Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τρεμπέλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τρεμπέλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΕΛΛΙΝΓΚ: ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ (2)

Συνέχεια από:  Κυριακή 13 Σεπτεμβριου 2026

ΣΕΛΛΙΝΓΚ: ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ.

Τού Claudio Ciancio.

          1. To άτομο σάν φανέρωση τού Απολύτου.

   Όπως απεδείχθη τελευταίως ο Σέλλινγκ μέσω τού Λάιμπνιτς και τού Γιακόμπι, έθεσε στο κέντρο τής φιλοσοφίας την φιγούρα τού πνεύματος σαν ατομικότητος. Το πνεύμα είναι ο τόπος στον οποίο πραγματοποιείται η μεσολάβηση απείρου και πεπερασμένου, αποφεύγοντας εκείνο το πέρασμα από το ένα στο άλλο, το οποίο ο Σέλινγκ θεωρούσε αδύνατο. Το πνεύμα είναι πράγματι πρωταρχικώς άπειρο καθότι απόλυτο υποκείμενο, αλλά καθότι επίσης σαν πνεύμα πρέπει να γίνει αντικείμενο στον εαυτό του, τότε σαν αντικείμενο, γίνεται πεπερασμένο. Γι’αυτό λοιπόν δεν είναι ούτε άπειρο ούτε πεπερασμένο, αλλά σ’αυτό υπάρχει η πιο πρωτότυπη ένωση τού απείρου και του πεπερασμένου.  Σύμφωνα με τον Σέλλινγκ στο πνεύμα, καθορισμένο τοιουτοτρόπως, ανήκει ουσιωδώς ο χαρακτήρας τής τέλειας ατομικότητος, δηλαδή ο χαρακτήρας τού ορισμού και μαζί τής αδιαιρέτου ενότητος. Αυτή είναι η έννοια τής οργανικότητος, μία έννοια χάρη στην οποία γίνεται δυνατή η συνέχεια και μάλιστα η ομοιογένεια πνεύματος και φύσεως και συνεπώς η εφαρμογή και στα φυσικά προϊόντα τών χαρακτήρων τής πνευματικής ατομικότητος. Έτσι εάν το ανθρώπινο πνεύμα ορίζεται σαν “φύσις η οποία οργανώνει τον εαυτό της” ότι δηλαδή αντλεί τα πάντα από τον εαυτό της καθώς είναι ταυτοχρόνως αιτία και αποτέλεσμα τού εαυτού της και στην οποία αυτό που παράγεται δεν είναι άλλο από την παραχθείσα αρχή (να η αδιαίρετος ενότης), με τον ίδιο τρόπο ο φυσικός οργανισμός είναι μία ενότης στην οποία τα μέρη είναι δυνατά μόνον μέσω τού όλου και το όλον μέσω τής αμοιβαίας πράξης των μερών. Μία ενότης στην οποία εφαρμόζεται η έννοια τής ατομικότητος. Στο “Μέσα στην παγκόσμια ψυχή” (1798) ενώ επαναλαμβάνει την αμοιβαία μεταστρεψιμότητα ατομικότητος και οργανώσεως, ο Σέλινγκ αναγνωρίζει και μάλιστα στην πρόοδο τής εξατομικεύσεως τήν σημασία τής αναπτύξεως τής φύσεως: ήδη η διαμόρφωση τής ύλης είναι “το πρώτο πέρασμα στην ατομικότητα” και κάθε στερεό σώμα έχει ένα είδος ατομικότητος”. Γενικότερα μπορούμε να πούμε : “η ουσία της προόδου της οργάνωσης συνίσταται στην εξατομίκευση της ύλης στο άπειρο”!

          2. Αμφιθυμία τής ατομικότητος.

          Μία άλλη σημασία λιγότερο θετική, θα προσλάβει η ατομικότης όταν, χωρίς να τροποποιηθεί η δομή, θα υπολογισθεί στην διαφορετικότητά της και την διάκρισή της από το Απόλυτο, και θα προκύψει όταν ο νεαρός Σέλλινγκ θα φέρει σε πλήρη ωριμότητα την μετακίνηση από την οπτική γωνία τής υπερβατικότητος σε εκείνη τής οντολογίας. Σ’αυτή την νέα προοπτική το Απόλυτο δεν θα είναι μόνον συνθήκη τής δυνατότητος τού πεπερασμένου, όσο η οπτική γωνία από όπου μπορεί να υπολογισθεί. Από εδώ λοιπόν η ατομικότης θα εμφανισθεί οριζόμενη από έναν αμφίθυμο χαρακτήρα: από το ένα μέρος αξιολογούμενη σαν φιγούρα πεπερασμένη του Απολύτου και από το άλλο μειωμένη σαν ακατάλληλη αντιπροσώπευση του. Γι’αυτή την δεύτερη όψη το πρώτο σχέδιο μιας φιλοσοφίας τής φύσεως (1799) δηλώνει ότι το άτομο “ντροπιάζει την φύση”. Η δημιουργική ώθηση τής φύσης, σταθεροποιείται σε συγκεκριμένους βαθμούς ανάπτυξης, οι οποίοι αντιστοιχούν στα γένη. Σταθεροποιημένα καθότι γένη, τα προϊόντα τής φύσεως δεν υφίστανται όμως επειδή είναι ατομικά. “Το άτομο πρέπει να φανεί σαν μέσον και το γένος ο σκοπός της φύσεως-το άτομο πρέπει να χαθεί και το γένος να παραμείνει-εάν είναι αλήθεια ότι τα ξεχωριστά προϊόντα πρέπει να υπολογισθούν, στην φύση, αποτυχημένες προσπάθειες αντιπροσώπευσης του Απολύτου. Και αυτό επειδή εάν η φύση, παρά το ότι είναι άπειρη “πρέπει να παρουσιασθεί μέσω πεπερασμένων προϊόντων”, δεν μπορεί όμως να σταματήσει σ’αυτά τα προϊόντα τα οποία γίνονται, καταλήγουν, ένα “όριο τής δραστηριότητός της, τα οποία θα ενεργήσει για να τα καταστρέψει”. Η αμφιθυμία τής ατομικότητος επανέρχεται στα γραπτά τής φιλοσοφίας τής ταυτότητος, στα οποία εκείνη η διττότης τίθεται σαν θέμα και εξηγείται στην γένεσή της. Από το ένα μέρος η πεπερασμένη ατομικότης αναγνωρίζεται σαν αναγκαία έκφραση τού Απολύτου. “Κάθε ξεχωριστό όν εάν δεν είναι απόλυτο είναι όμως άπειρο στο γένος του. Εκφράζει το γένος του, το είναι τής απολύτου ταυτότητος, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο το εκφράζει το άπειρο”. Έτσι και στον Bruno επίσης (1802), ισχυρίζεται ότι σε κάθε συγκεκριμένο όν υπάρχει ολόκληρο το σύμπαν, έτσι ώστε λόγω ή εκ της ουσίας κάθε πράγμα είναι ίσο προς τα άλλα, μία θέση που θα επαναλάβει στην συνέχεια! Αλλά μ’αυτόν τον τρόπο καταλήγει να αφαιρέσει κάθε αυτονομία στην πεπερασμένη ατομικότητα: εάν η ουσία της είναι το άπειρο, στο οποίο κάθε πράγμα εξομοιώνεται στα άλλα, τότε σαν ιδιαίτερο, είναι αμέσως και αναγκαίως ένα πράγμα ξεχωριστό, η μορφή της οποίας είναι ακατάλληλη στην ουσία [το καθόλου] και σε αντίφαση μ’αυτή. Από αυτή την άποψη η ατομικότης δεν επιτελεί πλέον την λειτουργία τής μεσολαβήσεως τού απείρου με το πεπερασμένο, διότι έλειψε ακριβώς ο χώρος αυτής τής μεσολαβήσεως και μάλιστα αντικαθίσταται η ίδια η έννοια τής ατομικότητος (τουλάχιστον όταν γίνεται λόγος για τον άνθρωπο) από εκείνη τής ιδιαιτερότητος, μία έννοια η οποία μοιάζει να παρουσιάζει καλύτερα τήν αρνητικότητα τού πεπερασμένου (ενώ η έννοια τής ατομικότητος παραπέμπει σε μία άτμητη ενότητα, σε ένα ενωμένο όλον). Αντί για μεσολάβηση έχουμε μάλλον μία διάλυση τού ξεχωριστού, τού ιδιαιτέρου, στην ολότητα. Αυτή η διάλυση είναι η αληθινή ταυτότης τού απείρου και τού πεπερασμένου. Το πεπερασμένο είναι μόνον στο άπειρο αλλά ακριβώς γι’αυτό παύει να είναι πεπερασμένο!

          Πολλαπλασιάζονται στα γραπτά αυτών τών ετών οι εκφράσεις οι σχετικές με την αρνητικότητα και τον μηδενισμό τού πεπερασμένου καθότι μερικότης και ατομικότης, ιδιαιτερότης. “Αυτή (εκείνη η πραγματική) περατότης όχι μόνον δεν είναι σε ενότητα με το άπειρο, αλλά δεν είναι απολύτως τίποτε”. Το απόλυτο είναι το μόνο πραγματικό, ενώ τα περασμένα πράγματα δεν είναι πραγματικά. Το θεμέλιο τους δεν είναι δυνατόν να βρεθεί λοιπόν σε μία μετοχή πραγματικότητος σ’αυτά ή στο υπόβαθρό τους, μία μετοχή η οποία θα προερχόταν από το Απόλυτο, αλλά αντιθέτως μόνον σε μία απομάκρυνση και σε μία πτώση από το Απόλυτο”. “Το πεπερασμένο δεν έχει τίποτε θετικό, είναι μόνον η όψη των ιδεών λόγω του ότι αυτές είναι ανεξάρτητες. Το συγκεκριμένο, ιδιαίτερο πράγμα δεν είναι άλλο παρά το σχετικό μη-είναι του ιδιαιτέρου αυτού πράγματος σε σχέση με την ιδέα. Η χρονικότης τής ζωής τών πραγμάτων είναι μία οδός τού μηδενός. Το πεπερασμένο δεν μπορεί, αιωνίως να ζήσει στ’αλήθεια. Κάθε περατότης είναι άρνηση τού Είναι”. Ίσως δεν υπάρχει χωρίο να εκφράζει τον μηδενισμό των ξεχωριστών πραγμάτων με μεγαλύτερη πληρότητα από το ΙΧ απόφθεγμα της φιλοσοφίας της Φύσεως: “Με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο τόσο η ουσία τού φωτός όσο και η παρουσία της δεν μας επιτρέπει να δούμε τον καθαρό αέρα, έτσι δεν μπορούμε να δούμε τα πράγματα ούτε χωρίς την ουσία ούτε με αυτή. Όχι χωρίς αυτή, διότι έτσι χάνονται στην νύχτα, ούτε με αυτή, διότι μ’αυτόν τον τρόπο είναι το Ένα που διαφαίνεται διεισδύοντας μέσω αυτών”.

Συνεχίζεται

ΓΙ' ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΠΑΡΑ ΝΑ ΘΑΥΜΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑΣ ΤΗΣ ΣΤΟΝ ΑΚΙΝΑΤΗ (ΤΡΕΜΠΕΛΑΣ), ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ.

ΘΑ ΜΑΣ ΖΗΛΕΥΟΥΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΣΥΜΕΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΛΑΜΑΔΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ copy paste ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

«Η αριστοτελική προσέγγιση. Η μέθοδος που ξεχνάει η Δύση» Από Σύνταξη Inchiostronero

Στις απαρχές της Δύσης

                                 «Η αριστοτελική προσέγγιση. Η μέθοδος που ξεχνάει η Δύση»

Επειδή η μέθοδος του Αριστοτέλη συνεχίζει να καθοδηγεί τον τρόπο που κατανοούμε τον κόσμο.

                                              Σύνταξη Inchiostronero


Συντακτικό σημείωμα

Κάθε εποχή κληρονομεί έναν πλούτο ιδεών, αλλά και έναν τρόπο σκέψης που συχνά θεωρείται τόσο φυσικός που δεν γίνεται καν αντιληπτό ότι χρησιμοποιείται. Η αριστοτελική προσέγγιση ανήκει σε αυτήν την αόρατη κληρονομιά. Από τη λογική μέχρι την επιστήμη, από το δίκαιο μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη, συνεχίζουμε να συλλογιζόμαστε σύμφωνα με κατηγορίες και μεθόδους που ο φιλόσοφος από τα Στάγειρα βοήθησε να οριστούν πριν από είκοσι τρεις αιώνες.
Αυτό το δοκίμιο δεν προτείνει μια απλή επανάληψη της ανάγνωσης του Αριστοτέλη, αλλά έναν στοχασμό πάνω στο παρόν. Ίσως η βαθύτερη κρίση της Δύσης δεν έγκειται στο ότι έχει χάσει μερικά από τα σπουδαία λόγια της δικής της παράδοσης, αλλά μάλλον στο ότι έχει ξεχάσει προοδευτικά τη μέθοδο που μας επέτρεψε να τα κατανοήσουμε.

Μια φαινομενικά ακαδημαϊκή ερώτηση

Τι σημαίνει όταν λέμε ότι ένα επιχείρημα είναι «αριστοτελικό»;

Με την πρώτη ματιά, φαίνεται σαν μια ερώτηση στην τάξη, που απευθύνεται μόνο σε φοιτητές φιλοσοφίας. Στην πραγματικότητα, αφορά τον καθένα μας. Κάθε μέρα, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, χρησιμοποιούμε έναν τρόπο σκέψης που έχει τις ρίζες του στον Αριστοτέλη. Όταν ρωτάμε γιατί συμβαίνει κάτι, διακρίνουμε το αληθές από το ψευδές, απαιτούμε απόδειξη μιας δήλωσης ή αναζητούμε μια λογική εξήγηση για γεγονότα, εξακολουθούμε να συλλογιζόμαστε σύμφωνα με ένα πλαίσιο που ο φιλόσοφος από τα Στάγειρα βοήθησε να οριστεί πριν από είκοσι τρεις αιώνες.

«Όλοι οι άνθρωποι εκ φύσεως επιθυμούν να γνωρίζουν.» – Αριστοτέλης, Μεταφυσικά , Α΄, 980α.

Αυτή η περίφημη δήλωση είναι πολύ περισσότερο από μια παρατήρηση σχετικά με την ανθρώπινη περιέργεια. Είναι η δήλωση εμπιστοσύνης πάνω στην οποία χτίστηκε ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός: ο κόσμος δεν είναι ένα ακατανόητο χάος, αλλά μια πραγματικότητα προικισμένη με μια τάξη που η νοημοσύνη μπορεί να ανακαλύψει. Για τον Αριστοτέλη, γνώση σημαίνει παρατήρηση, διάκριση, σύγκριση, ορισμός και αναζήτηση αιτιών. Η λογική δεν εφευρίσκει τον κόσμο: τον κατανοεί.

Για πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια, αυτή η προσέγγιση έχει διαμορφώσει τη φιλοσοφία, το δίκαιο, την ιατρική, την επιστήμη, ακόμη και την καθημερινή γλώσσα. Έχει γίνει τόσο οικεία που είναι σχεδόν αόρατη. Κανείς δεν σκέφτεται τον Αριστοτέλη όταν ένας δικαστής αξιολογεί αποδεικτικά στοιχεία, όταν ένας γιατρός διατυπώνει μια διάγνωση ή όταν ένας επιστήμονας εξετάζει μια υπόθεση. Ωστόσο, πίσω από κάθε μία από αυτές τις χειρονομίες, η μέθοδός του συνεχίζεται.

Σήμερα, ωστόσο, κάτι φαίνεται να έχει ραγίσει. Οι ορισμοί θεωρούνται ολοένα και περισσότερο ως μια μορφή ακαμψίας, οι κατηγορίες ως περιορισμός της ελευθερίας, η λογική συνοχή ως εμπόδιο στην πολυπλοκότητα. Η απόδειξη δίνει τη θέση της στην αντίληψη, η συλλογιστική στην αφήγηση, η αναζήτηση της αλήθειας στην επιβεβαίωση της δικής μας άποψης. Δεν είναι μόνο η γλώσσα που έχει αλλάξει: αλλάζει και ο ίδιος ο τρόπος σκέψης.

«Η μεγαλύτερη πρόκληση για τη σκέψη δεν είναι το λάθος, αλλά η σύγχυση.» - Χοσέ Ορτέγκα ι Γκασέτ.

Αυτή είναι ίσως η πιο βαθιά μεταμόρφωση της εποχής μας. Έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι η κρίση αφορά μόνο μερικές σπουδαίες λέξεις της παράδοσής μας - αλήθεια, λογική, αυθεντία, όριο - ενώ το πρόβλημα είναι ακόμη πιο ριζοσπαστικό. Δεν χάνουμε απλώς το νόημα αυτών των λέξεων. Χάνουμε προοδευτικά τη δομή της σκέψης που μας δίδαξε να τις κατανοούμε. Και όταν ένας πολιτισμός ξεχνά τη μέθοδο με την οποία ερμηνεύει την πραγματικότητα, το νόημα αυτών των λέξεων αναπόφευκτα καταλήγει επίσης να διαλύεται.

Φέρνοντας τάξη στον κόσμο

Αν η πρώτη χειρονομία της φιλοσοφίας είναι το θαύμα, η δεύτερη είναι η επιβολή τάξης. Για τον Αριστοτέλη, στην πραγματικότητα, η γνώση δεν σημαίνει συσσώρευση πληροφοριών, αλλά ανακάλυψη των σχέσεων που ενώνουν τα πράγματα. Ο κόσμος δεν είναι μια χαοτική συλλογή από άσκοπα γεγονότα: κάθε πραγματικότητα έχει τη δική της φύση, ανήκει σε μια κατηγορία και συνδέεται με άλλες μέσω αιτίας και αποτελέσματος. Η νοημοσύνη δεν δημιουργεί αυτή την τάξη. Την αναγνωρίζει.[ΣΧΕΣΗ = ΛΟΓΟΣ. ΠΟΛΥ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΙΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ]

«Η φιλοσοφία ξεκινά με το θαύμα.»[ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΣΜΟ] – Αριστοτέλης, Μεταφυσικά , Α΄, 982b.

Η έκπληξη, ωστόσο, δεν είναι αρκετή. Η έκπληξη ανοίγει την πόρτα στη γνώση, αλλά η λογική είναι αυτή που περνάει μέσα από αυτήν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Αριστοτέλης αφιερώνει τόση προσοχή στην ταξινόμηση των ζωντανών όντων, στον ορισμό των εννοιών και στην ανάπτυξη κατηγοριών. Το να διακρίνεις σημαίνει να κατανοείς. Η ονομασία των πραγμάτων δεν είναι μια γλωσσική άσκηση, αλλά η πρώτη πράξη με την οποία η σκέψη απελευθερώνει την πραγματικότητα από τη σύγχυση. Όσο όλα φαίνονται ασαφή, τίποτα δεν μπορεί πραγματικά να γίνει γνωστό.

Από αυτή την ανάγκη προκύπτει επίσης μια από τις πιο στέρεες αρχές του δυτικού πολιτισμού: η αρχή της μη αντίφασης. Το ίδιο πράγμα δεν μπορεί να υπάρχει και να μην υπάρχει ταυτόχρονα και με τον ίδιο τρόπο. Είναι μια φόρμουλα τόσο απλή που φαίνεται κοινότοπη. Κι όμως, χωρίς αυτήν, κάθε συλλογισμός θα διαλύονταν. Αν το αληθές και το ψευδές μπορούσαν να συμπέσουν, αν κάθε δήλωση ήταν τόσο έγκυρη όσο και το αντίθετό της, δεν θα υπήρχε πλέον απόδειξη, διάλογος, επιστημονική έρευνα ή δικαιοσύνη. Θα υπήρχαν μόνο απόψεις ανίκανες για αντιπαράθεση.

Σε αυτή τη λογική αρχιτεκτονική, ο Αριστοτέλης πρόσθεσε ένα ακόμη εργαλείο που προοριζόταν να διαμορφώσει την ιστορία της σκέψης: τη θεωρία των τεσσάρων αιτιών. Καμία πραγματικότητα δεν μπορεί να κατανοηθεί απλώς περιγράφοντάς την. Πρέπει να αναρωτηθούμε από τι αποτελείται, ποια μορφή έχει, τι την παρήγαγε και σε ποιο σκοπό τείνει. Η υλική αιτία, η τυπική αιτία, η αποτελεσματική αιτία και η τελική αιτία δεν αντιπροσωπεύουν απλώς μια φιλοσοφική θεωρία. Εκφράζουν μια μέθοδο: να μην σταματάμε στα φαινόμενα, αλλά να αναζητούμε αυτό που καθιστά ένα φαινόμενο κατανοητό.

Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς αυτήν την προσέγγιση ακόμη και στον σύγχρονο κόσμο. Ένας γιατρός διερευνά τα αίτια μιας ασθένειας πριν συνταγογραφήσει μια θεραπεία. Ένας δικαστής ανασυνθέτει τα γεγονότα πριν εκδώσει μια ποινή. Ένας επιστήμονας ελέγχει μια υπόθεση πριν την κρίνει έγκυρη. Κάθε φορά, η διαδικασία είναι η ίδια: παρατήρηση, διάκριση, σύνδεση, εξήγηση. Τα εργαλεία αλλάζουν, αλλά η δομή της συλλογιστικής παραμένει η ίδια.

«Η επιστήμη είναι γνώση μέσω αιτιών.» – Θωμάς Ακινάτης, Σχόλιο για την Μεταγενέστερη Αναλυτική .

Ακριβώς αυτή η δομή φαίνεται να αποδυναμώνεται σήμερα. Οι ταξινομήσεις συχνά θεωρούνται καταπιεστικές, οι ορισμοί πολύ άκαμπτοι, η αναζήτηση αιτιών αντικαθίσταται από άμεσες ή καθαρά συναισθηματικές εξηγήσεις. Φοβούμενοι να απλοποιήσουμε την πολυπλοκότητα, διακινδυνεύουμε να εγκαταλείψουμε τα εργαλεία που μας επιτρέπουν να την κατανοήσουμε. Και όταν ένας πολιτισμός παύει να διακρίνει, να ταξινομεί και να επιχειρηματολογεί, δεν γίνεται πιο ανοιχτός. Απλώς γίνεται πιο συγκεχυμένος. Σταδιακά χάνει τη δομή της σκέψης που επί αιώνες του επέτρεπε να μετατρέπει τη γνώση σε κατανόηση.

Η πραγματικότητα υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς

Μία από τις πιο επαναστατικές διδασκαλίες του Αριστοτέλη είναι επίσης και μία από τις πιο απλές: η πραγματικότητα δεν εξαρτάται από εμάς. Υπάρχει πριν από τις κρίσεις μας, τις πεποιθήσεις μας και τις ερμηνείες μας. Τα πράγματα έχουν μια δική τους φύση και το έργο της νοημοσύνης δεν είναι να την εφεύρει, αλλά να την ανακαλύψει. Γι' αυτό η γνώση δεν προκύπτει από την επιθυμία να έχει κανείς δίκιο, αλλά από την προθυμία να διορθωθεί από τα γεγονότα.

«Το να λέμε για αυτό που είναι ότι είναι, και για αυτό που δεν είναι ότι δεν είναι, είναι η αλήθεια.» – Αριστοτέλης, Μεταφυσικά , IV, 1011b.

Αυτός ο ορισμός, που διατυπώθηκε πριν από είκοσι τρεις αιώνες, συνοψίζει μια ολόκληρη αντίληψη για την αλήθεια. Το να είμαστε ειλικρινείς σημαίνει να αναγνωρίζουμε την πραγματικότητα για αυτό που είναι, όχι για αυτό που θα θέλαμε να είναι. Η αλήθεια δεν συμπίπτει με την επιθυμία, την υποκειμενική αντίληψη ή την συναίνεση της πλειοψηφίας. Προκύπτει από την αρμονία μεταξύ σκέψης και γεγονότων. Η σκέψη είναι αυτή που πρέπει να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όχι η πραγματικότητα που πρέπει να προσαρμόζεται στις πεποιθήσεις μας.

Μεγάλο μέρος του δυτικού πολιτισμού χτίστηκε πάνω σε αυτή την ιδέα. Οι επιστήμονες παρατηρούν τα φαινόμενα πριν διατυπώσουν μια θεωρία. Οι δικαστές ανασυνθέτουν τα γεγονότα πριν επιβάλουν ποινή. Οι γιατροί διακρίνουν τα συμπτώματα από τις αιτίες πριν συνταγογραφήσουν θεραπεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η πραγματικότητα είναι το σημείο εκκίνησης. Οι ερμηνείες μπορεί να διαφέρουν, αλλά καμία δεν μπορεί να αγνοήσει τα γεγονότα.

Σήμερα, ωστόσο, αυτή η οπτική φαίνεται ολοένα και πιο εύθραυστη. Στον δημόσιο διάλογο, συχνά βλέπουμε μια σιωπηλή μετατόπιση: τα γεγονότα δίνουν τη θέση τους στις αφηγήσεις, τα αποδεικτικά στοιχεία στις αντιλήψεις, η επαλήθευση στις προσωπικές πεποιθήσεις. Φυσικά, κάθε παρατήρηση επηρεάζεται από την εμπειρία του παρατηρητή και κανείς δεν έχει μια εντελώς ουδέτερη οπτική γωνία. Αλλά η αναγνώριση των ορίων της γνώσης είναι πολύ διαφορετική από την άρνηση της ύπαρξης μιας πραγματικότητας ανεξάρτητης από την άποψή μας.

Όταν αυτή η διάκριση χάνεται, ακόμη και ο διάλογος αλλάζει φύση. Οι συζητήσεις δεν αφορούν πλέον την καλύτερη κατανόηση του τι συνέβη, αλλά την διεκδίκηση της δικής μας αφήγησης. Τα επιχειρήματα δίνουν τη θέση τους στον κομματικό προσανατολισμό και η αναζήτηση της αλήθειας αντικαθίσταται από την επιδίωξη της συναίνεσης. Έτσι, η συζήτηση παύει να είναι εργαλείο γνώσης και μετατρέπεται σε ανταγωνισμό μεταξύ ασυμβίβαστων ερμηνειών.


«Τα γεγονότα είναι πεισματάρικα.» – Τζον Άνταμς.

Ακριβώς εδώ ο Αριστοτέλης γίνεται εκπληκτικά επίκαιρος. Το μάθημά του δεν έχει ως στόχο να μας προσφέρει μια λίστα απαντήσεων που ισχύουν για κάθε εποχή, αλλά να μας υπενθυμίσει ότι η ελευθερία της σκέψης προκύπτει από την ενασχόληση με μια πραγματικότητα που κανείς δεν μπορεί να χειραγωγήσει κατά βούληση. Μπορούμε να συζητήσουμε την έννοια των γεγονότων, να αναθεωρήσουμε τις θεωρίες μας και να διορθώσουμε τα λάθη μας. Έτσι προοδεύει η γνώση. Αλλά αν χάσουμε τη σύνδεσή μας με την πραγματικότητα, χάνουμε και το κριτήριο που διακρίνει τη γνώση από την άποψη. Και όταν ένας πολιτισμός παύει να αναγνωρίζει αυτόν τον περιορισμό, δεν αλλάζει μόνο την άποψή του για τον κόσμο: τροποποιεί, για άλλη μια φορά, την ίδια τη δομή της σκέψης του.

Όταν η Δύση αλλάζει κατεύθυνση

Για πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια, η αριστοτελική προσέγγιση έχει αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά της δυτικής σκέψης. Παρά τους βαθιούς μετασχηματισμούς - από τον μεσαιωνικό σχολαστικισμό έως την επιστημονική επανάσταση, μέχρι τη γέννηση της σύγχρονης επιστήμης - μια πεποίθηση έχει παραμείνει ουσιαστικά αμετάβλητη: η πραγματικότητα υπάρχει, μπορεί να γίνει γνωστή και η λογική, παρά όλους τους περιορισμούς της, είναι το πιο αξιόπιστο εργαλείο για την προσέγγιση της αλήθειας μέσω της παρατήρησης, της σύγκρισης και της απόδειξης.

Τους τελευταίους αιώνες, ωστόσο, αυτή η ισορροπία έχει αρχίσει σιγά σιγά να καταρρέει. Η σύγχρονη φιλοσοφία έχει θέσει ολοένα και περισσότερο το υποκείμενο που γνωρίζει στο επίκεντρο, ενώ μεγάλο μέρος του σύγχρονου πολιτισμού έχει αναπτύξει μια αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι σε οποιαδήποτε ιδέα κοινής αλήθειας. Η κριτική των ιδεολογιών, η επίγνωση της ιστορικής και γλωσσικής εξαρτημένης μάθησης και η πολλαπλότητα των προοπτικών έχουν αντιπροσωπεύσει σημαντικά επιτεύγματα. Αλλά, ωθούμενα στα άκρα τους, έχουν μερικές φορές παράγει ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα: αμφισβητώντας όχι ορισμένες αλήθειες, αλλά την ίδια την ιδέα ότι η αλήθεια μπορεί να υπάρξει.

«Δεν υπάρχουν γεγονότα, μόνο ερμηνείες.» - Φρίντριχ Νίτσε.

Λίγες φράσεις έχουν ασκήσει τόσο βαθιά επιρροή στο σύγχρονο πολιτιστικό κλίμα. Πέρα από τη φιλοσοφική τους σημασία, έχουν συχνά γίνει το μανιφέστο μιας εποχής στην οποία η οπτική γωνία τείνει να υπερισχύει του γεγονότος, η αφήγηση έναντι της επίδειξης και η προσωπική αντίληψη έναντι της επαλήθευσης. Έτσι, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν μια δήλωση είναι αληθινή, αλλά αν είναι πειστική, αποτελεσματική ή ικανή να δημιουργήσει συναίνεση.

Αυτή η μεταμόρφωση είναι πλέον εμφανής πολύ πέρα ​​από τη φιλοσοφία. Η πολιτική, οι ειδήσεις και τα κοινωνικά δίκτυα ευδοκιμούν ολοένα και περισσότερο χάρη στη δύναμη των αφηγήσεων. Οι απόψεις διαδίδονται σε δευτερόλεπτα, ενώ ο χρόνος που απαιτείται για την επαλήθευση μιας είδησης ή την κατασκευή ενός επιχειρήματος φαίνεται ασύμβατος με την ταχύτητα της επικοινωνίας. Η διαδήλωση δίνει τη θέση της στα συνθήματα, η ορθολογική συζήτηση στην πόλωση, η επιχειρηματολογία στην επιδίωξη άμεσου αντίκτυπου. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το να έχεις δίκιο συχνά καταλήγει απλώς να σημαίνει ότι καταφέρνεις να επιβληθείς στον δημόσιο διάλογο.

«Η ελευθερία της γνώμης είναι μια φάρσα αν δεν είναι εγγυημένη η πραγματική πληροφόρηση.» – Χάνα Άρεντ, Μεταξύ Παρελθόντος και Μέλλοντος .

Φυσικά, κανείς δεν υποστηρίζει την επιστροφή σε ένα παρελθόν στο οποίο κάθε αλήθεια φαινόταν οριστική και αδιαμφισβήτητη. Η αμφιβολία, η κριτική και η συνεχής αναθεώρηση της γνώσης είναι οι ίδιες οι κινητήριες δυνάμεις της επιστημονικής και φιλοσοφικής προόδου. Αλλά είναι ένα πράγμα να υποβάλλεις κάθε ιδέα στον έλεγχο της λογικής και άλλο να εγκαταλείπεις τα κριτήρια που διακρίνουν ένα βάσιμο επιχείρημα από μια απλή γνώμη.

Ακριβώς εδώ μετράμε την απόσταση από την αριστοτελική προσέγγιση. Για τον Αριστοτέλη, η διαφωνία σήμαινε την από κοινού αναζήτηση της αλήθειας, ακόμη και με το κόστος της αλλαγής γνώμης. Σήμερα, πολύ συχνά, η διαφωνία σημαίνει υπεράσπιση της θέσης κάποιου, ανεξάρτητα από την ισχύ των αποδεικτικών στοιχείων. Δεν χάνουμε απλώς την αίσθηση της απόδειξης. Χάνουμε τη συνήθεια να αναγνωρίζουμε ότι η πραγματικότητα μπορεί να έχει τον τελευταίο λόγο. Και όταν ένας πολιτισμός αντικαθιστά τη μέθοδο με την αφήγηση, τη συλλογιστική με τη συναίνεση και την αλήθεια με την αντίληψη, δεν αλλάζει μόνο τη γλώσσα του: αλλάζει την ίδια τη δομή της σκέψης του.

Γιατί ο Αριστοτέλης επέστρεψε στη μόδα

Μπορεί να φαίνεται παράδοξο, αλλά ακριβώς τη στιγμή που ένα μέρος του σύγχρονου πολιτισμού απομακρύνεται από την αριστοτελική προσέγγιση, οι πιο προηγμένες τεχνολογίες φαίνεται να επιβεβαιώνουν την εξαιρετική της σημασία. Όχι επειδή οι αλγόριθμοι έχουν ανακαλύψει ξανά τον Αριστοτέλη ή οι μηχανές έχουν αρχίσει να μελετούν τη φιλοσοφία, αλλά επειδή κάθε σύστημα που ισχυρίζεται ότι κατανοεί την πραγματικότητα αναγκάζεται, αργά ή γρήγορα, να κάνει αυτό που υπέδειξε ο Αριστοτέλης πριν από δύο χιλιάδες χρόνια: να διακρίνει, να ταξινομήσει, να συσχετίσει, να συμπεράνει.

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι το πιο προφανές παράδειγμα. Για να λειτουργήσει, πρέπει να αναγνωρίζει μοτίβα, να οργανώνει πληροφορίες, να διαχωρίζει το σχετικό από το άσχετο, να εντοπίζει σχέσεις μεταξύ εκατομμυρίων σημείων δεδομένων και να διατυπώνει ολοένα και πιο αξιόπιστα συμπεράσματα. Πίσω από την πολυπλοκότητα των νευρωνικών δικτύων και των μαθηματικών μοντέλων κρύβεται μια εκπληκτικά απλή αλήθεια: χωρίς τάξη, δεν υπάρχει νοημοσύνη.


«Η λογική είναι το όργανο της επιστήμης.» – Ιμμάνουελ Καντ, Λογική .

Τελικά, αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο της εποχής μας. Ενώ κάποιοι θεωρούν την αριστοτελική λογική ξεπερασμένη, εμείς είμαστε αναγκασμένοι να τη διδάξουμε στις μηχανές, ώστε να μπορούν να εκτελούν εργασίες που θεωρούμε έξυπνες. Όσο πιο εξελιγμένη γίνεται η τεχνητή νοημοσύνη, τόσο πιο απαραίτητο γίνεται η διάκριση μεταξύ κατηγοριών, η συνεκτική συλλογιστική και η ικανότητα εξαγωγής σωστών συμπερασμάτων από σωστές προϋποθέσεις. Η τεχνολογία του μέλλοντος, υπό αυτή την έννοια, συνεχίζει να στηρίζεται σε αρχαία θεμέλια.

Το ίδιο συμβαίνει και στο δίκαιο. Ένας δικαστής δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση βασισμένος σε συναισθήματα ή προσωπικές εντυπώσεις. Πρέπει να ανακατασκευάσει τα γεγονότα, να αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία, να διακρίνει τι έχει αποδειχθεί από αυτό που απλώς υποτίθεται και να δικαιολογήσει ορθολογικά τα συμπεράσματά του. Και εδώ, η μέθοδος παραμένει αριστοτελική: παρατηρήστε, διακρίνετε και επιχειρηματολογήστε.

Η ιατρική ακολουθεί παρόμοια πορεία. Ο γιατρός συλλέγει συμπτώματα, διατυπώνει διαφορικές διαγνώσεις, διερευνά τα αίτια της νόσου και προσδιορίζει την καταλληλότερη θεραπεία. Κάθε απόφαση προκύπτει από μια υπομονετική διαδικασία ταξινόμησης και επαλήθευσης. Χωρίς κατηγορίες, ορισμούς και αιτιώδεις συνδέσεις, η ιατρική δεν θα ήταν επιστήμη, αλλά μια διαδοχή διαισθήσεων.

Το ίδιο ισχύει και για την επιστημονική έρευνα. Οι θεωρίες αλλάζουν, τα εργαλεία βελτιώνονται, η γνώση διευρύνεται συνεχώς, αλλά η μέθοδος διατηρεί έναν εκπληκτικά σταθερό πυρήνα: παρατήρηση, διατύπωση υποθέσεων, δοκιμή τους και διόρθωσή τους υπό το φως της εμπειρίας. Αυτό καταδεικνύει ότι η επιστημονική πρόοδος δεν έχει αντικαταστήσει την αριστοτελική προσέγγιση. Την έχει αναπτύξει.

«Η επιστήμη είναι μια βελτίωση της συνηθισμένης σκέψης.» - Άλμπερτ Αϊνστάιν

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Αριστοτέλης συνεχίζει να μιλάει στην εποχή μας. Όχι επειδή όλες οι θεωρίες του παραμένουν έγκυρες —η σύγχρονη επιστήμη έχει αντικαταστήσει πολλές από αυτές— αλλά επειδή ο τρόπος σκέψης του συνεχίζει να αντιπροσωπεύει μία από τις θεμελιώδεις δομές της ορθολογικότητας. Κάθε φορά που ένας αλγόριθμος αναγνωρίζει ένα πρόσωπο, ένας γιατρός διατυπώνει μια διάγνωση, ένας επιστήμονας δοκιμάζει μια υπόθεση ή ένας δικαστής δικαιολογεί μια πρόταση, επανέρχεται η ίδια ανάγκη για τάξη που ο Αριστοτέλης έθεσε στην καρδιά της γνώσης.

Αυτό είναι ίσως το πιο εκπληκτικό μάθημα ολόκληρου του ταξιδιού. Η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζεται συχνά ως σύμβολο μιας ρήξης με το παρελθόν. Στην πραγματικότητα, μας δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Όσο περισσότερο προχωρά το μέλλον, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε ότι καμία νοημοσύνη, ανθρώπινη ή τεχνητή, δεν μπορεί να μην διακρίνει, να ταξινομήσει, να επιχειρηματολογήσει και να συμπεραίνει. Τα εργαλεία αλλάζουν, η υπολογιστική ισχύς αλλάζει, η τεχνολογία αλλάζει. Αλλά η δομή της σκέψης παραμένει η ίδια. Και αυτό σημαίνει ότι ο Αριστοτέλης δεν ανήκει μόνο στην ιστορία της φιλοσοφίας. Ανήκει, ακόμη και σήμερα, στο μέλλον μας.

Σύναψη

Κάθε πολιτισμός κληρονομεί έναν τρόπο σκέψης και, σχεδόν χωρίς να το συνειδητοποιεί, τον μεταμορφώνει. Άλλοτε τον τελειοποιεί, άλλοτε τον διορθώνει, άλλοτε τον εγκαταλείπει. Είναι η φυσική πορεία της ιστορίας. Υπάρχουν όμως αλλαγές που δεν αφορούν μόνο τις ιδέες: αφορούν τα ίδια τα εργαλεία με τα οποία κατασκευάζονται οι ιδέες. Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο που ο Αριστοτέλης συνεχίζει να μας αμφισβητεί σήμερα.

Για πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια, η Δύση έχει μάθει να παρατηρεί την πραγματικότητα διακρίνοντας, ταξινομώντας, αναζητώντας αιτίες, επιχειρηματολογώντας αυστηρά και αναγνωρίζοντας την αξία της απόδειξης. Δεν ήταν απλώς ένας τρόπος φιλοσοφίας. Ήταν μια μέθοδος για την κατανόηση του κόσμου. Χάρη σε αυτή τη μέθοδο, γεννήθηκαν πανεπιστήμια, αναπτύχθηκε η επιστημονική έρευνα, δημιουργήθηκαν νομικά συστήματα και εδραιώθηκε η ίδια η ιδέα ότι η λογική μπορεί να φέρει τον άνθρωπο πιο κοντά στην αλήθεια.

«Το όλον είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του.» - Αριστοτέλης, Μεταφυσική.

Σήμερα ζούμε σε μια εποχή εξαιρετικά πλούσια σε πληροφορίες, η οποία όμως, παραδόξως, στερείται κριτηρίων για την οργάνωσή τους. Η ταχύτητα υπερισχύει της σκέψης, η αμεσότητα έναντι της επιχειρηματολογίας, η πειθώ έναντι της απόδειξης. Οι απόψεις πολλαπλασιάζονται, αλλά γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να διακρίνουμε το βάσιμο από το απλώς εύλογο. Δεν βλέπουμε μια κρίση γνώσης. Αντίθετα, βλέπουμε μια κρίση μεθόδου.

Και εδώ αναδύεται το πιο συναρπαστικό παράδοξο. Ενώ ένα τμήμα του πολιτισμού θεωρεί την αριστοτελική προσέγγιση ξεπερασμένη, οι πιο προηγμένοι κλάδοι - από την τεχνητή νοημοσύνη έως την ιατρική, από το δίκαιο έως την επιστημονική έρευνα - εξακολουθούν να βασίζονται στην ανάγκη διάκρισης, ταξινόμησης, επαλήθευσης και εξαγωγής συμπερασμάτων. Το μέλλον, με άλλα λόγια, συνεχίζει να χρησιμοποιεί τα εργαλεία που μας έχει παραδώσει το παρελθόν.

«Ο πολιτισμός είναι αυτό που απομένει όταν έχεις ξεχάσει όλα όσα έχεις μάθει.» - Σέλγουιν Τζέπσον.

Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά του Αριστοτέλη. Όχι ένα αμετάβλητο φιλοσοφικό σύστημα ή μια συλλογή δογμάτων που θα φυλάσσονταν σε μια βιβλιοθήκη, αλλά μια πνευματική στάση. Η πεποίθηση ότι ο κόσμος έχει μια τάξη, ότι η πραγματικότητα αξίζει να γίνει κατανοητή και ότι η λογική, αν και γνωρίζει τους δικούς της περιορισμούς, παραμένει το πιο αξιόπιστο εργαλείο για την αναζήτηση της αλήθειας.
Η αριστοτελική προσέγγιση, λοιπόν, δεν ανήκει μόνο στην ιστορία της φιλοσοφίας. Ανήκει σε κάθε άνθρωπο που, αντιμέτωπος με την πολυπλοκότητα του παρόντος, συνεχίζει να αναρωτιέται όχι τι θέλει να πιστεύει, αλλά τι είναι αλήθεια και γιατί μπορεί να το επιβεβαιώσει.
Ίσως αυτή να είναι η αποφασιστική πρόκληση της εποχής μας. Όχι η επιλογή μεταξύ του Αριστοτέλη και της νεωτερικότητας, μεταξύ της παράδοσης και της καινοτομίας, αλλά η ανάκτηση αυτού που καθιστά δυνατή κάθε αυθεντική πρόοδο: μια σκέψη ικανή να διακρίνει, να κατανοεί, να καταδεικνύει και, όταν είναι απαραίτητο, να αναγνωρίζει τα δικά της λάθη.

Επειδή ένας πολιτισμός δεν αρχίζει να παρακμάζει όταν χάνει κάποιες απαντήσεις. Αρχίζει να παρακμάζει όταν ξεχνάει τη μέθοδο με την οποία έμαθε να τις αναζητά.


Η ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΗ ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΜΑΣ ΤΕΙΝΕΙ ΧΕΙΡΑ ΒΟΗΘΕΙΑΣ. ΔΙΟΤΙ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑΝ ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΝΤ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΡΕΜΠΕΛΑ  ΚΑΤΑΚΤΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΠΟΥ ΜΙΛΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΟΥΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΜΑΣ ΕΠΕΙΣΑΝ ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΟΥΜΕ ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ. ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΜΑΣ.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Ωριγένους Περί Αρχών-Εισαγωγή 3

Συνέχεια από Παρασκευή 24. Απριλίου 2026

Ωριγένους Περί Αρχών-Εισαγωγή 3

ΩΡΙΓΕΝΗΣ

II. Επιλεγμένες μαρτυρίες

Β. Χειρόγραφη παράδοση

Το ελληνικό πρωτότυπο του Περὶ ἀρχῶν φαίνεται να έχει χαθεί για πάντα· τουλάχιστον έως τώρα δεν έχει εμφανιστεί κανένα ίχνος ύπαρξης ενός ελληνικού χειρογράφου που να περιείχε ολόκληρο το έργο. Ο τελευταίος που είδε ένα τέτοιο χειρόγραφο ήταν ο λόγιος Φώτιος, ο οποίος το περιέγραψε στη Βιβλιοθήκη του —κώδ. 8. Το ότι όμως το Περὶ ἀρχῶν στο ελληνικό πρωτότυπο πέρασε κατά τους αιώνες μετά τον Φώτιο από την Ανατολή στη Δύση, μου φαίνεται απίθανο. Ο Bessarion, ο πιο δραστήριος συλλέκτης χειρογράφων του Ωριγένη¹, θα είχε ασφαλώς φροντίσει να γίνει ένα αντίγραφο, αν είχε λάβει μέσω των πρακτόρων του είδηση για το πρωτότυπο. Αλλά σε αυτόν, όπως και στους συγχρόνους του, ήταν γνωστά μόνο τα δύο ελληνικά αποσπάσματα που παραδίδονται στη Φιλοκαλία. Από τότε όμως και οι βιβλιοθήκες της Ανατολής έχουν ερευνηθεί τόσο συχνά και τόσο προσεκτικά, ώστε μάλλον πρέπει να εγκαταλείψουμε την ελπίδα επανεύρεσης του πρωτοτύπου.

Η γνώση μας για το Περὶ ἀρχῶν στηρίζεται επομένως κυρίως στη λατινική μετάφραση του Ρουφίνου, η οποία σώζεται σε πολυάριθμα χειρόγραφα. Για τη συμπλήρωση και τη διόρθωσή της χρησιμεύουν δύο μεγαλύτερα και περισσότερα μικρότερα ελληνικά αποσπάσματα· ακόμη, το πρώτο βιβλίο της Απολογίας του Παμφίλου υπέρ του Ωριγένη, μεταφρασμένο στα λατινικά από τον Ρουφίνο· και τέλος ορισμένα κατάλοιπα της δυστυχώς χαμένης λατινικής μετάφρασης του Ιερωνύμου.


Ι. Η μετάφραση του Ρουφίνου

1. Τα χειρόγραφα

Παρουσιάζω εδώ πρώτα τα σημαντικότερα χειρόγραφα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν όλα για την αποκατάσταση του κειμένου, και κατόπιν αφήνω να ακολουθήσουν τα αποδεδειγμένα αντίγραφά τους και τα μεταγενέστερα χειρόγραφα που δεν λαμβάνονται υπόψη για την αποκατάσταση του κειμένου.

A

1. Codex Augiensis, σήμερα αριθ. CLX στη Μεγαλοδουκική Αυλική και Κρατική Βιβλιοθήκη της Βάδης στην Καρλσρούη, όπου, σύμφωνα με τον κατάλογο αυτής της βιβλιοθήκης —1, 1891, σ. 18— μεταφέρθηκε η συλλογή χειρογράφων του βενεδικτινού μοναστηριού στο νησί Reichenau, όπως είχε το 1804. Στο μπροστινό κάλυμμα είναι κολλημένος ένας παλαιός αριθμός, πιθανώς 39· επάνω από αυτόν το περιεχόμενο, επίσης γραμμένο σε κολλημένο χαρτί με παλαιά γραφή: Ruffinus in libros origenis periarchon quod de principiis vel principalibus dici potest¹.
Εκτός από τα πλήρη τέσσερα βιβλία του Periarchon στα φφ. 1-111, με την αρχή στο φ. 1: INCIPIT PROLOGUS RUFINI PRBI AD MACHARIUM. Scio quam plurimos..., φ. 1: INCIPIT LIBER PRIMUS PERIARCON ORIGENIS EMENDATUM, το χειρόγραφο περιέχει ακόμη, στα φφ. 111-113, αποσπάσματα από το πρώτο βιβλίο της Απολογίας του Παμφίλου, των οποίων προηγείται ολόκληρη η praefatio του Ρουφίνου, και αποσπάσματα από το έργο του Ρουφίνου De adulteratione librorum Origenis (= Lom. XXIV 289, 1. 388, 18. 383, 17. 329, 2. 362, 15, 370, 3. 379, 10. 298, 16. XXV 398, 9-400, 9). Τέλος: φ. 113 que a regno di separat eos qui tales sunt DECLINAMUS. Το φ. 114 είναι κενό· το φ. 115 περιέχει δύο εξάμετρα από νεότερο χέρι: Sordida quaeque placent iniustis quos gravat ira / Utque malos placent iustos crutiant male lingua.

Η περγαμηνή που χρησιμοποιήθηκε για τη γραφή είναι εν μέρει λειασμένη, εν μέρει μόνο λίγο επεξεργασμένη, κατά τόπους λεπτή, αλλά συνήθως παχύτερη, συχνά ανομοιόμορφη και με τρύπες, και επίσης όχι ομοιόμορφα κομμένη. Το σχήμα είναι μεγάλο τέταρτο —28 × 24½ εκ., χώρος γραφής κατά μέσο όρο 20½ × 19 εκ. Σε κάθε σελίδα υπάρχουν 27 γραμμές χαραγμένες με ξηρή γραφίδα, οι οποίες όμως κατά τη γραφή δεν τηρήθηκαν πάντοτε προσεκτικά.
Οι ενδείξεις τετραδίων —γράμματα A έως Q και αριθμοί I έως XVI— σώζονται στο τέλος κάθε τετραδίου, όπως δείχνει η ακόλουθη επισκόπηση: φφ. 1-8: A 1· 9-16: B II· 17-24: C II· 25-31 —λείπει 1 φύλλο—: D III· 32-39: E V· 40-47: F VI· 48-55: G VII· 56-61 —λείπουν 2 φύλλα—: H VIII· 62-69: I VIIII· 70-77: K X· 78-85: L XI· 86-87 —λείπουν 6 φύλλα—: M XII· 88-95: N XIII· 96-103: O XIIII· 104-111: P XV· 112-115 —λείπουν 4 φύλλα—: Q XVI. Συνολικά έχουν κοπεί 5 φύλλα, αλλά δεν έχουν συνυπολογιστεί. Τα 16 τετράδια έχουν άνισο μέγεθος, ώστε δεν υπάρχουν 128 αλλά μόνο 115 αριθμημένα φύλλα. Το 4ο τετράδιο έχει λοιπόν μόνο 7 φύλλα, το 8ο 6, το 12ο 2, το τελευταίο 4 φύλλα. Είναι αξιοσημείωτο ότι το 8ο και το 12ο τετράδιο παρουσιάζουν στο τέλος μεγαλύτερη γραφή. Δεν είναι σαφές αν δύο γραφείς μοιράστηκαν την εργασία ή αν ο ένας γραφέας ήθελε να αρχίσει το νέο βιβλίο με νέο τετράδιο.
Rubra λείπουν· το μελάνι είναι σκούρο και διαβάζεται καθαρά· τα αρχικά γράμματα είναι απλά και άτεχνα. Δεν έχουμε λοιπόν μπροστά μας πολυτελές χειρόγραφο, αλλά χειρόγραφο χρήσης, το οποίο, από τον χαρακτήρα της γραφής, φαίνεται να δημιουργήθηκε στις αρχές του 10ου αιώνα. Είτε ένας γραφέας έγραψε το σύνολο σε διαφορετικούς χρόνους και με εν μέρει διαφορετική γραφή, είτε δύο γραφείς της ίδιας σχολής μοιράστηκαν την εργασία. Με αυτή την υπόθεση θα εξηγούνταν ευκολότερα η μερική διαφοροποίηση της γραφής. Η ανοιχτή μορφή του a, που στην αρχή κυριαρχεί, γίνεται από το φ. 11 σπανιότερη, σχεδόν εξαφανίζεται στο φ. 13, αλλά αρχίζει πάλι να εμφανίζεται κατά διαστήματα στα φφ. 15, 53, 60, 71, 102. Επιπλέον το φ. 30 είναι πολύ βιαστικό και κακόγραφο, τα φφ. 31 και 44 είναι πολύ μεγάλα, ενώ τα φφ. 60, 61, 82, 87 είναι γραμμένα διαφορετικά, άλλοτε μεγαλύτερα και άλλοτε μικρότερα. Σε κάθε περίπτωση, συχνά διακρίνεται στη γραφή η βιασύνη του γραφέα.
Παρότι οι συντομογραφίες είναι γενικά σπάνιες και χρησιμοποιούνται κυρίως στο τέλος της γραμμής, υπάρχουν ωστόσο πολυάριθμα σφάλματα παράλειψης και απροσεξίας, τα οποία σε ορισμένα σημεία συσσωρεύονται. Εκτός από γράμματα, παραλείφθηκαν συχνά συλλαβές και λέξεις· έτσι διαβάζουμε π.χ. iustiam αντί iustitiam, miseridiae αντί misericordiae, pectum αντί peccatum, restuat αντί restituat. Αντίστροφα, συλλαβές διπλασιάστηκαν, π.χ. definititio, virtutute. Εσφαλμένος χωρισμός λέξεων —διορθωμένος από το δεύτερο χέρι— απαντά π.χ. σ. 287, 17: terrę-natum. deinde —πρώτο χέρι.

Από συντομογραφίες, εκτός από τις συμβατικές και τις ιερές, όπως dđ, ihu, xpo, in xpianę, scę, συναντώνται επίσης aut, commticias, ei (= eius), głę, ł, nra, om (= omnes), omps (= omnipotens), prop και ppt (= propter), sedm (= secundum), scła, st (= sunt), ura (= vestra), καθώς και -ar (= arunt) και το αριστερά ανοιχτό άγκιστρο για την κατάληξη -us. Οι ορθογραφικές λεπτομέρειες συγκεντρώνονται παρακάτω στην 4η ενότητα.

Το πρώτο χέρι διόρθωσε ορισμένα γραφικά σφάλματα και πρόσθεσε στο περιθώριο παραλείψεις. Από αυτό πρέπει να διακριθεί ένα σχεδόν σύγχρονο δεύτερο χέρι, το οποίο πρόσθεσε διορθώσεις πάνω από τη γραμμή ή και στο περιθώριο με ξηρή γραφίδα και έπειτα, με ένα σημάδι στο περιθώριο, παρέπεμψε σε αυτές τις διορθώσεις, ώστε να μην παραβλεφθούν. Το ίδιο ή ένα νεότερο χέρι έγραψε με μολύβι ορισμένες περιθωριακές σημειώσεις —ενδείξεις περιεχομένου. Τέλος, μπορεί με βεβαιότητα να διαπιστωθεί ένα τρίτο, νεότερο χέρι —περίπου 14ος/15ος αιώνας—, το οποίο συνήθως γράφει στο περιθώριο no ή nō bn (= nota bene) με περιστασιακές προσθήκες. Και από το δεύτερο χέρι απαντά στο περιθώριο Nota και R (= require), το τελευταίο περιστασιακά και από το πρώτο χέρι.
Το χειρόγραφο είναι καλά διατηρημένο —μόνο το πρώτο φύλλο έχει σκουρύνει στην εμπρόσθια πλευρά, επειδή λείπει το προστατευτικό φύλλο, και στα πρώτα φύλλα υπάρχουν μερικές σκουληκότρυπες— και οφείλει την καλή του διατήρηση στο παλαιό, ενδιαφέρον δέσιμο. Αυτό αποτελείται από δύο δρύινα ξύλινα καλύμματα, τα οποία συγκρατούνται επάνω και κάτω, καθώς και με τρεις λωρίδες περγαμηνής στο μέσο, πάνω στις οποίες είναι περασμένα τα τετράδια. Τα τρία φύλλα περγαμηνής που αρχικά ήταν κολλημένα πίσω και στην εσωτερική πλευρά καθενός από τα δύο καλύμματα λείπουν τώρα. Η γραφή των φύλλων όμως έχει αποτυπωθεί εν μέρει πάνω στα καλύμματα. Με τη βοήθεια καθρέφτη μπορούν να διαβαστούν μεμονωμένες λέξεις, π.χ. Exaudi nos misericors ORAT VESPERTINA SUP MALA Vox nostra te dñe semper deprecetur et ad aures tuae pietatis ascendat. Αυτά τα δείγματα δείχνουν ότι τα φύλλα περγαμηνής περιείχαν προσευχές¹.

Τέλος πρέπει ακόμη να τονιστεί ότι το φ. 1 παρουσιάζει αρκετά κενά. Προφανώς εδώ το πρότυπο ήταν εν μέρει δυσανάγνωστο. Από αυτό μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι και το πρότυπο άρχιζε με το Periarchon, δηλαδή με τον Prologus Rufini prbi ad Macharium, και ότι το πρώτο φύλλο είχε μείνει χωρίς επαρκή προστασία και είχε υποστεί φθορά.
Συνέκρινα πλήρως το χειρόγραφο στην Ιένα από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο του 1902, χρησιμοποιώντας ως βάση μια αντιβολή που είχε εκπονήσει ο καθηγητής Johannes Wrobel και είχε παραχωρηθεί στην Επιτροπή Πατέρων της Εκκλησίας του Βερολίνου. Ως αντίτυπο αντιβολής για αυτό και για τα άλλα χειρόγραφα που συνέκρινα εγώ χρησίμευσε η έκδοση του Migne, Patrol. gr. latine tantum edit., τόμ. VIII, Παρίσι 1856.


B

2. Codex Bambergensis B IV 27 (953), παλαιότερα bibl. cathedr. A 66, περγαμηνός, 11ος αιώνας, σε σχήμα folio —29,8 × 22,4 εκ., χώρος γραφής 22,8 × 14,5 εκ.—, 148 φύλλα², 30-32 γραμμές χαραγμένες με γραφίδα σε κάθε σελίδα.

Περιεχόμενο:

φφ. 1-147, τα τέσσερα βιβλία του Periarchon του Ωριγένη, σε μετάφραση του Ρουφίνου, πλήρη· πριν από κάθε βιβλίο προηγείται εκτενής Capitulatio.
φφ. 147-148, αποσπάσματα από νεότερο χέρι, περίπου 13ου αιώνα, σχετικά με τις ψυχές των αγίων, τον Ιακώβ, τους πρώτους ανθρώπους, τις μεταφράσεις της Βίβλου, την τιμή των αγίων κατά τον Αυγουστίνο κ.ά.

Η περγαμηνή είναι εν μέρει παχιά, εν μέρει λεπτή και κομμένη. Οι αριθμοί των τετραδίων, εν μέρει σωζόμενοι, είχαν σημειωθεί στο τέλος κάθε τετραδίου. Τα τετράδια περιείχαν οκτώ φύλλα, αλλά και λιγότερα. Το μελάνι είναι ως επί το πλείστον σκούρο και ευανάγνωστο. Τα αρχικά είναι απλά, γραμμένα με μελάνι. Τα rubra παρουσιάζουν ωχρό κόκκινο. Ο γραφέας έγραψε προσεκτικά και με σταθερό χέρι· οι συντομογραφίες —εκτός από τις πιο συνηθισμένες— και οι περιθωριακές σημειώσεις είναι πολύ σπάνιες.

Ένα δεύτερο χέρι φαίνεται ότι διόρθωσε ολόκληρο τον κώδικα και έγραψε σε κάθε verso σελίδα, με λεπτή μικρή γραφή: periarchon, και σε κάθε recto: lib I II III IIII, από τα οποία ο βιβλιοδέτης άφησε μόνο ίχνη. Ένα νεότερο τρίτο χέρι έγραψε στο περιθώριο μερικά ονόματα που απαντούν στο κείμενο. Πρβλ. παρακάτω σ. XXXV.

Το χειρόγραφο προέρχεται, όπως μου ανακοίνωσε ο βιβλιοθηκάριος Fischer στις 4 Μαρτίου 1902, από τη βιβλιοθήκη του καθεδρικού ναού και εκεί, το 1611, με πρωτοβουλία του προϊσταμένου του καθεδρικού Erasmus Neustetter, επονομαζόμενου Stürmer, και του κοσμήτορα του καθεδρικού Hector von Kotzau, εφοδιάστηκε με το ωραίο δέσιμο —ξύλινα καλύμματα επενδυμένα με πιεσμένο χοιρόδερμα. Μνημονεύεται στον κατάλογο χειρογράφων του Coenobium S. Michaelis Bambergae των ετών 1112-1123, που τυπώθηκε από τον Becker, Catalogi § 80, με αριθ. 214, και στον κατάλογο της βιβλιοθήκης του καθεδρικού κεφαλαίου της Βαμβέργης του 13ου αιώνα ήδη στην αρχή· πρβλ. Petzholdts N. Anzeiger f. Bibl. u. Bibl.-Wiss., 1877, σ. 276, και Jaeck, Beschr. d. Bamb. Bibl., II, σ. XLIII. Ίσως παραχωρήθηκε από τον αυτοκράτορα Ερρίκο Β΄ στο ίδρυμα του καθεδρικού· πρβλ. O. Hartwig, Centralbl. f. Bibl. III (1886), σ. 165. Συνέκρινα το χειρόγραφο από τον Δεκέμβριο του 1901 έως τον Φεβρουάριο του 1902 στην Ιένα.

3. Codex Casinensis αριθ. 343, περγαμηνός, σε μεγάλο τέταρτο. Το χειρόγραφο αποτελείται από δύο μέρη:
φφ. 1-126 —σσ. 1-252—, 12ος αιώνας, περιέχει 30 ομιλίες του Ωριγένη, συγκεκριμένα 17 για τη Γένεση και 13 για την Έξοδο·
φφ. 127-198 —σσ. 254-396—, 10ος-11ος αιώνας, το Periarchon του Ωριγένη, αλλά ελλιπές στο τέλος.
Η αρχή στο φ. 127 —σ. 254— επάνω έχει ως εξής: Preptialib periar Scio quam plurimos... Το χειρόγραφο τελειώνει με το De princ. III 5, 5 —σ. 276, 11—, μόνο που πίσω από αυτό ακολουθεί ακόμη η επικεφαλίδα κεφαλαίου XIII για το III 5, 6: Quę s(it) causa ut übū di.... ipse patri subiciendus dicitur; —Rubrum. Αυτές είναι οι τελευταίες λέξεις της τελευταίας σελίδας, η οποία έχει γίνει σκοτεινή και δυσανάγνωστη. Προφανώς τα επόμενα τετράδια, που περιείχαν το υπόλοιπο του τρίτου βιβλίου και το τέταρτο βιβλίο, αποκολλήθηκαν ήδη πριν από αιώνες και χάθηκαν· έτσι η σ. 396 έγινε η τελευταία σελίδα και, χωρίς προστασία, σκούρυνε και φθάρθηκε.

Το χειρόγραφο παρουσιάζει την ίδια Capitulatio πριν από τα βιβλία I-III όπως ο κώδικας B· όμως ο κώδικας C είναι παλαιότερος από τον B και είναι γραμμένος σε λογγοβαρδική γραφή, διατεταγμένη σε δύο στήλες. Σε κάθε σελίδα υπάρχουν δύο φορές 36 γραμμές. Η γραφή είναι καθαρή, δυνατή και, με λίγες εξαιρέσεις, ευανάγνωστη. Οι διορθώσεις του πρώτου χεριού είναι σπάνιες· συχνότερες είναι εκείνες ενός δεύτερου, πιθανώς σύγχρονου χεριού, το οποίο καθάρισε το κείμενο από σφάλματα, αλλά περιστασιακά διόρθωσε και εσφαλμένα. Στο κείμενο βρίσκουμε συχνές παραλείψεις λόγω ομοιοτέλευτου· τα e, ę και ae χρησιμοποιούνται αρκετά αυθαίρετα· το a παρουσιάζει συνήθως μια μορφή ελαφρά ανοιχτή επάνω. Τα αρχικά γράμματα είναι απλά· τα rubra δεν είναι γραμμένα με κεφαλαιογράμματη γραφή. Συντομογραφίες για et, sed, enim, post, sunt, est —στο τέλος γραμμής—, επίσης για qua, homo, david και misericordia απαντούν, αν και όχι συχνά. Αξιοσημείωτη είναι η περιστασιακή χρήση τόνων για να δηλωθεί ο σωστός τονισμός ορισμένων λέξεων, καθώς και η τοποθέτηση του ερωτηματικού στην αρχή της αντίστοιχης πρότασης. Περιθωριακές σημειώσεις του πρώτου χεριού είναι πολύ σπάνιες. Μια μεγαλύτερη περιθωριακή σημείωση νεότερου χεριού —περίπου 14ου-15ου αιώνα— βρίσκεται στη σ. 257· πραγματεύεται, όσο μπόρεσα να την αποκρυπτογραφήσω με τη βοήθεια του Amelli, την αίρεση του Ωριγένη.

Ο κώδικας C έχει περιγραφεί ακριβώς από τον A. Reifferscheid —Bibl. patr. lat. Ital. II 420 κ.ε.· πρβλ. και Montfaucon, Bibl. Bibl. I 226 C αριθ. 343. Στον κατάλογο χειρογράφων του έτους 1532, τον οποίο περιέχει ο κώδικας Vat. 3961, μνημονεύεται ο κώδικας C· πρβλ. Bibl. Casin., τόμ. I (1874), σσ. XVIII, LXIV, LXXXII. Πιθανότατα γράφτηκε στο ίδιο το Monte Cassino. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1903 συνέκρινα το χειρόγραφο στο ίδιο το αρχείο της μονής.


G

4. Codex Parisinus-Sangermanensis —αρχικά Corbeiensis— λατ. αριθ. 12125, περγαμηνός, 9ος αιώνας, σε μεγάλο τέταρτο —31½ × 26½ εκ., χώρος γραφής 22 × 19 εκ.—, με τη σήμανση: Sti Germani a Pratis N. 199 olim 104, lib sci pet corbeie Origenis de principiis, περιέχει:
φ. 1, από χέρι του 12ου αιώνα, το οποίο έχει γράψει ορισμένες περιθωριακές σημειώσεις στον κώδικα, οκτώ γραμμές με την επικεφαλίδα: Titulus Origenis sup tumulum eius, a se ipso cõpositus —πρβλ. παραπάνω σ. XXII·
φ. 2, ένα απόσπασμα του Ιερωνύμου, De vir. ill. LXXV, περί Παμφίλου·
φ. 2-2, ένδειξη περιεχομένων του κώδικα: In hoc codice sunt libri origenis de periarchon id est de principiis sive principatibus IIII. nec non et apo/f/flogeticum sci pamphyli martyris pro origene primus liber continet haec·
φφ. 2-32, το πρώτο βιβλίο της Απολογίας του Παμφίλου, μεταφρασμένο από τον Ρουφίνο, με τον πρόλογο του Ρουφίνου· αρχή: Cognoscendae veritatis amore permotus. Τέλος: faciliora peccata sunt·
φφ. 32-37, Ρουφίνος, De adulteratione librorum Origenis liber secundus· αρχή: In his quae in superiore libro... Τέλος: declinamus·
φφ. 37-156, Origenis Periarchon, πλήρες, με τους δύο προλόγους του Ρουφίνου πριν από τα βιβλία I και III· αρχή: Scio quam plurimos... Τέλος: sentiendum est.

Τέλος, έχει κολληθεί ακόμη ένα φύλλο, φ. 157, με παλαιά γραφή του 9ου ή 10ου αιώνα· αρχή: inponi. aliud cuidam similitudini... Τέλος: ut se inclinavit ad dim adorandum. id utique. Το περιεχόμενο είναι μια αλληγορική ερμηνεία του Γεν. 37, 31-33. Στο κάτω περιθώριο της οπίσθιας πλευράς βρίσκεται: qt. III., επομένως έχουμε εδώ το τελευταίο φύλλο του τρίτου τετραδίου, του οποίου αρχικά προηγούνταν ακόμη 23 φύλλα —πιθανώς η ερμηνεία χωρίων από Γεν. 1-37, 30.


Συνεχίζεται

ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΟΤΙ ΧΑΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΡΙΑ Η ΠΡΩΤΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΕ ΤΗΝ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΕΙΝΕ ΜΟΝΟ ΟΤΙ ΔΙΑΤΗΡΗΣΑΝ ΟΙ ΚΑΠΠΑΔΟΚΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΑΓΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΑΙΡΕΣΕΩΣ, ΚΑΘΟΤΙ ΠΑΡΕΜΕΙΝΑΝ ΜΟΝΟ ΤΑ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. ΠΑΡΕΜΕΙΝΕ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΚΑΙ Ο ΤΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ, ΤΗΣ ΕΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ.
 ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΡΑΓΙΚΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ Ο ΥΠΕΡΤΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΤΟΝΙΖΕ ΟΤΙ ΟΛΑ ΘΑ ΕΞΑΡΤΗΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΚΑΘΟΤΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΔΟΞΑΖΕΤΑΙ ΣΑΝ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΚΑΘΑΡΣΗ ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΘΕΩΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΑΡΧΙΑΣ, Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΝΗΚΕΙ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ. 
Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΜΕΣΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΕΠΕΣΕ ΣΤΗ ΛΗΘΗ. Η ΜΟΝΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΕΜΕΙΝΕ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΙΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ. 
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΩΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΩΝ ΣΧΟΛΩΝ ΗΤΑΝ ΟΤΙ ΑΝΤΙΣΤΑΘΗΚΕ ΜΕ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΤΟΥ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΤΟΥΣ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΚΑΤΕΘΕΣΕ Ο ΠΕΤΡΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ. 
ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΑΣΤΟΧΙΑ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΑΚΡΙΒΑ ΣΗΜΕΡΑ. 
Ο ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ Ο ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΣ, ΕΦΤΑΣΕ ΝΑ ΚΑΤΗΓΟΡΗΣΕΙ ΓΙΑ ΑΙΡΕΣΗ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ ΚΑΙ Ο ΤΡΕΜΠΕΛΑΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΝ ΝΕΟ ΘΕΟΛΟΓΟ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΤΑΠΤΥΣΤΟ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΝΕΧΟΜΑΣΤΕ. ΣΗΜΕΡΑ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΠΟΛΕΜΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

XΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ - Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (34)

 Συνέχεια από: Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Σπουδή στον Ιωάννη της Κλίμακος

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ, 1971

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ


Στὸ κείμενο τῆς Κλίμακος τοῦ Ἰωάννου, χωρὶς νὰ γίνεται μιὰ συστηματικὴ ἀνάλυση τῆς θεολογικῆς διακρίσεως Οὐσίας καὶ Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ (εἴπαμε ὅτι ἀπουσιάζουν γενικὰ οἱ συστηματικὲς θεολογικὲς ἀναλύσεις ἀπὸ τὴν Κλίμακα), εἶναι σαφέστατη ἡ διδασκαλία γιὰ τὴ φανέρωση τῶν Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ στὸ ἀνθρώπινο σῶμα διὰ τῆς «ἐλλάμψεως». Πρόκειται γιὰ τὴν ἴδια ἐκείνη φανέρωση τοῦ Θεοῦ ποὺ πραγματοποιήθηκε στὸν Χριστὸ πάνω στὸ ὄρος Θαβώρ.

[ΚΩΜΙΚΟΤΡΑΓΙΚΟ ΛΑΘΟΣ. Η ΠΛΑΝΗ ΤΩΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΝ ΣΤΗΝ ΚΕΝΟΛΟΓΙΑ ΟΤΙ ΕΠΙ ΠΛΕΟΝ Η ΑΚΤΙΣΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΗ, ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΕΟΝΤΙΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ;] 

Τὸ «φῶς» ποὺ περιέβαλε τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἄκτιστη καὶ ὡστόσο ὁρατὴ καὶ μεθεκτὴ Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ταυτόσημη μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, κοινό ἀπαύγασμα τῆς δόξας, δηλαδὴ τῆς ἁγιότητας τῶν Προσώπων τῆς Τριάδος.[ΕΝΟΣ ΚΑΚΟΥ ΜΥΡΙΑ ΕΠΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΠΛΑΝΕΜΕΝΗΣ ΚΑΡΡΙΕΡΑΣ ΤΟΥ] Τὸ τέλος στὸ ὁποῖο ἀποβλέπει ἡ ἀσκητικὴ ποιμαντική τῆς Κλίμακος δὲν εἶναι ἡ ἠθικὴ τελειοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀπόκτηση ἀρετῶν καὶ ἡ πραγματοποίηση καλῶν ἔργων μόνο, ἀλλὰ ἡ πραγματικὴ καὶ ἄμεση κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ἡ σωματική μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ μετοχὴ ἔχει δυὸ μορφές: Ὁ ἄνθρωπος βλέπει, «θεᾶται» τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ ἄμεσα καὶ αἰσθητά· καὶ γίνεται ὁ ἴδιος ἄνθρωπος φορέας τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ, φανέρωση τῶν Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Καὶ οἱ δυὸ ὅμως αὐτὲς μορφὲς τῆς ἀνθρώπινης μετοχῆς στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ ἀποτελοῦν μυστήριο, δηλαδή, ἀντικειμενικὰ ἀπροσδιόριστο γεγονὸς προσωπικῆς - ἐρωτικῆς ἐμπειρίας. Νὰ πῶς ὁρίζεται ἡ ἔλλαμψη στὴν Κλίμακα:
«Ἔλλαμψίς ἐστιν
ἄρρητος ἐνέργεια,
νοουμένη ἀγνώστως
καὶ ὁρωμένη ἀοράτως»5.
Οἱ ἐκφράσεις αὐτὲς εἶναι, ὁπωσδήποτε, ἀντιφατικές: νοουμένη ἀγνώστως καὶ ὁρωμένη ἀοράτως ἡ ἔλλαμψη τοῦ θείου Φωτός, ἀναφέρεται στὸν νοῦ καὶ στὴν αἴσθηση καὶ ταυτόχρονα μοιάζει νὰ ἀποκλείῃ καὶ τὶς δυὸ αὐτὲς γνωστικές δυνατότητες. Εἶναι μιὰ ἀντίφαση ποὺ ἰσχύει γιὰ τὸν διεσπασμένο μετὰ τὴν πτώση ἄνθρωπο, στὸν ὁποῖο οἱ γνωστικές δυνατότητες, ὁ νοῦς ἢ οἱ αἰσθήσεις ἢ καὶ ὁ συντονισμός τους, περιορίζονται σὲ ἐπιμέρους ἐμπειρίες καὶ δὲν συνιστοῦν μιὰ μετοχὴ καθολική, μιὰ μέθεξη στὴν πραγματικότητα, στὴν ἀληθινὴ «γνώση». ᾿Αλλὰ ἡ ἐμπειρία τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ εἶναι μιὰ φάση ζωῆς τοῦ ἀναγεννημένου ἀπὸ τὴ Χάρη ἀνθρώπου, προϋποθέτει τὸν καινὸ ἄνθρωπο», ποὺ ἔχει ξεπεράσει τὸν τεμαχισμὸ καὶ τὴ διάσπαση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, προϋποθέτει τὴν καθολικὴ ἀνθρώπινη ὕπαρξη σὰν ὄργανο γιὰ τὴν προσέγγιση τῆς ἀλήθειας. Αὐτὴ τὴν προϋπόθεση τὴ διαπιστώνει ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μὲ τὴ φράση:
«Καθαρότης καρδίας
ἐδέξατο ἔλλαμψιν»6.
Τὸ μυστικό κέντρο τῆς «καρδίας», ποὺ συγκεφαλαιώνει καθολικά τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, εἶναι καὶ πάλι τὸ γνωστικὸ ὄργανο γιὰ τὴ μετοχὴ στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως σημειώθηκε σὲ προηγούμενο κεφάλαιο, ἡ «καρδία» ἀντιπροσωπεύει στὴν ἀσκητική γραμματεία τὸ κέντρο τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας σημαίνει τὴν ὑπέρβαση τῆς μονομέρειας τῶν φυσικῶν γνωστικῶν δυνατοτήτων, τοῦ λογιστικοῦ, τοῦ θυμικοῦ ἢ τῶν αἰσθήσεων, δηλαδὴ τὴν κάθαρσή τους ἀπὸ τὴν ἐπενέργεια τῶν παθῶν, τὴν ἑνοποίηση τῶν γνωστικῶν δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου σὲ μιὰ ἱκανότητα καθολικῆς καὶ ἀπαθοῦς καὶ ἄμεσης θεωρήσεως τῆς ἀλήθειας. Ὅταν ἀρθῆ ὁ μερισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὅταν δηλαδὴ κατασταλούν τὰ πάθη – ἡ αὐτονομία τῶν ἰδιωμάτων τῆς φύσεως – τότε αἴρεται καὶ ἡ διάκριση λογιστικοῦ καὶ θυμικοῦ καὶ αἰσθήσεων, ἡ γνωστική δυνατότητα ἀνάγεται στὸ μυστικὸ χῶρο τῆς μοναδικής καὶ ἀνόμοιας προσωπικῆς ὑπαρκτικότητος, γίνεται κοινωνία προσωπική, μετοχὴ καὶ μέθεξη τοῦ ὅλου ἀνθρώπου στὶς Ἐνέργειες τῆς θείας Οὐσίας.[ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΣ Ή ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΟΥΣΙΟΣ;]
Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο καὶ ἡ ἔλλαμψη τοῦ θείου Φωτός, ἡ προσωπικὴ αὐτὴ ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, παρουσιάζεται στὴν Κλίμακα ὡς ἀκρότατη ἀνάβαση στὴν ἱεράρχηση τῶν δωρημάτων τῆς θείας Χάρης:
«Ωσπερ διάφορα τῶν ἐν ἀνθρώποις ὀφθαλμῶν τὰ φῶτα,
οὕτω πολλαὶ καὶ διάφοροι
τοῦ νοητοῦ Ἡλίου αἱ ἐν τῇ ψυχῇ γινόμεναι ἐπισκιάσεις·
ἄλλη μὲν γὰρ ἡ διὰ τῶν σωματικῶν δακρύων καὶ ἄλλη ἡ διὰ τῶν ψυχικῶν·
ἑτέρα ἡ διὰ τῶν τοῦ σώματος ὀφθαλμῶν
καὶ ἑτέρα ἡ διὰ τῶν νοερῶν.
῎Αλλη ἡ ἐξ ἀκοῆς λόγου
καὶ ἄλλη ἡ ἰδιαιτέρως κινουμένη ἐν τῇ ψυχῇ ἀγαλλίασις·
ἄλλη ἡ ἐξ ἡσυχίας
καὶ ἑτέρα ἡ ἐξ ὑπακοῆς·
πρὸς τούτοις πᾶσιν ἑτέρα ἰδιοτρόπως
ἡ δι' ἐκστάσεως τὸν νοῦν παριστῶσα τῷ Χριστῷ
ἀρρήτως καὶ ἀφράστως ἐν φωτί νοερῷ»7.
Αὐτὲς οἱ διακρίσεις τῶν δωρημάτων ὁδηγοῦν σὲ μιὰ προοδευτική ἀποκάλυψη καὶ φανέρωση τοῦ Θεοῦ. Τὰ σωματικά δάκρυα τῆς μετανοίας καὶ τοῦ πένθους, τὰ ψυχικὰ ἢ λογικά – ὅπως τὰ ὠνόμασε ἀλλοῦ – δάκρυα τῆς ἀγάπης, ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ μὲ ἀφορμὴ τὴ θεώρηση μὲ τοὺς σωματικοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ φυσικοῦ κάλλους καὶ ἡ θέαση τῆς θείας ἀγάπης μὲ τοὺς νοεροὺς ὀφθαλμοὺς τῆς «καρδίας», ἡ ἀγαλλίαση ἀπὸ τὴν ἀκοὴ τοῦ θείου λόγου τῆς ἀποκαλύψεως, ἡ παραμυθία τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ στὴν ἡσυχία τῆς μονώσεως ἢ στὴν ὑπακοὴ τοῦ κοινοβίου, ὅλοι αὐτοὶ εἶναι δρόμοι ποὺ ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὸν χῶρο τῆς παρουσίας τοῦ ζωοποιοῦ Ἥλιου τῆς Δικαιοσύνης. ᾿Αλλὰ ἡ κατεξοχὴν ὁδὸς εἶναι ἡ «ἰδιότροπος ἔκστασις» ποὺ καταυγάζει τὸν ἄνθρωπο ἀρρήτως καὶ ἀφράστως ἐν φωτί νοερῷ8.[H ΔΟΞΑ ΕΙΝΑΙ ΑΚΤΙΣΤΗ. ΠΡΟΣ ΤΟΥΤΟ ΕΛΑΒΕ ΤΡΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ.  ΤΟ ΝΕΟΡΟ ΦΩΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΥΣ, Η ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΙΝΟΥΝ ΦΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΘΟΔΗΓΟΥΝ ΠΛΕΟΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ]

Πρέπει νὰ προσεχθῆ ὁ ὅρος «ἔκστασις», μὲ ποιὰ ἔννοια χρησιμοποιεῖται ἐδῶ. Ὁ Beck, χωρὶς νὰ ἀναφέρεται σὲ συγκεκριμένα χωρία, σημειώνει ὅτι τὴν «ἔκσταση» χρησιμοποιεῖ ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ὅπως καὶ ὁ Εὐάγριος, «μὲ τὴν εὐτελῆ σημασία τῆς παραφροσύνης» (im abschätzigen Sinn von Verrücktheit)9. Στὴν ἑρμηνεία αὐτὴ τῆς «ἐκστάσεως, προηγοῦνται οἱ Viller - Rahner10 (καὶ ἴσως ἀπὸ αὐτοὺς τὴν παίρνει καὶ ὁ Beck), ποὺ ἑρμηνεύουν ὅμως ὡς Verrücktheit (παραφροσύνη) τὴν ἔκσταση ὅπως ἀναφέρεται σὲ ἕνα μόνο συγκεκριμένο χωρίο τῆς Κλίμακος («πᾶσαν αἰσθητὴν φαντασίαν ἐν τῇ προσευχή μὴ προσδέξῃ, ἵνα μὴ ἔκστασιν ὑποστῇς»11). Σημειώνουν οἱ Viller-Rahner ὅτι ὁ Κλίμακος γνωρίζει τὸν ὅρο, ὅπως καὶ ὁ Εὐάγριος, σχεδόν μόνο μὲ σημασία ἀρνητική, ὡστόσο, δὲν ἑρμηνεύουν ὡς Verrücktheit κάθε ἀναφορὰ τῆς Κλίμακος στὴν ἔκσταση. Αντίθετα, καταχωροῦν σὲ ὑποσημείωση καὶ παραπομπὲς σὲ χωρία τῆς Κλίμακος, ὅπου ἡ ἔκσταση χρησιμοποιεῖται μὲ θετικό περιεχόμενο.
Πραγματικά, ἡ διάκριση ποὺ γίνεται στὴν Κλίμακα, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλους ἀσκητὲς Πατέρες τῆς ᾿Ανατολῆς, εἶναι ἀνάμεσα στὸ γεγονὸς τῆς Θεοφανείας, τὴν ἔλλαμψη τοῦ θείου Φωτός, καὶ στη μυστικιστική - συναισθηματικὴ ἔκσταση τοῦ ἀνθρώπου που στερεῖται τὴν ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου. Οἱ ἐκστατικές καταστάσεις μὲ τὸν χαρακτήρα τῆς παθητικότητος, τῆς ἀπώλειας τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς αὐτοσυνειδησίας ἀνήκουν στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἡ φύση τους δὲν ἔχει μεταβληθῆ ἀπὸ τὴν πεῖρα τοῦ ἀκτίστου, δὲν ἔχει προσαρμοστῆ στὴ θεία ζωή12. Ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἀπορρίπτει τὴν ἔκσταση ποὺ εἶναι ἕνα συναισθηματικὸ καὶ ψυχολογικό γεγονός – αὐτὸ μᾶς ἀφήνει νὰ ὑποθέσουμε ὅταν τὴν χαρακτηρίζει «αἰσθητή φαντασία»13. Εἶναι μιὰ ὑποκατάσταση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἀνθρώπινες ψευδαισθήσεις, δηλαδὴ ἕνας κίνδυνος θανατηφόρος, «εγκατάλειψις Θεοῦ, παρὰ ἀνθρώποις ἀνίατος»14[ΠΟΛΛΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΛΥΨΟΥΝ ΤΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ].
Τὸ πνευματικὸ αἴτιο τῆς ἐπικίνδυνης αὐτῆς ἐκστάσεως, ποὺ σημαίνει ἐγκατάλειψη τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ ἀνθρώπου·
(«Έκστασιν πολλάκις
οἱ δειλαινόμενοι ὑπομένουσι· καὶ εἰκότως·
δίκαιος γὰρ ὁ τοὺς ὑπερηφάνους ἐγκαταλιμπάνων,
ἵνα καὶ οἱ λοιποί παιδευθῶμεν
μὴ ἐπαίρεσθαι»15. [ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΑΙΜΟΝΙΚΟ  ΕΝΔΥΜΑ ΦΩΤΟΣ]
Ἔχει ἐξηγήσει ἀλλοῦ ὁ Κλίμακος ὅτι ἡ δειλία εἶναι καρπὸς τῆς κενοδοξίας)· καὶ πιὸ συγκεκριμένα, ἡ ἐγκατάλειψη ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι ἀποτέλεσμα ἐκείνης τῆς ἁμαρτωλῆς αὐτοπεποιθήσεως τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ζητάει γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀνώτερες βαθμίδες ἀρετῆς ἐνῶ κυριαρχεῖται ἀκόμη ἀπὸ πάθη ἀτιμίας.
«Μηδείς
ὑπὸ θυμοῦ καὶ οἰήσεως,
ὑποκρίσεὡς τε καὶ μνησικακίας ὀχλούμενος,
ἴχνος ἡσυχίας ἰδεῖν τολμήσει ποτέ·
μήπως ἔκστασιν ἐντεῦθεν καὶ μόνον κερδήση»16.
Κριτήριο γιὰ τὴν γνησιότητα τῆς ἐκστάσεως φαίνεται νὰ εἶναι στὴν Κλίμακα ἡ παραίτηση ἀπὸ κάθε φυσική – συναισθηματική, ψυχολογική – ἱκανοποίηση. ᾿Ακόμα καὶ ἡ αἰσθηματικὴ εὐφροσύνη τῆς προσευχῆς σημειώνεται σὰν κίνδυνος, μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ αὐτὴ ἕνα γεγονὸς αὐτάρκειας τῆς φύσεως, νὰ ἐξαντλῆται στὰ ὅρια τῆς φυσικῆς θρησκευτικότητος ποὺ ἱκανοποιεῖ καὶ παρηγορεῖ τὸν ἄνθρωπο ἐνῶ τὸν κρατάει μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεό:
«Σκόπει τὴν ἐπιδημοῦσαν ἡδύτητα ἐν τῇ ψυχῇ,
μήπως ἐκ πικρῶν ἰατρῶν,
μᾶλλον δὲ ἐπιβούλων
δολίως συνεκεράσθη».17
ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡ. ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΗΔΥΤΗΤΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΑ ΜΟΝΟ ΦΟΒΟΣ ΘΕΟΥ.


Προϋπόθεση τῆς πραγματικῆς μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἄκτιστη Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀπάρνηση κάθε φυσικῆς ἱκανοποιήσεως καὶ ἐπιθυμίας – μυστικιστικῶν ἐξάρσεων, συναισθηματικῆς πληρότητος καὶ φυσικῶν συγκινήσεων. Ἡ ἐπιδημία τοῦ «ὑπὲρ φύσιν» Θεοῦ καταλύει τὶς καταστάσεις τῆς ἀνθρώπινης αὐτάρκειας, τις ψευδαισθήσεις καὶ τὰ ὑποκατάστατα τῆς θείας Παρουσίας. Γράφει ἡ Κλίμακα:
«Ἰδοὺ Κύριος κάθηται ἐπὶ νεφέλης κούφης,
ψυχῆς πάντως ἀπὸ πάσης γηΐνης ἐπιθυμίας ὑψωθείσης,
καὶ ἤξει εἰς Αἰγυπτίαν καρδίαν καὶ πρώην ἐσκοτισμένην,
καὶ σεισθήσονται τὰ χειροποίητα εἴδωλα καὶ ἐνθυμήματα τοῦ νοός».18
Ἡ κατάσταση τοῦ σκοτισμοῦ τῆς καρδίας ἀναφέρεται στὴν παρουσία τῶν χειροποίητων εἰδώλων καὶ τῶν ἐνθυμημάτων τοῦ νοῦ καὶ ἀντιδιαστέλλεται πρὸς τὸν Ἐρχόμενο ἐπὶ νεφέλης Κύριο· ἡ νεφέλη πρέπει νὰ δηλώνη ἐδῶ, ὅπως συνήθως στὴ Γραφή, τὴν παρουσία τοῦ Φωτὸς τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἑρμηνεύουμε τὸν λόγο γιὰ τὰ «χειροποίητα εἴδωλα» καὶ τὰ «ἐνθυμήματα τοῦ νοῦ» μὲ ἀναφορὰ στὶς φυσικές καταστάσεις τῆς μυστικιστικῆς ἐξάρσεως ποὺ εἶναι «εἴδωλα» τῆς πραγματικῆς Παρουσίας τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ὁδηγοῦν στὴ μετοχὴ τῆς ἐλλάμψεως19.

[Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΕ ΑΓΝΟΣ ΚΑΙ ΑΔΟΛΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΤΡΕΜΠΕΛΑ ΚΑΙ ΕΠΕΣΕ ΑΝΥΠΟΨΙΑΣΤΟΣ ΣΤΟΥ ΤΥΠΟΥΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΡΑΝΕΡ ΣΚΕΦΤΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΕΔΩΣΕ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΣΤΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΣ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΣΤΟΥΣ ΓΝΩΣΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ, ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΙΕΦ]

Σημειώσεις

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Ἔκθεσις τῆς ἐξ Ἁγιορειτῶν Ἐπιτροπῆς (Παναγιώτης Τρεμπέλας)

 

σ.σ. Αναρτάται μέ (χωρίς) διάθεση υποτιμήσεως του συνολικού έργου του μακαριστού Παναγιώτη Τρεμπέλα.
Ἀθωνικοὶ διάλογοι, τ. 33-34, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1975, σσ. 20-27, 32.
[Περί τῶν βιβλίων τοῦ Τρεμπέλα: «Μυστικισμός – Ἀποφατισμός – Καταφατική Θεολογία»]

Θλίψιν πολλὴν ἐπροξένησεν εἰς ἡμᾶς ἡ ἀνάγνωσις μιᾶς διτεύχου θεολογικῆς πραγματείας ὑπὸ τὸν τίτλον: «Μυστικισμός – Ἀποφατισμός – Καταφατικὴ Θεολογία» τοῦ καθηγητοῦ κ. Παναγιώτου Τρεμπέλα.
Καὶ ἐνῶ δὲν εἶναι ἀποστολὴ τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους νὰ κρίνῃ ἐπιστημονικάς πραγματείας, ὅμως, ἐπειδὴ αἰσθανόμεθα ὡς συνεχισταὶ τῆς μακρᾶς ἡσυχαστικῆς Παραδόσεως καὶ μυστικῆς Θεολογίας, ἡ ὁποία κρίνεται εἰς τὰ ἐν λόγῳ τεύχη, μετὰ συνοχῆς καρδίας καὶ πολλῆς ἀγάπης πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τοὺς ἀδελφούς μας, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἴπωμεν τὰ ἑξῆς:
1. Ἡ ἑνοειδὴς Παράδοσις τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἡ ἁρμονική συμφυΐα θεολογίας καὶ ζωῆς – ἀπόδειξις τῆς ζώσης πιστότητος εἰς τὸ δόγμα τῆς Χαλκηδόνος – ἐφυλάχθη ἐντὸς τῆς ᾿Εκκλησίας μας ἀλώβητος καὶ διέθρεψεν ἀνέκαθεν τὸ ἐκκλησιαστικὸν πλήρωμα μέχρι καὶ κατ᾿ αὐτὴν τὴν περίοδον τῆς Τουρκοκρατίας μὲ τὰ ζωηφόρα δόγματα τῆς ἀληθείας καὶ τὴν χάριν τῆς ἀψευδοῦς ἁγιότητος.
Κατὰ τοὺς τελευταίους ὅμως αἰῶνας καὶ κυρίως μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀρχίζει νὰ εἰσέρχεται ἐκ τῆς Δύσεως, ὑπὸ μορφὴν δῆθεν προόδου, τὸ μικρόβιον τοῦ πνευματικοῦ διχασμοῦ. Ἡ ἀσθένεια τοῦ χωρισμοῦ θεολογίας καὶ πνευματικότητος, θεολόγων καὶ «ἁγίων», ἡ ὁποία ἐμάστιζε τὸν «πεφωτισμένον» δυτικὸν πολιτισμὸν – συνέπεια τῆς δογματικῆς παρεκτροπῆς τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ᾿Εκκλησίας – μεταφέρεται εἰς τὸν ἰδικόν μας χῶρον.
Ἡ θεολογία ἡ ὁποία ἐδιδάσκετο βασικῶς εἰς τὸν Μοναχικὸν χῶρον, διδάσκεται τώρα, μετὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου, εἰς τὰς νεοσυσταθείσας σχολὰς τῶν κρατικῶν Πανεπιστημίων. Ἡ πνευματικὴ ἀγωγὴ ἡ ὁποία ἠντλεῖτο φυσιολογικῶς ἀπὸ τὴν μετοχὴν εἰς τὴν ὅλην ζωὴν τῆς ἐνορίας, τώρα κυρίως προσφέρεται ἀπὸ τὰ κηρύγματα καὶ τὰ κατηχητικὰ τῶν λαϊκῶν.
Καὶ δύναται νὰ τεθῆ τὸ ἐρώτημα: Εἶναι καταδικαστέα αὐτὰ καθ᾿ ἑαυτὰ τὰ νέα σχήματα; Δὲν δύναται ἆραγε ἡ ὀρθόδοξος θεολογία νὰ διδάσκεται εἰς τὰ Πανεπιστήμια καὶ τὸ εὐσεβὲς ἦθος νὰ δίδεται εἰς τὰς χριστιανικάς κινήσεις; Ἐν προκειμένῳ δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὴν ἑξῆς διπλὴν ἀπάντησιν :
Πρῶτον, οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε ὑποτιμήσεως ἢ καταργήσεως τῶν παλαιῶν σχημάτων τὰ ὁποῖα προσφέρουν ὀρθοδόξως κάτι τὸ ἀναντικατάστατον.
Δεύτερον, εἶναι δυνατὸν καὶ νέα σχήματα ζωῆς νὰ ἐγκεντρισθοῦν εἰς τὴν Παράδοσιν τῆς ᾿Εκκλησίας, ὑφιστάμενα, διὰ τοῦ ὀργανικοῦ δεσμοῦ των πρὸς Αὐτήν, τὴν καλὴν ἀλλοίωσιν.
Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι εὔκολον νὰ λεχθῇ ὅτι συνέβη ἐξ ἀρχῆς μὲ τὰς Θεολογικάς μας Σχολὰς καὶ τὰ κατηχητικά. Διότι – λόγῳ τοῦ γενικωτέρου κλίματος τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήθησαν – παρὰ τὴν καλὴν πιθανῶς θέλησιν τῶν στελεχῶν των, δὲν ἐτράφησαν τόσον ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξον Παράδοσίν μας, ἀλλὰ ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις καὶ ἀπόψεις τῆς ἑτεροδόξου Δύσεως.
2. Οἱ καθηγηταὶ τῶν θεολογικῶν σχολῶν μορφώνονται κατά κανόνα εἰς τὴν Δύσιν. Γνωρίζουν δι’ αὐτῆς τὴν ὀρθόδοξον θεολογίαν. Καὶ μεταφέρουν συνήθως εἰς ἡμᾶς τῶν ἑτεροδόξων διδασκάλων των τὴν ἐπιστημονικὴν μέθοδον καὶ τὰς ἀτομικάς των ἀπόψεις διὰ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τοὺς θεοφόρους Πατέρας τῆς ᾿Εκκλησίας μας.
Αἱ θρησκευτικαὶ κινήσεις ἀντιστοίχως, παρὰ τὴν ἀγαθὴν διάθεσίν των, δὲν τρέφονται ἀπὸ τὴν θεολογικὴν εὐσέβειαν τῆς Παραδόσεώς μας (τοὺς εἶναι ἄγνωστα τὰ ἔργα τῶν Νηπτικῶν Πατέρων: Φιλοκαλία, Κλίμαξ ἁγίου ᾿Ιωάννου, ἔργα ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου… Οὐδέποτε ἐξέδωσαν ἕνα ἐκ τούτων) καὶ διαρκῶς τροφοδοτοῦν τὴν ᾿Εκκλησίαν δι᾽ ἔργων ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐπηρεασμένων ὑπὸ τοῦ εὐσεβιστικοῦ πνεύματος τῆς Δύσεως.
Συνέπεια τῆς εἰσβολῆς αὐτῆς, τοῦ ξένου καὶ μὴ παραδοσιακοῦ πνεύματος εἰς τὴν θεολογίαν καὶ τὴν ζωήν μας, εἶναι μία χρονία ἀσθένεια – σύγχυσις γλωσσῶν καὶ κριτηρίων – ἡ ὁποία βασανίζει τὴν νεοελληνικὴν Ἐκκλησίαν καὶ παρουσιάζεται διὰ πλήθους προβλημάτων, ἀποτόκων τῆς νόσου ταύτης.
Χαρακτηριστικὸν δὲ δεῖγμα καὶ σύμπτωμα τῆς πολλαπλῆς ἤδη συγχύσεως ἀποτελεῖ ἡ ἐν λόγῳ θεολογική πραγματεία. Εἰς αὐτὴν γηραιός Καθηγητής συντάσσει θεολογικὴν μελέτην ἐξ ἀφορμῆς ὁμιλίας νεωτέρου συναδέλφου του, τοῦ ὁποίου ἡ τόλμη εἰς τὰς ἰδέας καὶ τὸ ἀσαφὲς περὶ τὴν διατύπωσιν τὸν ξενίζει. Καὶ ἡ μὲν ὁμιλία τοῦ νεωτέρου θεολόγου, ἀποκαλύπτεται ὡς ἀπομεμακρυσμένη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον ἀκριβολογίαν. Ὁ δὲ «συντηρητικὸς» παλαιὸς Καθηγητής πλησιάζει τοὺς Πατέρας μὲ θεολογικὰς προϋποθέσεις καὶ πνευματικά κριτήρια ξένα πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν καὶ δι᾿ αὐτὸ καταλήγει εἰς ἐξ ἴσου ἀπορριπτέα συμπεράσματα.
Ὁ συγγραφεὺς ὡς ἐπιστήμων θεολόγος καὶ ἱεροκῆρυξ, πανεπιστημιακὸς διδάσκαλος καὶ ἱδρυτικὸν μέλος θρησκευτικοῦ συλλόγου, μὲ τὴν ἐργασίαν του προσπαθεῖ νὰ ψαύσῃ τὸ μυστήριον τῆς σχέσεως θεολογίας καὶ ζωῆς. Καὶ ἐνῶ διαθέτει πατερικὴν εὐρυμάθειαν (παραθέτει πλῆθος χωρίων) καὶ διάθεσιν ἀποφυγῆς μονομερειῶν καὶ ὀξυτήτων, ἡ ὅλη του προσπάθεια δὲν τελεσφορεῖ, διότι κινεῖται εἰς τὸν χῶρον ὅπου συζητοῦνται τὰ θέματα, καταστρώνονται θεωρητικά σχέδια, ἀντιμάχονται ἀτομικαὶ ἀπόψεις· ὄχι ἐκεῖ ὅπου «πάσχονται τὰ θεῖα». Δι’ αὐτὸ ἀποδεικνύονται ἀνεπαρκῆ τὰ ἐφόδιά του. Διότι τὰ τῆς θεολογίας καὶ εὐσεβείας μας «θεῖα μυστήρια», κατὰ τὸν ἅγιον Νικόδημον τὸν Ἁγιορείτην, «δὲν εἶναι τρόπος νὰ τὰ διδάξῃ τις εἰς ἄλλους ὀρθῶς, ἐὰν πρῶτος αὐτὸς δὲν ἀξιωθῇ νὰ τὰ γνωρίσῃ ἐνεργητικῶς καὶ νὰ τὰ πάθῃ διὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Καὶ μόνον ἡ φράσις τοῦ συγγραφέως, ὅτι ἡ ἐργασία του «συνίσταται εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ περὶ Ἀποφατικοῦ ὑλικοῦ» (τεῦχος A’ σελ. 6) ἀποδεικνύει πόσον διάφορος εἶναι ἡ θεολογία του ἀπὸ τὴν θεολογίαν τῶν Πατέρων, οἵτινες «ἔπασχον τὰ θεῖα».
Καὶ μόνον ὅτι τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν θέωσιν θεωρεῖ ὡς «μεταβολὴν τοῦ χαρακτῆρος καὶ μεταστοιχείωσιν ἠθικὴν» (B’ σελ. 60) μᾶς ἀποκαλύπτει ποίαν ἀντίληψιν περὶ πνευματικῆς ζωῆς ἔχει.
Πᾶσαι αἱ ἀποφατικαὶ ἐκφράσεις τῶν ἁγίων Πατέρων ὡς γνωστὸν ὀργανικῶς συζοῦν, ὡς προσωπικαὶ ἐν Πνεύματι ἐμπειρίαι. Διὰ τοῦτο δὲν πλησιάζονται καὶ δὲν ταξινομοῦνται ὡς ἀδρανὲς καὶ οὐδέτερον «ἀποφατικὸν ὑλικόν». Καὶ κάθε μία ἀπὸ αὐτὰς εἶναι ἀναπόσπαστον στοιχεῖον καὶ μέλος ὅλης των τῆς πνευματικῆς βιοτῆς καὶ ὑπάρξεως. Δεν ἐξέλεγον οἱ Πατέρες τὸν ἀποφατισμὸν ὡς τὴν καλυτέραν ἢ ἀποδοτικωτέραν μέθοδον, τρόπον ἢ σύστημα, ἀλλὰ κατέληγον ἀναποφεύκτως εἰς ἀποφατικὰς ἐκφράσεις «πάσχοντες οἷον τὴν ἀφαίρεσιν καὶ οὐ διανοούμενοι».
3. ᾿Επειδὴ λοιπὸν τὸ πλησίασμα τῶν Πατέρων γίνεται μὲ τὴν βοήθειαν τῆς λογικῆς καὶ τῆς γλώσσης τῶν θεολόγων τῆς Δύσεως καὶ μὲ πνευματικὰς ἀπόψεις, ἀπορρεούσας ἀπὸ τὴν ἐμπειρίαν τῆς κλειστῆς εὐσεβιστικῆς νοοτροπίας, πράγματα καὶ τὰ δύο μὴ χωροῦντα τὸ μυστήριον τῆς μυσταγωγικῆς περιχωρήσεως ὀρθοδόξου θεολογίας & βιοτῆς – διὰ τοῦτο ἔχομεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν σύνταξιν μιᾶς ὄντως ἀξιοπεριέργου μελέτης. Εἰς αὐτὴν συμπλέκονται ἐπαινετικαὶ ἐκφράσεις διὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας ἡμῶν μετὰ λίαν ἀπαραδέκτων χαρακτηρισμῶν: Πατερικά χωρία ἀπηχοῦντα θείας ἐμπειρίας καὶ ἀπόψεις ψιλαὶ ξένων θεολόγων, ἀσχέτων ὅλως πρὸς τὸ μυστήριον τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας μας. Γνῶμαι δυτικῶν θεολόγων παρουσιάζονται ὡς αὐθεντικαὶ διατυπώσεις διὰ τὴν ὑποτίμησιν τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν Συγγραμμάτων, ἐνῷ ἡ ὁμόφωνος συγκατάθεσις καὶ ὁ θαυμασμός, δι’ αὐτά, ὅλης τῆς χορείας τῶν Πατέρων τῆς ᾿Εκκλησίας παραθεωροῦνται. Προβάλλεται ὡς ὑγιὴς μυστικισμός, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Oosterzee, ὁ τοῦ Θωμᾶ Α. Kempis (Α’ σελ. 16) καὶ χαρακτηρίζονται «ὡς καινοφανεῖς καὶ παράδοξοι, ἐὰν μὴ αἱρετικαὶ αἱ διδασκαλίαι τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου» (A’ σελ. 78). Παρατίθενται γνῶμαι ἑτεροδόξων θεολόγων, οἱ ὁποῖοι κρίνουν τοὺς ἐκτραπέντας εἰς νοσηροὺς συναισθηματισμούς μυστικοὺς τῆς Δύσεως. Καὶ καταλήγει ὁ συγγραφεὺς: «…παραχωροῦμεν εἰς τὸν Fisher νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὸς τέλος εἰς τὰς περὶ μυστικῆς Θεολογίας καὶ μυστικισμοῦ γενικὰς ταύτας παρατηρήσεις μας» (Α΄ σελ. 18).
Ἀλλ᾿ ἡμεῖς ζῶντες εἰς τὴν ἀδιάκοπον καὶ ἑνιαίαν Παράδοσιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς ᾿Εκκλησίας ὁμολογοῦμεν, ὅτι οὔτε τὸν Θωμᾶ Α. Kempis ἔχομεν ὡς ὑπόδειγμα ὑγιοῦς μυστικοῦ, οὔτε αἱ κρίσεις τοῦ αἱρετικοῦ Fisher, διὰ τὸν ὅλως ξένον δι᾽ ἡμᾶς νοσηρὸν δυτικὸν μυστικισμὸν μᾶς ἐνδιαφέρουν εἰς κάτι, οὔτε σχετίζονται μὲ τοὺς θεοφόρους Πατέρας μας.
Ἐὰν ὁ συγγραφεὺς ἐκλέγῃ τὴν θεολογίαν τοῦ Oosterzee ἢ τοῦ Fisher ὡς ὁδηγὸν διὰ τὴν ἐπιστημονικήν του ἐργασίαν καὶ τὴν διδασκαλίαν τοῦ ἑτεροδόξου Θωμᾶ A. Kempis ὡς ὑγιῆ μυστικισμὸν διὰ τὴν ζωήν του εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὸ πράξῃ. Εἶναι ὅμως ἀσυνεπὲς ἐπιστημονικῶς διὰ τοιούτων προϋποθέσεων νὰ ἐπιχειρῇ κατανόησιν τοῦ μυστηρίου τῆς Θεολογίας μας (ἀπὸ τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου ἕως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ). Καὶ πνευματικῶς ἀπαράδεκτον διὰ τοιαύτης πείρας νὰ ἀποτολμᾷ νὰ κρίνῃ καὶ κατακρίνῃ τὰς ὑπερφυεῖς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων μας, ὅπως ὡς ἑνὸς ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου.
4. Δυστυχῶς διάχυτον ὑπάρχει, εἰς ὅλην τὴν κρινομένην πραγματείαν, τὸ πνεῦμα τῆς δυσπιστίας καὶ ἀνυποληψίας διὰ τὰ συγγράμματα τῶν ἁγίων Πατέρων τὰ ὁποῖα ἐξετάζονται. Τὴν ἀρνητικήν του δὲ στάσιν ὁ συγγραφεὺς προσπαθεῖ νὰ μετριάσῃ – ἢ νὰ ἀποφύγῃ τὰς συνεπείας της – διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως διαρκῶς πλαγίων ἐκφράσεων. Παράδειγμα εἷς ἐκ τῶν πολλῶν χαρακτηρισμῶν κατὰ τοῦ ἁγίου Συμεών: «Θὰ ἐχαρακτηρίζομεν τὰς ὀπτασίας ταύτας ὡς ὅλως ὑποκειμενικά φαντάσματα, ἐὰν δὲν εἴχομεν ὑπ᾿ ὄψει ποίας ἁγνῆς καὶ ἁγίας ἐμπειρίας καὶ ἀσκήσεως κάτοχος ὑπῆρξεν ὁ ὅσιος Συμεὼν (A’ σελ. 77).
Ἐκεῖ ὅμως ὅπου ἀφήνει τὸν ἑαυτόν του ἐλεύθερον καὶ ἄνευ οὐδενὸς ἐνδοιασμοῦ ἐξερεύγεται ἡ καρδία του ὅλην τὴν ἄρνησιν τὴν ὁποίαν κρύβει ἐντός της, εἶναι τὰ θεόπνευστα, κατὰ τοὺς Πατέρας, Ἀρεοπαγιτικά συγγράμματα.
Ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἕως τοῦ τέλους τῶν δύο τευχῶν, ἡ περιφρόνησις τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν κειμένων παρουσιάζεται ὡς διήκουσα ἰδέα καὶ γραμμή. Ἐνῷ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν μέχρι τὸ σήμερον τῆς Θεολογικῆς μας Παραδόσεως διήκει μία ἀτελεύτητος σειρὰ ἐκφράσεων θαυμασμοῦ τῶν Πατέρων πρὸς τὰ Ἀρεοπαγιτικὰ καὶ τὸν ἅγιον συγγραφέα των, ὅστις φρυκτωρεῖ τὴν ᾿Εκκλησίαν.
Ἐντεῦθεν τὰ Ἀρεοπαγιτικά χαρακτηρίζονται ὡς «νόθον καὶ ψευδεπίγραφον ἔργον» (Α’ 28), διότι ὁ συγγραφεύς των «ἐπέτυχε νὰ ὑφαρπάσῃ καὶ σφετερισθῇ τὸ κῦρος ἀποστολικοῦ πατρός, ἐπιβληθεὶς διὰ τῆς πλαστοπροσωπίας προκαταβολικῶς καὶ ἐπὶ Πατέρων ὀρθοδόξου ὁμολογίας» (Α’ 28). Ὁ Συγγραφεὺς τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν «δὲν δύναται νὰ καταριθμηθῇ εἰς τοὺς ἁγίους Πατέρας» (Α’ 28). Εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι «ἀπεκάθηρε ὁ ἅγιος Μάξιμος τὰ Ἀρεοπαγιτικὰ ἐν μέτρῳ ἱκανῷ ἐκ κακοήχων διατυπώσεων, ὀφείλεται τὸ ὅτι ταῦτα δὲν ἐξεβλήθησαν ἐκ τῆς περιοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Γραμματείας εὐθὺς ἅμα τῇ ἐμφανίσει των» (Α’ 28) «Παραπλανηθεὶς ὡς εἴπομεν ἐκ τῆς πλαστοπροσωπείας ὁ ἅγιος οὗτος Πατὴρ ἐσχολίασεν εὐτυχῶς τὰ Ἀρεοπαγιτικά… Δὲν ἦτο ἐν τούτοις δυνατὸν, παρ’ ὅλας τὰς ἀποσαφήσεις ταύτας τοῦ Ὁμολογητοῦ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως Μαξίμου καὶ τῶν μετ᾿ αὐτὸν εὐλαβῶς καὶ ἐν πνεύματι εὐσεβείας μελετητῶν τοῦ σώματος τῶν Ἀεροπαγιτικῶν, παρὰ νὰ σημειώσωσι ταῦτα οὐ μόνον κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ μέχρι τοῦ νῦν ἀνεπιθυμήτους δὸς δ’ εἰπεῖν καὶ ἐπιβλαβεῖς ἐπιδράσεις» (Α’ 37).
Καὶ συνεχίζεται ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῶν ἱερῶν τούτων κειμένων ὑπὸ τοῦ συγγραφέως τῆς πραγματείας: «παραθέτομεν στίχους τινας ἐξ ἀποφατικοῦ τινος ἀφορισμοῦ περὶ τοῦ θείου, τὸ ὁποῖον ὁ ψευδοδιονύσιος διετύπωσεν, ἐξ οὗ δύναται πᾶς τις νὰ κρίνῃ εἰς ποίας ὀλεθρίας παραπλανήσεις ἑπόμενον εἶναι νὰ παρασύρῃ…» (Α’ 21).
«Πόσον κακόηχος καὶ παραπλανητική καθίσταται ἡ ἐξωτερικὴ ὁμοιότης καὶ χρῆσις τοῦ κοινοῦ λεξιλογίου ὑπό τε τοῦ Πλωτίνου καὶ τοῦ ψευδο – Διονυσίου διαπιστώνει πᾶς τις» (A’ 36).
«Ὡς παρετήρησεν ὀρθῶς ὁ Ρ. Leberton «πᾶσαι αἱ θεωρίαι τοῦ Διονυσίου (περὶ τῶν θείων ὀνομάτων ὡς μὴ ἀνταποκρινομένων εἰς τὴν θείαν ὑπερβατικότητα) δὲν μᾶς ἀναβιβάζουν ὑπεράνω τῆς φυσικῆς θεολογίας» (Α’ 30).
Κατὰ δὲ τὸν Oosterzee «ὁ Θεὸς μεταπίπτει (διὰ τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου) εἴς τι ἀφηρημένον καὶ ἀκαθόριστον Ὄν, εἰς εἶδος τι σκοτεινῆς πρωταρχικῆς αἰτίας, ἥτις οὔτε ὑφ᾽ Ἑαυτῆς βυθομετρεῖται οὔτε ὑπ᾿ ἄλλου τινὸς εἶναι δυνατὸν νὰ βυθομετρηθῇ…» (Α’ 38).
5. Κατ᾿ ἀντίθεσιν ὅμως πρὸς τὸν κ. Τρεμπέλαν καὶ τοὺς δυτικοὺς θεολόγους ἡ Ἐκκλησία σέβεται ὡς Ἅγιον, ἀπλανῆ ὁδηγὸν καὶ πατέρα Παγκόσμιον τὸν συγγραφέα τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν. Καὶ τοῦ ἀπευθύνει κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς του, τὴν 3ην Οκτωβρίου, τὸν χαρακτηριστικὸν χαιρετισμόν: «χαῖρε ὁδὸς ἀπλανὴς σωτηρίας· χαῖρε φραγμὸς ἀσεβῶν παρωδίας. Χαίροις Πάτερ Παγκόσμιε».
Ὁ δὲ ἅγιος Μάξιμος δὲν ἐπλησίασε τὰ Ἀρεοπαγιτικά μὲ τὴν διάθεσιν κριτοῦ (οὔτε πολύ περισσότερον μὲ τὴν αὐθάδειαν κατακριτοῦ) διὰ νὰ τὰ «καθάρῃ», ἀλλὰ μὲ τὴν εὐλάβειαν μαθητοῦ καὶ ταπεινοῦ μελετητοῦ ἀναφέρεται «τῷ παναγίῳ καὶ ὄντως θεοφάντορι Διονυσίῳ τῷ Ἀρεοπαγίτη» (PG 91, 661A). Καὶ ἀναφέρει εἰς τὴν Μυσταγωγίαν του, ὁ ἅγιος Μάξιμος, (ἡ ὁποία ἀποτελεῖ σχόλιον εἰς τὴν «᾿Εκκλησιαστικὴν ῾Ιεραρχίαν» τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν): «Οὐ πάντα τῷ μακαρίῳ γέροντι (Διονυσίῳ) θεωρηθέντα λέγειν ἀμυδρότερον δύναμαι· πλὴν εὐσεβῶς, χάριτι τοῦ τὰ ἐσκοτισμένα φωτίζοντος Θεοῦ…» (PG 91, 661Β – D). Καὶ ἐπὶ πλέον τονίζει, «τολμηρὸν γὰρ καὶ αὔθαδες καὶ ἀπονοίας ἐγγύς, ἐγχειρεῖν τοῖς ἐκείνου πειρᾶσθαι, τὸν μήτε χωρεῖν αὐτὸν ἢ νοεῖν δυνάμενον καὶ ὡς ἴδια προκομίζειν τὰ ἐνθέως ἐκείνῳ μόνῳ διὰ τοῦ Πνεύματος φανερωθέντα μυστήρια» (PG 91, 661A).
Καὶ πάντες οἱ μεταγενέστεροι Ἅγιοι, ὡς ὁ ᾿Ιωάννης Δαμασκηνός, Θεόδωρος Στουδίτης, Ἀνδρέας Κρήτης, ἀποκαλοῦν τὸν Ἀρεοπαγίτην πάνσοφον, ἱεροφάντην, θεσπέσιον, ὑφηγητὴν καὶ μύστην καὶ θεωρὸν τῶν ἀλήπτων (PG 97, 1065). Ὁ δὲ «ἀπροσμάχητος ὑπέρμαχος τῶν θεολόγων» ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὸν θεωρεῖ κανόνα τῆς Ὀρθοδοξίας: «Διονύσιος ὁ μέγας… οὐδ᾽ ἄνευ ἐπιπνοίας θείας… τὴν ἀσφαλεστάτην καὶ ἀληθῆ θεολογίαν τοῖς εὖ φρονοῦσι διετράνωσεν, ὡς ἄν ἡμεῖς ταύτῃ κανόνι καὶ φωτὶ χρώμενοι καὶ δι᾿ αὐτῆς ὀρθοτομοῦντες τὸν λόγον τῆς ἀληθείας, τοὺς κατά τι ταύτης ἐκκλίνοντας καὶ παρατρεπομένους εὐχερῶς τε διορῶμεν καὶ λυσιτελῶς εὐθύνωμεν…» (Συγγράμματα, τόμ. 2, σελ. 69).
Καὶ ὁ σύγχρονος, σεμνός, Ὀρθόδοξος Καθηγητὴς τῆς Δογματικῆς π. Δημήτριος Στανιλόαε ἐξηγεῖ σαφῶς διατὶ ἡ Δύση δὲν κατενόησε τὸν ἅγιον Διονύσιον: «Ἡ Ἀνατολὴ ἔκαμε λόγο στὴ διδασκαλία της γιὰ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ἀδιάφορο ἂν τὶς ὠνόμασε ἔτσι ἢ ἀλλοιῶς. Έδωσε μιὰ λύσι ποὺ μ’ αὐτὴν ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ἐστήριξε τὴν ὑπερβατικότητα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο ἀναγνώρισε μιὰ συνάντηση ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ τὰ δημιουργήματα, μιὰ παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα στὰ δημιουργήματα, μιὰ προσέγγισι τῶν δημιουργημάτων στὸ Θεό. Ὁ Διονύσιος βρίσκεται σ’ αὐτὴ τὴ γραμμή, βεβαιώνει αὐτὴ τὴν ἄποψι. Ἡ Δύση, μὴ κατανοῶντας μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο τὸν Διονύσιο, δὲν τὸν κατενόησε σωστά». (Eἰσαγωγὴ εἰς τὴν «Μυσταγωγίαν» σελ. 31, σειρὰ «Ἐπὶ τὰς Πηγάς»).
6. Ἐξ ὅλων αὐτῶν καταφαίνεται, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ διαφορᾶς ἀποχρώσεως καὶ τόνου ἐκφράσεως, ἡ ὁποία χωρίζει τὸν ἐν λόγῳ συγγραφέα ἀπὸ τοὺς θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλὰ περὶ ἀποστάσεως χαώδους.
Ἐνῶ ἐμφανίζεται κατ᾿ ἀρχὴν ὅτι τὸ πάθος του κατὰ τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν ὀφείλεται εἰς τὴν «πλαστοπροσωπείαν» τοῦ συγγραφέως των, ἐν τέλει ἀποκαλύπτεται ὅτι ἔχει ξένα πρὸς τοὺς Πατέρας κριτήρια. Υἱοθετεῖ τὴν στάσιν τῶν δυτικῶν θεολόγων καὶ προσπαθεῖ νὰ μᾶς ἐμβάλῃ ἕνα πνεῦμα ὀλεθρίου ἀμφισβητήσεως. Δὲν ἀρνεῖται μόνον τὴν πατρότητα τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν, ἀλλὰ καὶ βλέπει τὸ περιεχόμενόν των ὅπως τὸ βλέπει ἡ Δύσις. Καὶ ὄχι μόνον ἀμφισβητεῖ τὴν ὀρθοδοξίαν των, ἀλλὰ τὰ θεωρεῖ καὶ ὡς ἄγοντα οἰονεὶ εἰς ἀθεΐαν.
Ἐὰν δὲ κατορθώσῃ διὰ τῆς ψιλῆς λογικῆς νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἐν προκειμένῳ ἡ κρίσις τοῦ Oosterzee ἢ ἑνὸς Lebreton καὶ ὄχι ἡ πνευματικὴ αἴσθησις ὁλοκλήρου τῆς χορείας τῶν ἁγίων Πατέρων μας, τότε αὐτομάτως ἐκχέει ἐντός μας τὴν γενικὴν δυσπιστίαν πρὸς τὴν ᾿Εκκλησίαν ὁλόκληρον. Διότι αὕτη ἐδέχθη τὰ Ἀρεοπαγιτικά. Ὁ χυμὸς τῶν ἐκφράσεων καὶ ἐμπειριῶν τοῦ Ἀρεοπαγίτου ἔχει ἁπλωθεῖ, ζωογονήσει καὶ καθοδηγήσει τὴν ὅλην Πατερικὴν ζωὴν καὶ θεολογίαν. Εἰς τὰς Θεολογικὰς Ἑκατοντάδας τοῦ ἁγίου Μαξίμου συχνάκις, εὑρίσκομεν ὁλοκλήρους παραγράφους αὐτολεξεὶ ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ ἁγ. Διονυσίου.
Δι’ αὐτὸ αὐθορμήτως ἀπαντῶμεν εἰς τὸν συγγραφέα: δὲν παρεπλανήθησαν οἱ Πατέρες. Διότι δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ περιμένουν τὰ ἀποτελέσματα κριτικῆς περὶ τῆς συγγραφικῆς καταγωγῆς τῶν κειμένων διὰ νὰ ἀποφανθοῦν περὶ τοῦ ποῖον εἶναι πνευματικῶς γνήσιον ἢ νόθον. Δὲν ἔχουν ἀνάγκην τοῦ φωτὸς τῆς ἐπιστήμης διὰ νὰ μᾶς ὁμιλήσουν διὰ τὴν ἀλήθειαν τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν – ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς θεόφρονας – καὶ διὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν εἰς τὴν ζωὴν τὴν ὁποίαν ποθοῦμεν· ὅπου τὸ φῶς τῆς ἐπιστήμης εἶναι σκότος· ὅπου σιγᾶ «πᾶσα σάρξ βροτεία» καὶ ἀκούεται ὁ Λόγος· «ὅπου τὸν Θεὸν ἡ τελεία μόνη κέκραγε σιγὴ καὶ ἡ παντελὴς καθ’ ὑπεροχὴν ἀγνωσία παρίστησιν» (Μαξίμου Ὁμολ. Φιλοκαλία, Β΄ 175).
7. Δὲν δονεῖται ὁ βράχος εἰς τὸν ὁποῖον ἐξ ἀρχῆς ἐδομήθη ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ «ξένη» διὰ τὸν κόσμον λογική Της, ἀπὸ τὰς αὐξομειουμένας ἐπιστημονικὰς γνώσεις ἢ ὑποθέσεις. Σεβόμεθα τὴν ἱστορίαν. Δὲν ταρασσόμεθα ἀπὸ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἐπιστήμης. Ἀξιοποιοῦμεν τοὺς καρποὺς τῶν φιλολογικῶν ἐρευνῶν. Καθοδηγούμεθα ὅμως ἀνέκαθεν ἀπλανῶς καὶ εὐαισθήτως εἰς τὴν πίστιν καὶ τὸ μυστήριον τῆς ζωῆς ἀπὸ «τὰς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καὶ τῆς Ἐκκλησίας τὸ εὐσεβὲς φρόνημα» (Συνοδικὸν Ὀρθοδοξίας).
Δὲν μᾶς ἀπασχολεῖ τόσον ἐὰν συγγραφεὺς τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν εἶναι ὁ διὰ τοῦ κηρύγματος τοῦ ἀποστόλου Παύλου πιστεύσας ἅγ. Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ἢ ἄλλο μεταγενέστερον μέλος τῆς ᾿Εκκλησίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει καὶ μᾶς ἀναπαύει εἶναι τὸ πῶς ὡμίλησε διὰ τὰ Ἀρεοπαγιτικὰ ἡ συνείδησις τῆς ᾿Εκκλησίας.
Ἐὰν ὑπάρχουν εἰς τὰ κείμενα αὐτὰ νεοπλατωνικαὶ ὁρολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἐνοχλοῦν τὸν συγγραφέα τῆς πραγματείας, δὲν μᾶς ταράσσουν ἀλλὰ μᾶς χαροποιοῦν. Ὅπως τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Κύριος προσέλαβε καὶ ἐθέωσε, διὰ τῆς ᾿Ενσαρκώσεώς Του, ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, δὲν μᾶς λυπεῖ οὔτε μειώνει τὴν θεότητά Του, ἀλλὰ μᾶς σώζει καὶ ἀποδεικνύει τὴν ἄφατον καὶ ἀμέτρητον πρὸς ἡμᾶς φιλανθρωπίαν Του. Καὶ οἱ θεολόγοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας προσέλαβον, ἀξιοποίησαν καὶ ἔσωσαν ὅλον τὸν κόπον, τὴν ἀναζήτησιν καὶ ἔκφρασιν τῶν πρὸ αὐτῶν φιλοσόφων.
Ἡ τόσον διάφορος ἀντίδρασις εἰς τὸ αὐτὸ βασικὸν κείμενον τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν ἀποδεικνύει τὴν χαώδη ἀπόστασιν ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς θεολογικῆς αἰσθήσεως καὶ τῶν πνευματικῶν κριτηρίων τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ ἐκείνων τοῦ συγγραφέως τῆς πραγματείας. Ἐὰν εἶχεν ὄντως ὀρθόδοξον φρόνημα καὶ ὑγιῆ πνευματικά κριτήρια θὰ ἀντέδρα καὶ θὰ ἠσθάνετο ἐν προκειμένῳ, ὅπως ὁλόκληρος ἡ χορεία τῶν Ἁγίων μας, ἡ ὁποία ἐνετρύφησεν εἰς τὰ συγράμματα αὐτά.
Περιφρονοῦντες καὶ ὑβρίζοντες τὰ Ἀρεοπαγιτικά, περιφρονοῦμεν ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀνεπιφυλάκτως καὶ ὁλοθύμως ἐτάχθησαν ὑπὲρ αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ ἀπορρίπτων ὁ συγγραφεὺς τὰ Ἀρεοπαγιτικά, εἶναι ἑπόμενον νὰ ἔχῃ ἐπιφυλακτικὴν καὶ ἀρνητικὴν στάσιν πρὸς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συμφωνοῦν μετὰ τοῦ ἁγίου συγγραφέως τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν καὶ εὑρίσκουν τὰς ἐμπειρίας καὶ ἐκφράσεις του συμφώνως πρὸς τὰς ἰδικάς των.
8. Οὕτω καὶ τὴν περὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν θεολογίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας δυσκολεύεται νὰ δεχθῇ ὁ συγγραφεὺς «ὡς δυσκόλως συμβιβαζομένην πρὸς τὴν ἁπλότητα τῆς θείας οὐσίας καὶ πρὸς τὸ ἀναφὲς καὶ ἀπολύτως ἀπροσπέλαστον αὐτῆς» (B’ 56). Τὸν δὲ στύλον τῆς Ὀρθοδοξίας ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν, εὑρίσκει «ἔν τινι μέτρῳ εἰς τὴν αὐτὴν (μετὰ τοῦ Βαρλαάμ) παρασυρθέντα σύγχυσιν κατὰ διεύθυνσιν ἀντίθετον» (B’ 37).
Τὰς ἐκστάσεις καὶ θεοπτίας τῶν Προφητῶν δὲν θέλει νὰ σχετίζωμεν ἢ ταυτίζωμεν μὲ τὰς θεοπτίας τῶν θεοφόρων καὶ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος κινουμένων Ἁγίων τῆς ᾿Εκκλησίας μας (Β’ 66), ἐνῶ σαφῶς ὑποτιμᾷ τὰς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειρίας τῶν ὁσίων μας, διότι εὑρίσκει καὶ ἐκτὸς τῆς ᾿Εκκλησίας καταστάσεις ἐκστάσεως, «θείου ἔρωτος» (ὅπως εἰς τὰς θρησκείας ἀρχ. Ἑλλάδος, Ἰνδιῶν, Σινῶν, Αἰγύπτου) καὶ τὰ μέχρι σήμερον φαινόμενα πυροβασίας καὶ χοροῦ δερβισῶν (Α’ 56).
Τὸν ἅγιον Συμεών, τοῦ ὁποίου «τὸ θεῖον καὶ ἱερὸν πρόσωπον ἠκτινοβόλει καὶ ἤστραπτεν ὡσὰν ἄλλος δεύτερος ἥλιος» (ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης), τὸν θεωρεῖ ὡς νοσηρὸν συναισθηματίαν. Καὶ «εἰς τὴν εὐαίσθητον καὶ λίαν συναισθηματικὴν ἰδιοσυγκρασίαν του ὀφείλονται αἱ ἀστείρευτοι ροαὶ τῶν δακρύων του…» (Α΄ 62).
Διὰ τὰς πνευματικὰς δὲ ἐλλάμψεις καὶ θείας ἐκστάσεις τοῦ αὐτοῦ Ἁγίου ἰσχυρίζεται: «… δὲν ἀποκλείομεν, ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ ἰδιοσυγκρασιῶν εὐαισθήτων ἐξ ὑπερεντάσεως τῶν νεύρων καὶ ὑπερκοπώσεως καὶ ἐξ ἀφετηρίας προϋπαρχούσης προκαταλήψεως νὰ λάβωσι χώραν καὶ τοιαῦται ἐκδηλώσεις…» (Α΄ 74).
Ὁ βίος ὅλος τοῦ ἁγ. Συμεών, κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριον Παλαμᾶν, εἶναι ἓν θαῦμα καὶ τὰ συγγράμματα αὐτοῦ, συγγράμματα ζωῆς (Συγγράμματα, τόμ. A’ σελ. 404-405). Ο ἄγ. Νικόδημος μᾶς παρουσιάζει τὸν ἅγ. Συμεὼν ὡς ἐπὶ γῆς θεωθέντα: «ἐντεῦθεν ἠξιώθη νὰ γίνῃ ἁπλοῦς, ἀνείδεος, ἄσχετος πάντων… διὰ τῆς ὑπὲρ νοῦν ἑνώσεως κατὰ τὸν Ἀρεοπαγίτην Διονύσιον» (Ἀκολουθία ἁγ. Συμεών, σελὶς 105), τὰ δὲ συγγράμματα αὐτοῦ συνιστᾶ ὡς «τὴν σάλπιγγα τῆς θεώσεως… τῆς θεολογίας τὸ ὕψος… τῶν μυστικῶν δογμάτων τὸ θησαυροφυλάκιον» (ἔν. ἀν. 112 -13). Ἀντιθέτως ὁ κ. Τρεμπέλας θεωρεῖ τὰ αὐτὰ συγγράμματα παράδοξα καὶ αἱρετικά: «τοσαῦτα καὶ περὶ τῶν διδασκαλιῶν τούτων τοῦ Συμεών, αἵτινες, ἐὰν ὑπό τινων ἤθελον θεωρηθεῖ ἂν μὴ αἱρετικαί, τουλάχιστον θὰ παρουσιάζοντο καινοφανεῖς καὶ παράδοξοι» (sic) (A’ 78).
Εἶναι φανερὸν ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ καταστάσεως ἄκρως σοβαρᾶς.
Καὶ ἦτο μὲν γνωστὸν ὅτι δὲν εἶχεν ἀξιοποιηθεῖ ὁ πνευματικός πλοῦτος τῶν Νηπτικῶν Πατέρων μας ἀπὸ τὰ νεώτερα κινήματα εύσεβισμοῦ, ἀλλὰ τὸ νὰ ἐξαπολυθῇ μία τοιαύτη βλάσφημος ἐπίθεσις κατὰ τῶν θεοφόρων θεολόγων τῆς Παραδόσεώς μας ἦτο ὅλως ἀπροσδόκητον. Τὸ νὰ μὴ παρουσιασθῆ δὲ οὐδεμία ἀντίδρασις εἶναι χαρακτηριστικόν. Καὶ τὸ νὰ προβάλλεται εἰς τοὺς ὀρθοδόξους νέους ή πραγματεία αὕτη ὡς αὐθεντική παρουσίασις τῶν Πατέρων μας εἶναι ἀπαράδεκτον.
9. ᾿Ιδιαιτέρως σήμερον θὰ ἔπρεπε αὐθορμήτως καὶ ὁλοψύχως νὰ προβάλλωμεν καὶ νὰ συνιστῶμεν τοὺς θεοφόρους Πατέρας μας (ὡς τὸν ἅγ. Συμεὼν καὶ τὸν ἅγ. Γρηγόριον Παλαμᾶν) ὡς τοὺς ἀληθεῖς καὶ αὐθεντικοὺς διδασκάλους τῆς ὄντως ζωῆς. ᾿Ιδιαιτέρως σήμερον, ὁπότε οἱ νέοι ὅλου τοῦ κόσμου ἐκ τῆς στείρας ὁδοιπορίας εἰς τὴν ἄνυδρον καὶ ἔρημον χώραν τοῦ συγχρόνου λεγομένου πολιτισμοῦ καὶ ἀνικανοποίητοι ἀπὸ τὸν ξηρὸν ἐπιστημονισμὸν καὶ τὰ εὐτελῆ παρασκευάσματα τοῦ ἀνουσίου πιετισμοῦ, ματαίως ἀναζητοῦν τὴν ψυχοσωματικήν των ἰσορροπίαν εἰς τὰς παραπλανητικάς μαγείας καὶ ἀγυρτείας τῶν «γκουροῦ» τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς. (Ἡ ἀσθένεια αὕτη φθάνει ἤδη καὶ εἰς τοὺς ἰδικούς μας φοιτητάς). Καὶ ἀντὶ νὰ πράξωμεν αὐτὸ ἐρχόμεθα νὰ κατασπιλώσωμεν τὸ κῦρος τῶν Πατέρων καὶ νὰ θέσωμεν εἰς ἀνυποληψίαν τοὺς Ὁσίους μας διὰ παρομοίων «θεολογικῶν» ἐργασιῶν.
Δὲν ἐπιτρέπει ἡ τραγικότης τῶν καιρῶν νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὸν εὐσεβισμὸν καὶ τὴν γηράσασαν θεολογίαν τῶν σχολιστικῶν ἐργαστηρίων, ἡ ὁποία ἐνῶ καταρᾶται συνήθως τὴν Δύσιν, οὐσιαστικῶς τρέφεται ἀπὸ τὴν παράδοσιν τῆς Δύσεως, ὑποφέρει ἀπὸ τὸν διχασμόν της καὶ μεταδίδει τὴν ἀσθένειάν της.
Δὲν κατηγοροῦμεν τὰ πανεπιστήμια οὔτε τὰ σωματεία. Ἐκφράζομεν τὸν ἀλάλητον στεναγμὸν τῶν Ἁγίων, ζώντων καὶ τετελειωμένων, διὰ τὴν παραποίησιν τῆς ἀληθείας καὶ τὴν ἀγνωσίαν, ἡ ὁποία βασανίζει τὸ σῶμα τῆς νεοελληνικῆς ᾿Εκκλησίας.
Ἡ Θεολογία τῶν Πανεπιστημίων καὶ αἱ διάφοροι χριστιανικαὶ κινήσεις πρέπει νὰ ἀναβαπτι-σθοῦν εἰς τὸ μυστήριον τῆς ζώσης ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεώς μας, ὁπότε θὰ εὕρουν νέας δυνάμεις καὶ μεθόδους ἐργασίας καὶ εὐαγγελισμοῦ. Θὰ παύσῃ ἡ σύγχυσις γλωσσῶν καὶ κριτηρίων, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὴν Βαβέλ καὶ τὴν πόλωσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας προβλημάτων.
Δυστυχῶς, ὡς ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν κρινομένην πραγματείαν, πολλοὶ σύγχρονοι θεολόγοι, ζοῦν, θεολογοῦν καὶ προσεύχονται ὅλως διαφόρως ἀπὸ ὅ,τι οἱ Πατέρες: Ἄλλην ἰδέαν ἔχουν διὰ τὴν πίστιν, τὴν θεολογίαν καὶ τὴν ζωήν. Ἐκεῖ ὅπου οἱ Πατέρες διακρίνουν θεόπνευστον ἔκφρασιν καὶ ἀλλοίωσιν θείας ἐνεργείας, ἐκεῖνοι εὑρίσκουν ἀφορμὰς ὁδηγούσας εἰς ἀθεΐαν καὶ ἀγνωστικισμόν.
Ἡ ἀπομάκρυνσις δὲ αὐτὴ ἀπὸ τὴν βιουμένην Ὀρθόδοξον Θεολογίαν σημαίνει καὶ τὴν ἀπομάκρυνσίν των ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν ἀνικανότητα τῆς συμπαραστάσεως εἰς αὐτόν.
Εἶναι ἄχρηστος διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου μία τοιαύτη σχολαστικὴ καὶ ἄνικμος πνευματικῶς θεολογία. Καὶ εἶναι φύσει ἀπορριπτέα μία ἀσπόνδυλος δογματικῶς εὐσεβολογία, ἡ ὁποία θεωρεῖ τὴν θέωσιν βελτίωσιν τοῦ χαρακτῆρος. Ἡ θεολογία αὐτὴ ἐκπνέει. Καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς ζωῆς δὲν δύναται νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὴν καθολικὴν κρίσιν τῆς ἐποχῆς μας. Καὶ τὰ δύο (θεολογία καὶ εὐσεβισμὸς) εἶναι μία ἀπὸ τὰς ἀφορμὰς καὶ τὰς συνεπείας τῆς πνευματικῆς καταπτώσεως τῶν καιρῶν μας.
Ἐὰν ἦτο αὐτὴ ἡ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, δὲν θὰ ἐδημιούργει θεοφάντορας Πατέρας καὶ ῾Ὁμολογητάς, ἀλλὰ ψυχροὺς ἐπιστημονικοὺς ἐρευνητὰς καὶ συζητητὰς τοῦ παρόντος αἰῶνος. Καὶ ἐὰν ἦτο αὐτὴ ἡ πνευματικότης τῆς Παραδόσεώς μας, δὲν θὰ ἐδημιούργει τοὺς Νηπτικούς Πατέρας, ὡς «θεοὺς κατὰ χάριν» καὶ «λύχνους διακρίσεως», ἀλλὰ νοσηροὺς συναισθηματολόγους, ἔρμαια τῶν ψυχικῶν παραισθήσεων.
10. Ἀλλ᾽ εἰς τὴν Παράδοσιν τῆς ᾿Εκκλησίας μία ἱερὰ περιχώρησις τῆς ζώσης θεολογίας καὶ τῆς ἀληθοῦς εὐσεβείας ἱερουργεῖται. Οἱ θεολόγοι εἶναι ἅγιοι. Καὶ οἱ ἅγιοι εἶναι θεολόγοι. Οἱ πρῶτοι θεολογοῦν διὰ τῆς ἁγιότητος τοῦ βίου των. Καὶ οἱ δεύτεροι ἁγιάζουν τὴν κτίσιν διὰ τῆς ἐνσαρκώσεως τῆς ὑγιοῦς θεολογίας των.
Δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ κεχωρισμένως, οὔτε ὑπάρχει συγκεχυμένως, ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἁγιότης καὶ ἡ θεολογία, ἡ προσωπικὴ πνευματικὴ κάθαρσις καὶ ἡ ὀρθὴ δογματική διατύπωσις. Δι’ αὐτὸ πάντοτε οἱ ἀληθεῖς θεολόγοι καὶ οἱ πραγματικοὶ ἅγιοι γνωρίζονται ὡς ἱεροφάνται καὶ μυσταγωγοὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς.
Ἡ ἱερὰ ἡμῶν Παράδοσις ὁμιλεῖ διὰ τὸν θεολόγον, ὄχι ὡς διὰ τὸν εἰδικὸν ἐπιστήμονα, τὸν δυνάμενον νὰ ταξινομῇ «ἀποφατικὸν ὑλικὸν» ἢ νὰ συγγράφῃ πραγματείας, ἀλλ᾿ ὡς διὰ τὸν ἅγιον, τὸν μυηθέντα εἰς τὰ ὑπὲρ φύσιν καὶ αἴσθησιν.
Ὁμιλεῖ διὰ τὸν ἅγιον, ὄχι ὡς τὸν ἁπλῶς ἠθικὸν χαρακτῆρα, ἀλλ᾿ ὡς κατὰ χάριν θεόν. Καὶ ὁμιλεῖ διὰ τὴν Θεολογίαν τοῦ κατὰ χάριν τούτου θεανθρώπου, τοῦ μόνου ἀληθῶς καὶ ἀψευδῶς θεολόγου τῆς ᾿Εκκλησίας, ὄχι ὡς διὰ τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς διανοητικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ ὡς διὰ τὴν χάριν τὴν προχεομένην καὶ προϊεμένην φυσικῶς καὶ ἀενάως ἐκ τῆς – ἀπροσίτου εἰς ἡμᾶς – θεωθείσης φύσεώς του. Καὶ ἡ χάρις αὐτὴ φθάνει εἰς τοὺς πιστοὺς ὡς θεῖος δροσισμός, παράκλησις καὶ τροφή: «Ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ καὶ νέε Θεολόγε… τὸ ἀληθινὸν μάνα, τὸν Χριστόν, ἀενάως ἀναβλύζον ἔχων ἐν τῇ καρδίᾳ σου, τὰς θεολογικάς σου διδασκαλίας ἡμῖν παρέθηκας ὡς μάνα πνευματικὸν καὶ οὐράνιον». (διὰ τὸν ἅγιον Συμεὼν ἀπὸ τὸν ἅγ. Νικόδημον. Ἀκολουθία σελ. 54-55).
Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ταξινομήσεως κάποιου οὐδετέρου ὑλικοῦ, ἀλλὰ περὶ συλλήψεως, ἐνυποστάτου φωτισμοῦ, θείας κυοφορίας καὶ ἀπορρήτου τοκετοῦ: ἀναβλύσεως ὕδατος ζῶντος καὶ οὐρανίου μάνα δι᾿ ὅλους τοὺς πιστούς.
Δὲν περιμένομεν ἀπὸ ἕνα ὀρθόδοξον θεολόγον νὰ μᾶς παρουσιάζῃ ἁπλῶς μίαν κριτικὴν ὑπόθεσιν διὰ τὴν συγγραφικήν του καταγωγὴν ἑνὸς κειμένου καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ μᾶς παραθέτῃ σειρὰν ἀτομικῶν του ἀπόψεων, ἀνεξαρτήτων «τοῦ εὐσεβοῦς φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας».
Ἀντιθέτως περιμένομεν ἀπὸ τὸν θεολόγον διὰ τῆς ἐν τῇ Ἐκκλησία πνευματικῆς του ἐμπειρίας, τῆς βεβαπτισμένης ἐν Πνεύματι, ὑπάρξεώς του καὶ τῆς μορφωτικῆς του καταρτίσεως νὰ μᾶς φανερώνῃ ἐν σμικρῷ ζῶσαν τὴν ᾿Εκκλησίαν: Διὰ τῆς διανοητικῆς του ἐργασίας καὶ τῆς πνευματικῆς του παρουσίας νὰ μᾶς ἀποκαλύπτῃ πῶς λειτουργεῖ ὁ θεανθρώπινός Της ὀργανισμός. Πῶς καὶ ποῖα προσλαμβάνει καὶ θεώνει. Καὶ ποῖα, πρόσωπα ἢ θεωρίας, ἀποβάλλει καὶ ἀφορίζει ὡς ξένα στοιχεῖα τῆς ἀψευδοῦς καὶ καθολικῆς σωτηρίας τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλεται καὶ προσφέρει εἰς τὴν σύμπασαν κτίσιν.
Θεολογία, ἐν τέλει, εἶναι αἱ ἐπιπτώσεις τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου, τὰ ἐνεργήματα τῆς θεωθείσης (ἢ θεουμένης) ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ θεολόγου.
11. Διατί νὰ περιπλανώμεθα ματαίως εἰς τὴν ἄγονον ἀπασχόλησιν μὲ μίαν ἐγκεφαλικὴν καὶ περιττὴν θεολογίαν, καὶ μίαν ἀνυπόστατον καὶ ἀνουσίαν εὐσεβοζωήν; Καὶ τὰ δύο εἶναι ἄγνωστα εἰς τὴν ἁγίαν Παράδοσίν μας, ξένα καὶ ἀνάξια πρὸς τὰς ἐφέσεις καὶ ἀνάγκας τοῦ ἀνθρώπου.
Διατί νὰ μὴ «ἐρωτῶμεν τοὺς Πατέρας καὶ Πρεσβυτέρους διὰ νὰ ἀναγγέλλουν» εἰς ἡμᾶς τὴν Ἀλήθειαν, ἀλλὰ νὰ καταφεύγωμεν εἰς ξένους, ἀνιδέους περὶ τὰ τοιαῦτα καὶ ταλαιπώρους;
Διατί ἐὰν ἔχωμεν ἀπορίας διὰ τὸν ἅγιον Συμεὼν τὸν Νέον Θεολόγον νὰ μὴ ἐρωτῶμεν τὸν ἅγιον Νικόδημον; Καὶ διὰ τὰ Ἀρεοπαγιτικὰ κείμενα τὸν Μάξιμον τὸν Ὁμολογητὴν καὶ ὅλους τοὺς λοιποὺς Ἁγίους μέχρις ἡμῶν;
Ποῖος καὶ πότε μᾶς ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τὴν ἀδιάσπαστον αὐτὴν χορείαν τῶν θεοφόρων Πατέρων μας καὶ μᾶς ἔφερε τοὺς «συντηρητικοὺς θεολόγους», ὡς συνετοὺς καὶ εὐσεβεῖς (οἱ ὁποῖοι τελικῶς μᾶς παρουσιάζουν τοὺς Ἁγίους πλανηθέντας) καὶ τοὺς ἀνερματίστους συγκρητιστὰς ὡς «προοδευτικούς» καὶ συγχρονισμένους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τοὺς Πατέρας ὡς «ξεπερασμένους»;
Δὲν ἀναπαυόμεθα οὔτε μὲ τοὺς πρώτους, οὔτε μὲ τοὺς δευτέρους. «Τὰ πρόβατα οἴδασι τῶν ποιμένων τὴν φωνήν, ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσι».
Οἱ θεοφόροι Πατέρες μας δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἀπὸ τὴν «σύνεσιν τῶν συνετῶν, οὔτε ἀπὸ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν». Ἡ χάρις τῆς θεολογίας των καὶ τὸ θαῦμα τῆς καινῆς βιοτῆς των εἶναι σκάνδαλον καὶ μωρία διὰ πᾶσαν νόθον θεολογίαν καὶ νόθον τρόπον ζωῆς.
Καὶ ἐνῶ εἶναι θλιβερὸν τὸ γεγονός, ὅτι έγράφη μία, ὡς ἡ κρινομένη, θεολογική πραγματεία, ἐκφραζομένη ὡς ἐκφράζεται διὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας μας, εἶναι συγχρόνως παρήγορος ἡ σαφῶς δι᾿ αὐτῆς γινομένη διαπίστωσις τῆς καταρρεύσεως τῆς ψευδοῦς πίστεως καὶ τῆς φαινομενικῆς πνευματικότητος, ἡ ὁποία ἐπέρχεται διὰ τοῦ πλησιασμοῦ καὶ μόνον τῆς πυρφόρου Θεολογίας τῶν Ἁγίων μας.
Διαρρηγνύονται τὰ εἴδωλα, τὰ συστήματα καὶ σχήματα μιᾶς πεποιημένης θεολογίας, ἀναμετρώμενα μὲ τὴν ζῶσαν θεολογίαν καὶ διαστελλόμενα εἰς τὴν ἀφόρητον δι᾿ αὐτὰ ἀποφατικὴν δοκιμασίαν καὶ ἔκφρασιν: «Ρημάτων σου ὁ φθόγγος ὥσπερ τις οὐράνιος ἦχος φερόμενος, τὰς ἀθέους φρένας κατεβρόντησε λόγῳ τῆς χάριτος καὶ δογμάτων θείαις μαρμαρυγαῖς ταῖς φανωτάταις, τῶν πιστῶν τὰς καρδίας ἐλάμπρυνεν» (ἀκολουθία ἁγίου Διονυσίου ᾿Αρεοπαγίτου).
Σκανδαλίζονται καὶ παραλύονται αἱ πιε[τι]στικαί μας ἀντιλήψεις περὶ ἁγιότητος, ὡς «βελτιώσεως τοῦ χαρακτῆρος», παραβαλλόμεναι μὲ τὰς παναγίας ἐμπειρίας τῶν Ἁγίων μας, τῶν συλλαμβανόντων τὸν Χριστὸν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν «ὡς φῶς ἐνυποστάτως καὶ οὐσιωδῶς, ὁρώμενον ἀοράτως καὶ κατανοούμενον ἀκατανοήτως, μὲ μορφὴν ἄμορφον καὶ ἰδέαν ἀνείδεον».
12. Δὲν εἶναι ὄντως ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς μυωπικῆς μας λογικῆς κρίνομεν ὡς τοιοῦτον· οὔτε ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἀρχίσωμεν τὴν θεολογίαν μας, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ νὰ κατακρίνωμεν τὴν Ἀλήθειαν. Ἀρχίζομεν ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρας μας, «τὰ μεγάλα στοιχεῖα, τὰ τὴν πίστιν ὥσπερ κτίσιν συνιστῶντα». Αἰσθανόμεθα ὅτι εἴμεθα ἐσκοτισμένοι καὶ ψευδεῖς. Καὶ αὐτοί, οἱ Ἅγιοι, εἶναι ἀλήθεια καὶ φῶς. Αὐτοὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν ἐκεῖ ὅπου θέλομεν νὰ φθάσωμεν καὶ μόνοι μας, μὲ τὴν κρίσιν μας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ κατορθώσωμεν.
«Τοῦτ᾽ ἔστιν ἀληθὴς εὐσέβεια, τὸ μὴ πρὸς τοὺς θεοφόρους Πατέρας ἀμφισβητεῖν. Καὶ γὰρ τῶν προειρημένων ἁγίων αἱ θεολογίαι ὅρός εἰσιν θεοσεβείας ἀληθοῦς καὶ χάραξ… κἂν περιέλθῃ τις μίαν γοῦν αὐτῶν, ἐκεῖθεν ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμὸς εἰσρυήσεται πολὺς» (Συγγράμματα ἁγ. Γρηγορίου, τόμ. Β΄ σελ. 483).
Ἡ ἁμαρτία, εἰς τελικὴν ἀνάλυσιν, εἶναι μία· ἡ ἀποστασία ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους Του. Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀρνηθῶμεν τὸν Πατέρα μας τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τοὺς Πατέρας μας τοὺς ἐν τῇ Ἐκκλησία Του. Τότε θὰ αἰσθανθῶμεν ἄποροι καὶ ἀπερριμένοι, ὡς ἀπωρφανισθέντα βρέφη, ἔκθετα εἰς τὸ ψῦχος καὶ τὸ σκότος τῆς κολάσεως. Μακρὰν ἀπὸ τὴν θέρμην τῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποί Του. Μακρὰν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀληθείας, ποὺ εἶναι πάλιν ὁ Ἴδιος καὶ οἱ ἰδικοί Του.
13. «Κύριε μὴ μᾶς ἐγκαταλείψῃς μόνους εἰς τοὺς διαλογισμούς μας, εἰς τὴν ἀναζήτησιν τῆς ὁδοῦ τῆς ζωῆς καὶ τῆς γνώσεως ποὺ εἶσαι Εσύ.
Ὅλοι εἴμεθα κατ’ εἰκόνα ἰδικήν Σου πλασμένοι, ἀσχέτως ἂν ἀποστατήσωμεν ἀπὸ Σέ. Ὅλοι εἴμεθα ἀδελφοὶ τοῦ ἐνσαρκωθέντος Υἱοῦ Σου, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν πιστεύωμεν εἰς Αὐτόν» (ἅγ. Νικόδημος).
Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμις, ἐλπὶς καὶ πίστις μας, μέσα εἰς τὴν ἀδυναμίαν, ἀπελπισίαν ἢ ἀπιστίαν μας.
Ὅλοι ἐρχόμεθα πρὸς Σέ. Ὅλους σωστικῶς ἕλκεις πρὸς Σέ. Ὅλοι μόνον Ἐσὲ ποθοῦμεν, ἀσχέτως ἂν δὲν τὸ ἀντιλαμβανώμεθα καὶ ἀντιστρατευώμεθα εἰς Σέ. Δῶσε ὥστε σήμερον ἰδιαιτέρως οἱ πιστεύοντες εἰς Σέ, τὴν ἀλήθειάν Σου τὴν μίαν καὶ σωτήριον νὰ ἐνσαρκώνουν ἀψευδῶς διὰ νὰ ἀποκαλύπτουν ἀπλανῶς εἰς τὸν κόσμον, ὅτι τοὺς ἀνθρώπους ἠγάπησας, καθὼς τὸν Υἱόν Σου τὸν Μονογενῆ. Καὶ Αὐτὸν ἀπέστειλας Σωτῆρα τοῦ κόσμου.
Τότε καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἐν τῇ Δύσει «θὰ ἐμπλησθῇ ἡ σύμπασα τοῦ γνῶναι τὸν Κύριον». Διότι ὡς Ὀρθόδοξοι αἰσθανόμεθα ὅτι δὲν ἀνήκομεν ἁπλῶς εἰς τὴν Ἀνατολὴν τοπικῶς, οὔτε μαχόμεθα τὴν Δύσιν τοπικῶς. Ἀνήκομεν εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν τοῦ ἀκτίστου καὶ ἀνεσπέρου θείου Φωτός, ἡ Ὁποία σώζει Ἀνατολὴν καὶ Δύσιν.
Δι’ αὐτὸ εἰς τὸ ἑξῆς, τὸ μυστήριον τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας «μηδαμῶς ψαυέτω ἡ χεὶρ ἡμῶν τῶν ἀμυήτων, χείλη δὲ πιστῶν» τὴν Θεοτόκον ᾿Εκκλησίαν – τὴν γεννῶσαν τοὺς κατὰ χάριν Θεοὺς – ἀσιγήτως ὑμνείτω, διότι μόνον ἐν Αὐτῇ καὶ διὰ τῶν Ἀγίων Της, ἀπλανῶς ὁδηγούμεθα εἰς τὴν ζωὴν καὶ τὴν γνῶσιν νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

[Π. Παπαδημητρίου: Τὸ ἄρθρο γράφηκε τό 1975. Πλέον ὁ μῦθος τῶν Δυτικῶν γιὰ τὸν «ψευδο-Διονύσιο» ἔχει καταρριφθεῖ. Βλ. γιὰ παράδειγμα: ΣΤ΄ Θεολογικό Συνέδριο Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου (2020), «Ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, βίος, ἔργο καί θεολογία»].
Ψηφιοποίηση: Π. Παπαδημητρίου, 24/1/2026. Τό πρωτότυπο εἶναι διαθέσιμο στό Ἁγιορείτικη Βιβλιοθήκη – Athos Library, καὶ ἐπισυνάπτεται ἐδῶ.
[PDF, Academia], [PDF, Analogion]
Πήγή Αναλόγιον (analogion.gr/)


ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΡΙΨΗ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΔΙΑΘΕΤΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΡΑΓΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΙΑΣΟΥ. Ο ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟΣ, Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ, ΕΧΕΙ ΑΜΕΣΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΚΑΘΟΤΙ ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΕΣΜΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΤΙΣ ΟΥΡΑΝΙΕΣ ΙΕΡΑΡΧΙΕΣ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΚΗΡΥΞΕΙ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ. ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ.