από την Enrica Perucchietti - 4 Σεπτεμβρίου 2026
![]() |
| Πηγή: The Independent |
Σχεδόν ταυτόχρονα, οι Financial Times κυκλοφορούν με τον τίτλο «Ο “Δούρειος Ίππος” της Ρωσίας στην Ιταλία δοκιμάζει την Τζόρτζια Μελόνι», επαναλαμβάνοντας τον χαρακτηρισμό που είχε αποδώσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων στον Ρομπέρτο Βανάτσι: «Ένας Δούρειος Ίππος της ρωσικής επιρροής στην Ιταλία».
Λίγες ημέρες νωρίτερα, μετά το ισλανδικό «όχι» στην επανέναρξη των διαπραγματεύσεων με τις Βρυξέλλες, είχε ήδη εμφανιστεί στα ιταλικά μέσα ενημέρωσης η σκιά των πανταχού παρόντων ξένων παρεμβάσεων. Μια βολική εξήγηση για την «ανεξήγητη» απόρριψη μιας προσφοράς που δεν μπορούσε κανείς να αρνηθεί: να υιοθετήσει η Ισλανδία το ευρώ και να βρεθεί ενδεχομένως, μόλις έξι μήνες αργότερα, υπό διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, όπως η Βουλγαρία.
Τρεις διαφορετικές υποθέσεις, ένα και μοναδικό εξαρτημένο αντανακλαστικό: εάν οι ψηφοφόροι παρεκκλίνουν από την ατλαντιστική και ευρωπαϊστική γραμμή, κάποιος πρέπει να έχει χειραγωγήσει τη βούλησή τους. Και αυτός ο κάποιος, φυσικά, δεν μπορεί παρά να είναι ο «Πούτιν».
Είναι εύλογο να θεωρεί κανείς ότι η Ρωσία διεξάγει στο εξωτερικό επιχειρήσεις προπαγάνδας, παραπληροφόρησης και επιρροής, ιδίως κατά τη διάρκεια ενός πολέμου που διεξάγεται και μέσω μυστικών υπηρεσιών, δολιοφθορών και επικοινωνιακών εκστρατειών. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η υπόθεση παύει να ελέγχεται βάσει αποδείξεων και μετατρέπεται στο καθολικό ερμηνευτικό κλειδί για κάθε ανεπιθύμητο αποτέλεσμα, καλλιεργώντας ένα κλίμα μόνιμης απειλής, χρήσιμο για τη δικαιολόγηση νόμων που περιστέλλουν τις ελευθερίες και για τον επανεξοπλισμό.
Ο Ταγιάνι δεν παρουσίασε κάποια συγκεκριμένη επιχείρηση εναντίον των ιταλικών εκλογών. Περιορίστηκε στο να επικαλεστεί το ενδεχόμενο μελλοντικών αποπειρών, οι οποίες μετατράπηκαν αμέσως σε πρωτοσέλιδη είδηση —«Ρωσικές σκιές»— που αναπαράγεται από τις στήλες των εφημερίδων έως τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων.
Στην περίπτωση του Βανάτσι, αντιθέτως, η «ρωσική επιρροή» φαίνεται να ταυτίζεται με τις θέσεις του απέναντι στη Μόσχα και το Κίεβο: απόψεις πολιτικά αμφιλεγόμενες αλλά θεμιτές σε μια δημοκρατία, οι οποίες όμως δεν αποδεικνύουν καμία ενορχήστρωση από το Κρεμλίνο. Και όμως, το πέρασμα από την πολιτική εγγύτητα στην υποψία της υποταγής είναι άμεσο και καταλήγει στην αποτελεσματικότερη από όλες τις ετικέτες: τον «Δούρειο Ίππο».
Το ίδιο σχήμα επαναλήφθηκε στην Ισλανδία, όπου το 52,8% των ψηφοφόρων, με συμμετοχή άνω του 82%, απέρριψε την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση για λόγους κάθε άλλο παρά σκοτεινούς: εθνική κυριαρχία, αλιεία, έλεγχος των φυσικών πόρων και ιστορική δυσπιστία απέναντι στις Βρυξέλλες. Παρ’ όλα αυτά, μέρος του Τύπου έσπευσε να επικαλεστεί την παραπληροφόρηση και υπόγειες επιρροές.
Ακόμη και η Repubblica, μολονότι παραδεχόταν ότι δεν υπήρχαν αποδείξεις για τα υποτιθέμενα ρωσικά bots, έκανε λόγο για «τεχνικές πληροφοριακού πολέμου» που αποδίδονται στα εργοστάσια διαδικτυακών τρολ της Μόσχας. Η υποψία, ωστόσο, υπήρχε ήδη στον τίτλο· αυτό αρκούσε για να αναπαραχθεί η είδηση και από το ANSA.
Ενώ η ρωσική ανάμειξη καταγγέλλεται προτού ακόμη εκδηλωθεί, η αμερικανική πραγματοποιείται συχνά σε κοινή θέα και υποβαθμίζεται σε άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης ή σε στήριξη της κοινωνίας των πολιτών — είτε πρόκειται για την πάλαι ποτέ USAID είτε για τη σημερινή κυβέρνηση Τραμπ, η διαφορά είναι μικρή.
Κατά τη γερμανική προεκλογική εκστρατεία του 2025, ο Έλον Μασκ διακήρυξε ότι μόνο το AfD θα μπορούσε «να σώσει τη Γερμανία», δημοσίευσε μια παρέμβαση υπέρ του κόμματος και προσέφερε στην Άλις Βάιντελ άφθονο χρόνο προβολής στην πλατφόρμα του.
Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς συναντήθηκε με την επικεφαλής του AfD λίγες ημέρες πριν από την ψηφοφορία, αφού προηγουμένως είχε χρησιμοποιήσει τη Διάσκεψη του Μονάχου για να εξαπολύσει ευθεία επίθεση εναντίον των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Σήμερα, η παρέμβαση δεν περιορίζεται στις δηλώσεις. Η κυβέρνηση Τραμπ ετοιμάζει ένα πρόγραμμα ύψους 25 εκατομμυρίων δολαρίων για ευρωπαϊκές συντηρητικές οργανώσεις. Από αυτά, τα τέσσερα εκατομμύρια προορίζονται για τη στήριξη μέσων ενημέρωσης και δημοσιογράφων με προσανατολισμό σε θέματα εθνικής κυριαρχίας, ελευθερίας του λόγου και θρησκευτικών αξιών. Τυπικά, τα χρήματα δεν θα κατευθυνθούν σε κόμματα· στην πράξη, όμως, θα συμβάλουν στη διαμόρφωση του πολιτισμικού και επικοινωνιακού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αυτά τα κόμματα ανταγωνίζονται.
Ο Τραμπ κατονομάζει τους Ευρωπαίους ηγέτες τους οποίους θεωρεί φίλους ή εχθρούς· ο Μασκ διαθέτει την πλατφόρμα μέσω της οποίας μπορεί να ενισχύσει την απήχησή τους· και το πολιτικοοικονομικό δίκτυο που έχει αναπτυχθεί γύρω από τον Πίτερ Τιλ εργάζεται εδώ και χρόνια για να μετατοπίσει προς τα δεξιά τις πολιτικές ισορροπίες στη Δύση. Ο συνεργάτης του και διευθύνων σύμβουλος της Palantir, Άλεξ Καρπ, υποστηρίζει ανοιχτά το Ισραήλ και ιδρύει μια εταιρεία στρατιωτικής τεχνολογίας μαζί με τον πρώην Ουκρανό υπουργό Μιχάιλο Φεντόροφ, ο οποίος έχει πλέον διοριστεί σύμβουλος της ιταλικής άμυνας.
Εάν η χρηματοδότηση μέσων ενημέρωσης, η υποστήριξη υποψηφίων, η ενίσχυση της φωνής τους και η απαξίωση των αντιπάλων τους συνιστούν ανάμειξη, τότε συνιστούν ανάμειξη και όταν προέρχονται από την Ουάσιγκτον ή τη Σίλικον Βάλεϊ. Διαφορετικά, δεν μπορεί κάθε άνοιγμα προς τον διάλογο με τη Μόσχα να μετατρέπεται σε απόδειξη συνωμοσίας.
Η ρητορική περί «υβριδικού πολέμου» χρησιμεύει κυρίως για να επαναταξινομήσει τη διαφωνία ως απειλή: όποιος αντιτίθεται στις κυρώσεις είναι φιλορώσος, όποιος επικρίνει το ΝΑΤΟ ασκεί προπαγάνδα υπέρ του Κρεμλίνου και όποιος απορρίπτει την περαιτέρω ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει πέσει θύμα χειραγώγησης.
Ο ψηφοφόρος παραμένει κυρίαρχος μόνο όσο ψηφίζει «σωστά»· διαφορετικά, όπως συνέβη αντιστοίχως στη Ρουμανία και στην Ελλάδα, ακυρώνονται οι εκλογές ή τα δημοψηφίσματα.
Αυτή είναι η παράνοια που εξαπλώνεται στην Ευρώπη: όχι ο θεμιτός φόβος απέναντι στις ξένες παρεμβάσεις, αλλά η αδυναμία των ελίτ να παραδεχθούν ότι ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού μπορεί να απορρίπτει αυθόρμητα τις πολιτικές τους.
Η Μόσχα μετατρέπεται έτσι στο μεγάλο άλλοθι για την αποφυγή κάθε αυτοκριτικής, ενώ η αμερικανική επιρροή εισέρχεται από την κεντρική είσοδο, χρηματοδοτεί, συναντά υποψηφίους και διακηρύσσει ανοιχτά τις προτιμήσεις της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου