Luigi Scaravelli, Scritti kantiani
Καντιανές μελέτες
Εκδόσεις: La Nuova Italia, 1968
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
Από τα τρία κύρια μέρη που συγκροτούν την Κριτική του καθαρού λόγου —την Υπερβατική Αισθητική, την Υπερβατική Αναλυτική και την Υπερβατική Διαλεκτική— εμείς, στα μαθήματα αυτά, θα εξετάσουμε μαζί μόνο την Υπερβατική Αναλυτική. Και από αυτή την Αναλυτική, η οποία υποδιαιρείται σε δύο βιβλία —την Αναλυτική των εννοιών και την Αναλυτική των αρχών— θα σταθούμε μόνο στο πρώτο.
Η Αναλυτική των εννοιών είναι αφιερωμένη στην επίλυση ενός προβλήματος, ίχνη του οποίου συναντώνται σε πολλά προκριτικά έργα του Kant. Η πρώτη όμως σαφής και ρητή διατύπωση του προβλήματος, όπως αυτό παρουσιάζεται στην Κριτική του καθαρού λόγου, βρίσκεται στην επιστολή προς τον Marcus Herz της 21ης Φεβρουαρίου 1772, δηλαδή σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά τη δημοσίευση της Διατριβής του 1770.
Στο έργο αυτό ο Kant είχε διακρίνει με σαφήνεια, από τη μία πλευρά, τον αισθητό κόσμο και την αισθητικότητα και, από την άλλη, τον νοητό κόσμο και τη διάνοια. Και ενώ είχε μείνει τόσο ικανοποιημένος από το μέρος που αφορούσε την αισθητικότητα, ώστε αυτό, δέκα χρόνια αργότερα, ενσωματώθηκε στην Υπερβατική Αισθητική σχεδόν αυτούσιο ή με μεταβολές μικρής σημασίας, δεν είχε αντιθέτως μείνει ικανοποιημένος από το μέρος που αφορούσε τη διάνοια.
Ιδού το απόσπασμα της επιστολής προς τον Herz, στο οποίο διατυπώνει το νέο του πρόβλημα:
«Έχοντας αναλογιστεί το θεωρητικό μέρος [της φιλοσοφίας] σε ολόκληρη την έκτασή του και σε όλες τις αμοιβαίες σχέσεις που έχουν μεταξύ τους τα επιμέρους τμήματά του, παρατήρησα ότι μου λείπει ακόμη κάτι ουσιώδες, κάτι που στις μακροχρόνιες μεταφυσικές έρευνές μου […] είχε διαφύγει της προσοχής μου και το οποίο στην πραγματικότητα αποτελεί το κλειδί ολόκληρου του μυστηρίου που μέχρι σήμερα παραμένει κρυμμένο από την ίδια τη μεταφυσική. Αναρωτήθηκα, δηλαδή: σε ποια βάση θεμελιώνεται η σχέση ανάμεσα σε εκείνο που ονομάζεται παράσταση μέσα μας και στο αντικείμενο;»
Δύο πράγματα πρέπει να επισημανθούν αμέσως σε αυτά τα λόγια του Kant:
Ο Kant αποδέχεται από την παράδοση τη διάσπαση ανάμεσα στην παράσταση, η οποία βρίσκεται μέσα μας, και στο αντικείμενο, το οποίο δεν βρίσκεται μέσα μας. Και μολονότι στη συνέχεια η Κριτική του καθαρού λόγου διαβρώνει αυτή την προσέγγιση, ο Kant διατηρεί κατά τόπους στα κριτικά έργα του αυτόν τον προκριτικό τρόπο παρουσίασης του προβλήματος.
Ο Kant δεν αμφιβάλλει εδώ ότι υπάρχει συμφωνία ανάμεσα στην παράσταση και στο αντικείμενο· ρωτά μόνο ποιο είναι το θεμέλιο, η βάση που προσδίδει σε αυτή τη σχέση αυστηρό κύρος.
Ας συνεχίσουμε με την επιστολή του Kant, διαιρώντας την επιχειρηματολογία σε τρεις παραγράφους.
«Αν η παράσταση περιέχει μόνο τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο επηρεάζεται από το αντικείμενο, είναι εύκολο να κατανοήσουμε πώς αυτή συμφωνεί με το αντικείμενο, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο το αποτέλεσμα συμφωνεί με την αιτία του [ας σημειωθεί αυτή η ομοιογένεια μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος]· και είναι εύκολο να κατανοήσουμε πώς αυτός ο καθορισμός της ψυχής μας μπορεί να παριστά κάτι, δηλαδή μπορεί να έχει ένα αντικείμενο. Οι παθητικές ή αισθητές παραστάσεις έχουν, επομένως, μια κατανοητή σχέση με τα αντικείμενα· και οι αρχές που αντλούνται από τη φύση της ψυχής μας έχουν κατανοητό κύρος για όλα τα πράγματα, εφόσον αυτά πρέπει να αποτελούν αντικείμενα της αίσθησης».
Αυτή είναι η ουσία της Διατριβής που είχε γραφεί δύο χρόνια νωρίτερα και η οποία πέρασε κατόπιν, σχεδόν αυτούσια, στην Υπερβατική Αισθητική. Όσον αφορά, λοιπόν, τα αισθητά αντικείμενα, το ζήτημα θα μπορούσε να θεωρηθεί τακτοποιημένο. Τι συμβαίνει όμως με τα νοητά, δηλαδή γενικά με τα μη αισθητά αντικείμενα ή, ακριβέστερα, με εκείνα στα οποία υπεισέρχεται η διάνοια;
«Στη Διατριβή είχα αρκεστεί να εκφράσω με αρνητικό τρόπο τη φύση των νοητικών παραστάσεων, λέγοντας ότι αυτές δεν αποτελούν τροποποιήσεις της ψυχής μέσω του αντικειμένου».
«Είχα πει: οι αισθητές παραστάσεις παριστούν τα πράγματα όπως εμφανίζονται, ενώ οι νοητικές όπως είναι […] Αποσιώπησα όμως το πώς είναι δυνατή μια παράσταση η οποία αναφέρεται σε ένα αντικείμενο χωρίς να επηρεάζεται κατά κάποιον τρόπο από αυτό […] Με ποιον τρόπο μας δίνονται τα πράγματα, αν δεν μας δίνονται μέσω του τρόπου με τον οποίο μας επηρεάζουν; Και αν αυτές οι νοητικές παραστάσεις εξαρτώνται από την εσωτερική μας δραστηριότητα, από πού προέρχεται η συμφωνία που πρέπει να έχουν με αντικείμενα τα οποία, ωστόσο, δεν παράγονται καθόλου από αυτές τις παραστάσεις;»
Πράγματι, σχετικά με αυτό το τελευταίο σημείο, δηλαδή με την αδυναμία των παραστάσεών μας να παράγουν αντικείμενα, ο Kant είχε πει λίγο προηγουμένως:
«Αν εκείνο που μέσα μας ονομάζεται παράσταση ήταν ενεργό σε σχέση με το αντικείμενο, δηλαδή αν μέσω της παράστασης παραγόταν το ίδιο το αντικείμενο, όπως όταν αντιλαμβανόμαστε τις θεϊκές γνώσεις ως αρχέτυπα των πραγμάτων, τότε θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε και τη συμφωνία τους με τα αντικείμενα […] Ωστόσο, ούτε η διάνοιά μας με τις παραστάσεις της αποτελεί την αιτία του αντικειμένου —εκτός από την ηθική, όπου αποτελεί την αιτία των σκοπών— ούτε το αντικείμενο αποτελεί την αιτία των νοητικών παραστάσεων».
Το ότι το αντικείμενο δεν παράγει νοητικές παραστάσεις είχε ήδη λεχθεί λίγο παραπάνω, στο σημείο 2. Και το αντικείμενο δεν παράγει παραστάσεις στη διάνοια, επειδή ο Kant θεωρεί τη διάνοια μη παθητική ικανότητα, δηλαδή μια ικανότητα η οποία δεν υφίσταται από έξω τροποποιήσεις, επιδράσεις ή επηρεασμούς κανενός είδους.
Είναι αναγκαίο να σταθούμε στο επιχείρημα που περιέχεται στην ίδια αυτή παράγραφο, δηλαδή στο ότι η διάνοιά μας, με τις παραστάσεις της, δεν αποτελεί την αιτία της ύπαρξης των αντικειμένων. Με αυτή τη διατύπωση, η οποία απαντά σχεδόν απαράλλακτη σε πολλά σημεία της Κριτικής, ο Kant διακρίνει τη θεία από την ανθρώπινη διάνοια. Η θεία διάνοια νοείται, ή μπορεί να νοηθεί, ως τέτοια ώστε να μπορεί μέσω των δικών της παραστάσεων να παράγει την πραγματικότητα των αντικειμένων. Η ανθρώπινη διάνοια δεν είναι δημιουργική διάνοια.
Είναι χρήσιμο να επισημάνουμε από τώρα ότι η διάνοια την οποία εξετάζει η Κριτική του καθαρού λόγου, το «Εγώ σκέπτομαι», το οποίο αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το κέντρο αυτής της διάνοιας, και η υπερβατική αυτοσυνείδηση (Apperzeption), η οποία αποτελεί το κέντρο αυτού του κέντρου, δεν είναι δημιουργικές δραστηριότητες: όχι μόνο δεν δημιουργούν τα φαινόμενα, αλλά δεν δημιουργούν ούτε τις κατηγορίες —ή καθαρές έννοιες—, επειδή οι κατηγορίες αυτές αποτελούν την ίδια τη σύσταση ή διάρθρωση της διάνοιας και όχι προϊόντα της δραστηριότητάς της.
Η ανθρώπινη διάνοια, για να το πούμε με ακριβέστερους όρους, περισσότερο σύμφωνους με τη λογική και γνωσιολογική ορολογία που χρησιμοποιεί ο Kant, όχι μόνο δεν είναι ταυτόσημη με τη θεία διάνοια, αλλά δεν είναι ούτε εποπτική διάνοια. Πρέπει να σημειωθεί εξαρχής ότι στη βάση της λογικής δομής μιας εποπτικής διάνοιας βρίσκεται η αρχή της ταυτότητας, η οποία είναι αναλυτική αρχή.
Πράγματι, είτε αντιληφθούμε τη νοητική εποπτεία ως επαφή, ως βύθιση του εποπτευόμενου πράγματος μέσα στην εποπτεύουσα διάνοια —η οποία στην περίπτωση αυτή θα ήταν, με τον δικό της τρόπο, δεκτική ή παθητική— είτε αντιληφθούμε τη διάνοια ως παραγωγό της πραγματικότητας εκείνου που βρίσκεται ήδη μέσα στη σύστασή της, προκύπτουν τα εξής: στην πρώτη περίπτωση έχουμε την πλήρη αντιστοιχία του αντικειμένου Α με τη διάνοια, η οποία, μέσα σε αυτή την πλήρη αντιστοιχία, γίνεται και η ίδια Α. Έχουμε, επομένως, ως σχήμα, Α = Α, το οποίο αποτελεί το σύμβολο της αναλυτικότητας.
Στη δεύτερη περίπτωση, κατά την οποία η διάνοια —την οποία μπορούμε σχηματικά να ονομάσουμε Α— παράγει άμεσα από τα σπλάχνα της ένα quid, ένα «κάτι» —εφόσον αυτή η παραγωγή δεν αποτελεί δημιουργία με την κυριολεκτική έννοια της θρησκευτικής αντίληψης, αλλά παραγωγή εκείνου που η διάνοια έχει ήδη μέσα της—, έχουμε ως προϊόν της διάνοιας ένα quid το οποίο συμπίπτει με την ίδια τη διάνοια· δηλαδή, και πάλι, το σχήμα Α = Α.
Αντιθέτως, η ανθρώπινη διάνοια είναι «διασκεπτική» (discorsiva), δηλαδή είναι μια ικανότητα της οποίας η λειτουργία συνίσταται στη σύνδεση παραστάσεων μεταξύ τους.
Πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η λέξη «παράσταση» έχει στον Kant την ευρύτερη δυνατή σημασία: μπορεί να σημαίνει τόσο τις αισθήσεις όσο και τις έννοιες, τις κατηγορίες ή οποιοδήποτε quid στο οποίο ο Kant επικεντρώνει την προσοχή και την εξέτασή του.
Ας επανέλθουμε στο πρόβλημα του Kant στην επιστολή του 1772. Πρόκειται να ανακαλύψουμε, όπως λέει ο Kant, «από πού προέρχεται στη διάνοια η συμφωνία με τα ίδια τα πράγματα».
Στην επιστολή αυτή ο Kant αναφέρει και απορρίπτει τρεις λύσεις που είχαν εμφανιστεί ιστορικά: εκείνη του Πλάτωνα, επειδή στερείται αποδεικτικής αυστηρότητας· εκείνη του Malebranche, για τον ίδιο λόγο· και εκείνη του Crusius. Σχετικά με την τελευταία θα πει στην Κριτική ότι δεν μπορούμε να αρκεστούμε στη θεωρία σύμφωνα με την οποία ο νους μας είναι κατασκευασμένος κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να συμφωνεί εκ φύσεως με τα πράγματα. Στην περίπτωση αυτή δεν θα μπορούσα να είμαι βέβαιος για τίποτε ούτε θα μπορούσα να διατυπώσω οποιαδήποτε επιστημονική αρχή που να ισχύει για τα αντικείμενα, δηλαδή να «έχει αντικειμενικό κύρος».
«Πράγματι, η έννοια, για παράδειγμα, της αιτίας, η οποία εκφράζει την αναγκαιότητα ενός αποτελέσματος, εφόσον έχει τεθεί ένας όρος, θα ήταν ψευδής, αν στηριζόταν σε μια υποκειμενική, αυθαίρετη και έμφυτη μέσα μας αναγκαιότητα να συνδέουμε ορισμένες εμπειρικές παραστάσεις σύμφωνα με έναν τέτοιο κανόνα σχέσεως [υπαινιγμός, ο οποίος επαναλαμβάνεται συχνά, προς τους εμπειριστές και ιδιαίτερα τους Άγγλους]. Δεν θα μπορούσα να πω: το αποτέλεσμα συνδέεται με την αιτία μέσα στο αντικείμενο, δηλαδή αναγκαία· θα μπορούσα μόνο να πω: είμαι κατασκευασμένος κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην μπορώ να σκεφτώ αυτή την παράσταση παρά μόνο ως συνδεδεμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και αυτό ακριβώς είναι εκείνο που επιθυμεί περισσότερο ο σκεπτικιστής· διότι τότε ολόκληρη η πεποίθησή μας, η οποία θεμελιώνεται στο υποτιθέμενο αντικειμενικό κύρος των κρίσεών μας, δεν είναι παρά μια απλή ψευδαίσθηση. Και δεν θα έλειπαν εκείνοι που δεν θα παραδέχονταν ότι αισθάνονται μέσα τους αυτή την αναγκαιότητα· τουλάχιστον, δεν θα μπορούσαμε να προβάλουμε σε κανέναν αντιρρήσεις σχετικά με κάτι που θεμελιώνεται αποκλειστικά στον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένο το κάθε υποκείμενο».¹
Ο Kant απορρίπτει αυτές τις τρεις λύσεις, επειδή παρουσίαζαν τη συμφωνία ως μια καθορισμένη ή προκαθορισμένη «αρμονία», η οποία όμως δεν είχε αποδειχθεί, όπως λέει στην ίδια επιστολή λίγες γραμμές μετά τα χωρία που παρατέθηκαν παραπάνω. Αφού υποστηρίζει ότι το σύστημα του Πλάτωνα θα μπορούσε να ονομαστεί σύστημα του influxus hyperphysicus και εκείνο του Crusius σύστημα της harmonia praestabilita intellectualis, προσθέτει:
«Αλλά κατά τον καθορισμό της προελεύσεως και του κύρους των γνώσεών μας, ο deus ex machina είναι το πιο παράλογο πράγμα που θα μπορούσε να επιλεγεί· και, εκτός από τον απατηλό φαύλο κύκλο που δημιουργείται στη σειρά των συμπερασμάτων των γνώσεών μας, έχει επιπλέον το μειονέκτημα ότι προσφέρει στήριξη σε κάθε ιδιοτροπία μας, σε κάθε ευσεβές ή σοφιστικό αποκύημα της φαντασίας».
Στην επόμενη παράγραφο ο Kant πληροφορεί τον Herz ότι είχε κατορθώσει να αναχθεί στις πηγές της νοητικής γνώσεως και να ανακαλύψει αρχές και νόμους για την επίλυση του προβλήματός του. Περιορίζεται όμως σε μια αόριστη αναφορά στην προσπάθεια που κατέβαλε για «την αναγωγή της υπερβατικής φιλοσοφίας, δηλαδή όλων των εννοιών του καθαρού λόγου, σε έναν ορισμένο αριθμό κατηγοριών […] διαιρώντας τες σε τάξεις μέσω λίγων θεμελιωδών νόμων της διανοίας».
Δεν λέει τίποτε περισσότερο ούτε για αυτούς τους νόμους ούτε για τις κατηγορίες και, δυστυχώς, περιορίζεται να πληροφορήσει τον Herz ότι ήταν σε θέση να «προσφέρει μια κριτική του καθαρού λόγου, η οποία θα περιείχε τη φύση τόσο της θεωρητικής όσο και της πρακτικής γνώσεως», και ότι πίστευε πως το έργο θα ήταν έτοιμο για εκτύπωση μέσα σε περίπου τρεις μήνες.
Είναι γνωστό ότι οι τρεις μήνες έγιναν δέκα χρόνια, μολονότι ο Kant δεν είχε διακόψει την εργασία του επάνω σε αυτό το ζήτημα· και ότι το πρακτικό μέρος διαχωρίστηκε τελικά από το θεωρητικό και δημοσιεύθηκε αυτοτελώς το 1788.
Συνεχίζεται
Καντιανές μελέτες
Εκδόσεις: La Nuova Italia, 1968
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
Από τα τρία κύρια μέρη που συγκροτούν την Κριτική του καθαρού λόγου —την Υπερβατική Αισθητική, την Υπερβατική Αναλυτική και την Υπερβατική Διαλεκτική— εμείς, στα μαθήματα αυτά, θα εξετάσουμε μαζί μόνο την Υπερβατική Αναλυτική. Και από αυτή την Αναλυτική, η οποία υποδιαιρείται σε δύο βιβλία —την Αναλυτική των εννοιών και την Αναλυτική των αρχών— θα σταθούμε μόνο στο πρώτο.
Η Αναλυτική των εννοιών είναι αφιερωμένη στην επίλυση ενός προβλήματος, ίχνη του οποίου συναντώνται σε πολλά προκριτικά έργα του Kant. Η πρώτη όμως σαφής και ρητή διατύπωση του προβλήματος, όπως αυτό παρουσιάζεται στην Κριτική του καθαρού λόγου, βρίσκεται στην επιστολή προς τον Marcus Herz της 21ης Φεβρουαρίου 1772, δηλαδή σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά τη δημοσίευση της Διατριβής του 1770.
Στο έργο αυτό ο Kant είχε διακρίνει με σαφήνεια, από τη μία πλευρά, τον αισθητό κόσμο και την αισθητικότητα και, από την άλλη, τον νοητό κόσμο και τη διάνοια. Και ενώ είχε μείνει τόσο ικανοποιημένος από το μέρος που αφορούσε την αισθητικότητα, ώστε αυτό, δέκα χρόνια αργότερα, ενσωματώθηκε στην Υπερβατική Αισθητική σχεδόν αυτούσιο ή με μεταβολές μικρής σημασίας, δεν είχε αντιθέτως μείνει ικανοποιημένος από το μέρος που αφορούσε τη διάνοια.
Ιδού το απόσπασμα της επιστολής προς τον Herz, στο οποίο διατυπώνει το νέο του πρόβλημα:
«Έχοντας αναλογιστεί το θεωρητικό μέρος [της φιλοσοφίας] σε ολόκληρη την έκτασή του και σε όλες τις αμοιβαίες σχέσεις που έχουν μεταξύ τους τα επιμέρους τμήματά του, παρατήρησα ότι μου λείπει ακόμη κάτι ουσιώδες, κάτι που στις μακροχρόνιες μεταφυσικές έρευνές μου […] είχε διαφύγει της προσοχής μου και το οποίο στην πραγματικότητα αποτελεί το κλειδί ολόκληρου του μυστηρίου που μέχρι σήμερα παραμένει κρυμμένο από την ίδια τη μεταφυσική. Αναρωτήθηκα, δηλαδή: σε ποια βάση θεμελιώνεται η σχέση ανάμεσα σε εκείνο που ονομάζεται παράσταση μέσα μας και στο αντικείμενο;»
Δύο πράγματα πρέπει να επισημανθούν αμέσως σε αυτά τα λόγια του Kant:
Ο Kant αποδέχεται από την παράδοση τη διάσπαση ανάμεσα στην παράσταση, η οποία βρίσκεται μέσα μας, και στο αντικείμενο, το οποίο δεν βρίσκεται μέσα μας. Και μολονότι στη συνέχεια η Κριτική του καθαρού λόγου διαβρώνει αυτή την προσέγγιση, ο Kant διατηρεί κατά τόπους στα κριτικά έργα του αυτόν τον προκριτικό τρόπο παρουσίασης του προβλήματος.
Ο Kant δεν αμφιβάλλει εδώ ότι υπάρχει συμφωνία ανάμεσα στην παράσταση και στο αντικείμενο· ρωτά μόνο ποιο είναι το θεμέλιο, η βάση που προσδίδει σε αυτή τη σχέση αυστηρό κύρος.
Ας συνεχίσουμε με την επιστολή του Kant, διαιρώντας την επιχειρηματολογία σε τρεις παραγράφους.
«Αν η παράσταση περιέχει μόνο τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο επηρεάζεται από το αντικείμενο, είναι εύκολο να κατανοήσουμε πώς αυτή συμφωνεί με το αντικείμενο, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο το αποτέλεσμα συμφωνεί με την αιτία του [ας σημειωθεί αυτή η ομοιογένεια μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος]· και είναι εύκολο να κατανοήσουμε πώς αυτός ο καθορισμός της ψυχής μας μπορεί να παριστά κάτι, δηλαδή μπορεί να έχει ένα αντικείμενο. Οι παθητικές ή αισθητές παραστάσεις έχουν, επομένως, μια κατανοητή σχέση με τα αντικείμενα· και οι αρχές που αντλούνται από τη φύση της ψυχής μας έχουν κατανοητό κύρος για όλα τα πράγματα, εφόσον αυτά πρέπει να αποτελούν αντικείμενα της αίσθησης».
Αυτή είναι η ουσία της Διατριβής που είχε γραφεί δύο χρόνια νωρίτερα και η οποία πέρασε κατόπιν, σχεδόν αυτούσια, στην Υπερβατική Αισθητική. Όσον αφορά, λοιπόν, τα αισθητά αντικείμενα, το ζήτημα θα μπορούσε να θεωρηθεί τακτοποιημένο. Τι συμβαίνει όμως με τα νοητά, δηλαδή γενικά με τα μη αισθητά αντικείμενα ή, ακριβέστερα, με εκείνα στα οποία υπεισέρχεται η διάνοια;
«Στη Διατριβή είχα αρκεστεί να εκφράσω με αρνητικό τρόπο τη φύση των νοητικών παραστάσεων, λέγοντας ότι αυτές δεν αποτελούν τροποποιήσεις της ψυχής μέσω του αντικειμένου».
«Είχα πει: οι αισθητές παραστάσεις παριστούν τα πράγματα όπως εμφανίζονται, ενώ οι νοητικές όπως είναι […] Αποσιώπησα όμως το πώς είναι δυνατή μια παράσταση η οποία αναφέρεται σε ένα αντικείμενο χωρίς να επηρεάζεται κατά κάποιον τρόπο από αυτό […] Με ποιον τρόπο μας δίνονται τα πράγματα, αν δεν μας δίνονται μέσω του τρόπου με τον οποίο μας επηρεάζουν; Και αν αυτές οι νοητικές παραστάσεις εξαρτώνται από την εσωτερική μας δραστηριότητα, από πού προέρχεται η συμφωνία που πρέπει να έχουν με αντικείμενα τα οποία, ωστόσο, δεν παράγονται καθόλου από αυτές τις παραστάσεις;»
Πράγματι, σχετικά με αυτό το τελευταίο σημείο, δηλαδή με την αδυναμία των παραστάσεών μας να παράγουν αντικείμενα, ο Kant είχε πει λίγο προηγουμένως:
«Αν εκείνο που μέσα μας ονομάζεται παράσταση ήταν ενεργό σε σχέση με το αντικείμενο, δηλαδή αν μέσω της παράστασης παραγόταν το ίδιο το αντικείμενο, όπως όταν αντιλαμβανόμαστε τις θεϊκές γνώσεις ως αρχέτυπα των πραγμάτων, τότε θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε και τη συμφωνία τους με τα αντικείμενα […] Ωστόσο, ούτε η διάνοιά μας με τις παραστάσεις της αποτελεί την αιτία του αντικειμένου —εκτός από την ηθική, όπου αποτελεί την αιτία των σκοπών— ούτε το αντικείμενο αποτελεί την αιτία των νοητικών παραστάσεων».
Το ότι το αντικείμενο δεν παράγει νοητικές παραστάσεις είχε ήδη λεχθεί λίγο παραπάνω, στο σημείο 2. Και το αντικείμενο δεν παράγει παραστάσεις στη διάνοια, επειδή ο Kant θεωρεί τη διάνοια μη παθητική ικανότητα, δηλαδή μια ικανότητα η οποία δεν υφίσταται από έξω τροποποιήσεις, επιδράσεις ή επηρεασμούς κανενός είδους.
Είναι αναγκαίο να σταθούμε στο επιχείρημα που περιέχεται στην ίδια αυτή παράγραφο, δηλαδή στο ότι η διάνοιά μας, με τις παραστάσεις της, δεν αποτελεί την αιτία της ύπαρξης των αντικειμένων. Με αυτή τη διατύπωση, η οποία απαντά σχεδόν απαράλλακτη σε πολλά σημεία της Κριτικής, ο Kant διακρίνει τη θεία από την ανθρώπινη διάνοια. Η θεία διάνοια νοείται, ή μπορεί να νοηθεί, ως τέτοια ώστε να μπορεί μέσω των δικών της παραστάσεων να παράγει την πραγματικότητα των αντικειμένων. Η ανθρώπινη διάνοια δεν είναι δημιουργική διάνοια.
Είναι χρήσιμο να επισημάνουμε από τώρα ότι η διάνοια την οποία εξετάζει η Κριτική του καθαρού λόγου, το «Εγώ σκέπτομαι», το οποίο αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το κέντρο αυτής της διάνοιας, και η υπερβατική αυτοσυνείδηση (Apperzeption), η οποία αποτελεί το κέντρο αυτού του κέντρου, δεν είναι δημιουργικές δραστηριότητες: όχι μόνο δεν δημιουργούν τα φαινόμενα, αλλά δεν δημιουργούν ούτε τις κατηγορίες —ή καθαρές έννοιες—, επειδή οι κατηγορίες αυτές αποτελούν την ίδια τη σύσταση ή διάρθρωση της διάνοιας και όχι προϊόντα της δραστηριότητάς της.
Η ανθρώπινη διάνοια, για να το πούμε με ακριβέστερους όρους, περισσότερο σύμφωνους με τη λογική και γνωσιολογική ορολογία που χρησιμοποιεί ο Kant, όχι μόνο δεν είναι ταυτόσημη με τη θεία διάνοια, αλλά δεν είναι ούτε εποπτική διάνοια. Πρέπει να σημειωθεί εξαρχής ότι στη βάση της λογικής δομής μιας εποπτικής διάνοιας βρίσκεται η αρχή της ταυτότητας, η οποία είναι αναλυτική αρχή.
Πράγματι, είτε αντιληφθούμε τη νοητική εποπτεία ως επαφή, ως βύθιση του εποπτευόμενου πράγματος μέσα στην εποπτεύουσα διάνοια —η οποία στην περίπτωση αυτή θα ήταν, με τον δικό της τρόπο, δεκτική ή παθητική— είτε αντιληφθούμε τη διάνοια ως παραγωγό της πραγματικότητας εκείνου που βρίσκεται ήδη μέσα στη σύστασή της, προκύπτουν τα εξής: στην πρώτη περίπτωση έχουμε την πλήρη αντιστοιχία του αντικειμένου Α με τη διάνοια, η οποία, μέσα σε αυτή την πλήρη αντιστοιχία, γίνεται και η ίδια Α. Έχουμε, επομένως, ως σχήμα, Α = Α, το οποίο αποτελεί το σύμβολο της αναλυτικότητας.
Στη δεύτερη περίπτωση, κατά την οποία η διάνοια —την οποία μπορούμε σχηματικά να ονομάσουμε Α— παράγει άμεσα από τα σπλάχνα της ένα quid, ένα «κάτι» —εφόσον αυτή η παραγωγή δεν αποτελεί δημιουργία με την κυριολεκτική έννοια της θρησκευτικής αντίληψης, αλλά παραγωγή εκείνου που η διάνοια έχει ήδη μέσα της—, έχουμε ως προϊόν της διάνοιας ένα quid το οποίο συμπίπτει με την ίδια τη διάνοια· δηλαδή, και πάλι, το σχήμα Α = Α.
Αντιθέτως, η ανθρώπινη διάνοια είναι «διασκεπτική» (discorsiva), δηλαδή είναι μια ικανότητα της οποίας η λειτουργία συνίσταται στη σύνδεση παραστάσεων μεταξύ τους.
Πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η λέξη «παράσταση» έχει στον Kant την ευρύτερη δυνατή σημασία: μπορεί να σημαίνει τόσο τις αισθήσεις όσο και τις έννοιες, τις κατηγορίες ή οποιοδήποτε quid στο οποίο ο Kant επικεντρώνει την προσοχή και την εξέτασή του.
Ας επανέλθουμε στο πρόβλημα του Kant στην επιστολή του 1772. Πρόκειται να ανακαλύψουμε, όπως λέει ο Kant, «από πού προέρχεται στη διάνοια η συμφωνία με τα ίδια τα πράγματα».
Στην επιστολή αυτή ο Kant αναφέρει και απορρίπτει τρεις λύσεις που είχαν εμφανιστεί ιστορικά: εκείνη του Πλάτωνα, επειδή στερείται αποδεικτικής αυστηρότητας· εκείνη του Malebranche, για τον ίδιο λόγο· και εκείνη του Crusius. Σχετικά με την τελευταία θα πει στην Κριτική ότι δεν μπορούμε να αρκεστούμε στη θεωρία σύμφωνα με την οποία ο νους μας είναι κατασκευασμένος κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να συμφωνεί εκ φύσεως με τα πράγματα. Στην περίπτωση αυτή δεν θα μπορούσα να είμαι βέβαιος για τίποτε ούτε θα μπορούσα να διατυπώσω οποιαδήποτε επιστημονική αρχή που να ισχύει για τα αντικείμενα, δηλαδή να «έχει αντικειμενικό κύρος».
«Πράγματι, η έννοια, για παράδειγμα, της αιτίας, η οποία εκφράζει την αναγκαιότητα ενός αποτελέσματος, εφόσον έχει τεθεί ένας όρος, θα ήταν ψευδής, αν στηριζόταν σε μια υποκειμενική, αυθαίρετη και έμφυτη μέσα μας αναγκαιότητα να συνδέουμε ορισμένες εμπειρικές παραστάσεις σύμφωνα με έναν τέτοιο κανόνα σχέσεως [υπαινιγμός, ο οποίος επαναλαμβάνεται συχνά, προς τους εμπειριστές και ιδιαίτερα τους Άγγλους]. Δεν θα μπορούσα να πω: το αποτέλεσμα συνδέεται με την αιτία μέσα στο αντικείμενο, δηλαδή αναγκαία· θα μπορούσα μόνο να πω: είμαι κατασκευασμένος κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην μπορώ να σκεφτώ αυτή την παράσταση παρά μόνο ως συνδεδεμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και αυτό ακριβώς είναι εκείνο που επιθυμεί περισσότερο ο σκεπτικιστής· διότι τότε ολόκληρη η πεποίθησή μας, η οποία θεμελιώνεται στο υποτιθέμενο αντικειμενικό κύρος των κρίσεών μας, δεν είναι παρά μια απλή ψευδαίσθηση. Και δεν θα έλειπαν εκείνοι που δεν θα παραδέχονταν ότι αισθάνονται μέσα τους αυτή την αναγκαιότητα· τουλάχιστον, δεν θα μπορούσαμε να προβάλουμε σε κανέναν αντιρρήσεις σχετικά με κάτι που θεμελιώνεται αποκλειστικά στον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένο το κάθε υποκείμενο».¹
Ο Kant απορρίπτει αυτές τις τρεις λύσεις, επειδή παρουσίαζαν τη συμφωνία ως μια καθορισμένη ή προκαθορισμένη «αρμονία», η οποία όμως δεν είχε αποδειχθεί, όπως λέει στην ίδια επιστολή λίγες γραμμές μετά τα χωρία που παρατέθηκαν παραπάνω. Αφού υποστηρίζει ότι το σύστημα του Πλάτωνα θα μπορούσε να ονομαστεί σύστημα του influxus hyperphysicus και εκείνο του Crusius σύστημα της harmonia praestabilita intellectualis, προσθέτει:
«Αλλά κατά τον καθορισμό της προελεύσεως και του κύρους των γνώσεών μας, ο deus ex machina είναι το πιο παράλογο πράγμα που θα μπορούσε να επιλεγεί· και, εκτός από τον απατηλό φαύλο κύκλο που δημιουργείται στη σειρά των συμπερασμάτων των γνώσεών μας, έχει επιπλέον το μειονέκτημα ότι προσφέρει στήριξη σε κάθε ιδιοτροπία μας, σε κάθε ευσεβές ή σοφιστικό αποκύημα της φαντασίας».
Στην επόμενη παράγραφο ο Kant πληροφορεί τον Herz ότι είχε κατορθώσει να αναχθεί στις πηγές της νοητικής γνώσεως και να ανακαλύψει αρχές και νόμους για την επίλυση του προβλήματός του. Περιορίζεται όμως σε μια αόριστη αναφορά στην προσπάθεια που κατέβαλε για «την αναγωγή της υπερβατικής φιλοσοφίας, δηλαδή όλων των εννοιών του καθαρού λόγου, σε έναν ορισμένο αριθμό κατηγοριών […] διαιρώντας τες σε τάξεις μέσω λίγων θεμελιωδών νόμων της διανοίας».
Δεν λέει τίποτε περισσότερο ούτε για αυτούς τους νόμους ούτε για τις κατηγορίες και, δυστυχώς, περιορίζεται να πληροφορήσει τον Herz ότι ήταν σε θέση να «προσφέρει μια κριτική του καθαρού λόγου, η οποία θα περιείχε τη φύση τόσο της θεωρητικής όσο και της πρακτικής γνώσεως», και ότι πίστευε πως το έργο θα ήταν έτοιμο για εκτύπωση μέσα σε περίπου τρεις μήνες.
Είναι γνωστό ότι οι τρεις μήνες έγιναν δέκα χρόνια, μολονότι ο Kant δεν είχε διακόψει την εργασία του επάνω σε αυτό το ζήτημα· και ότι το πρακτικό μέρος διαχωρίστηκε τελικά από το θεωρητικό και δημοσιεύθηκε αυτοτελώς το 1788.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου