο Είναι που, καθότι κοσμικό, δέν είναι ο εαυτός του και δέν μπορεί ποτέ να είναι το υπέρτατο Είναι, το καθαρό Είναι, διότι δέν εξάγεται (δέν παράγεται απο...), καί το οποίο θεμελιώνεται στον εαυτό του, σ'αυτό το ίδιο (germanum esse). Αυτό είναι το αληθινό και αυθεντικό Είναι, επειδή παραμένει πάντοτε ταυτόσημο με τον εαυτό του, αμετάβλητο, μή-ανασκευάσιμο και επειδή φανερώνεται. Το απλό και καθαρό Είναι που δέν διαθέτει διαφορά και γι'αυτό είναι μόνον ο εαυτός του. Μόνον φαινομενικώς αυτοί οι καθορισμοί εισάγουν διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό αυτού που είναι ταυτόσημο με τον εαυτό του, ταυτόν, διότι στην πραγματικότητα αυτά εννοούν πάντοτε το ίδιο, ξεκινώντας απο διαφορετικές οπτικές γωνίες. Αυτό το "ίδιον" είναι, που περιγράφεται απο διαφορετικές προοπτικές, είναι μία άμεση συνέπεια της προτάσεως "Εγώ εμί ο ών", στην οποία ο Θεός εκφράζεται σαν το "αληθινό είναι" (σαν το ίδιο το Είναι, το καθαυτό Είναι). Αυτό είναι το όνομα που εκφράζει μ' έναν ταιριαστό τρόπο την ουσία του Θεού, το όνομα που μόνον στον Θεό ανήκει, και τον εκφράζει στην ολότητα του. Το κατηγόρημα "είναι" συμπεριλαμβάνει στον εαυτό του, επιπλέον, τα κατηγορήματα "όν-αγαθό", "όν-αληθινό", "όν-δίκαιο". Είναι το πιό καθολικό κατηγόρημα, το πιό περιεκτικό, και ταυτόχρονα το υψηλότερο απο την άποψη της ποιότητος.
            Το όνομα Είναι είναι λοιπόν το πιό καθολικό και το πιό ειδικό. Δέν είναι ένα συγκεκριμένο όνομα δίπλα στο οποίο θα μπορούσαν να υπάρξουν άλλα ονόματα, όπως Ιωάννης στην θέση του Μάρκου και Θωμάς, αλλά είναι ένα όνομα που δείχνει, που σχηματίζει την ουσία: qui sum.
            Καθόσον λοιπόν ο Θεός εκφράζει τον εαυτό του σαν Είναι, είναι ξεκάθαρο πώς η σταθερότητα τού Είναι δέν σημαίνει ακαμψία. Η ταυτότης ή η αιωνιότης του Θεού είναι καθαυτή δυναμική, επειδή ο Θεός είναι Λόγος και Πνεύμα. Στον Λόγο σαν Αρχή, δηλαδή Χάρη στον Λόγο, ο Θεός δημιουργεί τα όντα. Στον Λόγο του ο Θεός μεταμορφώνει αυτό που αυτός ο ίδιος είχε συλλάβει ήδη απο πάντοτε σαν ιδέα, στην χρονικό πραγματικότητα. Στην πραγματοποίηση αυτού του Λόγου αυτή αναδύεται απο το μηδέν(Εξομολογήσεις XI 3-9). Το πνεύμα συνδέει τον Λόγο με τον Πατέρα και δημιουργεί τοιουτοτρόπως την ενότητα της σκέψης και της αγάπης. (Περι Τριάδος IX 8,13/XV 19,37). Να πουμε ότι ο Θεός είναι το Είναι συμπεριλαμβάνει όλη την Τριάδα σαν ενότητα. [Αυτή είναι η ρίζα τού ΦΙΛΙΟΚΒΕ]
            Παρότι όμως ο Αυγουστίνος κατανοεί το καθαρό Είναι του Θεού σαν Τριαδική ενότητα, τόν Λόγο σαν σοφία ή νόηση και το πνεύμα σαν θόλο, δέν θέτει στην ερμηνεία της Εξόδου 3,16 την αντανάκλαση του Είναι και το σχεσιακό Εδώ σαν την αυθεντική σχεσιακότητα τού Είναι καθαυτό και είς εαυτό. Αυτό θα είναι το κέρδος του Μάιστερ Έκαρτ. (Πλατωνισμός και ιδεαλισμός σ.45...)

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ DE TRINITATE ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (7)

Συνεχίζεται από Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ DE TRINITATE ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ

του Werner Beierwaltes


11. Το κείμενο των Εξηγήσεων (Enarrationes) των Ψαλμών.


          12. Εν' αρχή, εσύ, Κύριε, θεμελίωσες την γή! Γνωρίζω την αιωνιότητα σου λόγω τής οποίας είσαι εσύ πρίν από όλα τα πράγματα που δημιούργησες. Στην αρχή εσύ, ώ Κύριε, θεμελίωσες την γή, και έργο των χειρών (;) σου είναι οι ουρανοί. Αυτά θα σβύσουν ενώ εσύ παραμένεις, όλα θα παλιώσουν σαν ένα ρούχο και εσύ θα τα αλλάξεις σαν ένα ένδυμα και όλα θα αλλάξουν. Εσύ όμως είσαι πάντα ο ίδιος. [Αυτό σημαίνει εμμενής Χριστός. Στο βάθος του παντός, στην ουσία του είναι ο Χριστός δημιουργός. Μόνον ο άνθρωπος όμως είναι τα έργα των χειρών Του. Κρύβεται ένας πανθεϊσμός εδώ οπωσδήποτε]. Ποιός είσαι εσύ; Είσαι πάντοτε ο ίδιος Εσύ που είπες: Εγώ ειμί ο ών, είσαι πάντοτε ο ίδιος. [Ο Αυγουστίνος και μαζί του όλη η Δύση, ταυτίζει την πίστη με τον Κύριο. Μόνον αυτή η ταύτιση οδηγεί στην σύγχρονη ανθρωπολογία και στην σημερινή ταύτιση προσώπου και υποστάσεως. Στην οποία θεμελιώνεται ο Οικουμενισμός]. Ακόμη δέ και αν ειναι αλήθεια πώς και τα πλάσματα δέν θα υπήρχαν παρά μόνον απο σένα και για σένα και σε σένα, αυτά δέν είναι εκείνο που είσαι εσύ: διότι μόνον εσύ είσαι πάντοτε ο ίδιος. [ο χρόνος. Η ουσία του χρόνου και επομένως η ζωή σαν χρονικότης. Αυτός ο εμμενής Χριστός, ο κοσμικός, συμπαντικός Χριστός σήμερα, βρίσκεται στην βάση του υπαρξισμού του Χάϊντεγκερ. Αυτός που είναι πάντα ίδιος σε σχέση με την δημιουργία Του, που αλλάζει. Η έλλειψη τής αλήθειας των ακτίστων ενεργειών σήμερα αποκαλύπτεται σε όλη της την τραγικότητα]. Και τα χρόνια σου δέν θα λιγοστέψουν ποτέ. [Άρχισε ήδη να ταυτίζει την ουσία του Θεού με τον χρόνο]. Εκείνοι οι χρόνοι σου οι οποίοι θα είναι στην γενεά των γενεών, δέν θα λιγοστέψουν ποτέ. Γνωρίζοντας αυτά τα πράγματα λοιπόν, θα σου ζητούσα να γνωρίσω την ελαχιστότητα των ημερών μου, εάν δέν γνώριζα πώς όλες οι ημέρες αυτού εδώ του κόσμου, απο την αρχή μέχρι το τέλος του χρόνου, είναι τόσο ελάχιστες, εάν συγκριθούν με την δική σου αιωνιότητα. [Εδώ βασίζεται και η διαλεκτική κτιστού και ακτίστου του Ζηζιούλα. Η σχολή του Φλωρόφσκι ταύτισε το άκτιστο με το αιώνιο. Η σύγχρονη πλάνη περί προσώπου λοιπόν, που έδωσε την εικονική Θεολογία του Ζηζιούλα στηρίζεται στην διάκριση τού προσώπου και υποστάσεως που δίδαξαν οι Πατέρες, θέλοντας να διακρίνουν την Οικονομική απο την Θεολογική, την καθαυτή Τριάδα, και περιγράφοντας τήν υπόσταση του Κυρίου που ενανθρώπισε σαν πρόσωπο, να διατηρήσουν το ομοούσιο προσώπου και υποστάσεως. Η προτεσταντική Θεολογία λοιπόν, στηριζόμενη στο persona Dei, στην ιδέα του Θεού, η οποία ενσαρκώνεται πλήρως στην ιστορία, εφόσον ο Κύριος της οικονομίας, είναι η δεύτερη υπόσταση της Αγίας Τριάδος, υπερβαίνει τον Πλάτωνα ο οποίος δίδαξε την διαφορά ανάμεσα στην ιδέα και την εφαρμογή της, γεννώντας την φαινομενολογία και τον υπαρξισμό. Τα φαινόμενα, όπως απέδειξε η ενσάρκωση, δέν απατούν. Αυτό είναι το μήνυμα του Χριστιανισμού κατά τήν ερμηνεία τους, καταργείται η πτώση, τα αισθητήρια προσφέρουν την αλήθεια, η εσωτερικότης του αισθητού κόσμου, το νόημα, και μόνη η ύπαρξη πλέον Είναι. Όπως είναι, αυτό που είναι. Η υπέρβαση αυτής της οντολογικής διαφοράς ανάμεσα στην ιδέα και την εικόνα της στα φαινόμενα λόγω της γεννήσεως του Χριστού, γεννά μία νέα οντολογία. Η διαφορά είναι και ταυτότης, του ενσαρκωμένου Χριστού με τον προαιώνιο, μιά κατάσταση πού υπάρχει και μέσα στην ίδια την Αγία Τριάδα, διότι η διαφορά, που σημαίνει χρόνο, υπάρχει και στην Αγία Τριάδα, ο Χριστός είναι δεύτερος Θεός και παίρνει την θέση της δυάδος του συστήματος του Πλάτωνος, δηλαδή της πολλαπλότητος και ετερότητος. Αυτή η ιδεαλιστική φαντασίωση οδήγησε στον θάνατο του Θεού, εφόσον κατήργησαν τον Πλάτωνα, και σχεδόν τον Αριστοτέλη. Η ταραχή του Παλαιού Αδάμ, ο οποίος ένοιωσε να καταργείται με την γέννηση του Χριστού, αποκαθίσταται, η "πλάνη" διορθώνεται, το Εγώ σώζεται, το Εγώ υπάρχει!]
          14. Θα καταστραφούν λοιπόν αυτοί οι ουρανοί, αλλά όχι στην αιωνιότητα: θα καταστραφούν για να μεταμορφωθούν [ακριβώς όπως στην φιλοσοφία των Στωϊκών η εκπύρωση]. Αυτό δέν λέει και ο ψαλμός; Διάβασε τις λέξεις που ακολουθούν! Και όλοι θα φθαρούν σαν ένα ρούχο, και εσύ θα τους αλλάξεις σαν ένα ένδυμα και αυτοί θα αλλάξουν. Εσύ όμως είσαι πάντοτε ο ίδιος και οι χρόνοι σου δέν θα λιγοστέψουν ποτέ ! [Όπως ακριβώς ο αγιασμός των τιμίων δώρων, η μετουσίωση των Λατίνων, είναι το σώμα του Χριστού το οποίο προσφέρεται αιωνίως χωρίς να καταναλίσκεται. Η Θ.Ευχαριστία μεταμορφώνεται σε κοσμολογία και σαν κοσμολογία επιβάλλεται απο την ερμηνεία του Μπαλτάσαρ].
          Ακούς να γίνεται λόγος για ένδυμα, για ρούχο που χρησιμεύει για σκέπασμα, και εννοείς κάτι διαφορετικό απο το σώμα; Ελπίζουμε επίσης και στην ανάσταση του σώματος μας. Μία μεταμόρφωση όμως που μας έρχεται απο αυτόν ο οποίος υπήρχε πρίν απο μας, και παραμένει μετά απο μας, αυτόν χάρει στόν οποίο είμαστε αυτό που είμαστε [αγαπημένη έκφραση του Ζηζιούλα] και στον οποίο θα φθάσουμε μετά την μεταμόρφωση μας. Αυτός μεταμορφώνει αλλά δέν μεταμορφώνεται, δημιουργεί αλλά δέν δημιουργήθηκε, αυτός κινεί αλλά παραμένει [το κινητό ακίνητο του Αριστοτέλη αποκτά πρόσωπο]. Μ'αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνει κατανοητός και απο την σάρκα και απο το αίμα. "Εγώ είμαι ο ών, αυτός που είμαι. Εσύ, πάντοτε ο ίδιος και οι χρόνοι σου δέν θα λείψουν ποτέ". Αλλά σε σχέση με εκείνα τα χρόνια τί είμαστε εμείς, μ'αυτά τα κουρελιασμένα χρόνια; Και τί είναι εκείνοι οι χρόνοι; Δέν πρέπει να απελπιζόμαστε όμως, ο Θεός στην μεγαλωσύνη του, στην κυρίαρχη αξιοπρέπεια της σοφίας του είχε ήδη πεί: Εγώ είμαι αυτός που είμαι και παρ'όλα αυτά για την πνευματική μας ανάπαυση, προσθέτει: Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ, ο Θεός του Ιακώβ. Έτσι λοιπόν είμαστε εμείς οι απόγονοι του Αβραάμ, έτσι ώστε, παρότι μίζεροι και δυστυχείς, παρότι στάχτη και χώμα, ελπίζουμε σ'αυτόν. Δέν είμαστε παρά δούλοι, και όμως για μας ο Κύριός μας έλαβε μορφήν δούλου. Για μας τους θνητούς, αυτος που ήταν αθάνατος, θέλησε να πεθάνει, για μας θέλησε να φανερώσει αυτό το παράδειγμα της αναστάσεως. Αλλά ελπίζουμε πολύ γρήγορα να φτάσουμε σ'εκείνα τα σταθερά χρόνια που διαρκούν, στα οποία οι ημέρες δέν σχηματίζονται σύμφωνα με την περιφορά του ήλιου, αλλά αυτό που είναι παραμένει όπως είναι, καθότι μόνον αυτό αληθινά είναι!
          [Ο Αυγουστίνος έγραψε την τραγωδία του μύθου του Χριστού και σήμερα ο Χάιντεγκερ, με το χέρι του Νίτσε, γράφει την απαραίτητη σάτυρα].

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ DE TR INITATE ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (6)

Συνεχίζεται από Τρίτη, 15 Ιουλίου2014

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ DE TRINITATE ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ 

του Werner Beierwaltes

10. Η ερμηνεία  του «ego sum qui sum»του Αυγουστίνου.  

Η διαπραγμάτευση  τού Είναι σαν πνεύματος, του Πλωτίνου, η ανάπτυξη τού Ενός τού Πορφυρίου,  σαν σκεπτόμενου Είναι, (εννοιολογήσεις οι οποίες επέτρεψαν την πρόσληψη του σκεπτόμενου Θεού του Αριστοτέλη από την νεοπλατωνική φιλοσοφία) και η κατανόηση τού Θεού σαν ενότητος που σκέπτεται τον εαυτό της με τριαδικό τρόπο, είναι τα εννοιολογικά στοιχεία που συστήνουν ουσιαστικά την έννοια του Θεού και του Είναι τού Αυγουστίνου, αλλά με διαφορετική ένταση και υπογράμμιση. Η πρόταση  ego sum qui sum (εγώ ειμί ο ων) κατανοημένη από αυτή και με αυτή την παράδοση, έχει κεφαλαιώδη σημασία για τον Αυγουστίνο. Τον βοηθά να ορίσει τον Θεό σαν αληθινό Είναι. Στο εγώ ειμί ο ων, προφέρει ο Θεός το όνομά του. «Είναι» αποτελεί λοιπόν το όνομα που ανήκει μόνον στον Θεό. Αλλά «Είναι» σημαίνει σύμφωνα με τον Αυγουστίνο, αιώνιο, δηλαδή αμετάβλητο, υπάρχον πάντοτε με τον ίδιο τρόπο (χωρίς χρονική περίοδο) ταυτόσημο με τον εαυτό του και χωρίς καμμία διαφορά.
Όπως για τον Πλωτίνο η αιωνιότης είναι η ζωή του πνεύματος, η θεμελιώδης μορφή (είδος) στην οποία το πνεύμα, ενωνόμενο με τον εαυτό του, κατανοεί τον εαυτό του, έτσι και για τον Αυγουστίνο η αιωνιότης είναι ένας θεμελιώδης χαρακτήρας της θείας ουσίας.. [η αιωνιότης και το άπειρο δεν είναι ιδιότητες του Θεού. Υφίστανται του Θεού ένεκεν]. Η αιωνιότης είναι μάλιστα ταυτόσημη με την ουσία του Θεού. Γι’ αυτό το Είναι, καθώς κατανοείται σαν Θεός, και η αιωνιότης, ορίζονται σαν διαφανής εικόνα τού Ενός καί τού άλλου [αντικαθρέφτισμα]. Και επειδή λοιπόν «είναι» (απλώς), ο Θεός είναι αιώνιος, ή είναι ο ΑΙΩΝ. Επειδή τον Θεό μπορούμε να τον σκεφθούμε σαν αιώνιο, ο Θεός «είναι», δηλαδή είναι το ΕΙΝΑΙ.
Σχεδόν όλα τα χωρία στα οποία ο Αυγουστίνος αναφέρει ή ερμηνεύει την Έξοδο 3, 14, μπορούν να συμπεριληφθούν σε έναν νεοπλατωνικό εννοιολογικό ορίζοντα. Χωρίζει το κοσμικό ον που γίνεται, διότι υπόκειται στον χρόνο, από την αρχή και το θεμέλιο αυτού τού Όντος, δηλαδή το άχρονο Είναι το οποίο είναι Θείο. Αυτός ο χωρισμός δεν συστήνει όμως έναν διαχωρισμό. Στον ίδιο τον άνθρωπο η υπερβατική κίνηση η οποία στηρίζεται στην ελπίδα, στην πίστη και στην γνώση, διαμεσολαβεί το ον στο Είναι, τον κόσμο στον Θεό, το θεμελιωθέν στο θεμέλιο. Ο Θεός του Αβραάμ υποσχέθηκε και πραγματοποίησε παραδειγματικά αυτήν την διαμεσολάβηση στον μεσίτη Χριστό.

11. Το κείμενο των Εξηγήσεων (Enarrationes) των Ψαλμών.

Προτιθέμεθα τώρα να δείξουμε την εννοιολογική δομή τού Είναι παρούσα στους στοχασμούς του Αυγουστίνου γύρω από το όνομα Είναι, ερμηνεύοντας μερικά χωρία των Εξηγήσεών του στους Ψαλμούς. Θα μας οδηγήσει στην ερμηνεία μας, το κείμενο που ακολουθεί: 10. Τα χρόνια σου διαρκούν στις γενεές των γενεών. Γιατί ο ψαλμωδός δεν λέει: Τα χρόνια σου διαρκούν στους αιώνες των αιώνων; Έτσι μιλά για την αιωνιότητα η Αγία Γραφή! Γιατί λέει: Τα χρόνια σου διαρκούν στις γενεές των γενεών; Και ποια είναι «τα χρόνια σου»; Είναι τα χρόνια που δεν έρχονται και δεν περνούν. Τα χρόνια που δεν έρχονται γιατί δεν υπάρχουν. Στον χρόνο εδώ κάτω κάθε μέρα έρχεται, γιατί μετά δεν υπάρχει και έτσι κάθε ώρα, κάθε μήνας κάθε χρόνος. Κανένα από αυτά τα πράγματα δεν είναι σταθερό. Πριν έρθει θα είναι και αφού ήλθε, δεν θα είναι πια. Εκείνα τα δικά σου χρόνια λοιπόν, χρόνια αιώνια, χρόνια που δεν αλλάζουν, θα είναι στις γενεές των γενεών. Υπάρχει μια γενεά των γενεών και σ’ αυτή θα είναι τα χρόνια σου! Και ποιά είναι αυτή η γενεά; Υπάρχει στ’ αλήθεια και εάν την αναγνωρίσουμε, θα είμαστε σ’ αυτή και σε μας θα είναι οι Χρόνοι του Θεού. Με ποιο τρόπο θα είναι σε μας; Με τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός ο ίδιος θα είναι σε μας. Γι’ αυτό είναι γραμμένο! Ώστε ο Θεός να είναι το παν στα πάντα. Οι Χρόνοι του Θεού δεν διαφέρουν εξ άλλου από τον ίδιο τον Θεό. Οι Χρόνοι του Θεού είναι η αιωνιότης του Θεού και αυτή η αιωνιότης είναι η ίδια η ουσία του Θεού η οποία δεν γνωρίζει την αλλαγή. Εκεί τίποτε δεν είναι παρελθόν, σαν να μην είναι πλέον, τίποτε δεν είναι μέλλον σαν να μην είναι ακόμη. Εκεί δεν υπάρχει παρά το «Είναι», δεν υπάρχει ούτε το «υπήρξε» ούτε το «θα είναι», διότι εκείνο που υπήρξε δεν υπάρχει πλέον και εκείνο που θα είναι δεν υπάρχει ακόμη. Ο,τιδήποτε είναι εκεί, απλώς είναι. Πολύ σωστά λοιπόν μ’ αυτόν τον λόγο ο Θεός έστειλε τον δούλο του τον Μωυσή. Αυτός ρώτησε το όνομά Του, αυτού που τον έστελνε, και άκουσε την απάντηση. Αυτή η επιθυμία, καθορισμένος καρπός από έναν σωστό πόθο, μια φυσική επιθυμία, δεν έμεινε ανικανοποίητη. Είχε θέσει την ερώτηση, όχι από περιέργεια ή υπερηφάνεια, αλλά από την ανάγκη της ίδιας της εργασίας του. «Τί θα απαντήσω, είπε, στους γιούς του Ισραήλ, εάν με ρωτήσουν: ποιος σε έστειλε σα μας;» Και ο Κύριος παρουσιασθείς σαν δημιουργός του πλάσματος, σαν ο Θεός του ανθρώπου, όπως ο αθάνατος στον θνητό, όπως ο αιώνιος στον χρονικό, απάντησε: «Εγώ ειμί ο ών» Και εσύ θα μπορούσες να απαντήσεις: ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ. Ποιος είσαι; Ο Μάρκος! Αλλά θα μπορούσες να πεις κάτι πέραν του ονόματός σου; Αυτό περίμενε ο Μωυσής από τον Θεό: ακριβώς αυτό, και πράγματι τον είχε ρωτήσει: πώς λέγεσαι; Από ποιόν θα πω ότι στάλθηκα εάν με ρωτήσουν; Εγώ είμαι! Και ποιος; Ο ων. Αυτό είναι λοιπόν το όνομά σου; Όλο αυτό για να πεις πώς σε λένε; Και εσύ θα είχες για όνομα το καθαυτό Είναι, εάν ο,τιδήποτε είναι άλλο από σένα, συγκρινόμενο μαζί σου, δεν θα αποδεικνυόταν σαν μη-είναι; Αυτό είναι το όνομά σου, αλλά πρέπει να το εκφράσεις με καλύτερο τρόπο. Πήγαινε, λέει, και πες στους υιούς του Ισραήλ: Αυτός που Είναι με έστειλε σε σας. Εγώ είμαι αυτός που Είναι. Αυτός που είναι με έστειλε σε σας: Μεγαλειώδες στ’ αλήθεια αυτό το «Είναι»! Απέναντι σ’ αυτό τί είναι ο άνθρωπος; Απέναντι σ’ αυτό το μεγάλο ΕΙΝΑΙ, τί είναι ο άνθρωπος, όσο και αν είναι; ποιος θα μπορούσε να φθάσει εκείνο το Είναι, ή να γίνει μέτοχός του; ποιος θα μπορούσε να τον επιθυμήσει; Ποιος θα μπορούσε να υπερηφανευθεί ότι είναι ο ίδιος μέσα σ’ αυτόν; Άνθρωπε μην απογοητεύεσαι στην αδυναμία σου! «Εγώ είμαι –  λέει – ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ, του Ιακώβ. Πριν άκουσες αυτό που Είμαι ο Ίδιος, για μένα. Άκουσε τώρα εκείνο που είμαι για σένα. Αυτή η αιωνιότης μας κάλεσε και από την αιωνιότητα πήδηξε έξω ο Λόγος. Η αιωνιότης ήδη «ήταν» και μ’ αυτή ο Λόγος και ο Χρόνος ακόμη δεν ήταν. Και γιατί δεν ήταν ακόμη ο Χρόνος; «Τα πάντα δι’ αυτού δημιουργήθηκαν και από όσα έγιναν τίποτε χωρίς αυτόν δεν έγινε». ‘Ω Λόγε που υπάρχεις προ των αιώνων (o verbum ante tempora), μέσω του οποίου έγιναν οι Χρόνοι, και όμως γεννήθηκες στον Χρόνο, γιατί είσαι εσύ η ζωή η αιώνιος που καλείς τους ζώντες στον χρόνο και τους μεταμορφώνεις σε αιώνιους. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΓΕΝΕΑ ΤΩΝ ΓΕΝΕΩΝ. Μια γενεά έρχεται και μια καταφθάνει. Βλέπετε πώς οι γενεές των ανθρώπων υπάρχουν πάνω στην γη όπως τα φύλλα του δένδρου. Μ’ αυτή την έννοια και μ’ αυτόν τον τρόπο η γη φέρει σαν τα φύλλα της το ανθρώπινο γένος. Αυτή είναι πλήρης ανθρώπων: αυτούς που πεθαίνουν διαδέχονται άλλοι που γεννιούνται. Αυτό το δένδρο είναι πάντοτε στολισμένο με το πράσινό του ένδυμα. Κοίταξε όμως και κάτω από αυτό, και σημείωσε πόσα φύλλα ποδοπατάς!

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Η Π.Δ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ DE TRINITATE ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (5)

Συνέχεια από:Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014


Η Π.Δ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ DE TRINITATE ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ.

TOY WERNER BEIERWALTES.

Η θεωρία του Αυγουστίνου περί του Είναι στην ερμηνεία του «ego Sum qui sum» (Έξοδος 3, 14). «ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ»

8) Ο ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΑΝ ΕΝΑ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ.
       
  Σύμφωνα με τον Πορφύριο, ο Θεός με την αυθεντική σημασία είναι το Ένα και μαζί και το Είναι. (το Είναι μόνον και υπέρ το πάν) : ο Θεός είναι η πληρότης του εαυτού του (πλήρωμα ών αυτός αυτού). Σε σχέση με τον Θεό (όπως το είχε ήδη πεί ο Πλούταρχος) εμείς δεν είμαστε τίποτε. (ημείς ούν το ουδέν προς εκείνον, αυτός δε το μόνον όντως όν. Δεν υπάρχει παραβολή ή σχήσις του Θεού στο όν). Καθότι αληθινό Είναι, ο Θεός είναι απολύτως απέραντος, αμέτρητος.
          Ο Πορφύριος κατανοεί τον Θεό ή το Ένα σαν προούσιον και μαζί επίσης σαν καθαρή ενέργεια που είναι το ίδιο το όν, ακολουθώντας τα "χαλδαϊκά λόγια" (αυτό το ενεργείν καθαρόν, ώστε και αυτό το είναι το πρό του όντος). Ο Θεός δεν είναι λοιπόν ένα όν, αλλά το καθαυτό Είναι το οποίο υπάρχει πρίν από κάθε όν, (Αυτό το είναι) και μαζί, καθότι απόλυτο Είναι (απόλυτον) είναι η καθολική αιτία όλων των όντων. Εάν η Ιδέα είναι το θεμέλιο ή το Είναι ενός συγκεκριμένου όντος, τό Είναι τού Θείου Ενός είναι η ιδέα τού όντος ή του Ενός-που-είναι.
          Όπως ακριβώς σχετικά με το πρόβλημα του Είναι του Θεού έτσι και αναφορικά με το πρόβλημα της σκέψης (της νοήσεως) τού Θεού, ο Πορφύριος διακρίνεται από τον Πλωτίνο και από τον ύστερο νεοπλατωνισμό διότι θεωρεί την ύπαρξη δύο βαθμών ή διαστάσεων σκέψης (τής απολύτου νοήσεως): μία σκέψη η οποία καθότι καθαρή ενόραση, χωρίς διαφορά, δεν μπορεί να επιστρέψει στον εαυτό της, κάτι που δεν επιφέρει έναν περιορισμό του είναι της, και επιπλέον μία δεύτερη νόηση στην οποία το νοητό σχίζεται από την καταγωγική, πρωταρχική νόηση, για να θεωρήσει τον εαυτό του.
          Αυτή η μορφή (είδος) σκέψης επιστρέφει στον εαυτό της: είναι αυτό-στοχασμός. Η πρώτη μορφή νοήσεως είναι ταυτόσημη με το Ένα καθαυτό και έτσι είναι η συνθήκη που δίνει την δυνατότητα στην δεύτερη μορφή σκέψης (πρώτη υπόθεση του Πλατωνικού Παρμενίδη). Αυτή η δεύτερη μορφή νοήσεως είναι ταυτόσημη με το δεύτερο Ένα, το οποίο είναι καθαυτό διαφοροποιημένο (δεύτερη υπόθεση του Παρμενίδη και βάση του Πλωτινικού πνεύματος). Η πρωτη μορφή της Θείας αυτό-γνωσίας παραμένει καθαρή ταυτότης με τον εαυτό της (αυτό τούτο γνώσις ούσα). Η δεύτερη μορφή, όμως είναι η ανάπτυξη των Θείων κατηγορημάτων, μία ανάπτυξη που εξασφαλίζει, μέσω της επιστροφής (περισκέψεως), την ενότητα στην διαφορετικότητα.
          Εάν ο Θεός γίνεται αντιληπτός σαν Είναι και σαν μη-Είναι, σαν νόηση και σαν μη-νόηση (με την έννοια μίας σκέψης χωρίς περίσκεψη) γίνεται τότε κατανοητό το παράδοξο, σύμφωνα με το οποίο τόσο η αποφατική (αρνητική) Θεολογία, όσο και η θετική εκφράζονται με ακρίβεια και (όσο είναι δυνατόν) με επάρκεια σχετικά με τον Θεό. Παρ'όλα αυτά η αποφατική Θεολογία γίνεται πάνω απ'όλα η έκφραση τής ανθρώπινης αδυναμίας "εμείς και όλα τα άλλα όντα δεν είμαστε τίποτε απέναντι σ'Αυτόν….τίποτα δεν είμαστε συγκρινόμενοι μ'Αυτόν(ημείς και πάντα τα όντα το μηδέν εσμέν προς αυτόν…ημείς ούν το ουδέν ως προς  εκείνον). Αντιθέτως όμως στην καταφατική γίνεται σημείο της πληρότητος του Θείου Είναι (πλήρωμα ών αυτός αυτού).
Αυτή η σύλληψη του Θεού-Ενός που είναι όν (Είναι) και στοχάζεται (νοεί) τον εαυτό του, του Πορφύριου, ξεπερνά την διαφωνία και την αντίρρηση που εξέφρασε προς τον Αριστοτέλη ο Πλωτίνος, καταλογίζοντας του ότι ανάγκασε την Αρχή να νοήσει (να σκεφτεί) και τήν μείωσε τοιουτοτρόπως σε δεύτερη Αρχή, και ερμήνευσε τον άριστο τελικό Θεό που σκέφτεται τον εαυτό του, στον νεοπλατωνικό ορίζοντα μίας Θεολογικής  Ενολογίας (πλ Ενν. V1, 9,7).
        
  9. Ο Μάριο Βιττορίνο και η Τριάδα είναι-ζείν-νοείν.

 Αφήνοντας κατά μέρος την επιρροή του Πορφύριου στον Αυγουστίνο, ας τονίσουμε πώς ακριβώς η παραπάνω σύλληψη του Πορφύριου αποτέλεσε το Τριαδικό δόγμα τού Μάριο Βιττορίνο, το οποίο αντιπροσωπεύει τελικώς, το μοναδικό μεταφυσικό σύστημα της λατινικής γλώσσας.
          Για τον Βιττορίνο ο Θεός, καθότι Ένα καθαυτό, είναι πέραν του παντός και ταυτοχρόνως ή εξαιτίας αυτού, είναι καθαρό Είναι: esse purum. Ο Θεός είναι η καθαυτή νόηση. "Όταν ο Θεός σκέπτεται τον εαυτό του δεν συμβαίνει όπως κάποιος σκέπτεται έναν άλλο, αλλά όπως όταν η ίδια η νόηση νοεί τον εαυτό της".
          Σύμφωνα με τον Βιττορίνο η Τριάδα Είναι-ζείν-νοείν ή ύπαρξη-ζωή-νόηση διαθέτει μία ιδιαίτερη σημασία για τον πραγματικό καθορισμό του ενδο-τριαδικού Είναι και του δυναμισμού του. Αυτή η Τριάδα αναπτύσσεται από τον Πορφύριο σαν ύπαρξις-ζωή (Δύναμις)-νόησις (νούς). Ο Βιττορίνο ταυτίζει την ύπαρξη (esse) με τον Πατέρα, την ζωή με τον Υιό, την νόηση με το Άγιο Πνεύμα. Το Είναι του Πατρός είναι θεμέλιο και αρχή της ζωής και της γνώσεως του Υιού και του πνεύματος, μ'αυτόν ομοούσιοι.
          Σ'αυτή την άχρονη φανέρωση (apparenzia, αυτό- αποκάλυψη) του Είναι του Πατρός στην ζωή του Υιού και στην νόηση του Πνεύματος πραγματοποιείται ή αυτο- σύσταση και η αυτο-γνωσία του Θεού, σαν Τριαδική ενότης. Αυτή η τελευταία κατανοείται σαν δυναμική ταυτότης η οποία εκτίθεται μέσω της διαλεκτικής πού είναι εμμενής σ'αυτή, της ακινησίας και της κινήσεως, της ταυτότητος (του είναι που ανήκει στα θεία πρόσωπα) και ετερότητος. Αυτή η δυναμική ταυτότης συνεπάγεται μία σχετική διαφορά και ταυτόχρονα την ενότητα των τριών.
          Εάν η ζωή κατανοείται σαν εκδήλωσις, εξωτερίκευση (δύναμις) του Είναι-καθιστάμενη δυνατή και επιθυμητή από αυτό το τελευταίο-ή γίνεται κατανοητή, απέναντι στο "υπερούσιο" Ένα του ιδίου του Είναι, σαν Ένα που υπάρχει, τότε αυτή η τρίτη άχρονη φάση πρέπει να κατανοηθεί σαν στοχαστική υπέρβαση αυτής της εξωτερικεύσεως ή σαν επιστροφή του δευτέρου Ενός στο πρώτο Ένα. Η ζωή ολοκληρώνεται, τελείται, μ'αυτόν τον τρόπο στην νόηση (σκέψη). Η αυτογένεση, η Θεία αυθύπαρξη παρουσιάζεται σαν ένας κύκλος, ο οποίος αναπτύσσεται και επιστρέφει στον εαυτό του, ένας κύκλος ο οποίος αναπτύσσεται σύμφωνα με τον νόμο μονή-πρόοδος-Επιστροφή.
Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ DE TRINITATE ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (4)


Συνεχίζεται από Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014 

του Werner Beierwaltes

Η θεωρία του Αυγουστίνου περί του Είναι στην ερμηνεία του «ego Sum qui sum» (Έξοδος 3, 14). «ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ»

6. Ο Πλωτίνος, το πρόβλημα του αυτό-καθορισμού της Αρχής και η αποφατική διαλεκτική. 

Δικαίως, το πνεύμα θα μπορούσε να πεί για το ίδιο: «Εγώ είμαι όν,» όν ειμί. Διότι όν (είναι) υπονοεί πολλαπλότητα, παρότι ενωμένη εις εαυτόν, και επομένως μία έκφραση σαν «Εγώ είμαι όν» είναι κατάλληλη: στην μορφή, στο είδος τής διαφοράς του υποκειμένου και κατηγορουμένου εκφράζει κάτι το οποίο είναι οικείως διαφοροποιημένο. Και με ανάλογο τρόπο το πνεύμα θα μπορούσε να πεί για τον εαυτό του: Εγώ είμαι σκέψη, καθότι η σκέψη «πρέπει να είναι πάντοτε στην διαφορά και στην ταυτότητα». (Εν V3,10,24) «αεί εν ετερότητι την νόησιν είναι εν ταυτότητι δε εξ’ανάγκης. 

Η πολικότης ετερότητος και ταυτότητος στο Είναι, που είναι το πνεύμα χάριν της σκέψης, είναι η προϋπόθεση τού είναι του και της πραγματοποιήσεως της σκέψης του. Αντιθέτως το Ένα είναι το καθαυτό αδιαφοροποίητο, καθαρή ενότης χωρίς διαφορά, παντελώς στερούμενο μερών, «αμερές πάντη». Εάν αυτό το Ένα χωρίς μέρη έπρεπε να εκφράσει τον εαυτό του, θα ήταν στην πραγματικότητα πολλαπλό. Επι πλέον εάν έλεγε «εγώ είμαι αυτό», εκφράζοντας το κατηγορούμενο «αυτό», σαν μία πραγματικότητα διαφορετική από αυτό, θα μιλούσε λανθασμένα. Εάν όμως εξέφραζε σχετικά με τον εαυτό του ένα κατηγόρημα που θα του ανήκε μ’έναν συμπτωματικό τρόπο, θα έλεγε για τον εαυτό του πάλι κάτι πολλαπλό, ή θα έλεγε, «είμαι είμαι» ή «Εγώ εγώ». (Ev v3, 10,24…) «και γάρ ει το αμερές πάντη ειπείν αυτόν δέοι, δεί πρότερον λέγειν ά μη εστιν, ώστε και ούτως πολλά αν είναι, ίνα εν είη. Ειθ’όταν λέγη «ειμί τοδε» το «τόδε» ει μέν έτερον τι αυτού ερεί, ψεύσεται ει δε συμβεβηκός αυτώ, πολλά ερεί ή τούτο ερεί «ειμί ειμί» και «εγώ εγώ». 

Μία ενδεχόμενη αυτό-έκφραση του Ενός δεν θα μπορούσε  να πραγματοποιηθεί στην μορφή της προτάσεως υποκειμένου και κατηγορήματος, η οποία ανήκει σε πραγματικότητες που είναι ουσιωδώς διαφορετικές, παρά μόνον σαν επανάληψη αυτού που «είναι» το Ένα. Το υποκείμενο θα επαναλαμβανόταν στο κατηγορούμενο ή θα εκφραζόταν τελείως στο κατηγορούμενο ξεπερνώντας την διαφορά. «Είμαι είμαι» και «Εγώ εγώ», συνιστούν την προσπάθεια να γίνει φανερό στην γλωσσική μορφή, την λογική και γραμματική, αυτό που δεν διαθέτει διαφορά. (Ev VI 7,38,8). Αυτή είναι μία θεωρητική προϋπόθεση του πλωτίνου για κάθε θεωρητική υπόθεση (Ev VI 7,38,11…). 

Εάν η γλώσσα αντιπροσωπεύει την πραματικότητα στην οποία αναφέρεται όπως είναι καθαυτή, τότε το κατηγορούμενο έστιν (είναι) αποκαλύπτεται ψευδές ακόμη και σε σχέση με το Ένα καθότι αγαθόν: το Ένα δεν μπορεί να πεί «Εγώ είμαι» και ούτε να πεί «εγώ είμι το αγαθόν», διότι το κατηγορούμενο θα εξέφραζε μία διαφορά στο εσωτερικό του. Η πρόταση «Εγώ ειμί το αγαθόν» θα ήταν το αποτέλεσμα μίας σκέψης για τον εαυτό του, την οποία σκέπτεται το αγαθό, δηλαδή μίας σκέψης η οποία σε μία πρώτη στιγμή αντιπαρατίθεται θεωρητικά στο αγαθό καθαυτό και η οποία στην συνέχεια το ταυτίζει μ’αυτή την ίδια. Επομένως , εάν το Ένα πρέπει να παραμείνει Ένα, το καθαυτό αγαθό, το οποίο έχει την ίδια οντολογική αξιοπρέπεια του Ενός κατανοείται σαν χωρισμένο από την σκέψη του Αγαθού. 

Επειδή λοιπόν το Ένα είναι ο εαυτός του με αδιάφοροποίητο τρόπο και επομένως ούτε σκέπτεται ούτε είναι, (έστι δε ουδέ το εστίν Ev VI 7,38,1), η μοναδική κατάλληλη μέθοδος για να περιγραφεί το Ένα είναι η αποφατική (αρνητική) διαλεκτική. Αυτή η διαλεκτική δεν αναφέρει στο Ένα, ούτε το πλέον καθολικό κατηγόρημα; Ότι το Ένα «είναι», παρότι αυτό, καθότι αληθινή πραγματικότης, προϋποτίθεται στην σκέψη και στην γλώσσα στην ολότητα τους. Ήδη ο όρος «είναι» θα ήταν μία προσθήκη και θα κατέστρεφε το όν Ένα ή το όν –αγαθό ή την απολυτότητα τους. (Ev v5,13,9). 

Από το άλλο μέρος είναι αλήθεια επίσης πώς μπορούμε να πούμε «είναι» για το μη-Ένα, δηλαδή για το πνεύμα (τον νού), μόνον επειδή το μη Ένα διατηρείται από το Ένα, και χάρη στο Ένα οικοδομεί την ενότητα του μέσω της ενέργειας της σκέψης (της νοήσεως) (Εν V3,15,11): λόγω της νοήσεως, η πολλαπλότης του πνεύματος (του νοός) είναι «εν πανταχού (Ev v3,15,19…) 

Αυτό που διακρίνει την απόλυτη ενότητα του Ενός και την ενότητα τού Είναι που σκέπτεται, νοεί τον εαυτό του, είναι μόνον η διαφορά (η ετερότης) σαν μιά νέα οντολογική ποιότης; Η πρωτογενής, καταγωγική ενότης έχει σχισθεί, γίνεται αντικείμενο τού εαυτού της σαν όν και συγκεντρώνεται μαζί, μέσω της νοήσεως, σε μία ενότητα η οποία διατηρεί στον εαυτό της την διαφορά και ταυτοχρόνως την υπερβαίνει. 

7. Ο Πλωτίνος και η αιωνιότης του Είναι. 

Το είναι της ετερότητος και η λογική του λειτουργία δεν συνεπιφέρουν σύμφωνα με τον Πλωτίνο την ύπαρξη ενός χρονικού χωρισμού, διαχωρισμού. Το Είναι που σκέπτεται τον εαυτό του είναι αμετάβλητο, καθαρή ενέργεια, το οποίο υπάρχει πάντοτε, ταυτόχρονη και ακριβής, όλου αυτού που υπάρχει σ’αυτό και το οποίο νοείται σ’αυτό, ενώ το τώρα του χρόνου, συνεχώς άλλο, διότι πραγματοποιείται διαφορετικώς, επιτρέπει ώστε η διαφορά να γίνει αρχή της επεκτάσεως και της διαδοχής. 

Το πνεύμα, το όν το οποίο αναφέρεται σ’αυτό το ίδιο είναι αιώνιο: δηλαδή η αιωνιότης (αιών) είναι η ζωή του πνεύματος, μία ουσιώδης στιγμή του πνεύματος. Η σκέψη του πνεύματος δεν εμπλέκει επομένως μία κίνηση από το «πρίν» στο «μετά», στην οποία ξεδιπλώνει και απλώνεται η σκέψη, η νόηση [σαν σπείρα]. Αυτός ο τρόπος χαρακτηρίζει την διανοητική σκέψη, την ομιλία, η οποία παγιδεύεται στα δίχτυα τού χρόνου. Η νόηση του πνεύματος αντιθέτως είναι άχρονη συνείδηση «όλου εκείνου που είναι νοητό σαν προ-νοημένο» (άχρονος νόησις), άχρονη διαφοροποίηση όλων των νοητών και η ταυτοποίησή τους, ( σε σχέση με την ενότητα). Eν. IV 4,1,1.

Ο Πλωτίνος θεωρεί ήδη. μερικά εννοιολογικά στοιχεία τα οποία έγιναν καθοριστικά για την φιλοσοφική έννοια του Θεού της Χριστιανικής Θεολογίας. Οπως δηλαδή την ταυτότητα Θεού-είναι-νοήσεως και την αιωνιότητα, παρότι αυτές οι έννοιες δεν αφορούν ακριβώς την πρώτη και αυθεντική αρχή, το Ένα. 

Ο Πορφύριος υπήρξε ο πρώτος που ταύτισε τον Θεό με το Είναι (τον νού και την νόηση, το κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν δηλαδή ),νόηση και Ένα, σε αντιπαράθεση με τον Πλωτίνο και με τον ύστερο νεοπλατωνισμό. 

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.