Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Παρασκευή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Παρασκευή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2025

Η εμφάνιση της Αγίας Παρασκευής στον Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη

                                       

“Ένα απόγευμα όμως, θα᾽ τανε τότε οκτώ-εννέα ετών, εκεί που προευχότανε του εμφανίστηκε ολοζώντανη η αγία Παρασκευή ως μοναχή, όπως ήτανε στην εικόνα”

«… Όλα τα παιδάκια πήγαιναν σχολείο μια φορά την ημέρα. Το Ιακωβάκι πήγαινε δύο. Το αγαπούσε πολύ, γιατί το σχολείο του στα πρώτα χρόνια ήτανε κι Εκκλησία, της Αγίας Παρασκευής.

Αργά το απόγευμα πήγαινε κι άναβε τα καντήλια. Πήγαινε μόνο του το παιδί και του άρεσε να μένει μέχρι το νύχτωμα. Προσευχότανε όσο ήξερε κι όσο μπορούσε. Έπειτα έπαιρνε τον κατήφορο για το σπίτι, αφήνοντας το δάσος με τα πεύκα. Ένα απόγευμα όμως, θα᾽ τανε τότε οκτώ-εννέα ετών, εκεί που προευχότανε του εμφανίστηκε ολοζώντανη η αγία Παρασκευή ως μοναχή, όπως ήτανε στην εικόνα. Το παιδί τρόμαξε, το ᾽βαλε στα πόδια κι έφτασε λαχανιασμένο στο σπίτι. Ούτε γύρισε να κοιτάξει πίσω από τον φόβο του.

Ξαναπήγε άλλη μέρα ν᾽ ανάψει τα καντήλια και του εμφανίστηκε πάλι. Και πάλι τρόμαξε. Έφυγε τρέχοντας τον κατήφορο, μα η Αγία βγήκε από το ναό, μίλησε γλυκά και καθησύχασε το παιδάκι.
Αυτό, τώρα, σταμάτησε να τρέχει, γύρισε να δει ποιος του μιλούσε. Η Αγία του εξήγησε ποια είναι, του ᾽πε να μη φοβάται, και το Ιακωβάκι ανέβηκε δειλά δειλά πάλι προς το εκκλησάκι. Έκατσε κοντά της και την άκουσε προσεκτικά.
Η εμφάνιση της Αγίας Παρασκευής επαναλήφθηκε πολλές φορές. Το Ιακωβάκι συνήθισε και δε φοβότανε πιά. Καθόσανε δίπλα δίπλα και μιλάγανε… τέτοια οικειότητα και αφελή παρρησία ο μικρός! Σε μία από τις πρώτες εμφανίσεις της η Αγία, όταν είχε ξεθαρρέψει ο μικρός, του είπε:

– Τι θέλεις, Ιάκωβέ μου, να σού χαρίσω για τις προσευχές που κάνεις και που περιποιείσαι το σπίτι μου;

Εκείνο δεν ήξερε τι να ζητήσει. Όμως το βράδυ ρώτησε τη μητέρα του, τη Θοδώρα. Εκείνη το συμβούλεψε απλοϊκά: «Να σού πεί, να σού δώσει, την τύχη σου». Το άλλο απόγευμα εμφανίστηκε η Αγία και απάντησε στο παιδί:

Άκουσέ με. Θα δείς δόξες και τιμές πολλές, πολύς κόσμος θα ᾽ρχεται να σε δει, πολλά χρήματα θα έρχονται στα χέρια σου, αλλά δε θα μένουν (και πράγματι όλα επαληθεύτηκαν). Τον τίμησαν τον γέροντα Ιάκωβο πλούσιοι και φτωχοί, σοφοί και αγράμματοι, άρχοντες και αρχόμενοι, καθηγητές πανεπιστημίου και ανώτατοι δικαστικοί, μοναχοί, ιερείς, επίσκοποι και πατριάρχες, που έφταναν τα τελευταία χρόνια στο μοναστήρι να τον γνωρίσουνε, να εξομολογηθούνε, να ωφεληθούνε, να πάρουνε την ευχή του. Και χρήματα επίσης, τα τελευταία χρόνια, του έδιναν πολλά, μα κι αυτός τα προσέφερνε όλα σε όποιους είχανε ανάγκη, δε μένανε στο σακούλι του – γιατί σ᾽ ένα σακούλι τα έβαζε, που δεν άδειαζε ποτέ, όσα και να ᾽δινε). Ο ίδιος, που τα διηγότανε αυτά, πρόσθετε:

– Και μήπως ψέματα μου είπε, αδελφέ μου, η αγία Παρασκευή; Μικρή τύχη μου έδωσε; Μ᾽ έκανε ιερέα των μυστηρίων του Θεού!

Πηγη: *Στ. Παπαδόπουλου, Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ, Ἐκδ. Ἀκρίτας, Θ´ ἔκδοση, Σεπτέμβριος 2005, σσ. 37-39.


Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2025

Μοναχός Βησσαρίων Διονυσιάτης (1878 – 24 Αυγούστου 1952)

 Ιερά Μονή Διονυσίου


 

Ο ευλογημένος αυτός άνθρωπος του Θεού γεννήθηκε στη Χαλκίδα της Εύβοιας το 1878. Λαϊκός ονομαζόταν Ευάγγελος Γεωργίου Ζαρκάδης. Νέος είδε σε όραμα την αγία μεγαλομάρτυρα Παρασκευή, η οποία τον παρηγόρησε για κάποιο λυπηρό οικογενειακό περιστατικό και του είπε ότι θα γίνει μοναχός.

Προσήλθε στην ιερά μονή Διονυσίου το 1903. Εκάρη μοναχός σε αυτή το 1906. Διακρίθηκε ως μοναχός με πολλή ταπείνωση, θερμή πίστη και μακαρία απλότητα. Ως οικονόμος στο μετόχι της μονής στα Μαριανά Χαλκιδικής δέχθηκε την επίσκεψη του Τιμίου Προδρόμου, που του υπέδειξε τον τόπο πεσμένου ναού του, τον οποίο ο Βησσαρίων ανήγειρε. Άλλοτε πάλι τη νύχτα της Αναστάσεως του Κυρίου, που ήταν αναγκασμένος να μείνει στο μετόχι, άκουσε ουράνια μελωδία και αισθάνθηκε άρρητη και ανείπωτη ευωδία. Έτσι ο Τίμιος Πρόδρομος πάλι τον παρηγόρησε. Και άλλη φορά είδε τον Τίμιο Πρόδρομο και τον επετίμησε που άφησε σβηστό το καντήλι του.

Ευρισκόμενος στα μετόχια της μονής προαισθάνθηκε να πλησιάζει το τέλος του. Αποχαιρέτησε φίλους και γνωστούς κι επέστρεψε στη μονή για να πεθάνει. Με χαρά έφθασε στη μονή. Ευχαριστούσε θερμά τον Τίμιο Πρόδρομο που τον συνέδραμε και σε αυτή του την επιθυμία, να τελειώσει δηλαδή τον βίο του στη μονή της μετάνοιας του. Μετά την επιστροφή του έμεινε επί διήμερο, αφού αποχαιρέτησε όλους τους πατέρες και συγχωρέθηκε μαζί τους. Ήταν γενναίος, αληθινός, τίμιος, φιλότιμος και ατόφιος. Στα μετόχια κάποτε προκαλούσε άφοβα τους Τούρκους να τον σκοτώσουν, για να συμπεριληφθεί στους μάρτυρες της πίστεως. Απέβη όμως ένας καθημερινός μάρτυρας της συνειδήσεως.


Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 24.8.1952
.

 Διήγηση του Γέροντα Βησσαριώνα

Μία ημέρα λοιπόν δύο χωριάτες ήλθαν στα παζάρια και ο ένας
Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.αγόρασε την φοράδα του άλλου.
Εκείνος που την αγόρασε, επήγε εις την εκκλησία και επροσκύνησε. Άφησε δε εμπρός εις την εικόνα του Τιμίου Προδρόμου και μερικά χρήματα και μου είπε να ανάψω ένα κερί.
Εγώ άναψα το κερί, είδα τα χρήματα, ήσαν αρκετά, δεν τα πήρα χρήματα, τ’ άφησα εμπρός στην εικόνα. Κατά το βράδυ, επήγα νανάψω τα καντήλια και βλέπω να λείπουν τα χρήματα. Μα δεν ξέρεις πόση στενοχώρια μου ήλθε.
Ο πειρασμός με εσκλήρυνε και εμένα και, όπως κουβεντιάζουμεν μαζί, επήγα εμπρός στην εικόνα του Αγίου και του λέγω: Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος.
– Άγιε Πρόδρομε, δεν είσαι εδώ; Γιατί αφήνεις και σου παίρνουν τα χρήματα εμπρός από την Εικόνα σου; Ααα, δεν σου ανάβω το καντήλι.
Έτσι, γέρο-Λάζαρε, άναψα μόνο της Παναγίας το καντήλι και έφυγα. Ναι, αλλά μέσα μου όμως η καρδιά μου κτυπούσε λιγάκι. Επήγα στον μύλο, ανέβηκα επάνω στο σπίτι, έφαγα λίγο ψωμί, αλλά συγχυσμένος. Θυμόμουνα ότι το καντήλι του Αγίου το είχα σβηστό, αλλά ο κοτσονούρης [ο διάβολος] δεν με άφηνε, πολύ με εσκλήρυνε. Έλεγα μέσα μου:
– Άϊ να δούμε τι θα γίνη. Δεν το ανάβω το καντήλι απόψε.
Εκοιμήθηκα λοιπόν, αδελφέ μου, με την σύγχυσιν όπου είχα, όμως επέμενα στην γνώμη μου. Έτυχε να είναι πανσέληνος, το φεγγάρι σαν ήλιος και από το παράθυρο του κελλιού μου έμπαινε μέσα το φως.
Καθώς λοιπόν εκοιμόμουν μόνος μου -διότι άλλον συνοδεία τότε δεν είχα [βρισκόταν στο μετόχι της Μονής Διονυσίου στα Μαριανά Χαλκιδικής]- κατά τα μεσάνυκτα αισθάνομαι μία σκουντιά. Ξυπνώ και βλέπω έναν γίγαντα μπροστά μου, με τα μαλλιά ξέπλεκα. Από τον φόβο μου άρχισα να τρέμω και μόλις εμπόρεσα να του ειπώ:
– Πώς ήλθες εδώ;
Εις απάντησιν μου λέει με ύφος σοβαρόν:
– Το πώς ήλθα μη ερωτάς, αλλά ειπές μου, γιατί δεν ανάβεις το καντήλι;
Και αμέσως με πολύν φόβον, με τρέμουσαν φωνήν, με δάκρυα στους οφθαλμούς λέγω:
-Να με σχωρέσης, Άγιε, έσφαλλα.
Τότε του έβαλα τρεις μετάνοιες κλαίγοντας εις τα πόδια του και τον παρακαλούσα να με συγχωρέση.
Ενώ ο γέρο-Βησσαρίων μου εδιηγούνταν αυτά, άρχισε από την κατάνυξιν να κλαίη ενώπιόν μου. Αφού παρήλθεν η κατάνυξις, εξηκολούθησε.
Τότε ακούω, αδελφέ, τον Τίμιον Πρόδρομον με γλυκείαν και ήμερον φωνήν και μου λέει:
– Παιδί μου, Βησσαρίων, λέγεις ότι δεν είμαι εδώ; Και αν εγώ δεν είμαι εδώ, τότε ποιος σε φυλάγει εδώ τόσα χρόνια, σ’ αυτήν την ερημιά από τους ληστές και τα άλλα κακοποιά στοιχεία; (Και πάλιν άρχισε να κλαίη ο π. Βησσαρίων εκ συγκινήσεως και ευλαβείας του προς τον Τίμιον Πρόδρομον).
– Άγιε μου, του λέγω, σε παρακαλώ να με συγχωρέσης, δεν το ξανακάνω.
– Πήγαινε ν’ ανάψης το καντήλι στην Εικόνα μου, και να το κηρύττης και εις τους άλλους ότι κάνουν θαύματα οι εικόνες, διότι πολλοί εδώ άρχισαν να λέγουν ότι δεν θαυματουργούν οι εικόνες.
Αυτά μου είπεν ο Άγιος και έγινε άφαντος. Εγώ εκείνη την ώρα επήγα στην εκκλησία και, ω του θαύματος! βλέπω όλα τα χρήματα στον ίδιο τόπο, όπως ήσαν, μπροστά στην εικόνα του Αγίου! Ποιος να ξέρει τι λαχτάρα να ετράβηξε εκείνος ο κλέφτης και τα έφερε αυτήν την ίδια νύκτα τα χρήματα στην εικόνα.
Τέλος τον ρώτησα:
– Τι ενδύματα φορούσε ο Τίμιος Πρόδρομος;
– Να, όπως τον βλέπεις στην Εικόνα με την προβειά. Αλλά τέτοιον υψηλόν άνθρωπο δεν είδα άλλον στη ζωή μου. Μα τι να σου ειπώ! Άνδρας πελώριος, γίγαντας.
– Σε πιστεύω, του λέγω, διότι και ο Χριστός μας λέγει στο Ευαγγέλιο ότι «ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού», αγκαλά [αν και] πρωτίστως υπονοείται δια το πλήθος των αρετών του και την μεγάλη του αγιωσύνην. Όμως ισχύει αυτό και διά τη σωματικήν του διάπλασιν, διότι τα λόγια του Κυρίου και τα δύο περιλαμβάνουν.

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

Η Αγία Παρασκευή και ο γέρων Δαμασκηνός

Πηγή : ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ

«Είμαι ή Παρασκευή!» Ό Παππούς αισθανόταν την αγάπη των Αγίων να τον διαπέρνα σαν ζεστό ρεύμα, όπως είχε ομολογήσει ό ίδιος. Και οι λόγοι του διαβεβαιώνουν ότι ή τάσις αυτού του ρεύματος ήταν υψηλή: «Έχουμε συγχορευτάς και συνεορτάζοντας και συνεορταζομένους τους Αγίους και όλον τον ουράνιο κόσμο. Οι Άγιοι με την αγάπη τους μας παίρνουν τα μυαλά, εδώ που τα λέμε… Ανά πασά στιγμήν επικοινωνούν μαζί μας, γιατί ευρίσκονται μέσα στον φώς του Θεού και δεν εμποδίζονται απότομοι την ύλη. Λοιπόν, μας παρακολουθούν εμάς συνεχώς απότομοι κοντά και, όταν τους παρακαλούμε, αμέσως μας επισκέπτονται και μας σώζουν απότομοι πολλούς πειρασμούς και μας ευφραίνουν τον νου… »

Οι Άγιοι, είδατε, πηδούν και έρχονται προς ημάς και θέλουν να πηδήσωμε και εμείς προς αυτούς, για να είμαστε φίλοι.

Να τους άνταποδίδωμε την επίσκεψι, γιατί τον ποθούν αφάνταστα. Τί και αν μας χωρίζει ό ορατός κόσμος απότομοι τον αόρατο;

‘Εμείς να ενστερνιστούμε την αγάπη του Χριστού και να κάνωμε τον πήδημα!…»
Την άνοιξη του 1988 (17 Μαρτίου), ό Γέροντας μαζί με τις αδελφές Θ, Θ. και Θ ξεκίνησαν με τον αυτοκίνητο, για να επισκευάσουν τον τότε χωματόδρομο, που είχε γίνει άβατος από τις βροχές.

Με την ευκαιρία αυτή θα έκοβαν και χορτάρι για τις αγελάδες της Μονής.

Λίγο πριν φθάσουν στον προσκυνητάρι της αγίας Παρασκευής, στον χωράφι του Σταμπόλα, τον όποιο ήταν κατάσπαρτο απότομοι αγριολούλουδα, είδαν μία γυναίκα, μαντηλοφορεμένη και ντυμένη με σκούρα ρούχα, να βαδίζει αργά-αργά και σκυφτή.

Έφαινόταν σαν να αναζητούσε κάτι. Ξαφνικά, σήκωσε τον κεφάλι της και προσήλωσε επίμονα τον έντονο βλέμμα της επάνω στον Γέροντα, σαν να ήθελε να του μιλήσει. Σ’ όλους έκανε μεγάλη εντύπωση το ολοφώτεινο και κατάλευκο πρόσωπο της, καθώς και τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια της. Απορούσαν, λοιπόν, ποιά να ήταν ή άγνωστη αυτή γυναίκα. Την προσπέρασαν, όμως, χωρίς να της ομιλήσουν.


Μετά από μία ώρα περίπου, καθώς επέστρεφαν, ξανασυνάντησαν την παράδοξη αυτή ύπαρξη να βηματίζει με απαράλλακτο τρόπο, στο ίδιο σημείο. Απόρησαν οι αδελφές και ερώτησαν:


-Παππού, τί παράξενο πράγμα! Τί κάνει αύτη ή γυναίκα τόση ώρα μόνη της εδώ; Δεν φαίνεται να μαζεύει χόρτα.
-Έτσι εμφανίζονται οι Άγιοι, απήντησε με απλότητα ό Πάππους. Την ιδία στιγμή γύρισε ή γυναίκα και κοίταξε πάλι κατάματα τον Γέροντα, με πολύ μεγαλύτερη έμφαση, όμως, αυτή την φορά. -Παππού, σταθείτε να ρωτήσαμε ποιά είναι, επέμεναν οι αδελφές. Άλλ’ εκείνος, χωρίς να σταματήσει να οδηγεί, επανέλαβε τους λόγους: -Έτσι εμφανίζονται οι Άγιοι- ξαφνικά! Τότε οι αδελφές άρχισαν να σκέπτονται μήπως ή εμφάνεια ήταν υπερφυσική και λυπήθηκαν πού δεν σταμάτησαν, για να διερευνήσουν την ασυνήθη αυτήν παρουσία.

Μετά από μερικές ήμερες, στο τέλος τής Θείας Λειτουργίας του Μ. Σαββάτου, ή αδελφή Θ. βλέπει την παράξενη εκείνη γυναίκα, με την ίδια ενδυμασία, ανάμεσα στο εκκλησίασμα να πηγαίνει να πάρει αντίδωρο από τον Παππού. Κατάπληκτη σκέφθηκε με χαρά: «Τώρα δεν μου γλυτώνεις. Θα σε ερωτήσω ποιά είσαι». Και έσπευσε να την προλάβει. Μόλις, όμως, την πλησίασε, την έχασε από τα μάτια της.

Την αναζήτησε μέσα και έξω από τον Ναό, αλλά είχε γίνει άφαντη!

Ήταν βέβαιο, πλέον, ότι ή παρουσία της ήταν υπερφυής. Άλλωστε και ό Παππούς ομολόγησε ότι ή θέα και το βλέμμα της είχαν αφήσει στην ψυχή του μία Θεία αγαλλίαση και την πληροφορία ότι ήταν ή αγίας Παρασκευή. Παρ’ όλα αυτά, επί αρκετό καιρό, απέφευγε να αποδεχθή το γεγονός ως έμφάνεια τής Αγίας, φοβούμενος την πλάνη. Γι’ αυτό προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι πρόκειτο για μία συνήθη γυναίκα, ή οποία πιθανώς να μάζευε χόρτα. Άλλωστε ό Παππούς δεν δεχόταν αβασάνιστα όλα τα υπερφυσικά γεγονότα ως Θεια. Για πολύ καιρό, λοιπόν, απωθούσε την πνευματική γλυκύτητα πού ένιωθε στην ανάμνηση εκείνης τής συναντήσεως, περιφρουρώντας έτσι τον εαυτό του. Ενστερνιστούμε τούτοις, ή ψυχή του δεν αναπαυόταν με αυτή την αρνητική στάση του και τελικά -όπως έλεγε ό ίδιος- έχασε την ειρήνη στην προσευχή. Τότε κατάλαβε ότι ήταν λάθος του να μη δέχεται την ευλογία του Θεού.

Αργότερα διαβεβαίωνε: «Όσο σκέπτομαι την ματιά τής Αγίας Παρασκευής τόσο αισθάνομαι ένα ποταμό Χάριτος μέσα μου. Βλέπω ότι μου ανάβει περισσότερο πυρ Θείας αγάπης. Ανά άφηνα τον νου μου να δουλέψει αυτό το θέμα τής εμφανίσεως τής Αγίας, θα είχα πολλά ανοίγματα! Αλλά κρατάω και ένα- και λέω: Και ποιός είμαι εγώ; Γιατί πάντα υπάρχει ό κίνδυνος τής πλάνης».

Αργότερα ένα πνευματικό του παιδί από τα Μέγαρα, του απεκάλυψε: «Είδα σε όνειρο μία μοναχή, ή οποία μου είπε: Να πής στόν Δαμασκηνό: Τρεις φορές παρουσιάσθηκα Τί άλλο θέλει;
-Και ποιά είσαι εσύ; την ερώτησα. -Είμαι αυτή, που ή μητέρα σου με τιμά και με νηστεύει από μικρό παιδί. Είμαι ή Παρασκευή!».


ΒΙΒΛΙΟΓ. Ο ΠΑΤΗΡ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΟΥΛΗΣ. ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΜΑΚΡΥΝΟΥ . ΜΕΓΑΡΑ 2006