Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jakob Böhme. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jakob Böhme. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Η αντίθεση του Mendel προς την εξέλιξη και τον Darwin 2α

Συνέχεια από Τρίτη 15. Σεπτεμβρίου 2026


Η αντίθεση του Mendel προς την εξέλιξη και τον Darwin 2α
B. E. Bishop

Journal of Heredity, 1996, Oxford University Press, American Genetic Association

Στοιχεία από το άρθρο του Mendel

Η Καταγωγή των ειδών αποτελούσε μια κατά μέτωπον επίθεση εναντίον της διδασκαλίας περί χωριστής δημιουργίας των ειδών, την οποία ο Darwin (1859) περιέγραφε ως την πεποίθηση ότι «σε αναρίθμητες περιόδους της ιστορίας της γης ορισμένα στοιχειώδη άτομα έλαβαν την εντολή να μεταπηδήσουν ξαφνικά σε ζωντανούς ιστούς». Τα κεντρικά θέματα του Darwin ήταν η εξέλιξη, ο πληθυσμός και η κληρονομικότητα· πρόκειται για ένα εννοιολογικό πλαίσιο που αντανακλάται στο σύνολό του στο άρθρο του Mendel. [«Ως συνέπεια της εξελικτικής του προσέγγισης, ο Mendel υιοθέτησε, όπως ορθά επισήμανε ο Thoday (1966), τη μέθοδο της πληθυσμιακής ανάλυσης…» (Mayr 1982).[ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΥΦΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ  ΤΟΥ Jakob Böhme, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΜΕΤΕΦΕΡΕ ΕΜΜΕΣΩΣ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΘΙΓΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΤΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ ΣΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΑΚΟΣ]

Η κληρονομικότητα αποτελούσε ζωτικό συστατικό της θεωρίας του Darwin, διότι εκείνος συλλογιζόταν ότι, για να είναι μια παραλλαγή εξελικτικά σημαντική, πρέπει να είναι κληρονομήσιμη· αναγκάστηκε όμως να παραδεχθεί: «Οι νόμοι που διέπουν την κληρονομικότητα είναι εντελώς άγνωστοι» (Darwin 1859). Επομένως, είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι, λίγα μόλις χρόνια αργότερα, ο Mendel ανέπτυξε την απολύτως συγκεκριμένη ατομιστική θεωρία του περί κληρονομικότητας —μια θεωρία η οποία, επιπλέον, καταλήγει μόνο σε στασιμότητα: «Η καθαρή διαδικασία της μεντελικής κληρονομικότητας δεν παράγει καμία απολύτως εξελικτική μεταβολή: ο πληθυσμός παραμένει ο ίδιος» (Ridley 1985).

Ο πληθυσμιακός προσανατολισμός του άρθρου του Mendel είναι επίσης σημαντικός. Η πληθυσμιακή σκέψη υπήρξε η πρωτοτυπότερη και επαναστατικότερη σύλληψη του Darwin, μια σύλληψη που κατέστησε δυνατή την εισαγωγή της φυσικής επιλογής (Mayr 1972). Η γένεσή της έχει τεκμηριωθεί επαρκώς, αλλά μόνο με τη δημοσίευση του εικονοκλαστικού βιβλίου του Darwin παρουσιάστηκε δημοσίως. Επομένως, ο Mendel είτε υιοθέτησε ανεξάρτητα μια πληθυσμιακή προσέγγιση εξαρχής είτε σχεδίασε τα πειράματά του γνωρίζοντας τις ιδέες του Darwin· διότι, από τον σχεδιασμό του πειραματικού προγράμματος που περιγράφεται, είναι φανερό ότι δεν θα μπορούσε να έχει μεταβάλει τον ερευνητικό του στόχο μετά την έναρξή του.

Εκείνη την εποχή, η ύπαρξη σταθερών —δηλαδή αμιγώς αναπαραγόμενων— υβριδίων, για την οποία είχαν κάνει λόγο αρκετοί πειραματιστές, παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον, όπως τονίζει ο Mendel στο άρθρο του για το Pisum: «Αυτό το χαρακτηριστικό έχει ιδιαίτερη σημασία για την εξελικτική ιστορία των φυτών, επειδή τα σταθερά υβρίδια αποκτούν τη θέση νέων ειδών» (Mendel 1866· η έμφαση στο πρωτότυπο). Το ενδιαφέρον του Mendel για τα σταθερά υβρίδια ήταν εκείνο που τον παρακίνησε να εισέλθει εκ νέου στη διαμάχη λίγα χρόνια αργότερα με το άρθρο του για το Hieracium: «Το ζήτημα των πολυάριθμων και σταθερών ενδιάμεσων μορφών απέκτησε πρόσφατα σημαντικό ενδιαφέρον, από τότε που ένας διάσημος ειδικός στο Hieracium, στο πνεύμα της δαρβινικής διδασκαλίας, υπερασπίστηκε την άποψη ότι αυτές οι μορφές πρέπει να θεωρηθούν ως προερχόμενες από τη μεταλλαγή εξαφανισμένων ή ακόμη υπαρχόντων ειδών» (Mendel 1870).

Ο ίδιος ο Mendel, όμως, δεν αναφέρει σταθερά υβρίδια στο άρθρο του για το Pisum: «[…] εκείνος [ο Mendel] δεν βρήκε κανένα σταθερό υβρίδιο» (Monaghan και Corcos 1990). Στην πραγματικότητα, το άρθρο του Mendel μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια θεωρητικής εξήγησης των φαινομένων της επαναστροφής και της μετατροπής, τα οποία θεωρούνταν ότι υποστήριζαν την ορθόδοξη διδασκαλία περί χωριστής δημιουργίας των ειδών. [Ο L. A. Callender (1988) διέκρινε μεταξύ εκείνου που αποκαλεί ορθόδοξη διδασκαλία περί χωριστής δημιουργίας —η οποία υποστήριζε ότι όλα τα υπάρχοντα είδη δημιουργήθηκαν άμεσα από το χέρι του Θεού και αρνούνταν την ύπαρξη σταθερών υβριδίων— και της τροποποιημένης εκδοχής που πρότεινε ο Carolus Linnaeus στα μέσα του 18ου αιώνα, σύμφωνα με την οποία μπορούσαν να προκύψουν σταθερά υβρίδια.] Ο Ernst Mayr (1982) παρατηρεί: «Είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι, όπως και στην περίπτωση του Darwin, το ζήτημα των ειδών ήταν εκείνο που ενέπνευσε τον Mendel στις έρευνές του για την κληρονομικότητα».

Ωστόσο, το πειραματικό υλικό του Mendel δεν πληρούσε τα κριτήρια που οι θεωρητικοί βιολόγοι της εποχής θεωρούσαν αναγκαία για να συνδεθεί ο υβριδισμός με την προέλευση των ειδών (Gasking 1959). Ο Mendel επέλεξε εξημερωμένες ποικιλίες και όχι άγρια είδη, μολονότι στο άρθρο του χρησιμοποιεί συχνά τη λέξη «είδη», προφανώς με συγκεκριμένη σκοπιμότητα, αναφερόμενος στα μπιζέλια του κήπου του. Ο L. C. Dunn (1965a) σχολιάζει: «Ο Kölreuter και ο Gärtner, στους οποίους αναφέρεται [ο Mendel], εργάστηκαν με πραγματικά υβρίδια ειδών, τα οποία διέφεραν ως προς πολλούς μεταβλητούς και βαθμιαία μεταβαλλόμενους χαρακτήρες· από αυτούς δεν θα μπορούσε να εξαχθεί ένας κανόνας όπως εκείνος που συνέλαβε ο Mendel». Οι Corcos και Monaghan (1993) γράφουν επίσης: «Επομένως, αυτό που ο Mendel εξέταζε ως μετατροπή ενός είδους σε άλλο ήταν στην πραγματικότητα η μετατροπή μιας ποικιλίας σε άλλη».

Έχει υποστηριχθεί ότι η ταξινόμηση των μπιζελιών ήταν τότε αβέβαιη και ότι ο Mendel αναφέρει στο άρθρο του πως η θέση τους μέσα σε ένα ταξινομικό σύστημα ήταν «εντελώς αδιάφορη για τα συγκεκριμένα πειράματα»· αυτή η στάση χαρακτηρίστηκε «επιπόλαιη» (Hartl και Orel 1992). Το σημαντικό σημείο, όμως, είναι ότι ο Mendel δεν είναι συνεπής: σε ορισμένα συμφραζόμενα αναφέρεται στα πειραματικά φυτά του ως «ποικιλίες» και σε άλλα ως «είδη», όπως παρατήρησαν οι Corcos και Monaghan (1993): «Σε αυτή την παράγραφο [όπου περιγράφεται λεπτομερώς η επιλογή των φυτών για το πειραματικό του πρόγραμμα] ο Mendel χρησιμοποιεί τη λέξη “ποικιλία” για τις αναπαραγωγικές του σειρές· ωστόσο, στις “Εισαγωγικές παρατηρήσεις” του έγραφε για υβρίδια μεταξύ ειδών». Ο Mendel αποκάλεσε επίσης τα μπιζέλια του «ποικιλίες» στην πρώτη επιστολή του προς τον Nägeli, στην οποία είχε εσωκλείσει το άρθρο του (Stern και Sherwood 1966).

Οι πειραματιστές των διασταυρώσεων φυτών στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα φαίνεται ότι χωρίζονταν σε δύο διακριτές ομάδες: σε εκείνους που διερευνούσαν την «ουσία του είδους ως συνόλου» (Mayr 1982) και σε εκείνους —όπως οι Gallesio, Knight, Goss, Seton και Sageret— που παρακολουθούσαν την πορεία επιμέρους φυτικών χαρακτήρων και, επομένως, όπως ο Mendel, εργάζονταν αναγκαστικά με ποικιλίες. Παρ’ όλα αυτά, ο Mendel θεωρούσε προφανώς ότι τα συμπεράσματά του αφορούσαν και την πρώτη ομάδα, αρκετά μέλη της οποίας μνημονεύει στο άρθρο του —Kölreuter, Gärtner, Herbert, Lecoq και Wichura—, ενώ δεν αναγνωρίζει τη συμβολή των πρωτοπόρων του δικού του πεδίου. Ο Mayr (1982) παρατηρεί: «Μολονότι ο Mendel αποκαλεί περιστασιακά τον εαυτό του υβριδιστή και στο άρθρο του αναφέρεται συχνά στον Kölreuter, στον Gärtner και σε άλλους υβριδιστές φυτών, ο ίδιος δεν ανήκει καθόλου σε αυτή την παράδοση».

Από την εποχή των πειραμάτων του Kölreuter με το φυτό του καπνού κατά τη δεκαετία του 1760, οι ερευνητές του υβριδισμού επιδίωκαν να επιλύσουν πειραματικά το ζήτημα της αμεταβλησίας και της δημιουργίας. Όπως υποστήριξε ο Callender (1988), για την ερμηνεία του άρθρου του Mendel είναι αναγκαία η ορθή κατανόηση σημαντικών θεωρητικών κατηγοριών, όπως η επαναστροφή και η μετατροπή· πρόκειται για δύο φαινόμενα που ο Kölreuter ισχυριζόταν ότι είχε ανακαλύψει κατά τις πειραματικές του έρευνες και τα οποία αναιρούσαν την ύπαρξη σταθερών υβριδίων.

Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ως επαναστροφή νοούνταν η επιστροφή ενός υβριδίου, μέσω αυτογονιμοποίησης, στους δύο αρχικούς τύπους που είχαν διασταυρωθεί. Ως μετατροπή νοούνταν η μεταβολή ενός είδους σε ένα άλλο ήδη υπάρχον είδος, μέσω επανειλημμένων επαναδιασταυρώσεων του υβριδίου με τη μία ή την άλλη από τις δύο αρχικές γονικές μορφές. Σκοπός αυτών των πειραμάτων δεν ήταν να ανασκευαστεί η σταθερότητα των ειδών, όπως ίσως φαίνεται σήμερα, αλλά να υποστηριχθεί η ορθόδοξη διδασκαλία περί χωριστής δημιουργίας, δεδομένου ότι δεν παραγόταν κανένα νέο είδος.

Ο Joseph Gottlieb Kölreuter (1733–1806) και ο διάδοχός του Carl Gärtner (1772–1850), στους οποίους ο Mendel αναφέρεται επανειλημμένα, ήταν ακλόνητοι υποστηρικτές της ορθόδοξης διδασκαλίας περί χωριστής δημιουργίας. [«Οι σταθερές υβριδικές φυτικές μορφές, υποστήριζαν, δεν μπορούσαν να υπάρχουν και πράγματι δεν υπήρχαν» (Callender 1988).] Ο Darwin τους είχε αναφέρει στην Καταγωγή των ειδών ως αντιπάλους. [Ο Darwin περιέγραφε τον Gärtner ως «τόσο καλό παρατηρητή και τόσο εχθρικό μάρτυρα» (Darwin 1859).]

Το πρώτο μισό του άρθρου του Mendel (1866, σ. 1–23) αφιερώνεται αποκλειστικά στην εξαγωγή του «γενικώς εφαρμόσιμου νόμου» του, ο οποίος ποσοτικοποιεί την επαναστροφή —κατά την οποία ο πληθυσμός επιστρέφει στις καθαρές γονικές μορφές, ενώ το υβρίδιο αντιπροσωπεύει ένα ολοένα μικρότερο ποσοστό των απογόνων—, ενώ οι τελευταίες σελίδες (σ. 44–48) αφιερώνονται αποκλειστικά στα πειράματα μετατροπής.

Ο Mendel γράφει —η έμφαση βρίσκεται στο πρωτότυπο—: «Τέλος, αξίζουν ιδιαίτερη μνεία τα πειράματα που πραγματοποίησαν ο Kölreuter, ο Gärtner και άλλοι σχετικά με τη μετατροπή ενός είδους σε άλλο μέσω τεχνητής γονιμοποίησης. Στα πειράματα αυτά αποδόθηκε ιδιαίτερη σημασία· ο Gärtner τα συγκαταλέγει μεταξύ “των δυσκολότερων στην παραγωγή υβριδίων”» (Mendel 1866).

Στη συνέχεια, ο Mendel προτείνει την εφαρμογή του «νόμου που ισχύει για το Pisum»: «Εάν επιτρέπεται να υποθέσουμε ότι η ανάπτυξη των μορφών σε αυτά τα πειράματα προχώρησε κατά τρόπο παρόμοιο με εκείνον που παρατηρείται στο Pisum, τότε ολόκληρη η διαδικασία της μετατροπής θα μπορούσε να εξηγηθεί σχετικά απλά».

Στην προτελευταία παράγραφο του άρθρου του ο Mendel δηλώνει: «Η επιτυχία των πειραμάτων μετατροπής οδήγησε τον Gärtner να διαφωνήσει με εκείνους τους επιστήμονες που αμφισβητούν τη σταθερότητα των φυτικών ειδών και δέχονται μια συνεχή εξέλιξη των φυτικών μορφών. Στην πλήρη μετατροπή ενός είδους σε άλλο βρίσκει αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι ένα είδος διαθέτει σταθερά όρια, πέρα από τα οποία δεν μπορεί να μεταβληθεί. Μολονότι αυτή η άποψη δεν μπορεί να θεωρηθεί άνευ όρων έγκυρη, στα πειράματα που πραγματοποίησε ο Gärtner πρέπει να αναγνωριστεί σημαντική επιβεβαίωση της υπόθεσης που διατυπώθηκε προηγουμένως σχετικά με τη μεταβλητότητα των καλλιεργούμενων φυτών» (Mendel 1866).

Η τελευταία πρόταση δείχνει προφανώς ότι ο Mendel θεωρούσε πως ο «γενικώς εφαρμόσιμος νόμος» που είχε ανακαλύψει υποστήριζε τη θέση του Gärtner. Ωστόσο, η πρόταση αυτή ερμηνεύθηκε ως εάν να σήμαινε ακριβώς το αντίθετο, όπως επισήμανε ο L. A. Callender:

«Παρά τη σαφήνειά της, αυτή η παράγραφος αποτέλεσε πηγή ατελείωτης σύγχυσης στη βιβλιογραφία. Εάν η δήλωση αυτή ληφθεί κατά γράμμα —όπως ασφαλώς επιθυμούσε ο Mendel να ληφθεί—, τότε λέει πολύ απλά ότι εκείνος αποδεχόταν υπό όρους την άποψη του Gärtner “ότι τα είδη είναι σταθερά μέσα σε όρια, πέρα από τα οποία δεν μπορούν να μεταβληθούν”. Τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι σαφέστερο. Παρ’ όλα αυτά, έχουν προταθεί ερμηνείες αυτού του χωρίου οι οποίες αποκλίνουν εντυπωσιακά και σε ακραίο βαθμό από την καθιερωμένη χρήση τόσο της γερμανικής όσο και της αγγλικής γλώσσας» (Callender 1988· η έμφαση βρίσκεται στο πρωτότυπο).

Συνεχίζεται

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ; 1 ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡ


ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ; 1

ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡ

ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Α΄ ΤΜΗΜΑ: ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΕΡΓΑ 1914–1970

ΤΟΜΟΣ 9, ΟΔΟΣΗΜΑΤΑ


«Τι είναι Μεταφυσική;» Το ερώτημα γεννά την προσδοκία ότι θα γίνει λόγος περί της μεταφυσικής. Παραιτούμαστε από αυτό. Αντί γι’ αυτό, εξετάζουμε ένα ορισμένο μεταφυσικό ερώτημα. Με τον τρόπο αυτόν, όπως φαίνεται, μεταφερόμαστε άμεσα μέσα στη μεταφυσική. Μόνον έτσι της παρέχουμε την ορθή δυνατότητα να παρουσιάσει η ίδια τον εαυτό της.

Το εγχείρημά μας αρχίζει με την ανάπτυξη ενός μεταφυσικού ερωτάν, επιχειρεί κατόπιν την επεξεργασία του ερωτήματος και ολοκληρώνεται με την απάντησή του.


Η ανάπτυξη ενός μεταφυσικού ερωτάν

Η φιλοσοφία είναι —ιδωμένη από τη σκοπιά του κοινού ανθρώπινου νου—, κατά τον Χέγκελ, ο «ανεστραμμένος κόσμος». Γι’ αυτό η ιδιοτυπία του ξεκινήματός μας χρειάζεται έναν προκαταρκτικό χαρακτηρισμό. Αυτός προκύπτει από έναν διπλό χαρακτηρισμό του μεταφυσικού ερωτάν.

Πρώτον, κάθε μεταφυσικό ερώτημα περιλαμβάνει πάντοτε το σύνολο της προβληματικής της μεταφυσικής. Είναι κάθε φορά το ίδιο το όλον. Δεύτερον, κάθε μεταφυσικό ερώτημα μπορεί να τεθεί μόνον κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο ερωτών —ως τέτοιος— να είναι και ο ίδιος παρών μέσα στο ερώτημα, δηλαδή να τίθεται μέσα στο ερώτημα.
Από αυτό αντλούμε την ακόλουθη υπόδειξη: το μεταφυσικό ερωτάν πρέπει να τίθεται ως προς το όλον και με αφετηρία την ουσιώδη κατάσταση του ερωτώντος Dasein. Ερωτούμε εδώ και τώρα, για εμάς. Το Dasein μας —μέσα στην κοινότητα των ερευνητών, των διδασκόντων και των φοιτητών— καθορίζεται από την επιστήμη. Τι ουσιώδες συμβαίνει με εμάς στο βάθος του Dasein, εφόσον η επιστήμη έχει γίνει το πάθος μας;

Τα πεδία των επιστημών απέχουν πολύ μεταξύ τους. Ο τρόπος με τον οποίο πραγματεύονται τα αντικείμενά τους είναι θεμελιωδώς διαφορετικός. Αυτή η κατακερματισμένη πολλαπλότητα των επιστημονικών κλάδων συγκρατείται σήμερα σε ενότητα μόνο μέσω της τεχνικής οργάνωσης των πανεπιστημίων και των σχολών και διατηρείται σε κάποια σημασία μέσω του πρακτικού καθορισμού των σκοπών των επιμέρους κλάδων. Αντιθέτως, η ρίζωση των επιστημών στο ουσιώδες θεμέλιό τους έχει νεκρωθεί.

Και όμως — σε όλες τις επιστήμες, ακολουθώντας την πιο ιδιαίτερη πρόθεσή τους, σχετιζόμαστε με το ίδιο το ον. Ακριβώς από τη σκοπιά των επιστημών, κανένα πεδίο δεν έχει προτεραιότητα έναντι του άλλου, ούτε η φύση έναντι της ιστορίας ούτε το αντίστροφο. Κανένας τρόπος πραγμάτευσης των αντικειμένων δεν υπερέχει του άλλου. Η μαθηματική γνώση δεν είναι αυστηρότερη από τη φιλολογικοϊστορική. Έχει μόνο τον χαρακτήρα της «ακρίβειας», η οποία δεν ταυτίζεται με την αυστηρότητα. Το να απαιτούμε ακρίβεια από την ιστορική επιστήμη θα σήμαινε ότι παραβιάζουμε την ιδέα της ιδιαίτερης αυστηρότητας των επιστημών του πνεύματος. Η σχέση προς τον κόσμο, η οποία κυριαρχεί σε όλες τις επιστήμες ως τέτοιες, τις οδηγεί να αναζητούν το ίδιο το ον, ώστε να το καταστήσουν, ανάλογα με το περιεχόμενο του τι-είναι του και με τον τρόπο του Είναι του, αντικείμενο διερεύνησης και θεμελιωτικού καθορισμού. Στις επιστήμες συντελείται —κατά την ιδέα τους— μια προσέγγιση προς το ουσιώδες όλων των πραγμάτων.

Αυτή η διακεκριμένη σχέση προς τον κόσμο, δηλαδή προς το ίδιο το ον, φέρεται και καθοδηγείται από μια ελεύθερα επιλεγμένη στάση της ανθρώπινης ύπαρξης. Με το ον σχετίζεται βέβαια και κάθε πράξη και παράλειψη του ανθρώπου πριν και έξω από την επιστήμη. Η επιστήμη, όμως, διακρίνεται κατά το ότι, με έναν δικό της τρόπο, δίνει ρητά και αποκλειστικά στο ίδιο το πράγμα τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Μέσα σε μια τέτοια προσήλωση στο ίδιο το πράγμα κατά το ερωτάν, το καθορίζειν και το θεμελιώνειν, συντελείται μια ιδιόμορφα περιορισμένη υποταγή στο ίδιο το ον, ώστε να εναπόκειται σε αυτό να αποκαλυφθεί. Αυτή η υπηρετική θέση της έρευνας και της διδασκαλίας αναπτύσσεται και γίνεται το θεμέλιο της δυνατότητας μιας ιδιαίτερης, αν και περιορισμένης, ηγεσίας μέσα στο σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης.

3

Η ιδιαίτερη σχέση της επιστήμης προς τον κόσμο και η στάση του ανθρώπου που την καθοδηγεί συλλαμβάνονται, βέβαια, πλήρως μόνον όταν δούμε και κατανοήσουμε τι συμβαίνει μέσα στη σχέση προς τον κόσμο που συγκροτείται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ο άνθρωπος —ένα ον μεταξύ άλλων— «ασκεί επιστήμη». Μέσα σε αυτή την «άσκηση» δεν συμβαίνει τίποτε λιγότερο από την εισβολή ενός όντος, που ονομάζεται άνθρωπος, μέσα στο σύνολο του όντος, και μάλιστα κατά τέτοιον τρόπο, ώστε μέσα από αυτή την εισβολή και μέσω αυτής να διανοίγεται το ον ως προς το τι είναι και ως προς τον τρόπο με τον οποίο είναι. Η διανοικτική εισβολή βοηθεί, με τον δικό της τρόπο, το ον να έλθει για πρώτη φορά στον ίδιο του τον εαυτό.

Αυτή η τριάδα —σχέση προς τον κόσμο, στάση, εισβολή— εισάγει, μέσα στη ριζική της ενότητα, μια φλογερή απλότητα και οξύτητα του Da-sein στην επιστημονική ύπαρξη. Όταν ιδιοποιηθούμε ρητά για τον εαυτό μας το επιστημονικό Da-sein που διαυγάστηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο, τότε πρέπει να πούμε:

Εκείνο προς το οποίο κατευθύνεται η σχέση προς τον κόσμο είναι το ίδιο το ον — και τίποτε άλλο³.
Εκείνο από το οποίο κάθε στάση λαμβάνει την καθοδήγησή της είναι το ίδιο το ον — και τίποτε περαιτέρω.
Εκείνο με το οποίο συντελείται, μέσα στην εισβολή, η ερευνητική αναμέτρηση είναι το ίδιο το ον — και πέρα από αυτό τίποτε.


Αλλά, κατά παράξενο τρόπο, ακριβώς καθώς ο επιστημονικός άνθρωπος βεβαιώνεται για ό,τι του είναι πλέον ιδιάζον, μιλά, είτε ρητά είτε όχι, για κάτι Άλλο. Πρέπει να ερευνηθεί μόνο το ον και, κατά τα άλλα — τίποτε· μόνο το ον και περαιτέρω — τίποτε· αποκλειστικά το ον και πέρα από αυτό — τίποτε.

Τι συμβαίνει με αυτό το μηδέν; Είναι τυχαίο το ότι μιλούμε εντελώς αυθόρμητα με αυτόν τον τρόπο; Είναι απλώς ένας τρόπος του λέγειν — και τίποτε άλλο;

Αλλά γιατί να μας απασχολεί αυτό το μηδέν; Το μηδέν απορρίπτεται ακριβώς από την επιστήμη και εγκαταλείπεται ως το μηδαμινό. Όμως, όταν εγκαταλείπουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο το μηδέν, δεν το παραδεχόμαστε άραγε ακριβώς τότε; Μπορούμε όμως να μιλούμε για παραδοχή, όταν δεν παραδεχόμαστε τίποτε; Ίσως, βέβαια, αυτή η παλινδρόμηση του λόγου κινείται ήδη μέσα σε μια κενή λογομαχία. Απέναντι σε αυτό, η επιστήμη πρέπει τώρα να υποστηρίξει εκ νέου τη σοβαρότητα και τη νηφαλιότητά της: ότι αυτή ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το ον. Το μηδέν — τι άλλο θα μπορούσε να είναι για την επιστήμη παρά ένα αποτρόπαιο πράγμα και ένα αποκύημα της φαντασίας; Αν η επιστήμη έχει δίκιο, τότε ένα μόνο πράγμα είναι βέβαιο: η επιστήμη δεν θέλει να γνωρίζει τίποτε για το μηδέν. Αυτή είναι, τελικά, η επιστημονικά αυστηρή σύλληψη του μηδενός. Το γνωρίζουμε, καθόσον δεν θέλουμε να γνωρίζουμε τίποτε γι’ αυτό, το μηδέν.

Η επιστήμη δεν θέλει να γνωρίζει τίποτε για το μηδέν. Εξίσου βέβαιο, όμως, παραμένει και το εξής: εκεί όπου επιχειρεί να εκφράσει την ίδια της την ουσίαᵃ, επικαλείται το μηδέν ως βοήθεια. Εκείνο που απορρίπτει, το διεκδικεί. Ποια διχασμένη¹⁵ ουσία αποκαλύπτεται εδώ;

Κατά τον αναστοχασμό πάνω στην παρούσα ύπαρξή μας —ως ύπαρξη καθορισμένη από την επιστήμη— βρεθήκαμε στο μέσον μιας αντιπαράθεσης. Μέσα από αυτή την αντιπαράθεση έχει ήδη αναπτυχθεί ένα ερωτάν. Το ερώτημα απαιτεί μόνο να διατυπωθεί ρητά: Τι συμβαίνει με το μηδέν;


Η επεξεργασία του ερωτήματος

Η επεξεργασία του ερωτήματος περί του μηδενός πρέπει να μας φέρει στην κατάσταση από την οποία καθίσταται δυνατή η απάντηση ή, αντιθέτως, γίνεται κατανοητή η αδυνατότητα της απάντησης. Το μηδέν έχει παραδεχθεί. Η επιστήμη, με μια υπερέχουσα αδιαφορία απέναντί του, το εγκαταλείπει ως εκείνο που «δεν υπάρχει».

Παρ’ όλα αυτά, επιχειρούμε να ρωτήσουμε για το μηδέν. Τι είναι το μηδέν; Ήδη η πρώτη απόπειρα προσέγγισης αυτού του ερωτήματος φανερώνει κάτι ασυνήθιστο. Μέσα σε αυτό το ερωτάν θέτουμε εκ των προτέρων το μηδέν ως κάτι που «είναι» κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο — ως ένα ον. Από αυτό, όμως, διακρίνεται ακριβώς απολύτωςᵃ. Το ερώτημα περί του μηδενός —τι και πώς είναι αυτό, το μηδέν— μεταστρέφει το ερωτώμενο στο αντίθετό του. Το ερώτημα στερεί τον ίδιο του τον εαυτό από το αντικείμενό του.

Αντιστοίχως, κάθε απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι εξαρχής αδύνατη. Διότι κινείται αναγκαστικά μέσα στη μορφή: το μηδέν «είναι» τούτο ή εκείνο. Ερώτημα και απάντηση είναι, ως προς το μηδέν, εξίσου αντιφατικά μέσα στον ίδιο τους τον εαυτό.

Έτσι, δεν χρειάζεται καν να προηγηθεί η απόρριψη εκ μέρους της επιστήμης. Ο γενικά επικαλούμενος θεμελιώδης κανόνας κάθε σκέψης, η αρχή της αποφυγής της αντίφασης, η καθολική «λογική», καταρρίπτει αυτό το ερώτημα. Διότι η σκέψη, η οποία κατά την ουσία της είναι πάντοτε σκέψη κάποιου πράγματος, θα έπρεπε, ως σκέψη του μηδενός, να ενεργήσει ενάντια στην ίδια της την ουσία.

Επειδή, λοιπόν, μας απαγορεύεται να καταστήσουμε εν γένει το μηδέν αντικείμενο, έχουμε ήδη φθάσει στο τέλος του ερωτήματός μας περί του μηδενός — υπό την προϋπόθεση ότι μέσα σε αυτό το ερώτημα η «λογική»ᵇ είναι η ύψιστη αρχή, ότι ο νους είναι το μέσο και η σκέψη η οδός, προκειμένου να συλλάβουμε αρχέγονα το μηδέν και να αποφασίσουμε σχετικά με την ενδεχόμενη αποκάλυψή του.


Μπορεί όμως να αμφισβητηθεί η κυριαρχία της «λογικής»; Δεν είναι πράγματι ο νους κυρίαρχος σε αυτό το ερώτημα περί του μηδενός; Μόνο με τη βοήθειά του μπορούμε, άλλωστε, να καθορίσουμε εν γένει το μηδέν και να το θέσουμε ως πρόβλημα, έστω και ως πρόβλημα που αναλώνει τον ίδιο του τον εαυτό. Διότι το μηδέν είναι η άρνηση της ολότητας του όντος, το απολύτως μη-ον. Με αυτόν τον τρόπο υπάγουμε το μηδέν στον ανώτερο καθορισμό του μη-χαρακτήρα και, επομένως, όπως φαίνεται, του αρνημένου. Η άρνηση, όμως, σύμφωνα με την κυρίαρχη και ουδέποτε αμφισβητημένη διδασκαλία της «λογικής», είναι μια ιδιαίτερη ενέργεια του νου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να θέλουμε να αποπέμψουμε τον νου κατά το ερώτημα περί του μηδενός και, ακόμη περισσότερο, κατά το ερώτημα αν αυτό μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ερώτησης;

Είναι όμως τόσο βέβαιο εκείνο που προϋποθέτουμε εδώ; Αποτελούν άραγε το μη, το είναι-αρνημένο και, μαζί με αυτά, η άρνηση τον ανώτερο καθορισμό, στον οποίο υπάγεται το μηδέν ως ένα ιδιαίτερο είδος του αρνημένου; Υπάρχει το μηδέν μόνο επειδή υπάρχει το μη, δηλαδή η άρνηση; Ή μήπως συμβαίνει το αντίστροφο; Υπάρχουν η άρνηση και το μη μόνο επειδή υπάρχει το μηδέν; Αυτό δεν έχει αποφασιστεί ούτε καν έχει ακόμη αναχθεί σε ρητό ερώτημα. Ισχυριζόμαστε: το μηδέν είναι αρχικότεροᵃ από το μη και την άρνηση.

Αν αυτή η θέση ευσταθεί, τότε η δυνατότητα της άρνησης ως ενέργειας του νου και, επομένως, ο ίδιος ο νους εξαρτώνται κατά κάποιον τρόπο από το μηδέν. Πώς μπορεί τότε ο νους να θέλει να αποφανθεί γι’ αυτό; Μήπως, τελικά, η φαινομενική αντιφατικότητα του ερωτήματος και της απάντησης σχετικά με το μηδέν στηρίζεται αποκλειστικά σε μια τυφλή ιδιογνωμοσύνηᵇ του περιπλανώμενου νου;

Αν όμως δεν επιτρέψουμε να μας παραπλανήσει η τυπική αδυνατότητα του ερωτήματος περί του μηδενός και, παρά την αδυνατότητα αυτή, θέσουμε εντούτοις το ερώτημα, τότε πρέπει τουλάχιστον να ανταποκριθούμε σε εκείνο που εξακολουθεί να ισχύει ως θεμελιώδης απαίτηση για τη δυνατή διεξαγωγή κάθε ερωτήματος. Αν πρόκειται να ερωτηθεί το μηδέν —με οποιονδήποτε τρόπο—, και μάλιστα το ίδιο, τότε πρέπει προηγουμένως να είναι δεδομένο. Πρέπει να μπορούμε να το συναντήσουμε.

Πού αναζητούμε το μηδέν; Πώς βρίσκουμε το μηδέν; Για να βρούμε κάτι, δεν πρέπει άραγε να γνωρίζουμε ήδη κατά κάποιον τρόπο ότι αυτό υπάρχει; Πράγματι! Καταρχάς και ως επί το πλείστον, ο άνθρωπος μπορεί να αναζητεί μόνο όταν έχει ήδη προϋποθέσει την ύπαρξη εκείνου που αναζητεί. Τώρα, όμως, εκείνο που αναζητείται είναι το μηδέν. Μήπως, τελικά, υπάρχει μια αναζήτηση χωρίς αυτή την προϋπόθεση, μια αναζήτηση στην οποία ανήκει μια καθαρή εύρεση;

Όπως κι αν έχει το πράγμα, γνωρίζουμε το μηδέν, έστω και μόνο ως εκείνο για το οποίο μιλούμε καθημερινά εδώ κι εκεί. Αυτό το κοινό μηδέν, που έχει ξεθωριάσει μέσα σε όλη την ωχρότητα του αυτονόητου και περιφέρεται τόσο απαρατήρητα μέσα στην αερολογία μας, μπορούμε μάλιστα να το διευθετήσουμε πρόχειρα σε έναν «ορισμό»:

Το μηδέν είναι η πλήρης άρνηση της ολότητας του όντος.

Μήπως αυτός ο χαρακτηρισμός του μηδενός μάς παρέχει τελικά μια υπόδειξη προς την κατεύθυνση από την οποία και μόνο μπορεί αυτό να μας συναντήσει;

Η ολότητα του όντος πρέπει προηγουμένως να είναι δεδομένη, ώστε να μπορεί, ως τέτοια, να υποβληθεί απολύτως στην άρνηση, μέσα στην οποία θα έπρεπε τότε να φανερωθεί το ίδιο το μηδέν.

Αλλά, ακόμη και αν παραβλέψουμε τον αμφισβητήσιμο χαρακτήρα της σχέσης μεταξύ της άρνησης και του μηδενός, πώς μπορούμε εμείς —ως πεπερασμένα όντα— να καταστήσουμε προσιτό σε εμάς το σύνολο του όντος μέσα στην ολότητά του, καθ’ εαυτό και μάλιστα ως τέτοιο; Το πολύ-πολύ μπορούμε να σκεφτούμε το σύνολο του όντος μέσα στην «ιδέα», να αρνηθούμε νοητικά αυτό που παραστάθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο και να το «σκεφτούμε» ως αρνημένο. Μέσω αυτής της οδού αποκτούμε, βέβαια, την τυπική έννοια ενός νοερά παρασταθέντος μηδενός, ποτέ όμως το ίδιο το μηδέν.

Αλλά το μηδέν είναι τίποτε, και μεταξύ του νοερά παρασταθέντος και του «καθαυτό» μηδενός δεν μπορεί να υφίσταται κάποια διαφορά, εφόσον το μηδέν παριστά την πλήρη απουσία κάθε διαφοράς. Το ίδιο όμως το «καθαυτό» μηδέν — δεν είναι άραγε και πάλι εκείνη η κρυμμένη, αλλά αντιφατική έννοια ενός όντος μηδενός;

Για τελευταία φορά πρέπει τώρα οι αντιρρήσεις της διάνοιας (Verstand) να έχουν ανακόψει την αναζήτησή μας, η νομιμότητα της οποίας μπορεί να αποδειχθεί μόνο μέσω μιας θεμελιώδους εμπειρίας του μηδενός.

Συνεχίζεται

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΘΕΣΗ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ. ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΙΑ, ΖΗΤΗΜΑ ΖΩΗΣ Ή ΘΑΝΑΤΟΥ. ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΙΘΕΤΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΟΥΣ. ΕΚ ΤΟΥ ΟΛΟΥ, ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΥΣ. ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑΙ ΕΙΣΕΛΘΕΙ Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΑΝΑΛΟΓΩΣ ΚΑΙ Ο ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ, Ο ΣΟΦΙΣΤΗΣ, ΣΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΣΤΗΝ ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ. ΔΕΝ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ  ΤΙΠΟΤΕ ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΤΟΥ. ΕΝΑΝ ΜΟΝΟΛΟΓΟ. 
Ο ΝΟΥΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΝ, ΠΡΑΓΜΑ, ΦΥΣΗ.  ΔΕΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΤΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ. ΑΛΛΑ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ. ΛΑΜΠΡΥΝΕΙ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ. ΤΗΣ ΔΙΝΕΙ ΦΩΣ, ΕΙΝΑΙ Η ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ Ο ΔΗΛΩΜΕΝΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΚΑΘΕ ΕΞΥΠΝΟΥ.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ ΜΕ ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ Η ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ, ΚΑΘΟΤΙ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑΣ.
 "θεμελιώδης κανόνας κάθε σκέψης,   η αρχή της αποφυγής της αντίφασης, η καθολική «λογική»" ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ. ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΑΝΕΣΤΡΑΜΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ. Ο ΠΟΘΟΣ ΚΑΘΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΠΛΗΤΤΕΙ ΣΤΟΝ ΠΛΟΥΤΟ ΤΟΥ.  Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΗ ΑΝΤΙΦΑΣΗΣ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΘΕΣΗ ΠΕΦΤΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑ ΦΥΣΙΝ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟ-ΘΕΣΗ.
ΟΠΩΣ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ Ο ΚΑΝΤ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΕΚΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΟ a' posteriori σάν a'priori. ΑΥΤΗ Η ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΕΔΩΣΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙΣΜΑ, ΤΟ passa tempo ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΜΕ ΜΕΧΡΙΣ ΕΔΩ.
ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΕ, ΕΠΙΝΟΕΙΤΑΙ.
ΚΟΛΛΗΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ. ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΜΠΑΙΜΕ.

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Αρχεία Epstein

από την Enrica Perucchietti

Αρχεία Epstein

Πηγή: Italicum

Συνέντευξη με την Enrica Perucchietti, συγγραφέα του βιβλίου "The Epstein Files" (L'indipendente 2026) σε επιμέλεια Luigi Tedeschi

1) Η υπόθεση των Αρχείων Έπσταϊν αποκαλύπτει την ελιτίστικη δομή της παγκοσμιοποιημένης δυτικής κοινωνίας. Τα Αρχεία Έπσταϊν αποκαλύπτουν την ύπαρξη κυρίαρχων ολιγαρχιών που παρακάμπτουν τους θεσμούς, καθορίζοντας τις θεμελιώδεις πολιτικές και οικονομικές επιλογές τους μέσω εκβιασμού, με απόλυτη ατιμωρησία. Επομένως, φαίνεται απολύτως θεμιτό να μιλάμε για ένα «σύστημα Έπσταϊν», μια δομή εξουσίας λόμπινγκ που ασκεί την πραγματική διακυβέρνηση της Δύσης. Το σύστημα του Έπσταϊν είναι, στην πραγματικότητα, απλώς ένα νησί σε ένα βυθισμένο, απέραντο και μέχρι στιγμής άγνωστο αρχιπέλαγος. Αυτή η αυταπάτη παντοδυναμίας εκ μέρους των άρχουσων τάξεων, είτε ορατή είτε κρυφή, δεν φαίνεται να εμπνέει εξέγερση στις μάζες, αλλά μάλλον παραίτηση, δεδομένου του διαδεδομένου αισθήματος αδυναμίας απέναντι σε έναν εχθρό που δεν μπορεί καν να προσδιοριστεί συγκεκριμένα.

Η υπόθεση Epstein αποκαλύπτει, ως επιφαινόμενο, μια δομή εξουσίας που κανονικά παραμένει αόρατη, κρυμμένη από τον δημόσιο έλεγχο. Τα Αρχεία Epstein απλώς κάνουν απτό αυτό που οι ελίτ πάντα προσπαθούσαν να αποκρύψουν: την ύπαρξη κλειστών και αυτοαναφορικών δικτύων, στα οποία η πολιτική, η οικονομική, και μερικές φορές ακόμη και η δύναμη των μυστικών υπηρεσιών, αλληλοσυνδέονται και ενισχύονται αμοιβαία, ανταλλάσσοντας πληροφορίες, ευαίσθητους φακέλους και χάρες. Οι σχέσεις μεταξύ του Jeffrey Epstein και κορυφαίων προσωπικοτήτων δεν ήταν μια μεμονωμένη ανωμαλία, αλλά μακροχρόνιοι, γνωστοί, αλλά ανεκτοί δεσμοί. Δεν είναι τυχαίο ότι σε ορισμένα θεσμικά πλαίσια, τέτοιοι δεσμοί ταξινομήθηκαν όχι τόσο ως ηθικά ή νομικά ζητήματα, αλλά μάλλον ως ένας απλός «κίνδυνος φήμης» (η βρετανική υπόθεση του Λόρδου Peter Mandelson είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα). Αυτό το εύρημα είναι εξαιρετικά σημαντικό, καθώς αποκαλύπτει μια έμμεση ιεραρχία: αυτό που έχει σημασία δεν είναι η φύση των σχέσεων, αλλά η δημόσια διαχειρισιμότητα τους.

Η υπόθεση Έπσταϊν καταδεικνύει επίσης πώς τέτοιες σχέσεις μπορούν να επιβιώσουν ακόμη και από τα πιο σοβαρά σκάνδαλα. Αποχαρακτηρισμένα υλικά αποκαλύπτουν ότι οι επαφές με οικονομικούς, πολιτικούς και διπλωματικούς κύκλους συνεχίστηκαν ακόμη και μετά την πρώτη καταδίκη του Έπσταϊν το 2008. Ταυτόχρονα, ένα σημαντικό μέρος της τεκμηρίωσης αποκρύφθηκε ή παρακρατήθηκε από την πλήρη δημοσιοποίηση για λόγους εθνικής ασφάλειας και διεθνών σχέσεων, ένα σαφές σημάδι των δομικών ορίων της διαφάνειας.

Στο έργο μου, δείχνω, με υποστηρικτικά έγγραφα, πώς ο Τζέφρι Έπσταϊν έχτισε ένα δίκτυο βασισμένο στην επιρροή και την επιμονή των σχέσεων των ελίτ, λειτουργώντας ως μεσολαβητής. Ωστόσο, παραμένει ένα θεμελιώδες ερώτημα: εάν υπήρχε ή όχι ένα κεντρικό κέντρο ελέγχου ικανό να θρέψει, να προστατεύσει και τελικά να θυσιάσει τον ίδιο τον Έπσταϊν όταν έγινε άβολος μετά τη δεύτερη σύλληψή του τον Αύγουστο του 2019, και ποιος διαχειριζόταν και διηύθυνε εξωτερικά αυτό το κέντρο ελέγχου. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι η υπόθεση υπογραμμίζει την ευπάθεια των φιλελεύθερων δημοκρατιών σε ιδιωτικά δίκτυα ικανά να αλληλεπιδρούν με τη δημόσια εξουσία με δυσανάλογο και ανεξέλεγκτο τρόπο.

Όσο για την αντίδραση των μαζών, δεν με εκπλήσσει. Ζούμε σε μια κοινωνία όπου η εξουσία γίνεται αντιληπτή ως αφηρημένη και δύσκολο να προσδιοριστεί. Δεν υπάρχει εξέγερση επειδή δεν υπάρχει σαφής στόχος. Αντί για οργή, επικρατεί μια μορφή εξοικείωσης, συνοδευόμενη από ένα αίσθημα αδυναμίας. Με την πάροδο των ετών, η ύπαρξη αυτών των δυναμικών έχει καταλήξει να ομαλοποιηθεί, πείθοντας τους πολίτες ότι δεν έχουν λόγο σε ό,τι μπορούν να κάνουν. Έτσι, το σκάνδαλο μετατρέπεται σε ψυχαγωγία, σε μια νοσηρή περιέργεια που αναζητά τη ζουμερή λεπτομέρεια, ενώ η ικανότητα για ηθική και πολιτική αντίδραση εξασθενεί. Όταν η εξουσία φαίνεται ταυτόχρονα διάχυτη και ανέφικτη, και όταν ο τύπος επιδίδεται σε δικαστικά κουτσομπολιά, η συλλογική αντίδραση αναπόφευκτα τείνει προς την κυνική παραίτηση, παρά στην γνήσια επίγνωση.


2) Το σύστημα Epstein είναι η συγκεκριμένη εκδήλωση του κυρίαρχου πολιτισμικού κλίματος στη Δύση. Μια κουλτούρα που βασίζεται στον ατομικισμό και μεταμορφώνεται σε μια θέληση για απόλυτη εξουσία. Είναι, επομένως, ο Epstein η ορατή εικόνα της μεταμοντερνικότητας; Η εξέγερση των ελίτ που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 (Lasch) έχει φτάσει στην οριστική της επιβεβαίωση. Η κουλτούρα της ακύρωσης αντικατοπτρίζεται στην ιδεολογία του φύλου και στην ανάπτυξη της μετανθρωπιστικής επιστήμης. Η ιδεολογία της απεριόριστης προόδου έχει οδηγήσει σε αυτή την ακραία φάση, στην οποία η ανθρώπινη ζωή έχει γίνει η πρώτη ύλη του επιστημονικού πειραματισμού, με στόχο μια μετανθρωπιστική και μεταανθρώπινη εξέλιξη του είδους. Επομένως, μπορεί η περίπτωση Epstein να οριστεί απλώς ως μια εκφυλιστική πτυχή του δυτικού πολιτισμού; Ή μήπως είναι το τελικό, ολοκληρωμένο αποτέλεσμα μιας ιδεολογίας της προόδου που, από τις απαρχές του Διαφωτισμού, στη συνεχή εξελικτική της άνοδο, έχει σήμερα ταυτιστεί με την μετανθρωπιστική προοπτική;

Ο Έπσταϊν δεν αποτελεί ανωμαλία: είναι μια συμβολική φιγούρα της μεταμοντερνότητας. Αντιπροσωπεύει το σημείο στο οποίο ο δυτικός ατομικισμός, απελευθερωμένος από όλα τα όρια, μεταμορφώνεται σε μια βούληση για απόλυτη εξουσία πάνω στα σώματα και τις ζωές των άλλων. Στο βιβλίο μου, δείχνω πώς η υπόθεση Έπσταϊν εντάσσεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο πολιτισμικό κλίμα: αυτό ενός πολιτισμού που έχει χάσει όλα τα υπερβατικά θεμέλια και έχει αντικαταστήσει την ηθική με την επιθυμία, τα όρια με την απόδοση, το άτομο με τα εμπορεύματα, τα υλικά που μπορούν να χειραγωγηθούν και να πωληθούν μέσω της εκμετάλλευσης. Τα Αρχεία Έπσταϊν -ακόμα και στη μερική και φιλτραρισμένη μορφή τους- μας λένε κάτι ανησυχητικό: οι ελίτ όχι μόνο ασκούν εξουσία, αλλά λειτουργούν και σε μια ζώνη συμβολικής ατιμωρησίας, όπου αυτό που θα ήταν απαράδεκτο για οποιονδήποτε γίνεται ανεκτό για όσους βρίσκονται στην εξουσία.

Τώρα, το πραγματικό ερώτημα είναι αν πρόκειται για «εκφυλισμό» ή για «συνεκτικό αποτέλεσμα» της νεωτερικότητας. Κλίνω προς μια σαφή θέση: δεν ήταν μια τυχαία απόκλιση, αλλά μια πιθανή και πλέον συγκεκριμένη τροχιά του παραδείγματος της απεριόριστης προόδου, ειδικά όταν συνδυάζεται με την τεχνολογία, τη βιοπολιτική και τον μετανθρωπισμό. Αρκεί κανείς να εμβαθύνει στα έγγραφα που πιστοποιούν την εμμονή του με την ευγονική και τον μετανθρωπισμό (φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να χρηματοδοτεί έργα στον τομέα της γονιδιακής επεξεργασίας και της ανθρώπινης κλωνοποίησης) για να συνειδητοποιήσει τη δυστοπική τάση που έχουν ξεκινήσει ορισμένες ελίτ. Αν ορισμένοι επιχειρηματίες της Σίλικον Βάλεϊ επενδύουν περισσότερο ή λιγότερο διαφανώς σε έργα σε παρόμοιους τομείς (από τον Πίτερ Θιλ μέχρι τον Σαμ Άλτμαν), θα πρέπει να αναρωτηθούμε πόσοι άλλοι Τζέφρι Έπσταϊν υπάρχουν ακόμα σε όλο τον κόσμο που, χάρη σε τεράστια χρηματικά ποσά και μετανθρωπιστικές ιδεολογίες, χρηματοδοτούν τρελά έργα στα όρια της νομιμότητας. Ο Έπσταϊν, υπό αυτή την έννοια, είναι ένα σύμπτωμα, αλλά και μια προειδοποίηση.

3) Η υπόθεση των Αρχείων Epstein, μετά την αρχική κατακραυγή, φαίνεται να έχει απομακρυνθεί από την προσοχή του κοινού. Οι αποκαλύψεις που προκύπτουν από τα Αρχεία Epstein είναι δευτερεύουσες. Μεγάλο μέρος του κατασχεμένου υλικού έχει κρατηθεί μυστικό από ένα απρόθυμο δικαστικό σύστημα, πάνω απ' όλα, υπό την πίεση της άρχουσας ελίτ. Οι υποσχέσεις του Τραμπ για διαφάνεια σχετικά με την πλήρη δημοσίευση των Αρχείων Epstein έχουν προδοθεί. Εξέχουσες προσωπικότητες παραμένουν κρυφές. Σε μια άμορφη κοινή γνώμη, το σκάνδαλο Epstein φαίνεται να έχει απορριφθεί ως απλό κουτσομπολιό. Η μαζική ηθική και δεοντολογική καταδίκη που θα περίμενε κανείς δεν έχει γίνει αντιληπτή. Στη σημερινή κοινωνία, δεν υπάρχουν κοινές ηθικές αξίες. Σε ένα κοινωνικό πλαίσιο όπου η ιδιωτική σφαίρα έχει καταπιεί τη δημόσια σφαίρα, η σεξουαλική και συναισθηματική ζωή εκτίθεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η επικρατούσα ηθική έχει νομιμοποιήσει κάθε εκδήλωση ακραίας σεξουαλικότητας. Αναρωτιέται κανείς, επομένως, ποια καταδίκη θα μπορούσε να προκαλέσει η υπόθεση των Αρχείων Epstein σε μια κοινή γνώμη της οποίας η ηθική αντίληψη διαμορφώνεται πλέον από τον απόλυτο ηθικό σχετικισμό. Πράγματι, δεν θα μπορούσε η ηθική υποβάθμιση των άρχουσων τάξεων να εμπνεύσει μίμηση μεταξύ των μαζών;

Η απομάκρυνση της υπόθεσης Έπσταϊν από τη δημόσια συζήτηση δεν είναι τυχαία: είναι δομική. Τα αρχεία Έπσταϊν που αναδύονται είναι μερικά, επιλεγμένα, μεσολαβημένα από φορείς που αποφασίζουν τι μπορεί να δημοσιοποιηθεί και τι πρέπει να παραμείνει κρυφό. Δεν είναι τυχαίο ότι δύο εκατομμύρια έγγραφα, τα οποία θα έπρεπε να είχαν δημοσιευτεί προ πολλού, εξακολουθούν να λείπουν... Αυτό έχει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα: το σκάνδαλο εξουδετερώνεται, περιορίζεται σε κουτσομπολιό, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αδειάζει από τη συστημική του σημασία. Δεν πρόκειται πλέον για σχέσεις εξουσίας, αλλά για «ντροπιαστικές» γνωριμίες. Δεν πρόκειται πλέον για ευθύνη, αλλά για απλό κουτσομπολιό. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η λογοκρισία, αλλά η ανθρωπολογική μετάλλαξη του κοινού. Σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από τον ηθικό σχετικισμό, τη θεαματοποίηση της ιδιωτικής ζωής και τη συναισθηματική πορνογραφία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ακόμη και το πιο ριζοσπαστικό κακό κινδυνεύει να απορροφηθεί και να ευτελιστεί. Αλλά προσέξτε: η υπόθεση Έπσταϊν δεν αφορά μόνο το «ακραίο σεξ» ή την εκμετάλλευση παιδιών. Πρόκειται για τη σχέση μεταξύ εξουσίας και ατιμωρησίας. Και εδώ το ηθικό ερώτημα παραμένει άθικτο, ακόμα κι αν η κοινωνία προσποιείται ότι δεν το βλέπει. Όσο για την άμιλλα, ναι, είναι δυνατή. Όχι τόσο στη συμπεριφορά, όσο στη νοοτροπία: εσωτερικεύεται η ιδέα ότι η εξουσία δικαιολογεί τα πάντα, ότι είναι φυσιολογικό για ορισμένα άτομα να διαπράττουν τις πιο απεχθές πράξεις, χωρίς συνέπειες. Και αυτή είναι η πραγματική μετάδοση. Μια μετάδοση που προκαλεί επίσης απευαισθητοποίηση στις μάζες.

4) Η δημοσίευση των αρχείων Epstein αποκαλύπτει πώς οι δυτικές ελίτ υφίστανται συνεχώς εκβιασμούς. Τα υλικά που δημοσιοποιούνται φαίνονται αποσπασματικά, με μόνο άτομα που θεωρούνται αναλώσιμα για την κοινή γνώμη. Οι χειρισμοί στην κορυφή της επίσημης πολιτικής είναι προφανείς. Ωστόσο, ακριβώς επειδή αυτά τα υλικά παραμένουν σε μεγάλο βαθμό απόρρητα, δεν αποτελεί η ανίχνευση των αιτιών τόσων πολλών κακών αποφάσεων των άρχουσων τάξεων (βλ. τον πόλεμο των ΗΠΑ κατά του Ιράν) πίσω στον εκβιασμό (πραγματικό ή υποτιθέμενο) σχετικά με τα κρυμμένα αρχεία Epstein ένα πολύτιμο άλλοθι για την απόκρυψη των πραγματικών λόγων πίσω από τις συνωμοσίες, τα μυστικά σχέδια, τα συμφέροντα και τις στρατηγικές των ελίτ με ανείπωτους στόχους; Δεν φαίνεται απίθανο ο Τραμπ να κήρυξε πόλεμο κατά του Ιράν επειδή εκβιάστηκε από το Ισραήλ με βάση τα αρχεία Epstein, δεδομένου ότι αν είχε υποστεί τέτοιο εκβιασμό, δεν θα είχε ανέλθει στην προεδρία των ΗΠΑ, αλλά η πολιτική του καριέρα θα είχε διακοπεί απότομα από την αρχή;

Η απόδοση κάθε πολιτικής απόφασης στον εκβιασμό των Αρχείων Epstein είναι, πιστεύω, ένα αναλυτικό λάθος, αλλά η άρνηση της ύπαρξης εκβιασμού είναι αφελής. Η πληθώρα των εγγράφων δείχνει ξεκάθαρα ότι ο Epstein σπάνια κατέφευγε σε εκβιασμούς ή απειλές (όπως στην περίπτωση του Bill Gates), εκτός από ακραίες περιπτώσεις, επειδή ουσιαστικά δεν υπήρχε ανάγκη. Η ανταλλαγή ευκολιών επέτρεπε σε όλους να απολαμβάνουν επιρροή και τα επακόλουθα «έσοδα», ικανοποιώντας ουσιαστικά όλους τους βασικούς παράγοντες αυτής της δομής εξουσίας. Ωστόσο, δεν γνωρίζουμε τι συνέβαινε στο παρασκήνιο, τι απέγιναν τα βίντεο που κατέγραφαν τις σεξουαλικές του σχέσεις με ανήλικες ή σε ποιο βαθμό εμπλέκονταν οι υπηρεσίες πληροφοριών (και από ποιες χώρες). Θα ήταν αφελές να πιστεύουμε ότι ορισμένοι εκβιασμοί πραγματοποιήθηκαν μέσω μηνυμάτων κειμένου ή email. Μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα βάζοντας τα κομμάτια μαζί, χωρίς να έχουμε ακόμη μια σαφή εικόνα.

Σε κάθε περίπτωση, οι δεσμοί με τον Έπσταϊν θεωρούνταν ευαίσθητοι παράγοντες στις πολιτικές αξιολογήσεις, ικανοί να επηρεάσουν τους διορισμούς και τις σταδιοδρομίες. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μια ευάλωτη περιοχή, η οποία ευνοείται στην προώθηση κάποιου στην κλίμακα της επιτυχίας. Όπως έγραψε ο Τζον Πέρκινς στο βιβλίο του «Εξομολογήσεις ενός Οικονομικού Δολοφόνου» , μια εκβιάσιμη προσωπικότητα είναι πάντα προτιμότερη από κάποια που δεν είναι. Επειδή ανά πάσα στιγμή, μπορείς να βγάλεις μια «μικρή αμαρτία» από κάποιο συρτάρι και να αναγκάσεις το άτυχο άτομο να ακολουθήσει οδηγίες από πάνω.

Αλλά αυτό από μόνο του δεν εξηγεί τα πάντα. Οι γεωπολιτικές αποφάσεις -συμπεριλαμβανομένων των πολέμων- προκύπτουν από μια πληθώρα παραγόντων: στρατηγικά συμφέροντα, ισορροπίες δυνάμεων, μηχανισμούς, ιδεολογίες. Η υποβάθμιση των πάντων σε εκβιασμό είναι μια συντόμευση που κινδυνεύει να γίνει, παραδόξως, ένα ερμηνευτικό άλλοθι: αντί να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα της εξουσίας, απλοποιείται. Στην περίπτωση του Ιράν, αυτό μπορεί να είχε αντίκτυπο, αλλά πιστεύω ότι πρέπει επίσης να θυμόμαστε τη σημαντική χρηματοδότηση από εβραϊκά λόμπι, τους δεσμούς των ΗΠΑ με τον Σιωνισμό και τη σύνδεσή τους με την ευαγγελική κοινότητα, και την κερδοσκοπία στο χρηματιστήριο όσων βρίσκονται κοντά στον Τραμπ και τον Χέγκεθ. Πιστεύω ότι υπάρχει ένα τέτοιο πλέγμα συμφερόντων και πιέσεων που υπερβαίνει κατά πολύ τον προσωπικό εκβιασμό που θα μπορούσε να εμπλέξει τον Τραμπ. Αντίθετα, η υπόθεση Έπσταϊν μας διδάσκει ότι η σύγχρονη εξουσία λειτουργεί σε μια γκρίζα ζώνη, όπου ο εκβιασμός, η επιρροή, η φήμη και η σκοπιμότητα είναι συνεχώς αλληλένδετες.

5) Η δημοσίευση των Αρχείων Έπσταϊν καταδεικνύει ξεκάθαρα τον σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισε η Μοσάντ στις δραστηριότητες του Έπσταϊν. Το δίκτυο μέσω του οποίου το Ισραήλ ασκεί την αποφασιστική του επιρροή στους αμερικανικούς θεσμούς έχει έτσι έρθει στο φως. Ακόμα κι αν η υπόθεση των Αρχείων Έπσταϊν καλυπτόταν και σβήνονταν από τη συλλογική μνήμη με την πάροδο του χρόνου, δεν θα καταστρεφόταν εξίσου η εικόνα της υπερδύναμης των ΗΠΑ και ολόκληρης της Δύσης; Δεν αποτελεί το σκάνδαλο των Αρχείων Έπσταϊν ένα θανάσιμο πλήγμα σε ένα φιλελεύθερο δημοκρατικό σύστημα, που υπόκειται στην κυριαρχία εξωτερικών ελίτ, των οποίων η απεριόριστη και κρυφή δύναμη έχει καταστρέψει τις θεμελιώδεις αξίες της Δύσης, όπως η ελευθερία, η ισότητα και η λαϊκή κυριαρχία;

Η υπόθεση Epstein καταδεικνύει την ύπαρξη διεθνικών δικτύων επιρροής και διασυνδέσεων με τις μυστικές υπηρεσίες που υπερβαίνουν τα κρατικά σύνορα και αλληλεπιδρούν με θεσμούς. Ακόμα και χωρίς να καταφύγουμε σε σαφείς εξηγήσεις, το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό: η εικόνα της Δύσης ως συστήματος που βασίζεται στη διαφάνεια, τη νομιμότητα και την ισότητα ενώπιον του νόμου είναι βαθιά λανθασμένη. Ως αποτέλεσμα, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες σήμερα είναι γεμάτες δυναμικές εξουσίας πέρα ​​από τον δημοκρατικό έλεγχο. Και αυτό, από μόνο του, αποτελεί ένα τεράστιο πρόβλημα. Σε αυτό προστίθεται η πίεση που άσκησε η Μοσάντ, σαν γκρίζα σκιά, σε ολόκληρη την υπόθεση.

Όσον αφορά τον ρόλο των υπηρεσιών πληροφοριών, και συγκεκριμένα της Μοσάντ, είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε αυστηρά αλλά χωρίς αφέλεια. Η εικόνα που προκύπτει -συνδυάζοντας πηγές, μαρτυρίες και δημοσιογραφικές αναπαραστάσεις- υποδηλώνει ότι η υπόθεση Έπσταϊν δεν μπορεί να ερμηνευτεί αποκλειστικά ως ατομική ή εγκληματική υπόθεση, αλλά πιθανότατα αποτελεί μέρος δικτύων σχέσεων που αγγίζουν και τους διεθνείς κύκλους των μυστικών υπηρεσιών. Το σημείο εκκίνησης είναι αναπόφευκτα ο Ρόμπερτ Μάξγουελ, μια βασική και όχι περιθωριακή προσωπικότητα. Μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης που πέθανε υπό συνθήκες που δεν έχουν ποτέ διευκρινιστεί πλήρως στις 5 Νοεμβρίου 1991, ο Μάξγουελ έχει αναγνωριστεί από πολλαπλές πηγές ως συνεργάτης της Μοσάντ. Πέρα από τις επίσημες επιβεβαιώσεις, αυτό που έχει σημασία είναι το πλαίσιο: Ο Μάξγουελ λειτουργούσε ήδη σε ένα κενό όπου οι επιχειρήσεις, η πολιτική και οι μυστικές υπηρεσίες αλληλεπικαλύπτονταν. Η κόρη του, Γκισλέιν Μάξγουελ, αργότερα θα γινόταν η πραγματική γέφυρα μεταξύ αυτού του κόσμου και του Τζέφρι Έπσταϊν, εισάγοντάς τον στους κύκλους των υψηλών οικονομικών, της πολιτικής και των διεθνών σχέσεων.

Σε αυτό το σημείο, ο Έπσταϊν έκανε ένα ποιοτικό άλμα: από έναν άγνωστο χρηματοοικονομικό παράγοντα σε έναν παγκόσμιο κόμβο, ικανό να έρχεται σε επαφή με αρχηγούς κρατών, βασιλικά πρόσωπα, τραπεζίτες και επιστήμονες. Ένα δίκτυο πολύ ευρύ και εξελιγμένο για να περιοριστεί σε απλή προσωπική φιλοδοξία. Η υποψία είναι ότι ο Έπσταϊν λειτουργούσε επίσης ως συλλέκτης ευαίσθητων πληροφοριών, εκμεταλλευόμενος ένα σύστημα σχέσεων και συμβιβασμών που θα μπορούσε να προσφερθεί σε δυναμικές επιρροής και, ενδεχομένως, σε εκβιασμούς.

Σε αυτό το πλαίσιο, βλέπουμε επίσης τις συνδέσεις με εξέχουσες ισραηλινές προσωπικότητες, όπως ο Εχούντ Μπαράκ, πρώην πρωθυπουργός και πρώην επικεφαλής των ισραηλινών στρατιωτικών πληροφοριών. Οι πολύ στενοί δεσμοί μεταξύ Μπαράκ και Επστάιν -που τεκμηριώνονται από συναντήσεις, γνωριμίες, ακόμη και επιχειρηματικές και οικονομικές συναλλαγές- δεν έχουν ποτέ διευκρινιστεί πλήρως (που σημαίνει ότι σίγουρα υπάρχουν περισσότερα από τα χακαρισμένα και αποχαρακτηρισμένα email), αλλά για άλλη μια φορά υπογραμμίζουν πώς ο Επστάιν έλκεται σε περιβάλλοντα όπου η πολιτική, η ασφάλεια και η παγκόσμια ισχύς τέμνονται.

Είναι σημαντικό να είμαστε σαφείς: με βάση τα τρέχοντα δημόσια στοιχεία, δεν υπάρχουν οριστικά στοιχεία που να υποστηρίζουν τον ισχυρισμό ότι ο Έπσταϊν ήταν πράκτορας της Μοσάντ. Ωστόσο, το προφίλ του, το δίκτυο που έχτισε, οι διασυνδέσεις του με στελέχη των μυστικών υπηρεσιών και η ίδια η φύση των δραστηριοτήτων του προσδίδουν εύλογη αξιοπιστία στην υπόθεση ότι λειτουργούσε εντός ενός οικοσυστήματος που εξυπηρετούσε επίσης ευρύτερα στρατηγικά συμφέροντα.

Ακόμα κι αν το ζήτημα σταδιακά απομακρυνόταν ή τέθηκε στο αρχείο, η συμβολική ζημιά είναι πλέον μη αναστρέψιμη. Η εικόνα των φιλελεύθερων δημοκρατιών ως συστημάτων που βασίζονται στη διαφάνεια, τη νομιμότητα και τη λογοδοσία έχει υπονομευτεί βαθιά. Όχι επειδή υπάρχει απαραίτητα ένας ενιαίος, παντοδύναμος εγκέφαλος, αλλά επειδή είναι σαφώς προφανές ότι τμήματα της ελίτ λειτουργούν σε αδιαφανείς, διασυνδεδεμένους χώρους, μακριά από τον δημόσιο έλεγχο. Και ακριβώς αυτή η αδιαφάνεια -ακόμα περισσότερο από τις ατομικές ευθύνες- αποτελεί την πραγματική πληγή: την αντίληψη ότι η πραγματική εξουσία ασκείται αλλού, μέσω άτυπων διαύλων, προσωπικών σχέσεων και δυναμικών που οι πολίτες δεν είναι σε θέση να δουν ή να κυβερνήσουν.


6) Οι αποκαλύψεις που περιέχονται στα αρχεία Epstein όχι μόνο έχουν προκαλέσει σκάνδαλο, αλλά και έχουν αποκτήσει συμβολική σημασία στις παγκόσμιες γεωπολιτικές συγκρούσεις. Το Ισραήλ, σε πόλεμο με το Ιράν, έχει ονομαστεί «Συνασπισμός Epstein», σύμβολο της ταυτότητας ενός δυτικού κόσμου που έχει υποβαθμιστεί ως προς τις αξίες και τον πολιτισμό του. Ο αμερικανικός υπερεθνικισμός έχει έτσι μεταμορφωθεί στη διάσταση της «Αυτοκρατορίας του Κακού». Δεν αποκτά ο Μεγάλος Πόλεμος μεταξύ της Δύσης και του αναδυόμενου πολυπολικού κόσμου σημαντική συμβολική σημασία, εμφανιζόμενος όχι ως σύγκρουση πολιτισμών, αλλά ως σύγκρουση μεταξύ της Αυτοκρατορίας του Κακού και λαών που έχουν τις ρίζες τους στην πολιτιστική και θρησκευτική τους ταυτότητα;

Η υπόθεση Έπσταϊν έχει πλέον αποκτήσει παγκόσμια συμβολική σημασία. Δεν είναι πλέον απλώς ένα σκάνδαλο: έχει γίνει μια γεωπολιτική αφήγηση. Όταν μιλάμε για τον «Συνασπισμό Έπσταϊν», βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια πολεμική κατασκευή, σίγουρα, αλλά αποτελεσματική, επειδή συμπυκνώνει μια διαδεδομένη αντίληψη σε μια απλή εικόνα: αυτή μιας ισχυρής αλλά ηθικά απονομιμοποιημένης Δύσης. Ο λεγόμενος «Μεγάλος Πόλεμος» δεν είναι απλώς μια σύγκρουση συμφερόντων. Γίνεται ολοένα και περισσότερο αντιληπτός ως σύγκρουση μεταξύ μοντέλων πολιτισμού (του ίδιου πολιτισμού που ο Τραμπ απείλησε να εξαλείψει εν μία νυκτί σε ένα tweet) και αξιών, μεταξύ οραμάτων για την ανθρωπότητα, μεταξύ αντιλήψεων για τα όρια και την εξουσία. Ο Έπσταϊν, σε αυτό το σενάριο, γίνεται ένα τέλειο σύμβολο: το έμβλημα μιας ελίτ που κηρύττει τα δικαιώματα ενώ ασκεί την ατιμωρησία, φέρνοντας καταστροφή και χάος στον κόσμο.


Ο Έπσταϊν δεν αποτελεί ανωμαλία: είναι μια συμβολική φιγούρα της μεταμοντερνότητας. Αντιπροσωπεύει το σημείο στο οποίο ο δυτικός ατομικισμός, απελευθερωμένος από όλα τα όρια, μεταμορφώνεται σε μια βούληση για απόλυτη εξουσία πάνω στα σώματα και τις ζωές των άλλων. 

ΕΔΩ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ ΔΗΛ. Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΗΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΦΗΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ. ΣΤΗΝ ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΜΕΙΝΕ ΑΦΥΛΑΚΤΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΥΛΑΚΑ ΑΓΓΕΛΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ. 
ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΑΣ ΒΓΑΛΕΙ ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΟΛΗΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ
 ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΩΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΜΠΑΛΙΣΤΗ OETINGER  ΠΟΥ ΔΙΕΚΠΕΡΑΙΩΝΕΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ.
 
Διαφωτιστική είναι όμως και η γενεαλογία τής σκέψης τού Oetinger η οποία περιλαμβάνει-περιληπτικά-την προσωκρατική φιλοσοφία και την Γραφή, την Kabbalah και τον Μπαίμε, την πρώτη πατριστική, δεμένη ακόμη στην προ-Κωσταντίνειο αποστολική κοινότητα και στην κεντρικότητα τής Θεολογίας του Σώματος και η αλχημεία, ο μυστικισμός, ιδιαιτέρως οι καθαροί, ένας κάποιος υλισμός θεραπευτικός και ο βιβλικός ρεαλισμός του Bengef, ο οραματικός προφητισμός τού Σβέντενμποργκ και άλλα πολλά ακόμη! Πρόκειται για έναν στοχαστικό εκλεκτισμό ακατανόητο σχεδόν για τους συγχρόνους του, αλλά τον οποίο θεωρεί απαραίτητο για όποιον προσπαθεί έναν πανσοφισμό, έξω απο τον απονευρωμένο εσωτερισμό τών καθαρών στην αφηρημένη και συστηματοποιημένη λογικο-απαγωγική όπως επίσης και στις λεπτότητες τών εμπειριών πέρα απο το κοινό αίσθημα και απο την κοινή ζωή.

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Heidegger και Αριστοτέλης 16 Του Franco Volpi

Συνέχεια από Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Heidegger και Αριστοτέλης 16
Του Franco Volpi

Κεφάλαιο 3

Αλήθεια, υποκείμενο, χρονικότητα: η παρουσία του Αριστοτέλη στα μαθήματα του Μάρμπουργκ και στο «Είναι και Χρόνος» η

5. Τα αποτελέσματα της αντιπαράθεσης


Ανασυνθέτοντας την παρουσία του Αριστοτέλη κατά μήκος της πορείας που διήνυσε ο Heidegger στις παραδόσεις του Marburg και στο Είναι και χρόνος, είδαμε πρώτα απ’ όλα πώς, ερμηνεύοντας υπό το φως των αριστοτελικών κειμένων τα διάφορα επίπεδα της εμφάνισης του φαινομένου της αλήθειας, ο Heidegger θέτει υπό αμφισβήτηση τις θεωρίες που βλέπουν στην κρίση και στην απόφανση τον αρχικό τόπο της φανέρωσής της· και πώς δείχνει, αντίθετα, ότι μόνο μέσα σε έναν ευρύτερο οντολογικό ορίζοντα μπορεί το φαινόμενο της αλήθειας να συλληφθεί και να κατανοηθεί στην πρωταρχικότητά του.[ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ ΤΟ ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΚΟΥΣΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ]

Τώρα, αν το σημείο κατάληξης αυτής της οντολογικής εμβάθυνσης του προβλήματος της αλήθειας είναι η σύλληψη εκείνης της εξίσωσης Είναι και αλήθειας, η οποία και μετά τη στροφή παραμένει στο κέντρο του heideggerιανού στοχασμού περί του Είναι, το αποφασιστικό εδώ στοιχείο είναι ότι σε αυτή την εξίσωση ο Heidegger φθάνει, σε αυτή τη φάση της σκέψης του, μέσω της τοποθέτησης του φαινομένου της αλήθειας στη διανοικτική/αποκαλυπτική στάση του Dasein· σε σχέση με αυτήν, το ίδιο το Είναι είναι ένα Είναι-αποκεκαλυμμένο —από μέρους του Dasein— δηλαδή ένα Είναι-αληθινό με οντολογική έννοια.

Το Dasein —η psyche— καθορίζεται έτσι ως εκείνο το ον του οποίου το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι το να μπορεί να είναι μέσα στην αλήθεια (aletheuein), δηλαδή το να αποκαλύπτει και να είναι αποκαλυπτικό.

Είδαμε έπειτα πώς το αποτέλεσμα αυτής της ερμηνείας του φαινομένου της αλήθειας στον Αριστοτέλη συνιστά για τον Heidegger μια επιβεβαίωση της ορθότητας της κατεύθυνσης προς την οποία άρχιζε να θέτει υπό αμφισβήτηση τον ορίζοντα της χουσσερλιανής φαινομενολογίας. Πράγματι, αν από τη μία πλευρά ο Heidegger αναλαμβάνει το θεμελιώδες πρόβλημα της φαινομενολογίας, δηλαδή το πρόβλημα της κατανόησης της υποκειμενικότητας του υποκειμένου, από την άλλη πείθεται προοδευτικά για την ανεπαρκή οντολογική ριζικότητα της χουσσερλιανής προσέγγισης του προβλήματος, στον βαθμό που ο Husserl προσανατολίζει κυρίως την κατανόησή του για το υποκείμενο στην ανάλυση των γνωστικών πράξεων, και ειδικότερα εκείνων που ανήκουν στην επιστημονική γνώση, προσλαμβάνοντας έτσι σιωπηρά ως ορίζοντα της κατανόησής του την παραδοσιακή πρωτοκαθεδρία της theoria.

Γι’ αυτό, όπως επιχειρήθηκε να αναδειχθεί, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’20 ο Heidegger στρέφεται προς τον Αριστοτέλη, βλέποντας —ή πιστεύοντας ότι μπορεί να δει— σε αυτόν μια πλήρη ανάλυση των πρακτικών, ποιητικών και θεωρητικών στάσεων της ανθρώπινης ζωής μέσα στο είναι-εν-τη-αληθεία της, δηλαδή, όπως την ερμηνεύει ο Heidegger, μέσα στο αποκαλυπτικό της Είναι.

Ιδίως το έκτο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων παρέχει, στα μάτια του Heidegger, μια φαινομενολογική ανάλυση των θεμελιωδών τρόπων του είναι-εν-τη-αληθεία του Dasein στη σχέση του προς τον εαυτό του, προς τους άλλους και προς τον κόσμο των πραγμάτων. Σε αυτή τη φαινομενολογία της ανθρώπινης ζωής θα συλλαμβάνονταν και θα καθορίζονταν για πρώτη φορά οι δομικές στιγμές της theoria, της praxis και της poiesis, πάνω στις οποίες ο Heidegger προσανατολίζεται χαράσσοντας τη διάκριση των τριών τρόπων Είναι του Dasein, της Zuhandenheit και της Vorhandenheit, οι οποίοι αποτελούν τον οντολογικό σκελετό της αναλυτικής της ύπαρξης.

Όπως επιχειρήθηκε να δειχθεί, ακριβώς στον καθορισμό του ειδικού τρόπου Είναι του Dasein, και συγκεκριμένα στον ορισμό του χαρακτήρα της αναφοράς που το Dasein κάθε φορά πραγματώνει απέναντι στο δικό του Είναι ως έχειν-να-είναι, ο Heidegger λαμβάνει ως καθοδηγητικό νήμα της ανάλυσής του την αριστοτελική θεματοποίηση του πράττειν ως praxis και της αρετής του πράττειν ως phronesis.

Μέσα στον ορίζοντα που ανοίγεται από αυτή τη θεώρηση, επιχειρήθηκε έπειτα να αναγνωσθούν υπό αυτό το φως ορισμένοι θεμελιώδεις καθορισμοί του Dasein, όπως το Zu-sein, η Sorge, η Befindlichkeit, το Verstehen, το Gewissen και η Entschlossenheit, προτείνοντας την υπόθεση ότι σε αυτούς αναλαμβάνεται εκ νέου και επανερμηνεύεται, μέσα σε ένα μετασχηματισμένο οντολογικό πλαίσιο, το νόημα ισάριθμων αριστοτελικών καθορισμών, όπως η praxis, η orexis, ο nous praktikos, η phronesis και η prohairesis.

Ωστόσο, αυτή η στάση παραγωγικής ιδιοποίησης ενσωματώνεται προοδευτικά σε μια κριτική τοποθέτηση απέναντι στην παράδοση γενικά και στον Αριστοτέλη ειδικότερα. Αυτή η προοδευτική απομάκρυνση ωριμάζει, όπως είδαμε, συγχρόνως με μια άλλη σε βάθος ερμηνεία του Αριστοτέλη, δηλαδή συγχρόνως με την ερμηνεία της αριστοτελικής κατανόησης του φαινομένου του χρόνου. Μέσω αυτής ο Heidegger φθάνει στην πεποίθηση ότι η αριστοτελική θεματοποίηση της ανθρώπινης ζωής συλλαμβάνει βέβαια τις θεμελιώδεις στάσεις της, και ιδίως τις θεωρητικές, τις πρακτικές και τις ποιητικές, αλλά δεν θέτει ακόμη με ρητό τρόπο το πρόβλημα της βαθιάς ενιαίας σύνδεσης πάνω στην οποία αυτές στηρίζονται.

Με άλλα λόγια, ο Αριστοτέλης δεν θα είχε θέσει ρητά το πρόβλημα του καθορισμού του ειδικού τρόπου Είναι της ανθρώπινης ζωής, της ψυχής, ο οποίος καθιστά δυνατή την πολλαπλότητα των άλλων τρόπων με τους οποίους αυτή είναι μέσα στην αλήθεια.

Ακριβώς μέσω της ερμηνείας της αριστοτελικής κατανόησης του φαινομένου του χρόνου, ο Heidegger πιστεύει ότι μπορεί να εντοπίσει τον καθοριστικό λόγο αυτής της παράλειψης στο γεγονός ότι ο Αριστοτέλης θα είχε παραμείνει μέσα στον ορίζοντα μιας νατουραλιστικής κατανόησης του χρόνου· μιας κατανόησης η οποία, προσανατολισμένη κυρίως στην παρατήρηση των φυσικών όντων, θα ήταν ακατάλληλη για να συλλάβει την ιδιαιτερότητα της αρχέγονα χρονικής δομής της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η ερμηνεία του Αριστοτέλη, διεξαγόμενη στο μέτωπο των τριών θεμελιωδών προβλημάτων της αλήθειας, του «υποκειμένου» και της χρονικότητας, οδηγεί λοιπόν τον Heidegger να λάβει κριτικά αποστάσεις από την τοποθέτηση μέσα στην οποία αυτά τα προβλήματα αντιμετωπίζονται και επιλύονται παραδοσιακά, και να δείξει πώς τα προβλήματα αυτά απαιτούν, από την ίδια τους την εσωτερική δυναμική, μια πιο ριζική οντολογική κατανόηση και, ειδικότερα, μια ρητή θεματοποίηση της ενιαίας οντολογικής δομής του Dasein ως πεπερασμένου Είναι.

Για την ωρίμανση αυτής της θέσης, όπως υπήρξε η ευκαιρία να επισημανθεί, καθοριστική είναι η μεγάλη αντιπαράθεση με τον Kant, η οποία διαδέχεται την αντιπαράθεση με τον Αριστοτέλη και την οποία ο Heidegger αναπτύσσει κυρίως στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’20. Πράγματι, στον Kant, τουλάχιστον σε μια πρώτη στιγμή, ο Heidegger βλέπει εκείνον που πρώτος φθάνει να συλλάβει το πρόβλημα του ενιαίου οντολογικού καθορισμού του Είναι του ανθρώπου, επιχειρώντας μια ριζική λύση του· και συγκεκριμένα θεμελιώνοντας τα δύο στελέχη της γνώσης μας —αισθητικότητα και διάνοια— στην κοινή ρίζα της υπερβατολογικής φαντασίας, την οποία ο Heidegger ερμηνεύει ως χρονικότητα.

Και, ενάντια στη νεοκαντιανή ερμηνεία, βλέπει στην Κριτική του καθαρού λόγου όχι μια θεωρία της γνώσης, ούτε πολύ λιγότερο μια θεωρία της επιστημονικής γνώσης, αλλά μια μεταφυσική διασάφηση της δομής του πεπερασμένου υποκειμένου. Στον Kant, λοιπόν, βλέπει τη θέση εκείνου του προβλήματος που ο ίδιος αναλαμβάνει ως δικό του.

Αυτή η συγγένεια επιβεβαιώνεται έπειτα από το γεγονός ότι και στον καντιανό καθορισμό του υποκειμένου ως υποκειμένου της πράξης, και συγκεκριμένα στη διάκριση προσώπου και πραγμάτων, όντος που είναι εγώ (ichliches Seiendes) και όντος που δεν είναι εγώ (nichtichliches Seiendes), ο Heidegger βλέπει ούτε λίγο ούτε πολύ μια πρόληψη της δικής του ριζικής διάκρισης ανάμεσα στον τρόπο Είναι του Dasein (daseinsmäßiges Seiendes) και στον τρόπο Είναι των όντων που δεν είναι Dasein (nichtdaseinsmäßiges Seiendes).

Με αυτή την έννοια, μπορεί τότε να υποστηρίξει ότι ο καντιανός καθορισμός του ανθρώπου ως προσώπου και ως σκοπού καθ’ εαυτόν —δυνάμει του οποίου συγκροτείται, μέσα στο συναίσθημα του σεβασμού, ενώπιον του ηθικού νόμου και της ελευθερίας, η personalitas moralis— παραπέμπει στο ίδιο πρόβλημα που εκείνος πραγματεύεται με τους όρους της Sorge.⁷⁷ Και με την ίδια έννοια, στο τέλος του μαθήματος του χειμερινού εξαμήνου 1927/28, το οποίο ήταν ολόκληρο αφιερωμένο σε μια ερμηνεία της Κριτικής του καθαρού λόγου, λέει για τη δική του ανακάλυψη του Kant:
«Όταν πριν από μερικά χρόνια [πιθανότατα το χειμερινό εξάμηνο 1925/26] μελέτησα ξανά την Κριτική του καθαρού λόγου και τη διάβασα, τρόπον τινά, στο φόντο της φαινομενολογίας του Husserl, μου έπεσαν οι παρωπίδες από τα μάτια και ο Kant έγινε για μένα ουσιαστική επιβεβαίωση της ορθότητας του δρόμου στον οποίο αναζητούσα».⁷⁸

Ωστόσο, όπως ήδη η αντιπαράθεση με τον Αριστοτέλη, έτσι και η αντιπαράθεση με τον Kant θα καταλήξει στο κριτικό συμπέρασμα ότι και η καντιανή απόπειρα να καθοριστεί η οντολογική δομή της υποκειμενικότητας δεν είναι τοποθετημένη με αρκετά ριζικό τρόπο. Έτσι, παραμένοντας ουσιαστικά μέσα στον καρτεσιανό ορίζοντα μιας διχοτομικής κατανόησης του Είναι, η οποία χωρίζει σκέψη και έκταση, και παραμένοντας κατά βάθος δεμένος με μια νατουραλιστική κατανόηση του χρόνου, ο Kant δεν θα έφθανε να καθορίσει ριζικά ποια είναι η ενιαία οντολογική δομή πάνω στην οποία στηρίζονται οι θεωρητικοί και οι πρακτικοί καθορισμοί του υποκειμένου.[ΤΟΥ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ, ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ]⁷⁹

Ακριβώς αυτό το καθήκον ενός καθορισμού της δομικής οντολογικής ενότητας της ανθρώπινης ζωής, και συγκεκριμένα ως πρωταρχικής χρονικότητας, αναλαμβάνεται και αντιμετωπίζεται ρητά από τον Heidegger στην αναλυτική της ύπαρξης, πάνω στην οποία στηρίζεται η μεταφυσική του της περατότητας.

Μπορεί λοιπόν να ειπωθεί ότι το θεμελιώδες αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγει η αντιπαράθεση με τον Αριστοτέλη —και έπειτα με τον Kant— είναι η συστηματική ανάπτυξη, η ριζοσπαστικοποίηση και η λύση του προβλήματος από το οποίο είχε ξεκινήσει ο Heidegger μέσα στον ορίζοντα της χουσσερλιανής φαινομενολογίας· δηλαδή του προβλήματος του οντολογικού καθορισμού του θεμελιώδους τρόπου Είναι της ανθρώπινης ζωής.

Συλλαμβάνοντας τη δομή του πεπερασμένου Είναι στους χαρακτήρες του ως αποκαλυπτικού Είναι —αλήθεια—, ως έχειν-να-είναι και ως χρονικότητας, ο Heidegger θεωρεί ότι διαθέτει, με αυτήν, εκείνο το αρχιμήδειο σημείο πάνω στο θεμέλιο του οποίου μπορεί να επιδιώξει ριζικά τους θεμελιωτικούς σκοπούς που από την αρχή εμπνέουν την αντιπαράθεσή του με την παράδοση, και να φθάσει έτσι, μέσω της αποδόμησης/καταστροφής της παραδοσιακής οντολογίας, σε εκείνη τη μεταφυσική του Dasein ή θεμελιώδη οντολογία που εκθέτει στο Είναι και χρόνος —και πάνω στο σχέδιο της οποίας συνεχίζει να εργάζεται ως το τέλος της δεκαετίας του ’20.

Η έρευνα της παρουσίας του Αριστοτέλη στα μαθήματα του Marburg και στο Είναι και χρόνος καταλήγει σε ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα, δηλαδή σε χειροπιαστές αποδείξεις ότι αυτή η παρουσία —η οποία στις μελέτες για τον Heidegger σπάνια έχει εντοπιστεί και ακόμη σπανιότερα έχει αξιολογηθεί στην πραγματική της σημασία⁸⁰— είναι κεντρική και καθοριστική.

Όπως επιχειρήθηκε να δειχθεί, αυτή η παρουσία εντάσσεται γόνιμα —με τη μορφή μιας επαλήθευσης της εμβέλειας των θεμελιωδών σημασιών του Είναι, ιδίως του Είναι ως αληθούς— στην ανάληψη, στη ριζοσπαστικοποίηση και στον οντολογικό μετασχηματισμό της χουσσερλιανής φαινομενολογίας που πραγματοποιεί ο Heidegger, και ειδικά στο θεμελιώδες καθήκον που θέτει στον εαυτό του, δηλαδή την οντολογική διασάφηση του τρόπου Είναι του «υποκειμένου», της ανθρώπινης ζωής, του Dasein.

Τέλος, για να κλείσουμε, μένει να γίνει μια τελευταία παρατήρηση. Μένει δηλαδή να ληφθεί υπόψη ότι, αν η διαπίστωση μιας συνεπούς και σχεδόν γενικευμένης παρουσίας του Αριστοτέλη στον Heidegger του Marburg και του Είναι και χρόνος αίρει οριστικά την υπαρξιστική τύφλωση απέναντι στην οντολογική προβληματική που είναι παρούσα στη heideggerιανή ανάλυση της ύπαρξης, αυτό πρέπει να θεωρηθεί μόνο ως αποτέλεσμα, θα λέγαμε, παράγωγο της έρευνας που διεξήχθη.

Πρώτα απ’ όλα, πράγματι, ιδίως τονίζοντας τη σημασία της heideggerιανής αναφοράς στην αριστοτελική πρακτική φιλοσοφία, η έρευνα αυτή αποβλέπει να υπογραμμίσει —ως συμπλήρωση μιας γενικής οντολογικής άρσης της υπαρξιστικής παρερμηνείας— ότι η παρουσία του Αριστοτέλη στον Heidegger έως τη στροφή δεν είναι τόσο ένδειξη μιας γενικής παρουσίας του οντολογικού προβλήματος του Είναι ως έσχατου σκοπού της έρευνας, όσο μάλλον της συγκεκριμένης πραγμάτωσης μιας ανάλυσης του χαρακτήρα Είναι του Dasein· δηλαδή μιας ανάλυσης της χρονικότητάς του, της πρακτικής του συνυποδήλωσης και της περατότητάς του ως οντολογικών καθορισμών, ως εκείνων των οντολογικών καθορισμών βάσει των οποίων και μόνο —μέσα στη θεμελιώδη οντολογία— είναι δυνατόν να τεθεί το πρόβλημα του Είναι.


Σημειώσεις: στο 16α

Συνεχίζεται με:
IV. Η παρουσία του Αριστοτέλη μετά τη «στροφή»

ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΑ. Η ΠΛΗΡΗΣ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ.
 Η Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΤΟΡΘΩΣΑΝ ΝΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΟΥΝ ΣΕ ΣΩΤΗΡΙΑ, ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ, ΣΕ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΔΙΑ ΤΟΥ SPIRITUS CREATOR, ΔΗΛ. ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ GENERATIO ΔΙΑ ΤΗΣ CREATIO, ΔΙΑ ΤΟΥ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΜΠΑΙΜΕ Ή ΤΟΥ ΡΗΝΟΥ. TOYΤΕΣΤΙΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Η Κορυφογραμμή της Εκεχειρίας

Daniele Perra

Η Κορυφογραμμή της Εκεχειρίας


Πηγή: Ντανιέλε Πέρα

Μετά τις επαίσχυντες δηλώσεις της αμερικανικής κυβέρνησης τις τελευταίες ημέρες (που απειλούν να καταστρέψουν έναν ολόκληρο πολιτισμό για πάντα), έχουμε καταλήξει σε μια πικρή συνειδητοποίηση ότι η διεξαγωγή πολέμου εναντίον ενός ισχυρού κράτους, ιδεολογικά και στρατιωτικά προετοιμασμένου για μια μακρά σύγκρουση, δεν ήταν τελικά και τόσο λαμπρή ιδέα. Η ιστορία δεν έχει τίποτα να διδάξει σε όσους την αγνοούν. Το Ιράν υπέμεινε έναν καταστροφικό πόλεμο εναντίον του Ιράκ του Σαντάμ για οκτώ χρόνια. Έναν πόλεμο στον οποίο οι πόλεις του βρίσκονταν υπό συνεχή βομβαρδισμό με πυραύλους και ο άμαχος πληθυσμός του υποβλήθηκε σε ιρακινά χημικά όπλα. Παρά αυτό, και μισό εκατομμύριο θύματα, δεν παραδόθηκε ποτέ. Ο Τραμπ, όπως και ο Σαντάμ, πίστευε ότι θα μπορούσε να τερματίσει τον πόλεμο σε λίγες μέρες ή εβδομάδες. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ είχε ξεκινήσει αυτόν τον πόλεμο με την ελπίδα να φτάσει σε μια συνάντηση με τον Σι Τζινπίνγκ από θέση ισχύος (αφού εξάλειψε έναν από τους κύριους «συμμάχους» της Κίνας στην περιοχή, ο πρώτος εκ των οποίων είναι προφανώς το Πακιστάν). Αντ' αυτού, βρέθηκε στη θέση να πρέπει να παρακαλέσει το Πεκίνο για μεσολάβηση (δεν πρέπει να υποτιμάται ο θεμελιώδης ρόλος του Πακιστάν, το οποίο μετατρέπεται από μια χώρα-παρία σε μια υπεύθυνη και ηγετική δύναμη στο ευρασιατικό πλαίσιο). Τώρα, εκτός από την δύο εβδομάδων εκεχειρία, έχουν συζητηθεί 10 σημεία που θα πρέπει να αποτελέσουν τη βάση οποιουδήποτε νέου γύρου διαπραγματεύσεων μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών. Διαβάζοντας αυτά τα δέκα σημεία (δραστική μείωση της αμερικανικής παρουσίας στην περιοχή, εγγυήσεις ασφαλείας για το Ιράν, άρση κυρώσεων, καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων κ.λπ.), συνειδητοποιεί κανείς αμέσως ότι η αποδοχή τους από την Ουάσιγκτον θα ισοδυναμούσε με την παραδοχή μιας στρατηγικής ήττας, ακόμη χειρότερης από αυτήν που υπέστη στο Βιετνάμ. Η Κίνα θα είχε διαβεβαιώσει την Τεχεράνη (χρησιμοποιούμε πάντα την υπό όρους) ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα δεσμευτούν να διασφαλίσουν την τήρηση τουλάχιστον ορισμένων από αυτά. Στην καλύτερη περίπτωση, για την Ουάσιγκτον, αυτό θα συνεπαγόταν ένα είδος συμφωνίας εντελώς παρόμοιας με την παλιά JCPOA του Ομπάμα, την οποία ο ίδιος ο Τραμπ (πρώτη κυβέρνηση) είχε επικρίνει σκληρά και είχε εγκαταλείψει μονομερώς. Ο Τραμπ μιλάει επίσης για κοινή διαχείριση των Στενών του Ορμούζ μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ, ενώ τα 10 σημεία υποδηλώνουν κοινή διαχείριση μεταξύ Ομάν και Ιράν, η οποία τελικά θα ασκούσε πλήρη κυριαρχία επί της πλωτής οδού. Το Ιράν θα αύξανε ακόμη και τον ρόλο του ως περιφερειακή δύναμη.
Είναι απίθανο να επιτευχθεί συμφωνία σε αυτή τη βάση (η δυσπιστία του Ιράν προς τον ομόλογό του είναι εμφανής). Και ακόμη και για κάποιον σαν τον Τραμπ, θα ήταν δύσκολο να παρουσιάσει μια τέτοια συμφωνία ως νίκη ενόψει των επερχόμενων ενδιάμεσων εκλογών. Προσωπικά (και ελπίζω να κάνω λάθος), ειδικά δεδομένου του γεγονότος ότι η «εκεχειρία» δεν φαίνεται να περιλαμβάνει άλλα περιφερειακά θέατρα,Πιστεύω ότι αυτή η σύγκρουση δεν έχει τελειώσει ακόμη και θα συνεχιστεί (η επιρροή του σιωνιστικού λόμπι στην Ουάσιγκτον δεν πρέπει ποτέ να υποτιμάται). Είναι σίγουρα αρκετά αντιδημοφιλής, ειδικά στις ΗΠΑ. Ο John Mearsheimer, ένας από τους πιο εξέχοντες Αμερικανούς πολιτικούς επιστήμονες, την έχει ήδη χαρακτηρίσει τον πιο ανόητο πόλεμο στην ιστορία των ΗΠΑ. Αλλά αν συνεχιστεί, θα πρέπει επίσης να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε πώς θα εξελιχθεί. Υπό αυτή την έννοια, πιστεύω ότι το οικονομικό και ανθρώπινο κόστος και για τις δύο πλευρές, αλλά κυρίως για τις ΗΠΑ, θα αυξηθεί μόνο εκθετικά. Μια χερσαία επίθεση θα καταστεί αναπόφευκτη (με την προσπάθεια κατάκτησης ορισμένων νησιών του Κόλπου ή την κατασκευή ενός προγεφυρώματος κοντά στο Μπαντάρ Αμπάς). Αλλά μιλάμε για λύσεις που, μέχρι σήμερα, η Ουάσιγκτον δεν φαίνεται να μπορεί να αντέξει οικονομικά ενόψει μιας κρίσης χρέους που λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις και είναι ολοένα και πιο μη βιώσιμη


APEX MENTIS:  ΤΟ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ. ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΗΔΗ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ UNGRUND, ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΤΟΝ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟ ΤΟΥ ΜΠΑΙΜΕ, ΣΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΤΑΙ Ο ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΣ. ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΧΕΓΚΕΛ. ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, ΤΗΣ ΩΡΙΜΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤ.  ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΝΕΤΑΙ  ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΔΑΡΒΙΝΟΥ. ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΩΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ.  ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΛΟΙΠΟΝ ΣΗΜΕΡΑ  ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΙΣΘΗΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΝΣΑΡΚΩΝΕΤΑΙ ΣΑΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΕΓΩ, ΣΑΝ ΜΕΤΑ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΣ. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΠΟΥ ΒΑΣΑΝΙΖΕΙ ΤΟΝ ΤΡΑΜΠ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΡΕΛΛΑΙΝΕΙ. ΙΣΩΣ ΤΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΔΙΠΛΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ»


Pieter van Gunst, Πορτρέτο του Jacob Böhme, 1686/1715, Χαρακτική, Ντουλάπι Χαρακτικής


«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΔΙΠΛΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ»

Μια κινηματογραφική αντάρτικη δράση για τον γερμανό μυστικό φιλόσοφο Jacob Boehme προσελκύει τους ανθρώπους στις κινηματογραφικές αίθουσες. Σε συνομιλία με τον Ronald Steckel, έναν από τους σκηνοθέτες της ταινίας Morgenröte im Aufgang – Hommage à Jacob Boehme, για την πείνα της ψυχής και την τέχνη του να αφήνεται κανείς να βρεθεί.

Με αφορμή την πρώτη μεγάλη έκθεση για τον Jacob Boehme, με τίτλο «Alles in Allem – die Gedankenwelt des mystischen Philosophen», των Κρατικών Καλλιτεχνικών Συλλογών στο Ανάκτορο της Κατοικίας (Residenzschloss) της Δρέσδης, από τις 26 Αυγούστου έως τις 19 Νοεμβρίου 2017.

Άποψη της ειδικής έκθεσης «ΟΛΑ ΣΕ ΟΛΑ. Ο κόσμος της σκέψης του μυστικιστή φιλοσόφου Jacob Böhme»στο παρεκκλήσι του κάστρου του Παλατιού της Δρέσδης

Συνέντευξη: Marcelle De Michiel
Φωτογραφίες: Philip Glaser / nootheater


RONALD STECKEL

Γεννημένος το 1945 στο Sylt, είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης, συνθέτης και καλλιτέχνης πολυμέσων. Έχει δημιουργήσει πλήθος δοκιμίων, ταινιών, ραδιοφωνικών παραγωγών και θεατρικών έργων. Είναι πατέρας δύο παιδιών και ζει στο Βερολίνο από το 1968.

Το 1969 κυκλοφόρησε το πρώτο του έργο, Bewusstseinserweiternde Drogen – Eine Aufforderung zur Diskussion («Ουσίες διεύρυνσης της συνείδησης – Μια πρόσκληση σε συζήτηση»), ένα βιβλίο για την αντικουλτούρα της δεκαετίας του ’60, το οποίο προκάλεσε έντονη αίσθηση. Το 1986 τιμήθηκε με το Βραβείο Ενίσχυσης για Τέχνη των Μέσων της Akademie der Künste Berlin.

Στις δημοσιεύσεις του περιλαμβάνονται τα Die Mauer – Die größte Wandzeitung der Welt με τον Wolfgang Neuss, Schwerkraft und Licht με τη Julia Jentsch, ένα hommage στη γαλλίδα φιλόσοφο Simone Weil, καθώς και το Auschwitz. Stimmen, μια τρίωρη ραδιοφωνική μοντάζ από αυθεντικές ηχογραφήσεις της Πρώτης Δίκης του Auschwitz στη Φρανκφούρτη (1963–1965).

Για την ARD παρήγαγε, μεταξύ άλλων, μια σειρά ραδιοφωνικών έργων με κείμενα της Philosophia Perennis, όπως των Lao Tse, Huang Po, Meister Eckhart, Johannes Tauler, Jacob Boehme, Dschelal ed-Din Rumi, Novalis, Ramana Maharshi, Kazimir Maleviç και Allen Ginsberg, με τον τίτλο Die Avantgarde der Sehnsucht («Η πρωτοπορία της νοσταλγίας»).

Το 2005 ίδρυσε στο Βερολίνο, μαζί με τον ηθοποιό και κινηματογραφιστή Max Hopp, το nootheater. Το 2008 κυκλοφόρησε η ταινία του nootheater Das schöne Licht der Utopie. Από το 2015, η ταινία Morgenröte im Aufgang – Hommage à Jacob Boehme (Filmedition Suhrkamp), που υλοποιήθηκε μαζί με τους Max Hopp, Jan Korthäuer και Klaus Weingarten, προβάλλεται με επιτυχία στους γερμανικούς κινηματογράφους.

Το 2016 το Morgenröte im Aufgang τιμήθηκε με το DEUTSCHER FILMGEIST PREIS 2016.

Κύριε Steckel, η πρόσφατη κινηματογραφική σας ταινία Morgenröte im Aufgang – Hommage à Jacob Boehme (Η Ανατολή της Αυγής– Φόρος τιμής στον Jacob Boehme), μια ταινία για έναν σε μεγάλο βαθμό άγνωστο γερμανό μυστικό φιλόσοφο, συναντά απροσδόκητη απήχηση και παρουσιάστηκε πρόσφατα και στο Διεθνές Συνέδριο Φιλοσοφίας και Κινηματογράφου «Das Reale der Realität» στο Κέντρο Τέχνης και Μέσων (Zentrum für Kunst und Medientechnologie – ZKM) στην Καρλσρούη. Το περιμένατε αυτό;

Ούτε στα όνειρά μας δεν περιμέναμε ότι η ταινία θα άφηνε ένα τέτοιο ίχνος. Όμως υπάρχει κοινό για τη Morgenröte. Σε μια συζήτηση μας ρώτησαν: «Ποια είναι η ομάδα-στόχος σας για αυτή την ταινία;» — πρέπει κανείς πάντοτε να έχει μια «ομάδα-στόχο»… (γέλια). Σκεφτήκαμε και απαντήσαμε: κάθε άνθρωπος ξεχωριστά που βρίσκεται σε ψυχική αναζήτηση.

Γιατί ο Jacob Boehme – τώρα;

Ας πάρουμε μόνο την εικόνα του ανθρώπου που αναδύεται στον Boehme: έχει κοσμική διάσταση και μεγάλη ομορφιά· ανήκει στα βαθύτερα πράγματα που γνωρίζουμε για τον άνθρωπο. Πιστεύουμε ότι αυτό έχει μεγάλη σημασία για εμάς στον σύγχρονο κόσμο. Δεν πρόκειται για κάτι περασμένο· είναι κάτι που έρχεται προς το μέρος μας, είναι μια επαγγελία – και, όπως βλέπουμε, υπάρχει κοινό: πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ψυχική πείνα. Κι εμείς επίσης… (γέλια). «Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ψωμί…».

Ποιος ήταν ο Jacob Boehme;

Ίσως… μία από τις μεγαλύτερες πνευματικές μορφές αυτής της χώρας; Ο Schelling τον αποκάλεσε «ένα θαυμαστό φαινόμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας και ιδιαίτερα στην ιστορία του γερμανικού πνεύματος». Για τον Hegel ήταν «ο πρώτος Γερμανός φιλόσοφος». Ο Jacob Boehme είναι μια μεγάλη και δραστική μορφή της πνευματικής μας ιστορίας, αλλά στη δική του χώρα είναι γνωστός μόνο σε πολύ μικρούς κύκλους.

Ήταν ένας τσαγκάρης από το Görlitz, γεννημένος το 1575, ο οποίος, ύστερα από μια σειρά εμπειριών πνευματικής διάρρηξης, κατέγραψε όσα «είδε». Το πρώτο του έργο, Morgenröte im Aufgang, γνωστό και ως Aurora, αποτελεί ένα μεγαλειώδες άνοιγμα μιας φιλοσοφίας της φύσης, μιας ανθρωπολογίας και μιας κοσμολογίας που μέχρι σήμερα δεν έχουν διερευνηθεί στο βάθος τους και που του προκάλεσαν πλήθος δυσκολιών.

Ποια ήταν η προσέγγιση της ταινίας; Ήσασταν τέσσερις – φίλοι και ανεξάρτητοι κινηματογραφιστές.

Γνωριζόμαστε εδώ και πολλά χρόνια και έχουμε ήδη συνεργαστεί: το βερολινέζικο nootheater, δηλαδή ο Max Hopp κι εγώ, και ο οργανισμός για τον μετασχηματισμό του κινηματογράφου που διευθύνουν στο Αννόβερο ο Klaus Weingarten και ο Jan Korthäuer. Αυτό που μας συνδέει είναι καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα και ορισμένα κινηματογραφικά ερωτήματα που υπερβαίνουν τον νευρικό ενθουσιασμό των σύγχρονων blockbuster, την απλή πληροφόρηση ή τις συγκινησιακές προσομοιώσεις. Για παράδειγμα: μπορεί η κινηματογραφική τέχνη να προσφέρει τροφή στις ψυχές μας;

Ο Andrei Tarkovsky, για παράδειγμα, προσπάθησε να σκεφτεί τον κινηματογράφο με αυτόν τον τρόπο, όταν έλεγε: «ο σκηνοθέτης είναι υπεύθυνος για τις ψυχές των θεατών του». Κι εμείς είπαμε: γιατί να μην τολμήσουμε απλώς να προσεγγίσουμε κάτι που όλοι θεωρούμε σημαντικό με αυτή την έννοια; Για παράδειγμα, τον μεγάλο Jacob Boehme. Γνωρίζαμε ότι θα ήταν ένα προσκύνημα – και γνωρίζαμε επίσης ότι θα μπορούσαμε να αποτύχουμε στην προσπάθεια να βρούμε κινηματογραφικές μορφές έκφρασης για την πνευματική δύναμη ενός τέτοιου οραματιστή. Όμως η προσπάθεια, η ένταση της εργασίας, άξιζαν οπωσδήποτε.

Από αυτό δεν προέκυψε μια κλασική ιστορική ταινία. Σταθήκαμε τυχεροί: ήδη το πρώτο κοινό μας ταξίδι έρευνας στο Görlitz, το 2011, μας έφερε μια κοινή οπτική, μια αντίληψη της κινηματογραφικής μορφής που μας ενδιέφερε. Δηλαδή: μια ταινία του Jacob Boehme, όχι ένα ντοκιμαντέρ για αυτόν. Μια ταινία που τον παρουσιάζει ως σύγχρονο, όχι ως ιστορικό πρόσωπο.

Και γνωρίζαμε ότι θα πατούσαμε σε αχαρτογράφητο έδαφος, διότι ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ταινίας δεν είναι ο Klaus Weingarten — ο οποίος, παρεμπιπτόντως, δεν είναι ηθοποιός αλλά κινηματογραφιστής. Ο αληθινός πρωταγωνιστής είναι η θαυμάσια, πρωτότυπη, τετρακοσίων ετών γλώσσα του Boehme, την οποία εκφωνεί ο Max Hopp. Και κατά τη διάρκεια της δουλειάς, φυσικά, ο Jacob Boehme μας συνόδευε διαρκώς, πράγμα που σήμαινε ότι τον κατανοούσαμε όλο και βαθύτερα — μια θαυμάσια εμπειρία.

Αυτό οδήγησε και στο ότι, στην πορεία της εργασίας, γινόμασταν όλο και πιο λιτοί στη «χρήση των κινηματογραφικών μέσων», όλο και πιο απλοί, προκειμένου να δημιουργήσουμε έναν χώρο αντίληψης μέσα στον οποίο να γίνεται κατανοητό τι έχει να μας πει σήμερα αυτό το μεγάλο πνεύμα. Έτσι, στην ταινία μας, επί 81 λεπτά, ο λόγος διακόπτεται από τον Θεό (γέλια).

Και, για να μη συγκρουόμαστε καλλιτεχνικά μεταξύ μας κατά τη διάρκεια της δουλειάς, ακολουθήσαμε από την αρχή μια διαπροσωπική (transpersonale) μεθοδολογία: ξεκαθαρίσαμε ότι έπρεπε να υπερβούμε τα καλλιτεχνικά μας εγώ, να περάσουμε σε ένα άλλο επίπεδο, όπου τα προσωπικά αισθητικά ενδιαφέροντα του καθενός δεν παίζουν πλέον ρόλο, αλλά όπου προσπαθούμε από κοινού να βρούμε καθαρές και αδιαμφισβήτητες μορφές παρουσίασης για ένα δύσκολο περιεχόμενο.

Επιστρέφοντας στην πνευματική διάρρηξη για την οποία μιλήσατε, που βίωσε ο Jacob Boehme – πώς μπορεί κανείς να το φανταστεί αυτό;

Από φαινομενολογική σκοπιά, υπάρχουν πολλές μορφές εκείνης της εμπειρίας που ονομάζεται «φώτιση», από μικρές έως μεγάλες. Πρόκειται για μια διαδικασία ωρίμανσης — ή, όπως στον Boehme ή στον Ramana Maharshi, για μια διάρρηξη — προς ορισμένες ικανότητες αντίληψης, αίσθησης και γνώσης, οι οποίες φαίνεται να είναι εγγεγραμμένες στον άνθρωπο.

Ένας άνθρωπος μπορεί να συμπεριφερθεί με τέτοιον τρόπο ώστε να αγγιχθεί εσωτερικά από την πνευματική, αόρατη πλευρά της πραγματικότητας· να «βρεθεί», να του «ανοιχθεί» κάτι. Και με αυτό δεν εννοώ τίποτε αποκρυφιστικό ή μέντιουμ. Ο Boehme ήταν προφανώς εξαιρετικά προικισμένος από αυτή την άποψη — και ήταν, όπως λέγεται, «σταθερός στον χαρακτήρα»: δεν τρελάθηκε ούτε έγινε αλλόκοτος κάτω από τη μεγάλη δύναμη που τον διαπερνούσε.

Συνέχισε να ασκεί το επάγγελμά του, πέρασε από την υποδηματοποιία στο εμπόριο νημάτων, ήταν παντρεμένος και πατέρας τεσσάρων γιων. Οι γνώσεις του, τις οποίες κατέγραψε με τεράστια γλωσσική δύναμη σε ένα συνολικό έργο τεσσάρων χιλιάδων σελίδων, του αποκαλύφθηκαν — όπως προσπαθεί επανειλημμένα να διευκρινίσει — από τον πνευματικό κόσμο, όχι σε μεντιακή έκσταση ή ψυχεδελική διέγερση, αλλά σε κατάσταση εγρήγορσης και ενισχυμένης συνείδησης. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σπάνια θέση· και αυτό ακριβώς καθιστά τα γραπτά του τόσο πολύτιμα.

Πώς ήρθατε σε επαφή με αυτόν;

Τα κείμενα του Jacob Boehme έπεσαν στα χέρια μου στα τέλη της δεκαετίας του ’60 στο Λονδίνο — όπως και η Bhagavadgita, το Θιβετανικό Βιβλίο των Νεκρών, οι διδασκαλίες του Buddha, σουφικά κείμενα και οι γερμανοί μυστικοί. Εκείνη την εποχή υπήρχε αυτό το θαυμάσιο θερμό ρεύμα που διέτρεχε το underground· ένα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο της εποχής, ήταν πραγματικά και αληθινά η ανάδυση ενός «άλλου τρόπου συνείδησης» — δεν μπορώ να το πω αλλιώς, το έζησα στο ίδιο μου το σώμα — μέσα στο μηδενιστικό και τραυματισμένο από τους παγκόσμιους πολέμους δυτικοευρωπαϊκό τοπίο.

Για εμάς — ήμασταν νέοι — συνέπαιζαν τότε πάρα πολλά: ολόκληρο το διεγερμένο κλίμα της εποχής, δηλαδή Sex & Drugs & Rock’n Roll· και έπειτα ο Ψυχρός Πόλεμος, η κρίση της Κούβας, ο πόλεμος στο Βιετνάμ, η κινεζική πολιτιστική επανάσταση, η πρώτη προσελήνωση, οι φυλετικές συγκρούσεις, οι διεθνείς φοιτητικές εξεγέρσεις, η τεχνολογική επανάσταση, η κυβερνητική, οι υπολογιστές, η γέννηση της Silicon Valley σε γκαράζ της Καλιφόρνιας. Ήταν ένας σεισμός συνείδησης — και ξαφνικά υπαρξιακά ερωτήματα βρέθηκαν στο τραπέζι.

Σήμερα μου φαίνεται σαν τότε να μεγάλωνα μέσα σε μια ουσιαστικά ουτοπική συνείδηση· τόσο ανοιχτή, τόσο πέρα από εθνικότητα, ταξική ένταξη ή πολιτικές ιδεολογίες ήταν όσα βίωνα και σκεφτόμουν. Έτσι, το 1968 καθόμουν στο Λονδίνο και διάβαζα Jacob Boehme και ήμουν καθηλωμένος: τι πνεύμα ήταν αυτό; Και για τι μιλούσε; «Σε κάθε άνθρωπο βρίσκεται η εικόνα του ουρανού»;

Το 1993, ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, δημοσίευσα δύο μεγάλες ραδιοφωνικές παραγωγές για τον Boehme και έγραψα το αρχικό σκεπτικό για μια ταινία για τον Jacob Boehme. Άλλα δεκαεπτά χρόνια αργότερα ξεκινήσαμε τη δουλειά… απλώς δεν με άφηνε ήσυχο, αυτός ο θαυμαστός άνθρωπος.

Όποιος παρακολουθεί το έργο σας, διακρίνει ένα επαναλαμβανόμενο βασικό θέμα: το ερώτημα για την εικόνα του ανθρώπου. Ποιοι είμαστε τελικά; Το μεγάλο ερώτημα για το μυστήριο της ύπαρξης;

Κατά τη γνώμη μου, πέρα από πολλά άλλα που μας κρατούν σε διαρκή ένταση, βρισκόμαστε σε μια πνευματική κρίση που αφορά την εικόνα του ανθρώπου, δηλαδή την αυτοκατανόησή μας. Από τη μία πλευρά έχουμε τα πορίσματα των φυσικών επιστημών, της γενετικής και της εξελικτικής βιολογίας: είμαστε εξελικτικά εξαιρετικά εκλεπτυσμένοι πρωτεύοντες, όντα που σκέφτονται και μιλούν, καθαρά σαρκικές υπάρξεις με χαρακτηριστικά θηλαστικού και με ένα εσωτερικό κόσμο που παραμένει αδιευκρίνιστος, κατ’ αρχήν διαμορφώσιμοι, χειραγωγήσιμοι, ίσως ακόμη και «βελτιώσιμοι».

Πρόκειται, δηλαδή, για μια επιστημονική, αναλυτική ματιά στον άνθρωπο, περιορισμένη σε ό,τι είναι μετρήσιμο επάνω του.

Από την άλλη πλευρά, έχουμε το βλέμμα των πνευματικών παραδόσεων των παγκόσμιων πολιτισμών, το οποίο βλέπει τον άνθρωπο ως πνευματικό, αυτοσυνείδητο ον θεϊκής καταγωγής, ενσαρκωμένο με ανεξήγητο τρόπο σε ένα θηλαστικό: ένα ον με διπλή φύση, ένας παράξενος, συναρπαστικός και ταυτόχρονα τρομακτικός «φορέας μυστηρίου». Προσωπικά κλίνω περισσότερο προς αυτή τη δεύτερη οπτική· πολλά από τα έργα μου αναφέρονται σε αυτή τη «διπλή φύση» μέσα μας, στη liaison dangereuse, όπως ονομάζω την conditio humana μας: την ανοίκεια σύμμειξη του φωτός της συνείδησης με τα μυστήρια της σάρκας, την αινιγματική εμφάνιση της συνείδησης του εγώ-εαυτού και των μορφών και εντάσεών της.

Η φυσική επιστήμη δεν γνωρίζει ούτε τι είναι αυτό ούτε πώς προκύπτει — και αυτό «ενοχλεί» λίγο, διότι νευρολογικά μπορεί κανείς να εξηγήσει σχεδόν πλήρως τον άνθρωπο, εκτός ακριβώς από τον παράγοντα Χ, τη συνείδηση. Προς το παρόν η επιστήμη τη θεωρεί ένα επιφαινόμενο, κάτι που παράγεται με κάποιον τρόπο από τη νευρική δραστηριότητα. Ένας μεταφυσικός κόσμος εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να αρνείται, και μια συναίνεση φαίνεται να απέχει πολύ.

Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να το διατυπώσει έτσι. Σκεφτείτε το credo του Albert Einstein, το οποίο ηχογράφησε ακόμη στη Γερμανία το 1932: «Το ωραιότερο και βαθύτερο που μπορεί να βιώσει ο άνθρωπος είναι το αίσθημα του μυστηριώδους». Πιστεύω ότι αυτό το μέτωπο έχει στο μεταξύ γίνει σχετικά διαπερατό. Όμως, de facto, για τη μαθηματική φυσική επιστήμη δεν υπάρχει εσωτερικός ουρανός, καμία αιώνια ψυχή ή ακόμη και θεϊκό ον. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε κάποτε — πιθανότατα με εντελώς διαφορετική ορολογία — να καταστεί αντικείμενο γνώσης. Προς το παρόν, από επιστημονική άποψη, βρισκόμαστε στη «σούπα» του κβαντικού σύμπαντος.

Ζούμε σε έναν πολιτισμό που μας επιβαρύνει νευρικά σε τεράστιο βαθμό, και μάλιστα από πολύ νεαρή ηλικία.


Ναι… η πολιτισμένη ζωή έχει γίνει εξαντλητική. Είμαστε εκτεθειμένοι σε μια μόνιμη ροή ερεθισμάτων και σημείων, διαμορφωμένη από ένα ανήσυχο, νευρικό πνεύμα της εποχής που μας τραβά διαρκώς στο έσχατο εξωτερικό γίγνεσθαι — έτσι ώστε, απέναντι στο αόρατο, να έχουμε γίνει σχετικά αναίσθητοι μέσα στην πανίσχυρη και καταστροφική επικράτηση του παρόντος πάνω σε κάθε τι ορατό. Και το αόρατο είναι ακριβώς και ο εσωτερικός μας κόσμος.

Νευρασθένεια, νευρική εξασθένηση το ονόμαζαν αυτό τον 19ο αιώνα· στη Δύση έχει αυξηθεί εκθετικά και σήμερα εμφανίζεται ως κατάθλιψη ή burnout. Τι αισθανόμαστε εμείς οι σημερινοί πραγματικά από τη ζωή της ψυχής μας — εμείς που έχουμε βυθιστεί τόσο βαθιά στην ύλη;

Έχουμε χάσει ουσιώδη γνώση;

Στο παρόν του πολιτισμού μας: ναι. Στο πλαίσιο του Διαφωτισμού και της ολοένα βαθύτερης βύθισης στην ύλη. Από πνευματική και πνευματιστική άποψη είμαστε σαν δόκιμοι: δεν μας είναι αρχικά τόσο κοντινό να αφιερωθούμε με συνέπεια στην εξερεύνηση των ίδιων μας των εσωτερικών κόσμων. Όπως λέει ο φιλόσοφος Jochen Kirchhoff: «Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει χρόνο να ασχοληθεί με τα ουσιώδη ερωτήματα».

Από την άλλη πλευρά, ο σύγχρονος κόσμος είναι — πιστεύω για κάθε άνθρωπο — και μια τεράστια πρόκληση. Πώς πρέπει να ζήσουμε ώστε να μη — με κάποιον κρυφό ή ανοίκειο τρόπο — τρελαθούμε; Αλλά, όπως λέει ο Hölderlin: «Όπου όμως υπάρχει κίνδυνος, εκεί αυξάνεται και το σωτήριο». Ο καθένας είναι ελεύθερος να αποφασίσει πώς θα ζήσει και πώς θα σχετίζεται με τον εαυτό του και τους άλλους — ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες: «Στο Auschwitz ο καθένας μπορούσε να είναι καλός ή κακός», είπε ένας μάρτυρας κατά τη διάρκεια της Δίκης της Φρανκφούρτης.

Παρότι, ενδιαφέροντως, το σημερινό δυτικό κίνημα της γιόγκα φαίνεται να αντιτίθεται στη λεηλασία του ίδιου του πνεύματος και του σώματος — ή, για να το πούμε με τα λόγια του γερμανού φιλοσόφου Byung-Chul Han: «Το νεοφιλελεύθερο καθεστώς μετέτρεψε την εκμετάλλευση του άλλου σε αυτοεκμετάλλευση».

Ναι, οι άνθρωποι στη Δύση αρχίζουν να διαλογίζονται — και αυτό είναι καλό· είναι ο «νέος κατηγορικός προστακτικός», ο δρόμος προς τα μέσα, όπως λέει ο Novalis. Αλλά πώς βρίσκει ο διαφωτισμένος δυτικός άνθρωπος τον δρόμο προς τον εσωτερικό κόσμο; Τότε, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, όταν άρχισα να σκέφτομαι αν θα είχε νόημα να διαλογίζομαι, ήμουν απλώς αμήχανος. Ποιοι δρόμοι υπήρχαν; Yoga; Tantra; Vipassana; Ή τι άλλο;

Αναρωτιόμουν: υπάρχουν δυτικές μορφές εσωτερικής κατάδυσης, διαλογισμού — ή είμαστε πλήρως εξαρτημένοι από ασιατικές πνευματικές οδούς; Είχα την ξεκάθαρη αίσθηση ότι εμείς, οι άνθρωποι της δυτικής κοινωνίας, δεν μπορούμε απλώς να τα «υιοθετήσουμε» αυτά. Πρόκειται πλέον και για την ανάπτυξη και ανακάλυψη μορφών εσωτερικής συλλογής που αντιστοιχούν στον δυτικό άνθρωπο, στις παραδόσεις μας, και μάλιστα λαμβάνοντας υπόψη τη σημερινή μας άγνοια σε ουσιώδη ζητήματα, την «ακατέργαστη» κατάστασή μας.

Μπορείτε να το κάνετε αυτό πιο συγκεκριμένο με παραδείγματα;


Οδηγίες για διαλογισμό, για εσωτερική κατάδυση, ανήκουν, για παράδειγμα, σε πολλούς πολιτισμικούς κύκλους της Ασίας στη στοιχειώδη παιδαγωγική· διδάσκονται ήδη στα παιδιά και μαθαίνονται ως κάτι απολύτως αυτονόητο, όχι μόνο ως σύνδεση με τον εαυτό και επιστροφή στον εαυτό, αλλά και ως προετοιμασία για το άνοιγμα προς το μεγάλο Μυστήριο, το Θείο. Πρόκειται για την προϋπόθεση ενός βιωματικού γνώσης, η οποία σε αυτή τη μορφή δεν υπάρχει σε εμάς, τουλάχιστον όχι στη νεωτερικότητα.

Όσον αφορά τους δικούς μας, σε εμάς αντιστοιχούντες πνευματικούς δρόμους, βρισκόμαστε μέσα στην πληθώρα των προσφορών σε κατάσταση ανασφάλειας — υπάρχει πλέον ένας «θρησκευτικός mercado». Όμως όποιος αρχίσει να αναζητά σοβαρά, διαπιστώνει σύντομα ότι όχι μόνο η «μητέρα Ασία», αλλά και η Δύση φέρει ένα εξαιρετικά ισχυρό πνευματικό κληροδότημα, το οποίο όμως παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτο και καλλιεργείται συστηματικά μόνο από μεμονωμένους ανθρώπους.

Στον Meister Eckhart και στον Johannes Tauler, στον Jacob Boehme, στη Mechtild von Magdeburg και στη Hildegard von Bingen — και σε πολλούς ακόμη μεγάλους πνευματικούς στοχαστές — βρίσκει κανείς πολλές υποδείξεις για πολύ απλούς και κατανοητούς δρόμους και μορφές πνευματικής κατάδυσης. Δηλαδή, οι οδηγίες υπάρχουν· μπορεί κανείς να κάνει χρήση τους.

Τι είναι η συνείδηση από μεταφυσική σκοπιά; Πλησιάζουν σταδιακά η Δύση και η Ανατολή σε έναν κοινό τόπο;

Αν ρωτήσει κανείς την παράδοση, τόσο στην Ασία όσο και στην Ευρώπη, η συμφωνία υπήρχε ανέκαθεν. Αυτό που ονομάζουμε συνείδηση είναι — πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τους όρους — μια ένδειξη της ύπαρξης μιας υπερκείμενης, επιστημονικά ακόμη ανεξήγητης οντότητας μέσα στον άνθρωπο. Ο Meister Eckhart την ονόμασε Fünklein, ο Jacob Boehme την αποκάλεσε Perle, οι Ινδοί την ονόμασαν Atman: μια αντανάκλαση του Θείου — εκείνη την οντότητα που τη βιώνουμε ως συνείδηση/συνείδηση του καλού και του κακού.[Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ]

Θεωρώ αυτό το παράξενο φως, αυτήν τη αυτοαναστοχαστική συνείδηση του εγώ, αυτό το αίνιγμα για τις φυσικές επιστήμες, ως το κατεξοχήν μυστήριο του ανθρώπου — ως εκείνο που μας καθιστά «ανθρώπους» και μας διακρίνει δραματικά από τα άλλα έμβια όντα. Και αυτό δεν είναι κάτι νέο: αρκεί να διαβάσει κανείς τις Upanishads ή, για παράδειγμα, τον Jacob Boehme· πρόκειται για αρχαιότατη γνώση της ανθρωπότητας.

Πώς βλέπετε την έκρηξη της γιόγκα στη δυτική κοινωνία;

Η γιόγκα στη Δύση γίνεται αντιληπτή και ασκείται κυρίως ως Hatha-Yoga, και αυτός είναι ένας δρόμος σωματικής ενδυνάμωσης. Δεν έχει ακόμη πολλά να κάνει με τους εσωτερικούς κόσμους, αν και εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Πρόκειται για «επιχειρήσεις ευεξίας», που είναι σίγουρα χρήσιμες μέσα στο μόνιμο πολιτισμικό στρες. Μερικές φορές συνοδεύονται από το λεγόμενο «πνευματικό γνώρισμα».

Όμως πρέπει να είμαστε υπομονετικοί: βρισκόμαστε στην αρχή μιας μακράς αναζήτησης — και διαθέτουμε ένα απίστευτα βαθύ και όμορφο πνευματικό απόθεμα, το οποίο είναι διαθέσιμο σε εμάς ως θερμό ρεύμα. Και εδώ επιστρέφουμε ξανά στο ζήτημα της εικόνας του ανθρώπου. Σε ολόκληρη τη γερμανική μυστική παράδοση, ρητά στον Jacob Boehme, στον Tauler, στον Eckhart και σε πολλούς άλλους, ο άνθρωπος νοείται πάντοτε μέσα στη διπλή του φύση: ο «εξωτερικός» και ο «εσωτερικός» άνθρωπος.

«Και ο εσωτερικός άνθρωπος είναι η αιωνιότητα», λέει ο Jacob Boehme· και στα λευκώματα των φίλων του έγραφε: «Όποιος βιώνει τον χρόνο ως αιωνιότητα και την αιωνιότητα ως χρόνο, είναι ελεύθερος από κάθε έριδα». Θεωρώ ότι αυτά είναι λόγια που πρέπει να ειπωθούν ακριβώς τώρα, στη δική μας εποχή — ίσως για να μας θυμίσουν τον ίδιο μας τον εαυτό.

Ποιοι συγκεκριμένοι δρόμοι υπάρχουν για να συμφιλιωθεί κανείς με τον δικό του εσωτερικό κόσμο; Τι είναι το “σωτήριο”;

«Δεν υπάρχει καλύτερος δρόμος από τη φώτιση», έγραψε ο Zhuangzi απαντώντας σε αυτό το ερώτημα (γέλια). Εκείνο που μπορεί να ειπωθεί είναι το εξής: πραγματική γνώση της εσωτερικής μας πραγματικότητας μπορούμε να αποκτήσουμε μόνο μέσω της εμπειρίας, όχι θεωρητικά.

Αυτή η μάθηση πραγματοποιείται, όσο μπορώ να το κρίνω, σήμερα κυρίως μέσω μεμονωμένων ανθρώπων που ασκούν με σοβαρότητα αυτό που οι Σούφι ονομάζουν «εργασία πάνω στον εαυτό». Και ο διαλογισμός — δηλαδή η κατάδυση, η σιωπή, το άνοιγμα με προσοχή, εγρήγορση και ζωντάνια προς την αίσθηση του εσωτερικού κόσμου — αποτελεί ένα στοιχείο αυτής της εργασίας.

Και πρέπει κανείς να δημιουργήσει μόνος του τις προϋποθέσεις. Πρόκειται αρχικά και πρωτίστως για το να γίνει κανείς κύριος — ή κυρία — στο ίδιο του το σπίτι της ψυχής και να τιθασεύσει το χάος που συναντά, όταν στρέφεται προς τον εσωτερικό κόσμο. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να έρθει η σιωπή.

Τελικά δεν πρόκειται για το να αναζητούμε, αλλά για το να επιτρέπουμε να μας βρουν. «Πρέπει να είναι κανείς μόνος και ήσυχος: τότε είναι εκεί», είπε ο Krishnamurti. Και ποιον ρόλο παίζουν οι παραστάσεις που σχηματίζουμε για την εσωτερική, αόρατη πραγματικότητα — εκείνον τον κόσμο από τον οποίο διαμορφώνεται η «πραγματικότητά» μας;

Η μεγάλη γαλλίδα φιλόσοφος Simone Weil είπε σχετικά: «Ο αθεϊσμός της εποχής μας είναι ο αναγκαίος καθαρμός από ψευδείς εικόνες του Θεού». Και θα μπορούσε κανείς να προσθέσει: ο σύγχρονος βουδισμός είναι επίσης ένας αναγκαίος καθαρμός, μια προφανώς αναπόφευκτη, διακριτική παράκαμψη ενός τεράστιου προβλήματος: του προβλήματος του Θεού. Διότι πώς ακριβώς φανταζόμαστε το Θείο και τη σχέση μας μαζί του;

Για την «εργασία πάνω στον εαυτό» η Simone Weil είναι ένα καλό παράδειγμα. Ήταν μια ριζικά προσανατολισμένη στην αλήθεια αναζητήτρια, που δεν αναζητούσε την αλήθεια στο υλικό επίπεδο, ούτε στην κατανάλωση ούτε στον θρησκευτικό πιστεύω, και αντιμετώπιζε αυτή τη στάση με μεγάλη συνέπεια. Μία από τις ρήσεις της ήταν: «Όποιος έχει αναγνωρίσει μια φορά την αδικία και τον πόνο, οφείλει να αναλάβει την ευθύνη ώστε ο κόσμος να γίνει ένας καλύτερος τόπος». Τι είναι αυτό που σας γοητεύει σε εκείνη;

Τη Simone Weil τη σέβομαι βαθύτατα· είναι μια πνευματική γίγαντας, δεν μπορώ να το πω αλλιώς. Τα Cahiers της, τα δοκίμιά της και το τελευταίο, ανολοκλήρωτο κείμενό της Die Einwurzelung είναι μνημειώδη έργα, τα οποία δεν έχουν ακόμη πραγματικά εξαντληθεί — παρόμοια με τα γραπτά του Jacob Boehme. Υπήρξε πολιτικά ενεργή, εργάστηκε σε εργοστάσια και δίδαξε σε πανεπιστήμια, και στην αναζήτησή της μελέτησε και ανέλυσε ολόκληρη τη μεταφυσική παγκόσμια γραμματεία, αντλώντας από αυτήν πραγματικά ριζοσπαστικά συμπεράσματα. Για μένα είναι, όπως και ο Jacob Boehme, ένας πολύτιμος θησαυρός που απομένει ακόμη να ανασκαφεί, μια κατ’ ουσίαν μελλοντική μορφή. Εδώ και καιρό σκέφτομαι ένα θεατρικό αφιέρωμα στη Simone Weil.

Ποιες είναι οι προκλήσεις σε αυτή την προσπάθεια του «να επιτρέψει κανείς να βρεθεί»;

Ένα πρόβλημα για εμάς είναι αναμφίβολα το εξής: οι ουσιώδεις αλήθειες είναι πολύ απλές — «υπο-σύνθετες», όπως λέγεται σήμερα — ενώ εμείς, στις νοητικές μας δυνατότητες, έχουμε γίνει εξαιρετικά περίπλοκοι και τόσο δεξιοτεχνικοί, ώστε σχεδόν να περιφρονούμε το «απλό». Το «αν δεν γίνετε σαν τα παιδιά» — θα ευχόμουν να λαμβανόταν σοβαρά υπόψη σε αυτό το πλαίσιο.

Ωστόσο, στη νεωτερικότητα διαθέτουμε στην πραγματικότητα μια καλή αφετηρία, δηλαδή μια σχετική νηφαλιότητα στον τρόπο θέασης. Αυτό, ευτυχώς, στη δική μου βιογραφία ξεκίνησε ήδη από την ανατροφή μου: το πατρικό μου σπίτι ήταν ελεύθερο από θρησκεία, κοσμοθεωρίες και ιδεολογίες. Ως διαφωτισμένα, δηλαδή κατ’ αρχήν «αθεϊστικά» μέλη του δυτικού πολιτισμού, βρισκόμαστε ουσιαστικά σε μια πολύ ελεύθερη και αβάρυντη θέση. Δεν χρειάζεται να φοβόμαστε θεϊκές τιμωρίες, δεν χρειάζεται να διεξάγουμε πολέμους εναντίον «απίστων». Μπορούμε, όσον αφορά τον εσωτερικό μας κόσμο, απλώς να εξετάζουμε και να ερευνούμε — και ταυτόχρονα να ακολουθούμε τον Χρυσό Κανόνα: «Ό,τι δεν θέλεις να σου κάνουν…» (γέλια)… μακάρι.

Εσείς και ο αδελφός σας, ο σκηνοθέτης Frank-Patrick Steckel, ζήσατε μια προστατευμένη παιδική ηλικία στη μεταπολεμική Δυτική Γερμανία. Ο πατέρας σας, Walter Steckel, μετέφερε την οικογένειά σας το 1943/44 από το Βερολίνο, μακριά από τους βομβαρδισμούς, στο νησί Sylt, όπου γεννηθήκατε το 1945.

Ο πατέρας μου ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος, με τον οποίο είχα μια πολύ θετική σχέση, παρότι οι γονείς μου είχαν χωρίσει και ο αδελφός μου κι εγώ μεγαλώσαμε με τη μητέρα μας. Ήταν αντιμιλιταριστής, πολιτικά πολύ ευφυής — όχι ναζί — και ένας ιδιοφυής εκδότης-επιχειρηματίας. Σε συνεργασία με τους Axel Springer, Rudolf Augstein και John Jahr συνέβαλε στη διαμόρφωση του τοπίου των δυτικογερμανικών περιοδικών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.


Η μεγαλοαστική κοσμοπολίτικη ανοιχτότητά του και η στοργική σαφήνεια και σταθερότητα της μητέρας μου, που προερχόταν από την εργατική τάξη — όλα αυτά συνέθεσαν, στη μεταπολεμική Δυτική Γερμανία, μια καλή παιδική ηλικία. Και το Sylt, το νησί των πρώτων μου χρόνων, ήταν εκείνη την εποχή ένας παράδεισος.

Πού βρισκόμαστε σήμερα — από πνευματική άποψη;

Το βλέπω ως εξής: εμείς οι άνθρωποι της Δύσης, στην αρχή της τρίτης χιλιετίας, ενώ σε ορισμένα μέρη του κόσμου αρχίζει να φλέγεται ένας τρομακτικός θρησκευτικός και ιδεολογικός παραλογισμός, βρισκόμαστε ταυτόχρονα στην αρχή μιας προσεκτικής, ήπιας πνευματικής — ή, όπως λέγεται σήμερα, «σπιριτουαλιστικής» — αναζήτησης. Από όσο μπορώ να διακρίνω, αυτή διεξάγεται ουσιαστικά μόνο από μεμονωμένα άτομα, από ανθρώπους που παίρνουν «στα σοβαρά» τα υπαρξιακά τους ερωτήματα.

Δεν υπάρχει γι’ αυτό δημόσια σφαίρα — και ίσως αυτό να είναι και καλό. Πιστεύω όμως ότι στην εποχή μας πολλοί άνθρωποι βρίσκονται «καθ’ οδόν προς τα άνω», όπως περιγράφεται η αναζήτηση στο Zen.

«Όσον αφορά την πνευματική πραγματικότητα, είμαστε αδαείς, αλλά μαθαίνουμε.»

Ο Jacob Boehme θεωρείται «δύσκολος»· δεν είναι εύκολο να τον διαβάσει κανείς. Δεν έγραψε συστηματικά, το έργο του είναι πολύ ιδιότυπο. Ο αναγνώστης του Boehme χρειάζεται υπομονή. Προσπάθησα, για τις ανάγκες της ταινίας, να απομονώσω από τα γραπτά του μόνο κείμενα που είναι κατανοητά και για τον σύγχρονο άνθρωπο — και υπάρχουν πολλά τέτοια.

Υπάρχει και μια παρατήρηση του Hermann Hesse για τη δυσκολία ανάγνωσης του Jacob Boehme:
«Ο Jakob Böhme δεν είναι απλώς δύσκολος στην ανάγνωση, όπως είναι, λόγου χάρη, ο Kant σε πολλά κεφάλαια. Δεν διαβάζεται καθόλου, αν λείπει η κατάλληλη στάση. Το πιο δύσκολο είναι να εισχωρήσει σε αυτόν ο καλλιεργημένος, πολυδιαβασμένος αναγνώστης. Η ανάγνωσή του απαιτεί — θα μπορούσε κανείς να πει — ακριβώς τις ίδιες προϋποθέσεις με το ίδιο το μυστικό βίωμα: απαιτεί ένα προσωρινό “άδειασμα”, μια απολύτως ελεύθερη προσοχή και σιωπή της ψυχής. Τις ώρες που αυτό μας λείπει, ο Boehme δεν μας μιλά, είναι για εμάς νεκρός και άδειος, γιατί στην περιέργεια και στο απλό διανοητικό παιχνίδι δεν προσφέρει τίποτε. Όμως τις ώρες που είμαστε ώριμοι γι’ αυτόν, βλέπουμε στην μυστική του εικόνα του κόσμου τα άστρα να κινούνται και να τάσσονται, και εντασσόμαστε ζωντανά μέσα στον κοσμο του».

Γι’ αυτό πλήρωσε ένα πολύ υψηλό τίμημα· χαρακτηρίστηκε αιρετικός.


Η ριζική του σαφήνεια: δεν διεκδικεί μόνο την ελευθερία της γνώσης και της βούλησης του κάθε ανθρώπου, ελεύθερα και ανεξάρτητα από την «εκκλησία των τειχών», όπως αποκαλεί την κατεστημένη θρησκεία· μιλά επίσης με απόλυτη ανοιχτότητα για τη δυνατότητα κάθε ανθρώπου να συναντήσει μέσα του το Θείο. Υπάρχει γι’ αυτό ένας θαυμάσιος λατινικός τεχνικός όρος: Cognitio Dei Experimentalis — δηλαδή η εσωτερική εμπειρία μιας άμεσης επαφής με το Θείο.

Αυτό τον κατέστησε επικίνδυνο άνθρωπο για τη λουθηρανική εκκλησιαστική εξουσία της πόλης του, του Görlitz. Ναι, πλήρωσε πολύ ακριβά το έργο του: μέχρι τον πρόωρο θάνατό του τον καταδίωκαν ως αιρετικό και του έκαναν τη ζωή εξαιρετικά δύσκολη, ενώ ταυτόχρονα τα γραπτά του και η φήμη του ως Philosophus Teutonicus διαδίδονταν ήδη εν ζωή σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη. Τον διάβαζαν σε μεταφράσεις στην Ολλανδία, στη Γαλλία, στην Αγγλία, στη Ρωσία, μέχρι και στις βρετανικές αποικίες του Νέου Κόσμου.

Πόσο δύσκολο ήταν να εξασφαλίσετε χρηματοδότηση για την ταινία;

Το προσπαθήσαμε, αλλά στη Γερμανία σήμερα δεν υπάρχει καμία χρηματοδότηση για τα λεγόμενα «απομακρυσμένα θέματα». Αυτό που θα χρειαζόταν εδώ είναι στην πραγματικότητα η ιδιωτική χορηγία. Έτσι, τη Morgenröte την παράξαμε με δικά μας ιδιωτικά μέσα, από δική μας πρωτοβουλία — μια κινηματογραφική αντάρτικη δράση — απλώς επειδή είχαμε την αίσθηση: μια τέτοια ταινία πρέπει να υπάρχει!

Και τώρα αποδεικνύεται ότι υπάρχει κοινό γι’ αυτήν: πάνω από 70 κινηματογραφικές προβολές μέχρι στιγμής. Η ταινία βραβεύεται και ήδη κυκλοφορεί η δεύτερη έκδοση DVD της Morgenröte στη φημισμένη κινηματογραφική σειρά της Suhrkamp. Τι χαρά…

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας και τα τρέχοντα έργα σας για το 2017;

Το Hommage à Jacob Boehme, που εδώ και ενάμιση χρόνο ταξιδεύει στις κινηματογραφικές αίθουσες, θα αποτελέσει στα τέλη Αυγούστου στοιχείο της πρώτης μεγάλης έκθεσης για τον Jacob Boehme στη Γερμανία, η οποία διοργανώνεται από τις Staatliche Kunstsammlungen Dresden και εγκαινιάζεται στις 25 Αυγούστου 2017 στο παρεκκλήσι του Κάστρου της Δρέσδης (Residenzschloss): Alles in Allem – die Gedankenwelt des mystischen Philosophen Jacob Boehme.

Και δεν θα προβληθεί μόνο η ταινία: όλες οι ηχογραφήσεις των κειμένων του Boehme, που κάναμε ο Max Hopp κι εγώ για την ταινία — πολλές από τις οποίες δεν χρησιμοποιήσαμε — θα είναι διαθέσιμες σε μια «ηχητική νησίδα» της έκθεσης· αυτό απαιτεί ακόμη πολλή προετοιμασία. Επίσης, τον Αύγουστο θα συμμετάσχω ως εισηγητής για τον Boehme στη φετινή συνάντηση Eranos, με τίτλο «Außenseiter – Sinnsucher – Visionäre», στην Ascona, στο ελβετικό Τιτσίνο

ΜΙΑ ΙΝΔΟΥΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΜΕ ΤΟΝ ΣΟΠΕΝΑΟΥΕΡ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ BRICKS.ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΩΝ ΣΕΙΣΜΩΝ Η ΕΛΛΑΔΑ ΒΥΘΙΣΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΞΥΠΝΗΣΕ ΠΑΣΟΚ.  ΑΥΤΟ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ. ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΣΑΝ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ.