Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Enrico Berti - Substance και Essence· ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Θωμά Ακινάτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Enrico Berti - Substance και Essence· ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Θωμά Ακινάτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Substance και Essence, ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Θωμά Ακινάτη γ

  Συνέχεια από:Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Substance και Essence, ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Θωμά Ακινάτη γ
Enrico Berti

(Πανεπιστήμιο της Πάδοβας)

Enrico Berti. "SUBSTANCE ET ESSENCE, ENTRE ARISTOTE ET THOMAS D’AQUIN".
Chôra. Revue d'études anciennes et médiévales 18-19:351-368.




.......Στην «τέταρτη οδό», ο Άγιος Θωμάς εφαρμόζει τον νόμο της αιτιότητας του μέγιστου στη σχέση μεταξύ του Θεού και των κτισμάτων, όπως στο De ente et essentia τον είχε εφαρμόσει στη σχέση μεταξύ ουσίας και συμβεβηκότων. Τώρα, εφόσον για τον Αριστοτέλη η σχέση μεταξύ ουσίας και συμβεβηκότων είναι μια μορφή ομωνυμίας —της ομωνυμίας προς εν (pros hen)—, η ερμηνεία του Αγίου Θωμά προϋποθέτει τη μετατροπή της αριστοτελικής έννοιας της αναλογίας, η οποία για τον Αριστοτέλη ήταν μια απλή αναλογία αναλογιών (proportio), σε ομωνυμία προς εν, και την κατανόηση αυτής της τελευταίας ως ομωνυμίας που παράγεται «από ένα» (aph’henos), δηλαδή ως μορφή παραγώγου σχέσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον νεοπλατωνισμό.¹³....

13. Βλ. σχετικά J.-F. Courtine, Inventio analogiae. Métaphysique et ontothéologie, Παρίσι, Vrin, 2005

4 Κείμενα συναφή με τη Μεταφ. II (Ἄλφα ἐλάττων) 1

Στον Αριστοτέλη υπάρχουν και άλλα χωρία που, κατά τη γνώμη μου, επιβεβαιώνουν την ερμηνεία που πρότεινα για το Metaph. II. Για παράδειγμα :

Ἀναλυτικὰ Ὕστερα I 2, 72 a 29-32

Αἰεὶ γὰρ δι’ ὅ ὑπάρχει ἕκαστον, ἐκείνῳ μᾶλλον ὑπάρχει, οἷον δι’ ὃ φιλοῦμεν, ἐκεῖνο φίλον μᾶλλον. ὥστ’ εἴπερ ἴσμεν διὰ τὰ πρῶτα καὶ πιστεύομεν, κἀκεῖνα ἴσμεν τε καὶ πιστεύομεν μᾶλλον, ὅτι δ’ ἐκεῖνα καὶ τὰ ὕστερα.

«Πάντοτε, πράγματι, εκείνο εξαιτίας του οποίου ανήκει κάτι σε ένα υποκείμενο, ανήκει περισσότερο σ’ αυτό· για παράδειγμα, εκείνο εξαιτίας του οποίου αγαπούμε, είναι πιο αγαπητό από το αντικείμενο που αγαπιέται. Έτσι, αν γνωρίζουμε κάτι και είμαστε πεπεισμένοι γι’ αυτό χάρη στις πρώτες αρχές, γνωρίζουμε ακόμη περισσότερο και πιστεύουμε περισσότερο σε αυτές, επειδή χάρη σ’ αυτές γνωρίζουμε και πιστεύουμε και τα επόμενα πράγματα.»
(μτφρ. Pellegrin) (Aristote, Secondes Analytiques. Organon IV, trad. P. Pellegrin, Paris, GF, 2005.)

Το χωρίο αυτό δείχνει, πριν απ’ όλα, ότι η σχέση μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος δημιουργεί μια σχέση ανωτερότητας, η οποία δίνει στην αιτία το δικαίωμα —θα μπορούσε να πει κανείς— να χαρακτηριστεί ως εκείνη που έχει μια ιδιότητα «περισσότερο» (μᾶλλον) από το αποτέλεσμα. Εάν αυτή η σχέση εφαρμοστεί στην πρώτη αιτία μιας ιδιότητας, τότε η αιτία αυτή έχει το δικαίωμα να θεωρείται το μέγιστο ανάμεσα σε όσα κατέχουν την ιδιότητα αυτή.

Πρόκειται, λοιπόν, για επιβεβαίωση του νόμου της αιτιότητας του μέγιστου, κατανοημένου με τον τρόπο που τον εννοεί ο Αριστοτέλης στο χωρίο του Metaph. II —δηλαδή ότι η αιτία είναι το μέγιστο, και όχι ότι το μέγιστο είναι η αιτία.

Επιπλέον, η εφαρμογή αυτού του νόμου στις αρχές της γνώσης, που περιέχεται στο προηγούμενο χωρίο, δείχνει ότι στο πεδίο της γνώσης το «περισσότερο» (μᾶλλον) και το «καλύτερο» (μᾶλλον) δηλώνουν μια σχέση προτεραιότητας και υστερότητας, και όχι μια διαφορά βαθμού. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στο χωρίο του Metaph. II.

Ένα άλλο κείμενο που μας βοηθά να κατανοήσουμε για τι πράγμα μιλά ο Αριστοτέλης στο Metaph. II είναι το ακόλουθο:

Metaph. IX 10, 1052 a 4-11

φανερὸν δὲ καὶ ὅτι περὶ τῶν ἀκινήτων [5] οὐκ ἔστιν ἀπάτη κατὰ τὸ ποτέ, εἴ τις ὑπολαμβάνει ἀκίνητα. οἷον τὸ τρίγωνον εἰ μὴ μεταβάλλειν οἴεται, οὐκ οἰήσεται ποτὲ μὲν δύο ὀρθὰς ἔχειν ποτὲ δὲ οὔ (μεταβάλλοι γὰρ ἄν), ἀλλὰ τὶ μὲν τὶ δ᾽ οὔ, οἷον ἄρτι ὄν ἀριθμὸν πρῶτον εἶναι μηθένα, ἢ τινὰς μὲν τινὰς δ᾽ οὔ· ἀριθμῷ δὲ περὶ ἕνα οὐδὲ [10] τοῦτο· οὐ γὰρ ἔτι τινὰ μὲν τινὰ δὲ οὔ οἰήσεται, ἀλλ᾽ ἀληθεύσει ἢ ψεύσεται ὡς ἀεὶ οὕτως ἔχοντος.

«Είναι επίσης φανερό ότι δεν υπάρχει πλάνη ως προς το πότε σχετικά με τα ακίνητα όντα, εάν κανείς υπολαμβάνει ότι είναι ακίνητα. Για παράδειγμα, εάν πιστεύει ότι το τρίγωνο δεν μεταβάλλεται, δεν θα πιστεύει ότι κάποτε τα άθροισμα των γωνιών του ισούται με δύο ορθές και κάποτε όχι — γιατί τότε θα υπήρχε μεταβολή· αλλά θα πιστεύει ότι κάτι είναι έτσι και κάτι άλλο όχι, όπως, για παράδειγμα, ότι κανένας άρτιος αριθμός δεν είναι πρώτος, ή ότι μερικοί είναι και μερικοί όχι· ωστόσο, ακόμη και γι’ έναν μόνο αριθμό, ούτε αυτό ισχύει· διότι δεν θα πιστεύει πια ότι ο ένας είναι έτσι και ο άλλος όχι, αλλά θα λέει το αληθές ή το ψευδές, επειδή αυτό είναι πάντοτε έτσι.»
(μτφρ. Duminil-Jaulin)


Το χωρίο αυτό δείχνει ότι τα όντα που δεν υπόκεινται στον χρόνο (ποτὲ μὲν … ποτὲ δὲ οὔ), είναι προτάσεις —ιδίως εκείνες της γεωμετρίας, όπως «το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου ισούται με δύο ορθές», ή της αριθμητικής, όπως «κανένας άρτιος αριθμός δεν είναι πρώτος».

Αν αυτές οι προτάσεις είναι αληθείς, είναι αληθείς πάντοτε· κατά συνέπεια, οι αρχές τους, δηλαδή οι αρχές της γεωμετρίας και της αριθμητικής, είναι εκείνες που ο Αριστοτέλης αποκαλεί «τα πιο αληθινά πράγματα».

Αυτό εξηγεί πολύ καλά γιατί, όπως λέει ο Αριστοτέλης στο Metaph. II, «οι αρχές των αιωνίων όντων είναι πάντοτε αναγκαστικά οι πιο αληθινές».

5 Thomas d’Aquin in Metaph. II 1


Ας δούμε τώρα το σχόλιο του Αγίου Θωμά στη Μεταφυσική του Αριστοτέλη, που αποτελεί ένα από τα τελευταία του έργα — μεταγενέστερο όχι μόνο του De ente et essentia, αλλά και της Summa theologiae — και επομένως αντιπροσωπεύει τον τελικό του λόγο πάνω στο θέμα.

Sententia Metaphysicae, lib. II, cap. 1, 2, nn. 4-9


Deinde adiungit quamdam universalem propositionem, quae talis est. Unumquodque inter alia maxime dicitur, ex quo causatur in aliis aliquid univoce praedicatum de eis; sicut ignis est causa caloris in elementatis. Unde, cum calor univoce dicatur et de igne et de elementatis corporibus, sequitur quod ignis sit calidissimus.

Facit autem mentionem de univocatione, quia quandoque contingit quod effectus non pervenit ad similitudinem causae secundum eamdem rationem speciei, propter excellentiam ipsius causae. Sicut sol est causa caloris in istis inferioribus: non tamen inferiora corpora possunt recipere impressionem solis aut aliorum caelestium corporum secundum eamdem rationem speciei, cum non communicent in materia. Et propter hoc non dicimus solem esse calidissimum sicut ignem, sed dicimus solem esse aliquid amplius quam calidissimum.

Nomen autem veritatis non est proprium alicui speciei, sed se habet communiter ad omnia entia. Unde, quia illud quod est causa veritatis, est causa communicans cum effectu in nomine et ratione communi, sequitur quod illud, quod est posterioribus causa ut sint vera, sit verissimum.

Ex quo ulterius concludit quod principia eorum, quae sunt semper, scilicet corporum caelestium, necesse est esse verissima. Et hoc duplici ratione. Primo quidem, quia non sunt quandoque vera et quandoque non, et per hoc transcendunt in veritate generabilia et corruptibilia, quae quandoque sunt et quandoque non sunt. Secundo, quia nihil est eis causa, sed ipsa sunt causa essendi aliis. Et per hoc transcendunt in veritate et entitate corpora caelestia: quae etsi sint incorruptibilia, tamen habent causam non solum quantum ad suum moveri, ut quidam opinati sunt, sed etiam quantum ad suum esse, ut hic philosophus expresse dicit.

Et hoc est necessarium: quia necesse est ut omnia composita et participantia, reducantur in ea, quae sunt per essentiam, sicut in causas. Omnia autem corporalia sunt entia in actu, inquantum participant aliquas formas. Unde necesse est substantiam separatam, quae est forma per suam essentiam, corporalis substantiae principium esse.

Si ergo huic deductioni adiungamus, quod philosophia prima considerat primas causas, sequitur ut prius habitum est, quod ipsa considerat ea, quae sunt maxime vera. Unde ipsa est maxime scientia veritatis.

"Έπειτα προσθέτει μια καθολική πρόταση, η οποία έχει το εξής περιεχόμενο: εκείνο που αποκαλείται «το πιο άριστο» ανάμεσα στα άλλα, είναι αυτό από το οποίο προκαλείται στα άλλα η απόδοση ενός κατηγορήματος κατά τρόπον μονοσήμαντο· όπως η φωτιά είναι η αιτία της θερμότητας στα στοιχειακά σώματα. Επομένως, αφού η θερμότητα λέγεται με μονοσήμαντο τρόπο τόσο για τη φωτιά όσο και για τα στοιχειακά σώματα, προκύπτει ότι η φωτιά είναι η πιο θερμή.

Αναφέρει, όμως, τη μονοσημία, διότι συμβαίνει μερικές φορές το αποτέλεσμα να μην μπορεί να φτάσει στην ομοιότητα με την αιτία σύμφωνα με τον ίδιο ειδικό λόγο, εξαιτίας της υπεροχής της ίδιας της αιτίας. Για παράδειγμα, ο ήλιος είναι αιτία της θερμότητας στα κατώτερα σώματα, αλλά αυτά δεν μπορούν να δεχθούν την ενέργεια του ήλιου ή άλλων ουράνιων σωμάτων κατά τον ίδιο ειδικό λόγο, αφού δεν έχουν κοινή ύλη μ’ αυτά. Και γι’ αυτό δεν λέμε ότι ο ήλιος είναι «ο πιο θερμός» όπως η φωτιά, αλλά ότι είναι κάτι ανώτερο από το πιο θερμό.

Τώρα, το όνομα της αλήθειας δεν ανήκει σε κάποιο συγκεκριμένο είδος, αλλά αναφέρεται καθολικά σε όλα τα όντα. Επομένως, επειδή εκείνο που είναι αιτία της αλήθειας είναι αιτία που επικοινωνεί με το αποτέλεσμα της τόσο στο όνομα όσο και στη γενική έννοια, προκύπτει ότι εκείνο που είναι αιτία ώστε τα κατώτερα να είναι αληθή, είναι το πιο αληθινό.

Από αυτό συμπεραίνει περαιτέρω ότι οι αρχές των όντων που υπάρχουν πάντοτε, δηλαδή των ουράνιων σωμάτων, πρέπει αναγκαστικά να είναι οι πιο αληθινές. Και τούτο για δύο λόγους: πρώτον, επειδή δεν είναι «αληθείς κάποτε και άλλοτε όχι», και έτσι υπερέχουν, ως προς την αλήθεια, των γεννητών και φθαρτών όντων, τα οποία υπάρχουν κάποτε και άλλοτε όχι· δεύτερον, επειδή τίποτε δεν είναι γι’ αυτά αιτία, αλλά αυτά είναι η αιτία της ύπαρξης των άλλων. Και έτσι υπερέχουν, ως προς την αλήθεια και το είναι, των ουράνιων σωμάτων· διότι, αν και αυτά είναι άφθαρτα, εντούτοις έχουν αιτία όχι μόνο ως προς την κίνησή τους —όπως πίστευαν κάποιοι— αλλά και ως προς την ύπαρξή τους, όπως δηλώνει ρητά εδώ ο Φιλόσοφος.

Και αυτό είναι αναγκαίο, διότι είναι φυσικό όλα όσα είναι σύνθετα και συμμετέχουν να αναγάγονται, ως προς την αιτία τους, σε εκείνα που υπάρχουν κατ’ ουσίαν. Όλα τα σωματικά όντα υπάρχουν εν ενεργεία, στο μέτρο που συμμετέχουν σε ορισμένες μορφές· επομένως, είναι αναγκαίο η χωριστή ουσία, που είναι μορφή διά της ουσίας της, να είναι η αρχή της σωματικής ουσίας.

Αν, λοιπόν, προσθέσουμε σε αυτό το συμπέρασμα ότι η πρώτη φιλοσοφία (η μεταφυσική) εξετάζει τις πρώτες αιτίες, προκύπτει —όπως ήδη έχει αποδειχθεί— ότι αυτή ασχολείται με τα πιο αληθινά όντα. Επομένως, αυτή είναι η κατεξοχήν επιστήμη της αλήθειας.
(μτφρ. Pronovost) (Thomas d’Aquin, Commentaire de saint Thomas d’Aquin du traite des metaphysiques d’Aristote, trad. Serge Pronovost, juin 2016, edition numerique http:// docteurangelique.free.fr)


Στο σχόλιο αυτό, ο Άγιος Θωμάς αποφεύγει ορισμένες από τις παρανοήσεις που χαρακτήριζαν τα προηγούμενα κείμενά του. Πρώτα απ’ όλα, κατανοεί σωστά ότι η αιτία είναι το μέγιστο, και όχι ότι το μέγιστο είναι η αιτία· έτσι, εξαλείφει οριστικά τον λανθασμένο τρόπο με τον οποίο είχε αντιληφθεί τον νόμο του μέγιστου, όπως τον είχε επισημάνει ο πατέρας de Couesnongle. Επιπλέον, προσέχει τον μονοσήμαντο χαρακτήρα της κατηγόρησης, δηλαδή το γεγονός ότι η ιδιότητα που αποδίδεται πρέπει να ανήκει πάντοτε στο ίδιο γένος· αντιλαμβάνεται, επομένως, ότι ο νόμος της αιτιότητας του μέγιστου ισχύει μόνο για πράγματα που εμπίπτουν στο ίδιο γένος. Αν πρόκειται, για παράδειγμα, για τη θερμότητα, όπως στο κείμενο του Αριστοτέλη, ο νόμος του μέγιστου ισχύει για τη φωτιά, αλλά όχι —για τους λόγους που εξηγεί ο ίδιος ο Θωμάς— για τον ήλιο.

Ωστόσο, αυτό δεν εμποδίζει τον Άγιο Θωμά να πέσει, θα λέγαμε, σε δύο νέες παρεξηγήσεις, ή, καλύτερα, σε δύο ερμηνείες που, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι ορθές από την άποψη του Αριστοτέλη.

Η πρώτη από αυτές τις ερμηνείες συνίσταται στο να θεωρεί ότι τα αιώνια όντα που αναφέρει ο Αριστοτέλης είναι τα ουράνια σώματα, και επομένως ότι οι αρχές τους είναι οι ακίνητοι κινητές αιτίες. Ο Άγιος Θωμάς θεωρεί αυτές τις τελευταίες, βάσει όσων λέει ο Αριστοτέλης για τις αρχές των αιωνίων όντων, ως αρχές όχι μόνο της κίνησης των ουράνιων σωμάτων, αλλά και της αλήθειας και του είναι τους. Επικαλούμενος τον νόμο της αιτιότητας του μέγιστου, ο Άγιος Θωμάς θεωρεί αυτές τις αρχές —δηλαδή τίς ακίνητες κινητές αιτίες— ως τα όντα που αντιπροσωπεύουν το μέγιστο του Είναι και που είναι αληθέστατα. Του φαίνεται πολύ φυσικό ότι τα ουράνια σώματα είναι «αληθή» και ότι οι ακίνητοι κινητές αιτίες είναι «τα πιο αληθινά», προφανώς επειδή θεωρεί την αλήθεια ως υπερβατική ιδιότητα, όπως και το Είναι και το Εν, και —σε αντίθεση με τον Αριστοτέλη— και το αγαθό.¹⁹

Επιπλέον, φαίνεται να αισθάνεται ιδιαίτερη ικανοποίηση που βρήκε ένα χωρίο του Αριστοτέλη, όπου αυτός μιλά για τον πρώτο ακίνητο κινητήρα —ο οποίος για τον Άγιο Θωμά ταυτίζεται με τον Θεό— ως αιτία όχι μόνο της κίνησης, αλλά και του Είναι, σε αντίθεση, όπως λέει ο ίδιος ο Θωμάς, με ό,τι πίστευαν «ορισμένοι» (οι Φραγκισκανοί;).

Η δεύτερη ερμηνεία του κειμένου του Αριστοτέλη που προτείνει ο Άγιος Θωμάς στο σχόλιό του συνίσταται στο να νοεί τη σχέση μεταξύ των ουράνιων σωμάτων και των ακίνητων κινητών αιτίων ως σχέση συμμετοχής (participatio), εφαρμόζοντας έτσι την κατεξοχήν πλατωνική θεωρία σύμφωνα με την οποία τα σωματικά ή αισθητά όντα είναι όντα ενεργεία, δηλαδή είναι αυτό που είναι (με όρους αριστοτελικούς) χάρη στη συμμετοχή τους σε αιτίες που υπάρχουν εκ φύσεως, δηλαδή στις Ιδέες ή Μορφές.

Από αυτή την εφαρμογή ο Άγιος Θωμάς καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η χωριστή ουσία, δηλαδή ο ακίνητος κινητής αιτία —που για εκείνον είναι ο Θεός— είναι η Μορφή κατ’ εξοχήν.

Έχουμε ήδη δει ότι η πλατωνική θεωρία της συμμετοχής, παρότι αναπτύχθηκε εκ νέου από τον νεοπλατωνισμό, δεν έγινε δεκτή από τον Αριστοτέλη, ο οποίος, αντίθετα, την επέκρινε. Σε αυτό μπορούμε να προσθέσουμε ότι ούτε η αντίληψη της χωριστής ουσίας, δηλαδή της άυλης, ως μορφής, υπήρξε ποτέ αποδεκτή από τον Αριστοτέλη. Γιατί τίνος θα μπορούσαν, πράγματι, να είναι μορφή οι ακίνητοι κινητές αιτίες; Των ουράνιων σωμάτων; Τότε θα ήταν οι ψυχές τους, και άρα δεν θα ήταν πλέον χωριστές, αντίθετα προς ό,τι λέει ο Αριστοτέλης.

Από πού προέρχονται, λοιπόν, αυτές οι ερμηνείες του Αγίου Θωμά; Πιστεύω ότι μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι προέρχονται από τον Αλέξανδρο τον Αφροδισιέα, τον οποίο ο Άγιος Θωμάς γνώριζε μέσω του σχολιασμού του Averroès, ο οποίος ακολουθεί πάντοτε τον Αλέξανδρο.

ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΣΥΓΧΥΣΗ ΚΑΙ Η ΕΞΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ ΤΟΥ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟΥ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΔΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΡΑΜΕΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΜΙΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΛΛΟΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΣΑΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΣΑΝ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Substance και Essence, ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Θωμά Ακινάτη β

  Συνέχεια απο : Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026 

Substance και Essence, ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Θωμά Ακινάτη β
Enrico Berti
(Πανεπιστήμιο της Πάδοβας)

Enrico Berti. "SUBSTANCE ET ESSENCE, ENTRE ARISTOTE ET THOMAS D’AQUIN".
Chôra. Revue d'études anciennes et médiévales 18-19:351-368.



2. Η «τέταρτη οδός»

Ανάμεσα στους ρόλους που παίζει η θεωρία των βαθμών μέσα στη σκέψη του Αγίου Θωμά, ένας από τους σημαντικότερους είναι εκείνος που οδηγεί στη διατύπωση της περίφημης «τέταρτης οδού» για να φτάσει κανείς να παραδεχθεί την ύπαρξη του Θεού. Την παραθέτω από τη Summa theologiae, έργο της ωριμότητας του Αγίου Θωμά:

Summa theologiae, I, q. 2, a. 3

Quarta via sumitur ex gradibus qui in rebus inveniuntur. Invenitur enim in rebus aliquid magis et minus bonum, et verum, et nobile, et sic de aliis huiusmodi. Sed magis et minus dicuntur de diversis secundum quod appropinquant diversimode ad aliquid quod maxime est, sicut magis calidum est, quod magis appropinquat maxime calido. Est igitur aliquid quod est verissimum, et optimum, et nobilissimum, et per consequens maxime ens, nam quae sunt maxime vera, sunt maxime entia, ut dicitur II Metaphys. Quod autem dicitur maxime tale in aliquo genere, est causa omnium quae sunt illius generis, sicut ignis, qui est maxime calidus, est causa omnium calidorum, ut in eodem libro dicitur. Ergo est aliquid quod omnibus entibus est causa esse, et bonitatis, et cuiuslibet perfectionis, et hoc dicimus Deum.

Η τέταρτη οδός προέρχεται από τους βαθμούς που βρίσκονται στα πράγματα. Πράγματι, παρατηρείται στα πράγματα το περισσότερο και το λιγότερο καλό, το περισσότερο και το λιγότερο αληθινό, το περισσότερο και το λιγότερο ευγενές κ.ο.κ. Τώρα, μια ποιότητα αποδίδεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό σε διάφορα πράγματα ανάλογα με το πόσο πλησιάζουν, με διαφορετικό τρόπο, εκείνο στο οποίο η ποιότητα αυτή πραγματοποιείται στον υπέρτατο βαθμό· για παράδειγμα, λέμε ότι κάτι είναι πιο ζεστό, όταν πλησιάζει περισσότερο εκείνο που είναι υπέρτατα θερμό. Υπάρχει, λοιπόν, κάτι που είναι κυριαρχικά αληθινό, κυριαρχικά αγαθό, κυριαρχικά ευγενές, και κατά συνέπεια και κυριαρχικά «όν», διότι, όπως δείχνει ο Αριστοτέλης στη Μεταφυσική, ο ανώτατος βαθμός του αληθινού συμπίπτει με τον ανώτατο βαθμό του Είναι. Επιπλέον, αυτό που βρίσκεται στην κορυφή της τελειότητας μέσα σ’ ένα δεδομένο γένος, είναι αιτία αυτής της ίδιας τελειότητας σε όλα όσα ανήκουν σ’ εκείνο το γένος· έτσι, η φωτιά, που είναι υπέρτατα θερμή, είναι η αιτία της θερμότητας όλων των θερμών πραγμάτων, όπως λέγεται στο ίδιο βιβλίο. Υπάρχει, λοιπόν, ένα ον που είναι, για όλα τα όντα, αιτία του είναι, της αγαθότητας και κάθε τελειότητας· και αυτό το ον το ονομάζουμε Θεό.⁹

Ακόμη και μέσα σ’ αυτό το κείμενο μπορεί κανείς να βρει διατυπώσεις που, από την άποψη του Αριστοτέλη, είναι τουλάχιστον παρεξηγήσεις, αν όχι σφάλματα. Είναι αναμφισβήτητο ότι στις ιδιότητες των πραγμάτων υπάρχουν βαθμοί. Αυτό ισχύει, αν περιοριστούμε στα παραδείγματα που φέρει ο Άγιος Θωμάς, για το καλό και για το ευγενές, αλλά και για πολλές άλλες ιδιότητες. Όσον αφορά όμως το αληθές, κατά τον Αριστοτέλη, δεν υπάρχουν βαθμοί. Αν το αληθές νοηθεί, όπως το εννοεί ο Αριστοτέλης, δηλαδή ως σύμπτωση ανάμεσα στον λόγο και την πραγματικότητα, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι ένας λόγος «συμπίπτει» περισσότερο με την πραγματικότητα από κάποιον άλλον, και άρα ότι είναι «πιο αληθινός». Αυτό ισχύει για τις προτάσεις γενικά, που είναι αληθείς αν βεβαιώνουν ή αρνούνται την ένωση ή, αντιστοίχως, τη διάκριση των πραγμάτων που αφορούν, και ψευδείς αν ενώνουν εκείνα που είναι χωρισμένα ή χωρίζουν εκείνα που είναι ενωμένα. Αλλά αυτό ισχύει επίσης και για την αλήθεια των ορισμών, που είναι αληθείς γιατί εκφράζουν την ουσία ενός πράγματος, ή δεν είναι ορισμοί αν δεν την εκφράζουν.¹⁰ Μπορεί να ειπωθεί ότι ένας λόγος βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια από κάποιον άλλον, αλλά εκείνο που βρίσκεται κοντά στην αλήθεια δεν είναι, αυστηρά μιλώντας, αληθινό. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να υπάρχουν βαθμοί ψευδότητας στα σφάλματα, αλλά, ενώ οι εσφαλμένοι λόγοι για κάτι μπορούν να είναι πολλοί, ο αληθινός λόγος για το ίδιο πράγμα δεν μπορεί να είναι παρά ένας.¹¹

Μια ιδιαίτερη σημασία του ψεύδους, που αναφέρει ο Αριστοτέλης, αφορά άμεσα τα πράγματα, όταν ένα πράγμα φαίνεται διαφορετικό από αυτό που είναι· για παράδειγμα, όταν κάτι φαίνεται να είναι χρυσός χωρίς να είναι πραγματικά.¹² Μπορεί να υποτεθεί ότι σε αυτή τη σημασία του ψεύδους αντιστοιχεί μια αντίθετη σημασία του αληθινού, δηλαδή ότι τα αληθινά πράγματα είναι εκείνα που φαίνονται ακριβώς όπως είναι. Αλλά ακόμη και σε αυτή την περίπτωση οι βαθμοί αφορούν τις ψευδείς εμφανίσεις, οι οποίες μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο ψευδείς, ενώ δεν αφορούν την αλήθεια, δηλαδή αυτό που φαίνεται ακριβώς όπως είναι.

Ο Άγιος Θωμάς, αντίθετα, δέχεται βαθμούς αλήθειας· αλλά όχι μόνο αυτό, δέχεται επίσης βαθμούς του Είναι, και αντιστοιχίζει τους βαθμούς της αλήθειας με τους βαθμούς του Είναι, έτσι ώστε, εφόσον παντού όπου υπάρχουν βαθμοί πρέπει να υπάρχει και ένα μέγιστο, το μέγιστο της αλήθειας να αντιστοιχεί σε ένα μέγιστο του Είναι. Όμως αυτό ισχύει, όπως λέει ο Αριστοτέλης στο χωρίο της Μεταφυσικής II που παραθέτει ο Άγιος Θωμάς, μέσα σε ένα γένος, όπως το θερμό, διότι, όπως θα δούμε, κατά τον Αριστοτέλη η αιτιότητα του μέγιστου ισχύει για τις «συνώνυμες» ιδιότητες, δηλαδή εκείνες που έχουν όχι μόνο το ίδιο όνομα, αλλά και τον ίδιο ορισμό. Ο ίδιος ο Θωμάς το αναγνωρίζει αυτό όταν λέει ότι το μέγιστο είναι αιτία in aliquo genere («μέσα σε ένα γένος»). Τώρα, το Είναι για τον Αριστοτέλη, όπως είδαμε, δεν είναι ένα γένος, αλλά μια πολλαπλότητα γενών, το καθένα με δικό του ορισμό διαφορετικό από των άλλων· επομένως, ο νόμος της αιτιότητας του μέγιστου δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο Είναι.

Όσο για το αληθές, ο Αριστοτέλης δεν λέει αν είναι ή δεν είναι ένα γένος· πάντως, για εκείνον, το αληθές δεν μπορεί να έχει βαθμούς.

Στην «τέταρτη οδό», ο Άγιος Θωμάς εφαρμόζει τον νόμο της αιτιότητας του μέγιστου στη σχέση μεταξύ του Θεού και των κτισμάτων, όπως στο De ente et essentia τον είχε εφαρμόσει στη σχέση μεταξύ ουσίας και συμβεβηκότων. Τώρα, εφόσον για τον Αριστοτέλη η σχέση μεταξύ ουσίας και συμβεβηκότων είναι μια μορφή ομωνυμίας —της ομωνυμίας προς εν (pros hen)—, η ερμηνεία του Αγίου Θωμά προϋποθέτει τη μετατροπή της αριστοτελικής έννοιας της αναλογίας, η οποία για τον Αριστοτέλη ήταν μια απλή αναλογία αναλογιών (proportio), σε ομωνυμία προς εν, και την κατανόηση αυτής της τελευταίας ως ομωνυμίας που παράγεται «από ένα» (aph’henos), δηλαδή ως μορφή παραγώγου σχέσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον νεοπλατωνισμό.¹³

Σημειώσεις
9. Thomas d’Aquin, Somme theologique, t. 1, Paris, Cerf, 2000.
10. Aristote, Metaph. VI 4 et IX 10.
11. Aristote, Metaph. IV 4, 100b 32 1009 a 2.
12. Aristote, Metaph. V 29, 1024 b 24 26.
13. Βλ. σχετικά J.-F. Courtine, Inventio analogiae. Métaphysique et ontothéologie, Παρίσι, Vrin, 2005

3 Μεταφυσική II (Ἄλφα ἐλάττων) 1


Ας δούμε, τέλος, το χωρίο του Αριστοτέλη στο οποίο αναφέρεται ο Άγιος Θωμάς, όχι μόνο στο De ente et essentia, αλλά και στην «τέταρτη οδό», και – σύμφωνα με την καταμέτρηση του πατέρα de Couesnongle – σε σαράντα δύο ακόμη περιπτώσεις μέσα στο σώμα των έργων του. Πρόκειται, επομένως, για ένα χωρίο που για τον Άγιο Θωμά έχει θεμελιώδη σημασία.

Aristote, Metaph. II (α) 1, 993 b 23-31 (éd. Ross):

οὐκ ἴσμεν δὲ τὸ ἀληθὲς ἄνευ τῆς αἰτίας· ἕκαστον δὲ μάλιστα αὐτὸ τῶν ἄλλων καθ’ ὃ καὶ τοῖς ἄλλοις ὑπάρχει τὸ συνώνυμον (οἷον τὸ πῦρ θερμότατον· [25] καὶ γὰρ τοῖς ἄλλοις τὸ αἴτιον τοῦτο τῆς θερμότητος)· ὥστε καὶ ἀληθέστατον τὸ τοῖς ὑστέροις αἴτιον τοῦ ἀληθέσιν εἶναι. διὸ τὰς τῶν ἀεὶ ὄντων ἀρχὰς ἀναγκαῖον ἀεὶ εἶναι ἀληθεστάτας (οὐ γάρ ποτε ἀληθεῖς, οὐδ’ ἐκείναις αἴτιόν τί ἐστι τοῦ εἶναι, ἀλλ’ ἐκεῖναι τοῖς ἄλλοις), ὥσθ’ ἕκαστον ὡς ἔχει τοῦ [30] εἶναι, οὕτω καὶ τῆς ἀληθείας.

«Δεν γνωρίζουμε, λοιπόν, το αληθές χωρίς την αιτία. Και κάθε πράγμα, το οποίο είναι το ίδιο στον υπέρτατο βαθμό σε σχέση με τα άλλα, στο μέτρο που η κοινή ιδιότητα (το συνώνυμον) ανήκει και στα υπόλοιπα πράγματα, είναι και η αιτία αυτής της ιδιότητας στα άλλα· όπως, για παράδειγμα, η φωτιά είναι το πιο θερμό, επειδή είναι η αιτία της θερμότητας και στα άλλα πράγματα. Επομένως, το πιο αληθινό είναι εκείνο που είναι αιτία του να είναι αληθή τα κατώτερα. Γι’ αυτό οι αρχές των αιωνίων όντων είναι αναγκαστικά πάντοτε οι πιο αληθινές· διότι δεν είναι αληθείς κατά διαστήματα, ούτε υπάρχει κάποια αιτία του είναι τους, αλλά αυτές είναι αιτία του είναι των άλλων· έτσι ώστε κάθε πράγμα έχει τόση αλήθεια όση έχει ύπαρξη.»
(μτφρ. Duminil-Jaulin)¹⁴

Το χωρίο αυτό αρχίζει με μια σαφή αναφορά στη θεωρία της επιστήμης του Αριστοτέλη, δηλαδή στη θεωρία της απόδειξης που εκθέτει στα Αναλυτικά Ύστερα. Το αληθές που εννοεί εδώ δεν είναι το αληθές ενός λόγου βασισμένου στην απλή αίσθηση· διότι αυτός δεν προϋποθέτει τη γνώση της αιτίας. Μπορώ, για παράδειγμα, να πω «σήμερα βρέχει», και ο λόγος αυτός να είναι αληθής, χωρίς να γνωρίζω ποια είναι η αιτία της βροχής. Αντίθετα, στις επιστήμες, όπως στη γεωμετρία, δεν μπορώ να πω «αυτό το αξίωμα είναι αληθές» χωρίς να γνωρίζω ποιες είναι οι αρχές από τις οποίες μπορεί να αποδειχθεί το συγκεκριμένο αξίωμα. Η αιτία που εννοείται εδώ, επομένως, είναι η αιτία της απόδειξης, όπως είναι οι αρχές της γεωμετρίας.

Ύστερα από αυτό, ο Αριστοτέλης εισάγει αυτό που ονομάσαμε νόμο της αιτιότητας του μέγιστου: η αιτία μιας «συνώνυμης» ιδιότητας —δηλαδή μιας ιδιότητας που, σε όλες τις εφαρμογές της, έχει όχι μόνο το ίδιο όνομα αλλά και τον ίδιο ορισμό¹⁵, και επομένως ανήκει πάντοτε στο ίδιο γένος— κατέχει την ιδιότητα αυτή στον υπέρτατο βαθμό· βλέπε το παράδειγμα του θερμού. Όπως μπορεί να δει κανείς, για τον Αριστοτέλη η αιτία συνεπάγεται το μέγιστο, ενώ για τον Άγιο Θωμά, όπως παρατήρησε ο πατέρας de Couesnongle, συμβαίνει το αντίθετο: το μέγιστο συνεπάγεται την αιτιότητα — ακριβώς το αντίθετο από αυτό που λέει ο Αριστοτέλης.

Εφαρμόζοντας τον νόμο της αιτιότητας του μέγιστου στο αληθές, ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι εκείνο που είναι αιτία της αλήθειας των πραγμάτων που είναι κατώτερα απ’ αυτό, είναι το πιο αληθινό. Τα αληθινά πράγματα για τα οποία μιλά εδώ ο Αριστοτέλης δεν είναι τα πράγματα που φαίνονται ακριβώς όπως είναι —όπως, για παράδειγμα, ο αληθινός χρυσός—, αλλά πρέπει να είναι προτάσεις, σύμφωνα με την αρχή του χωρίου, όπου γινόταν λόγος για το αληθές με την επιστημονική σημασία του όρου, δηλαδή για το αληθές του οποίου η γνώση προϋποθέτει τη γνώση της αιτίας. Συνεπώς, οι αιτίες της αλήθειας αυτών των προτάσεων είναι οι αρχές τους, δηλαδή οι αρχές από τις οποίες μπορούν να αποδειχθούν. Άρα, εκείνο που ονομάζεται «το πιο αληθινό» (ἀληθέστατον) είναι οι αρχές της απόδειξης, και με την έκφραση αυτή δεν δηλώνεται ένας βαθμός αλήθειας, αλλά μια σχέση λογικής προτεραιότητας και υστερότητας.

Πράγματι, ο Werner Jaeger, στην έκδοσή του της Μεταφυσικής, παραθέτει σχετικά με το χωρίο αυτό ένα απόσπασμα από τον Προτρεπτικόν, όπου ο Αριστοτέλης λέει ότι «στα πράγματα που έχουν μόνο ένα όνομα, λέμε “περισσότερο” όχι μόνο σύμφωνα με την υπεροχή, αλλά και σύμφωνα με το ότι το ένα είναι πρότερο και το άλλο ύστερο» (τὸ μᾶλλον λέγομεν … κατὰ τὸ πρότερον εἶναι τὸ δὲ ὕστερον).¹⁶

Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη συνέχεια του χωρίου, όπου ο Αριστοτέλης λέει ότι οι αρχές των αιωνίων όντων είναι πάντοτε αναγκαστικά οι πιο αληθινές, διότι δεν είναι αληθείς «κατά διαστήματα». Οι αρχές αυτές δεν μπορούν να είναι παρά οι αρχές των αιωνίων αληθειών, όπως είναι, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, οι προτάσεις των επιστημών — για παράδειγμα, τα θεωρήματα της γεωμετρίας. Αυτές οι αρχές είναι οι πιο αληθινές, όχι επειδή κατέχουν έναν βαθμό αλήθειας μεγαλύτερο από τις προτάσεις που απορρέουν από αυτές, αλλά επειδή είναι η αιτία της αλήθειας αυτών των τελευταίων. Ο υπερθετικός «το πιο αληθινό» ή ο συγκριτικός «πιο αληθινό» δεν δηλώνουν, επομένως, διαφορά βαθμού, αλλά σχέση προτεραιότητας και υστερότητας, όπως αυτή που υπάρχει ανάμεσα στην αιτία και το αποτέλεσμα.

Ότι πρόκειται πράγματι για τις αρχές των επιστημών, δηλαδή για προτάσεις, επιβεβαιώνεται και από τη διευκρίνιση που κάνει ο Αριστοτέλης, ότι δεν είναι αληθείς «κατά διαστήματα». Τι μπορεί να είναι αληθές μόνο κατά διαστήματα; Μια πρόταση που βασίζεται στην απλή αίσθηση, όπως «σήμερα βρέχει». Η διαφορά, λοιπόν, ανάμεσα στα πράγματα που είναι αληθή πάντοτε και σε εκείνα που είναι αληθή μόνο κατά διαστήματα, αφορά προτάσεις· διότι, για τον Αριστοτέλη, μόνο οι προτάσεις είναι πραγματικά αληθείς.

Το τέλος του χωρίου έχει, κατά τη γνώμη μου, μεταφραστεί εσφαλμένα —τόσο από τον Duminil-Jaulin («κάθε πράγμα έχει τόση αλήθεια όση ύπαρξη») όσο και από τον Tricot («όσο ένα πράγμα έχει ύπαρξη, τόσο έχει και αλήθεια»). Το ίδιο διαπιστώνουμε και για την ιταλική μετάφραση του Giovanni Reale («ogni cosa possiede tanto di verità quanto possiede di essere»)Οι ερμηνευτές αυτοί θεωρούν ότι το ρήμα ἔχω, που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης στο τέλος του χωρίου, έχει τη συνηθισμένη του σημασία, δηλαδή «έχω» κάτι· όμως στα ελληνικά, όταν το ρήμα ἔχω συνοδεύεται από γενική, σημαίνει «στρέφομαι προς» ή «φέρομαι σε σχέση με» κάτι.

Ότι αυτή είναι η σημασία του ρήματος ἔχω στο συγκεκριμένο χωρίο, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι δεν συνοδεύεται από επιρρήματα ποσότητας («τόσο–όσο», tanto–quanto), αλλά από επιρρήματα τροπικότητας (ὡς … οὕτω, «όπως–έτσι»). Η ακριβής μετάφραση, κατά τη γνώμη μου, είναι εκείνη του Ross:

«as each thing is in respect of being, so it is in respect of truth»
(«όπως κάθε πράγμα υπάρχει σε σχέση με το είναι, έτσι υπάρχει και σε σχέση με την αλήθεια»),

και αυτή επιβεβαιώνεται από τη γαλλική μετάφραση του Jonathan Barnes, που προτάθηκε σε ένα σεμινάριο για το βιβλίο Ἄλφα ἐλάττων στο Centre Léon Robin το 2006 και δεν έχει ποτέ δημοσιευθεί:

«chaque chose est par rapport à l’être comme elle est par rapport à la vérité»
(«κάθε πράγμα είναι ως προς το είναι, όπως είναι και ως προς την αλήθεια»).


Ποια είναι η σημασία αυτής της διευκρίνισης; Το ότι η μετάφραση του ἔχω ως «έχω» υπονοεί ποσότητα, άρα βαθμό, ενώ η μετάφραση του ἔχω ως «φέρομαι προς» υποδηλώνει τρόπο ύπαρξης, δηλαδή κατάσταση. Συνοπτικά, το τέλος του χωρίου σημαίνει ότι στην αλήθεια υπάρχει η ίδια σχέση που υπάρχει και στο Είναι, δηλαδή μια σχέση αιτιότητας: υπάρχουν αλήθειες που είναι αιτίες άλλων αληθειών, σύμφωνα με μια σχέση λογικής προτεραιότητας και υστερότητας, και ότι οι αιτίες δικαίως μπορούν να δηλώνονται με υπερθετικούς ή συγκριτικούς τύπους, χωρίς αυτό να υπονοεί καμία διαφορά βαθμού.

Σημειώσεις
14. Aristote, Metaphysique, trad. M. P. Duminil et A. Jaulin, Paris, GF, 2008.
15. Aristote, Cat. 1, 1 a 6 12.
16. Aristotelis Metaphysica, rec. W. Jaeger, Oxonii, Clarendon, 1963, σ. 35.
Βλ. επίσης Aristotelis Fragmenta Selecta, ed. W.D. Ross, Oxonii, Clarendon, fr. 14 (= Iambl. Protr. 57, 4-8), μτφρ. J. Follon, Aristote, Invitation à la philosophie, Παρίσι, Mille et une nuits, 2000.
Συνεχίζεται

ΤΙ ΛΕΕΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ: ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ  ΑΓΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΕΑΝ Ο ΠΑΤΗΡ ΕΙΝΑΙ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΒΑΘΜΟΥ.
Η ΙΔΙΑ ΕΛΛΕΙΨΗ ΛΟΓΙΚΗΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΕΧΩ ΚΑΙ ΤΟΥ ΗΝ ΟΠΩΣ ΕΙΔΑΜΕ ΣΤΙΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ :  Ο ΑΚΙΝΑΤΗΣ ΚΙΝΕΙ ΤΑ ΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΕΝΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ. ΟΠΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ Ο  ΣΕΛΛΙΝΓΚ.


Δείτε το βίντεο ιδιαίτερα στο 7.45 λεπτό και από το 26ο λεπτό και μετά.

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Substance και Essence, ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Θωμά Ακινάτη α

  Substance και Essence, ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Θωμά Ακινάτη α

Enrico Berti
(Πανεπιστήμιο της Πάδοβας)

Enrico Berti. "SUBSTANCE ET ESSENCE, ENTRE ARISTOTE ET THOMAS D’AQUIN". Chôra. Revue d'études anciennes et médiévales 18-19:351-368.


Περίληψη:
Το άρθρο δείχνει ότι ο Θωμάς Ακινάτης, σε πολλά από τα έργα του (De ente et essentia, Summa theologiae, Sententia in Aristotelis Metaphysicam), ερμηνεύει το χωρίο Αριστοτέλης, Μεταφυσικά Β 1, 993 b 19-31, ως διατύπωση μιας θεωρίας βαθμών της αλήθειας και του Είναι — πράγμα που δεν αποτελεί τη γνήσια αριστοτελική διδασκαλία.  Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο Ακινάτης ερμηνεύει τις «αιώνιες οντότητες» (τα «αιώνια πράγματα») που αναφέρει ο Αριστοτέλης στο χωρίο αυτό, ως τα ουράνια σώματα, και τις αρχές τους ως τους ακίνητους κινητές, ενώ ο Αριστοτέλης μιλά για τις αιώνιες αλήθειες, δηλαδή τις αλήθειες της επιστημονικής γνώσης, και για τις αρχές τους, οι οποίες είναι τα αξιώματα.
Η προέλευση αυτής της ερμηνείας του Θωμά ανάγεται στο σχόλιο του Αλεξάνδρου του Αφροδισιέως, το οποίο ο Θωμάς γνώριζε μέσω του Αβερρόη.

Προοίμιο


Επέλεξα, ως θέμα της εισήγησής μου, μία σύγκριση ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Θωμά Ακινάτη για τους εξής λόγους :

 Η ερμηνεία της αριστοτελικής φιλοσοφίας από τον Θωμά Ακινάτη είναι ίσως εκείνη που έχει επηρεάσει περισσότερο από κάθε άλλη την εικόνα του Αριστοτέλη. Πράγματι, αυτή εξακολουθεί να υιοθετείται από πολλούς σύγχρονους φιλοσόφους, οι οποίοι δεν είναι ειδικοί ούτε του Αριστοτέλη ούτε του Θωμά Ακινάτη, αλλά είναι, θα λέγαμε, φιλόσοφοι γενικώς.

 Η μελέτη των διαφορών μεταξύ του Αριστοτέλη και του Θωμά Ακινάτη μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη, και ίσως και εκείνη του Θωμά επίσης (δεν είμαι μεσαιωνολόγος, επομένως το ενδιαφέρον μου εστιάζει κυρίως στο να κατανοήσω καλύτερα τον Αριστοτέλη).

– Κανείς, νομίζω, μέσα σε αυτό το σεμινάριο (Πρόκειται για το σεμινάριο «Οὐσία: Substantia (Substance) ή Essentia (Essence) ;», το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης κατά τη διάρκεια τριών εξαμήνων, από το 2017 έως το 2019, στο πλαίσιο του προγράμματος «Η φιλοσοφική κληρονομιά της Αρχαιότητας στην ύστερη αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα» του Κέντρου Léon Robin.  Ένα σημαντικό μέρος των εργασιών αυτού του σεμιναρίου περιλαμβάνεται στα άρθρα του παρόντος τόμου (σημ. συντ.).), δεν μίλησε για τον Θωμά Ακινάτη, ο οποίος ωστόσο αντιπροσωπεύει ένα θεμελιώδες στάδιο της αριστοτελικής παράδοσης.

Αν και για την εισήγησή μου υιοθέτησα τον γενικό τίτλο του σεμιναρίου (Substance και Essence), δεν θα μιλήσω για τη γνωστή διάκριση που καθιέρωσε ο Θωμάς Ακινάτης μεταξύ ουσίας (essentia) και Είναι (esse) (βλ. κυρίως το De ente et essentia), διότι αυτή είναι πολύ γνωστή, όπως επίσης είναι ευρέως γνωστό ότι δεν προέρχεται από τον Αριστοτέλη, και συνεπώς αποτελεί μία από τις βασικές διαφορές ανάμεσα στους δύο φιλοσόφους.
Σχετικά με αυτό υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία, ιδίως στη γαλλική γλώσσα, που εκτείνεται από τον Roland-Gosselin έως τον Gilson και τον de Libéra.


Θα μιλήσω για τη λειτουργία που είχε, κατά τη γνώμη μου εσφαλμένα, μια συγκεκριμένη ερμηνεία μέσα στη φιλοσοφία του Θωμά Ακινάτη, η οποία καθόρισε μια ολόκληρη σειρά διαφορών σε σχέση με εκείνη του Αριστοτέλη.
Πρόκειται για την ερμηνεία του τέλους του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου Άλφα ἐλάττων των Μεταφυσικών του Αριστοτέλη, όχι όμως από την άποψη στην οποία είχε εστιάσει την προσοχή του ο πατέρας Vincent de Couesnongle πριν από σχεδόν 70 χρόνια, δηλαδή την αντιστροφή της σχέσης μεταξύ αιτιότητας και του μέγιστου¹ (V. Couesnongle, «Η αιτιότητα του μέγιστου. Η χρήση από τον Άγιο Θωμά ενός χωρίου του Αριστοτέλη», Revue des sciences philosophiques et théologiques, τόμ. 84, 1954, σ. 433-444· idem, «Η αιτιότητα του μέγιστου. Γιατί ο Άγιος Θωμάς παρέθεσε εσφαλμένα τον Αριστοτέλη;», ό.π., σ. 658-680.), και με την οποία έχω ασχοληθεί κι εγώ ο ίδιος σε ένα από τα γραπτά μου² (E. Berti, «Το πρόβλημα της ουσιακότητας του είναι και του ενός στα Μεταφυσικά», στο: P. Aubenque (επιμ.), Études sur la Métaphysique d’Aristote. Actes du VIe Symposium Aristotelicum, Παρίσι, Éditions Vrin, 1979, σ. 89-130·  αναδημοσιευμένο στο ίδιος, Dialectique, physique et métaphysique. Études sur Aristote, Louvain-la-Neuve, Peeters, 2008, σ. 161-208.).

Αντιθέτως, πρόκειται για την ερμηνεία των αρχών που ο Αριστοτέλης αποκαλεί “πολύ αληθέστατες” (ἀληθέστατα), η οποία παρήγαγε μία βαθμολογική (gradationniste) και συμμετοχική (participationniste) αντίληψη της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Θωμάς Ακινάτης ερμηνεύει αυτό το χωρίο παραμένει ο ίδιος, όπως θα δούμε, από το De ente et essentia — έργο της νεότητάς του — μέχρι το σχόλιο στα Μεταφυσικά, έργο της ωριμότητας (ή ίσως και των γηρατειών του).
Αυτό οφείλεται, όπως θα δούμε, στην επίδραση του σχολίου του Αλεξάνδρου του Αφροδισιέως, το οποίο διαμεσολαβήθηκε μέσω του σχολίου του Αβερρόη, και εντάσσεται στη γενική τάση προς εκείνο που έχω αποκαλέσει «θεολογικοποίηση» της μεταφυσικής του Αριστοτέλη, χαρακτηριστική της ύστερης αρχαιότητας και του Μεσαίωνα.


1. Το De ente et essentia

Ας δούμε, πριν απ’ όλα, πώς ερμηνεύει ο Θωμάς τον Αριστοτέλη στο De ente et essentia, έργο της νεότητάς του, το οποίο ανάγεται σε μια περίοδο όπου ίσως ο Θωμάς δεν είχε ακόμη μελετήσει τον Αριστοτέλη με πολύ συστηματικό τρόπο.
Αρκεί να εξετάσουμε το ακόλουθο χωρίο:


Thomas Aquinas, De ente et essentia, κεφ. 6

Sed quia illud, quod dicitur maxime et verissime in quolibet genere, est causa eorum
quae sunt post in illo genere, sicut ignis qui est in fine caliditatis est causa caloris in
rebus calidis, ut in II Metaphysicae dicitur, ideo substantia quae est primum in genere
entis, verissime et maxime essentiam habens, oportet quod sit causa accidentium,
quae secundario et quasi secundum quid rationem entis participant.
Μετάφραση:
Επειδή εκείνο που λέγεται κατά τον ανώτατο και αληθέστατο τρόπο μέσα σε κάθε γένος είναι η αιτία των πραγμάτων που έπονται μέσα στο ίδιο γένος — όπως η φωτιά, που βρίσκεται στο άκρο της θερμότητας, είναι η αιτία της θερμότητας στα θερμά πράγματα, όπως λέγεται στο δεύτερο βιβλίο των Μεταφυσικών — γι’ αυτό και η ουσία, η οποία είναι η πρώτη στο γένος του όντος, έχοντας την ουσία με τον πιο αληθινό και υπέρτατο τρόπο, πρέπει να είναι η αιτία των συμβεβηκότων, τα οποία συμμετέχουν δευτερευόντως και κατά κάποιον τρόπο σχετικώς στην έννοια του Είναι.
(μετάφραση Blachair)³ (Thomas d’Aquin, de ente et essentia, traduction d’Alain Blachair, mars 2005, édition numérique http://docteurangelique.free.fr)

Στο απόσπασμα αυτό μπορούν να εντοπιστούν τρία σφάλματα:


(1) Η αντιστροφή της σχέσης μεταξύ αιτιότητας και του μέγιστου, την οποία έχει ήδη επισημάνει ο πατέρας de Couesnongle.
Πράγματι, στο βιβλίο Β των Μεταφυσικών, που επικαλείται ο Άγιος Θωμάς, ο Αριστοτέλης δεν λέει ότι η φωτιά είναι αιτία της θερμότητας επειδή είναι η πιο θερμή, αλλά ότι η φωτιά είναι η πιο θερμή επειδή είναι η αιτία της θερμότητας για τα υπόλοιπα πράγματα⁴.


(2) Το Είναι θεωρείται από τον Άγιο Θωμά ως ένα γένος, ενώ για τον Αριστοτέλη ούτε το Είναι ούτε το Ενα είναι γένη, διότι — σε αντίθεση με τα γένη — λέγονται όχι μόνο για όλα τα πράγματα, αλλά και για τις διαφορές τους⁵.

(3) Η αντιστροφή της σχέσης αιτιότητας και του μέγιστου εφαρμόζεται από τον Άγιο Θωμά στη σχέση μεταξύ της αιτίας και των συμβεβηκότων, διότι η ουσία, η οποία για τον Αριστοτέλη είναι απλώς η πρώτη από τις σημασίες του Είναι, θεωρείται ως το ον στον ύψιστο βαθμό και, κατά συνέπεια, ως η αιτία των συμβεβηκότων.
Όμως, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η ουσία δεν δέχεται περισσότερο ή λιγότερο· επομένως δεν επιδέχεται βαθμούς⁶.

Η πρωτοκαθεδρία της ουσίας σε σχέση με τα συμβεβηκότα, την οποία ο Αριστοτέλης δηλώνει σαφώς, δεν οφείλεται σε ανώτερο βαθμό του Είναι, αλλά στην ομωνυμία κατ’ ἕν (pros hen), δηλαδή στο γεγονός ότι όλα τα συμβεβηκότα λέγονται σε αναφορά προς την ουσία, ή περιλαμβάνουν στην έννοιά τους μνεία της ουσίας — όπως τα υγιεινά πράγματα περιλαμβάνουν στην έννοιά τους μνεία της υγείας, και τα ιατρικά αντικείμενα μνεία της ιατρικής.
Για αυτόν τον λόγο η ουσία, κατά τον Αριστοτέλη, είναι αιτία των συμβεβηκότων, δηλαδή όρος της ύπαρξής τους⁷.

Η διατύπωση του Αγίου Θωμά ότι η ουσία είναι ον σε ανώτερο βαθμό από τα συμβεβηκότα δεν δικαιολογείται από το Μεταφ. Ζ 1, 1028 a 26, όπου ο Αριστοτέλης λέει ότι οι ουσίες «φαίνονται μᾶλλον ὄντα», όπως μεταφράζει ο Tricot, διότι στο χωρίο αυτό, όπως και αλλού, το μᾶλλον δεν σημαίνει «σε ανώτερο βαθμό», αλλά «μάλλον παρά».
Πράγματι, οι Duminil και Jaulin μεταφράζουν ορθά:
«Αυτοί [εκείνος που περπατά, εκείνος που κάθεται, δηλαδή οι ουσίες] μάλλον είναι φανερά όντα».


Προφανώς, σε αυτή τη φάση της πνευματικής του πορείας, ο Άγιος Θωμάς, δεχόμενος βαθμούς μέσα στο είναι, ερμηνεύει τον Αριστοτέλη κατά τρόπο πλατωνίζοντα ή νεοπλατωνίζοντα, όπως επιβεβαιώνεται και από τη διατύπωσή του ότι τα συμβεβηκότα “μετέχουν” της έννοιας του Είναι κατά δευτερεύοντα και σχετικό τρόπο.
Είναι, πράγματι, γνωστό ότι η έννοια της μετοχής (participation) είναι πλατωνικής προέλευσης, και ότι ο Αριστοτέλης την απορρίπτει, τουλάχιστον όσον αφορά το είναι⁸.

 Μεταφυσικά Β 1, 993 b 24 κ.ε.
⁵ Μεταφυσικά Β 3, 998 b 22-27.
⁶ Μεταφυσικά Δ 6, 1016 b 31-35.
⁷ Μεταφυσικά Δ 2, 1013 b 10 κ.ε.
⁸ Μεταφυσικά Α 9, 990 b 15-991 a 8.

ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΑΜΕΣΑ ΟΤΙ Ο ΝΕΟΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΙΕΛΥΣΕ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΤΗΝ ΚΑΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΚΙΝΑΤΗ. ΚΑΤ'ΑΡΧΑΣ ΟΜΩΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΥΠΟΨΙΑΣΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΤΗΝ ΚΑΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΣΑΝ ΣΧΕΣΗ.

Η ΥΠΑΡΞΗ ΠΡΟΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ. Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΘΕΩΣΗΣ. ΟΛΑ ΜΑΣ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΤΗ ΕΥΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΙΜΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΗΣ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ.
ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΕΔΩ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ Η ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ. ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΚΦΡΑΖΕΙ Ο ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ ΣΤΗΝ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟΥ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ. ΠΟΥ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΑΚΟΦΗΜΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΥΛΗΣ, ΤΗΝ ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟΝ ΚΤΙΣΑΝΤΑ.

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025

Substance και Essence, ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Θωμά Ακινάτη δ

Συνέχεια από: Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

Substance και Essence, ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Θωμά Ακινάτη δ
Enrico Berti
(Πανεπιστήμιο της Πάδοβας)

Enrico Berti. "SUBSTANCE ET ESSENCE, ENTRE ARISTOTE ET THOMAS D’AQUIN".
Chôra. Revue d'études anciennes et médiévales 18-19:351-368.



6. Averroes in Metaph. II 1

Ο άγιος Θωμάς γνώριζε το σχόλιο του Αβερρόη στη Μεταφυσική
του Αριστοτέλη, φυσικά στη λατινική του μετάφραση, και ο Αβερρόης γνώριζε
το σχόλιο του Αλεξάνδρου στο ίδιο έργο, φυσικά στην αραβική του μετάφραση.

Η γνώση που είχε ο άγιος Θωμάς για τον Αλέξανδρο ήταν λοιπόν έμμεση,
επειδή το σχόλιο του Αλεξάνδρου, την εποχή του αγίου Θωμά, δεν είχε
ακόμη μεταφραστεί στα λατινικά (θα μεταφραστεί τον 16ο αιώνα χάρη στον
Juan Ginés de Sepulveda). Παρ’ όλα αυτά, το σχόλιο του Αλεξάνδρου άσκησε
σημαντική επιρροή στο σχόλιο του αγίου Θωμά, ιδιαίτερα ως προς το
απόσπασμα Μεταφ. Β 1 που εξετάζουμε εδώ.

Ας δούμε λοιπόν το σχόλιο του Αβερρόη στο εν λόγω απόσπασμα,
στη λατινική του μετάφραση :

Averroes, In Aristotelis librum II (a) Metaphysicorum
Cum declaratum est, quod causa in quolibet genere entium est magis digna in esse
et in veritate quam illa quorum est causa in illo genere, manifestum est, quod si est
haec prima causa omnium, ut declaratum est in Scientia naturalium, quod illa causa
magis est digna et in esse et in rei veritate quam omnia entia. Omnia enim entia
non acquirunt esse et veritatem nisi ab ista causa. […] Necesse est, ut principia rerum
quae sunt semper in fine essendi et veritatis, sint semper. Ista enim entia quia non
sunt in aliquo tempore sine alio, sed sunt in omnibus temporibus, ideo causae eorum
non sunt eis in aliquo tempore sine alio, propter quod indigerent se in essendo causas
aliis causis. Et innuit per hoc dispositionem principiorum corporum coelestium cum
corporibus coelestibus.

(Αφού έχει διευκρινισθεί ότι η αιτία, σε κάθε γένος των όντων, είναι πιο άξια ως προς το είναι και την αλήθεια από εκείνα των οποίων είναι αιτία μέσα στο ίδιο γένος, είναι φανερό ότι, εάν existe cette première cause de tous, όπως έχει διευκρινισθεί στη Φυσική Επιστήμη, τότε αυτή η αιτία είναι περισσότερο άξια τόσο ως προς το είναι όσο και ως προς την αλήθεια της πραγματικότητας από όλα τα όντα.
Όλα infatti τα όντα δεν αποκτούν το είναι και την αλήθεια παρά μόνο από αυτή την αιτία. […]  Είναι αναγκαίο τα πρώτα αρχές των πραγμάτων —εκείνες που βρίσκονται πάντοτε στο τέλος του είναι και της αλήθειας— να υπάρχουν πάντοτε. Διότι αυτά τα όντα, επειδή δεν βρίσκονται ποτέ σε κάποιον χρόνο χωρίς ένα άλλο, αλλά υπάρχουν σε όλους τους καιρούς, γι’ αυτό και οι αιτίες τους δεν είναι, σε κανέναν χρόνο, χωρίς αυτά· διαφορετικά, θα είχαν ανάγκη άλλων αιτιών για να υπάρχουν κατά το είναι. Και με αυτό υπαινίσσεται τη διάταξη των αρχών των ουράνιων σωμάτων σε σχέση με τα ουράνια σώματα. Averroes, In Aristotelis librum II (a) Metaphysicorum, ed. G. Darms, Freiburg in Schweiz, 1966, p. 59.)


Όπως μπορεί κανείς να δει, ο Αβερρόης ερμηνεύει σωστά τον νόμο της αιτιότητας του μέγιστου, δηλαδή θεωρεί ότι η αιτία της παρουσίας μιας ιδιότητας σε πολλά πράγματα κατέχει η ίδια την ιδιότητα στον μέγιστο βαθμό, και αναγνωρίζει ότι αυτό ισχύει μέσα σε ένα γένος. Ταυτόχρονα, ο Αβερρόης ταυτίζει την ιδιότητα της οποίας η αιτία είναι αιτία με το Είναι και την αλήθεια, τα οποία για τον Αριστοτέλη δεν αποτελούν γένη, τουλάχιστον όσον αφορά το Είναι.

Κατά συνέπεια, ο Αβερρόης θεωρεί την εν λόγω αιτία ως την πρώτη αιτία όλων των όντων, παραπέμποντας στη Φυσική, που μιλά για το ακίνητο κινούν ως αιτία της κίνησης του ουρανού και, μέσω αυτής, όλων των όντων. Σκέφτεται λοιπόν μία και μοναδική αρχή, τον Θεό, και ερμηνεύει το ακίνητο κινούν ως αιτία του Είναι, δηλαδή ως δημιουργό, σύμφωνα με τον ισλαμικό μονοθεϊσμό.

Μέχρι αυτό το σημείο βρισκόμαστε μπροστά στην κανονική μεσαιωνική (ισλαμική και χριστιανική) ερμηνεία του ακίνητου κινούντος ως Θεού. Αλλά στο συμπέρασμα τού σχολίου του, ο Αβερρόης ταυτίζει τις αρχές των αιωνίων όντων, τα οποία σύμφωνα με τον Αριστοτέλη δεν είναι κατά κάποιον τρόπο «κατά καιρούς» (in aliquo tempore, ποτε), αλλά είναι πάντοτε, με τις αρχές των ουράνιων σωμάτων, δηλαδή με τα ακίνητα κινούντα, τα οποία για τους Μουσουλμάνους, όπως και για τους Χριστιανούς, είναι οι νοητικές ουσίες, δηλαδή οι άγγελοι. Με αυτόν τον τρόπο ο Αβερρόης μετατοπίζει το
απόσπασμα του Αριστοτέλη από το επιστημολογικό επίπεδο των προκείμενων
της απόδειξης στο οντολογικό, και μάλιστα φυσικό, επίπεδο των κινήσεων των ουρανών. Την ίδια ακριβώς πράξη, όπως είδαμε, έκανε και ο άγιος Θωμάς, και αυτή η ερμηνευτική γραμμή ανάγεται, όπως θα δούμε αμέσως, στον Αλέξανδρο τον Αφροδισιέα.

7 «Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς, στο Μεταφυσικά Β 1

«Να λοιπόν το σχόλιο του Αλεξάνδρου του Αφροδισιέα στο εν λόγω απόσπασμα, το οποίο παραθέτω με μια μετάφραση εμπνευσμένη από την αγγλική μετάφραση των Dooley και Madigan («Εκείνο που αποτελεί την αιτία του ότι και τα άλλα πράγματα είναι αληθινά, είναι αληθινό στον ύψιστο βαθμό· αλλά οι [πρώτες] αρχές είναι οι αιτίες της αλήθειας που υπάρχει στα πράγματα τα οποία υπάρχουν εξαιτίας τους. Διότι καθένα από τα πράγματα που υπάρχουν συμμετέχει στην αλήθεια στον βαθμό που συμμετέχει στο είναι, επειδή το ψευδές είναι βεβαίως μη-είναι.
Επομένως, τα αιώνια πράγματα είναι όντα στον ύψιστο βαθμό, και η γνώση τους είναι ο ύψιστος βαθμός της αλήθειας. […] Διότι ο Αριστοτέλης καθιστά αυτό το σημείο σαφές όταν λέει: “εκείνο χάρη στο οποίο [η ίδια ιδιότητα ανήκει και στα άλλα πράγματα]”, αφού κάτι μπορεί να κάνει άλλα πράγματα να είναι αυτό που είναι, χωρίς το ίδιο να είναι πράγμα της ίδιας φύσεως — η τριβή, για παράδειγμα, είναι η αιτία της θερμότητας σε ορισμένα πράγματα, αλλά δεν είναι η αιτία της θερμότητάς τους υπό την έννοια ότι είναι το θερμό στον μεγαλύτερο βαθμό.
Αντίθετα, η φωτιά, στο μέτρο που είναι αιτία της θερμότητας στα θερμά πράγματα επειδή και η ίδια είναι θερμή, γι’ αυτόν τον λόγο είναι η θερμότητα στον ύψιστο βαθμό.
[Κατά παρόμοιο τρόπο], τότε, οι αιτίες των πραγμάτων που είναι όντα στον ύψιστο βαθμό, εφόσον είναι και οι ίδιες όντα, είναι όντα σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό από εκείνα, επειδή είναι οι αιτίες τους· και είναι ακόμη αληθέστερα, επειδή θέσαμε ότι κάθε πράγμα συμμετέχει στην αλήθεια στον βαθμό που συμμετέχει στο είναι. […] Αυτό σημαίνει ότι η γνώση αυτών των αρχών είναι πάντοτε η αληθέστατη μορφή γνώσεως· διότι αν το είναι είναι αληθές, τότε το αιώνιο είναι είναι αιώνια αληθές. Εκείνο που είναι αληθέστερο από το αιώνια αληθές πρέπει βεβαίως να είναι το αληθέστατο. Τέτοιες είναι οι αιτίες των πραγμάτων που υπάρχουν αιωνίως — του σύμπαντός μας, για παράδειγμα, και των άστρων, ή των τεσσάρων [πρωταρχικών] σωμάτων, των οποίων η αιωνιότητα είναι η αιωνιότητα του είδους τους· ή των αιώνιων πραγματικοτήτων στην περίπτωση των καθ’ έκαστα πραγμάτων που υπόκεινται σε γένεση, διότι και αυτά είναι αιώνια. […] Γι’ αυτό προσθέτει: “Ώστε καθώς κάθε πράγμα είναι ως προς το είναι, έτσι είναι και ως προς την αλήθεια”. Η δήλωση αυτή ισοδυναμεί με το να λέει: “Διότι καθώς κάθε πράγμα κατέχει και συμμετέχει στο είναι, έτσι συμμετέχει και στην αλήθεια”. “Διότι [οι αρχές αυτές] δεν είναι [αληθείς μόνο] κάποτε”, επειδή είναι αιώνια πράγματα, παρόλο που και τα άλλα αιώνια πράγματα έχουν τουλάχιστον αυτήν [την ιδιότητα της αιωνιότητας] κοινή με τις [αιτίες] τους.») :»

(147, 8) ἀληθέστατον μὲν γὰρ ὃ καὶ τοῖς ἄλλοις αἴτιον τοῦ ἀληθέσιν εἶναι, αἱ δὲ ἀρχαὶ αἴτια τῆς ἐν τοῖς δι’ αὐτὰς οὖσιν ἀληθείας. ἕκαστον γὰρ τῶν ὄντων ἐφ’ ὅσον τοῦ εἶναι μετέχει, ἐπὶ τοσοῦτον καὶ τῆς ἀληθείας· τὸ γοῦν ψεῦδος μὴ ὄν. διὸ τὰ ἀίδια μάλιστα ὄντα, καὶ μάλιστα ἡ ἐκείνων γνῶσις ἀλήθεια, εἴ γε ἐπιστήμη. εἰ δὲ τὰ ἀίδια μάλιστα ὄντα, ἔτι μᾶλλον ὄντα τὰ τούτοις αἴτια τοῦ εἶναι ἀεί· διὰ γὰρ τὸ εἶναι αἴτια τούτοις ἐκεῖνα τούτων μᾶλλον ὄντα καὶ μάλιστα ὄντα. […] (147, 23) τοῦτο γὰρ ἐδήλωσε διὰ τοῦ εἰπεῖν καθ’ ὃ καὶ τοῖς ἄλλοις, ἐπεὶ δύναται αἴτιόν τισιν εἶναι τοῦ τοῖσδε εἶναι μὴ ὂν αὐτὸ τοιοῦτον, οἷον ἡ τρῖψις αἰτία θερμότητός τισιν, ἀλλ’ οὐ μάλιστα θερμὴ οὖσα αἰτία τῆς θερμότητος ἐκείνοις. τὸ δὲ πῦρ, ἐπεὶ τοῖς θερμοῖς αἴτιον τῆς θερμότητος θερμὸν ὂν καὶ αὐτό, διὰ τοῦτο μάλιστα καὶ αὐτὸ θερμόν. καὶ τὰ τῶν ὄντων δὴ μάλιστα αἴτια, ὄντα καὶ αὐτά, ὄντα μᾶλλον ἐκείνων τῷ αἴτια αὐτῶν εἶναι, (148) καὶ ἀληθῆ ἔτι μᾶλλον· ἦν γὰρ κείμενον τὸ ᾗ ἕκαστον τοῦ ὄντος μετέχει, οὕτω καὶ τῆς ἀληθείας ἔχειν. […] (148, 22) Τουτέστι τὴν γνῶσιν αὐτῶν εἶναι ἀεὶ ἀληθεστάτην· εἰ γὰρ τὸ ὂν ἀληθές, τὸ ἀεὶ ὂν ἀληθὲς ἀεί. ὃ δὴ τοῦ ἀεὶ ἀληθοῦς ἐστιν ἀληθέστερον, ἀεὶ ἀληθέστατον ἂν εἴη. τοιαῦτα δὲ τὰ αἴτια τῶν ὄντων ἀεί, οἷον κόσμου τοῦδε καὶ τῶν ἄστρων, ἢ τῶν τεσσάρων σωμάτων, ὧν κατ’ εἶδος ἡ ἀιδιότης, καὶ τῶν ἐπὶ τοῖς καθ’ ἕκαστά τε καὶ ἐν γενέσει ἀιδίων· καὶ γὰρ αὐτὰ ἀίδια. […] (149, 7) διὸ καὶ ἐπιφέρει ὥστε ἕκαστον ὡς ἔχει τοῦ εἶναι, οὕτω καὶ τῆς ἀληθείας, ἴσον λέγων τῷ ὡς γὰρ ἕκαστον ἔχει τε καὶ μετέχει τοῦ εἶναι, οὕτω καὶ τῆς ἀληθείας. οὐ γὰρ ποτὲ ἀληθεῖς, τοῦτο δὲ διὰ τὸ ἀίδια εἶναι· ἀλλὰ κατά γε τοῦτο κοινωνεῖ αὐτοῖς καὶ τὰ ἄλλα τὰ ἀίδια22.

Εκείνο που είναι η αιτία του ότι και τα άλλα πράγματα είναι αληθινά είναι αληθινό στον ύψιστο βαθμό· αλλά οι [πρώτες] αρχές είναι οι αιτίες της αλήθειας που βρίσκεται στα πράγματα τα οποία υπάρχουν εξαιτίας τους. Διότι καθένα από τα πράγματα που υπάρχουν συμμετέχει στην αλήθεια ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο συμμετέχει στο είναι, διότι το ψευδές είναι σίγουρα ένα μη-ον. Έτσι τα αιώνια πράγματα είναι όντα στον ύψιστο βαθμό, και η γνώση που έχουμε για αυτά είναι ο ύψιστος βαθμός της αλήθειας. […]

Αυτό είναι που ο Αριστοτέλης δείχνει πολύ καθαρά λέγοντας «αυτό δυνάμει του οποίου [η ίδια ιδιότητα ανήκει επίσης στα άλλα πράγματα]», στον βαθμό που κάτι μπορεί να είναι η αιτία του ότι άλλα πράγματα είναι το είδος των πραγμάτων που είναι, χωρίς το ίδιο να είναι ένα ον της ίδιας φύσεως – η τριβή, για παράδειγμα, είναι η αιτία της θερμότητας, αλλά δεν είναι η αιτία της θερμότητάς τους επειδή η ίδια είναι η θερμότητα στον ύψιστο βαθμό. Αντιθέτως, η φωτιά, στον βαθμό που είναι η αιτία της θερμότητας στα θερμά πράγματα, επειδή και η ίδια είναι θερμή, για αυτόν τον λόγο είναι το θερμό στον ύψιστο βαθμό. [Κατά τον ίδιο τρόπο], οι αιτίες των πραγμάτων που είναι όντα στον ύψιστο βαθμό, εφόσον και οι ίδιες είναι όντα, είναι όντα σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό από εκείνα των οποίων είναι αιτίες, επειδή είναι οι αιτίες τους· και είναι ακόμη αληθέστερα, διότι θέσαμε ότι κάθε πράγμα συμμετέχει στην αλήθεια στον ίδιο βαθμό που συμμετέχει στο είναι. […]

Αυτό σημαίνει ότι η γνώση αυτών των αρχών είναι πάντοτε η πιο αληθινή [μορφή] γνώσης, διότι εάν το είναι είναι αληθές, το αιώνιο είναι είναι αιώνια αληθές. Αυτό που είναι αληθέστερο από το αιώνια αληθές πρέπει, βεβαίως, να είναι το αληθέστατο. Τέτοιες είναι οι αιτίες των πραγμάτων που υπάρχουν αιωνίως – του σύμπαντός μας, για παράδειγμα, και των άστρων, και των τεσσάρων [πρωταρχικών] σωμάτων, των οποίων η αιωνιότητα είναι εκείνη του είδους τους, ή των αιωνίων πραγματικοτήτων στην περίπτωση των επιμέρους πραγμάτων και των πραγμάτων που υπόκεινται σε γένεση, διότι και αυτά είναι αιώνια. […]

Γι’ αυτό προσθέτει: «κατά συνέπεια, όπως κάθε πράγμα συμμετέχει στο είναι, έτσι συμμετέχει και στην αλήθεια». Αυτή η διατύπωση ισοδυναμεί με το να λέει: «καθώς κάθε πράγμα κατέχει το είναι και συμμετέχει σε αυτό, έτσι κατέχει και την αλήθεια». «Διότι [αυτές οι αρχές] δεν είναι αληθινές μόνο κατά διαστήματα», επειδή είναι αιώνια πράγματα, αν και και τα άλλα αιώνια πράγματα έχουν τουλάχιστον αυτήν [την ιδιότητα της αιωνιότητας] ως κοινή με τις [αιτίες] τους.


Σχολιάζω τώρα σύντομα το σχόλιο του Αλέξανδρου. Ο Αλέξανδρος εισάγει στο κείμενο του Αριστοτέλη τη θεωρία της συμμετοχής (μετέχει) στην αλήθεια και στο είναι, και κατά συνέπεια εισάγει εκεί τη θεωρία των βαθμών της αλήθειας και του είναι (μᾶλλον ὄντα καὶ μάλιστα ὄντα). Φαίνεται ότι αντιλαμβάνεται πως ο νόμος της αιτιότητας του μέγιστου, τον οποίο ερμηνεύει σωστά ως, τρόπον τινά, «μεγιστότητα της αιτίας», ισχύει μόνο για τα ομογενή πράγματα, επομένως για τη φωτιά, και δεν ισχύει για άλλα, όπως για παράδειγμα η τριβή (rubbing, τρῖψις). Αλλά – και αυτό είναι το σημείο που μας ενδιαφέρει – ο Αλέξανδρος ερμηνεύει τα αιώνια πράγματα για τα οποία μιλά ο Αριστοτέλης ως το σύμπαν, τα άστρα και τα τέσσερα στοιχεία, μετατοπίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη συζήτηση του Αριστοτέλη από το επιστημολογικό επίπεδο στο φυσικό, όπως είδαμε στον Αβερρόη και τον άγιο Θωμά. Τέλος, ο Αλέξανδρος ερμηνεύει το ρήμα ἔχει, που βρίσκεται στο τέλος του αποσπάσματος του Αριστοτέλη, ως δηλωτικό ενός «έχει» και «συμμετέχει» αντί ενός «έχει ως προς» ή «φέρει τον εαυτό του σε σχέση με».

Συμπέρασμα


Η ρίζα των παρεξηγήσεων, ή των πλατωνιζουσών ερμηνειών, που βρήκαμε στον άγιο Θωμά και στον Αβερρόη, είναι λοιπόν ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς, ο σημαντικότερος και ο πιο εκτιμημένος ανάμεσα στους αρχαίους σχολιαστές του Αριστοτέλη, ο οποίος είχε και ο ίδιος μια δική του μεταφυσική σκέψη, αποτελούμενη από ένα είδος «θεολογικοποίησης» της αριστοτελικής μεταφυσικής.
Δεν γνωρίζω την ακριβή αιτία για την οποία ο Αλέξανδρος «θεολογικοποίησε» τον Αριστοτέλη («Ερμηνεύω με αυτόν τον τρόπο τα αποτελέσματα των θεμελιωδών μελετών του M. Rashed, Essentialisme. Alexandre d’Aphrodise entre logique, physique et cosmologie, Βερολίνο, W. de Gruyter, 2007, και του G. Guyomarc’h, L’unité de la métaphysique selon Alexandre d’Aphrodise, Παρίσι, Vrin, 2015.»). Ίσως το έκανε εξαιτίας της επιρροής τού μέσου πλατωνισμού, ή των μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών που, στην εποχή του, είχαν κατακλύσει τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Ξέρω ότι η μεταφυσική του Αριστοτέλη σχεδόν πάντοτε ταυτίστηκε, κατά τον Μεσαίωνα και τους νεότερους χρόνους, με τη μεταφυσική του Αλεξάνδρου· και ότι για τον λόγο αυτό ο Αλέξανδρος υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικούς φιλοσόφους της αρχαιότητας και ο Αριστοτέλης ένας από τους πιο κακώς κατανοημένους
.


Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

Substance και Essence, ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Θωμά Ακινάτη γ

 Συνέχεια από:Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

Substance και Essence, ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Θωμά Ακινάτη γ
Enrico Berti

(Πανεπιστήμιο της Πάδοβας)

Enrico Berti. "SUBSTANCE ET ESSENCE, ENTRE ARISTOTE ET THOMAS D’AQUIN".
Chôra. Revue d'études anciennes et médiévales 18-19:351-368.



4 Κείμενα συναφή με τη Μεταφ. II (Ἄλφα ἐλάττων) 1

Στον Αριστοτέλη υπάρχουν και άλλα χωρία που, κατά τη γνώμη μου, επιβεβαιώνουν την ερμηνεία που πρότεινα για το Metaph. II. Για παράδειγμα :

Ἀναλυτικὰ Ὕστερα I 2, 72 a 29-32

Αἰεὶ γὰρ δι’ ὅ ὑπάρχει ἕκαστον, ἐκείνῳ μᾶλλον ὑπάρχει, οἷον δι’ ὃ φιλοῦμεν, ἐκεῖνο φίλον μᾶλλον. ὥστ’ εἴπερ ἴσμεν διὰ τὰ πρῶτα καὶ πιστεύομεν, κἀκεῖνα ἴσμεν τε καὶ πιστεύομεν μᾶλλον, ὅτι δ’ ἐκεῖνα καὶ τὰ ὕστερα.

«Πάντοτε, πράγματι, εκείνο εξαιτίας του οποίου ανήκει κάτι σε ένα υποκείμενο, ανήκει περισσότερο σ’ αυτό· για παράδειγμα, εκείνο εξαιτίας του οποίου αγαπούμε, είναι πιο αγαπητό από το αντικείμενο που αγαπιέται. Έτσι, αν γνωρίζουμε κάτι και είμαστε πεπεισμένοι γι’ αυτό χάρη στις πρώτες αρχές, γνωρίζουμε ακόμη περισσότερο και πιστεύουμε περισσότερο σε αυτές, επειδή χάρη σ’ αυτές γνωρίζουμε και πιστεύουμε και τα επόμενα πράγματα.»
(μτφρ. Pellegrin) (Aristote, Secondes Analytiques. Organon IV, trad. P. Pellegrin, Paris, GF, 2005.)

Το χωρίο αυτό δείχνει, πριν απ’ όλα, ότι η σχέση μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος δημιουργεί μια σχέση ανωτερότητας, η οποία δίνει στην αιτία το δικαίωμα —θα μπορούσε να πει κανείς— να χαρακτηριστεί ως εκείνη που έχει μια ιδιότητα «περισσότερο» (μᾶλλον) από το αποτέλεσμα. Εάν αυτή η σχέση εφαρμοστεί στην πρώτη αιτία μιας ιδιότητας, τότε η αιτία αυτή έχει το δικαίωμα να θεωρείται το μέγιστο ανάμεσα σε όσα κατέχουν την ιδιότητα αυτή.

Πρόκειται, λοιπόν, για επιβεβαίωση του νόμου της αιτιότητας του μέγιστου, κατανοημένου με τον τρόπο που τον εννοεί ο Αριστοτέλης στο χωρίο του Metaph. II —δηλαδή ότι η αιτία είναι το μέγιστο, και όχι ότι το μέγιστο είναι η αιτία.

Επιπλέον, η εφαρμογή αυτού του νόμου στις αρχές της γνώσης, που περιέχεται στο προηγούμενο χωρίο, δείχνει ότι στο πεδίο της γνώσης το «περισσότερο» (μᾶλλον) και το «καλύτερο» (μᾶλλον) δηλώνουν μια σχέση προτεραιότητας και υστερότητας, και όχι μια διαφορά βαθμού. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στο χωρίο του Metaph. II.

Ένα άλλο κείμενο που μας βοηθά να κατανοήσουμε για τι πράγμα μιλά ο Αριστοτέλης στο Metaph. II είναι το ακόλουθο:

Metaph. IX 10, 1052 a 4-11

φανερὸν δὲ καὶ ὅτι περὶ τῶν ἀκινήτων [5] οὐκ ἔστιν ἀπάτη κατὰ τὸ ποτέ, εἴ τις ὑπολαμβάνει ἀκίνητα. οἷον τὸ τρίγωνον εἰ μὴ μεταβάλλειν οἴεται, οὐκ οἰήσεται ποτὲ μὲν δύο ὀρθὰς ἔχειν ποτὲ δὲ οὔ (μεταβάλλοι γὰρ ἄν), ἀλλὰ τὶ μὲν τὶ δ᾽ οὔ, οἷον ἄρτι ὄν ἀριθμὸν πρῶτον εἶναι μηθένα, ἢ τινὰς μὲν τινὰς δ᾽ οὔ· ἀριθμῷ δὲ περὶ ἕνα οὐδὲ [10] τοῦτο· οὐ γὰρ ἔτι τινὰ μὲν τινὰ δὲ οὔ οἰήσεται, ἀλλ᾽ ἀληθεύσει ἢ ψεύσεται ὡς ἀεὶ οὕτως ἔχοντος.

«Είναι επίσης φανερό ότι δεν υπάρχει πλάνη ως προς το πότε σχετικά με τα ακίνητα όντα, εάν κανείς υπολαμβάνει ότι είναι ακίνητα. Για παράδειγμα, εάν πιστεύει ότι το τρίγωνο δεν μεταβάλλεται, δεν θα πιστεύει ότι κάποτε τα άθροισμα των γωνιών του ισούται με δύο ορθές και κάποτε όχι — γιατί τότε θα υπήρχε μεταβολή· αλλά θα πιστεύει ότι κάτι είναι έτσι και κάτι άλλο όχι, όπως, για παράδειγμα, ότι κανένας άρτιος αριθμός δεν είναι πρώτος, ή ότι μερικοί είναι και μερικοί όχι· ωστόσο, ακόμη και γι’ έναν μόνο αριθμό, ούτε αυτό ισχύει· διότι δεν θα πιστεύει πια ότι ο ένας είναι έτσι και ο άλλος όχι, αλλά θα λέει το αληθές ή το ψευδές, επειδή αυτό είναι πάντοτε έτσι.»
(μτφρ. Duminil-Jaulin)


Το χωρίο αυτό δείχνει ότι τα όντα που δεν υπόκεινται στον χρόνο (ποτὲ μὲν … ποτὲ δὲ οὔ), είναι προτάσεις —ιδίως εκείνες της γεωμετρίας, όπως «το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου ισούται με δύο ορθές», ή της αριθμητικής, όπως «κανένας άρτιος αριθμός δεν είναι πρώτος».

Αν αυτές οι προτάσεις είναι αληθείς, είναι αληθείς πάντοτε· κατά συνέπεια, οι αρχές τους, δηλαδή οι αρχές της γεωμετρίας και της αριθμητικής, είναι εκείνες που ο Αριστοτέλης αποκαλεί «τα πιο αληθινά πράγματα».

Αυτό εξηγεί πολύ καλά γιατί, όπως λέει ο Αριστοτέλης στο Metaph. II, «οι αρχές των αιωνίων όντων είναι πάντοτε αναγκαστικά οι πιο αληθινές».

5 Thomas d’Aquin in Metaph. II 1


Ας δούμε τώρα το σχόλιο του Αγίου Θωμά στη Μεταφυσική του Αριστοτέλη, που αποτελεί ένα από τα τελευταία του έργα — μεταγενέστερο όχι μόνο του De ente et essentia, αλλά και της Summa theologiae — και επομένως αντιπροσωπεύει τον τελικό του λόγο πάνω στο θέμα.

Sententia Metaphysicae, lib. II, cap. 1, 2, nn. 4-9


Deinde adiungit quamdam universalem propositionem, quae talis est. Unumquodque inter alia maxime dicitur, ex quo causatur in aliis aliquid univoce praedicatum de eis; sicut ignis est causa caloris in elementatis. Unde, cum calor univoce dicatur et de igne et de elementatis corporibus, sequitur quod ignis sit calidissimus.

Facit autem mentionem de univocatione, quia quandoque contingit quod effectus non pervenit ad similitudinem causae secundum eamdem rationem speciei, propter excellentiam ipsius causae. Sicut sol est causa caloris in istis inferioribus: non tamen inferiora corpora possunt recipere impressionem solis aut aliorum caelestium corporum secundum eamdem rationem speciei, cum non communicent in materia. Et propter hoc non dicimus solem esse calidissimum sicut ignem, sed dicimus solem esse aliquid amplius quam calidissimum.

Nomen autem veritatis non est proprium alicui speciei, sed se habet communiter ad omnia entia. Unde, quia illud quod est causa veritatis, est causa communicans cum effectu in nomine et ratione communi, sequitur quod illud, quod est posterioribus causa ut sint vera, sit verissimum.

Ex quo ulterius concludit quod principia eorum, quae sunt semper, scilicet corporum caelestium, necesse est esse verissima. Et hoc duplici ratione. Primo quidem, quia non sunt quandoque vera et quandoque non, et per hoc transcendunt in veritate generabilia et corruptibilia, quae quandoque sunt et quandoque non sunt. Secundo, quia nihil est eis causa, sed ipsa sunt causa essendi aliis. Et per hoc transcendunt in veritate et entitate corpora caelestia: quae etsi sint incorruptibilia, tamen habent causam non solum quantum ad suum moveri, ut quidam opinati sunt, sed etiam quantum ad suum esse, ut hic philosophus expresse dicit.

Et hoc est necessarium: quia necesse est ut omnia composita et participantia, reducantur in ea, quae sunt per essentiam, sicut in causas. Omnia autem corporalia sunt entia in actu, inquantum participant aliquas formas. Unde necesse est substantiam separatam, quae est forma per suam essentiam, corporalis substantiae principium esse.

Si ergo huic deductioni adiungamus, quod philosophia prima considerat primas causas, sequitur ut prius habitum est, quod ipsa considerat ea, quae sunt maxime vera. Unde ipsa est maxime scientia veritatis.

"Έπειτα προσθέτει μια καθολική πρόταση, η οποία έχει το εξής περιεχόμενο: εκείνο που αποκαλείται «το πιο άριστο» ανάμεσα στα άλλα, είναι αυτό από το οποίο προκαλείται στα άλλα η απόδοση ενός κατηγορήματος κατά τρόπον μονοσήμαντο· όπως η φωτιά είναι η αιτία της θερμότητας στα στοιχειακά σώματα. Επομένως, αφού η θερμότητα λέγεται με μονοσήμαντο τρόπο τόσο για τη φωτιά όσο και για τα στοιχειακά σώματα, προκύπτει ότι η φωτιά είναι η πιο θερμή.

Αναφέρει, όμως, τη μονοσημία, διότι συμβαίνει μερικές φορές το αποτέλεσμα να μην μπορεί να φτάσει στην ομοιότητα με την αιτία σύμφωνα με τον ίδιο ειδικό λόγο, εξαιτίας της υπεροχής της ίδιας της αιτίας. Για παράδειγμα, ο ήλιος είναι αιτία της θερμότητας στα κατώτερα σώματα, αλλά αυτά δεν μπορούν να δεχθούν την ενέργεια του ήλιου ή άλλων ουράνιων σωμάτων κατά τον ίδιο ειδικό λόγο, αφού δεν έχουν κοινή ύλη μ’ αυτά. Και γι’ αυτό δεν λέμε ότι ο ήλιος είναι «ο πιο θερμός» όπως η φωτιά, αλλά ότι είναι κάτι ανώτερο από το πιο θερμό.

Τώρα, το όνομα της αλήθειας δεν ανήκει σε κάποιο συγκεκριμένο είδος, αλλά αναφέρεται καθολικά σε όλα τα όντα. Επομένως, επειδή εκείνο που είναι αιτία της αλήθειας είναι αιτία που επικοινωνεί με το αποτέλεσμα της τόσο στο όνομα όσο και στη γενική έννοια, προκύπτει ότι εκείνο που είναι αιτία ώστε τα κατώτερα να είναι αληθή, είναι το πιο αληθινό.

Από αυτό συμπεραίνει περαιτέρω ότι οι αρχές των όντων που υπάρχουν πάντοτε, δηλαδή των ουράνιων σωμάτων, πρέπει αναγκαστικά να είναι οι πιο αληθινές. Και τούτο για δύο λόγους: πρώτον, επειδή δεν είναι «αληθείς κάποτε και άλλοτε όχι», και έτσι υπερέχουν, ως προς την αλήθεια, των γεννητών και φθαρτών όντων, τα οποία υπάρχουν κάποτε και άλλοτε όχι· δεύτερον, επειδή τίποτε δεν είναι γι’ αυτά αιτία, αλλά αυτά είναι η αιτία της ύπαρξης των άλλων. Και έτσι υπερέχουν, ως προς την αλήθεια και το είναι, των ουράνιων σωμάτων· διότι, αν και αυτά είναι άφθαρτα, εντούτοις έχουν αιτία όχι μόνο ως προς την κίνησή τους —όπως πίστευαν κάποιοι— αλλά και ως προς την ύπαρξή τους, όπως δηλώνει ρητά εδώ ο Φιλόσοφος.

Και αυτό είναι αναγκαίο, διότι είναι φυσικό όλα όσα είναι σύνθετα και συμμετέχουν να αναγάγονται, ως προς την αιτία τους, σε εκείνα που υπάρχουν κατ’ ουσίαν. Όλα τα σωματικά όντα υπάρχουν εν ενεργεία, στο μέτρο που συμμετέχουν σε ορισμένες μορφές· επομένως, είναι αναγκαίο η χωριστή ουσία, που είναι μορφή διά της ουσίας της, να είναι η αρχή της σωματικής ουσίας.

Αν, λοιπόν, προσθέσουμε σε αυτό το συμπέρασμα ότι η πρώτη φιλοσοφία (η μεταφυσική) εξετάζει τις πρώτες αιτίες, προκύπτει —όπως ήδη έχει αποδειχθεί— ότι αυτή ασχολείται με τα πιο αληθινά όντα. Επομένως, αυτή είναι η κατεξοχήν επιστήμη της αλήθειας.
(μτφρ. Pronovost) (Thomas d’Aquin, Commentaire de saint Thomas d’Aquin du traite des metaphysiques d’Aristote, trad. Serge Pronovost, juin 2016, edition numerique http:// docteurangelique.free.fr)


Στο σχόλιο αυτό, ο Άγιος Θωμάς αποφεύγει ορισμένες από τις παρανοήσεις που χαρακτήριζαν τα προηγούμενα κείμενά του. Πρώτα απ’ όλα, κατανοεί σωστά ότι η αιτία είναι το μέγιστο, και όχι ότι το μέγιστο είναι η αιτία· έτσι, εξαλείφει οριστικά τον λανθασμένο τρόπο με τον οποίο είχε αντιληφθεί τον νόμο του μέγιστου, όπως τον είχε επισημάνει ο πατέρας de Couesnongle. Επιπλέον, προσέχει τον μονοσήμαντο χαρακτήρα της κατηγόρησης, δηλαδή το γεγονός ότι η ιδιότητα που αποδίδεται πρέπει να ανήκει πάντοτε στο ίδιο γένος· αντιλαμβάνεται, επομένως, ότι ο νόμος της αιτιότητας του μέγιστου ισχύει μόνο για πράγματα που εμπίπτουν στο ίδιο γένος. Αν πρόκειται, για παράδειγμα, για τη θερμότητα, όπως στο κείμενο του Αριστοτέλη, ο νόμος του μέγιστου ισχύει για τη φωτιά, αλλά όχι —για τους λόγους που εξηγεί ο ίδιος ο Θωμάς— για τον ήλιο.

Ωστόσο, αυτό δεν εμποδίζει τον Άγιο Θωμά να πέσει, θα λέγαμε, σε δύο νέες παρεξηγήσεις, ή, καλύτερα, σε δύο ερμηνείες που, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι ορθές από την άποψη του Αριστοτέλη.

Η πρώτη από αυτές τις ερμηνείες συνίσταται στο να θεωρεί ότι τα αιώνια όντα που αναφέρει ο Αριστοτέλης είναι τα ουράνια σώματα, και επομένως ότι οι αρχές τους είναι οι ακίνητοι κινητές αιτίες. Ο Άγιος Θωμάς θεωρεί αυτές τις τελευταίες, βάσει όσων λέει ο Αριστοτέλης για τις αρχές των αιωνίων όντων, ως αρχές όχι μόνο της κίνησης των ουράνιων σωμάτων, αλλά και της αλήθειας και του είναι τους. Επικαλούμενος τον νόμο της αιτιότητας του μέγιστου, ο Άγιος Θωμάς θεωρεί αυτές τις αρχές —δηλαδή τίς ακίνητες κινητές αιτίες— ως τα όντα που αντιπροσωπεύουν το μέγιστο του Είναι και που είναι αληθέστατα. Του φαίνεται πολύ φυσικό ότι τα ουράνια σώματα είναι «αληθή» και ότι οι ακίνητοι κινητές αιτίες είναι «τα πιο αληθινά», προφανώς επειδή θεωρεί την αλήθεια ως υπερβατική ιδιότητα, όπως και το Είναι και το Εν, και —σε αντίθεση με τον Αριστοτέλη— και το αγαθό.¹⁹

Επιπλέον, φαίνεται να αισθάνεται ιδιαίτερη ικανοποίηση που βρήκε ένα χωρίο του Αριστοτέλη, όπου αυτός μιλά για τον πρώτο ακίνητο κινητήρα —ο οποίος για τον Άγιο Θωμά ταυτίζεται με τον Θεό— ως αιτία όχι μόνο της κίνησης, αλλά και του Είναι, σε αντίθεση, όπως λέει ο ίδιος ο Θωμάς, με ό,τι πίστευαν «ορισμένοι» (οι Φραγκισκανοί;).

Η δεύτερη ερμηνεία του κειμένου του Αριστοτέλη που προτείνει ο Άγιος Θωμάς στο σχόλιό του συνίσταται στο να νοεί τη σχέση μεταξύ των ουράνιων σωμάτων και των ακίνητων κινητών αιτίων ως σχέση συμμετοχής (participatio), εφαρμόζοντας έτσι την κατεξοχήν πλατωνική θεωρία σύμφωνα με την οποία τα σωματικά ή αισθητά όντα είναι όντα ενεργεία, δηλαδή είναι αυτό που είναι (με όρους αριστοτελικούς) χάρη στη συμμετοχή τους σε αιτίες που υπάρχουν εκ φύσεως, δηλαδή στις Ιδέες ή Μορφές.

Από αυτή την εφαρμογή ο Άγιος Θωμάς καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η χωριστή ουσία, δηλαδή ο ακίνητος κινητής αιτία —που για εκείνον είναι ο Θεός— είναι η Μορφή κατ’ εξοχήν.

Έχουμε ήδη δει ότι η πλατωνική θεωρία της συμμετοχής, παρότι αναπτύχθηκε εκ νέου από τον νεοπλατωνισμό, δεν έγινε δεκτή από τον Αριστοτέλη, ο οποίος, αντίθετα, την επέκρινε. Σε αυτό μπορούμε να προσθέσουμε ότι ούτε η αντίληψη της χωριστής ουσίας, δηλαδή της άυλης, ως μορφής, υπήρξε ποτέ αποδεκτή από τον Αριστοτέλη. Γιατί τίνος θα μπορούσαν, πράγματι, να είναι μορφή οι ακίνητοι κινητές αιτίες; Των ουράνιων σωμάτων; Τότε θα ήταν οι ψυχές τους, και άρα δεν θα ήταν πλέον χωριστές, αντίθετα προς ό,τι λέει ο Αριστοτέλης.

Από πού προέρχονται, λοιπόν, αυτές οι ερμηνείες του Αγίου Θωμά; Πιστεύω ότι μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι προέρχονται από τον Αλέξανδρο τον Αφροδισιέα, τον οποίο ο Άγιος Θωμάς γνώριζε μέσω του σχολιασμού του Averroès, ο οποίος ακολουθεί πάντοτε τον Αλέξανδρο.