Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα KARL BARTH - Η ΤΡΙΑΔΑ ΨΗΛΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα KARL BARTH - Η ΤΡΙΑΔΑ ΨΗΛΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Η ΤΡΙΑΔΑ ΨΗΛΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ (KARL BARTH) - 20

 Συνέχεια από Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2020

Από την φιλελεύθερη Τριάδα στην θεολογία της Τριαδικής Αυτοφανερώσεως.
   
Μια πολύ ισχυρή ώθηση στην ανανέωση του Τριαδικού στοχασμού, που δεν περιορίστηκε μόνον στον προτεσταντικό χώρο, ήλθε από τον Καρλ Μπαρτ. Καταρχάς ο Μπαρτ σκέφτηκε να εναρμονίσει την θεολογία της Μεταρρυθμίσεως με την Ιδεαλιστική και Ρομαντική θεολογία. Κατάλαβε όμως πολύ γρήγορα πως ζούσε σ’ έναν παληό κόσμο και αισθανόταν έντονα την αμηχανία του, παρότι ακόμη δεν γνώριζε ότι υπάρχει εκείνος ο καινούριος κόσμος προς τον οποίο θα ξεδιπλώσει αργότερα τα φτερά του!
    Αυτό της προσωπικότητος, ανακοίνωσε τότε ο νεαρός Μπαρτ, παρουσιάζεται σαν μια έννοια τοποθετημένη στο σύνορο ανάμεσα στην υπερβατικότητα και την ψυχολογία, αλλά που δεν μπορεί ταυτόχρονα να αναπτυχθεί, πραγματικώς και πλήρως, σ’ ένα μόνον από τα δύο πεδία και πρέπει αναγκαίως να συμμετέχει και στα δύο. Ενώ η υπερβατικότης (Λογική, ηθική, αισθητική) προσδιορίζει την στιγμή του απολύτου που ριζώνει στην προσωπικότητα, χωρίς όριο, χωρίς τελειότητα, χωρίς προσδιορισμό, αντιθέτως η ψυχολογία φανερώνει την προσωπικότητα σαν κάτι μοναδικό, ειδικό, ατομικό. Γι’ αυτό είναι αδύνατον να κατασκευάσουμε μια καθαρή έννοια της προσωπικότητος μόνο με την υπερβατικότητα ή μόνον με την ψυχολογία. Από την άποψη της υπερβατικότητoς, καθώς είναι πνευματικό «ΕΓΩ» κατεξοχήν, η προσωπικότης είναι αναμφίβολα ένα υποθέτω και ένα κατανοώ άπειρα, πνευματική δεκτικότης, άπειρη δύναμις. Το πνευματικό ον είναι πράξη, μια πράξη που περιέχει στον εαυτό της την φορά προς ένα ιδανικό. Αυτή η ροπή είναι η ουσία του πνεύματος. Από το άλλο μέρος η εμπειρική περατότης του πνευματικού όντος, ακριβώς επειδή είναι εμπειρική, είναι μια κατάσταση, ακριβέστερα δε μια κατάσταση αχώριστη από την προσωπικότητα.
    Ο θεός πρέπει να γίνει κατανοητός με την ιδεαλιστική παράδοση, πάνω απ’ όλα σαν πνεύμα, και ακριβέστερα σαν «απόλυτο πνεύμα». Ακόμη περισσότερο δε, η θρησκευτική εμπειρία απαιτεί να αναγνωρισθεί ακόμη και ο ατομικός χαρακτήρας αυτού του «απολύτου πνεύματος»: ο θεός πρέπει να είναι και «υποκείμενο». Αυτό που η θρησκεία εννοεί όταν προφέρει την λέξη «θεός» είναι ακριβώς ένα «ΕΓΩ» προικισμένο με απόλυτη αλλά και ατομική ταυτόχρονα πνευματικότητα. Ο απόλυτος και ο ατομικός σύγχρονος χαρακτήρας του θεού είναι αναγκαίοι και οι δύο για την κατανόηση της θρησκευτικής εμπειρίας-και έτσι φτάνουμε σε μια ανυπέρβλητη αντίφαση! Ανάμεσα στην οριακή ιδέα του πανθεϊσμού που θα ήθελε να εξαφανίσει την προσωπικότητα του θεού και την οριακή ιδέα του θεϊσμού, που θα ήθελε να αντιθέσει στον κόσμο αυτή την προσωπικότητα σαν κάτι πεπερασμένο, δεν μένει παρά ένας ενδιάμεσος χώρος, ανοιχτός, ο οποίος δεν θα έπρεπε να κρυφτεί από καμιά απολογητική σύνθεση. Πάνω απ’ όλα θα ήταν απαγορευμένο να πάρουμε την προσωπική δομή του ανθρώπου, στην πεπερασμένη απειρία της, σαν σημείο εκκινήσεως για την επεξεργασία μιας έννοιας του θεού. Δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε το εμπόδιο καταφεύγοντας στην θεμελίωση της προσωπικότητος του θεού στην βάση της ανθρώπινης, διότι σ’ αυτό το σημείο δικαίως θα επανερχόταν η κριτική του Φώυερμπαχ. Ένας στοχασμός για τον θεό, που αναγνωρίζεται ότι προέρχεται από την προβολή της ανθρώπινης αυτοσυνειδησίας στο υπερβατικό, δεν θα μπορέσει ποτέ να φθάσει την πραγματικότητα του θεού και ακόμη λιγότερο να την περιγράψει! Δεν μπορεί να είναι μια προβολή έξω από εμάς που να μπορεί να αποτελέσει τον στοχασμό του θεού της θρησκείας, αλλά μόνον η αντανάκλαση ενός γεγονότος το οποίο παρασκευάζεται σε εμάς. Αυτό το γεγονός είναι η ίδια η ζωή η οποία προέρχεται από τον θεό, δωρισμένη σε μας στην σχέση μας με την Ιστορία. Η εσωτερική μας εξάρτηση, που παράγεται από την Ιστορία, είναι η θρησκευτική εμπειρία. Σ' αυτή έχουμε τον θεό, και στηριζόμενοι σ' αυτή μπορούμε να μιλήσουμε για τον θεό. Μέσω της εμπειρίας φτάνουμε στην πραγματικότητα του θεού, όχι μέσω της λογικής.Εάν προσωπικότης και απολυτότης του θεού φαίνονται να αλληλοκαταργούνται στην σκέψη, αντιθέτως η συνύπαρξή τους απαιτείται στην θρησκευτική εμπειρία. Με άλλα λόγια, τελειώνει ο Μπαρτ, η πραγματικότης του θεού ξεπερνά τα δικά μας μοντέλα γνώσεως: το όριο της σκέψης είναι ένας περιορισμός αυτής της ίδιας της δυνατότητός της!
    Όπως μπορούμε να παρατηρήσουμε, παρόλη την συντομία της εκθέσεως, για τον νεαρό Barth, η βάση της ενότητος της εμπειρίας δεν είναι το “υπερβατικό υποκείμενο” όπως ήθελε ο Σλαϊερμάχερ της πιστής συνειδήσεως, αλλά η δηλωμένη ανάληψις τής δυσκολίας και της τομής! Ακόμη και όταν πάψει να μιλά αργότερα για “θρησκευτική εμπειρία” και αρχίσει να κηρύττει την Τριάδα με τους τρόπους υπάρξεως του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ο Μπαρτ θα συνεχίσει να μιλά για τον θεό, με την ιδεαλιστική τοποθέτηση του προβλήματος τής Persona Dei, σαν ένα μοναδικό πρόσωπο, ένα μοναδικό υποκείμενο, ένα μοναδικό απόλυτο ΕΓΩ.
    Αφού δοκίμασε τον ανθρωποκεντρισμό του Σλαϊερμάχερ και της  φιλελεύθερης σχολής των Troeltsch, Harnack, όταν ξαναανακαλύπτει την θεότητα του θεού ο Barth υψώνει την υπερήφανη αντίρρησή του λέγοντας ένα δυνατό ΟΧΙ, για να περάσει στον θεοκεντρισμό της διαλεκτικής θεολογίας. Στην οδό που οδηγεί από χαμηλά προς τα υψηλά, ο Μπαρτ θέλει να αντικαταστήσει την οδό από ψηλά προς τα χαμηλά. Μετά την εποχή κατά την οποία ο άνθρωπος έγινε υποκείμενο καταντώντας τον θεό δικό του κατηγόρημα, θέλει να ξεκινήσει την εποχή στην οποία ο θεός είναι ταυτόχρονα υποκείμενο, αντικείμενο και κατηγόρημα ολόκληρης της θεολογίας. Θέλει να αποσπάσει την θεολογία από την κυριαρχία της φιλοσοφίας ή του πολιτισμού γενικώς, ξαναδίνοντάς της την πρωταρχική της αυτονομία: προσπαθεί να επαναφέρει στην θεολογία, την θεολογία!
    Γι' αυτό και στην γενναιόδωρη και παθιασμένη προσπάθεια της “Kirchliche Dogmatik”, ακριβώς στην αρχή, ο Μπαρτ βεβαιώνει πως ο Λόγος του θεού είναι θεός ο ίδιος, ο Κύριος, στην αποκάλυψή Του: Όμως τώρα η έννοια της αποκαλύψεως, όπως εμφανίζεται στην Γραφή, σημαίνει για τον Μπαρτ πως ο θεός στην αναλλοίωτη ενότητά του, αλλά επίσης και στην αναλλοίωτη ετερότητά του είναι μαζί, ο αποκαλύπτων, η αποκάλυψη, το αποκεκαλυμμένο. Η αποκάλυψη είναι ο θεός που αποκαλύπτει τον εαυτό του μέσα από τον εαυτό του. Οπωσδήποτε στις Γραφές η αποκάλυψη είναι πάντοτε μια Ιστορία που συμβαίνει ανάμεσα στον θεό και σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Όμως, ξανά κατά τις Γραφές, για να γίνει γνωστός ο θεός που αποκαλύπτεται πρέπει να τον γνωρίσουμε στην ενέργεια στην οποία αποκαλύπτεται σαν θεός και στο γεγονός πως απεκαλύφθη σαν θεός, ο Κύριος. Ο θεός δεν είναι “αντικείμενο” κατά κανένα τρόπο κάποιου ή σε κάτι που δεν είναι αυτός ο ίδιος. Μόνον ο θεός μπορεί να μιλήσει για τον θεό. Και ο θεός δεν μπορεί να μιλήσει παρά μόνον για τον θεό. Ο Μπαρτ επιθυμώντας λοιπόν να ξαναεισάγει στην θεολογία το κηρυγματικό “αντικείμενο”, το ξαναανακαλύπτει σαν εντελώς άλλο θεολογικό “υποκείμενο”.
    Πώς έφτασε όμως ο Μπαρτ στο τριαδικό δόγμα της “Kirchliche Dogmatik” (1932) δηλαδή σε μια αυθεντική “κοπερνικιανή επανάσταση” της προτεσταντικής θεολογίας; Στα 1924, την χρονιά ακριβώς που ο Μπαρτ αναγνώρισε την πραγματικότητα του Γεννηθέντος εκ της παρθένου (natus ex virgine), έγραφε στον φίλο του στο Thurneysen: «Το δόγμα της Τριάδος! Εάν μπορούσα να έχω το σωστό κλειδί θα ήταν όλα απλά». 
    Αυτό το κλειδί το βρίσκει ο Μπαρτ αποκαλύπτοντας τόν κεντρικό και παράλληλο ρόλο του δόγματος του Λόγου του θεού με το δόγμα της αποκαλύψεως και τέλος με το Τριαδικό δόγμα.
   Ο Μόλτμαν παρατήρησε πως ο Μπαρτ ήδη από το 1925, γράφοντας για τον δάσκαλό του Wilhelm Hermann, είχε αναπτύξει αναλυτικά το θέμα της αυτοαποκαλύψεως του θεού. Ο Μπαρτ τονίζει εδώ πως ο θεός είναι δυνατόν να γνωσθεί μόνον αποκαλύπτοντας “εαυτόν” σε εμάς όμως στην υποκειμενικότητα του ανθρώπου του Hermann, αντικαθιστά την υποκειμενικότητα του θεού, αλλά του θεού Μονάδος και Τριάδος. «Μιλώντας για τον θεό Μονάδα και Τριάδα –αναρωτιέται ο Μπαρτ– δεν θα ‘πρεπε να σκεφτούμε την ακατάσχετη υποκειμενικότητα του θεού που τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στο actus purissimus του τριπλού του προσωπικού Είναι;»
    Για να φέρει εις πέρας μια νέα Δογματική, στην οποία θα αναγνωρίζεται από την αρχή το πρωτείο του Λόγου του θεού και επομένως η Τριαδική διάσταση της αποκαλύψεως, ο Μπαρτ αφιερώνεται μέρα και νύχτα, όπως περιγράφει, με μια τέτοια ένταση που στην «διαρκεία της νύχτας ονειρεύομαι γύρω απ’ αυτά τα αινιγματικά πρόσωπα με τους “υποστατικούς τους χαρακτήρες” ad intra e ad extra, και γύρω από όλα τα πράγματα που πρέπει να υπολογισθούν με ακρίβεια στην προσπάθειά μας να μείνουμε στην γραμμή της Νίκαιας, ανάμεσα στην Μοναρχία και στην υποταγή του Υιού. Κατά πάσα πιθανότητα είμαι ο μοναδικός καθηγητής θεολογίας (εκτός των καθολικών, φυσικά) που σπάει το κεφάλι του μ’ αυτά τα πράγματα».
   Η βασική έννοια πάνω στην οποία βασιζόταν ήταν αυτή του Λόγου του θεού στον Ιησού Χριστό. Η σχέση θεού και ανθρώπου, για την οποία μιλά ο Χριστιανισμός στην καθαρή μορφή της ανακοινώσεως του Ευαγγελίου, είναι και αυτή “Λόγος”. Δεν γίνεται μόνον επειδή ανακοινώνεται στον άνθρωπο, αλλά είναι από την καταγωγή του. Ο Λόγος του θεού δεν τίθεται από την έννοια του ανθρώπου που ακούει, όπως ο θεός του Σλαϊερμάχερ τίθεται από το “αίσθημα της εξαρτήσεως”. Στην μεταμόρφωση της θεολογίας σε ανθρωπολογία εκ μέρους της φιλελεύθερης θεολογίας ο Μπαρτ αντιθέτει τις πρωτότυπες Αρχές των Μεταρρυθμιστών. Το αντικείμενο της Δογματικής δεν μπορεί να είναι λοιπόν η “χριστιανική πίστη” αλλά ο Λόγος του θεού.
    Ο Λόγος του θεού δεν βασίζεται ούτε περιέχεται στην χριστιανική πίστη, αλλά η χριστιανική πίστη στον Λόγο του θεού. Δεν πρόκειται να καταστραφεί βεβαίως ο συσχετισμός τους. Αλλά η πίστη δεν μπορεί να συλληφθεί παρά μόνον σαν απάντηση στον Λόγο του θεού και ταυτοχρόνως σαν αποτέλεσμα αυτού του Λόγου. Deus dixit.
    Τα προλεγόμενα της Δογματικής πρέπει να είναι μια αντιπαράθεση στην νεοπροτεσταντική Δογματική. Ενώ αυτή η τελευταία συνήθιζε να παρουσιάζει τις προϋποθέσεις και τις γενικές συνθήκες (φιλοσοφικο-θρησκευτικές, ψυχολογικές κ.τ.λ.) της χριστιανικής πίστεως, τώρα ο Μπαρτ θέλει να καθορίσει τα προλεγόμενα σαν μια περίληψη της Δογματικής, ικανής να απεικονίσει το όλον, σαν μια εισαγωγή με ένα προκριματικό άλμα σ’ αυτό το ίδιο το πράγμα (res ipsa) της Δογματικής, σαν μια απόδειξη πως η χριστιανική πίστη δεν είχε και ούτε έχει ανάγκη γενικών προϋποθέσεων.
   Γράφει τα προλεγόμενα του λοιπόν ο Μπαρτ σαν ένα λεπτομερές “Δόγμα του Λόγου του Θεού”, στα οποία εκτίθενται προκαταβολικώς και  ουσιαστικώς τα θέματα της Τριάδος, της ενσαρκώσεως, της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. «Όποιος δεν μιλά και δεν ακούει αυτόν τον θεό, όποιος γνωρίζει και δεν ομολογεί τον θεό σαν unus trinus, δεν μίλα και δεν ακούει τον Λόγο του θεού».
   Ο ενσαρκωθείς Λόγος είναι το κέντρο του στοχασμού: τα προλεγόμενα έχουν χαρακτήρα χριστοκεντρικό και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τον αποκλεισμό κάθε κριτηρίου διαφορετικού από την αποκάλυψη που μας δώρισε ο Ιησούς Χριστός.

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Karl Barth και η διαλεκτική θεολογία α Του Stefano Fontana


Karl Barth και η διαλεκτική θεολογία α

Του Stefano Fontana


Νάμαστε, νάμαστε, αγαπητοί φίλοι, καλησπέρα, καλώς ήρθατε. Απόψε αρχίζουμε να εξετάζουμε τον πρώτο από τους θεολόγους της ψευδούς θεολογίας, ύστερα από το μάθημα της περασμένης εβδομάδας, που ήταν κάπως προπαρασκευαστικό, θεμελιωτικό, εισαγωγικό.
Χαιρετώ όλους· όπως πάντα, θέλω να χαιρετήσω όχι μόνο τους παρόντες, τους οποίους ευχαριστώ ιδιαίτερα, αλλά και εκείνους που θα μας παρακολουθήσουν σε μαγνητοσκόπηση, όταν θα έχουν τον χρόνο, όταν θα έχουν μια στιγμή χαλάρωσης για να αφιερωθούν σε αυτά τα μαθήματά μας.
Ευχαριστώ φυσικά και την Esther, όπως πάντα. Απόψε έχω ετοιμάσει έναν αρκετά μεγάλο αριθμό διαφανειών και επομένως, αν μου επιτρέπετε, θα έμπαινα αμέσως in medias res, διότι το υλικό είναι αρκετά εκτενές. Απόψε, όπως γνωρίζετε, θα μιλήσουμε για τον Karl Barth και για τη διαλεκτική θεολογία, όπως ονομάστηκε η θεολογική του τοποθέτηση.

Βλέπετε στην εικόνα του εξωφύλλου το πρόσωπο του Karl Barth και την ημερομηνία της γέννησής του, 1886, και του θανάτου του, 1968. Θέλω όμως πρώτα απ’ όλα να κάνω μια διευκρίνιση που μου φαίνεται σωστό να κάνω, που μου φαίνεται τίμιο να κάνω. Εμείς εξετάζουμε τη θεολογία τους.
Το να πούμε ότι η θεολογία τους είναι ψευδής δεν σημαίνει ότι δείχνουμε έλλειψη σεβασμού προς το πρόσωπό τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κάποιος από αυτούς τους θεολόγους, όπως θα έχουμε την ευκαιρία και να διευκρινίσουμε, ήταν προφανώς προικισμένος με βαθύτατη χριστιανική πνευματικότητα. Κάποιος υπήρξε επίσης ικανός στη ζωή του να κάνει πολύ θαρραλέες επιλογές.
Υπήρξε όμως και κάποιος με ζωή, ας την ονομάσουμε έτσι, πιο επιπόλαιη, για να συνεννοούμαστε. Αλλά σε αυτά τα ζητήματα εμείς δεν μπαίνουμε. Ούτε για να περιγράψουμε τις αμφισβητήσιμες στάσεις στην προσωπική ζωή ούτε, πέρα φυσικά από μια ελάχιστη πληροφορία, για να επιμείνουμε στις θετικές πλευρές.
Γιατί; Επειδή αυτά τα πράγματα δεν επηρεάζουν τελικά την ορθότητα της θεολογικής τοποθέτησης. Θέλω να πω, με απλά λόγια, ότι ένας άνθρωπος, ένας θεολόγος, ο οποίος υποκειμενικά έβαλε όλη την ενέργεια του εαυτού του στο έργο του, που δεσμεύθηκε βαθιά με μια ειλικρινή πρόθεση να κάνει το καλό, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι αυτός ο θεολόγος παρήγαγε έπειτα μια ορθή θεολογία. Και επομένως είναι δυνατόν η θεολογία του να προκάλεσε ζημιές, παρά την απόλυτη καλή του πίστη.
Αυτή μου φαινόταν μια σωστή διευκρίνιση που έπρεπε να γίνει, η οποία αφορά τη μέθοδο που θέλουμε να ακολουθήσουμε· μια μέθοδο θεωρητική, που προσπαθεί να αναδείξει τη σκέψη, τις ιδέες, το θεολογικό σύστημα ενός ανθρώπου, αφήνοντας έπειτα κατά μέρος, ας πούμε έτσι, εκτός από κάποια σύντομη πληροφοριακή αναφορά, τις πλευρές της προσωπικής ζωής.

Λοιπόν, αφού ειπώθηκε αυτό, μπορούμε να αρχίσουμε με μερικές διαφάνειες που δεν αντιμετωπίζουν αμέσως το πρόβλημα Karl Barth. Γιατί; Διότι πρώτα μου φαίνεται πολύ σκόπιμο και ενδιαφέρον να παρουσιάσουμε τα δύο μεγάλα ρεύματα της σύγχρονης προτεσταντικής θεολογίας, τα οποία ονομάστηκαν, το ένα, φιλελεύθερη θεολογία, και το άλλο, διαλεκτική θεολογία, που θα είναι έπειτα και η θεολογία του Barth, όπως θα δούμε, αλλά όχι μόνο αυτού.

Από πού γεννιούνται αυτά τα δύο ρεύματα, τα οποία επίσης διαπλέχθηκαν μεταξύ τους, όπως συμβαίνει πάντοτε, αλλά που συχνά ακολούθησαν και ριζικά διαφορετικούς δρόμους, ακόμη και αντίθετους; Να λοιπόν το κίνητρο, η προέλευση: πρόκειται για ένα κεντρικό σημείο του προτεσταντισμού· δηλαδή, όπως γράφεται στη διαφάνεια, η προτεσταντική θεολογία δεν κατορθώνει να συνδυάσει μεταξύ τους τον ιστορικό Χριστό, τον Χριστό της ιστορίας, και τον Χριστό της πίστης.

Ο ιστορικός Χριστός, ο Χριστός της ιστορίας, είναι ένας άνθρωπος που έζησε σε έναν ορισμένο χρόνο, που είπε, που έκανε ορισμένα πράγματα, που σχετίστηκε με τους άλλους, είτε αυτοί ήταν οι θρησκευτικοί και πολιτικοί θεσμοί είτε ο λαός είτε ο στενός κύκλος των πιστών του· αλλά γι’ αυτόν μπορεί να μας μιλήσει μόνο η ιστορία, όχι η πίστη.
Έπειτα, αντίθετα, υπάρχει ο Χριστός της πίστης, δηλαδή αυτό στο οποίο πιστεύει ο χριστιανός σχετικά με εκείνον τον άνθρωπο: το γεγονός ότι δεν ήταν μόνο άνθρωπος και ότι η αποστολή του στη γη δεν εξαντλήθηκε στον χρόνο, στα βήματα που έκανε, στα λόγια που πρόφερε.

Επομένως, από τη μια πλευρά —διαβάζω— η προτεσταντική θεολογία παραπέμπει μόνο στον Χριστό της ιστορίας, όπως αυτός προκύπτει από μια ορθολογιστική εξέταση, και καταργεί τη χριστιανική δογματική. Δηλαδή αυτή η φιλελεύθερη θεολογία χρησιμοποιεί μόνο τον λόγο, μόνο την επιστήμη, παραβλέπει τη δογματική, δηλαδή τα περιεχόμενα της πίστης, επειδή αυτά δεν θα ανήκαν στην ιστορία, στον Ιησού της ιστορίας, αλλά θα ήταν ακριβώς μια ανάγνωση εκείνης της ιστορίας από την κοινότητα των πιστών.
Η άλλη, αντίθετα, η διαλεκτική θεολογία, απορρίπτει ακριβώς αυτόν τον ορθολογισμό, δηλαδή αυτή την εξέταση των ιστορικών δεδομένων με τη βοήθεια των επιστημών, και αντίθετα εμπιστεύεται μόνο την πίστη, μόνο τον λόγο. Τον λόγο, ο οποίος δεν είναι αποκλειστικά τα λόγια που πρόφερε ο Ιησούς, αλλά είναι τα λόγια που πρόφερε ο Ιησούς θεωρημένα ως ο λόγος του Θεού· και ο ίδιος ο Ιησούς θεωρημένος ως ο Λόγος του Πατέρα, δηλαδή ως η ίδια η σοφία του Θεού· λόγος, επομένως, με αυτή την έννοια.

Είναι σαφές ότι σε αυτή τη διάκριση ανάμεσα στα δύο ρεύματα διαπιστώνεται ακόμη μία φορά ότι στον προτεσταντισμό ο λόγος και η πίστη δεν βρήκαν ισορροπία· ούτε μπορούσαν να τη βρουν, δεδομένης της κεντρικής αντίληψης της προτεσταντικής πίστης, εκείνης της σωτηρίας μόνο διά της πίστεως.
Επομένως, ας πούμε ότι η φιλελεύθερη θεολογία τονίζει τον λόγο, βέβαια έναν ιδιαίτερο λόγο, έναν επιστημονικό λόγο, λόγο διαπίστωσης των γεγονότων, ενώ η διαλεκτική θεολογία απολυτοποιεί την πίστη. Είναι μια διάσταση που ο προτεσταντισμός, κατά τη ταπεινή μου γνώμη, δεν κατόρθωσε ποτέ να υπερβεί ούτε μπορούσε να το κάνει, ενώ στον καθολικισμό τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά.


Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να εμβαθύνουμε ακόμη για λίγο μαζί αυτή τη φιλελεύθερη θεολογία με την επόμενη διαφάνεια, αριθμός 3. Οι θεολόγοι, οι θεμελιωτές, ας τους ονομάσουμε έτσι, τα πιο γνωστά ονόματα της φιλελεύθερης θεολογίας ήταν ο Adolf von Harnack και ο Ernst Troeltsch· τους βλέπετε στις εικόνες.

Έχω συνοψίσει εδώ σε σημεία τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις της φιλελεύθερης θεολογίας.

Πέρασμα από τη δογματική μέθοδο στη λεγόμενη ιστορικοκριτική μέθοδο. Δογματική μέθοδος σημαίνει να διαβάζει κανείς το Ευαγγέλιο ξεκινώντας από τις αλήθειες της πίστης. Αντίθετα, ιστορικοκριτική μέθοδος σημαίνει να αφήνει κανείς κατά μέρος τις αλήθειες της πίστης και να μένει σε όσα τα Ευαγγέλια λένε πράγματι, στα ιστορικά γεγονότα.

Ιστορικοκριτική μέθοδος.
Δεύτερο σημείο: η ιστορική εικόνα του Ιησού πρέπει να θεωρείται το θεμέλιο της πίστης.

Τρίτο: η ουσία του χριστιανισμού βρίσκεται μόνο στα γραπτά της Καινής Διαθήκης· όχι λοιπόν στην Παλαιά Διαθήκη, διότι η Παλαιά Διαθήκη θα απαιτούσε μια ανάλυση όχι αποκλειστικά ιστορική.
Έπειτα, άλλο σημείο: ο von Harnack μελετά μόνο τα συνοπτικά Ευαγγέλια, αποφεύγοντας το Ευαγγέλιο του Αγίου Ιωάννη. Ο λόγος είναι φανερός. Τα συνοπτικά Ευαγγέλια είναι περισσότερο περιγραφικά. Το Ευαγγέλιο του Αγίου Ιωάννη είναι περισσότερο θεωρητικό, είναι περισσότερο θεολογικό, είναι περισσότερο δογματικό.
Άλλο σημείο: η φιλελεύθερη θεολογία υιοθετεί τη μέθοδο των επιστημών. Τη μέθοδο των επιστημών, για παράδειγμα τις θεωρίες σχετικά με τα λογοτεχνικά είδη, την καθίζηση των διαφορετικών υφών στην αφήγηση των γεγονότων, τις γλωσσικές πλευρές του προβλήματος, αλλά και τις αρχαιολογικές πλευρές, τις πλευρές που σχετίζονται με την ανάκτηση των πηγών, τις πλευρές που σχετίζονται με την πιστότητα στη μετάδοση των γραπτών· για παράδειγμα και τη χρονολόγηση, το πρόβλημα των μεταφράσεων, τη μετάφραση από τα ελληνικά στα λατινικά, έπειτα τις μεταγενέστερες αντιγραφές των μοναχών κ.λπ.


Αυτές είναι οι επιστημονικές πλευρές. Και θέλει να γνωρίσει τον Ιησού αντικειμενικά, δηλαδή όχι ιδωμένο μέσα από τον φακό του Πάσχα, με την πίστη στην ανάσταση, με όλα όσα αυτό συνεπάγεται, αλλά ιδωμένο στην ιστορική του αντικειμενικότητα· δηλαδή περιοριζόμενη σε όσα προκύπτουν από μια αντικειμενική ανάλυση της βιβλικής αφήγησης.

Φυσικά, με αυτόν τον τρόπο δίνεται ζωή σε μια μορφή ιστορικισμού, δηλαδή στον περιορισμό στα ιστορικά δεδομένα· πράγμα που παράγει, απαιτεί, όπως διαβάζουμε στην τελευταία γραμμή της διαφάνειας, μια διαδικασία αποελληνοποίησης. Δηλαδή, σύμφωνα με τον von Harnack, σύμφωνα με τον Troeltsch, οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν θα είχαν μείνει πιστοί στην ιστορικοκριτική μέθοδο. Σήμερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν θα είχαν μείνει πιστοί στα γεγονότα, αλλά προσέλαβαν τις νοητικές κατηγορίες της ελληνιστικής φιλοσοφίας, της ελληνικής φιλοσοφίας, και από αυτές ξεκίνησαν για να συναντήσουν τον Ιησού. Και σε αυτό το σημείο, λένε εκείνοι, δεν συνάντησαν πλέον τον ιστορικό Ιησού, αλλά συνάντησαν έναν άλλον Ιησού.

Ωραία, αυτά είναι τα θεμελιώδη σημεία· άλλα πράγματα θα τα δείτε στη συνέχεια.

Ας δούμε την επόμενη διαφάνεια, αριθμός 4, διότι πάνω σε αυτή την ιστορικοκριτική μέθοδο ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄ έκανε δύο ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις που θέλω να σας παρουσιάσω. Υπήρξαν μια αξιολόγηση.
Πρώτα απ’ όλα διευκρινίζω ότι για τη σημερινή καθολική θεολογία —καλύτερα, για την καθολική εξήγηση— οι απαιτήσεις που προβάλλει η ιστορικοκριτική μέθοδος πρέπει να θεωρούνται καθαυτές θεμιτές. Κανένας βιβλιστής σήμερα δεν θα έλεγε να αφήσουμε κατά μέρος την επιστημονική ανάλυση της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού.
Το 1943 ο Πίος ΙΒ΄ εξέδωσε την εγκύκλιο Divino Afflante Spiritu, στην οποία εξετάζει όλο το ζήτημα της ορθής βιβλικής και νεοδιαθηκικής εξήγησης και, χωρίς να χρησιμοποιεί την έκφραση «κριτική μέθοδος», χωρίς να βαπτίζει τις θέσεις του Harnack, διευκρινίζει ωστόσο ότι μια έρευνα υπό το φως του λόγου και των αποτελεσμάτων των επιστημών είναι απολύτως σημαντική και απαραίτητη και για τον καθολικό μελετητή.


Το πρόβλημα είναι ότι ο Harnack, ο Troeltsch κ.λπ., οι προτεστάντες, είχαν απολυτοποιήσει αυτή τη μέθοδο.
Ας δούμε λοιπόν τώρα τι είπε στον περίφημο λόγο στην Aula Magna του Πανεπιστημίου του Regensburg ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄· το διαβάζω μαζί σας.


Ως κεντρική σκέψη εμφανίζεται στον Harnack η επιστροφή στον απλό άνθρωπο Ιησού και στο απλό μήνυμά του, το οποίο θα προηγούνταν όλων των θεολογικοποιήσεων. Θα ήταν αυτό το απλό μήνυμα που θα αποτελούσε την αληθινή κορυφή του θρησκευτικού μηνύματος της ανθρωπότητας.
Ο Ιησούς θα είχε αποχαιρετήσει τη λατρεία προς όφελος της ηθικής. Τελικά παρουσιάζεται ως πατέρας ενός ανθρωπιστικού ηθικού μηνύματος. Η θεολογία, για τον Harnack, είναι κάτι ουσιαστικά ιστορικό και επομένως αυστηρά επιστημονικό.
Ότι ο Ιησούς είναι Θεός, από μια ιστορικοκριτική ανάλυση δεν προκύπτει. Από μια ιστορικοκριτική ανάλυση προκύπτει το πολύ ότι ο Ιησούς Χριστός πρότεινε μια ηθική ζωή αντάξια της ανθρωπότητας, αλλά όχι κάτι περισσότερο.
Σε μια άλλη παρέμβαση, ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄ —αυτή η παρέμβαση μπορεί να βρεθεί στην εισαγωγή του βιβλίου του για τον Ιησού από τη Ναζαρέτ. Όπως θα θυμάστε, ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄ έγραψε σε περισσότερες φάσεις μια εκτενή μελέτη για τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, και στην εισαγωγή εξετάζει φυσικά και το πρόβλημα της εξήγησης.

Ας δούμε αν η Esther περνά στη διαφάνεια αριθμός 5. Α, όχι, να τη. Λοιπόν, είμαστε ήδη εκεί, ευχαριστώ Esther.

Στο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, ο Βενέδικτος λέει ότι είναι σημαντικό να αναγνωριστούν τα όρια της ιστορικοκριτικής μεθόδου. Αυτή πρέπει να αφήνει τον λόγο στο παρελθόν. Το ιδιαίτερο αντικείμενό της είναι ο λόγος των ανθρώπων ως ανθρώπινος.
Βλέπει τα επιμέρους βιβλία της Γραφής μέσα στην ιστορική τους στιγμή και τα υποδιαιρεί περαιτέρω. Όμως η ενότητα όλων αυτών των γραπτών ως Βίβλου δεν της προκύπτει ως άμεσο ιστορικό δεδομένο. Η χριστολογική ερμηνευτική προϋποθέτει μια επιλογή πίστης, η οποία δεν μπορεί να προέλθει από την καθαρή ιστορική μέθοδο.

Νά, μια σαφής διατύπωση που περιλαμβάνει τρία σημαντικά μηνύματα. Πρώτα απ’ όλα, το πρώτο: αν εμείς υιοθετήσουμε την ιστορικοκριτική μέθοδο, περιοριζόμαστε σε όσα ο Χριστός έκανε και είπε τότε, δηλαδή σε εκείνη την ιστορική στιγμή. Επομένως δεν θα είχε πλέον τίποτε να μας πει σήμερα, αφού έχει αλλάξει η ιστορική κατάσταση.
Το δεύτερο: στην ιστορικοκριτική μέθοδο δεν προκύπτει ποτέ, ως άμεσο δεδομένο, η θεμελιώδης ενότητα όλων των βιβλίων της Βίβλου, το γεγονός δηλαδή ότι τα βιβλία της Βίβλου συγκροτούν έναν ενιαίο λόγο. Αυτό είναι σημαντικό για να ενταχθεί κάθε επιμέρους βιβλίο στο πλαίσιό του, διότι κάθε κείμενο πρέπει να αξιολογείται μέσα σε ένα συμφραζόμενο. Και αυτό δεν της προκύπτει. Της προκύπτει το επιμέρους κείμενο, το επιμέρους βιβλίο, αλλά όχι το σύνολο.
Τελευταίο: η σαφής δήλωση ότι, αν θέλει κανείς να κατανοήσει, να ερμηνεύσει επαρκώς τον Ιησού, πρέπει να προϋποθέσει την πίστη, η οποία φωτίζει και τη χρήση των επιστημών. Να λοιπόν, αυτή η τοποθέτηση του Βενεδίκτου μου φαίνεται πολύ έγκυρη και διαφωτιστική.

Περνούμε στη διαφάνεια αριθμός 6. Τώρα, αυτή η φιλελεύθερη θεολογία, αγαπητοί φίλοι, πού θα καταλήξει; Δηλαδή, αν αυτή η ιστορικοκριτική τοποθέτηση συνεχίσει, όπως και συνέχισε προφανώς και στις επόμενες δεκαετίες, είναι σαφές ότι η έκβαση, ας πούμε η συνέχεια, η επόμενη ανάπτυξη της φιλελεύθερης θεολογίας, είναι η αναγωγή του Θεού σε άνθρωπο· είναι η αναγωγή της θρησκείας σε ανθρώπινη ή ανθρωπιστική ηθική.

Η τελική έκβαση είναι εκείνη που έπειτα θα ονομαστεί, με μια έκφραση που περιλαμβάνει πολλές θέσεις, ακόμη και κάπως διαφορετικές μεταξύ τους, η θεολογία του θανάτου του Θεού, και το Ευαγγέλιο θα εκκοσμικευθεί. Δηλαδή, αν εμείς παραβλέψουμε το βλέμμα της πίστης και τη δογματική ανάγνωση του Ευαγγελίου, το Ευαγγέλιο δεν θα μπορέσει να μας αποκαλύψει παρά μόνο πράξεις και λόγια απλώς ανθρώπινα, ιστορικά και όχι πλέον μεταϊστορικά, σχετικά με τον χρόνο και όχι πλέον σχετικά με την αιωνιότητα.
Να γιατί επέλεξα να σας δείξω και αυτό το απόσπασμα από ένα γνωστό έργο, Το κοσμικό νόημα του Ευαγγελίου, του Paul Van Buren, ενός από τους εκπροσώπους της λεγόμενης θεολογίας του θανάτου του Θεού, μαζί με τον Altizer και τον Robinson.

Λέει σε αυτό το έργο ο Van Buren: η σημερινή κατάσταση της χριστολογίας, όπως διαμορφώθηκε από τον Adolf von Harnack —βλέπετε ότι παραπέμπει ρητά στην ιστορικοκριτική μέθοδο—, μπορεί να συνοψιστεί λέγοντας ότι η αρχική, δυναμική, ιστορική πίστη της Πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας εξελληνίστηκε με την είσοδο της Εκκλησίας στον ελληνικό κόσμο. Να λοιπόν η ανάγκη που αναδύεται στη φιλελεύθερη θεολογία για αποελληνοποίηση του χριστιανισμού.

Το Ευαγγέλιο μεταμορφώθηκε και παραμορφώθηκε σε μια μεταφυσική, στατική, θεωρητική θεωρία περί του προσώπου του Χριστού και περί της θεότητας. Καθήκον της σύγχρονης θεολογίας είναι η επιστροφή στην εβραϊκή μορφή σκέψης και η εγκατάλειψη της μεταφυσικής σκέψης των Πατέρων της Εκκλησίας.
Μπορούμε να πούμε κάτι ως σύνθεση αυτής της φράσης: για τον Van Buren, τον θεολόγο του θανάτου του Θεού, καθήκον της σύγχρονης θεολογίας είναι η επιστροφή σε μια μορφή υπαρξιστικής, αντι-μεταφυσικής σκέψης, την οποία εκείνοι έβλεπαν στην εβραϊκή σκέψη —πράγμα συζητήσιμο—, αλλά πάντως μια σκέψη που έχει ως χαρακτηριστικό ότι δεν είναι πλέον θεωρητική, δεν είναι πλέον μεταφυσική, δεν εντοπίζει πλέον δόγματα που παραμένουν πάντοτε ίδια.
Με τον όρο «στατική», σε αυτή τη φράση, εννοούνταν αυτό: δηλαδή όχι πλέον δογματική· η στατικότητα θεωρείται ως συνώνυμο της δογματικότητας.

Τώρα, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τι κάνει ο Karl Barth; Μπαίνουμε λοιπόν στην καρδιά της αποψινής μας βραδιάς με τη διαφάνεια αριθμός 7. Ο Karl Barth απορρίπτει όλη αυτή την τοποθέτηση. Ήταν λοιπόν αναγκαίο, το καταλαβαίνετε πολύ καλά, να παρουσιάσουμε τη φιλελεύθερη θεολογία· διαφορετικά η πρόταση του Barth δεν θα γινόταν καλά κατανοητή.
Η διαλεκτική θεολογία: ποια είναι τα θεμελιώδη σημεία της; Και εδώ επέτρεψα στον εαυτό μου να κάνω μια σύνθεση σε αυτά τα σημεία.

Ο Θεός μπορεί να γίνει δεκτός και κατανοητός μόνο μέσω της πίστης.

Δεύτερον, ο Θεός πρέπει να θεωρείται ο deus absconditus της Μεταρρύθμισης, ο εντελώς Άλλος, με την απόρριψη της analogia entis.

Εδώ πρέπει να διευκρινίσω μερικές έννοιες. Για την καθολική θεολογία, ο Θεός είναι βέβαια απείρως διαφορετικός από τον άνθρωπο, όπως το άπειρο σε σχέση με το πεπερασμένο· όμως δεν είναι ο εντελώς Άλλος, διότι αυτό θα συνεπαγόταν αδυναμία σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και στον Θεό. Ανάμεσα στη φύση και την υπερφύση υπάρχει μια πολύ ισχυρή διαφορά, προφανώς, αλλά όχι τέτοια που να διακυβεύει μια σχέση ανάμεσα στη φύση και την υπερφύση.
Στη διαλεκτική θεολογία αυτή η άπειρη απόσταση τίθεται με απολύτως σαφή τρόπο. Τι αρνείται εδώ; Αρνείται την έννοια της αναλογίας του όντος. Όποιος έχει παρακολουθήσει τα μαθήματα της σχολής φιλοσοφίας ή όποιος έχει διαβάσει το βιβλίο μου Η Χριστιανική Φιλοσοφία γνωρίζει αυτή την έννοια.
Είναι μια θεμελιώδης μεταφυσική έννοια. Ανάμεσα στα υπάρχοντα όντα, σε όλα τα υπάρχοντα όντα, δεν υπάρχει ετερογένεια, δεν υπάρχει ούτε μονοσημία· υπάρχει αναλογικότητα. Δηλαδή όλα τα υπάρχοντα όντα είναι εν μέρει διαφορετικά και εν μέρει ίδια.
Θυμίζω —εδώ θα μπορούσε να γίνει ένα ειδικό μάθημα μεταφυσικής· ξέρετε ότι τα μαθήματα για τη χριστιανική φιλοσοφία είναι πάντοτε διαθέσιμα στον ιστότοπό μας—, θυμίζω ότι αυτή η διαφορά μέσα στην ενότητα δίνεται από το εξής, αλλά το αναφέρω χωρίς φυσικά να μπορώ να το εξηγήσω: ότι ανάμεσα στην ουσία και στην πράξη του είναι υπάρχει σε όλα τα όντα μια σχέση, αλλά αυτή η σχέση είναι διαφορετική στα διάφορα όντα. Να το σημαντικό στοιχείο. Γι’ αυτό και ο Θεός έχει ουσία και πράξη του είναι· αλλά επειδή τα έχει σε ταύτιση, ο Θεός είναι η ίδια η πράξη του είναι, το esse ipsum. Με αυτόν τον τρόπο ο Θεός είναι απείρως μακριά από τα άλλα ζωντανά όντα, αλλά δεν είναι ο εντελώς Άλλος.
Με τον άνθρωπο, μεταξύ άλλων, υπάρχει, ας πούμε έτσι, όχι εγγύτητα, αλλά υπάρχει μια βαθιά σχέση. Δεν είναι δυνατόν σε αυτό το πλαίσιο να εξηγήσουμε περισσότερο· όμως να γνωρίζετε αυτό: ότι δυνάμει της αναλογίας των όντων μπορούσε κανείς να ανεβεί —ο άνθρωπος μπορούσε να ανεβεί με τη σκέψη του, με τον λόγο του— από τα πεπερασμένα όντα στον ίδιο τον Θεό, το άπειρο ον. Τώρα, με τον Θεό νοούμενο ως εντελώς Άλλον, η άνοδος από τα πεπερασμένα όντα στον Θεό Δημιουργό, με τον λόγο, δεν είναι πλέον δυνατή.


Άλλο σημείο: η ιστορία μας είναι, για τη διαλεκτική θεολογία, κατάρα, και ο Χριστός έρχεται να μας συναντήσει για να μας σώσει. Δηλαδή εδώ φαίνεται η αντίληψη της Μεταρρύθμισης για το προπατορικό αμάρτημα, το οποίο είναι κατάρα· δηλαδή είναι η εκμηδένιση του ανθρώπου, μάλιστα είναι η συγκρότηση του ανθρώπου ως αντιθετικού προς τον Θεό, ως αντίθετου προς τον Θεό. Γι’ αυτό από τον άνθρωπο δεν μπορεί να προκύψει καμία σωτηρία, ούτε καν η περιορισμένη σωτηρία μιας χρήσης του λόγου σύμφωνα με την αλήθεια. Μόνο ο Θεός μπορεί να σώσει.
Έπειτα, η διαλεκτική θεολογία είναι σκεπτική απέναντι στην ιστορία. Γιατί η διαλεκτική θεολογία καταδικάζει, εν μέρει φυσικά, τον Harnack και την ιστορικοκριτική μέθοδο; Διότι τα θεωρεί υπερβολικά εξαρτημένα από την ιστορία. Αλλά από την ιστορία, λένε, δεν μπορεί παρά να προκύψει ένας καταστροφικός σχετικισμός, επειδή η ιστορία αλλάζει.

Εκείνοι, αντίθετα, εμπιστεύονται τον λόγο, όχι την ιστορία.

Τελευταίο σημείο: η θεολογία δεν μπορεί να υποταχθεί σε εξωτερικά κριτήρια επιστημονικής έρευνας. Η θεολογία έχει μια λογική, έχει και μια επιστημονική λογική, λένε· αλλά αυτή η επιστημονική λογική προέρχεται από την αποκάλυψη, όχι από την ανθρώπινη σκέψη.


Διαφάνεια αριθμός 8. Μετά από αυτή την παρουσίαση της διαλεκτικής θεολογίας, σε όλα τα θεμελιώδη σημεία της, ας διευκρινίσουμε πώς η διαλεκτική θεολογία είναι αντίθετη προς την επιστημονικότητα της θεολογίας· δηλαδή λέει ότι η θεολογία δεν μπορεί να είναι επιστήμη. Όχι μόνο ότι δεν είναι επιστήμη όπως οι άλλες επιστήμες· όχι, όχι· ότι δεν μπορεί να είναι επιστήμη.
Γιατί; Διότι οι επιστήμες είναι μια ανθρώπινη προσπάθεια, αλλά το υποκείμενο της πίστης δεν είναι ο άνθρωπος· είναι ο Θεός. Για τον Barth δεν είναι ότι η πίστη είναι η πιστότητα του ανθρώπου προς τον Θεό. Όχι. Η πίστη είναι η πιστότητα του Θεού· η προέλευση της πίστης είναι ο Θεός. Η πίστη δεν είναι μια κίνηση του ανθρώπου προς τον Θεό.
Επομένως κάθε ανθρώπινη προσπάθεια, μέσα στη λουθηρανική, προτεσταντική, και ιδιαίτερα καλβινιστική οπτική —ο Barth ήταν Ελβετός και κυρίως καλβινιστής—, δεν μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο· το υποκείμενο της πίστης είναι ο Θεός και όχι ο άνθρωπος.
Έπειτα, ο άνθρωπος δεν βρίσκει μέσα του το κριτήριο για να κρίνει τον λόγο του Θεού, διότι ο Θεός είναι εκείνος που μιλά για τον εαυτό του όταν αποκαλύπτεται. Και αυτό που λέει ο Θεός είναι απείρως ανώτερο από όσα μπορεί να πει ο άνθρωπος χρησιμοποιώντας τον λόγο του και τα ορθολογικά του κριτήρια.
Η αποκάλυψη του Θεού έρχεται έπειτα από έξω από εμάς τους ίδιους και από την κατανόηση του κόσμου. Επομένως δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε από εμάς τους ίδιους, με τη λογικότητά μας, και από τον κόσμο μας.
Τέλος, η λογικότητα δεν είναι δική μας, αλλά συνίσταται στην ελεύθερη λογικότητα του Θεού.
Είναι λοιπόν σαφές ότι εδώ υπάρχει η εκμηδένιση του ρόλου της φιλοσοφίας ως λόγου απέναντι στη θεολογία. Εμείς πάντοτε λέγαμε ότι η θεολογία αξιοποιεί τη φιλοσοφική εννοιολογία, υπονοώντας με αυτό μια φυσική φιλοσοφία. Ε, λοιπόν, ο Barth δεν έχει αυτή την άποψη.
Αντίθετα, ο Barth λέει ότι η θεολογία πρέπει να κάνει χωρίς τη φιλοσοφία, πρέπει να κάνει χωρίς τον λόγο και πρέπει να αφήνει τα ορθολογικά της κριτήρια να της υπαγορεύονται από την ίδια την αποκάλυψη.


Ας δούμε τη διαφάνεια αριθμός 9. Η διαφάνεια αριθμός 9 απαντά σε αυτή την ερώτηση: γιατί η θεολογία του Barth λέγεται διαλεκτική;
Όταν μιλούμε για διαλεκτική, έχουμε στον νου μας την εγελιανή διαλεκτική, έτσι δεν είναι; Θέση, αντίθεση, σύνθεση. Η εγελιανή διαλεκτική έβρισκε στη σύνθεση μια ολοκλήρωση, μια πραγματοποίηση. Αλλά ας προσπαθήσουμε να αφαιρέσουμε τη σύνθεση και να διατηρήσουμε μόνο θέση και αντίθεση. Να λοιπόν, αυτή είναι η διαλεκτική για τον Barth.
Η ζωή γενικά και η ζωή πίστης του πιστού είναι μια συνεχής πάλη ανάμεσα σε θέση και αντίθεση, ανάμεσα στο θετικό και στο αρνητικό, ανάμεσα στην κατάφαση και στην άρνηση.

Ας διαβάσουμε τι λέει εδώ ο Karl Barth:

«Αν έχω ένα σύστημα, αυτό συνίσταται στο να διατηρώ διαρκώς παρούσα, στη θετική και αρνητική της σημασία, εκείνη που ο Kierkegaard ονόμασε άπειρη ποιοτική διαφορά ανάμεσα στον χρόνο και την αιωνιότητα. Ο Θεός είναι στον ουρανό και εσύ είσαι στη γη. Η σχέση αυτού του Θεού με αυτόν τον άνθρωπο, η σχέση αυτού του ανθρώπου με τον Θεό, είναι για μένα το μοναδικό θέμα της Βίβλου και της φιλοσοφίας».
Αλλά ανάμεσα στον χρόνο και την αιωνιότητα υπάρχει μια διαλεκτική αντίθεση. Αλληλοαποκλείονται και δεν μπορούν να βρουν λύση σε μια σύνθεση. Από εδώ γεννιέται η διαλεκτική θεολογία.
Για τον Barth, η ζωή της πίστης είναι μια συνεχής ένταση ανάμεσα σε δύο αντιτιθέμενους πόλους. Και ζητεί λοιπόν —όπως θα πούμε καλύτερα σε λίγο— ζητεί από τον πιστό ένα στοίχημα. Διότι δεν υπάρχει δυνατότητα, μέσω του θεολογικού λόγου, να βρεθεί μια λύση, να συμφιλιωθούν τα αντίθετα.
Να λοιπόν από πού προέρχεται ο όρος «διαλεκτική θεολογία». Πράγματι, ο υπαρξιστής φιλόσοφος Luigi Pareyson, σχολιάζοντας αυτό το χωρίο που διαβάσαμε, έγραφε: η πίστη είναι παράδοξο. Η χριστιανική πίστη είναι παράδοξο, ανεξήγητο παράδοξο. Κάθε σχέση με τον Θεό είναι παράδοξο.
Πώς σχετίζεται η πίστη με τον λόγο; Είναι παράδοξο. Πώς γίνεται ο Θεός άνθρωπος; Είναι παράδοξο.
Πώς γίνεται ο θάνατος να γίνει ζωή; Είναι παράδοξο. Για τον Barth η πίστη είναι απολύτως παράδοξη.

Ας δούμε τη διαφάνεια αριθμός — όχι τη 10, γιατί μου φαίνεται ότι είναι επανάληψη αυτής, αλλά την 11.

Επομένως, εμείς πάντοτε θεωρούσαμε, καθολικά, ότι ο λόγος, η φιλοσοφία, θεμελιώνει, βοηθά ή δείχνει τη λογικότητα της πίστης. Αντίθετα, ο Barth αρνείται όλα αυτά. Τα αρνείται ως μια βλάσφημη στάση του ανθρώπου, ο οποίος λησμονεί την άπειρη ετερότητα του Θεού σε σχέση με τον εαυτό του.
Ο Karl Barth γράφει: sola fide, μόνο διά της πίστεως στέκεται ο άνθρωπος ενώπιον του Θεού. Κινούμενη από Αυτόν, η πιστότητα του Θεού μπορεί μόνο να πιστευθεί, ακριβώς επειδή είναι πιστότητα του Θεού. Το να πει κανείς περισσότερα θα σήμαινε να πει λιγότερα.
Δηλαδή, το να βρίσκει κανείς λογικά κίνητρα σχετικά με τον Θεό, ως θεμέλιο της λογικότητας της πίστης, δεν σημαίνει ότι λέει περισσότερα, αλλά ότι λέει λιγότερα· διότι θα ήταν σαν να λέει ανθρώπινα λόγια και όχι πλέον θεία λόγια.
Σε ένα άλλο χωρίο ο Barth λέει επίσης: αν θεωρηθεί από την άποψη της ψυχολογίας, είναι ένα συνεχές άλμα στο αβέβαιο, στο σκοτεινό, στο κενό. Είναι αλήθεια ότι αυτό φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση —για μένα μάλιστα έρχεται πράγματι σε αντίθεση—, πάντως μπορεί να φαίνεται ότι έρχεται σε αντίθεση με την απαίτηση του Αγίου Πέτρου: να δίνετε λόγο για την πίστη σας.

Συνεχίζεται

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΔΕΝ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΤΟΥ ΦΟΝΤΑΝΑ ΔΕΝ ΔΙΑΤΙΘΕΤΑΙ.

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2022

Η ΤΡΙΑΔΑ ΨΗΛΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ (KARL BARTH) - 21

 Συνέχεια από Σάββατο, 14 Μαρτίου 2020

Στις πηγές τής νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧ)

ΑΠΟΛΥΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΥΠΑΡΞΕΩΣ

Τώρα λοιπόν το δόγμα της αποκαλύψεως θα δεχθεί μια επεξεργασία συγκεντρωμένη αποφασιστικά στην Χριστολογία και γι’ αυτό ακριβώς Τριαδική. Ο Μπαρτ με σθένος και αποφασιστικότητα θέλει να αντιστρέψει την θεολογική μεθοδολογία που ίσχυσε στον νεοπροτεσταντισμό: Να μιλήσουμε για τον θεό, σημαίνει κάτι ουσιαστικώς διαφορετικό από το να μιλήσουμε για τον άνθρωπο σε πιο υψιπετείς τόνους. Ας θυμηθούμε πως στον Σλαϊερμάχερ η Τριάδα τοποθετείται στον Επίλογο, ενώ στον Μπαρτ στα προλεγόμενα τής “Εκκλησιαστικής Δογματικής”.
Στα προλεγόμενα ο Μπαρτ αναρωτιέται γύρω από τον Λόγο του θεού σαν “κριτήριο” τής Δογματικής. Ποιος είναι ο θεός στην αποκάλυψή του; Σ’ αυτή την ερώτηση ο Μπαρτ απαντά με το Τριαδολογικό δόγμα της αρχαίας Εκκλησίας. Το Τριαδικό δόγμα χαρακτηρίζει σαν “χριστιανικό” ένα δόγμα γύρω από τον θεό. Μόνο που ο Μπαρτ εννοεί το Τριαδικό δόγμα σαν σχόλιο στην πρόταση: «Ο θεός αποκαλύπτεται σαν ο Κύριος». Γι’ αυτό ο θεός αποκαλύπτει τον εαυτό του σε μας σαν Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα.[Ας προσέξουμε ότι όλοι οι σύγχρονοι θεολόγοι μιλούν γιά αποκάλυψη, όχι γιά ενανθρώπιση]
Η Εκκλησία αναγκάστηκε να πολεμήσει για να αναγνωριστεί το Τριαδικό δόγμα στην διάρκεια του 4ου αιώνος, όταν χρειάστηκε να υπερασπιστεί την θεότητα του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος. Δηλαδή με τον Ιησού Χριστό και με το Άγιο Πνεύμα έχουμε να κάνουμε πάντοτε μόνον με τον Θεό. Αυτό ακριβώς αρνούνται οι αντίπαλοι της Αγίας Τριάδος όλων των εποχών, και οι αρχαίοι και  οι σύγχρονοι.
Ο Μπαρτ δεν είχε καμία πρόθεση να επινοήσει μια απαγωγή της Τριάδος από κάποιο a priori, αλλά να εκφράσει μόνον, με μια ειδική προοπτική, οτιδήποτε βεβαιώνει η αποκάλυψη, η οποία περιέχεται στην Βίβλο και στο δόγμα της αρχαίας Εκκλησίας. Ο θεός και η αποκάλυψή Του υπάρχουν μέσα στη Βίβλο. Αυτή όμως είναι η αποκεκαλυμμένη μαρτυρία ακριβώς επειδή είναι Μαρτυρία του Χριστού. Ο Χριστός είναι η πραγματικότης, δηλαδή η πραγματικότης του αποκεκαλυμμένου Λόγου σε μας, μια φορά για πάντα. Το γεγονός Ιησούς Χριστός.
Ο Μπαρτ γνωρίζει όμως ταυτόχρονα ότι η Βιβλική Μαρτυρία του θεού στην αποκάλυψή Του, δεν ταυτίζεται με το Τριαδικό δόγμα, παρότι αντιλαμβάνεται ανάμεσά τους μια αληθινή και βασική σχέση. «Ότι ο θεός είναι ένας και τρεις, ότι η ενότης και η τριαδικότης δεν υφίστανται μόνον στην αποκάλυψη αλλά και σ’ αυτόν τον ίδιο τον θεό και επομένως δεν πρέπει να μιλάμε για μια φανέρωση της Οικονομίας της Σωτηρίας αλλά για μια πραγματικότητα που ενυπάρχει στον θεό, όλο αυτό αποτελεί ένα δόγμα της Εκκλησίας και όχι ένα βιβλικό δόγμα, δηλαδή δεν είναι κάτι που εκφράζεται ξεκάθαρα μέσα στην Βίβλο».

«Το Τριαδικό δόγμα είναι μια εξήγηση, ένα ιδιαίτερο σχόλιο, που έγινε δεκτό και κατανοητό από την Εκκλησία σαν την νόμιμη μαρτυρία της αποκαλύψεως».
Όλες οι θέσεις του Μπαρτ γύρω από την ενυπάρχουσα και μόνιμη Τριάδα, τού φανερώνονται σαν αναγκαίες λογικές προϋποθέσεις της Οικονομικής Τριάδος. Δεν εκφράζουν παρά μία και μόνη Ιδέα: Στον θεό, η διαφορά, η ενότης, και ο τρόπος υπάρξεως, είναι τέτοιες ακριβώς όπως επιβάλλονται στην Βιβλική Μαρτυρία της αποκαλύψεως!

ΑΠΟΛΥΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΥΠΑΡΞΕΩΣ

Η Τριάδα δεν ονομάζει μόνο την ενότητα του Θεού, αλλά την καθορίζει, την ενδυναμώνει. Η ενότης του Θεού έχει στερεότητα ακριβώς λόγω της «τριπλής επαναλήψεως τού μοναδικού Θεού». Αυτή η αληθινή ripetitio aeternitatis in aeternitate κάνει τον Θεό, πού είναι τρία πρόσωπα, μια μοναδική προσωπικότητα.

Έτσι φτάνουμε, όπως λέει ο Μπάρτ, στο πιο δύσκολο σημείο της τριαδολογικής έρευνας: Τί σημαίνει ο όρος πρόσωπο ο οποίος χρησιμοποιείται συνήθως; Ή γενικώς, τί σημαίνει ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα διακριτοί ή διατεταγμένοι στον Θεό; Κάτω από πια έννοια μπορούμε να τους συγκεντρώσουμε; Τί είναι, εκτός του γεγονότος πώς καθένα από αυτά και όλα μαζί είναι ο μοναδικός αληθινός θεός; Ποια είναι η γενική αρχή πού διέπει το Είναι τους σαν Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα;

Πάντως όλες οι δυσκολίες που προέκυψαν από τον όρο πρόσωπο και από την έννοιά του, ομολογεί ο Μπαρτ, δεν δηλώνουν παρά τις δυσκολίες που εμπεριέχονται στην προβληματική. Παραμένει λοιπόν επικίνδυνο να συνεχίσουμε να μιλάμε για πρόσωπο στον Θεό χωρίς προσοχή και ενδοιασμούς.

Μετά τούς δογματικούς ορισμούς της αρχαίας εκκλησίας η έννοια τού προσώπου πήρε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Ο Μπάρτ βεβαίως δεν υποπτεύθηκε πως αυτή η στροφή είχε σχέση ακριβώς με τον Χριστιανισμό και με την σταθερή επιρροή του στον Δυτικό πολιτισμό.

Το γεγονός πως το νόημα τού προσώπου συνέπεσε τελικώς με εκείνο του ΕΓΩ αντιτιθεμένου σε κάθε άλλο ΕΓΩ, σε μια ανεξάρτητη, ιδιαίτερη, διακεκριμένη ελευθερία, δεν μας επιτρέπει να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον όρο αναφορικά με τον Χριστιανικό Θεό χωρίς να πέσουμε σε αντιφάσεις. Η Τριάδα κατά τον Μπάρτ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελείται από τρία πρόσωπα σαν ΕΓΩ αυτοσυνείδητα και ελεύθερα, διότι θα πέσουμε αμέσως στον Τριθεϊσμό. 
«Η Ρωμαιοκαθολική θεολογία μιλά ακόμη για πρόσωπο στην τριαδική θεολογία σαν να μην έχει υπάρξει στο μεταξύ η μοντέρνα έννοια της προσωπικότητος, λες και ο ορισμός του Βοήθιου είναι σύγχρονος και κατανοητός από όλους, σαν να είχε εξηγηθεί κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνος το νόημα αυτού του ορισμού τόσο καλά ώστε να μπορούμε να μιλάμε με κάποιο όφελος για τρία πρόσωπα στην Αγία Τριάδα».

Μιλώντας για πρόσωπα στον θεό σήμερα όλοι θα καταλάβαιναν ότι έχουμε να κάνουμε με τρία υποκείμενα, με τρία ΕΓΩ, κάτι που δεν συμφωνεί βεβαίως με την Βιβλική διδασκαλία περί Ενός Θεού και Κυρίου. Θα μπορούσαμε βεβαίως να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι ο Πατήρ και ο Υιός που μας παρουσιάζει η Γραφή είναι πρόσωπα ή υποκείμενα με την κοινή έννοια της εκφράσεως. Επειδή όμως υπάρχει αυτό το Vinculum Caritatis (ο δεσμός της αγάπης) ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό, το «Άγιο Πνεύμα» δεν θα μπορούσε με τίποτε να κατανοηθεί σαν τρίτο “πρόσωπο” με την μοντέρνα σημασία του όρου. Είναι λοιπόν ξεκάθαρο, κατά τον Μπαρτ, πως το Άγιο Πνεύμα δεν είναι ένα τρίτο πνευματικό υποκείμενο, ένα τρίτο ΕΓΩ, ένας τρίτος Κύριος δίπλα στους άλλους δύο Κυρίους, αλλά ένας τρίτος τρόπος υπάρξεως του μοναδικού θείου υποκειμένου, του μοναδικού Κυρίου. 
Ο Μπαρτ ξεκαθαρίζει πολύ γρήγορα όπως θα δούμε πως το πρόσωπο στην Αγία Τριάδα σημαίνει «τρόπος υπάρξεως». Δεν μπορούμε όμως, σ’ αυτό το σημείο να μην αναρωτηθούμε πως και ένας τόσο οργανωμένος και λεπτός θεολόγος σαν τον Μπαρτ, αρνείται με τόση βεβαιότητα στους τρεις της Αγίας Τριάδος να είναι ΕΓΩ που κοινωνούν στην περιχώρηση μιας μοναδικής θεϊκής Ουσίας. Μήπως δεν είναι το ΕΓΩ η κορυφαία Δημιουργία του θεού, στο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του ανθρώπου; Δεν είναι επομένως το μόνο αξιοπρεπές για να αποδοθεί στα Τριαδικά πρόσωπα; Και εάν δεν μπορούμε να ονομασθούμε ΕΓΩ , τότε ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο από τρία ΕΓΩ! Και εάν επρόκειτο για ΕΓΩ μ’ έναν απολύτως ασύγκριτο τρόπο, τέτοιο ώστε να τους επιτρέπει να οικοδομήσουν μαζί, εντελώς παράδοξα, ένα μοναδικό Θεό και Κύριο; Γιατί να αρνηθούμε a priori αυτό το θεϊκό σκάνδαλο και να μην το αντιμετωπίσουμε με μεγαλύτερη προσοχή; Ή μήπως είναι από πίσω η “Ιδεαλιστική” ανησυχία να δούμε τον θεό σαν ένα μοναδικό «πρόσωπο», ένα μοναδικό «υποκείμενο» ή «ΕΓΩ», η οποία εμποδίζει τον Μπαρτ να ομολογήσει τα τρία πρόσωπα σαν τρία θεϊκά «ΕΓΩ»;

Όπως και να ‘χει πάντως, ο Μπάρτ ισχυρίζεται πως πρέπει να αποφύγουμε την μοντέρνα έννοια του «ΕΓΩ» και να χρησιμοποιήσουμε τον όρο ΠΡΟΣΩΠΟ με την σημασία του «τρόπου υπάρξεως» (Seinseweise) εάν επιθυμούμε να αναγγείλουμε τον θεό σαν τον Κύριο που αυτοαπεκαλύφθη και προσεφέρθη στον Ιησού Χριστό! 
Και ο Λούθηρος και ο Καλβίνος, αναγνωρίζει ο Μπάρτ, συνέχισαν όσον αφορά την Τριαδικότητα την κληρονομιά της αρχαίας εκκλησίας. Από την μεριά του οικειοποιείται επίσης και την θέση, Θωμιστική και νεοσχολαστική στην συνέχεια, του προσώπου σάν σχέση. Τοιουτοτρόπως μπορεί να μιλήσει για τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο πνεύμα σάν τρείς «τρόπους υπάρξεως» του μοναδικού θεού, στην ιδιαιτερότητά τους και στην αμοιβαιότητα των σχέσεών τους. (Κ.ΒARTH, DieKirchliche, Ι/1,6, σ.386).

Για ένα πράγμα είναι σίγουρος ο Μπάρτ: πως η αρχαία έννοια τού προσώπου σήμερα είναι νεκρή. Γι’ αυτό, ενώ η αρχαία δογματική και η δογματική των καθολικών ομιλούν για τα τρία πρόσωπα μ’ έναν τρόπο νοηματικώς αδιάφορο, ο Μπάρτ βεβαιώνει: «ο θεός πού αποκαλύπτεται σύμφωνα με τις Γραφές είναι ένας σε τρείς διακεκριμένους τρόπους υπάρξεως, οι οποίοι αποτελούνται από αμοιβαίες σχέσεις. Μ΄ αυτόν τον τρόπο ο αποκεκαλυμμένος Θεός είναι ο Κύριος, δηλαδή το θείο «ΕΣΥ» που συναντά το ανθρώπινο «ΕΓΩ», το άτρεπτο υποκείμενο το οποίο απευθύνεται προς τον άνθρωπο για να δεθεί και να αποκαλυφθεί σ’ αυτόν ακριβώς σαν ο Θεός του».

Μ’ αυτή την έννοια δεν υπάρχει κανένας λόγος να εγκαταλείψουμε την έννοια του προσώπου. Παρότι δεν μπορούμε πλέον να την χρησιμοποιήσουμε παρά μόνον δίνοντάς της την σημασία μιας συντμήσεως πρακτικώς χρήσιμης και σχετικής με την ιστορική συνέχεια τού προβλήματος.

Κατά βάθος λοιπόν ο Μπάρτ δεν σκέφθηκε να επινοήσει μια καινούρια, επαναστατική έννοια, αλλά θέλησε να βάλει στο κέντρο της θεολογίας του μια «εφεδρική έννοια» στην οποία γινόταν ήδη αναφορά κάθε φορά πού εχρησιμοποιείτο ο όρος πρόσωπο!

Η πρόταση «ο θεός είναι ένας σε τρείς τρόπους υπάρξεως» δεν σημαίνει παρά τούτο: ο μοναδικός θεός, δηλαδή ο Κύριος, ο προσωπικός θεός, είναι αυτό που είναι όχι μόνο μ’ έναν «τρόπο», αλλά σύμφωνα με την ανάλυση του Μπάρτ της βιβλικής έννοιας της αποκαλύψεως, με τρείς «τρόπους υπάρξεως», του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

(Συνεχίζεται)

ΣΕ ΤΙ ΔΙΑΦΕΡΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΑΒΕΛΛΙΟ;
ΠΩΣ ΑΔΙΑΦΟΡΗΣΑΜΕ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΕΨΑΜΕ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΝΑ ΜΑΣ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΟΝ ΣΑΒΕΛΛΙΑΝΙΣΜΟ; 
ΣΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΤΟΝ ΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟ!
ΣΤΟΝ ΡΩΜΑΝΙΔΗ ΤΟΝ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟ;
ΣΤΟΝ ΡΑΜΦΟ ΤΟΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟ ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟ;
ΣΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ ΤΟΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΣΜΟ;
ΝΑ ΟΝΟΜΑΣΟΥΜΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΛΕΞΙΛΑΓΝΟ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΕΞΕΛΙΞΗ;
ΙΣΩΣ ΔΕΝ ΤΟ ΜΑΘΟΥΜΕ ΠΟΤΕ. ΑΠΟ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

Η ΤΡΙΑΔΑ ΨΗΛΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ (KARL BARTH) - 26

Συνέχεια από Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2020

Στις πηγές τής νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧV)

Δεν υπάρχει ίσως καλύτερη έκφραση για να χαρακτηρίσουμε την θεολογία του Μπάρτ από αυτή: «Η επανανακάλυψη του Ουρανού». Ο Μπάρτ όμως δεν φαίνεται να κοιτάζει τον ουρανό σαν σε ένα καθρέφτη, αλλά απευθείας, σαν να ήθελε να μπει μέσα στον καθρέφτη. Κάποιοι έφτασαν να πουν πως κοιτάζει στα βιβλία της Τριάδος με τέτοιο τρόπο που δίνει την εντύπωση ότι θέλει να δώσει και κάποιες συμβουλές. Δεν είναι μόνο λοιπόν «η χριστολογική του συγκέντρωση» υπεύθυνη του θεολογικού του πετάγματος, αλλά περισσότερο είναι το γεγονός πως ο Μπάρτ μετέφερε στον ουρανό αυτή την χριστολογική του συγκέντρωση και πέτυχε να την πυκνώσει ακόμη περισσότερο βασισμένος στο αιώνιο Τριαδικό γεγονός. Η αποκάλυψη μειώνεται μ’ αυτόν τον τρόπο, κατά τον Zahrut, σε έναν μονόλογο που ανταλλάσσει ο θεός με τον εαυτό του καθότι Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Από τον Τριαδικό κύκλο δεν κατόρθωσε ποτέ του να εξέλθει ο Μπάρτ. Τα πάντα κατανοούνται προκαταβολικώς και ο ίδιος βρίσκεται σε μια κατάσταση τελειότητος (ή περισσότερο και από τέλεια;). Στην Τριάδα όχι μόνον τα πάντα είναι αποφασισμένα αλλά και τα πάντα είναι ολοκληρωμένα. Οτιδήποτε συμβαίνει στον χρόνο είναι η αναπαράσταση της αρχικής αποφάσεως του θεού. Σπρώχνοντας στα άκρα αυτή την κριτική, ειπώθηκε πως η Τριάδα δημιούργησε ένα δράμα που το παρουσίασε ήδη αναμεταξύ της, ανάμεσά τους τα ίδια τα θεία πρόσωπα, και τώρα κανονίζει να παίζεται και πάνω στη γη όπως παίχτηκε και στον ουρανό: Γι’ αυτόν δε τον σκοπό ο κόσμος δημιουργήθηκε σαν μια σκηνή θεάτρου, και οι άνθρωποι είναι οι θεατές. Ακριβώς λοιπόν αυτή η χριστολογική συμπύκνωση του Μπάρτ, ονομάσθηκε από τον Πωλ Αλχάους «Χριστομονισμός». Ο Μπάρτ αναγκάστηκε να ξαναανακαλύψει την «ανθρωπότητα του θεού». Αλλά όμως τον απασχολεί μόνον να δείξει αυτή την ανθρωπότητα του θεού βασιζόμενος στην αναγνώσιμη της θεότητος του θεού, και ξεκινώντας από αυτή, φτάνει να αναγνωρίσει εις βάθος την ανθρωπότητα του ανθρώπου; Παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις που προσπαθούν να πείσουν για το αντίθετο, στον Μπαρτ δεν υπάρχει και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ένα αληθινός διάλογος ανάμεσα στον θεό και στον άνθρωπο. Υπάρχει πάντοτε μόνον ένας μονόλογος , ακριβώς σαν εκείνον της αποκαλύψεως του θεού που τοποθετήθηκε σαν προλεγόμενο της Δογματικής!

Αυτό που λείπει τελικώς από την θεολογία του Μπαρτ τού Λόγου του θεού, είναι η σχέση αυτού του Λόγου με την συγκεκριμένη κατάσταση, με την ύπαρξη του μοναδικού ανθρώπου, με το Γίγνεσθαι του κόσμου, και τελικώς ο δεσμός της θεϊκής φιλανθρωπίας με την κλήση του ανθρώπου. Η αναλογία σχέσεων (analogia relationis) δεν κατόρθωσε ποτέ της να γίνει analogia correlationis (αναλογία αλληλουχίας, αμοιβαιότητος).

Αυτές οι επιθέσεις στον Μπαρτ, είναι ανούσιες, επιφανειακές, κακόβουλες τόσο πολύ ώστε να μειώνουν την σκέψη του σε καρικατούρα; Πρέπει οπωσδήποτε να τονίσουμε πως παρ’ όλους τους περιορισμούς και παρ’ όλες τις φιλοσοφικές επιρροές που μπορούμε να του βρούμε, η σκέψη τού Μπαρτ στο τέλος αποδεικνύεται πρωτότυπη: απλή και σύνθετη μαζί, οργανική και ευκίνητη. Κατά βάθος πρέπει να την τοποθετήσουμε δίπλα στους Μεταρρυθμιστάς, διότι απ’ αυτούς μαζεύει τις πρώτες του Αρχές με την επιθυμία, με το πάθος να τις γονιμοποιήσει, με την μεγαλύτερη δυνατή συνέπεια μέσα στα πλαίσια ενός νέου και διαφορετικού πολιτισμικού τοπίου. Όταν ο Μπαρτ ομολογεί πως ο θεός δεν είναι ποτέ αντικείμενο κάποιου πράγματος ή κάποιου, αλλά είναι μόνο υποκείμενο του Είναι του και της Τριαδικής του ζωής, της αποκαλύψεως, όπως και της πίστεως, δεν είναι όλο αυτό έκφραση, σε μια σημερινή γλώσσα, όλων όσων μας παρουσιάζουν οι μεταρρυθμιστές στις πιο ριζικές του εκφράσεις; Solus Deus, Sola Gratia, Sola Scriptura;!

Όμως η τελική πρόθεση του Μπαρτ, την οποία ακολούθησε με αποφασιστικότητα και ενέργεια εκφράζεται με έννοιες και χρησιμοποιεί υλικά, τα οποία δεν έχουν ξεκαθαριστεί κριτικά. Αυτό ισχύει ανάμεσα στα άλλα και για την έννοια τής υποκειμενικότητος του θεού, η οποία χρησιμοποιήθηκε στο τριαδικό δόγμα για να μπορέσει να αναδείξει μαζί με το Deus dixit, la persona Dei loquentis (το πρόσωπο του θεού Λόγου).

Σε κάποιο σημείο ο Μπαρτ πρέπει να αναγνώρισε πως δεν έχει ούτε το δικαίωμα ούτε την υποχρέωση να διατηρήσει τον μανδύα του προφήτη και να επιμείνει σε μια συμπεριφορά διασπάσεως, όπως ακριβώς τον είχαν ανακαλύψει κάποιοι για τη δική τους χαρά και καθησυχασμό. Αναγκάστηκε λοιπόν, όπως και κάθε θεολόγος, να φανερωθεί με την ενοχλητική μορφή κάποιου που φτιάχνει τον Λόγο του θεού και την Βασιλεία Του, θεολογία. Αναγκάστηκε να γίνει συστηματικός, χωρίς να παύει να είναι προφητικός θέτοντας μάλιστα στην επιτυχία αυτής της προσπάθειας με θρησκευτικό πάθος και επιστημονική συνέπεια, μόρφωση και στοχασμό. Οπωσδήποτε ο Μπαρτ έδωσε στην Εκκλησιαστική του Δογματική, την αρχιτεκτονική ενός συστήματος «Μέσα στο χιούμορ του θεού μπορεί να υπάρξει και ένα θεολογικό σύστημα». Παρότι δεν παραιτήθηκε ποτέ του από την φιλοδοξία να εκφράσει την ολότητα του βιβλικού μηνύματος σε ένα δογματικό και συνεπές σύνολο, συνειδητοποιεί ταυτοχρόνως πως το έργο του είναι ατελές, όπως είναι αναπόφευκτα κάθε έργο πρωτοπορίας.

Οπωσδήποτε γι’ αυτόν η θεολογία δεν είναι «θεολογία για θεατές», η πίστη και η μετάνοια είναι απολύτως απαραίτητοι όροι για την εξάσκησή της. Γνωρίζει όμως επίσης, πως η θεολογία δεν είναι παρά ένα συμπλήρωμα του κηρύγματος και μια υπηρεσία στην εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού.

Μένοντας έκπληκτος από την πρώιμη επιτυχία του, έγραφε: «κοιτάζοντας πίσω στην ζωή μου νομίζω πως μοιάζω σε κάποιον που ανεβαίνει ψάχνοντας στα τυφλά τις σκάλες ενός καμπαναριού, και χωρίς να το σκεφτεί αρπάζει αντί για το σίδερο να στηριχθεί, το σχοινί της καμπάνας και έτσι τρέμοντας ακούει την καμπάνα να χτυπά πάνω απ’ αυτόν και όχι μόνο γι’ αυτόν». Στη συνέχεια η δυνατή κωδωνοκρουσία έγινε ήχος γεμάτος με την Αγία Τριάδα και την αγάπη του θεού προς δόξαν δική Του. Αλλά παρατηρήθηκε πως αυτή η κωδωνοκρουσία χανόταν πάνω σε μια γη ολοένα και πιο άδεια από το θεό. Ο άνθρωπος είναι πάνω στη γη, ο θεός στον ουρανό: Και ενώ ηχεί στον ουρανό η δυνατή κωδωνοκρουσία, όλο και πιο πολλοί άνθρωποι αναρωτιούνται: πού είναι ο θεός; Όμως τον θεό κανείς δεν τον έχει δει και κανείς δεν μπορεί να τον δει. Ο μονογενής που υπάρχει στον κόλπο του πατρός, Αυτός τον απεκάλυψε. Το πνεύμα είναι παρόν και ενεργεί στην εκκλησία και στον κόσμο. Όμως όλα αυτά στην πίστη τα ερευνούμε σαν σε ένα αίνιγμα, δεν βλέπουμε ακόμη τον μοναδικό θεό και Κύριο σε τρία πρόσωπα. Μόνο κάποτε στο μέλλον θα το ατενίσουμε πρόσωπο με πρόσωπο και θα κατανοήσουμε τοιουτοτρόπως πως Αυτός είναι.

Ο Μπαρτ είχε πολλούς λόγους να ομολογήσει την θεότητα του θεού και την Κυριότητά Του ψηλά στου ουρανούς πριν από αυτή εδώ κάτω στη γη. Ο άπειρος πλούτος νοήματος της αποκαλύψεως, ο οποίος περιέχεται στην γραφή και πιστοποιείται από το δόγμα της Εκκλησίας, κατανοήθηκε από τον Μπαρτ με λεπτότητα και χαρά. Ποτέ του δεν ανησύχησε μήπως η «Εκκλησιαστική του δογματική» κατέληγε στην ακαδημαϊκή λήθη. Ήταν σίγουρος πως το έργο του «έχει καιρό να περιμένει».

ΣχόλιοΣ’ αυτό το σημείο, για να πληροφορήσουμε τους καινούργιους και να φρεσκάρουμε την μνήμη των παλαιών, υπενθυμίζουμε πως οι πηγές της Δυτικής θεολογίας, σκοπό έχουν να δείξουν πως το σύνολο της συγχρόνου “ορθοδόξου” θεολογίας προέρχεται από την Δύση. Το σύνολο. Όποιος ενδιαφέρεται και όποιος διαβάζει προσεκτικά μπορεί να το δει σχετικά εύκολα! 

Αμέθυστος

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Η ΤΡΙΑΔΑ ΨΗΛΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ (KARL BARTH) - 25

Συνέχεια από: Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧIV)

Η λεγόμενη «αφηγηματική θεολογία» δεν ριζώνει λοιπόν και αυτή και δεν πραγματοποιεί τα πρώτα της βήματα στην Δογματική του Μπαρτ;;;

Πρέπει λοιπόν να ξεπεράσουμε, εάν θέλουμε να κατανοήσουμε την θεολογία του Μπαρτ, «την ψευδή εντύπωση πως εισερχόμαστε στο παιχνίδι μιας μεταφυσικής σκέψης». Για τον Μπαρτ όμως, αυτό που συμβαίνει πάνω στη Γη σαν Ιστορία τού θεού με τους ανθρώπους, λόγω τής αναλογίας σχέσεων (analogia relationis), αντιστοιχεί σ’ αυτή την ίδια αιώνια Ιστορία του θεού με τον εαυτό του. Γι’ αυτό, όπως η απόσταση ανάμεσα στον θεό και στον κόσμο δεν είναι παρά μια αναπαράσταση, μια εικόνα, μια αντιστοιχία της διαφορετικότητος που υπάρχει στον θεό, ανάμεσα στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, έτσι ακριβώς όπως το πέρασμα, η μεσότης, η επικοινωνία που ο θεός πραγματοποιεί στην συμμαχία τής Χάρης με τον άνθρωπο, δεν είναι τίποτε άλλο από την αναπαράσταση, την εικόνα, την αντιστοιχία της ενότητος του θεού Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αυτό που πράττει ο θεός σαν Δημιουργός του κόσμου μπορεί να γίνει κατανοητό μόνον σαν αντανάκλαση της εσωτερικής σχέσεως του θεού με τον εαυτό του, του Πατρός που γενά τον Υιό και του Πατρός και του Υιού που εκπορεύουν το Άγιο Πνεύμα. Η διάκριση που υπάρχει στην αιωνιότητα της ζωής του θεού ανάμεσα στον Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα επαναλαμβάνεται στην διάκριση που υπάρχει στον δυαλισμό άνδρα-γυναίκας, με την σειρά της εικόνα της ετερότητος και της κοινωνίας που υπάρχει ανάμεσα στον Χριστό και στην κοινότητά του, την Εκκλησία. Όλη η προσπάθεια του Μπαρτ συγκεντρώνεται στην έκφραση, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της αιώνιας πρωτοϊστορικής εκλογής του Υιού από μέρους του Πατρός, στην οποία περικλείεται η ιστορική εκλογή του ανθρώπου, και επομένως η αυτόαποκάλυψη του Τριαδικού θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Καθώς για τον Μπαρτ «το Είναι του ανθρώπου μπορεί να καθορισθεί αποκλειστικώς και μόνον σε σχέση με το Είναι του Τριαδικού θεού»» προοδευτικά λοιπόν από βιβλίο σε βιβλίο, η νεανική διαλεκτική μέθοδος της θεολογίας του αντικαθίσταται από την μέθοδο της αναλογίας των σχέσεων (analogia relationis).

Οδηγημένος από τον βιβλικό λόγο «όπως στον ουρανό έτσι και στη γη» ο Μπάρτ στοιχειοθετεί ένα πλαίσιο του κόσμου και του ανθρώπου ανάλογο στο πλαίσιο του θεού. Στην έννοια του Λόγου του θεού, ανήκει, κατά τον Μπάρτ, το γεγονός πως ο θεός είναι υποκείμενο του Λόγου του (δόγμα της Αγίας Τριάδος), αντικείμενο της αποκαλύψεώς του (δόγμα της ενσαρκώσεως) αλλά επίσης και η δυνατότης κατανοήσεως αυτού του Λόγου από τον άνθρωπο (δόγμα της Χάριτος ή εκπόρευσις του Αγίου Πνεύματος). Από όλο αυτό δεν προκύπτει καμμία φιλοσοφική ανθρωπολογία: Μόνο ο θεός δημιουργεί μέσα μας την δυνατότητα συναντήσεως μαζί του και επομένως την υπακοή τής πίστης στην αποκάλυψή του. Εάν στον Χριστό ο θεός γίνεται άνθρωπος, χάρη στο Άγιο Πνεύμα ο άνθρωπος μπορεί να ακούσει τον Λόγο και τοιουτοτρόπως συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτόν τον ίδιο τον όρο του Λόγου του θεού ακριβώς όσο και ο ίδιος ο θεός ο οποίος μιλά και παραμένει πάντοτε υποκείμενο, αντικείμενο και κατηγόρημα της αυτοαποκαλύψεώς του.

Μια σειρά ερωτήσεων σχηματίζεται τοιουτοτρόπως μετά την σύντομη δογματική έκθεση των θέσεων του Μπάρτ! Η αυτοαποκάλυψη σημαίνει την αιώνια κατανόηση που έχει ο θεός για τον εαυτό του; Σαν δόγμα της Τριάδος εννοούμε τον αιώνιο Τριαδικό αντικατοπτρισμό του θεού στον εαυτό του; Αυτοαποκάλυψη σημαίνει καθαρή παρουσία του αιωνίου χωρίς ιστορία και χωρίς μέλλον;

O νεαρός Μπάρτ ανάμεσα σε διάφορες επιρροές «έζησε στην ατμόσφαιρα του νεοκαντισμού». Έτσι λοιπόν έρχεται σχεδόν φυσικό να αναρωτηθούμε πόση επιρροή εξάσκησε πάνω του το υπερβατικό το οποίο υπήρξε καθοριστικό για την θεολογία που προήλθε από τον Σλαϊερμάχερ. Ήδη ο Μπόνοφερ τον κατηγορούσε πως κινιόταν απευθείας μέσα στο πλαίσιο της υπερβατικής φιλοσοφίας του Kant. Ερμηνεύοντας το «Είναι του θεού στην αποκάλυψη» και την πνευματική «ενέργεια» που δίνει την ικανότητα κατανοήσεως ενός τέτοιου Είναι, ο Μπαρτ είναι συνεπέστατος με την υπερβατική προοπτική. Από αυτό συνεπάγεται πως, παρότι χρησιμοποιεί κατηγορίες χρονικές, η έννοια της ενέργειας που χρησιμοποιεί δεν μπορεί να την σκεφθεί κάποιος με όρους χρονικότητος. Τόσο η ελευθερία του θεού όσο και η πράξη της πίστεως είναι κατ’ ουσίαν υπερχρονικά. «Για τον Μπάρτ καμμία ιστορική στιγμή δεν είναι ισάξια του απείρου, έτσι ώστε η εμπειρική πράξη των ανθρώπων –πίστη, υπακοή– μπορεί να φανεί χρήσιμη το πολύ σαν ένδειξη της ενέργειας του θεού, αλλά στην ιστορικότητά της δεν θα μπορέσει ποτέ της να είναι πίστη και υπακοή καθ’ εαυτές».

Και δεν είναι ακριβώς γι’ αυτή την προϋπόθεση του υπερβατικού που στον Μπάρτ το «τέλος» μπορεί να εξισωθεί με την Αρχή; Και το έσχατον μπορεί να καταλήξει το όριο, υπερβατικό ακριβώς, που η αιωνιότης θέτει στον χρόνο; Ακόμη και στον ώριμο Μπαρτ η αλήθεια του θεού, είτε την εκλάβουμε σε σχέση με την έννοια της αποκαλύψεως, είτε την εκλάβουμε σε σχέση με την έννοια του εσχάτου, παραμένει, παρατηρεί ο Moltman,σαν «επιφάνεια του αιωνίου παρόντος και όχι σαν αποκάλυψη της μελλοντικής υποσχέσεως». Ακριβώς λοιπόν λόγω ενός υπερβατικού οράματος της θείας υποκειμενικότητος, της αποκαλύψεως και του εσχάτου έχουμε στον Μπαρτ την «καθαρή παρουσία του θεού», την αιώνια παρουσία ¬του θεού στον χρόνο», και στο τέλος «ένα παρών χωρίς μέλλον». Για τον Μπάρτ η ανθρώπινη ιστορία οδηγήθηκε στην τελική της κρίση από την εισβολή ενός εσχάτου υπερβατικού τύπου. Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως το καινοδιαθηκικό έσχατον καταλήγει αιώνια υπερβατικότης , το υπερβατικό νόημα όλων των χρόνων, εξίσου κοντινό και μακρινό από όλα τα σημεία της Ιστορίας! Δεν είναι όμως αλήθεια πως κατά την Κ.Δ. η Βασιλεία του θεού, παρότι κατά κάποιο τρόπο ήδη στον Χριστό έγινε παρούσα, παραμένει ακόμη να έλθει στην πληρότητά της; Η Ανάσταση του Χριστού, ενώ έχει ήδη συμβεί, δεν αναγγέλλει ένα μέλλον το οποίο δεν έχει φτάσει και δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη; Η Ανάσταση, μαζί με τον Σταυρό του Χριστού, είναι ένα τέτοιο γεγονός που τρυπάει σαν αγκάθι μέσα στο κρέας κάθε παρών και το ανοίγει στο μέλλον: «Εάν η αποκάλυψη του θεού στην Ανάσταση του Χριστού περιέχει μέσα της μια εσχατολογική διαφοροποίηση, εγκαινιάζει ταυτοχρόνως την Ιστορία της κατηγορίας της προσμονής και της αναμνήσεως, της σιγουριάς και της απειλής, της υποσχέσεως και της μετανοίας».

Γι’ αυτό το λόγο πολλοί έχουν αναρωτηθεί εάν υπάρχει για τον Μπαρτ μια πραγματική Ιστορική «πρόοδος». Συμβαίνει στ’ αλήθεια γι’ αυτόν κάτι στην Ιστορία; Ο Barth όπως έχουμε ήδη σημειώσει επανέλαβε συχνά πως η αποκάλυψη δεν είναι μια αχρονική πραγματικότης, είναι Ιστορία: δεν παραμένει υπερβατική στον χρόνο, δεν είναι αδιάφορη να τον ακουμπήσει, αλλά τον διαπερνά ή καλύτερα προσλαμβάνει τον χρόνο ή ακόμη καλύτερα, δημιουργεί τον χρόνο της! Με την αποκάλυψη ο κοινός χρόνος δεν παύει να υπάρχει, αλλά δεν είναι πλέον κενός, είναι αυθεντικός. Η αποκάλυψη φανερώνει και καταστρέφει τον αναυθεντικό χαρακτήρα του χρόνου, «καθότι φανέρωση του χρόνου της Χάρης είναι εισβολή της κρίσεως του κοινού Χρόνου».

Η σχέση της αιωνιότητος με τον χρόνο είναι ξεκαθαρισμένη ως εξής: «ο θεός προηγείται, συνοδεύει, ακολουθεί τον χρόνο». Αλλ’ όμως ο Μπαρτ εξηγεί κάθε γεγονός, την αποκάλυψη όπως και τον κόσμο, κάνοντάς το να προέρχεται από ένα μοναδικό ύψος, την αιωνιότητα. Σ’ αυτό το ρίσκο έζησε ο Μπάρτ από την νεότητά του, από τότε ακόμη που καθόρισε την διαλεκτική του χρόνου και της αιωνιότητος, και ακόμη από την αιώνια εκλογή της Χάρης, όλα τους σημεία αφηρημένα έξω από τον χρόνο, σε κάθε περίπτωση. Αυτή ακριβώς η προοπτική πλησιάζει τον Μπάρτ στις θέσεις του Εγέλου.

Είναι αλήθεια πως ο Μπάρτ επαναλαμβάνει με τον Καλβίνο, πως η θεολογία γεννιέται από την πίστη. Αλλά αυτή η πίστη καθώς είναι υπακοή στην αυτοαποκάλυψη του θεού πρέπει να είναι και ερμηνεία ταυτόχρονα, και μάλιστα ερμηνεία του ανθρώπου. «Ο θεός αποκαλύπτεται –παρατηρεί ο Fuchs– αλλά ερμηνεύει ο άνθρωπος. Ο Μπαρτ όμως σκέπτεται διαφορετικά. Εάν δεν έλθει πρώτα ο Λόγος του θεού, «όχι μόνον δεν θα υπάρχει καμμία κανονική θεολογία, αλλά πάνω απ’ όλα δεν υπάρχει καμμία ευαγγελική θεολογία. Και η θεολογία δεν έχει καθόλου σκοπό της την ερμηνεία, τον σχολασμό ή να κάνει κατανοητό αυτό τον Λόγο. Η θεολογία πρέπει να πραγματοποιήσει όλα αυτά σε σχέση με τους Μάρτυρες αυτού του Λόγου. Σε σχέση όμως με τον ίδιο τον Λόγο δεν έχει να ερμηνεύσει τίποτε. Η θεολογική απάντηση σ’ αυτό το σημείο μπορεί να συνίσταται μόνον στην επιβεβαίωση και στην απόδειξη πως ο Λόγος εκείνος ειπώθηκε και ακούστηκε πριν από κάθε ερμηνεία»

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος