"Όσες φορές θυμάμαι ή ακούω αυτή τη φράση, μου έρχεται ευθυμία και γελώ με τον μπάρμπα-Νίκο, τον συνταξιούχο εργάτη ενός προπολεμικού εργοστασίου, κάπου εκεί στη Δραπετσώνα του Πειραιά. Ο μπάρμπα-Νίκος με τα γυαλιά, που έχουν τους παλιούς χοντρούς φακούς και τα φορά από 20 χρόνια που είχε κάνει εγχείρηση καταρράχτη, με καθόλου μαλλιά σχεδόν στην κεφαλή του, στις συζητήσεις του, στις προσευχές του, τον Άγιο Ιωάννη το Ρώσσο τον λέει φίλο και φίλο τον έχει! Είναι παιδική η απλότητά του και η αφέλειά του!
"Ήρθα πάλι και φέτος, πάτερ, ήρθα να χαιρετίσω τον φίλο μου! Ά! δεν μπορώ, πρέπει να του φέρω κεράκι στη γιορτή του, είναι φίλος μου! Είμαστε χρόνια φίλοι! Και πως να μην είμαστε, αφού δεν μου χαλάει χατήρι – ό,τι του ζητήσω αμέσως μου το κάνει! Φίλος ε;"
Να, που ο μπάρμπα-Νίκος, μια μέρα ήρθε στενοχωρημένος και βαρύθυμος. Μπαίνει στην Εκκλησία, δεν μας χαιρετά και πηγαίνει κατ’ ευθείαν στον φίλο του τον Όσιο Ιωάννη "να τα πούνε", όπως πάντα έλεγε. Τελείωσε και πολύ λυπημένος μας είπε: -Τι τα θέλετε, σήμερα έχω μεγάλη στενοχώρια και τι λέω σήμερα, από χθες το πρωί. Χθες, κατά τις δέκα το πρωί αγόρασα μια μικρή συκωταριά αρνίσια, είπα στην κυρά μου να την βάλει στο τηγάνι και ΄γώ πετάχθηκα στο παντοπωλείο να αγοράσω λίγη βαρελίσια ρετσίνα. Καλός μεζές βλέπεις η συκωταριά.
Στο φανάρι που σταμάτησα και περίμενα να ανάψει πράσινο άκουσα πίσω μου μια φωνή:«Έτσι ξεχνούν τους φίλους;» Ήμουν μόνος. Κοιτάζω πίσω μου τίποτε, ψηλά στα παράθυρα μήπως μου μίλησε κανείς, δεν είδα κανένα, αλλά και τη φωνή την κατάλαβα για πολύ κοντά μου. Άναψε πράσινο, πέρασα, μπήκα στα παντοπωλείο, άκουσα ψαλμωδία. Ωραία κασέττα με ψαλμωδίες έχεις, λέω στον Παντοπώλη. Μπάρμπα-Νίκο δεν είναι κασέττα, είναι λειτουργία από το Ραδιόφωνο. Σήμερα είναι η μνήμη του αγίου Ιωάννου του Ρώσσου στην Εύβοια και λειτουργούν 6 Δεσποτάδες, όπως είπε η εκφωνήτρια.
Ακόμα ακούω στ’ αυτιά μου τις κόρνες, τα φρεναρίσματα και τις φωνές, με τις χειρονομίες των οδηγών, γιατί μπήκα στα δρόμο χωρίς να περιμένω το φανάρι. Σήκωσα μόνο την άδεια κανάτα και τους έκανα νόημα με τα δύο χέρια να σταματήσουν όλοι τους να περάσω.
Τι το θέλεις, ούτε έφαγα από χθες, ούτε θέλω να φάω. Λίγο το'χεις να σου πει ένας Άγιος ότι τον ξέχασες; Μπορώ να τον ξαναπώ φίλο; Δεν θα με παρεξηγήσει; Πες και συ πάτερ, έτσι δεν είναι; Το περίμενα εγώ αυτό;" Όχι μπάρμπα-Νίκο, ήσουν και θα είσαι φίλος, μακάρι να σε φτάσουμε στην αφελότητα και στην απλότητα. Μακάρι, γιατί εσύ μας πέρασες και έφτασες να ανταποδίδεις τη φιλία που είπε ο ίδιος ο Κύριός μας...
●Πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννου Βερνέζου Ιερατικώς Προϊσταμένου Ι. Προσκυνήματος Οσίου Ιωάννου του Ρώσσου, Έκδοσις Ιερού Προσκυνήματος Οσίου Ιωάννου του Ρώσσου, Προκόπιον Εύβοιας
Ο ναός του Αγίου Ιωάννη Ρώσου που βρίσκεται στο Προκόπι Ευβοίας είναι ένα από σημαντικότερα προσκυνήματα, όχι μόνο της Εύβοιας αλλά και ολόκληρου του Ελληνισμού. Τον βίο αλλά και τα αναρίθμητα θαύματα του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου είχε περιγράψει στην pemptousia.tv, ο Ιερατικός Προϊστάμενος του Ιερού Προσκυνήματος, μακαριστός π. Νικόλαος Βερνέζος.
Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος – Νομίζουν πως είμαι νεκρός. Εγώ όμως είμαι ζωντανός. Βλέπω τους πάντες!
O άγιος Ιάκωβος τακτικά επισκεπτόταν τον άγιο Ιωάννη τον Ρώσο, κυρίως πηγαίνοντας για την Αθήνα για τους γιατρούς που τον παρακολουθούσαν.
-Κάποτε, έλεγε, πηγαίνω και βλέπω τον Άγιο ζωντανό μέσα στη λάρνακά του. Του λέω: «Άγιέ μου, πώς περνούσες στη Μικρά Ασία; Τί αρετές είχες και αγίασες;» Ο Άγιος μου απάντησε:
-Μέσα στη σπηλιά που ήταν σταύλος, κοιμόμουνα και με τα άχυρα σκεπαζόμουνα τον χειμώνα για να μην κρυώνω. Είχα και την ταπείνωση και την πίστη.
Σε λίγο μου λέει:
-Περίμενε, πάτερ Ιάκωβε, γιατί ήρθαν τώρα δυο άνθρωποι και με παρακαλούν για ένα παιδί άρρωστο. Περίμενε να πάω να το βοηθήσω.
Ξαφνικά άδειασε η λάρνακα γιατί ο Άγιος έφυγε. Σε λίγη ώρα ξαναγύρισε, δεν τον είδα πώς γύρισε, αλλά τον είδα να τακτοποιείται μέσα στη λάρνακά του σαν ένας άνθρωπος.
Το ιερό λείψανο του αγίου Ιωάννη «αλλάζει πλευρό» - θέση, όπως είναι ξαπλωμένο, ενίοτε και μπροστά στον κόσμο-προσκυνητές και ακούγεται θόρυβος από εκεί. Μάλιστα, μια από τις φορές που έγινε αυτό, το 1990, ήταν παρών και ο μακαριστός και όσιος γέροντας Ιάκωβος, ηγούμενος της Ιεράς Μονής Οσίου Δαυΐδ στην Εύβοια, ο οποίος για να καθησυχάσει τον κόσμο που τρόμαξε, είπε:
-Χριστιανοί μου, μη φοβάστε, ο Άγιος είναι ζωντανός, απλά άλλαξε πλευρό!
Είναι περίεργο ότι ένιωθε αλλιώς για τους άλλους αγίους και αλλιώς για τον όσιο Ιωάννη τον Ρώσο, τον οποίο μάλιστα καλούσε για βοήθεια μαζί με τον όσιο Δαυΐδ. Όταν καλούσε και τους δύο, έδινε την εντύπωση ότι ο άγιος Ιωάννης ήταν αναγκαίο, ως νεότερος, να τρέξει γρηγορότερα, επειδή ό όσιος Δαυΐδ ήταν γηραιός. Με τον όσιο Ιωάννη όμως δεν γινόταν επιτακτικός, όπως με τον όσιο Δαυΐδ. Ντρεπόταν ακόμα και να λειτουργήσει στο προσκύνημα του οσίου Ιωάννη, στο Προκόπι. Του ζητούσαν:
-Ελάτε, πάτερ Ιάκωβε, να λειτουργήσετε στον όσιο Ιωάννη.
Και εκείνος απαντούσε:
-Είμαι άξιος εγώ, ο χοϊκός, να βρεθώ μπροστά στον θείο Ιωάννη;
Και πάντα, όταν πρόφερε το όνομα του οσίου Ιωάννη, τον οποίο συχνότερα έλεγε «θείο Ιωάννη» και «ομολογητή», η φωνή του στις λέξεις «θείος» και «ομολογητής» έπαιρνε μια μεγαλόπρεπη επισημότητα, λες και έβλεπε τον Άγιο μπροστά του και τον προσφωνούσε ως βασιλέα. Τον όσιο Ιωάννη όχι μόνο τον παρακαλούσε να συντρέχει στις ανάγκες των πιστών, μα και τον έβλεπε ζωντανό, έξω από τη λάρνακά του, να σπεύδει σε βοήθεια. Το 1986 ο π. Ιάκωβος διηγόταν, πως ο άγιος Ιωάννης εργάζεται ζωντανός έξω από τη λάρνακα. Τον ρώτησα χαμηλόφωνα, καθώς καθόμουν δίπλα του:
-Τον είδατε σεις έξω;
Ο γέροντας συνέχισε, γιατί στη συζήτηση βρισκόντουσαν κι άλλοι. Το ίδιο ερώτημα του το έκαμα δύο φορές ακόμα, χαμηλόφωνα, να μην ακούσουν οι άλλοι. Τότε αφοπλιστικά, χωρίς να αλλάξει ρυθμό, απάντησε:
-Αφού τον βλέπεις το πρωί που μαζεύεται ο Άγιος και μπαίνει στη λάρνακά του. Είναι ώρες που δεν βρίσκεται στη λάρνακα!
Το θαύμα τούτο, ότι κάποτε ο άγιος Ιωάννης δεν βρίσκεται στη λάρνακά του, το έχουν διαπιστώσει και άλλοι, όπως ο ιερέας-προϊστάμενος του προσκυνήματος.
Ο άγιος Ιωάννης αξίωνε τον μακαριστό γέροντα Ιάκωβο με διαλογική συζήτηση, ενεργή και αφοπλιστική. Ακόμα περισσότερο, ο γέροντας έβλεπε ολόσωμο και ζωντανό τον Όσιο, με τον οποίο συζητούσε. Επιστρέφοντας κάποτε από ιατρικές εξετάσεις, πέρασε, όπως πάντα, να προσκυνήσει τον όσιο Ιωάννη. Γονάτισε στη λάρνακα του Οσίου και σε λίγο είδε τον Όσιο να του λέει, καθώς τα διηγήθηκε ο ίδιος ο γέροντας:
-Έχω μια δουλειά τώρα και πρέπει να φύγω. Εσύ να μη δεχτείς να κάνεις Εσπερινό, μέχρι να επιστρέψω.
Όταν γύρισε ο Άγιος, του είπε:
-Νομίζεις ότι ευλογώ όλους όσους έρχονται εδώ; Να, αυτή τη γυναίκα, που προσκύνησε τώρα με τα παιδιά της, δεν την ευλόγησα.
-Γιατί; ρώτησε ο π. Ιάκωβος.
-Γιατί βλαστημάει τα παιδιά της.
Στις 15 Ιουλίου 1990, ημέρα Κυριακή, το πρωί, μόλις ο π. Ιάκωβος κατέβηκε από το κελλάκι του στον Ναό για τη Θεία Λειτουργία, περιέγραφε μέσα στο Ιερό με πρόσωπο εκστατικό σε πατέρες της Μονής του, όσα ο θείος Ιωάννης ο Ρώσος, πνευματικώ τω τρόπω, του είχε πει τη νύχτα που πέρασε – ο Θεός γνωρίζει πώς – εμπρός στην ιερή λάρνακα με το αδιαλώβητο σκήνος του στον ναό του στο Προκόπι.
-Νομίζουν πως κοιμάμαι, πως είμαι νεκρός, και δεν με υπολογίζουν οι Χριστιανοί. Εγώ όμως είμαι ζωντανός. Τους πάντες βλέπω. Το σώμα μου είναι μέσα, αλλά εγώ εξέρχομαι πολλές φορές από τη λάρνακά μου. Τρέχω ανάμεσα στους ανθρώπους για να τους βοηθήσω. Πολύς ο πόνος. Αυτοί δεν με βλέπουν. Εγώ τους βλέπω και τους ακούω τι λένε. Και πάλι μπαίνω στη λάρνακά μου. Αλλά άκουσε, πάτερ μου, να σου πω. Πολλή η αμαρτία στον κόσμο, πολλή η ασέβεια και πολλή η απιστία.
-Γιατί τα λες αυτά, Άγιέ μου; του απάντησα. Δεν βλέπεις πόσος κόσμος έρχεται στη Χάρη σου και σε προσκυνά;
-Πολλοί έρχονται, πάτερ Ιάκωβε, αλλά λίγα είναι τα τέκνα μου, πρόσθεσε ο Όσιος και συνέχισε. Γι’ αυτό πρέπει να γίνει πόλεμος. Γιατί πολλή η αμαρτία στον κόσμο.
-Όχι, Άγιέ μου, του είπα ταραγμένος. Από μικρό παιδί όλο σε πολέμους και ταλαιπωρίες βρέθηκα. Στη Μικρά Ασία που γεννήθηκα, αλλά και όταν ήλθαμε στην Ελλάδα. Ύστερα, Άγιέ μου, αν γίνει έξαφνα ο πόλεμος, θα χαθούν και ψυχές πριν προφτάσουν να μετανοήσουν.
-Πρέπει να γίνει πόλεμος! Πρέπει να γίνει πόλεμος! Πρέπει να γίνει πόλεμος! απάντησε λυπημένα με μια σταθερή φωνή ο Όσιος.
Πηγή
Από το βιβλίο: «Ένας άγιος γέροντας. Ο μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης».
Επιμέλεια:Αντιύλη, Ι. Ναός Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζα. E-mail: antiyli.gr@gmail.com
Η είδηση κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο και μας συγκλόνισε. Πρόκειται για τελείως αληθινό περιστατικό και επιπλέον εμείς γνωρίζουμε τον πνευματικό των δύο αεροπόρων και έχουμε πληροφόρηση "από πρώτο χέρι" που λένε.
Την Τετάρτη 15 Ιουνίου, δύο αεροπλάνα της πολεμικής μας αεροπορίας πραγματοποιούσαν εκπαιδευτική πτήση κοντά στην Καρδίτσα όταν ο πιλότος του ενός, ο Ιωάννης, έπαθε ίλιγγο και φοβερό πονοκέφαλο. Δεν μπορούσε δε να εστιάσει το βλέμμα του ούτε στα όργανα του αεροσκάφους, ούτε έξω από αυτό.
Η φωτό είναι του Θ. Ζώη από το F.b.
Δήλωσε την αδυναμία του να κυβερνήσει το αεροπλάνο στον Γιώργο, τον πιλότο του διπλανού αεροπλάνου, ο οποίος αρχίζει να του μιλάει, δίνοντας του οδηγίες και προσπαθεί άμεσα να τον βοηθήσει να συνέλθει.
Ο Γιάννης το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να εκτελεί στα τυφλά ό,τι του λέει ο Γιώργος... Ο Γιώργος αποφασίζει να γυρίσουν για προσγείωση και του λέει "Κάνε το σταυρό σου και ζήτα από τον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο να σε προσγειώσει". Ο Γιάννης αφήνει τα χειριστήρια, κάνει με μεγάλη δυσκολία το σταυρό του και πιάνει ένα φυλαχτό που έχει στην τσέπη του... Δέκα λεπτά μετά, ο Γιάννης προσγειώνεται κανονικά στον Βόλο χωρίς να βλέπει σχεδόν τίποτα, ακούγοντας μόνο τις οδηγίες του Γιώργου. Σβήνει το αεροπλάνο στον διάδρομο και λιποθυμάει... Ο μοίραρχος, που είναι κι' αυτός πολύ πιστός άνθρωπος, τον έβγαλε κλαίγοντας από το κόκπιτ αγκαλιά... Ο Γιάννης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του Βόλου και στη συνέχεια στο ΓΝΑ όπου και παραμένει για λεπτομερέστερες εξετάσεις.
Το παλληκάρι από την επόμενη μέρα νιώθει καλά και οι πρώτες εξετάσεις δεν έδειξαν κάτι ανησυχητικό.
Ένα από τα θαυμαστά που συνέβησαν είναι πως ούτε ο Γιάννης αλλά ούτε και ο Γιώργος φοβήθηκαν στην διάρκεια του συμβάντος. Ο Γιώργος έδινε οδηγίες, δίχως ούτε στιγμή να αμφιβάλει ότι θα πάνε όλα καλά και ο Γιάννης, χωρίς να καταλάβει ποιος ήταν αυτός που προσγείωνε το αεροπλάνο, ήρεμα εκτελούσε....προσγείωση στα τυφλά!
Η συνομιλία είναι καταγεγραμμένη και ήδη την έχουν ακούσει ανώτεροι αξιωματικοί, εμβρόντητοι για τον ανθρωπίνως ανεξήγητο τρόπο που ...ξεπεράστηκε αυτή η "δυσκολία"!
Ο ίδιος ο Γιάννης δεν ξέρει πώς προσγειώθηκε....Είναι αυτά τα "παράξενα" και μεγαλειώδη περάσματα των Αγίων δίπλα από τον άνθρωπο και είναι τα βήματα του Θεού που... ακούγονται τόσο έντονα στην καθημερινή μας ζωή ώστε αυτή δεν ξαναείναι ποτέ πια ίδια!
Εν τω μεταξύ χθες ο αδελφός του Γιάννη, οδηγώντας την μηχανή του, παρασύρθηκε από αυτοκίνητο που παραβίασε την προτεραιότητα και τον εκτίναξε σε μεγάλη απόσταση.
Αυτοί που έτρεξαν να τον ...μαζέψουν, τον βρήκαν τραυματισμένο μόνο στο πόδι....
Η διαδρομή από Χαλκίδα σε Προκόπι είναι μεγαλύτερη απο αυτήν του μαραθώνιου δρόμου. Αν ξεκινήσεις νοτιότερα από τη Χαλκίδα, θα έχεις να διανύσεις ακόμη περισσότερα από τα 48 χιλιόμετρα της παραπάνω απόστασης,με ένα σωρό στροφές και ανηφοριές στη δύσκολη, στην άκρη της ασφάλτου, διαδρομή σου.
Και όλο αυτό γίνεται με τα πόδια! Γίνεται κάθε χρόνο, έχοντας ξεκινήσει αυθόρμητα εδώ και μια εικοσαετία,από χιλιάδες, κυρίως από νέα παιδιά, προς τιμήν ενός νεαρού" ακτιβιστή", δηλαδή αντισυμβατικού ασκητή και ήρωα της υπομονής: Του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου! Σε λίγες ώρες, αργά το απόγευμα,η ανθρώπινη αλυσίδα θα αρχίσει να πεζοπορεί και μάλιστα από δύο κατευθύνσεις, τόσο από Χαλκίδα, όσο και βορειότερα του Προκοπίου (Ιστιαία, Αιδηψό).
Πριν αρχίσει να φωτίζει, οι πρώτοι θα έχουν φτάσει στο "σπίτι" του Αγίου στο Προκόπι,όπου και το ολόσωμο σκήνωμά του. Και το ημερολόγιο θα γράφει "27 Μαΐου,του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου".
Ένα από τα βασανιστήρια που άντεξε με γενναιότητα ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος, ήταν η πύρινη περικεφαλαία που του φόρεσαν οι Τούρκοι και έκαψε το δέρμα και τα μαλλιά Του.
Δόξασε τον Θεό και είπε πως του θυμίζει τον ακάνθινο στέφανο που έβαλαν στο κεφάλι του Χριστού μας. Όταν μετέπειτα τον έβαλαν να κοιμάται στον σταύλο με τα ζώα, δόξασε τον Θεό και είπε που του θυμίζει την φάτνη της Βηθλεέμ που γεννήθηκε ο Χριστός μας. Συγχώρεσε όμως τους βασανιστές του και τους κέρδισε με την αγάπη Του. Την ημέρα της Οσιακής Κοιμήσεως Του, ο Αγάς θρήνησε γοερώς και τον σκέπασε μ'ένα πολύτιμο χαλί, ένα γεγονός που αποτελούσε μεγάλη τιμή για την εποχή εκείνη.
Είναι Ιανουάριος του έτους 2019 .Ποτέ μου δεν είχα ασχοληθεί στα σοβαρά γύρω από θέματα που έχουν να κάνουν με την ορθοδοξία και γενικά την πίστη μου προς τους αγίους της εκκλησίας. Όμως βαθειά μέσα μου υπήρχε η λαχτάρα της γνωριμίας και της αγάπης προς τους αγίους πατέρες της Εκκλησίας μας, οπότε όταν έβλεπα κάπου τον βίο ενός Αγίου η μιας Αγίας πάντα τα διάβαζα και δεν σας κρύβω ότι μου βγαίνει ένας αναστεναγμός χαλάρωσης και ηρεμίας. Έτσι λοιπόν φτάνουμε στο Ιανουάριο του 2019.Έχω ένα γιό 28 χρόνων που από μικρός είχε γεννηθεί με πρόβλημα κύστης πίσω από τον πνεύμονα. Οι γιατροί μας είχαν πει ότι δεν χρειαζόταν χειρουργείο διότι η κύστη ήταν πολύ μικρή και θα το παρακολουθούσαμε με εξετάσεις αν μεγάλωνε η υπήρχε και η πιθανότητα να απορροφηθεί συν το χρόνο από τον ίδιο το οργανισμό του. Έτσι πέρασαν τα χρόνια χωρίς προβλήματα όσπου πέρυσι άρχισε να έχει κλινικά συμπτώματα: δυσφορία αναπνοής, παλινδρομήσεις, το βράδυ ενοχλήσεις κλπ. Πήγαμε και από τις εξετάσεις φάνηκε ότι η κύστη είχε μεγαλώσει αρκετά με κίνδυνο να σπάσει, οπότε έπρεπε επειγόντως να μπει για χειρουργείο. Έτσι μπήκαμε στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός για επέμβαση. Το χειρουργείο ήταν μεγάλο. Πήραν τον Γιώργο μου το πρωΐ και εμείς οι γονείς μέσα στην αγωνία, καταλαβαίνετε τι θέλω να πω,.Πέρασαν 2 ώρες και ξαφνικά άρχισε να με κυριεύει μια ανησυχία περίεργη, παναγιά μου λέω το παιδί μου!!!,Από το δωμάτιο του νοσοκομείου φαινόταν ο Αϊ Γιώργης στο Λυκαβηττό και τότε ένοιωσα να μου βγαίνει προσευχή με παρακάλια στον αϊ Γιώργη να βοηθήσει το παιδί μου στο χειρουργείο. Από την προσευχή και έπειτα ήμουν ποιό ήρεμη. Ένοιωσα μια γαλήνη και μια σιγουριά ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Έτσι και έγινε. Το χειρουργείο πήγε καλά .Όμως υπήρξε μια μικρή δυσκολία κατά την διάρκεια της ανάνηψης γιατί αργούσε να ξυπνήσει αλλά σε όλη την διάρκεια δεν ήταν μόνος του ,υπήρχε μαζί του ο( Γιάννης ),που τον βοηθούσε....Την άλλη μέρα το μεσημέρι με πήρε ο ύπνος και τότε είδα στο ύπνο μου έναν παπά με άμφια άσπρα κεκτημένα με χρυσή κλωστή να στέκεται σε μια πόρτα και να κρατά δύο σακούλες οι οποίες περιείχαν από ένα μαξιλάρι άσπρο η κάθε μία μου τις έδωσε στα χέρια και μου είπε:Με λένε Ιωάννη και θα τις πας στον Άγιο Ιωάννη τον ρώσο στην Εκκλησία του να τον ευχαριστήσεις. Όταν ξύπνησα σκέφτηκα παναγιά μου ποιός ήταν ο πάτερ αυτός πρώτη φορά τον έβλεπα. Όμως θυμήθηκα ότι στον ναό υπήρχε κάποιος πατέρας Ιωάννης που ήταν πολλά χρόνια εκεί, αλλά δεν τον ήξερα ούτε τον είχα δει ποτέ. Το είπα το όνειρο στον πνευματικό μου και μου είπε να πάμε οικογενειακώς στο Προκόπιο Ευβοίας στον Άγιο Ιωάννη τον ρώσο και να προσκυνήσουμε την Χάρι του. Έτσι και έγινε...Όταν φθάσαμε στο ναό πηγαίνω μπροστά στο σκήνωμα του Αγίου και με έπιασαν λιγμοι,μια κατάσταση που δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια. Ξαφνικά είδα έναν ιερέα να εξομολογει...πετάχτηκα σαν ελατήριο και έτρεξα να εξομολογηθώ.Εμαθα κατόπιν ότι ήταν ο Π. Νικόλαος Βερνεζος. Καταλαβαίνετε τι έπαθα όταν πήγα στο πίσω μέρος της εκκλησίας και είδα το μνήμα του κεκοιμηθεντος πρόσφατα Ιωάννη Βερνεζου. Ήταν ο ίδιος Ο πατήρ Ιωάννης που είδα στο ύπνο μου και φυσικά εξομολογηθηκα στο γιό του Π. Νικόλαο βερνεζο. Τίποτα δεν είναι τυχαίο τελικά στην ζωή και εμένα η μεγάλη Αλήθεια είναι ότι γνώρισα τον Άγιο Ιωάννη τον ρώσο και τον πατέρα Ιωάννη Βερνεζο μέσα από το χειρουργείο του Γιώργου μου. Μεγάλο το όνομά σου άγιε μου και σε ευχαριστώ μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου για το θαύμα που έκανες στο γιό μου και στην οικογένειά μου. ΑΜΉΝ Ο ΆΓΙΟΣ ΙΩΆΝΝΗΣ Ο ΡΏΣΟΣ,,,,,,ΒΟΉΘΕΙΑ ΓΙΑ όλο τον κόσμο, Αμήν!!
Ο Θεός έστη εν συναγωγή θεών, εν μέσω δε θεούς διακρινεί. Έως πότε κρίνετε αδικίαν και πρόσωπα αμαρτωλών λαμβάνετε; Κρίνατε ορφανώ και πτωχώ, ταπεινόν και πένητα δικαιώσατε. Εξέλεσθε πένητα και πτωχόν, εκ χειρός αμαρτωλού ρύσασθε αυτόν. Ούκ έγνωσαν, ουδέ συνήκαν, εν σκότει διαπορεύονται, σαλευθήτωσαν πάντα τα θεμέλια της γης. Εγώ είπα· Θεοί έστε και υιοί Υψίστου πάντες. Υμείς δε ως άνθρωποι αποθνήσκετε και ως εις των αρχόντων πίπτετε. Ανάστα, ο Θεός, κρίνων την γην, ότι συ κατακληρονομήσεις εν πάσι τοις έθνεσι.
Αποκαλύπτει ο Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος στον μακαριστό Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη
"Πολλή αμαρτία, γι' αυτό πρέπει να γίνει πόλεμος"
Στις 15 Ιουλίου 1990, ημέρα Κυριακή, το πρωί, μόλις ο... πατήρ Ιάκωβος κατέβηκε από το κελλάκι του στο ναό για τη Θεία Λειτουργία περιέγραψε μέσα στο Ιερό με πρόσωπο εκστατικό σε Πατέρες της Μονής του όσα ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος «πνευματικώ τω τρόπω» του είχε πει τη νύκτα που πέρασε – «ο Θεός οίδεν» – εμπρός στην Ιερή λάρνακα με το αδιαλώβητο σκήνος Του στο Ναό του στο Προκόπι :
«- Νομίζουν πώς κοιμάμαι, πεθαμένος, είμαι νεκρός και δεν υπολογίζουν οι χριστιανοί. Τους πάντας βλέπω. Το σώμα μου είναι μέσα, αλλά εγώ εξέρχομαι πολλές φορές από τη λάρνακά μου. Τρέχω ανάμεσα στους ανθρώπους για να τους βοηθήσω. Πολύς ο πόνος. Αυτοί δε με βλέπουν. Εγώ τους βλέπω και τους ακούω τί λένε. Και πάλι εισέρχομαι στη λάρνακά μου. Αλλά άκουσε Πάτερ μου να σου πω : πολλή η αμαρτία στον κόσμο, πολλή η ασέβεια και πολλή η απιστία.
- Γιατί τα λες αυτά Άγιε μου ; του απάντησα. Δέ βλέπεις πόσος κόσμος έρχεται στη χάρη σου και σε προσκυνά ;
- Πολλοί έρχονται, Πάτερ Ιάκωβε, αλλά λίγα είναι τα τέκνα μου, πρόσθεσε ο Όσιος και συνέχισε: Γι΄ αυτό πρέπει να γίνει πόλεμος. Διότι πολλή αμαρτία στον κόσμο.
- Όχι, Άγιέ μου, του είπα αμέσως ταραγμένος. Από μικρό παιδί όλο σε πολέμους και ταλαιπωρίες βρέθηκα. Στη Μικρά Ασία που γεννήθηκα αλλά κι όταν ήλθαμε εδώ στην Ελλάδα. Ύστερα, Άγιε μου, αν γίνει έξαφνα ο πόλεμος θα χαθούν και ψυχές πριν προφτάσουν να μετανοήσουν.
- Πρέπει να γίνει πόλεμος, πρέπει να γίνει πόλεμος, πρέπει να γίνει πόλεμος, απάντησε λυπημένα μα με σταθερή φωνή ο Όσιος…».
Στις 27 του Μάη γιορτάζεται η μνήμη ενός νεοφανούς Αγίου, Ρώσου στην καταγωγή, που το ιερό λείψανό του βρίσκεται – στο πείσμα της ανθρώπινης λογικής! – άφθαρτο και ακέραιο, κοντά 280 χρόνια μετά το σωματικό θάνατό του, στο Νέο Προκόπι (πρώην Εμίν Αγά) της Εύβοιας. Πρόκειται για τον Όσιο Ιωάννη το Ρώσο, τον νέο Ομολογητή.
Ανάμεσα στους στρατιώτες του Τσάρου της Ρωσίας Πέτρου του λεγόμενου Μεγάλου, που πολέμησαν ενάντια στους Τούρκους στα 1711, κατά τον άτυχο εκείνο για τους Ρώσους πόλεμο, όπου ο ίδιος ο Πέτρος κινδύνεψε να σκοτωθεί, ήταν κι ένα παλληκαρόπουλο καμιά εικοσαριά χρόνων, που καταγόταν από τη λεγόμενη Μικρή Ρωσία, ο Ιβάν (Γιάννης).
Αθώο και απλοϊκό χωριατόπουλο, ήταν αναθρεμμένο με τα νάματα της ορθόδοξης ευσέβειας, της ευσέβειας εκείνης που μεταμόρφωσε μια αχανή κι απαραμύθητη βαρβαρική χώρα και την έκαμε «Αγία Ρωσία», (όπως με αρκετή δόση υπερβολής ο λαός της την ονόμασε).
Γράμματα φαίνεται πως, έξω από τα γράμματα της Εκκλησίας, δεν ήξερε. Ήξερε, όμως, πολύ καλά να ξεχωρίζει το καλό απ’ το κακό, το πρόσκαιρο από το αιώνιο, και το κατά Θεόν από το κατά κόσμον. Ήξερε πως το νόημα κ’ η νοστιμάδα της ζωής κ’ η ομορφιά της μαζί, είναι ο Χριστός! Και πως σαν είσαι μαζί Του, με το μέρος Του, κοντά Του, είσαι βλογημένος και μακάριος και ευτυχής, ό,τι κι αν σου τρέχει στη ζωή, όποιο κι αν είναι το πλήθος και το μέγεθος των πειρασμών που σε βρίσκουν! Γι’ αυτό και από τα μικράτα του είχε ρίξει την άγκυρά του σ’ Αυτόν και ζούσε κατά το άγιο θέλημά Του ταπεινά, ήσυχα, χωρίς κούφιους εγωισμούς και προσκολλήσεις στα γήινα και μάταια. Για αναπνοή του είχε το «Γκόσποντε Ιησούσε Χριστέ, Σήνε Μπόγια, πομήλουι μια». Δηλαδή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Για χαροκόπι του, τη Θεία Λειτουργία. Για απόλαυσή του, το να κάνει ατέλειωτες μετάνοιες και προσκυνήματα ασταμάτητα μπρος στην εικόνα της γλυκύτατης «Μπογκορόντιτσα», της Θεοτόκου. Για τρυφή του, τη νηστεία, την άσκηση, τη σκληραγωγία. Ελπίδα και στόχος του ήταν το «Τσάρστβο» των ουρανών, η Βασιλεία του Θεού!…
Αλλά ο Θεός δεν επιφυλάσσει στους εκλεκτούς Του «βίο ανθόσπαρτο» πάνω στη γη! Αντίθετα, τους υπόσχεται θλίψεις μέσα στον κόσμο και στενοχώριες και ταλαιπωρίες και βάσανα και πειρασμούς. Γιατί στενή είναι η πύλη που εισάγει στη Ζωή και ανηφορικός και δύσβατος ο δρόμος που οδηγεί στη σωτηρία. Η χριστιανική ζωή δεν είναι άνεση και πλατυσμός, τρυφή και απόλαυση, αλλά σταυρός! Έτσι και στον ευσεβή Ιβάν ο Θεός επεφύλαξε ένα σταυρό.
Στο ρωσοτουρκικό πόλεμο που ήδη αναφέραμε, τον έπιασαν αιχμάλωτο οι Τάταροι που πολεμούσαν αντάμα με τους Τούρκους, και τον πούλησαν σκλάβο σε κάποιο Τούρκο αξιωματούχο απ’ το Προκόπι της Καππαδοκίας.
Πώς να περιγράψει κανείς τη ζωή της σκλαβιάς; Περιγράφονται οι εξευτελισμοί, οι βρισιές, οι ταπεινώσεις, οι ονειδισμοί, τα κοροϊδέματα, το ξύλο, η τυραννία; Κι αν λάβει οπ’ όψη του κανείς πως το Προκόπι ήταν στρατόπεδο των Γενιτσάρων, που ήταν «υιοί γεένης διπλότεροι» των Οθωμανών, μπορεί κάπως να φαντασθεί τα βάσανα του Χριστιανόπουλου!…
Και σαν να μην έφταναν όλα τ’ άλλα, ήταν κι εκείνες οι φορτικότατες πιέσεις ν’ αφήσει την πίστη του, να πει το «σαλαβάτ» (το «πιστεύω» του Ισλάμ), να κάμουν το «σουνέτ»(περιτομή) και να γίνει Μουσουλμάνος! Πιέσεις, άλλοτε με το μαλακό κι άλλοτε με το άγριο! Άλλοτε με υποσχέσεις κι άλλοτε με απειλές! Βλέπεις, ο σατανάς είναι ποικίλος στις μεθόδους του! Όμως είχαν πέσει σε «σκληρό καρύδι»! Ή μάλλον σε πέτρα, που είχε σκληρύνει κι ατσαλώσει από την αδιάκοπη επαφή της με τον Λίθο τον Τίμιο, τον Ακρογωνιαίο, που είναι ο Ιησούς Χριστός! Έτσι, η απάντησή του ήταν πάντοτε, και στις υποσχέσεις, και στις απειλές, ένα απόλυτα αποφασιστικό «Νιέτ!». Δηλαδή: Όχι! «Δεν με συγκινούν οι υποσχέσεις σας. Ό,τι μου υπόσχεσθε είναι μάταιο, αφού ακούοντάς σας θα χωρισθώ απ’ τον Χριστό. Δεν με φοβίζουν οι απειλές σας. Ό,τι μου επισείετε σαν φόβητρο, το περιφρονώ με τη χάρη του Κυρίου μου! Για μένα «το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος» (Παύλος, επιστολή προς Φιλιππησίους 1, 21). Τίποτε δε μπορεί να με χωρίσει από την αγάπη του Υιού της Παρθένου!». Και στον αφέντη του είπε: «Αν μ’ αφήσεις ελεύθερο στη θρησκεία μου, θα είμαι ολοπρόθυμος στους ορισμούς σου. Μα αν με βιάσεις ν’ αλλαξοπιστήσω, ξέρε το πως σου δίνω το κεφάλι μου μετά χαράς, αλλά την Πίστη μου όχι! Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανό θα μ’ εύρει και ο χάρος!».
Βλέποντας ο Θεός την ακλόνητη πίστη του δούλου Του και την άφοβη ομολογία του, μαλάκωσε τη σκληρή καρδιά του αφέντη του και τον έκαμε σιγά-σιγά να το εκτιμήσει το σκλαβόπουλο και να το συμπαθήσει. Σ’ αυτό πολύ συνετέλεσε η όλη αρετή του Ιωάννη. Τον έβλεπαν να είναι αφοσιωμένος στο έργο του (ήταν ιπποκόμος) και να εκτελεί με βαθειά ταπεινοφροσύνη κάθε εντολή. Να κάνει ατέλειωτες νηστείες και προσευχές. Να εκκλησιάζεται με κάθε ευκαιρία και να μεταλαβαίνει κάθε Σάββατο. Να μη σηκώνει τα μάτια του να κοιτάξει κατά πρόσωπο κανέναν, αλλά να είναι πάντοτε συνεσταλμένος και ντροπαλός. Να είναι πρόθυμος για κάθε εργασία, να κοιμάται σε μια γωνιά του στάβλου πάνω στ’ άχυρα, ενώ του πρόσφεραν δωμάτιο δικό του. Να ξενυχτά συχνά προσευχόμενος στα γόνατα, άλλοτε μέσα στο στάβλο, που τον λογάριαζε θαρρείς στάβλο της Βηθλεέμ, κι άλλοτε μέσα στην εκκλησία τ’ Αϊ-Γιωργιού, εκεί κοντά στο υποστατικό του αφεντικού του. Να τρέχει με αγάπη να βοηθάει τον καθέναν, και να μην έχει λόγο πικρό στο στόμα για κανέναν! Να συγχωρεί αυτοστιγμεί και να ζητά συγγνώμη δίχως να φταίει! Να περιποιείται τα ζώα του στάβλου με ξεχωριστή φροντίδα και ν’ ακολουθεί τον έφιππο αφέντη του στους περιπάτους του, πεζός αυτός, σεμνός, με τις παπαρούνες της αρετής μόνιμα ζωγραφισμένες στα μάγουλά του, και με τα χείλη του να κινούνται αθόρυβα στην αδιάλειπτη προσευχή του Ιησού: «Γκόσποντε Ιησούσε Χριστέ, Σήνε Μπόγια, πομήλουι μια»…
Όλα αυτά, βέβαια, ηχούν παράξενα στ’ αφτιά εκείνων που βλέπουν και κρίνουν τα πράγματα με τρόπο κοσμικό. Όμως, όλα αυτά συνιστούσαν και την υπέρβαση της σκλαβιάς! Ο νεαρός Ιβάν ήταν ελεύθερος μέσα στη σκλαβιά του! Ελεύθερος από κάθε είδους δεσμά παθών και αμαρτίας! Ελεύθερος εσωτερικά! Στην ψυχή! Στα βάθη της καρδιάς του! Γιατί η ελευθερία δεν είναι υπόθεση του σώματος, μα προπαντός είναι υπόθεση του μέσα ανθρώπου! Μπορεί σωματικά να είσαι ελεύθερος, και όμως νάσαι σκλάβος της φθοράς, της αμαρτίας! Και μπορεί απ’ έξω νάσαι σκλάβος σαν τον Ιωάννη, κι από μέσα να αισθάνεσαι το πλήρωμα της ελευθερίας που χαρίζει η παρουσία του Χριστού!
Έτσι, ο νεαρός Ρώσος υπάκουε στον αφέντη του «διά τον Κύριον», αποδίδοντας «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι», και αρνήθηκε υπακοή στο θέμα της πίστεως, αποδίδοντας «τα του Θεού τω Θεώ». Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε πως η στάση του Ιβάν και η εκ μέρους του αντιμετώπιση της σκλαβιάς, αποτελεί για μας μια πρόταση ζωής εν ελευθερία. Το παράδειγμα του Ιωάννη μας δείχνει τον τρόπο, με τον οποίο ο άνθρωπος γίνεται και είναι πραγματικά ελεύθερος! Εμείς που ως υφιστάμενοι και υπάλληλοι ασχάλλουμε και δυστροπούμε σε κάθε εντολή που μας δίδεται από τους προϊσταμένους μας, και συχνά δεν βλέπουμε την ώρα να γίνουμε κι εμείς αφεντικά για να βγάλουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα τ’ απωθημένα μας καταπάνω στους δικούς μας υφισταμένους· εμείς που το να κάνουμε κάπου μια στοιχειώδη υπακοή το θεωρούμε εξευτελισμό και εξουθένωση· εμείς που ως παιδιά τις συμβουλές και τις ορμήνειες των γονιών μας τις βαφτίζουμε «καταπίεση»εμείς, για τους οποίους ειπώθηκε ότι «του Έλληνα ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει»· εμείς που έχουμε στα κατάβαθα του είναι μας θλιβερά απωθημένα μιας σκλαβιάς τετρακοσίων και πάνω χρόνων, μιας σχετικά πρόσφατης τριπλής ξενικής κατοχής και καμπόσων ντόπιων δικτατοριών, πολλά έχουμε να διδαχθούμε από τη στάση του Ιβάν και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε τη δουλεία.
Δεν ήταν μοιρολάτρης ο Άγιος! Δεν έλεγε «σφάξε με, αγά μου, ν’ αγιάσω»! Ήξερε τι του συνέβαινε. Όμως ήξερε και την αλήθεια των πραγμάτων! Ήξερε πως στο χέρι του ήταν να δουλωθεί ή να μείνει ελεύθερος. Αν θάδινε τη ψυχή του, αν γινόταν Μουσουλμάνος, οι Τούρκοι θα τον άφηναν ελεύθερο. Θα του έδιναν «μπαξίσια» πολλά περιουσίες, χρήματα, τιμές, δόξες! Μα τότε θάταν σκλάβος αληθινός! Σκλάβος της φιλαυτίας, της φιλοζωίας, του εγωισμού! Αν αρνιόταν να δώσει την ψυχή του, κι ας έμενε σκλάβος σωματικά (όπως κι έγινε), κι αν ακόμα του έπαιρναν τη ζωή ’θάταν ελεύθερος (όπως και ήταν). Αετός υψιπέτης, που ακροζυγιάζεται στα ύψη της αρετής και της χριστιανικής συνέπειας!… Η υπακοή που έκανε στις διάφορες δουλειές και στα θελήματα του αφέντη του (εκείνα, εννοείται, που δεν ερχόντουσαν σε σύγκρουση με του Χριστού το άγιο θέλημα), ήταν σε τελευταία ανάλυση, μ’ αυτές τις προϋποθέσεις, μια πράξη ελευθερίας! Μια προσφορά θεληματική, μια εκκοπή του ιδίου θελήματος, όπως συμβαίνει και με τους Μοναχούς, οι οποίοι παραδίδουν το θέλημά τους στα χέρια του Γέροντα και του κάνουν υπακοή εν Αγίω Πνεύματι.
Η επιμέλεια πάλι, με την οποία έκανε τις διάφορες δουλειές που του ανέθεταν, βασιζόταν στην πεποίθηση ότι εκτελούσε έργο του Χριστού. Είχε δεχθεί τη σκλαβιά του σαν ένα διακόνημα που τούχε αναθέσει για να το κάμει ο ίδιος ο Χριστός! Κι έτσι έθετε σε κατά γράμμα εφαρμογή τη σύσταση του θείου Παύλου: «Όσοι είστε δούλοι να υπακούετε στους επίγειους κυρίους σας με φόβο και τρόμο, με ειλικρίνεια καρδιάς, όπως στο Χριστό. Όχι υπακούοντας για τα μάτια, για να είστε αρεστοί στους ανθρώπους, αλλά ως δούλοι του Χριστού, εκτελώντας το θέλημα του Θεού από ψυχής, δουλεύοντας με καλή διάθεση σαν να δουλεύετε για τον Κύριο και όχι για τους ανθρώπους. Και να ξέρετε ότι καθένας ό,τι καλό κάνει, γι’ αυτό θ’ ανταμειφθεί από τον Κύριο, είτε είναι δούλος είτε ελεύθερος» (Έφεσ. 6: 5-8). Κι αυτή η αντιμετώπιση του πράγματος έκανε αληθινά τους ίδρωτες που έχυνε για χάρη του αφέντη του να λογαριάζονται ως ιδρώτες που χύθηκαν για χάρη του ίδιου του Χριστού! Και οι κόποι της σκλαβιάς να λογαριάζονται ως κόποι που καταβλήθηκαν στην εργασία του Ευαγγελίου! Έτσι, όλα αυτά έφεραν άφθονη θεία Χάρη πάνω στο δούλο του Θεού, κι ο νεαρός σκλάβος έλαβε το χάρισμα της θαυματουργίας!
Βλέποντάς τον ο αφέντης του κι οι άλλοι Τούρκοι να θαυματουργεί, άρχισαν να του συμπεριφέρονται με σεβασμό κι εκτίμηση πολλή, και τον θερμοπαρακάλεσαν μάλιστα να δεχθεί να μένει σε διαμέρισμα ξεχωριστό, δικό του, με άνεση και ευκολίες. Όμως εκείνος αρνήθηκε ευγενικά και συνέχισε να μένει στο στάβλο του, όπου και παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Ελευθερωτή και Ζωοδότη σε ηλικία σαράντα περίπου χρόνων, αφού νωρίτερα μετάλαβε τα Άχραντα Μυστήρια, στις 27 του Μάη του 1730.
Το πιο γνωστό θαύμα του αγίου είναι το εξής: μια μέρα, ενώ ο Τούρκος αφέντης του βρισκόταν στη Μέκκα, η γυναίκα του έκανε τραπέζι σε συγγενείς και φίλους στο αρχοντικό τους. Ο Ιωάννης υπηρετούσε στο τραπέζι, όταν σερβιρίστηκε ένα πιάτο από το αγαπημένο πιλάφι του αφέντη του. Το είδε η οικοδέσποινα και αναστέναξε λέγοντας: «Πόση ευχαρίστηση θα έπαιρνε ο αφέντης σου, αν ήταν εδώ κι έτρωγε μαζί μας από τούτο το φαγητό». Ο άγιος τότε ζήτησε ένα πιάτο ζεστό πιλάφι για… να το στείλει στον αφέντη του στη Μέκκα. Του το έδωσαν σχεδόν με ειρωνεία, όμως, όταν επέστρεψε ο αφέντης του είχε μαζί του το πιάτο, που ανεξήγητα είχε μεταφερθεί κοντά του, και μάλιστα έφερε το χαρακτηριστικό έμβλημα όλων των σερβίτσιων του αρχοντικού. Ο άγιος κοιμήθηκε ειρηνικά το 1730, αφού έλαβε τη θεία κοινωνία κρυμμένη από τον ιερέα μέσα σ’ ένα μήλο. Τρία χρόνια αργότερα, μετά από ένα φωτεινό όραμα, ανοίχθηκε ο τάφος και το σώμα του βρέθηκε άφθαρτο, ευλύγιστο και ευωδιάζον. Το 1830 στρατιώτες του Οσμάν πασά αποπειράθηκαν να το κάψουν ρίχνοντάς το στη φωτιά. Όμως το ιερό σκήνωμα έμεινε σχεδόν ανέπαφο και μάλιστα οι στρατιώτες το είδαν να κινείται μέσα στις φλόγες, σαν ζωντανό, και τράπηκαν σε φυγή.
***
Τον ενταφίασαν αρχικά στην ταπεινή εκκλησιά του Αϊ-Γιωργιού, κοντά στο υποστατικό του αφεντικού του, όπου συνήθιζε να πηγαίνει και να ξενυχτά προσευχόμενος. Από ’κει, το 1845, οι Χριστιανοί μετέφεραν το άγιο λείψανό του, που το σεβάσθηκε η φθορά και τ’ άφησε απείραχτο κι ελεύθερο από τον κοινό νόμο της αποσύνθεσης, στη μεγάλη και ωραία εκκλησιά του Αγίου Βασιλείου που έχτισαν στο μεταξύ, κι εκεί έμεινε κάνοντας αναρίθμητα θαύματα σε Χριστιανούς και Τούρκους ως το 1924, που με την ανταλλαγή των πληθυσμών που έγινε με τη Συνθήκη της Λωζάνης, ερχόμενοι οι Προκοπιανοί στην Ελλάδα τόφεραν, θησαυρό ατίμητο και ανεξάντλητο, και το ανέβασαν στην Εύβοια όπου εγκαταστάθηκαν, στο Εμίν Αγά, που από τότε ονομάσθηκε Νέο Προκόπιο.
Στο Νέο Προκόπι, με πρωτοβουλία του μακαριστού Ποιμενάρχη της περιοχής Μητροπολίτου Χαλκίδας Γρηγορίου, η ευσέβεια του λαού ανήγειρε μεγαλόπρεπο και καλλιμάρμαρο ναό στο όνομα του ευωδιαστού ρόδου της Ρωσίας, κι εκεί βρίσκεται πια εναποτεθειμένο το ιερό του Λείψανο και δέχεται ολοχρονίς την προσκύνηση χιλιάδων λαού, κι επιτελεί ποταμηδόν θαύματα και ιάσεις παντοδαπές «τοις προσιούσιν εν πίστει» (=σ’ αυτούς που προσέρχονται με πίστη).
Ιδιαίτερη αγάπη δείχνει στα παιδιά ο Όσιος Ιωάννης, γι’ αυτό και πάμπολλα θαύματά του γίνονται σ’ αυτά. Με οφθαλμοφανή επέμβασή του έσωσε επανειλημμένως από σίγουρο θάνατο παιδιά, όταν εξαιτίας σεισμών ή υποχωρήσεως της στέγης καταστράφηκαν σχολειά σε ώρα μαθήματος και στο Προκόπι, και στην Αθήνα, στους Αγίους Αναργύρους, πριν κάμποσα χρόνια. Άρρωστα παιδιά τ’ απάλλαξε από αρρώστιες φοβερές κ.ο.κ. Μα και οι προς τους μεγάλους ευεργεσίες του δεν είναι αριθμήσιμες! Ποταμός ολόκληρος και σ’ αυτούς τα θαύματά του! Κωφάλαλοι ακούνε και μιλούν! Παράλυτοι συσφίγγονται και περπατούν υγιείς! Τυφλοί αναβλέπουν! Καρδιοπαθείς αποκαθίστανται! Καρκινοπαθείς θεραπεύονται!
Κάποια γυναίκα από τη Κύπρο, από το Φρέναρος της Αμμοχώστου συγκεκριμένα, συγκύπτουσα, με το κεφάλι της να φθάνει κοντά στα γόνατα, όπως η ομοιοπαθής της του Ευαγγελίου, θεραπεύθηκε πριν λίγα χρόνια, μόλις ζώστηκε τη ζώνη του Αγίου, και το θαύμα έγινε γνωστό από τον Τύπο. Γιατρός άπιστος, που κάποτε αποκάλεσε με πολλή ασέβεια το λείψανο του Αγίου «μούμια», θεραπεύθηκε ανέλπιστα από ανίατη αρρώστια που τον είχε φέρει στο χείλος του θανάτου, όταν του παρουσιάσθηκε ο ταπεινός Όσιος και του είπε: «Είμαι η “μούμια” που είπες, και σε κάνω εγώ καλά, με τη Χάρη του Κυρίου μου Ιησού Χριστού»! Δαιμονισμένοι απαλλάσσονται από τα δαιμόνια που τους βασανίζουν! Θλιμμένοι παρηγορούνται! Απογοητευμένοι βρίσκουν ελπίδα! Κλονισμένοι στηρίζονται! Δύσπιστοι γίνονται πιστοί! Ευσεβείς στερεώνονται στην ευσέβεια! Δοξάζεται το όνομα του Θεού καθημερινά, με αφορμή το μικρόσωμο σκλαβόπουλο απ’ τη Ρωσία. Τον πονεμένο και τυραννισμένο ιπποκόμο, που έζησε σκλάβος αδούλωτος, θεληματικά φτωχός, άσημος, κουρελοντυμένος, υπάκουος, στερεός όμως στην αγία Ορθόδοξη Πίστη του, με το «Σλάβα τέμπιε Μπόγιε!» (Δόξα Σοι ο Θεός!) αδιάκοπα στο στόμα! Δοξάζεται ο Θεός και δοξάζει κι Εκείνος φιλότιμα το πλάσμα Του, που αγάπησε την αδοξία και την ταπείνωση! Δοξάζει το γνήσιο παιδί Του, που «διά τους λόγους των χειλέων Του εφύλαξεν οδούς σκληράς» (Ψαλμ. 16 (17):4). Δοξάζει τον Ομολογητή Του, που δεν ντράπηκε και δεν φοβήθηκε να Τον ομολογήσει «έμπροσθεν των ανθρώπων» και τον ομολογεί τώρα κι Αυτός ενώπιον όλων των ανθρώπων, ενώπιον των Αγγέλων και των Αρχαγγέλων, των Αγίων Πάντων και της Θεοτόκου, ενώπιον όλης της κτίσεως της ορατής και της αόρατης!…
Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε σε ένα χωριό της λεγομένης Μικράς Ρωσίας, περί
το 1690 μ.Χ., από γονείς ευλαβείς και ενάρετους. Όταν έφθασε σε νόμιμη ηλικία
στρατεύθηκε, ενώ βασίλευε στη Ρωσία ο Μέγας Πέτρος. Έλαβε μέρος στον πόλεμο που
έκανε εκείνος ο τολμηρός τσάρος εναντίον των Τούρκων κατά το 1711 μ.Χ., και
συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Τατάρους. Οι Τάταροι τον πούλησαν σε έναν Οθωμανό
αξιωματικό Ίππαρχο, που καταγόταν από το Προκόπιον της Μικράς Ασίας, το οποίο
βρίσκεται πλησίον στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο αγάς τον πήρε μαζί του στο
χωριό του. Πολλοί από τους αιχμαλώτους συμπατριώτες του αρνήθηκαν την πίστη του
Χριστού και έγιναν Μουσουλμάνοι, είτε γιατί κάμφθηκαν από τις απειλές, είτε
γιατί δελεάστηκαν από τις υποσχέσεις και τις προσφορές υλικών
αγαθών.
Ο Ιωάννης, όμως, ήταν από μικρός αναθρεμμένος με
παιδεία και νουθεσία Κυρίου και αγαπούσε πολύ τον Θεό και την πίστη των πατέρων
του. Ήταν από εκείνους τους νέους, όπου τους σοφίζει η γνώση του Θεού, όπως
κήρυξε ο σοφός Σολομών, λέγοντας: «Ο δίκαιος είναι γνωστικός και στη νεότητά
του. Διότι τιμημένο γήρας δεν είναι το πολυχρόνιο, ούτε μετριέται με τον αριθμό
των ετών. Η φρονιμάδα πιο νέους ανθρώπους είναι σεβάσμια ωσάν να είναι φέροντες
και ο καθαρός βίος τους κάνει ωσάν να είναι γέροντες πολύμαθοι».
Έτσι, λοιπόν, και ο μακάριος Ιωάννης, έχοντας την σοφία που δίδει ο Θεός
σε εκείνους που τον αγαπούν, έκανε υπομονή στη δουλεία και στην κακομεταχείρηση
του αφέντη του και στις ύβρεις και τα πειράγματα των Οθωμανών, οι οποίοι τον
φώναζαν «κιαφίρη», δηλαδή άπιστο, φανερώνοντάς του την περιφρόνηση και την
απέχθειά τους. Στον αφέντη του και σε όσους τον παρακινούσαν να
αρνηθεί την πίστη του, αποκρινόταν με σθεναρή
γνώμη ότι προτιμούσε να πεθάνει, παρά να πέσει σε τέτοια φοβερή αμαρτία. Στον
αγά είπε: «Εάν με αφήσεις ελεύθερο στην πίστη μου, θα είμαι πολύ πρόθυμος στις
διαταγές σου. Αν με βιάσεις να αλλαξοπιστήσω, γνώριζε ότι σού παραδίδω την
κεφαλή μου, παρά την πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θα
αποθάνω».
Ο Θεός, βλέποντας την πίστη του και ακούγοντας
την ομολογία του, μαλάκωσε την σκληρή καρδιά του αγά και με τον καιρό τον
συμπάθησε. Σε αυτό συνήργησε και η μεγάλη ταπείνωση όπου στόλιζε τον Ιωάννη,
καθώς και η πραότητά του.
Έμεινε, λοιπόν, ήσυχος ο μακάριος
Ιωάννης από τις υποσχέσεις και απειλές του Οθωμανού κυρίου του, ο οποίος τον
είχε διορισμένο στον σταύλο του, για να φροντίζει τα ζώα του. Σε μία γωνιά του
σταύλου ξάπλωνε το κουρασμένο σώμα του και αναπαυόταν, ευχαριστώντας τον Θεό,
διότι αξιώθηκε να έχει ως κλίνη τη φάτνη στην οποία ανεκλίθη κατά την γέννησή
Του ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Ήταν δε αφοσιωμένος στο έργο του,
περιποιούμενος με στοργή τα ζώα του κυρίου του, τα οποία αισθάνονταν τόση την
προς αυτά αγάπη του Αγίου, ώστε να τον ζητούν όταν απουσίαζε, να τον προσβλέπουν
με αγάπη και να χρεμετίζουν με χαρά όταν τα χάιδευε, ωσάν να συνομιλούσαν μαζί
του.
Με τον καιρό ο αγάς τον αγάπησε, καθώς και η σύζυγός
του, και του έδωσαν για κατοικία ένα μικρό κελλί κοντά στον αχυρώνα. Όμως ο
Ιωάννης δεν δέχθηκε και εξακολούθησε να κοιμάται στον σταύλο, για να καταπονεί
το σώμα του με την κακοπέραση και με την άσκηση, μέσα στη δυσοσμία των ζώων και
στα ποδοβολητά τους. Κάθε νύχτα ο σταύλος γέμιζε από τις προσευχές του Αγίου και
η κακοσμία γινόταν οσμή ευωδίας πνευματικής. Ο μακάριος Ιωάννης είχε εκείνο τον
σταύλο ως ασκητήριο, και εκεί πορευόταν κατά τους κανόνες των Πατέρων, επί ώρες
γονυπετής και προσευχόμενος, κοιμώμενος για λίγο επάνω στα άχυρα, χωρίς άλλο
σκέπασμα παρά μία παλαιά κάπα, γευόμενος με διάκριση, πολλές φορές μόνο λίγο
ψωμί και νερό, και νηστεύοντας τις περισσότερες
ημέρες.
Συνέχεια έψαλλε τους λόγους του ιερού ψαλμωδού: «Ὁ
κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται.
Ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου καὶ ἐλπιῶ ἐπ’
Αὐτόν. Ὅτι Αὐτὸς ρύσεταί με ἐκ παγίδος θηρευτοῦ καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους. Ἔθεντο
με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. Ἐγὼ δὲ πρὸς τὸν Κύριον
ἐκέκραξα ἐν τῷ θλίβεσθαί με καὶ εἰσήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν μου
καὶ τὴν ἔξοδόν μου ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς
μου Κύριε, τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν
κυρίων αὐτῶν, οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεόν ἡμῶν, ἕως οὗ
οἰκτιρῆσαι ἡμᾶς». Ψαλμούς σιγόψαλλε και κατά την ώρα που ακολουθούσε πίσω από το
άλογο του αφέντη του.
Με την ευλογία που έφερε ο Άγιος στον
οίκο του Τούρκου Ιππάρχου, αυτός πλούτισε και έγινε ένας από τους ισχυρούς του
Προκοπίου.
Ο Άγιος ιπποκόμος του, εκτός της προσευχής και
της νηστείας, που έκανε ως άλλος Ιώβ, πήγαινε τη νύχτα και έκανε όρθιος
αγρυπνίες στο νάρθηκα της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, η οποία ήταν κτισμένη
μέσα σε ένα βράχο και βρισκόταν κοντά στον οίκο του Τούρκου κυρίου του. Εκεί
πήγαινε κρυφά τη νύχτα, κοινωνούσε δε κάθε Σάββατο τα Άχραντα Μυστήρια. και ο
Κύριος, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς», επέβλεψε επί τον δούλο του τον πιστό και
έκανε, ώστε να πάψουν να τον περιπαίζουν και να τον υβρίζουν οι σύνδουλοί του
και οι άλλοι αλλόθρησκοι.
Αφού, λοιπόν, ο αφέντης του Ιωάννη
πλούτισε, αποφάσισε να υπάγει για προσκύνημα στη Μέκκα, τη ιερά πόλη των
Μωαμεθανών.
Αφού πέρασαν αρκετές ημέρες από την αναχώρησή
του, η σύζυγός του παρέθεσε τράπεζα και προσκάλεσε τους συγγενείς και τους
φίλους του ανδρός της, για να ευφρανθούν και να ευχηθούν να επιστρέψει υγιής
στον οίκο του από την αποδημία. Ο μακάριος Ιωάννης διακονούσε στην τράπεζα.
Παρέθεσαν δε σε αυτή και ένα φαγητό, το οποίο άρεσε πολύ στον αγά, το λεγόμενο
πιλάφι, το οποίο συνηθίζουν πολύ στην Ανατολή. Τότε η οικοδέσποινα θυμήθηκε τον
σύζυγό της και είπε στον Ιωάννη: «Πόση ευχαρίστηση θα ελάμβανε, Γιουβάν, ο
αφέντης σου, αν ήταν εδώ και έτρωγε μαζί μας από τούτο το πιλάφι!». Ο Ιωάννης
τότε ζήτησε από την κυρία του ένα πιάτο γεμάτο πιλάφι και είπε ότι θα το έστελνε
στον αφέντη του στη Μέκκα. Στο άκουσμα των λόγων του γέλασαν οι προσκεκλημένοι.
Αλλά η οικοδέσποινα είπε στην μαγείρισσα να δώσει το πινάκιο με το φαγητό στον
Ιωάννη, σκεπτόμενη ή ότι ήθελε να το φάει ο ίδιος μόνος του ή να το πάει σε
καμιά φτωχή χριστιανική οικογένεια, όπως συνήθιζε να κάνει, δίδοντας το φαγητό
του.
Ο Άγιος το πήρε και πήγε στον σταύλο. Εκεί γονυπέτησε
και έκανε προσευχή εκ βάθους καρδίας παρακαλώντας τον Θεό να αποστείλει το
φαγητό στον αφέντη του με όποιον τρόπο οικονομούσε Εκείνος με την παντοδυναμία
Του. Με την απλότητα που είχε στην καρδιά του ο Ιωάννης πίστεψε ότι ο Κύριος θα
εισακούσει την προσευχή του και το φαγητό θα πήγαινε θαυματουργικά στη Μέκκα.
Πίστευε, «μηδὲν διακρινόμενος» κατά τον λόγο του Κυρίου, χωρίς να έχει κανένα
δισταγμό ότι αυτό που ζήτησε θα γινόταν. Και, όπως λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος,
«τὰ ὑπερφυῆ ταῦτα σημεῖα συμβαίνουσι τοῖς ἁπλουστέροις τῇ διανοίᾳ καὶ
θερμοτέροις τῇ ἐλπίδι», ότι, δηλαδή, αυτά τα υπερφυσικά θαύματα συμβαίνουν σε
εκείνους που έχουν απλούστερη διάνοια και είναι θερμότεροι στην ελπίδα την οποία
έχουν προς τον Θεό. Πράγματι! το πιάτο με το φαγητό χάθηκε από τα μάτια του
Οσίου. Ο μακάριος Ιωάννης επέστρεψε στην τράπεζα και είπε στην οικοδέσποινα ότι
έστειλε το φαγητό στη Μέκκα. Ακούγοντας οι προσκεκλημένοι τον λόγο αυτό γέλασαν
και είπαν ότι το έφαγε ο Ιωάννης.
Αλλά ύστερα από λίγες
ημέρες γύρισε από την Μέκκα ο κύριός του και έφερε μαζί του το χάλκινο πιάτο,
προς μεγάλη έκπληξη των οικίων του. Μόνο ο μακάριος Ιωάννης δεν εξεπλάγη. Έλεγε,
λοιπόν, ο αγάς πιο οικίους του: «Την δείνα ημέρα (και ήταν η ημέρα του
συμποσίου, κατά την οποία είπε ο Ιωάννης ότι έστειλε το φαγητό στον αφέντη του),
την ώρα κατά την οποία επέστρεψα από το μεγάλο τζαμί στον τόπο όπου κατοικούσα,
βρήκα επάνω στο τραπέζι, σε έναν οντά (δωμάτιο) όπου τον είχα κλειδωμένο, τούτο
το σαχάνι (πιάτο) γεμάτο πιλάφι. Στάθηκα με απορία, σκεπτόμενος, ποίος άραγε
είχε φέρει εκείνο το φαγητό και προ πάντων δεν μπορούσα να εννοήσω με τί τρόπο
είχε ανοίξει την πόρτα, την οποία είχα κλείσει καλά. Μη γνωρίζοντας πως να
εξηγήσω αυτό το παράδοξο πράγμα, περιεργαζόμουν το πιάτο μέσα στο οποίο άχνιζε
το πιλάφι και είδα με απορία ότι ήταν χαραγμένο το όνομά μου επάνω στο χάλκωμα,
όπως σε όλα τα χάλκινα σκεύη της οικίας μας. Ωστόσο, με όλη την ταραχή όπου είχα
από εκείνο το ανεξήγητο περιστατικό, κάθισα και έφαγα το πιλάφι με μεγάλη όρεξη,
και ιδού το πιάτο που το έφερα μαζί μου, και είναι αληθινά το δικό
μας».
Ακούγοντας αυτή τη διήγηση οι οικείοι του Ιππάρχου
εξέστησαν και απόρησαν, η δε σύζυγός του, του εξιστόρησε πως ζήτησε ο Ιωάννης το
πιάτο με το φαγητό και είπε ότι το έστειλε στη Μέκκα, και ότι, ακούγοντάς τον να
λέγει ότι το έστειλε, γέλασαν.
Αυτό το θαύμα μαθεύτηκε σε
όλο το χωριό και στη γύρω περιοχή και όλοι θεωρούσαν πλέον τον Ιωάννη ως άνθρωπο
δίκαιο και αγαπητό στον Θεό, τον έβλεπαν δε με φόβο και σεβασμό, και δεν
τολμούσε κανείς να τον ενοχλήσει. Ο κύριός του και η σύζυγός του τον
περιποιούνταν περισσότερο και τον παρακαλούσαν πάλι να φύγει από τον σταύλο και
να κατοικήσει σε ένα οίκημα, το οποίο ήταν κοντά στον σταύλο, όμως εκείνος δεν
ήθελε να αλλάξει κατοικία. Περνούσε, λοιπόν, τον βίο του με τον ίδιο τρόπο, ως
ασκητής, εργαζόμενος όπως πριν στην περιποίηση των ζώων και κάνοντας με προθυμία
τα θελήματα του αγά.
Αλλά ύστερα από λίγα χρόνια, κατά τα
οποία έζησε ο μακάριος Ιωάννης με νηστεία, προσευχή και χαμευνία, πλησιάζοντας
στο τέλος της ζωής του, ασθένησε και ήταν ξαπλωμένος πάνω στα άχυρα του σταύλου,
τον οποίο είχε αγιάσει με τις δεήσεις του και με την κακοπάθεια του σώματός του
για το όνομα και την αγάπη του Χριστού.
Προαισθανόμενος ο
Όσιος το τέλος του, ζήτησε να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και γι' αυτό
έστειλε και κάλεσε έναν ιερέα. Αλλά ο ιερεύς φοβήθηκε να μεταφέρει φανερά τα
Άγια Μυστήρια στο σταύλο, εξαιτίας του φανατισμού των Τούρκων. Όμως σοφίστηκε,
κατά Θεία φώτιση, και πήρε ένα μήλο, το έσκαψε, έβαλε μέσα την Θεία Κοινωνία και
έτσι μετέβη στο σταύλο και κοινώνησε τον μακάριο Ιωάννη. Ο Ιωάννης, μόλις έλαβε
το Άχραντο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Κυρίου, παρέδωσε την αγία ψυχή του στα
χέρια του Θεού, τον Οποίο τόσο αγάπησε. Ήταν το 1730 μ.Χ.
Το
1733 μ.Χ., το ακέραιο και ευωδιάζον ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου μεταφέρθηκε,
μετά την εκταφή του, αρχικά στη λατομημένη σε βράχο εκκλησία του Αγίου Γεωργίου,
αργότερα στο νεόδμητο ναό του Αγίου Βασιλείου και τέλος στο ναό που ανεγέρθηκε
προς τιμήν του. Τοποθετήθηκε σε λάρνακα στο δεξιό μέρος της Εκκλησίας. Εκεί
κατέφθαναν αναρίθμητοι προσκυνητές και πάσχοντες από διάφορα νοσήματα που
εύρισκαν την θεραπεία τους.
Όταν, κατά το 1832 μ.Χ., επί
σουλτάνου Μαχμούτ του Β', επαναστάτησε εναντίον του ο αντιβασιλέας της Αιγύπτου
Ιμπραχήμ πασάς, ο σουλτάνος έστειλε εναντίον του και τον Χαζνετάρ Ογλού Οσμάν
πασά με 1.800 στρατιώτες. Ο Οσμάν πασάς, αφού πέρασε την Καισάρεια της
Καππαδοκίας, έφθασε κοντά στο Προκόπιο, όπου σκεπτόταν να αναπαυθεί και να
αναχωρήσει την άλλη ημέρα. Επειδή όμως οι περισσότεροι από τους Μουσουλμάνους
του Προκοπίου, σαν γενίτσαροι που ήσαν, μισούσαν τον σουλτάνο, συμφώνησαν όλοι
να μην δεχθούν τον Οσμάν πασά στο Προκόπι ούτε στα σύνορα. Οι Χριστιανοί, που
ήσαν πιστοί στον σουλτάνο, προσπάθησαν να πείσουν τους συμπατριώτες τους να
πειθαρχήσουν στον σουλτάνο και να δεχθούν τον στρατό που ερχόταν από εκείνον,
λέγοντας μάλιστα σε αυτούς ότι μπορεί ο Οσμάν πασάς να αγανακτίσει και να
καταστρέψει το χωριό. Εκείνοι όμως δεν άλλαζαν γνώμη. Τότε οι Χριστιανοί πήραν
τα γυναικόπαιδα και έφυγαν στα γύρω χωριά και στις σπηλιές, για να μην πέσουν
θύματα της ανόητης αντιδράσεως των γενιτσάρων.
Πράγματι, την
άλλη ημέρα, όταν ο Οσμάν πασάς εισήλθε στο Προκόπι, το λεηλάτησε και το
κατέστρεψε. Κάποιοι από τους στρατιώτες εισήλθαν και στο ναό του Αγίου Γεωργίου.
Άρπαξαν τα ιερά σκεύη και άνοιξαν τη λάρνακα του Οσίου ελπίζοντας να βρουν και
εκεί χρυσαφικά και ασημικά. δεν βρήκαν όμως τίποτε. Από το κακό τους, που βγήκαν
γελασμένοι και για να κοροϊδέψουν τη χριστιανική πίστη, αποφάσισαν να κάψουν το
ιερό λείψανο.
Το έβαλαν στο προαύλιο, μάζεψαν πολλά φρύγανα,
έβαλαν φωτιά και έριξαν με ασέβεια το ιερό σκήνωμα μέσα στις φλόγες. Το ιερό
λείψανο του Οσίου Ιωάννου όχι μόνο έμεινε άφλεκτο, αλλά και φάνηκε στους
άπιστους ότι ζούσε, τους φοβέριζε και τους έδιωχνε από τον περίβολο της
εκκλησίας.
Την επόμενη ημέρα γέροντες Χριστιανοί βρήκαν τα
ασημικά, που είχαν αφήσει από τον τρόμο τους οι Τούρκοι στρατιώτες, πήραν με
ευλάβεια το ιερό λείψανο και το τοποθέτησαν πάλι μέσα στη
λάρνακα.
Το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στην Εύβοια τον
Οκτώβριο του 1924 μ.Χ μαζί με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας από το πλοίο
«Βασίλειος Δεστούνης». Και ενώ το πλοίο βρισκόταν στη Ρόδο δεν προχωρούσε, αλλά
περιστρεφόταν μέσα στη θάλασσα και έμενε στον ίδιο τόπο. Ο κυβερνήτης του πλοίου
φοβήθηκε. Τότε ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος, που είχε πάρει μαζί του το ιερό
λείψανο κρυφά, εξήγησε στον πλοίαρχο ότι μέσα στο πλοίο και μάλιστα στο αμπάρι
ήταν το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου του Ρώσου. Αμέσως ο κυβερνήτης διέταξε
την μεταφορά του ιερού σκηνώματος στο διαμέρισμα του πλοίου, το οποίο
χρησιμοποιούταν ως ευκτήριος οίκος, όπου το εναπέθεσαν και άναψαν το
καντήλι.